Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015


ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*

Ο Οιδίποδας [Θηβαϊκός Κύκλος]

Ο ΛΑΪΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΝΙΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ: Ο Οιδίποδας ή Οιδίπους, ήταν το πιο τραγικό πρόσωπο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Γονείς του ήταν ο βασιλιάς της Θήβας Λάιος και η Ιοκάστη. Πριν από τη γέννηση του Οιδίποδα, ο πατέρας του αποφάσισε να μάθει τι επρόκειτο να γίνει σχετικά με την απόκτηση διαδόχου, επειδή η γυναίκα του, Ιοκάστη, δεν είχε μείνει ως τότε έγγυος παρά τις πολύχρονες προσπάθειες. Η Πυθία των Δελφών του διεμήνυσε πως θα αποκτούσε σύντομα γιο και μάλιστα αυτός θα τον σκότωνε! Πρέπει να αναφέρουμε ότι σπάνια οι χρησμοί ήταν τόσο σαφείς όσο σ’ αυτήν την περίπτωση. Επίσης πρέπει να θυμίσουμε πως ο Λάιος είχε προκαλέσει την μήνιν των Θεών για την ανάρμοστη συμπεριφορά του προς το γιο του Πέλοπα, Χρύσιππο. Η αυτοκτονία του Χρυσίππου στη Θήβα, όπου τον είχε απαγάγει ο Λάιος, προκάλεσε την οργή του Πέλοπα, που καταράστηκε το Λάιο αν αποκτήσει ποτέ γιο, να πεθάνει από το χέρι του. 
ΣΤΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ: Ο Λάιος, παίρνοντας σοβαρά υπ’ όψιν του το χρησμό, μετά την γέννηση του γιου του, τον έδεσε τον από τα πόδια [εξ ου και το όνομα Οιδίπους> οίδημα=πρήξιμο+ πους=πόδι] και τον έδωσε σ’ έναν δούλο, τον οποίο διέταξε να τον αφήσει έκθετο στον Κιθαιρώνα. Έτσι, εναπόθεσε την τύχη του βρέφους στα χέρια των Θεών ή της Τύχης, όπως αναφωνεί ο ίδιος ο Οιδίπους στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή. Ένας βοσκός, όμως, βρήκε το παιδί και το παρέδωσε στη γυναίκα του βασιλιά της Κορίνθου, Πόλυβου, τη Μερόπη [κατ’ άλλους το όνομά της ήταν Περίβοια]. Αυτοί μην έχοντας δικά τους τέκνα, τον δέχτηκαν σαν «θείο δώρο». Έτσι ο Οιδίποδας έζησε και μεγάλωσε σαν βασιλόπουλο και κληρονόμος του κορινθιακού θρόνου, στην πόλη Τεγέα.
 Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ: Μια μέρα όμως κάποιος στην Κόρινθο τον απεκάλεσε με την, διαχρονικά προσβλητική, προσφώνηση «νόθε». Θέλοντας να μάθει το αληθές του λόγου, επειδή κανείς δεν του εξη- γούσε στο παλάτι το λόγο που αποκλήθηκε έτσι, κατευθύνθηκε στο Μαντείο των Δελφών. Εκεί η ιέρεια του Απόλλωνα, με ξεκάθαρο, και πάλι, χρησμό τον έδιωξε(!) από τον ιερό χώρο της, επειδή θα γινόταν «ομόκλινος του πατρός του», πατροκτόνος και αιμομίκτης. Ακόμη του τόνισε πως αυτός και τα παιδιά του θα ήταν αιτία πολλών δεινών. Τα λόγια αυτά έπεσαν σαν μαχαιριά στην ψυχή του Οιδίποδα. Έτσι, ξεχνώντας τους λόγους προσέλευσής του στην Πυθία, αποφάσισε να μην γυρίσει στην, θεωρούμενη κατ’ αυτόν, πατρίδα του, την Κόρινθο, για να μην προκαλέσει δεινά στους θετούς του γονείς, μιας κι εκείνος τους θεωρούσε ακόμη πραγματικούς γονείς.
 ΦΟΝΙΚΟ ΣΤΗ ΣΧΙΣΤΗ ΟΔΟ: Κατά την περιπλάνησή του στον ελλαδικό χώρο, κατευθύνθηκε προς τη Θήβα. Σ’ ένα σταυροδρόμι, λίγο πιο έξω από τις πύλες της πόλης, σ’ ένα τρίστρατο με το όνομα «Σχιστή οδός», συνάντησε μια άμαξα και ύστερα από έντονη λογομαχία σκότωσε τον κάτοχο της άμαξας και τους συνοδούς - δούλους του, εκτός από έναν. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, με μαρτυρία του δούλου που σώθηκε, ο Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του Λάιο, ο οποίος κατευθυνόταν προς την Πυθία για να μάθει τι απέγινε το παιδί του! 
