Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...
Η παλιά γέφυρα



Η σημερινή φωτογραφία ανήκει στον φωτογράφο από την Αδριανούπολη Δημήτριο Μιχαηλίδη[1]. Χρονολογείται περίπου στα 1884 και αποτυπώνει την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού στη Λάρισα. Ο Μιχαηλίδης στάθηκε στο ύψωμα όπου βρισκόταν το τζαμί του Χασάν μπέη και έστρεψε τον φακό της μηχανής του προς τον βορρά.
Η γέφυρα αυτή ήταν, μέχρι την οριστική καταστροφή της το 1944, σημείο αναφοράς για την πόλη από ξένους και ντόπιους για την ομορφιά και τη χάρη της, στοιχεία τα οποία αναδεικνύουν την αρχιτεκτονική ικανότητα του τεχνίτη της.Το πότε οικοδομήθηκε, δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένο. Πιστεύεται ότι την είχε κτίσει ο Χασάν μπέης, εγγονός του κατακτητή της Θεσσαλίας
Τουραχάν μπέη, στις αρχές του 16ου αιώνα και θεωρείται ότι ήταν η πρώτη πέτρινη αμαξιτή γέφυρα που είναι γνωστή στον θεσσαλικό χώρο.
Ο συσχετισμός του τεμένους που ανεγέρθηκε προς τιμήν του δίπλα στη γέφυρα που έκτισε,είναι προφανής. Είχε μήκος 120 μέτρα και πλάτος 4,5 μέτρα, τα οποία μόλις που επέτρεπαν τη διασταύρωση δύο αμαξών επάνω της. Πεζοδρόμια δεν υπήρχαν και στα πλάγια ο δρόμος περιχαρακώνονταν σε χαμηλό ύψος (περίπου μέχρι το γόνατο ενός ενήλικα) με βαριά λίθινα στηθαία,κατασκευασμένα από μεγάλες, παχιές και μονοκόμματες πλάκες, τοποθετημένες πλάγια.
 Με την απελευθέρωση της Λάρισας, η γέφυρα παρουσίαζε σημαντικές φθορές. Ειδικά τα ογκώδη στηθαία, από την πρόσκρουση των αμαξών επάνω τους, είχαν χάσει τη σταθερότητα επειδή οι αρμοί τους είχαν χαλαρώσει. Η πρώτη επέμβαση λοιπόν που καταγράφεται στη γέφυρα μετά το 1881 είναι η ενίσχυση των αρμών μεταξύ των στηθαίων. Στη φωτογραφία που δημοσιεύεται φαίνεται καθαρά η ενίσχυση των στηθαίων με αρμούς σε λευκό χρώμα και μάλιστα σε περίοδο πλημμύρας.
Εκείνο όμως που κάνει εντύπωση είναι ότι στο οδόστρωμά της συνωστίζονται άνθρωποι εν στάσει, πάνω σε ζώα ή και πεζοί και με μέτωπο προς τον φωτογραφικό φακό. Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο στη φωτογραφία είναι η ποικιλία στην ενδυμασία τους. Στρατιωτικές στολές, φουστανελοφόροι με φέσια, αγρότες, φραγκοφορεμένοι,μικρά αγόρια, αποτελούν το ζωντανό στοιχείο της πόλης, πέρα από τα άψυχα κτίσματα και την πλημμυρίδα του νερού.
Το 1886 τάγμα μηχανικού του ελληνικού στρατού[2] ανέλαβε να διαπλατύνει και να διορθώσει υψομετρικά τη γέφυρα και να απομακρύνει τα ογκώδη και αντιαισθητικά πέτρινα στηθαία, στη θέση των οποίων τοποθετήθηκαν ψηλότερα κιγκλιδώματα. Με τις βελτιώσεις αυτές δόθηκε η ευκαιρία να κατασκευασθούν εκατέρωθεν πεζοδρόμια και η κυκλοφορία πεζών και τροχοφόρων σε ολόκληρη τη διαδρομή της έγινε πιο άνετη και ασφαλής.
Στη φωτογραφία πίσω από τη γέφυρα διακρίνονται μόνον τα υψηλότερα σημεία από το νησάκι,λόγω της πλημμύρας. Το νησάκι αυτό ήταν μικρό, βρισκόταν στο μέσον της κοίτης του ποταμού, την οποία χώριζε στα δύο και ήταν προσβάσιμο με βάρκες. Στη δεξιά όχθη παρατηρούμε ότι υπάρχει μικρή στεγασμένη κατασκευή,ένα μέρος της οποίας στηρίζεται με ξύλα στον πυθμένα του ποταμού. Πρόκειται ασφαλώς για ένα από τα καφενεία που υπήρχαν στην περιοχή αυτή του Πηνειού, όπως μας τα περιγράφει ο Βάσος Κυλικάς στη μελέτη του «Η μουσική κίνηση της Λάρισας από το 1881 μέχρι το 1935». Γράφει σχετικά σε κάποιο σημείο:«Από το 1881-1885 στη δεξιά όχθη του Πηνειού και κάτω ακριβώς από τη Μητρόπολη[3], σειρά ολόκληρη καφωδείων, που στηριζόταν σε ξύλινους πασσάλους,όπως τα σπίτια στην Κίτρινη θάλασσα[4], συγκεντρώνουν πλείστους Λαρισαίους».
Η ζωή της γέφυρας αυτής , η οποία κατά τη διάρκεια της κατοχής συμπλήρωνε σχεδόν μισή χιλιετία από την κατασκευή της από τον Χασάν μπέη, έμελλε να διακοπεί αιφνιδιαστικά. Τη Μ.Εβδομάδα του 1941 ανατινάχθηκε από τα βρετανικά στρατεύματα κατά την υποχώρησή τους,για να επιβραδυνθεί η προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων και τον Οκτώβριο του 1944 επακολούθησε η ολοκληρωτική καταστροφή της γέφυρας από τα γερμανικά στρατεύματα κατά την οπισθοχώρηση τους. Η ισχυρή έκρηξη που επακολούθησε έφερε το τέλος στη ζωή της γέφυρας που για αιώνες ήταν το σύμβολο της Λάρισας.

