Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Στα σκαλοπάτια του Αγ. Αχιλλίου

Μια ομάδα έξι καλοντυμένων νεαρών φωτογραφίζεται συμμετρικά με την ίδια στάση στα σκαλοπάτια του Αγ. Αχιλλίου. Προπολεμική φωτογραφία.Μια ομάδα έξι καλοντυμένων νεαρών φωτογραφίζεται συμμετρικά με την ίδια στάση στα σκαλοπάτια του Αγ. Αχιλλίου. Προπολεμική φωτογραφία.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει μέρος από τα σκαλοπάτια που υπήρχαν στη δυτική πλευρά του λόφου, ακριβώς κάτω από το προαύλιο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αχιλλίου.
Μια ομάδα έξι νεαρών με κουστούμι και γραβάτα, μια ηλιόλουστη γιορτινή ημέρα, κατά τη διάρκεια της βόλτας αποφάσισε να φωτογραφηθεί στα σκαλιά του Λόφου. Η στάση τους θυμίζει χορευτική φιγούρα, οι αποστάσεις μεταξύ τους είναι συμμετρικές και βρίσκονται στο ψηλότερο σημείο της κλίμακας. Πίσω τους διακρίνεται μέρος από το νότιο καμπαναριό του προπολεμικού ναού, γεγονός το οποίο χρονολογεί τη λήψη της φωτογραφίας στα πριν από το 1940 χρόνια. Τη φωτογραφία αυτή μού την έστειλε πριν δύο περίπου χρόνια φίλος αναγνώστης, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Δυστυχώς δεν είχα την πρόνοια τότε να κρατήσω την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και έτσι δεν μπορώ να γνωρίζω ποιοί απεικονίζονται στη φωτογραφία. Εάν διαβάσει το σημερινό σημείωμα, θα τον παρακαλούσα να επικοινωνήσει μαζί μου.
Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να αναφέρω ορισμένα ιστορικά στοιχεία για τα σκαλοπάτια αυτά. Οι πληροφορίες προέρχονται από το συμφωνητικό αρ.16008 του συμβολαιογράφου της Λάρισας Αγαθάγγελου Ιωαννίδη, που εντόπισε ο καθηγητής Κώστας Θεοδωρόπουλος, ερευνητής και συλλέκτης, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ. Λάρισας), ο οποίος και μου προμήθευσε φωτοτυπία του.
Στις 13 Ιανουαρίου 1894 ο συμβολαιογράφος Ιωαννίδης πήγε στο δημαρχιακό κατάστημα, το οποίο στεγαζόταν στην κατοικία του πρώτου δημάρχου της Λάρισας Χασάν Ετέμ (1881-1882)[1]. Παρουσία δύο μαρτύρων, ο Αχιλλεύς Αστεριάδης, δήμαρχος Λαρίσης[2], ως αντιπρόσωπος του ομώνυμου Δήμου και ως πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού του Αγίου Αχιλλίου, συμφώνησε με τον Αντώνιο Ν. Ρίζου[3], ο οποίος ήταν εργολάβος δημοσίων και δημοτικών έργων «την κατασκευήν κλίμακος και λοιπών έργων προς εξωραϊσμόν του ενταύθα Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αχιλλίου» αντί ποσού 10.200 δραχμών.
Στο συμφωνητικό αναγράφονται οι υποχρεώσεις του εργολάβου, μερικές από τις οποίες ορίζουν ότι η έναρξη των εργασιών θα έπρεπε να γίνει μέσα σε ένα μήνα από την υπογραφή του συμφωνητικού και μέσα σε ένα χρόνο το έργο θα πρέπει να έχει περατωθεί, αλλιώς θα υπήρχε ποινική ρήτρα. Τα υλικά τα οποία θα προέρχονταν από την εκχωμάτωση της κλίμακας[4] και των γύρω δρόμων, θα μεταφορτώνονταν σε άλλα σημεία του ναού για να ενισχυθεί το έδαφος και να ισοπεδωθεί ο προαύλιος χώρος. Οι απαιτούμενες πέτρες και τα μάρμαρα για τα σκαλοπάτια[5] θα προέρχονταν από το λατομείο του Τυρνάβου και της Χασάμπαλης.
Ενώ μετά το 1900 ο ναός άρχισε σταδιακά να κατεδαφίζεται για να ανεγερθεί η λαμπρή προπολεμική εκκλησία αναγεννησιακού ρυθμού, η κλίμακα διατηρήθηκε μέχρι το 1972, όταν άρχισαν επί δημαρχίας Θάνου Μεσσήνη οι εργασίες εξωραϊσμού της δυτικής πλευράς του λόφου, αυτή η οποία υπάρχει και σήμερα. Επειδή η καταστροφή της κλίμακας του Αγ. Αχιλλίου έγινε σχετικά πρόσφατα, πιστεύεται ότι θα υπάρχουν ακόμη πολλοί παλιοί Λαρισαίοι οι οποίοι την ανεβοκατέβηκαν[6].