Η ΣΦΙΓΓΑ ΚΑΙ Ο ΘΗΒΑΪΚΟΣ ΘΡΟΝΟΣ: Ο Οιδίποδας πλησιάζοντας στη Θήβα, συνάντησε το μυθικό τέρας που οναμαζόταν Σφίγγα. Η Σφίγγα, μια μάστιγα για τους Θηβαίους, σκότωνε κάθε διαβάτη που τη συναντούσε, επειδή δεν απαντούσε στο γρίφο της. Έτσι, η Σφίγγα έθεσε στον Οιδίποδα το ερώτημα: «Ποιο ον το πρωί στέκεται στα τέσσερα, το μεση- μέρι στα δύο και το βράδυ στα τρία». Τότε έλαβε από εκείνον την εξής απάντηση: «Ο Άνθρωπος είναι εκείνο τον ον, που το ξημέρωμα της ζωής του, ως βρέφος, κινείται στα τέσσερα, το βράδυ της ζωής του, στα γεράματα, στα τρία, με τη βοήθεια του μπαστουνιού, ενώ στο μεσοδιάστημα (μεσημέρι) της ζωής κινείται με σιγουριά στα δυο». Μετά την λύση του γρίφου η Σφίγγα έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκε [άλλοι αρχαίοι συγγραφείς βεβαιώνουν ότι ο Οιδίποδας της επιτέθηκε όταν ήταν ξαφνιασμένη από τη λύση του γρίφου και τη σκότωσε]. Ο Οιδίποδας, μετά το κατόρθωμά του αυτό, αναγορεύτηκε βασιλιάς της Θήβας, από τον προσωρινό βασιλιά της πόλης Κρέοντα. Έτσι, όμως, συζεύχθηκε την Ιοκάστη, που ήταν αδελφή του Κρέοντα, αλλά, κι αυτό ήταν το πιο αλλόκοτο, που ήταν και χήρα του Λάιου και μητέρα του ίδιου του Οιδίποδα! 
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΟΥ!: Με την Ιοκάστη απέκτησε τέσσερα παιδιά, δυο γιους, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή και δυο κόρες, την Αντιγόνη και την Ισμήνη, που ήταν, βεβαίως, στην πραγματικότητα και αδέλφια του. Έτσι πραγματοποιήθηκαν στο ακέραιο οι χρησμοί που έδωσε η Πυθία στον Λάιο πρώτα και στον Οιδίποδα αργότερα. Υπάρχει άλλη μια μαρτυρία, κατά την οποία η Ιοκάστη έμαθε πως παντρεύτηκε τον γιο της και αυτοκτόνησε. [Βεβαίως την άποψη αυτή δεν την ενστερ- νίστηκαν όλοι οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές]. Ο Οιδίποδας, κατά μια εκδοχή του μύθου, αργότερα ξαναπαντρεύτηκε και με τη νέα σύζυγό του, την Ευρυγανεία, απέκτησε τέσσερα παιδιά. Αξίζει να αναφέρουμε πως η αλή- θεια αποκαλύφθηκε εξαιτίας του λιμού που μάστιζε την Θήβα, για εφτά χρόνια (όσα και τα χρόνια εξουσίας του Οιδίποδα). Τότε, ένας χρησμός από τον μάντη Τειρεσία, υπέδειξε πως η αιτία του κακού είναι ο φονιάς του Λάιου. 
Η ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: Στην τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος», εκτυλίσσεται η αποκάλυψη του φονιά, που είχε ως αποτέλεσμα την αυτοτύφλωση του Οιδίποδα και την αυτοκτονία της Ιοκάστης (κρεμάστηκε). Στην άλλη σχετική τραγωδία του Σοφοκλή, «Οιδίπους επί Κολωνώ», πληροφορούμαστε πως ο Οιδίποδας, περιπλανήθηκε στον ελλαδικό χώρο, με συνοδό την κόρη του Ισμήνη [κατ’ άλλους με την Αντιγόνη]. Κατέληξε στην Αθήνα, όπου ο βασιλιάς της, Θησέας, τον δέχτηκε και μεσολάβησε για τη συμφιλίωσή του με τους Θεούς. Ακολούθησε ο λυτρωτικός του θάνατος. Στην κορυφαία τραγωδία, «Αντιγόνη», μαθαίνουμε για την τύχη της ομώνυμης ηρωίδας, ενώ με την αισχύλεια τραγωδία «Επτά επί Θή- βας», μαθαίνουμε για την τύχη του Πολυνείκη, του Ετεοκλή και του Κρέοντα.
 * Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, είναι δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέας

ελευθερία λάρισας

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*

Κάδμος, Λάβδακος και Λάιος [Θηβαϊκός Κύκλος]

(Κάδμος και Δράκων, πίνακας του Francesco Zuccarelli)

Α’ Ο ΚΑΔΜΟΣ ΚΑΙ Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ: Ο Κάδμος ήταν γιος του Αγήνορα και της Τηλέφασσας, βασιλέων της μυθικής Φοινίκης. Είχε αδέλφια τον Φοίνικα, τον Κίλικα και την Ευρώπη. Είναι προφανές, ακόμη και από την αναφορά των ονομάτων, ότι η οικογένεια του Αγήνορα συμβολίζει, μυθολογικά, την προέλευ- ση κάποιων ινδοευρωπαϊκών φύλων [Φοίνικες, Κίλικες] που εγκαταστάθηκαν στη Δύση, στο τέλος της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας. Όταν, κατά το μύθο, ο Δίας απήγαγε την Ευρώπη, ο Κάδμος έψαξε για την αδερφή του, αλλά το Μαντείο των Δελφών, τον απέτρεψε από το να συνεχίσει τις έρευνες. Μάλιστα, η Πυθία του συνέστησε να ακολουθήσει μια αγελάδα κι όπου εκείνη σταματούσε, εκείνος να ίδρυε μια νέα πόλη. Στην περιοχή που σταμάτησε η αγελάδα, στη Νότια Βοιωτία, ο Κάδμος τη θυσίασε στους θεούς. Έπειτα αναζήτησε πηγή για να πλυθεί και να κάνει σπονδές. Στην πηγή Δίρκη, που κατέφυγε, συνάντησε έναν δράκοντα που φύλαγε την κρήνη. Ο Κάδμος εύκολα τον σκότωσε. Ο δράκοντας όμως αυτός ήταν γιος του Άρη και μιας Ναϊάδας Νύμφης, της Τέλφουσας. Ο Άρης, λοιπόν, τον τιμώρησε υποχρεώνοντάς τον να τον υπηρετήσει ως δούλος για ένα χρόνο. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου, με εντολή του Άρη [ή με συμβουλή της Αθηνάς], ο Κάδμος έσπειρε τα μισά δόντια του δράκου σε οργωμένο χωράφι και από τη γη φύτρωσαν άγριοι πολεμιστές που ονομάστηκαν Σπαρτοί. Με ένα έξυπνο σχέδιο του Κάδμου αυτοί αλληλοεξοντώθηκαν και επέζησαν μόνο πέντε, που αποτέλεσαν τους πρώτους πολίτες της Θήβας. Ο πιο γνωστός απ' αυτούς υπήρξε ο Εχίων που ήταν και πατέρας της Ιοκάστης, συζύγου του βασιλιά Λάιου. Στη συνέχεια, ίδρυσε τη Θήβα και με τους πέντε Σπαρτούς έκτισε τα τείχη της πόλης. Αξίζει να αναφερθεί ότι στον Κάδμο αποδίδεται και η διάδοση της ελληνικής γλώσσας [φοινικικό αλφάβητο]. Ως ανταμοιβή για τα κατορθώματά του και την ευφυία του, ο Άρης του έδωσε για σύζυγό του μια κόρη του, την πανέμορφη Αρμονία. Ο Κάδμος, τη μέρα του γάμου, δώρισε στη σύζυγό του ένα πέπλο φτιαγμένο από την ίδια την Αθηνά κι ένα περίφημο περιδέραιο, που έμεινε γνωστό στην ιστορία ως “περιδέραιο της Αρμονίας”, αριστουργηματικό έργο του θεού Ηφαίστου. Ο Κάδμος στα γεράματα έπεσε στη δυσμένεια των θεών και, αφού άφησε τον θρόνο της πόλης στον Πενθέα, αναχώρησε για τη Βόρεια Ήπειρο, όπου ίδρυσε την πόλη Φοινίκη1. Ο διάδοχος του Κάδμου στο θηβαϊκό θρόνο, Πενθέας, υπήρξε ασεβής προς το Διόνυσο και ο θεός τον τιμώρησε2. Τον θρόνο στη συνέχεια ανέλαβε ο γιος του Κάδμου και της Αρμονίας, Πολύδωρος. Όταν πέθανε ο Πολύδωρος, ο γιος του ο Λάβδακος ήταν ακόμα ανήλικος. Ο πατέρας του είχε ήδη ορίσει επίτροπο τον Νυκτέα. Ο Νυκτέας όμως αυτοκτόνησε και την θέση του πήρε ο αδερφός του Λύκος. Ο Λύκος παρέδωσε την εξουσία στον νεαρό Λάβδακο όταν ενηλικιώθηκε. 