[1]. Είναι ο πρώτος φωτογράφος που έκανε συστηματική δουλειά στην αποτύπωση τοπίων της Θεσσαλίας.Αρχικά είχε φωτογραφείο στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, κοντά στην ψαραγορά (Baluk Pazar), ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη. Τη Θεσσαλία επισκέφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1880 και από την επίσκεψή του αυτή γνωστό είναι σήμερα το λεύκωμά του Souvenir de Thessalie με 28 φωτογραφίες μεγάλων διαστάσεων και πολύ καλής τεχνικής από διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας.

[2]. Παπασταύρου Αμαλία, Ημερολόγιον του πολέμου ανευρεθέν εν Λαρίσση, από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια (1897) σελ. 3: «... κατά την επιστρατείαν εκείνην (1886), το μόνον περιφανές έργον της ήτο η γέφυρα της Λαρίσσης, ήτις ηυξύνθη υπό του λόχου του μηχανικού
επί στρατηγίας Σαπουντσάκη».

[3]. Εννοεί τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλίου.

[4]. Ο συγγραφέας τα συγκρίνει με τα ξυλόπηκτα σπί-
τια που αφθονούν και σήμερα σε πολλές φτωχικές συ-
νοικίες στις παράλιες πόλεις της Κίνας.

nikapap@hotmail.com

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Ευχίδας – Ο δρομέας που έδωσε την ζωή του για να φέρει το ιερό πυρ των Δελφών στις Πλαταιές

Posted by olympia spyr στο Οκτωβρίου 7, 2014
Καλοκαίρι του 479 π.Χ. και η Μάχη των Πλαταιών μόλις έχει τελειώσει. Οι Έλληνες για μια φορά ακόμα κατάφεραν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες εισβολείς. Οι εναπομείναντες Πέρσες παίρνουν την άγουσα για την επιστροφή αφήνοντας πίσω αφήνοντας πίσω τους ερειπωμένους Ναούς, καμένα Ιερά Άλση και κατεστραμμένους Βωμούς.


Οι Έλληνες με κοινό ψήφισμα αποφασίζουν για πενήντα χρόνια να μην τα αναστηλώσουν ώστε οι επόμενες γενιές να μην ξεχάσουν την βαρβαρότητα τους… Οι Πλαταιείς όμως πρέπει να εξαγνίσουν την Πόλη από το μίασμα που άφησαν πίσω τους οι βάρβαροι. έχουν μολύνει το πυρ που έκαιγε στον βωμό της. Το μίασμα θα φέρει κακοτυχία, λιμούς, δεινά.
Οι τελετές δεν θα έχουν αποτέλεσμα, οι Θεοί θα αποστρέψουν το προστατευτικό βλέμμα Τους από την ακάθαρτη Πόλη. Θα παραμείνει κατακτημένη και χωρίς τους βαρβάρους. Οι Πλαταιείς πολίτες θεωρούν ότι ο τόπος τους μολύνθηκε από την παρουσία των βαρβάρων εισβολέων και συμφωνούν στο ότι το άσβεστο πυρ της πόλης θα πρέπει να αντικατασταθεί με νέο από τους Δελφούς.
Οι άρχοντες της Πόλεως καλούν αμέσως μετά την μάχη τον οπλίτη-ημεροδρόμο Ευχίδα. Δεν υπάρχει ούτε σκέψη να περιμένουν έστω και μια νύκτα για ξεκούραση. Το μίασμα είναι υψίστης προτεραιότητος. Κάθε καθυστέρηση εξαγνισμού αποτελεί ανόσια πράξη και ύβρη προς τους Θεούς της Πόλεως. Το έργο αναλαμβάνει ο οπλίτης ημεροδρόμος Ευχίδας, ο οποίος καλείται να πάει τρέχοντας μέχρι τους Δελφούς και να επιστρέψει φέρνοντας καθαρή καινούργια φωτιά, που θα την πάρει από το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς.
Ο Ευχίδας ήταν πολεμιστής στην μάχη των Πλαταιών, περίφημος για την ταχύτητά του στο τρέξιμο Ο Ευχίδας πρέπει να πάει στους Δελφούς και να φέρει εξαγνισμένο πυρ από τον Ναό του Απόλλωνος και να γυρίσει πίσω. Τρέχοντας, πρέπει να καλύψει μία απόσταση 1000 σταδίων, ισοδύναμη με 200 χιλιόμετρα μέσα από χαράδρες, στενά μονοπάτια, άλση και βουνά.
Η απόσταση είναι τεράστια, η κόπωση από την μάχη μεγάλη. Όμως είναι ο ημεροδρόμος της Πόλεως των Πλαταιών. Η φυσική του αντοχή σε μεγάλες αποστάσεις είναι μεγαλύτερη των συμπατριωτών του. Η αποστολή του Ιερή.
Ο Ευχίδας ξεκινά και περνώντας δάση, βουνά και ρεματιές, φτάνει στον προορισμό του, θα εξαγνιστεί στην Κασταλία Πηγή, θα φορέσει δάφνινο στεφάνι, θα πάρει το Ιερό Πυρ και θα επιστρέψει σε 24 ώρες στις Πλαταιές για να το παραδώσει.
Όταν άναψε το πυρ στον βωμό που είχε στηθεί για τον εορτασμό της νίκης στη μάχη, ασπάσθηκε τους συμπολεμιστές του και απεβίωσε.
Οι Πλαταιείς τον ενταφίασαν στο ιερό της Ευκλείας Αρτέμιδας, χαράζοντας επάνω στον τάφο του, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το επίγραμμα: “Ευχίδας Πυθώδε τρέξας ήλθοε τώδ’ αυθημερόν” (Πλουτάρχου Αριστείδης, 20)
Ο ηρωικός ημεροδρόμος έτρεξε σύμφωνα με τις μαρτυρίες, περίπου 1.000 στάδια (δηλαδή περίπου 200 χιλιόμετρα!! Σήμερα, έχει θεσπισθεί και ο Ευχίδειος Άθλος, ιστορικός αγώνας υπεραποστάσεων, με πολύχρονη παρουσία στα αθλητικά δρώμενα της χώρας μας.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορικό πρόσωπο που έφτασε ώς τον Καναδά ήταν ο Ηρακλής της ελληνικής μυθολογίας, σύμφωνα με τον καθηγητή Γεωλογίας Ηλία Μαριολάκο. 
 