 [1]. Η κατοικία του Χασάν Ετέμ βρισκόταν, όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό, στην περιοχή της Λάρισας Ramazan Atik. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας (Η Λάρισα κατά την τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β΄, Κατερίνη, 2007, σελ.741) αναφέρει ότι η εν λόγω περιοχή βρισκόταν νότια της κεντρικής πλατείας. Όμως από τη δωρεά του οικοπέδου 4.000 τ. μ. από τον Χασάν Ετέμ προς ανοικοδόμηση ναού για τις ανάγκες των χριστιανών του Καραγάτς μαχαλά (συνοικία Αγ. Κωνσταντίνου), γνωρίζουμε ότι η κατοικία του βρισκόταν σ' αυτή την περιοχή.
[2]. Η πρώτη του θητεία ως δημάρχου ήταν την τετραετία (1891-1895), διαδεχθείς τον Διονύσιο Γαλάτη (1887-1891). Η καταγραμμένη από τον Βάσο Καλογιάννη δεύτερη τετραετία στον δημαρχιακό θώκο του Διονυσίου Γαλάτη, δεν ευσταθεί. Η αναφορά στο συμφωνητικό του Αχιλλέα Αστεριάδη ως προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Αγίου Αχιλλείου απορρέει από την ιδιότητά του ως δημάρχου, καθ' όσον πρόκειται περί του μητροπολιτικού ναού, αλλά και ως ενορίτη, αφού η κατοικία του βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κούμα και Ασκληπιού.
[3]. Ο Αντώνιος Ρίζου (όπως υπέγραφε) ήταν πατέρας του γυναικολόγου ιατρού Αθανασίου (Νάσου) Ρίζου και της Ευφροσύνης (Φρόσως), συζύγου του Πάνου Σάπκα, μικρότερου αδελφού του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα. Όπως αναφέρει η εγγονή του Λίλα Ρίζου, ο ίδιος κατασκεύασε επίσης το 1911 το αρχοντικό του υφασματέμπορου Αντωνιάδη στην οδό Παπακυριαζή, το οποίο το 1930 περίπου το αγόρασε ο Ιωάννης Αλεξάνδρου, καθώς και το αρχοντικό του Μιχ. Σάπκα το 1913 στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου-Παναγούλη.
[4]. Η κλίμακα αυτή συνέδεε την δυτική πλευρά του προαύλιου χώρου του καθεδρικού ναού με τον δρόμο που δημιουργήθηκε κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόταν ευκολότερη η προσπέλαση της γέφυρας του Πηνειού, ειδικά κατά την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων και της κατάδυσης του Σταυρού στα νερά του ποταμού. Πριν από την κατασκευή αυτής της κλίμακας, η πορεία της θρησκευτικής πομπής των Θεοφανείων ακολουθούσε έναν στενό, δύσβατο και ανηφορικό λιθόστρωτο δρόμο, ο οποίος περνούσε δίπλα από το χάνι των αδελφών Σαχίνη, όπου από το 1905 στεγάζονταν οι ποινικές φυλακές και κατέληγε στην είσοδο της γέφυρας.
[5]. Το ύψος της κλίμακας ήταν μεγάλο και ο αριθμός των βαθμίδων υπολογίζεται, από τις διάφορες φωτογραφίες που υπάρχουν, περίπου σε πενήντα. Κάθε δέκα βαθμίδες υπήρχε πλατύσκαλο, ενώ το εύρος της, ήταν αρκετά μεγάλο, ικανό για να διέρχεται η πομπή χωρίς να αλλοιώνεται ο σχηματισμός της.
[7]. Ιστορικές έχουν μείνει οι διαβάσεις της κλίμακας αυτής, στην κάθοδο, με το αυτοκίνητο από τον τολμηρό οδηγό Μιχάλη Ζέϊκο το 1938 και στην άνοδο, με το άλογο από τον Γιάννη Δαλθανάση το 1949.
* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Η προτομή του Κρυστάλλη στο Αλκαζάρ



Η προτομή του λογοτέχνη Κώστα Κρυστάλλη (1868-1894) στο άλσος Αλκαζάρ. Επιστολικό δελτάριο του 1950 περίπου. Από το αρχείο του Βαγγέλη Ρηγόπουλου, μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας.Η προτομή του λογοτέχνη Κώστα Κρυστάλλη (1868-1894) στο άλσος Αλκαζάρ. Επιστολικό δελτάριο του 1950 περίπου. Από το αρχείο του Βαγγέλη Ρηγόπουλου, μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας.
Η σημερινή φωτογραφία προέρχεται από επιστολικό δελτάριο το οποίο κυκλοφόρησε περί το 1950, χωρίς να αναφέρεται ο εκδότης και ο τόπος έκδοσής του.
Απεικονίζει ένα τμήμα του άλσους Αλκαζάρ, το οποίο βρίσκεται αριστερά μόλις κατεβεί κάποιος τα σκαλοπάτια, για να οδηγηθεί στον πεζόδρομο που οδηγεί στα ενδότερα του άλσους. Στο σημείο αυτό την προσοχή του περιπατητή προσελκύει η προτομή του συγγραφέα και ποιητή Κώστα Κρυστάλλη. Για τον συγκεκριμένο λογοτέχνη και την ιστορία της προτομής θα κάνουμε αναφορά στο σημερινό μας σημείωμα.