B’ Ο ΛΑΒΔΑΚΟΣ: Ο Λάβδακος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν γιος του Πολύδωρου και εγγονός του Κάδμου. Μητέρα του ήταν η Νυκτηίδα, συγγενής με τη Νύκτα. Η λέξη Λάβδακος σημαίνει χωλός (ή αδέξιος ηγεμών). Υπήρξε ιδρυτής της [καταραμένης] γενιάς των Λαβδακιδών. Ήταν πατέρας του Λάιου και παππούς του Οιδίποδα. Μετά το πρώτο έτος της γέννησης του γιου του, σκοτώθηκε σε μάχη από το βασιλιά της Αθήνας, Πανδίονα. Τον Λάβδακο, προηγουμένως, είχε καταραστεί ο Πέλοπας, βασιλιάς της Κορίνθου, μετά την αυτοκτονία του γιου του Χρύσιπου, τον οποίον είχε ατιμάσει ο ίδιος ο Λάβδακος. Η κατάρα των Λαβδακιδών, που θα αρχίσει από την περιπέτεια του Οιδίποδα, ολοκληρώνεται με την Αντιγόνη. 
Γ’ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΑΪΟΣ: Κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του, ο πατέρας του Λάιου πεθαίνει. Τη θέση στον θρόνο παίρνει ο Λύκος, ο οποίος έστειλε τον Λάιο στην Πελοπόννησο, όπου και φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά της Ηλείας, Πέλοπα. Ο Πέλοπας, αργότερα εξεστράτευσε ανεπιτυχώς κατά των Θηβών, για να εκδικηθεί την αυτοκτονία του γιού του, Χρύσιππου, που είχε απαγάγει ο Λάβδακος για να τον κακοποιήσει. Μάλιστα, στεναχωρημένος και οργισμένος για τον άδικο χαμό του γιου του, καταράστηκε τον Λάιο να μην αποκτήσει ποτέ παιδιά, αλλά αν τυχόν αποκτήσει, να πεθάνει από το χέρι του γιου του! Η ευχή του εισακούστηκε από τους θεούς, κυρίως απ’ τη θεά Ήρα, επειδή η ενέργεια του Θηβαίου βασιλιά αποτέλεσε ύβρη για τους Νόμους. Ο Λάιος αργότερα νυμφεύτηκε την κόρη του Εχίονα [κατ' άλλους του Μενοικέα], Ιοκάστη. Αρκετά χρόνια μετά, μη έχοντας αποκτήσει παιδιά, αποφάσισε να μάθει από τους Δελφούς αν θα αποκτήσει κάποτε διάδοχο. Η Πυθία, επιβεβαίωσε την κατάρα του Πέλοπα, λέγοντάς του πως, αν γεννήσει γιο, θα πεθάνει από τα χέρια του. Έτσι μετά από αυτό ο Λάιος απέφευγε την επαφή με την γυναίκα του, αποκρύπτοντάς της τον χρησμό. Η Ιοκάστη όμως μια νύχτα τον μέθυσε και έτσι απέκτησε τον Οιδίποδα. Μόλις γεννήθηκε ο Οιδίπους, ο Λάιος έδωσε εντολή να τρυπήσουν τα πόδια του βρέφους [εξαιτίας του οιδήματος στα πόδια του το βρέφος ονομάστηκε Οιδίπους, δηλαδή αυτός που έχει οίδημα (πρήξιμο) στα πόδια], να τα δέσουν και να παραδώσουν τον μικρό σε έναν δούλο με την εντολή να το εγκαταλείψει στο βουνό Κιθαιρώνα, στο έλεος των Θεών, πράγμα που τελικά έγινε. Όταν, μετά από χρόνια, αποφάσισε να μάθει την τύχη του παιδιού του, κατευθύνθηκε προς τους Δελφούς. Στην πορεία του προς το μαντείο συνάντησε σε ένα τρίστρατο [Σχιστή Οδός], τον Οιδίποδα. Αγνοώντας ο ένας την αληθινή ταυτότητα του άλλου, συγκρούστηκαν, στην αρχή λεκτικά, και έπειτα με τα όπλα. Ο Οιδίποδας σκότωσε στη μάχη τον πατέρα του και τους συνοδούς του, εκτός από έναν. Ο διασωθείς δούλος, επέστρεψε και ανέφερε τα καθέκαστα στην Ιοκάστη. Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon 
1. Ένας από τους απογόνους του, ο Ιλλυριός, έγινε ο γενάρχης του έθνους των Ιλλυριών, τους οποίους οι σημερινοί Αλβανοί θεωρούν προγόνους τους.
 2. Δες σχετικά την τραγωδία του Ευριπίδη, Βάκχαι. 
* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, είναι δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέας

ελευθερία λάρισας.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015



ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...


Ο Λόφος του Φρουρίου( η εικόνα δεν συνάδει με την περιγραφή)

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις παλιές απεικο- νίσεις της Λάρισας, η περιοχή που προτιμούσαν να αποτυπώσουν αρχικά οι ζωγράφοι και αργότερα οι φωτογράφοι ήταν η περιοχή του λόφου της Ακροπόλεως ή του Φρουρίου όπως επικράτησε να ονομάζεται σήμερα, με την όμορφη λίθινη γέφυρα του Πηνειού και το τζαμί του Χασάν μπέη. Αυτές τις τρείς αντιπροσωπευτικές περιοχές της πόλεως, οι οποίες βρίσκονταν κοντά η μία με την άλλη, ήταν εκείνες που εντυπω- σίαζαν τους επισκέπτες και έδιναν κάποια ομορφιά στην τουρκοκρατούμενη Λάρισα. Αντίθετα, το εσωτερικό της πόλεως δεν παρουσίαζε ιδιαίτερη αισθητική αξία. Ό,τι είχε να επιδείξει η πόλη ήταν πολλά ισόγεια σπίτια κατασκευασμένα με πλιθιά και ξύλινους δοκούς, ορισμένα διώρο- φα κονάκια μπέηδων κτισμένα με την παλιά πα- ραδοσιακή αρχιτεκτονική και στενά και ακάθαρτα σοκάκια που ακολουθούσαν την δαιδαλώδη οθωμανική ρυμοτομία, στρωμένα τα κεντρικότερα με λιθόστρωτο (καλντερίμι). Έτσι και η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει τα τρία αυτά χαρακτηριστικά σημεία της Λάρι- σας. Ο φωτογράφος και η χρονολογία λήψεως της φωτογραφίας μας είναι άγνωστα. Από τα απεικονιζόμενα όμως κτίσματα μπορούμε με σχετική ακρίβεια να προσεγγίσουμε την χρονο- λογία της. Ο προσανατολισμός είναι εύκολος. Ο φωτογράφος στάθηκε στην αριστερή όχθη του Πηνειού, κοντά στο σημερινό στάδιο Αλκαζάρ και από το σημείο αυτό κατέγραψε την βορειοδυτική πλευρά της πόλεως. Το ιδιαίτερο όμως της φωτογραφίας που την κάνει να θεωρείται σπάνια είναι το γεγονός ότι ο ναός του Αγίου Αχιλλίου βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση ανακατασκευής. Συγκεκριμένα, ενώ ο κυρίως ναός εξακολουθεί να είναι η ξυλόστεγη τρίκλιτη βασιλική του Καλλιάρχη που είχε κτισθεί το 1794, στη δυτική πλευρά του έχουν κτι- σθεί δύο ψηλά τετραώροφα κωδωνοστάσια (καμπαναριά), τα οποία συναγωνίζονται σε ύψος το ρολόι με τον κωνικό πυργίσκο, ο οποίος διακρίνεται στην αριστερή άκρη καθώς κοιτάμε τη φωτογραφία. Είναι γνωστό ότι με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας καταβλήθηκε προσπάθεια να εξωραϊσθεί ο ναός, όχι μόνο γιατί ήταν αφιερωμένος στον πολιούχο της Λάρισας, αλλά και γιατί ήταν ο μητροπολιτικός ναός της πόλεως, στον οποίο γίνονταν όλες οι εορταστικές εκδηλώσεις (δοξολογίες, Θεοφάνεια, Πάσχα, κλπ). Όμως λόγω της παλαιότητας του ναού, το εκκλησιαστικό συμβούλιο είχε αρχίσει από πολύ νωρίς την αισθητική αναβάθμισή του. Σαν πρώτο βήμα προτάθηκε το 1896 να οικοδομηθεί, σε επα- φή με τη δυτική πλευρά της βασιλικής, ένα σύμπλεγμα αψιδωτού πρόπυλου σε ρυθμό νεοκλασικό, με δύο ψηλά καμπαναριά στις δύο πλευρές του[1]. Αρχές του 1900 η νέα αυτή προσθήκη ήταν έτοιμη και σ’ αυτή τη φάση έγινε η λήψη της φωτογραφίας που παρουσιάζουμε. Περισσότερες λεπτομέρειες της νέας προσθήκης μπορούμε να αποκτήσουμε από το επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αριθ. 244, το οποίο κυκλοφόρησε το 1903 με τον υπότιτλο: «ΛΑΡΙΣΣΑ. Η Μητρόπολις». Το 1904 ισοπεδώθηκε η παλιά βασιλική και στη θέση της ανοικοδομήθηκε νέος ναός σε ρυθμό σταυροειδή με τρούλο, ο οποίος εγκαινιάσθηκε το 1907. Βόρεια του ναού και πίσω από το βό- ρειο καμπαναριό διατηρείται ακόμη το κτίριο του επισκοπείου, το οποίο βρισκόταν σε επαφή με τον ναό. Από τα υπόλοιπα κτίσματα που διαγράφονται στη φωτογραφία θα εστιάσουμε την προσοχή μας αρχίζοντας από αριστερά πρώτα το ρολόι της πόλεως που αναφέραμε. Πιο κάτω διακρί- νεται με δυσκολία το υπερώο της κατοικίας που έκτισε ο μητροπολίτης Νεόφυτος το 1886. Πίσω από το ιερό της εκκλησίας υπάρχουν διάφορα ισόγεια βοηθητικά κτίσματα του ναού και πάνω από τη στέγη της βασιλικής του Αγίου Αχιλλίου εξέχει ο επάνω όροφος και το υπερώο του τριώ- ροφου αρχοντικού του γαιοκτήμονα Ιωάννη Βελ- λίδη, το οποίο κτίσθηκε γύρω στα 1884. Πιο κά- τω δεσπόζει το μεγαλοπρεπέστατο τζαμί του Χασάν μπέη με τον μιναρέ του, το οποίο θεω- ρούνταν ένα από τα λαμπρότερα μουσουλμα- νικά τεμένη του ελληνικού χώρου. Το 1908 η Οθωμανική κοινότητα της Λάρισας στην οποία ανήκε το τζαμί, το ισοπέδωσε λόγω παλαιότητας και παρά τις διαμαρτυρίες του Τύπου και του λαρισαϊκού λαού, πώλησε τα οικοδομικά υλικά της κατεδαφίσεως στον ασβεστοποιό Κοσμά Πέτρου. Λόγω επαγγέλματος του τελευταίου κα- ταλαβαίνει κανείς την τύχη τους[2]. Κάτω από το τζαμί διακρίνεται μέρος και συγ- κεκριμένα τα τρία πρώτα από τα εννέα τόξα, της παλιάς πέτρινης γέφυρας, η οποία συνέδεε τις όχθες του Σαλαμπριά όπως ήταν η μεσαιωνική ονομασία του Πηνειού, η οποία πρωτοπαρουσιάζεται στην «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνής. Κάτω από τον λόφο του Φρουρίου διακρίνονται σπίτια της συνοικίας Ταμπάκικα και εργαστήρια κατεργασίας δερμάτων (βυρσοδεψεία), ενώ δίπλα τους κυλάει ήρεμα τα νερά του ο Πηνειός. [1]. Γουργιώτης Γεώργιος, Σχεδίασμα Μεταβυζαντινής-Νεοελληνικής Ιστορίας του Ναού του Αγίου Αχιλλίου. Ιστορική Αναδρομή, Λάρισα (1986) σ. 13.Βλέπε και Παλιούγκας Θεόδωρος,Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1453-1881), τόμ. Α’ Λάρισα, (1996), σ. 199. [2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Θρασύβουλος Μακρής, Ένας χαρισματικός δημοσιογράφος, εφ. Larissanet, φύλλο της 3ης Ιανουαρίου 2014.