Έφτασε χίλια χρόνια πριν από τον Μεγάλο Αλέξανδρο στον Ινδό ποταμό. Πέρασε από την Αιθιοπία, έφτασε ώς τη Γροιλανδία και ίσως να πάτησε πρώτος το πόδι του στην Αμερική.
 
Ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες της παγκόσμιας μυθολογίας- ο Ηρακλής- δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος υδραυλικός, μηχανικός και υδρογεωλόγος, όπως μαρτυρούν πολλοί από τους δώδεκα άθλους του, αλλά και ο πρώτος που έκανε πράξη την παγκοσμιοποίηση και ο αρχιτέκτονας της μυκηναϊκής κοσμοκρατορίας, όπως υποστήριξε χθες το βράδυ σε ομιλία του, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο ομότιμος καθηγητής Γεωλογίας και μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου Ηλίας Μαριολάκος.
 
«Ο Ηρακλής δεν είναι ένα πρόσωπο για να διασκεδάζουν τα παιδιά. Ούτε η ελληνική μυθολογία ένα παραμύθι για έναν φανταστικό κόσμο», λέει στα «ΝΕΑ» ο Ηλίας Μαριολάκος. «Ο Ηρακλής είναι ένα ιστορικό- και όχι μυθικό- πρόσωπο, ένας άγνωστος μεγάλος κατακτητής, ήρωας- ιδρυτής πόλεων, πρώτος συνδετικός κρίκος του κοινού πολιτισμικού υποστρώματος των Ευρωπαίων, του μυκηναϊκού και κατά συνέπεια του ελληνικού πολιτισμού. Και η μυθολογία είναι η ιστορία του απώτερου παρελθόντος των κατοίκων αυτού του τόπου, που πολύ αργότερα θα ονομαστεί Ελλάς».
 
Πρώτος στο μικροσκόπιο του καθηγητή μπήκε ο άθλος με την αρπαγή των βοδιών του Γηρυόνη, του τρικέφαλου και τρισώματου γίγαντα που ζούσε στα Γάδειρα, το σημερινό Κάντιθ της Ισπανίας, κοντά στο στενό του Γιβραλτάρ.
 
«Οι περισσότεροι πιστεύουν πως ο Ηρακλής ταξίδεψε ώς την Ιβηρική Χερσόνησο για να φέρει μια καλή ράτσα βοδιών στην Πελοπόννησο», εξηγεί ο κ. Μαριολάκος. «Αν διαβάσουμε με προσοχή τον Στράβωνα, που έζησε τον 1ο αι. π.Χ. όμως, θα διαπιστώσουμε πως σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν έχει βρεθεί τόσος πολύς χρυσός, άργυρος, χαλκός και σίδηρος. Και τα βόδια δικαιολογούνται διότι υπήρχαν μαρτυρίες ότι το “κοσκίνισμα” του χρυσού από την άμμο γινόταν πάνω σε δέρματα βοδιών».
 
Η ίδρυση δε της πόλης από τον Ηρακλή μνημονεύεται στον θυρεό της πόλης και σήμερα. Ο Ηρακλής ολοκληρώνει τον άθλο του και συνεχίζει βόρεια προς την Κελτική και ιδρύει την Αλέσια (γνωστή και ως πόλη του Αστερίξ), το όνομα της οποίας προέρχεται από τη λέξη άλυς (= περιπλάνηση). Πόλη με στρατηγική σημασία, καθώς συνδέεται μέσω πλωτών ποταμών προς τη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό, τη Μάγχη και τη Βόρεια Θάλασσα, όπου ο Ιούλιος Καίσαρας κατατρόπωσε τους Γαλάτες. Ακόμη ιδρύει το Μονακό και την Αλικάντε - η ποδοσφαιρική της ομάδα ονομάζεται Ηρακλής. 
 