Όπως αναφέρθηκε, ο Κώστας Κρυστάλλης ήταν ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου. Τα εγκύκλια μαθήματα τα παρακολούθησε στο σχολείο του χωριού του. Το 1880 φοίτησε στην Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων, αλλά το 1885 διέκοψε τις σπουδές για λόγους υγείας. Η δημοσίευση το 1887 ενός ποιήματός του που αναφερόταν σε επεισόδια της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 στάθηκε αφορμή να περιπέσει σε δυσμένεια από τις τουρκικές αρχές και το 1889 αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα αρχικά εργάστηκε ως τυπογράφος, αργότερα ως συντάκτης στο περιοδικό "Εβδομάς" και εν συνεχεία διορίστηκε υπάλληλος στους σιδηροδρόμους της Πελοποννήσου. Παράλληλα δημοσίευε ποιήματα και διηγήματα σε διάφορα φιλολογικά περιοδικά της Αθήνας. Καθώς ήταν άτομο με ασθενική κράση, προσβλήθηκε από φυματίωση και μετακόμισε στην Κέρκυρα, ελπίζοντας ότι εκεί θα βελτιωθεί η υγεία του. Παρ' όλα αυτά όμως η υγεία του επιδεινώθηκε και τελικά πέθανε στις 22 Απριλίου 1894 νεότατος, σε ηλικία 26 ετών, στην Άρτα όπου τον φιλοξενούσε η αδελφή του.
Τα έργα του, ποίηση και πεζογραφία, έχουν θεματολογία επηρεασμένη από το δημοτικό τραγούδι, την λαογραφία, την παράδοση και την ηθογραφία της εποχής, ενώ συγχρόνως ασχολήθηκε και με τη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού. Στα πεζογραφήματά του (αφηγηματικά διηγήματα) περιγράφονται τα γαμήλια έθιμα στα τσελιγκάτα της Ηπείρου, με παράθεση σχετικών τραγουδιών, περιέχονται ενδυματολογικές πληροφορίες και ζωντανεύουν με απαράμιλλο τρόπο οι ομορφιές της φύσεως της Ηπείρου. Γι' αυτό και καθιερώθηκε ως «ο ποιητής του βουνού και της στάνης». Τα έργα του κυκλοφόρησαν σε μια περίοδο όπου οι λαογραφικές καταγραφές του Νικολάου Πολίτη ευνοούσαν την αξία μιας επαναφοράς της παραγνωρισμένης την εποχή εκείνη λαϊκής παραδόσεως, των ηθών και εθίμων και η αξία των κειμένων του αξιοποιήθηκε.
Προπολεμικά δραστηριοποιούνταν στη Λάρισα ο Ο.Ε.Λ. (Όμιλος Εκδρομέων Λαρίσης), ένα σωματείο που σκοπό είχε την συχνή, σχεδόν εβδομαδιαία, επαφή των μελών του με την φύση, μέσω εκδρομικών εξορμήσεων. Φυσικό ήταν όλα τα μέλη του Ομίλου καθώς ήταν φυσιολάτρες, να αγαπήσουν τα λογοτεχνικά έργα του ποιητή του βουνού και της στάνης. Αποφάσισαν λοιπόν κάποια στιγμή να τιμήσουν τον άνθρωπο που τους ενέπνεε, αλλά ο θάνατος του στην πιο γόνιμη ηλικία τους στέρησε το ίνδαλμά τους. Από τους εμπνευστές της απόφασης αυτής μεταξύ των άλλων ήταν και ο μετέπειτα Λαρισαίος καλλιτέχνης Μήτσος Κατσικογιάννης. Προχώρησαν σε προκήρυξη πανελληνίου διαγωνισμού μέσω των αθηναϊκών εφημερίδων για την φιλοτέχνιση προτομής του Κώστα Κρυστάλλη. Ο διαγωνισμός είχε απήχηση, γιατί στα γραφεία του Ομίλου Εκδρομέων στη Λάρισα έφθαναν καθημερινά προτάσεις και φωτογραφίες από πολλούς Έλληνες γλύπτες. Απ' όλες τις προτάσεις προτιμήθηκε αυτή του Νίκου Γεωργαντά[1], γιατί αυτή ήταν η γνώμη δύο επιτροπών, μιας στην πόλη μας και μιας άλλης στην Αθήνα. Επί πλέον ήλθε και ο ίδιος στη Λάρισα, κομίζοντας αυτοπροσώπως την πρότασή του, πρόσφερε την καλύτερη τιμή για το γλυπτό και συνεργάσθηκε με τον Όμιλο δημιουργικά. Στην Αθήνα, την φιλοτέχνιση της προτομής του Κρυστάλλη στον γύψο και το μάρμαρο παρακολουθούσε επταμελής επιτροπή, η οποία απαρτιζόταν από τον ζωγράφο Αγήνορα Αστεριάδη, τον δημοσιογράφο Θωμά Μαλαβέτα, τον κριτικό τέχνης Μιχαήλ Ροδά, τον ποιητή Κώστα Σταμπολή, τον λογοτέχνη Τάσο Ζάππα, τον δικηγόρο Βησσαρίωνα Στεργιόπουλο και τον έμπορο Νικόλαο Κουλουμούνδρα, όλοι τους φιλότεχνοι. Όταν τελείωσε το έργο το παρέλαβαν οι ίδιοι από τον γλύπτη και το παρέδωσαν σε ειδική επιτροπή στη Λάρισα, η οποία και φρόντισε και για την τοποθέτησή του. Η τοπική επιτροπή απαρτιζόταν από τους Δημήτριο Καραναστάση, Κώστα Περραιβό, Ιωάννη Βαζιγιαρτζίκη, Λάζαρο Παπάζογλου, Σταύρο Λάσκαρη, Μανώλη Σακελλαρίου και Βάσο Κωνσταντινόπουλο. Η προτομή, όπως αναφέρθηκε, στήθηκε στο Αλκαζάρ και τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 21 Ιανουαρίου 1940, με μεγάλη επισημότητα, παρουσία του καλλιτέχνη και πλήθους κόσμου[2].