ελευθερία λάρισας

Η Μάχη του Μαραθώνα


  
Περίφημη μάχη, που έγινε τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. στην πεδιάδα του Μαραθώνα, μεταξύ των Αθηναίων και των Πλαταιέων με αρχηγό τον Μιλτιάδη και των Περσών με αρχηγούς τον Δάτι και τον Αρταφέρνη. Η κύρια πηγή πληροφόρησης για τη Μάχη του Μαραθώνα, όπως και για το σύνολο των Περσικών Πολέμων, παραμένει ο Ηρόδοτος, ο αποκαλούμενος «πατέρας της ιστορίας». Όσον αφορά την ακριβή ημερομηνία της μάχης, ο Γερμανός φιλόλογος Φίλιπ Άουγκουστ Μπεκ (1785 -1867) πρότεινε το 1855 τη 12η Σεπτεμβρίου, η οποία από τότε επικράτησε ως η συμβατική ημερομηνία για τη Μάχη του Μαραθώνα.
Το 490 π.Χ. έγινε η δεύτερη περσική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, με σκοπό να τιμωρηθούν οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς, επειδή είχαν βοηθήσει τους Ίωνες να ξεσηκωθούν κατά των Περσών. Παράλληλα, όμως, ήταν και η αρχή για την πραγματοποίηση του σχεδίου υποταγής ολόκληρης της Ελλάδας από τον Δαρείο. Μαζί τους, οι Πέρσες είχαν ως οδηγό και σύμβουλο τον πρώην τύραννο της Αθήνας Ιππία, γιο του Πεισίστρατου.
Ο Περσικός στόλος με το στρατό ακολούθησε αυτή τη φορά διαφορετικό δρόμο σε σχέση με την πρώτη εκστρατεία του Μαρδόνιου (492 π.Χ). Από την Κιλικία, όπου συγκεντρώθηκε, έπλευσε στη Σάμο, πέρασε από τις Κυκλάδες κι έφθασε στην Ερέτρια. Μετά την κατάληψη της Ερέτριας, οι Πέρσες είχαν στόχο να υποτάξουν την Αθήνα και να επαναφέρουν στην αρχή τον πιστό σ’ αυτούς Ιππία. Με την καθοδήγηση του ηλικιωμένου άνδρα πέρασαν από την Ερέτρια απέναντι στον Μαραθώνα και στην αμμώδη παραλία του σημερινού Σχοινιά.
Την εκλογή του τόπου επέβαλαν από κοινού πολιτικά κριτήρια (οι φτωχοί κάτοικοι της περιοχής, οι Διάκριοι, υποστήριζαν τους Πεισιστρατίδες) και στρατηγικοί λόγοι (η πεδιάδα ήταν κατάλληλη για τη δράση του περσικού ιππικού). Από την πλευρά των Αθηναίων η αποστολή του στρατού τους στον Μαραθώνα αποτελούσε στρατηγική επιλογή, καθώς η Αθήνα δεν περιστοιχιζόταν από ισχυρά τείχη και δεν διέθετε στόλο για να αντιμετωπίσει τον ανεφοδιασμό σε περίπτωση πολιορκίας. Εξάλλου, η πεδιάδα προσφερόταν για τη δράση της αθηναϊκής φάλαγγας.