Τι γύρευε στη Γαλατία ο Ηρακλής; «Χρυσό», απαντά ο κ. Μαριολάκος, «αφού ο Διόδωρος μας λέει πως στη Γαλατία υπάρχουν πλούσια χρυσοφόρα κοιτάσματα». Ο Ηρακλής όμως φέρεται- σύμφωνα με τον Πλούταρχο- να έφτασε και ώς την Ωγυγία που απέχει πέντε ημέρες δυτικά της Βρετανίας. «Πέντε ημέρες ισοδυναμούν με 120 ώρες. Αν η μέση ταχύτητα ενός πλεούμενου της εποχής ήταν 4 μίλια την ώρα, τότε η απόσταση είναι 890 χλμ., άρα πρόκειται για τη σημερινή Ισλανδία και συνέχισε ώς τη Γροιλανδία, ενώ το Κρόνιο Πέλαγος, που αναφέρεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς ταυτίζεται με τον Βόρειο Ατλαντικό»
 
«Για να φέρει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων (ήτοι τον χρυσό) ο Ηρακλής από την Αίγυπτο έφτασε ώς την Αιθιοπία κι έπειτα στον Καύκασο- για να ζητήσει τη βοήθεια του Προμηθέα- και στη Λιβύη προτού επιστρέψει στις Μυκήνες»
 
Ο Ηρακλής έφτασε, σύμφωνα με τον καθηγητή Ηλία Μαριολάκο, ώς την Αμερική. «Στις πηγές διαβάζουμε πως εγκατέστησε ακολούθους του “ώς τον κόλπο που το στόμιό του βρίσκεται στην ίδια ευθεία με το στόμιο της Κασπίας”. Ένας κόλπος μόνον καλύπτει αυτές τις προϋποθέσεις: του Αγίου Λαυρεντίου στο Τορόντο του Καναδά». Μαρτυράται δε πως έμειναν «σε νησιά που βλέπουν τον ήλιο να κρύβεται για λιγότερο από μία ώρα για 30 ημέρες»- δηλαδή στον πολικό κύκλο.
Τι γύρευε εκεί; 
 
Η απάντηση βρίσκεται στα ευρήματα των ανασκαφών που γίνονται γύρω από τη λίμνη Σουπίριορ στο Μίτσιγκαν. Αρκεί να σκεφτείτε πως έχουν εξορυχθεί πάνω από 500.000 τόνοι χαλκού στην περιοχή, όταν στην κατ΄ εξοχήν πηγή χαλκού- την Κύπρο- εξορύχθηκαν 200.000 τόνοι.
Η εξόρυξη έγινε την περίοδο 2.450 π.Χ.- 1050 π.Χ., σταματάει ξαφνικά, όταν καταρρέει ο μυκηναϊκός πολιτισμός. Και όλα αυτά σε μια περιοχή όπου οι γηγενείς βρίσκονταν στη λίθινη εποχή!
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014