Η προτομή είναι στημένη στην κορυφή ψηλής ακανόνιστης στήλης από μεγάλες ανώμαλες πέτρες. Στην πρόσθια πλευρά της στήλης είναι ενσωματωμένο ένα γλυπτό σύμπλεγμα σε μορφή αρχαίας άρπας, στη βάση του οποίου τρέχει πόσιμο νερό. Η προτομή στηρίζεται στα ανοιγμένα φτερά ενός αετού, κάτω από τον οποίο βρίσκεται μαρμάρινη πλάκα, η οποία φέρει επιγραφή με ένα δίστιχο από κάποιο ποίημά του: "Πάρε με απάνου στα βουνά / τι θα με φάει ο κάμπος". Η αλληγορία του συμπλέγματος της προτομής είναι εμφανής. Γύρω από την προτομή τα φυτά του κήπου στο άλσος δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί, ενώ πίσω στο βάθος διακρίνονται χαμηλά κτίσματα στην περιοχή του Πέρα Μαχαλά, στο ύψος της στροφής της οδού Κοζάνης. Η βάση του παλιού ναού του Αγίου Χαραλάμπους, που είχε πρόχειρα συντηρηθεί μετά τον σεισμό του 1941, διακρίνεται δεξιά, πίσω από ένα σύμπλεγμα δένδρων.
---------------------------------------
[1]. Ο Νικόλαος Γεωργαντής (1983-1947) γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) των Αθηνών και στη συνέχεια τελειοποίησε τις σπουδές του στο Παρίσι. Είχε χρηματίσει πρόεδρος του Επαγγελματικού Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου ως το θάνατό του, το 1947. Επιδόθηκε κυρίως στην κατασκευή ταφικών μνημείων και ηρώων, αλλά είχε φιλοτεχνήσει επίσης ανδριάντες και προτομές.
[2]. Βλέπε: Παλιός Ομιλίτης [μέλος του Εκδρομικού Ομίλου], Η προτομή Κρυστάλλη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 22ας Ιανουαρίου 1947.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Η απελευθέρωση της Λάρισας


Η γέφυρα της Λάρισας 1833. WORDSWORTH CHR. (μετ. ΣωτήρηςΕυ. Κύρκος), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833: Οι μύθοι της Θεσσαλίας. Τοπογραφική περιγραφή της Θεσσαλίας. Λάρισα. Τέμπη. Φάρσαλα. Βελεστίνο. Βόλος», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 30 (1996) 19-48.Η γέφυρα της Λάρισας 1833. WORDSWORTH CHR. (μετ. ΣωτήρηςΕυ. Κύρκος), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833: Οι μύθοι της Θεσσαλίας. Τοπογραφική περιγραφή της Θεσσαλίας. Λάρισα. Τέμπη. Φάρσαλα. Βελεστίνο. Βόλος», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 30 (1996) 19-48.
31η Αυγούστου 1881. Ημέρα ποίησης και αγίας παραμυθίας ανέτειλε, επιτέλους, στη Λάρισα, αναφέρει σε άρθρο της η εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης, Νεολόγος.
Έπρεπε να αναπηδήσει από τον βοιωτικό του τάφο ο Πίνδαρος, για να τραγουδήσει από τις κορυφές του Ολύμπου τα θαυμάσια της αξιομνημόνευτης ημέρας, κατά την οποία η Λάρισα προσήλθε να κλίνει την κεφαλήν της υπό τον μητρικό κόλπο. Μία νύχτα παλμών και ελπίδων μόλις πέρασε, κι ανέτειλε μια μέρα που έδιωξε το σκοτάδι της μακραίωνης δουλείας. Η πόλη καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης νύκτας βρισκόταν σε εγρήγορση. Είχε υπακούσει στο παράγγελμα του Σωτήρος και αγρυπνούσε, μη τυχόν ο Νυμφίος την βρει τα μεσάνυχτα ανέτοιμη.