Οι Αθηναίοι ζήτησαν τη βοήθεια των Σπαρτιατών, με αγγελιοφόρο τον Φειδιππίδη. Οι Σπαρτιάτες, αν και δέχτηκαν, δεν έστειλαν εγκαίρως βοήθεια (οι 2.000 άνδρες που υποσχέθηκαν έφθασαν στο Μαραθώνα την επομένη της μάχης). Ο λόγος που επικαλέστηκαν ήταν θρησκευτικός. Γιόρταζαν τα Κάρνια και δεν μπορούσαν να εκστρατεύσουν πριν από την πανσέληνο. Ο Πλάτωνας, όμως, αναφέρει (Νόμοι 3, 698 Ε) ότι δίσταζαν να υλοποιήσουν τη δέσμευσή τους προς τους Αθηναίους, επειδή βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Μεσσηνίους και τους είλωτες. Στο κάλεσμα των Αθηναίων ανταποκρίθηκαν μόνο οι Πλαταιείς με 1.000 άνδρες.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αθηναίοι στρατοπέδευσαν στο Ηράκλειο του Μαραθώνος, στις βορειοανατολικές υπώρειες του όρους Αγριελίκι, όπου υπήρχε νερό και μπορούσαν να ελέγξουν τον ορεινό όγκο προς την Αθήνα και να υποχωρήσουν σε περίπτωση ήττας. Από το ύψωμα, επίσης, μπορούσαν να παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρού. Η δύναμη των Αθηναίων, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ανερχόταν σε 10.000 και των Πλαταιέων σε 1.000 άνδρες, ενώ των Περσών σε 44.000 με 55.000 άνδρες (νεώτερες εκτιμήσεις τους υπολογίζουν σε 26.000). Οι στρατηγοί των Αθηναίων είχαν διχαστεί, καθώς μερικοί δεν ήθελαν να ξεκινήσει η μάχη, προτού έλθει η βοήθεια των Σπαρτιατών. Τελικά, ο Μιλτιάδης τούς έπεισε να επιτεθούν αμέσως κατά των Περσών και του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία.
Η έναρξη της επίθεσης ορίστηκε για το πρωί, προκειμένου να επιτευχθεί ο αιφνιδιασμός των αντιπάλων. Η σύγκρουση έγινε στην ομαλή περιοχή κοντά στον τύμβο, όπου βρισκόταν το περσικό στρατόπεδο. Οι Αθηναίοι έπρεπε να διατρέξουν απόσταση 8 σταδίων (περίπου 1,5 χιλιομέτρου) προς τις εχθρικές γραμμές για να αποφευχθούν κατά το δυνατόν οι βολές από τους τοξότες που διέθεταν οι αντίπαλοι. Οι οπλίτες ήταν παρατεταγμένοι σε πλάτος ίσο με αυτό της περσικής δύναμης. Οι πτέρυγες ήταν ενισχυμένες, ενώ το κέντρο, όπου αντιστοιχούσε το ισχυρότερο τμήμα του περσικού στρατού, ήταν ασθενές. Στο αριστερό άκρο, όπως έβλεπαν προς τον εχθρό, βρίσκονταν οι Πλαταιείς. Στο δεξιό άκρο έλαβε τη θέση του, σύμφωνα με την παλιά συνήθεια, ο πολέμαρχος Καλλίμαχος. Το ανίσχυρο κέντρο οδηγούσαν ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής, που διέθεταν την απαραίτητη στρατιωτική ικανότητα, ώστε να καλύψουν την εύθραυστη αυτή γραμμή και να καθοδηγήσουν την προγραμματισμένη υποχώρηση.
Όπως είχε σχεδιαστεί, το ελληνικό κέντρο εξασθένησε, αλλά οι πτέρυγες αναπτύχθηκαν και περικύκλωσαν τους Πέρσες, που τελικά τράπηκαν σε φυγή. Μέσα στη σύγχυση, πολλοί Πέρσες που δεν γνώριζαν την περιοχή, έπεφταν στο μεγάλο έλος, όπου οι απώλειες ήταν βαριές. Οι περισσότεροι, όμως, έτρεχαν στα πλοία που ήταν αναπτυγμένα στην ακτή του Σχοινιά. Στη συμπλοκή σώμα με σώμα που ακολούθησε, καθώς οι Πέρσες προσπαθούσαν να επιβιβαστούν στα πλοία και οι Αθηναίοι να τους εμποδίσουν και να τα κάψουν, έπεσαν ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, ο στρατηγός Στησίλαος και ο Κυναίγειρος, αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου.