Το ρολόι της Λάρισας: ιστορική διαδρομή

Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια, από τότε που η Λάρισα σταμάτησε ξαφνικά να ακούει τους χτύπους του ρολογιού της, το οποίο βρισκόταν επί αιώνες στον λόφο της Ακρόπολης, πάνω από τις κερκίδες του Αρχαίου Θεάτρου. Με την ευκαιρία των εργασιών της Ζ’ Γενικής Συνέλευσης του σωματείου «ΔΙΑΖΩΜΑ», του οποίου προΐσταται ο πρώην υπουργός Πολιτισμού κ. Σταύρος Μπένος και οι οποίες θα ξεκινήσουν το επόμενο Σάββατο 20 Σεπτεμβρίουαπό το δικό μας θέατρο, θα ήταν επίκαιρο να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναφορά στο Ρολόι της Λάρισας,που το 1992, «ευρισκόμενο εν πλήρει λειτουργία», κρημνίσθηκε για να αποκαλυφθεί ο θησαυρός της πόλης μας, το μεγάλο Αρχαίο Θέατρο.
Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη ρολογιού στη Λάρισα ανάγεται στα 1668(1). Ο Τούρκος
περιηγητής Evliya Celebi αναφέρει ότι: «...δίπλα στο Saat τζαμί (τζαμί του Ωρολογίου) σε ένα ψηλό κτίριο, βρίσκεται ένα ρολόι με καμπάνα,που ο χτύπος της ακούγεται μια μέρα δρόμο μακριά...». Αναφορά για το ρολόι βρίσκουμε επίσης το 1715 στο οδοιπορικό του Κωνσταντίνου Διοικητή(2), ο οποίος μας πληροφορεί ότι βρισκόταν στην αγορά, είχε τη μορφή ψηλού ξύλινου πύργου και η καμπάνα του χτυπούσε κάθε ώρα, το 1740 από τον Άγγλο ιερωμένο Richard Pococke και το 1803 από τον Πρώσο ευγενή Jakob Bartholdy (3), ο οποίος αναφέρει ότι: «Κοντά στο πανδοχείο μας, προς το κέντρο της πόλης, βλέπουμε κάποιον ξύλινο πύργο με ένα ρολόι...». Επομένως για το πρώτο ρολόι της Λάρισας γνωρίζουμε ότι βρισκόταν στον λόφο, είχε ξύλινη κατασκευή με καμπάνες που ανήγγειλαν
την ώρα, χωρίς ωροδείκτες.
Τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, πότε όμως ακριβώς μας είναι άγνωστο, κτίσθηκε από
τους Τούρκους ψηλός πέτρινος πύργοςμε εξάγωνη βάση, στην ίδια περίπου θέση που ήταν
και ο παλαιότερος ξύλινος πύργος. Πάνω στον κορμό του πύργου στηρίζονταν ο μεταλλικός
πυργίσκος του ρολογιού ο οποίος είχε σχήμα κωνοειδές. Ο ιστορικός της Λάρισας Επαμει-
νώνδας Φαρμακίδης(4) αναφέρει ότι στη βάση του υπήρχε τουρκική επιγραφή η οποία ανέ-
φερε ότι το ρολόι επισκευάσθηκε το 1836 με δαπάνες κάποιου Σεϊτ Ταχήρ Εφέντη.
Την παρουσία του ρολογιού αυτού αναφέρουν πολλοί Έλληνες και ξένοι επισκέπτες της Λάρισας κατά τον 19ο αιώνα. Χαρακτηριστικά, ο Ιωάννης Λεονάρδος από τα Αμπελάκια γράφει το 1936 στο βιβλίο του «Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία» ότι : «Εδώ κτυπά και έν Κωδωνωρολόγιον τρόπον τινα, ολίγον σπάνιον άκουσμα εις την Τουρκίαν».Ο πυργίσκος του ρολογιού αυτού διακρίνεται από μακριά σε μερικές φωτογραφίες και χαρακτικά που χρονολογούνται από το 1880 μέχρι το 1890 περίπου. Αργότερα βέβαια έχουμε επιστολικά δελτάρια και φωτογραφίες μέχρι το 1915-1920 που το απεικονίζουν σχεδόν ολόκληρο. Και το ρολόι αυτό δεν είχε ωροδείκτες και η ώρα αναγγέλλονταν με ειδική κωδωνοκρουσία.
Το 1923, επί δημαρχίας Δημητρίου Παπαγεωργίου (1922-1924), το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε πίστωση 45.000 δραχμών «...δια την κατασκευήν και ανύψωσιν του παλαιού κτιρίου του πρώην Ωρολογίου της πόλεως»(5). Σύμφωνα με τον Επαμ. Φαρμακίδη στην κατασκευή αυτή συνέβαλε οικονομικά εκτός του Δήμου και ο Λαρισαίος έμπορος Ηλίας Κολέσκας. 
Σ’ αυτή την κατασκευή ουσιαστικά ο κορμός του ρολογιού διατηρήθηκε ο εξαγωνικός όπως ήταν, άλλαξε όμως εντελώς ο πυργίσκος της κορυφής,όπως φαίνεται και την φωτογραφία του Ιωάν.Κουμουνδούρου του 1935. Κατασκευάσθηκε λιθόκτιστος, τετράγωνος και με πολλά νεοκλασικά στοιχεία στην αρχιτεκτονική του. Τοποθετήθηκαν τέσσερα μεγάλα κυκλικά ρολόγια, ένα σε κάθε πλευρά, με ωροδείκτη, λεπτοδείκτη και αριθμούς με λατινικά στοιχεία. Ο πυργίσκος στο κάτω μέρος προστατευόταν περιμετρικά από μεταλλικό κιγκλίδωμα, το οποίο έδινε τη δυνατότητα προσπέλασης και παραμονής εργατών ή και επισκεπτών μέχρι το ύψος αυτό.
Ο πυργίσκος ήταν στεγασμένος με έναν ιδιότυπο τρούλο, στη μέση του οποίου υπήρχε τετράπλευρη κατασκευή με ανοίγματα και από πάνω αλεξικέραυνο. Η όλη κατασκευή του πυργίσκου τελικά οδήγησε σε «ανύψωση», δηλαδή στην καθ’ ύψος αύξηση του ρολογιού, το οποίο δέσποζε λόγω και της θέσεώς του, απ’ όλες τις πλευρές της πόλης. Η ζωή του ρολογιού αυτού υπήρξε δυστυχώς σύντομη. Διήρκησε λιγότερο από μια εικοσαετία. Με τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 κατέπεσε εντελώς ο πυργίσκος και μέρος από το επάνω τμήμα του κορμού και μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε. Όμως τα υπολείμματα της θεμελίωσής του παρέμειναν και τελικά εντοπίσθηκαν το 1992, όταν καθαρίσθηκαν όλες οι επιχωματώσεις οι οποίες κάλυπταν το αρχαίο θέατρο.