 Ο Δίας, συνεχίζει ο ανταποκριτής, από τις κορυφές του Ολύμπου είχε δώσει διαταγές στον Απόλλωνα να χαιρετίσει την ημέρα αυτή με όλη τη λάμψη που της ταίριαζε. Οι κάτοικοι, αφού ευπρεπίστηκαν, ξεχύθηκαν από τα χαράματα στους δρόμους ανταλλάσσοντας μεταξύ τους ασπασμούς ανάστασης και ηθικής παλιγγενεσίας. Κρατώντας σημαίες και δάφνες στα χέρια, προχωρούν προς το μέρος της πύλης των Τρικάλων απ’ όπου αναμενόταν να εισέλθει ο ελληνικός στρατός ως άλλος Μεσσίας, για την αγάπη του οποίου είχαν χυθεί πολλά δάκρυα και πολλοί στεναγμοί προσφέρθηκαν ως ιλαστήριος θυσία στον θρόνο του Δημιουργού. Οι νέοι και οι νέες της πόλης, με την αγνότητά τους ως σύμβολο και ένδυμα, βγήκαν να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό, έτοιμοι να τον προσφωνήσουν και να τον ράνουν με άνθη που είχαν μαζέψει από τους πρόποδες του Ολύμπου και τις όχθες του Πηνειού.
Στην είσοδο της πόλης, όπου την προηγούμενη νύκτα είχε κατασκευαστεί μία αψίδα στολισμένη με φύλλα δάφνης, είχαν συγκεντρωθεί οι Αρχές του τόπου, ενώ στις δύο πλευρές του δρόμου παρατάχθηκαν όσοι έφεραν τις σημαίες των περισσοτέρων χωρίων της Πελασγιώτιδας. Από τις σημαίες πιο πολυτελής ήταν η «βαρύτιμος χρυσοκέντητη της Λαρίσσης» η οποία έφερε χρυσοκέντητες τις τρεις αυτές λέξεις «Ζήτω το Έθνος» και την οποία κρατούσε ένας από τους καλλίτερους νέους της πόλης, ο φοιτητής της Ιατρικής κ. Ευρ. Α. Μακρής. Κοντά στη σημαία στέκονταν η δασκάλα Αγγελική Σκόδρα με τα κορίτσια του Παρθεναγωγείου, ντυμένα στα λευκά. Λίγο πιο πέρα στέκονταν εκείνοι που κρατούσαν τις δύο σημαίες της εβραϊκής κοινότητος, μαζί με τους δασκάλους και τους μαθητές αυτής. Ο κλήρος με τον οποίο κάθε χαρά και κάθε οδύνη συμμερίστηκε το ελληνικό έθνος στα μαύρα χρόνια της δουλείας, φορώντας κυανόλευκα άμφια, κρατώντας λαμπάδες στολισμένες με τα εθνικά χρώματα και την εικόνα της Αναστάσεως του Σωτήρος, στολισμένη με λευκά άνθη και πλούσιες κυανές ταινίες, παρατάχθηκε στην είσοδο της αψίδας, εν χορώ ψάλλοντες τα Αναστάσιμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Στη συνέχεια, ο αρθρογράφος διαπιστώνει ότι του είναι δύσκολο να βρει τα προσήκοντα χρώματα για να περιγράψει τα αισθήματα των ανθρώπων, που βλέπουν την πατρίδα τους να απελευθερώνεται από τον τουρκικό ζυγό. Είχε υποφέρει πολλά και είχε πάθει πολλά. Μάρτυρες των παρελθόντων δεινών του ήταν οι θέσεις στις οποίες συνωθούνταν, ενώ η γύρω φύση και οι απέραντες πεδιάδες του υπενθύμιζαν τραγικές σκηνές, των οποίων θύματα και ήρωες έγιναν εκείνοι, οι οποίοι δεν ήταν γραφτό τους να χαιρετίσουν την μέρα, που θα γινόταν βάλσαμο στις πληγές τους.
Όταν, επιτέλους, φάνηκαν στο βάθος της μεγάλης λεκάνης, την οποία αποτελούν τα κυκλικά όρη του τμήματος αυτού, οι λόγχες των Ελλήνων στρατιωτών, πολλοί φώναξαν «Νυν απολύεις», ενώ οι περισσότεροι ανέβηκαν στα υψώματα, ως άλλοι Ιουδαίοι, βλέποντας την νεφέλη του πυρός, η οποία τους οδήγησε διά μέσου της ερήμου. Σε λίγη ώρα ο κονιορτός έγινε πυκνότερος και τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού έφτασαν στην αψίδα. Τότε, βρόντησε από τον Όλυμπο ο Δίας και οι φωνές του συγκεντρωμένου πλήθους υποκατέστησαν τους κεραυνούς του. Τι μπορεί να γράψει κάποιος και πώς μπορεί να περιγράψει τέτοιο θέαμα; Τα χέρια των ανδρών και των γυναικών υψώνονταν σαν αδιαπέραστο δάσος προς τον στρατό και τον στρατηγό, «τα αδέλφια μας», άκουγε κάποιος παντού και τα δακρυσμένα μάτια όλων ατένιζαν την ελληνική σημαία που κυμάτιζε, ανάμεσα στις λόγχες των στρατιωτών,από την αύρα των σαράντα δύο κορυφών του Ολύμπου και λαμπρυνόταν από την αόρατη συνοδεία όλων εκείνων, οι οποίοι μαρτύρησαν για εκείνη.