H ηρωική μορφή του Κυναίγειρου έμεινε μοναδικό παράδειγμα ανδρείας και αυταπάρνησης στην Ιστορία. Όταν οι νικημένοι Πέρσες έτρεξαν πανικόβλητοι στα καράβια τους για να σωθούν, ο Κυναίγειρος άρπαξε με τα στιβαρά χέρια του ένα καράβι και προσπάθησε να το συγκρατήσει για να μην αποπλεύσει και να προφτάσουν έτσι οι συμπολεμιστές του να το καταλάβουν. Τότε, ένας Πέρσης του έκοψε το χέρι, αλλά ο Κυναίγειρος έπιασε το πλοίο με το άλλο του χέρι. Όταν ο Πέρσης του έκοψε και το δεύτερο χέρι, ο Κυναίγειρος γράπωσε το πλοίο με τα δόντια του. Ο γενναίος Αθηναίος εγκατέλειψε την προσπάθεια, όταν ο Πέρσης στρατιώτης του έκοψε το κεφάλι.
Κι ενώ εξακολουθούσε η μάχη γύρω από τα πλοία των Περσών, ο αγγελιοφόρος Φειδιππίδης έφυγε πεζός από τον Μαραθώνα για να φέρει τη χαρμόσυνη είδηση της νίκης στους Αθηναίους. Υπερέβαλε εαυτόν κατά τη διαδρομή και μόλις αναφώνησε «Νενικήκαμεν» ενώπιον των συμπολιτών του, έπεσε νεκρός από την εξάντληση. Ο Ηροδότος δεν αναφέρει κάτι σχετικό, αλλά ο θρύλος αυτός διαδόθηκε μεταγενέστερα από τον ιστορικό Πλούταρχο (ο Φειδιππίδης αναφέρεται ως Θέρσιππος) και στη συνέχεια από τον ρητοροδιδάσκαλο και συγγραφέα Λουκιανό τον Σαμοσατέα, που αναφέρει τον Φειδιππίδη ως Φιλιππίδη.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αθηναίοι έχασαν στη μάχη 192 άνδρες και οι Πλαταιείς 11, ενώ οι απώλειες των Περσών ανήλθαν σε 6.400 νεκρούς και 7 βυθισμένα πλοία. Νεώτερες εκτιμήσεις, που αναφέρει η Wikipedia στο σχετικό αγγλικό λήμμα, ανεβάζουν τους νεκρούς των ελληνικών δυνάμεων σε 1.000 - 3.000 και υποβιβάζουν αυτές των Περσών στις 4.000 - 5.000.
Οι Αθηναίοι, αφού έθαψαν τους νεκρούς τους στον Μαραθώνα, ανήγειραν μνημείο από λευκή πέτρα, πάνω στο οποίο χαράχτηκε το επίγραμμα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη του Κείου:
Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι
χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.
Μετά την ήττα τους στο Μαραθώνα, οι Πέρσες έπλευσαν με το στόλο τους προς την Αθήνα, ελπίζοντας να τη βρουν αφρούρητη και να την καταλάβουν. Ο Μιλτιάδης, όμως, πρόλαβε να οδηγήσει έγκαιρα το στρατό στην πόλη κι έτσι οι Πέρσες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ασία.
Η νίκη των Αθηναίων στο Μαραθώνα:
  • Διέλυσε τον μύθο του αήττητου των Περσών και αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων.
  • Έδειξε την ανωτερότητα της ελληνικής πολεμικής τακτικής και ανέδειξε τη στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Μιλτιάδη.
  • Ανέδειξε την πόλη τους σε δεύτερη δύναμη στην Ελλάδα, μετά τη Σπάρτη.
  • Ανέκοψε την προσπάθεια παλινόρθωσης της τυραννίας στην Αθήνα.
  • Εξασφάλισε τον αναγκαίο χρόνο, ώστε οι Έλληνες να προετοιμαστούν για τη συνέχιση του αγώνα τους κατά των Περσών.
  • Διέσωσε τον πολιτισμό τους κι έσωσε την Ευρώπη από το βάρβαρο ασιατισμό της εποχής εκείνης. Όπως είπε ο σπουδαίος βρετανός φιλόσοφος και οικονομολόγος Τζον Στιούαρτ Μιλ «η μάχη του Μαραθώνα υπήρξε, ακόμα και για τη βρετανική ιστορία, σημαντικότερη κι από τη μάχη του Χέιστινγκς».
Λαϊκές παραδόσεις ή μύθοι περιέβαλαν από πολύ νωρίς τη νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα, ενώ η πίστη πως οι θεοί παρουσιάστηκαν και βοήθησαν στη μάχη ήταν διάχυτη. Εκτός από την ιστορία με τον Φειδιππίδη, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι στρατιώτες είδαν το φάντασμα του μυθικού βασιλιά της Αθήνας Θησέα με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση να καθοδηγεί και να οδηγεί τον ελληνικό στρατό προς τη νίκη. Ο Παυσανίας αφηγείται ότι κατά τη διάρκεια της μάχης εμφανίστηκε ένας αγρότης, που κρατούσε ένα άροτρο και «θέρισε» αρκετούς Πέρσες. Μετά τη μάχη, όταν τον αναζήτησαν, δεν το βρήκαν. Ρώτησαν το μαντείο, από το οποίο έλαβαν την απάντηση ότι πρέπει να τιμήσουν τον Εχετλαίο (εχέτλη = λαβή αρότρου). Σύμφωνα με τον ρωμαίο ιστορικό Κλαύδιο Αιλιανό, στη μάχη πήρε μέρος κι ένας σκύλος, που πολέμησε γενναία στο πλευρό του αφεντικού του.

Σχετικά

  • Εμπνευσμένος από τη διαδρομή του Φειδιππίδη από τον Μαραθώνα στην Αθήνα για να μεταφέρει το άγγελμα της νίκης είναι ο Μαραθώνιος δρόμος, που ως αγώνισμα δεν υπήρχε στην αρχαιότητα. Η ιδέα γέννησης αυτού του αθλήματος και η ένταξή του στους σύγχρονουςΟλυμπιακούς Αγώνες οφείλεται στον Γάλλο γλωσσολόγο και ελληνιστή Μισέλ Μπράλ, φίλο του Πιερ ντε Κουμπερτέν, που πρότεινε κατά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στην Αθήνα «την επανάληψη του διάσημου εκείνου δρόμου που εξετέλεσε ο στρατιώτης του Μαραθώνος».
  • Το Σπάρταθλον, ο ετήσιος διεθνής αγώνας υπερμαραθωνίου δρόμου 245,3 χιλιομέτρων, που διεξάγεται από το 1983 στη διαδρομή Αθήνα – Σπάρτη, αναβιώνει την πορεία του αγγελιοφόρου Φειδιππίδη, που εστάλη από τους Αθηναίους για να ζητήσει βοήθεια από τη Σπάρτη, λίγες ημέρες πριν από τη Μάχη του Μαραθώνα.
  • Ο σπουδαίος τραγικός ποιητής Αισχύλος θεωρούσε ως μεγαλύτερο επίτευγμά του τη συμμετοχή του στη Μάχη του Μαραθώνα, παρά τα θεατρικά του έργα. Γι’ αυτό στον τάφο του υπήρχε το επίγραμμα:     «Αισχύλον Εοφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει
         μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
         αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
         και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος».
  • Το 1959 ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζακ Τουρνέρ γύρισε την ταινία «Η Μάχη του Μαραθώνα» με πρωταγωνιστή τον Στιβ Ριβς στο ρόλο του Φειδιππίδη.
  • Στις 8 Δεκεμβρίου 2010, κατά την 2500η επέτειο του γεγονότος, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ με ψήφισμά της αναγνώρισε ότι η μάχη του Μαραθώνα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μάχες στην ιστορίας της ανθρωπότητας.