Ο καταστροφικός σεισμός στάθηκε η αιτία να μείνει επί μία δεκαετία η Λάρισα χωρίς ρολόι.
Μεσολάβησε η Kατοχή, η πείνα, ο Eμφύλιος και επί δημαρχίας Δημητρίου Καραθάνου(6) (1951-1954) τέθηκε το ζήτημα ανέγερσης νέου. Κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 1951,συζητήθηκε μεταξύ άλλων θεμάτων και το ζήτημα της «...κατασκευής Ωρολογίου της πόλεως, το οποίον είχε κρημνισθεί από τον σεισμόν». Η μελέτη του ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό Νικόλαο Βασ. Μίχο. Έτσι το 1952, δίπλα από τα θεμέλια του πύργου του παλιού, υψώθηκε το νέο λευκό ψηλόλιγνο ρολόι.
Κατασκευαστικά είχε τετράγωνη βάση και κάθε πλευρά του είχε μήκος περίπου τρία μέτρα, ενώ το ύψος του έφθανε τα 18,5 μέτρα και ήταν από οπλισμένο σκυρόδεμα. Οι περισσότεροι το θυμόμαστε στοργικά, φωτογραφηθήκαμε δίπλα του, ανεβήκαμε και παίξαμε στα σκαλιά της βάσης του και ακούσαμε τους δυνατούς χτύπους του «Καραθάνου», όπως είχε εντυπωθεί στη σκέψη και στη συνείδηση κάθε Λαρισαίου το όνομά του. Έζησε σαράντα χρόνια. Τον Σεπτέμβριο του 1992 κατεδαφίσθηκε αναγκαστικά. Είχε ξεκινήσει η διαδικασία αποκάλυψης του αρχαίου θεάτρου και η παρουσία του στην περιοχή του επιθεάτρου προδιέγραψε την τύχη του.
 Από τότε το ρολόι, το σύμβολο αυτό της Λάρισας για 450 χρόνια, όσα βέβαια εντόπισε η ιστορική έρευνα, σίγησε...
Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να αναφέρουμε, με κάθε επιφύλαξη βέβαια, ότι κατά
την διάρκεια των 450 χρόνων που έχουμε πληροφορίες για την ύπαρξη ρολογιού στη Λάρισα,εντοπίζονται συνολικά τέσσερες κατασκευές,διαφορετικές σε μορφή αλλά πάντα στην ίδια σχεδόν θέση:
􀀀Το πρώτο, πριν από το 1668 μέχρι το 1820 περίπου και ήταν ξύλινο.
􀀀Το δεύτερο από το 1820 περίπου μέχρι το 1924, λιθόκτιστο.
􀀀Το τρίτο από το 1924 μέχρι το 1941. Το δεύτερο και το τρίτο είχαν κοινό κορμό, αλλά διέ-
φεραν ουσιαστικά τόσο στην κατασκευή του πυργίσκου όσο και στο γεγονός ότι το τρίτο ρο-
λόι έφερε και δείκτες.
􀀀Το τέταρτο από το 1952 μέχρι το 1992.Ήταν από μπετόν και καταστράφηκε για ευγενή σκοπό.
Ορισμένες προσπάθειες που έγιναν το 1998 για την ανέγερση νέου, σε άλλο χώρο στον λό-
φο, δεν είχαν ευτυχή κατάληξη και δεν προχώρησαν. Φαίνεται πως η σύγχρονη τεχνολογία
που άλωσε τη ζωή των σημερινών ανθρώπων,προφανώς θεώρησε περιττή ή μη αναγκαία την κατασκευή του.
(1). Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Θεσσαλία στο οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή
(1668), Λάρισα (2001) σελ. 42. Τη χρονική αυτή περίοδο (1669) βρισκόταν στη Λάρισα ο Σουλτάνος Μωάμεθ Δ’. Για την παρουσία του εδώέχουμε μαρτυρίες από διάφορους περιηγητές που βρέθηκαν τότε στη Λάρισα, όπως οι EdwardBrown,Robert de Dreux, Dela Guilletiere, αλλά κανένας απ’ αυτούς δεν κάνει κάποια αναφορά για το ρολόι.
 (2). Dioiketes Constantine,Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1715, μετάφραση Μιχάλης  Χατζηγιάννης,Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 23 (1993) σελ. 12-17. Ο Κων. Διοικητής ήταν Έλληνας λόγιος και αξιωματικός στη φρουρά του ηγεμόνα της Βλαχίας και επισκέφθηκε τον ελληνικό χώρο με εντολή του ηγεμόνα Στέφανου Κατακουζηνού.
(3). Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λάρισα στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών 16ος-
19ος αιώνας, Λάρισα (2006) σ. 44.
(4). Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 10.
(5). Καλογιάννης Βάσος, Η χρυσή Βίβλος του Δήμου Λαρίσης. Από την μακραίωνη ιστορία της θεσσαλικής πρωτευούσης, Λάρισα (1963) σελ.221.Από τα Πρακτικά της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 1923.
(6). Ο Δημήτριος Καραθάνος γεννήθηκε το 1899 στην Καρδίτσα, αλλά σε νεαρή ηλικία μετα-
κόμισε στη Λάρισα οικογενειακώς. Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός και ο ίδιος ακολούθησε τα επαγγελματικά βήματά του, διατηρώντας φαρμακείο στην πόλη μας. Συγχρόνως όμως αναμίχθηκε έντονα στην κοινωνική και αθλητική ζωή,αλλά και σε κάθε φιλοπρόοδη κίνηση της Λάρισας.
Στις δημοτικές εκλογές του 1951 πλειοψήφησε ο συνδυασμός του και εξελέγη δήμαρχος. Πέθανε στις 17 Μαρτίου 1954, σε ηλικία 55 ετών ως δή
μαρχος, από καρδιακό νόσημα.