Γιατί να μη μπορώ να περισυλλέξω μέσα σε δακρυδόχους όλα εκείνα τα δάκρυα που χύθηκαν τη στιγμή της εισόδου του ελληνικού στρατού στη Λάρισα, αναρωτιέται ο συντάκτης. Ήθελα αυτά να αποκρυσταλλωθούν σε μαργαριτάρια, με τα οποία θα κοσμούνταν το στεφάνι που θα έβαζε η Ελλάδα στο μέτωπο των ηρωικών παιδιών της!
Ο ασυγκράτητος και ατιθάσευτος ενθουσιασμός γρήγορα μεταδόθηκε, σαν ηλεκτρικός σπινθήρας, στους παρελαύνοντες στρατιώτες και αξιωματικούς, οι οποίοι αντιχαιρετούσαν βγάζοντας τα καπέλα τους και σείοντας τα ξίφη τους. Κλήρος, λαός, γυναίκες, άνδρες, γέροι και παιδιά ακολουθούσαν την παρέλαση ατενίζοντες τους οπλίτες, οι οποίοι, μπροστά στην ενθουσιώδη υποδοχή που τους επιφυλάχτηκε από τα αδέλφια τους, γρήγορα ξέχασαν τους κόπους και τις κακουχίες τους.
Ο απεσταλμένος της εφημερίδας της Κωνσταντινούπολης, Νεολόγος, εν κατακλείδι διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι της Λάρισας έκαμαν στον ελληνικό στρατό την καλύτερη υποδοχή από όλες όσες είχε παρακολουθήσει και κλείνει την αναφορά του στην απελευθέρωση της Λάρισας με ένα παράξενο γεγονός που του συνέβη αργά το βράδυ, όταν ολόκληρη η πόλη φωτιζόταν από τα βεγγαλικά κι αντηχούσε από τις ενθουσιώδεις ζητωκραυγές των κατοίκων αναμεμιγμένες με την ηχώ των τραγουδιών και των οργάνων. Ενώ, λοιπόν, βάδιζε προς την φωταγωγημένη αγορά, διασχίζοντας το συγκεντρωμένο πλήθος που γλεντούσε, ένας χωρικός σταμάτησε αυτόν και βγάζοντας από τον σάκο του ένα κόκκινο αυγό του το προσέφερε. Μετά τον καθιερωμένο χαιρετισμό, του ζήτησε να το τσουγκρίσουν, αφού η μέρα εκείνη ήταν το Πάσχα και η Ανάσταση των Λαρισαίων και της Θεσσαλίας, που μόλις είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα.
Της Κωνσταντινιάς Πατσή
* Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι Διευθύντρια του ΓΕ.Λ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University
Πηγές
Εφημερίδα,ΝΕΟΛΟΓΟΣ, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 1881, έτος ΙΣΤ΄, αρ. φ. 3742.

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ "ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΣΗΣ" (1888)

Η αρχική μορφή του Δημοτικού Νοσοκομείου Λαρίσης. Φωτογραφία του 1934.
Η αρχική μορφή του Δημοτικού Νοσοκομείου Λαρίσης. Φωτογραφία του 1934.
Κατά την απελευθέρωση της το 1881 η Λάρισα στερείτο νοσηλευτικού ιδρύματος. Υπήρχε στην περιοχή του Αλκαζάρ το παλιό τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο, το οποίο με διαταγή του Τούρκου διοικητή δεχόταν και χριστιανούς ασθενείς, με δωρεάν νοσηλεία από νεαρούς ιατρούς (Αναστάσιος Ζαρμάνης, Αναστάσιος Αστεριάδης, Παναγιώτης Θεοχαρίδης, και άλλοι)[1], του οποίου όμως διεκόπη η λειτουργία του μετά την αποχώρηση του τουρκικού στρατού.
Τα πρώτα χρόνια μετά το 1881 οι νοσηλευτικές ανάγκες της πόλεως εξυπηρετήθηκαν από το πρόχειρο νοσοκομείο που ίδρυσε ένας φιλάνθρωπος δικαστικός κλητήρας, ο Ιωάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε μετατρέψει την κατοικία του σε πρόχειρο νοσηλευτήριο ολίγων κλινών.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περιγραφή του Μιχαήλ Σάπκα[2] γι' αυτό το πρώτο νοσοκομείο της Λάρισας: «Είς αγαθός γέρων, Γιάννης Παπαϊωάννου λεγόμενος, υπηρετών ως δικαστικός κλητήρ παρά τοις εν Λαρίση δικαστηρίοις, ξένος και αυτός, μόλις εγκατασταθείς εις την Λάρισαν, Μπαρμπαγιάννης προσαγορευόμενος, συνέλαβε την ιδέαν της ιδρύσεως Νοσοκομείου. Περιτρέχων πεζή με την βακτηρίαν του γήρατος ανά χείρας ανά τας πόλεις και τα χωρία της Θεσσαλίας της δικαστικής περιφερείας Λαρίσης, προς κοινοποίησιν δικαστικών αποφάσεων ή επίδοσιν δικογράφων, ωμίλει παντού περί ιδρύσεως Νοσοκομείου πολιτικού εις Λάρισαν, αναπτύσσων την εντολήν του Χριστού περί φιλαλληλίας και ευσπλαχνίας προς τον πλησίον, και εζήτει τον οβολόν των καλών χριστιανών υπέρ του ανωτέρου σκοπού. Τα συλλεγόμενα χρήματα κατέθετε εις την Εθνικήν [Τράπεζαν] ή παρέδιδε εις τον Δήμαρχον δια το Νοσοκομείον. Όταν είχε συλλεγεί αρκετόν ποσόν, εγκατέστησε εις έν δωμάτιον της οικίας του (οικία Καθεκλά), απέναντι του Ναού του Αγίου Κωνσταντίνου, τέσσαρας κλίνας με όλα τα χρειώδη και ετοποθέτει εις αυτάς βαρέως πάσχοντας απόρους ξένους. Τούτους περιέθαλπε προσωπικώς μόνος του, ιατροί δε της πόλεως προθύμως προσέφερον δωρεάν τας ιατρικάς υπηρεσίας των.