του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
Ελευθερία Λάρισας

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία της Λάρισας
(από την Ελευθερία Λάρισας)

Στο σημερινό σημείωμα θα γίνει αναφορά στα στρατιωτικά νοσοκομεία που έχουν λειτουργήσει
στην πόλη από τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα. Αφορμή μας έδωσε η εργασία του διδάκτορα της ιστορίας Βασίλη Κ. Σπανού «Ειδήσεις για θέματα υγείας στη Λάρισα του 1898»(1). 
Η Λάρισα λόγω της σπουδαίας γεωπολιτικής θέσεως την οποία κατέχει στο κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής, ανέκαθεν υπήρξε τόπος συγκεντρώσεως μεγάλου αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων και έδρα ανώτατων διοικητικών σχηματισμών, τόσο σε πε ριόδους ειρήνης όσο και κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων. Επομένως η ανάγκη όπως υποστηριχθούν υγειονομικά όλες αυτές οι τεράστιες στρατιωτικές μονάδες που εδρεύουν τακτικά στην πόλη,
καθιστούσε αναγκαία την παρουσία ενός μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου στην περιοχή. Και ενώ ιστορικά υπάρχουν κατά διαστήματα πληροφορίες για υποτυπώδεις παροχές περίθαλψης σε ομάδες του πληθυσμού της περιοχής, για αμιγή στρατιωτικά νοσηλευτήρια δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.
Οι πρώτες πληροφορίες για στρατιωτικά νοσηλευτήρια στην πόλη μας ανάγονται στον 19ο αιώνα.Υπάρχουν προφορικές και γραπτές μαρτυρίες παλιών Λαρισαίων, από τις οποίες προκύπτει ότι στο Αλκαζάρ και συγκεκριμένα στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Κηποθέατρο, λειτουργούσε κατά τον 19ου αιώνα τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο.
Επρόκειτο για ένα ψηλό διώροφο οικοδόμημα, το «Χαστανιέ»(2) όπως το αποκαλούσαν. Η κάτοψή του είχε σχήμα Γ, με τη γωνία στραμμένη προς τη γέφυρα του Πηνειού. Ο επάνω όροφος είχε πολλά και μεγάλα παράθυρα προς το ποτάμι και μπροστά του εκτείνονταν κατάφυτη αυλή. Ανάμεσα στο ιατρικό προσωπικό του τουρκικού νοσοκομείου, συγκαταλέγονταν και γνωστοί Λαρισαίοι ιατροί, όπως οι: Αναστάσιος Ζαρμάνης, Α. Αστεριάδης και Κων. Μαρκίδης, οι οποίοι μετά την απελευθέρωση διακρίθηκαν στον πολιτικό στίβο σαν δήμαρχοι ή βουλευτές.Το νοσο-
κομείο αυτό μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων το 1881 εγκαταλείφθηκε.Έτσι με τον καιρό το κτίριο ερημώθηκε και τελικά κατεδαφίσθηκε(3).
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το Υγειονομικό Σώμα του Ελληνικού Στρατού κατέβαλε προσπάθειες για τη δημιουργία μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου στη Λάρισα, ώστε να καλύψει τις ανάγκες των πολυπληθών στρατευμάτων της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλίας. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού το 1883 άρχισαν οι σχετικές ενέργειες και στις αρχές του 1886 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του πρώτου, μετά την ένωση της Θεσσαλίας με το ελεύθερο ελληνικό κράτος, στρατιωτικού νοσοκομείου της Λάρισας. Σε εφημερίδα των Αθηνών του 1886
δημοσιεύθηκε απεικόνισή του, συνοδευόμενη από σχετικό κείμενο: «...το εξωτερικόν του εν Λαρίσση στρατιωτικού νοσοκομείου, αξιολόγου και ευπρεπούς κτιρίου, οικοδομηθέντος προ ολίγου. Εν αυτώ νοσηλεύονται πάντες οι τραυματίαι των τελευταίων συμπλοκών...»(4). Επρόκειτο για κτίριο εντυπωσιακό σε εμφάνιση και μέγεθος για τα δεδομένα της εποχής.
Σε κάτοψη είχε σχήμα Η κεφαλαίο, δηλαδή δύο επιμήκεις πτέρυγες ενώνονταν περίπου στο μέσον με μία εγκάρσια. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου ήταν αυστηρά νεοκλασική, ρυθμός αρκετά δημοφιλής την εποχή εκείνη.
Πού βρισκόταν το κτίριο αυτό δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό. Πιθανολογείται ότι ήταν στην περιοχή της συνοικίας Αρναούτ (Αγίου Αθανασίου), κοντά στο σημερινό στρατιωτικό νοσοκομείο. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας πιστεύει(5) ότι βρισκόταν στη βορειοανατολική γωνία των σημερινών οδών Μανδηλαρά και Παναγούλη, περίπου εκεί όπου στεγάζεται σήμερα
η μαιευτική κλινική «Ιπποκράτης» και είχε ανεγερθεί μετά το 1870 για να στεγάσει τουρκικό σχολείο.
Όμως η φράση της εφημερίδας των Αθηνών «οικοδομηθέντος προ ολίγου» και κάποιο δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας της εποχής που αναφέρει ότι σε σεισμό που έπληξε τη Λάρισα τον Δεκέμβριο του 1891 η οροφή του νοσοκομείου κατέρρευσε και τα κεραμίδια έπεφταν σαν βροχή(6),δεν μπορεί να παραβλεφθούν. Λόγω της καταστροφής από τον σεισμό η διάρκεια ζωής του όμορφου αυτού κτιρίου υπήρξε αρκετά σύντομη. 
Μετά την καταστροφή του το στρατιωτικό νοσοκομείο στεγάσθηκε σε κτίριο δίπλα από το Α’ Παρθεναγωγείο, στην οδό Ιπποκράτους, τη σημερινή Ασκληπιού, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας της εποχής, που αλίευσε και δημοσίευσε ο Γιώργος Ζιαζιάς(7), ενώ το Παρθεναγωγείο είναι γνωστό ότι λειτουργούσε στο χώρο που αργότερα στεγάσθηκε το Αρσάκειο.
Από τον Βασίλη Σπανό εντοπίσθηκαν δύο δημοσιεύματα καταχωρισμένα στην εφημερίδα «Όλυμπος», αμέσως μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Λάρισα το 1898. Το πρώτο (21.6. 1898) αναφέρει: «...το κατά την πλατείαν ευρύ του Διδασκαλείου κτίριον, όπερ τέως εχρησίμευεν ως νοσοκομείον...», ενώ το δεύτερο δημοσίευμα (19.7.1898) μας πληροφορεί για την ύπαρξη δύο στρατιωτικών νοσοκομείων στη Λάρισα, του παλαιού και του νέου,σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους: «..εις τον μεταξύ του παλαιού και του νυν στρατιωτικού νοσοκομείου
χώρον..».Το ένα, το παλαιό, προφανώς είναι το επί της οδού Ιπποκράτους που αναφέρθηκε, ενώ το δεύτερο στεγάσθηκε προσωρινά στο κτίριο του Διδασκαλείου, τα σημερινά Δικαστήρια, και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά από τους Τούρκους κατά την παραμονή τους στη Λάρισα. Αυτά τα κτίρια δεν είχαν ευτυχή πορεία.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε η εκπόνηση μελέτης για την δημιουργία ενός μεγάλου και σύγχρονου στρατιωτικού νοσοκομείου, που να καλύπτει τις ανάγκες όλων των στρατιωτικών μονάδων της περιοχής. Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Μικρά» της Λάρισας (11. 2. 1910 : «Την εβδομάδα ταύτην περατούται η εν τω ενταύθα γραφείω του Μηχανικού Θεσσαλίας, εκπόνησιςτου σχεδίου του αναγερθησομένου εν τη πόλει μας Στρατιωτικού Νοσοσκομείου. Τούτο θα ανεγερθή εν τω χώρω όπου ήτο μέχρι τούδε η πυριτιδαποθήκη Αρναούτ, θα στοιχίση περί τας 300.000 δραχμών και θα πληροί δεόντως άπαντας τους όρους ενός τελείου νοσοκομείου».Όμως η ανώ-
μαλη πολιτική κατάσταση που επικράτησε διεθνώς από το 1912 μέχρι το 1925 δεν επέτρεψαν την ανέγερσή του. Γι’ αυτό και κατά τον πόλεμο του 1912 ελλείψει στρατιωτικού νοσοκομείου, επιτάχθηκε το τότε Δημοτικό Νοσοκομείο Λαρίσης, για να καλύψει τις υγειονομικές ανάγκες του ελληνικού στρατού. 
Μέχρι την οριστική κατασκευή του νέου μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου, οι ασθενείς νοσηλεύονταν κατά καιρούς σε πρόχειρους στρατιωτικούς χώρους.Λ. χ. κατά την περίοδο 1931-1934 στεγάζονταν σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις εκεί όπου σήμερα υπάρχει το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας (Α.Τ.Α.).
Το νέο μεγάλο στρατιωτικό Νοσοκομείο που υπάρχει μέχρι σήμερα, εγκαινιάσθηκε το  936.Ονο-
μάσθηκε «Β’ Στρατιωτικόν Νοσοκομείον» και την περίοδο εκείνη ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στρατιωτικά νοσοκομεία του βαλκανικού χώρου. Από το 1940 και μετά το στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας ακολουθεί από κοντά τις τύχες της πόλης μας. Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Λάρισα το νοσοκομείο επιτάχθηκε και περιήλθε στα
στρατεύματα κατοχής. Οι Γερμανοί όχι μόνον επούλωσαν τις ζημιές από κάποιον προηγηθέντα βομβαρδισμό, αλλά επέφεραν και σημαντικές βελτιώσεις σε όλο το κτίριο. Έτσι καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής λειτούργησε σαν γερμανικό στρατιωτικό νοσοκομείο με ανεπτυγμένα πολλά τμήματα. Το 1945 το νοσοκομείο περιήλθε και πάλι στην υγειονομική υπηρεσία του στρατού και έπειτα από ορισμένες επισκευές επαναλειτούργησε με την επωνυμία «404
Γενικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης».
 Όλος ο χώρος του νοσοκομείου ονομάσθηκε «Στρατόπεδο Κωνσταντίνου Πετρόπουλου»για να τιμηθεί ο Λαρισαίος στρατιωτικός ιατρός, ο οποίος σκοτώθηκε το 1941 κατά την καταποντισμό του πλωτού νοσοκομείου «Αττική», έπειτα από ανηλεή βομβαρδισμό γερμανικών αεροπλάνων.
-----------------------------------------
(1). Υπάρχει δημοσιευμένη στα: Πρακτικά του 7ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών, Λάρισα 22 Οκτωβρίου 2011, Η Λάρισα από την απελευθέρωσή της (1881) μέχρι το 1940, Λάρισα (2013) σελ 163-172, που παρουσιάσθηκε πρόσφατα στο αμφιθέατρο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης.