Την φιλάνθρωπον ταύτην δράσιν του Μπαρμπαγιάννη, προς άρσιν πάσης υπονοίας δι’ ιδιοτελή εκμετάλλευσιν των πασχόντων, παρηκολούθη και η Δημοτική αρχή, ήτις πεπεισμένη περί των αγνών και μόνον φιλανθρωπικών αισθημάτων του Μπαρμπαγιάννη, την εκ χριστιανικών πεποιθήσεων προερχομένην, επέτρεψε εις αυτόν να περιάγη εις τας εκκλησίας κιβωτίδια προς συλλογήν εράνων υπέρ του Νοσοκομείου. Ούτω εσχηματίσθη εις την Λάρισαν ο πρώτος Νοσοκομειακός πυρήν εις την οικίαν του Μπαρμπαγιάννη, όστις πολλάς προσέφερεν υπηρεσίας εις τους πάσχοντας ξένους».
Το 1887 εκλέχθηκε Δήμαρχος Λαρίσης ο Διονύσιος Γαλάτης (1887-1891) και μία από τις πρώτες του ενέργειες υπήρξε η δημιουργία ευπρεπούς και σύγχρονου νοσηλευτικού ιδρύματος στην πόλη. Στις 12 Νοεμβρίου 1888 τέθηκε σε μειοδοτικό διαγωνισμό η «…κατασκευή Δημοτικού Νοσοκομείου εν τω μέσω του Δημοτικού Γηπέδου του κειμένου μεταξύ του ποταμού Πηνειού, του Μεβλεβή τεκέ, του τέως Στρατώνος του Πυροβολικού και του Μποστανίου του γνωστού υπό την επωνυμίαν “Κολοκυνθούς”, κατά τον υπό του Δημομηχανικού Λαρίσσης Β. Σαδούκα συνταχθέντα προϋπολογισμόν και συγγραφήν των υποχρεώσεων και κατά το υπό της Νομαρχίας Λαρίσσης εγκριθέν σχεδιάγραμμα…»[3].
Για την επιλογή της τοποθεσίας του Νοσοκομείου ο Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει τα εξής: «Κατηρτίσθη κατάλληλος εξ ειδικών επιτροπή προς εξεύρεσιν καταλλήλου τοποθεσίας δια την ανέγερσιν του Νοσοκομείου. Αύτη επέλεξε τοιαύτην εις την ανατολικήν πλευράν της πόλεως, εις ελαφρόν ύψωμα, παρά τον οθωμανικόν τεκέν, όπου λόγω της ευχέρου τοποθεσίας συνεκεντρούντο αι αριστοκράτιδες οθωμανίδες επί τουρκοκρατίας και επεδίδοντο εις διάφορα παιχνίδια και διασκεδάσεις παρά την όχθην του Πηνειού. Η εκλεγείσα δια το Νοσοκομείον θέσις ήτο εξαιρετική, απέναντι του Ολύμπου και του Κισσάβου, υψηλή, είχε απέναντι το δάσος Γκιμπλή Ορμάν, κατόπιν Λούνα Πάρκ, εξαιρετικώς κατάφυτος εξοχή της πόλεως, ήτο αναπεπταμένη με ορίζοντα ευρύτατον, εκτάσεως 8-10 στρεμμάτων, μη απέχουσα πολύ από την δεξιάν όχθην του Πηνειού».
Στις 30 Δεκεμβρίου 1888 συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο της Λάρισας Παναγιώτη Σκαμβούγερα το συμφωνητικό αρ. 9502 μεταξύ του Αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου και του εργολάβου ο οποίος ανεδείχθη από τον μειοδοτικό διαγωνισμό. Σύμφωνα μ' αυτό, μεταξύ του Αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, το οποίο αποτελείτο από τον Πρόεδρο Διονύσιο Σ. Γαλάτη Δήμαρχο Λαρίσης και τα μέλη Σαμουήλ Βέγα, Εμμανουήλ Σταυρίδη και Ανδρέα Κωνσταντίνου, όλοι τους έμποροι και του Κωνσταντίνου Αντωνίου Χατζηδάκη, αρχιτέκτονα, ως πληρεξούσιου του Νικολάου Τσιάμη εργολάβου, κατοίκου Αταλάντης συμφωνήθηκε ότι το Αδελφάτο του Νοσοκομείου χορηγεί εργολαβικώς στον Νικόλαο Τσιάμη την κατασκευήν Δημοτικού Νοσοκομείου στη Λάρισα αντί δραχμών 36.864,50.