(2). Χαστανιέ ή Χαστανεσί είναι το αντίστοιχο της λέξεως Νοσοκομείο στην τουρκική γλώσσα. Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη χαστάς, η οποία σημαίνει ασθενής.

(3). Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νκόλαος, Χαστανιέ.Το τουρκικό στρατιωτικό Νοσοκομείο, εφ. Ελευθερία,Λάρισα, φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 2014.

(4). Εφ. «Άστυ», Αθήναι, φύλλο της Κυριακής 22ας Ιουνίου 1886. Η αναφερόμενη στο κείμενο συμπλοκή,αφορά μια πολεμική αψιμαχία μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων συνοριακών φρουρών στην περιοχή της Μελούνας, στις 11 Μαΐου του 1886, κατά τη διάρκεια της οποίας πυρπολήθηκε από τους Έλληνες ο τουρκικός συνοριακός σταθμός.

(5). Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη, (2007)σελ. 465-467.

(6). Εφ. Σάλπιγξ, Λάρισα, φύλλο της 30ης Δεκεμβρίου 1891: «...έπαθον βλάβην κα άλλα δημόσια καταστήματα, εν οίς και το Στρατιωτικόν Νοσοκομείον,του οποίου αι κέραμοι έπιπτον εν είδει βροχής, και η οροφή κατεκάθησεν».

(7). «Τα παράθυρα του στρατιωτικού Νοσοκομείου βλέπουσι εις την οδόν Ιπποκράτους. Το Α’ Παρθεναγωγείον κείται παραπλεύρως του Νοσοκομείου και αι μαθήτριαι κάμνωσι μεγάλην στροφήν δια να μεταβαίνωσι εις το Παρθεναγωγείον ίνα μη ακούωσι τας κακοηθείας των στρατιωτών»