Από την μελέτη του συγκεκριμένου συμβολαίου μαθαίνουμε σήμερα ότι τα σχέδια του Δημοτικού Νοσοκομείου εκτελέσθηκαν από τον Δημομηχανικό Λαρίσης Β. Σαδούκα και η κατασκευή του έγινε από τον εργολάβο Αταλάντης Νικόλαο Τσιάμη, με την εποπτεία του Λαρισαίου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Χατζηδάκη.
Εν τω μεταξύ ο δήμαρχος Διονύσιος Γαλάτης επεδίωξε και γνωρίσθηκε με τον Ιωάννη Κουτλιμπανά πλούσιο έμπορο από την Ρουμανία, Ζαρκινό την καταγωγή, ο οποίος το διάστημα εκείνο βρισκόταν στη Λάρισα και κατόρθωσε να τον πείσει να αναλάβει τα έξοδα κατασκευής του. Για τον σκοπό αυτό ο Κουτλιμπανάς κατέθεσε άμεσα στο υποκατάστημα Λαρίσης της Τράπεζας Ηπειροθεσσαλίας το ποσόν των 40.000 δραχμών, επιφυλασσόμενος να συμπληρώσει τη δωρεά με επιπλέον ποσόν μετά την επιστροφή του στη Ρουμανία[4].
Δύο μήνες μετά την σύνταξη του συμφωνητικού, τον Φεβρουάριο του 1889, έγινε η επίσημη τελετή θεμελιώσεως του Νοσοκομείου από τον μητροπολίτη Λαρίσης Νεόφυτο Γ΄, παρουσία του δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη, των αρχών της πόλεως και του δωρητή Ιωάννη Κουτλιμπανά.
Στο αναφερθέν συμφωνητικό μεταξύ του αδελφάτου του Νοσοκομείου και των κατασκευαστών δεν αναφέρεται πουθενά το όνομα του μεγάλου ευεργέτη Ιωάννη Κουλιμπανά, ενώ δύο μήνες αργότερα διαπιστώνουμε ότι βρισκόταν στην τελετή θεμελιώσεως, όπου ήταν το τιμώμενο πρόσωπο. Φαίνεται ότι στο διάστημα αυτό λήφθηκε από τον Κουτλιμπανά η απόφαση να αναλάβει τα έξοδα κατασκευής του.
Η ανέγερση του νοσοκομείου άρχισε με ταχείς ρυθμούς και ο Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει ότι τον Νοέμβριο του 1890 «…πενταμελής επιτροπή απαρτιζομένη εκ του Νομομηχανικού κ. Αγγελοπούλου, του Αχιλλέως Λογιωτάτου, πρώην βουλευτού και ετέρων τριών ευυπολήπτων της πόλεώς μας προσώπων, παραλαμβάνει το κατάστημα». Και οι εφημερίδες της Λάρισας στις 22 Νοεμβρίου 1890, είκοσι μήνες μετά την τελετή θεμελιώσεως, γράφουν: «Από του παρελθόντος Σαββάτου οι εις το Πολιτικόν ενταύθα Νοσοκομείον δια χρημάτων του Δήμου μας νοσηλευόμενοι ασθενείς[5], μετηνέχθησαν εις το δαπάναις του εν Ρωμανία διαμένοντος ομογενούς κ. Ι. Αστ. Κουτλιμπανά ανεγερθέν Νοσοκομείον «Ρήγας Φερραίος»[6].
Το σημερινό κείμενο μας δίνει ένα χειροπιαστό παράδειγμα για το πόσο σπουδαίος ιστορικός πλούτος περιέχεται στα ράφια των Γενικών Αρχείων του Κράτους του νομού μας και για το πόσες πληροφορίες μπορούν να αντληθούν από τις κιτρινισμένες σελίδες των εγγράφων τους.
 [1]. εφ. "Νέα Ημέρα", Λάρισα, φύλλο της 29ης Σεπτεμβρίου 1935.
[2]. Από τις ανέκδοτες χειρόγραφες «Αναμνήσεις από την ανέγερσιν του Δημοτικού Νοσοκομείου και των παραρτημάτων αυτού» του παλαιού Δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα (1873-1956), τις οποίες έγραψε λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του.
[3]. Γ.Α.Κ. Λάρισας, αρ. διακηρύξεως 4255. Η διακήρυξη αυτή είναι ενσωματωμένη στο συμβόλαιο αρ. 9502 του συμβολαιογράφου Λαρίσης Παναγιώτου Σκαμβούγερα. Αντίγραφό του μου παραχώρησε ο καλός φίλος Κώστας Θεοδωρόπουλος.
[4]. Βλ. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Οι απαρχές των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της Λάρισας. Από τις «Αναμνήσεις» του Μιχαήλ Σάπκα, «Εύκρατον», Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης προς τιμήν του Γεωργίου Αντωνακοπούλου, ομότιμου καθηγητού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Λάρισα 10 Μαΐου 2014, σελ. 59-78.
[5]. Ο δημοσιογράφος εννοεί εδώ το νοσηλευτήριο που είχε ιδρύσει στην ιδιωτική του κατοικία ο Ιωάννης Παπαϊωάννου, το οποίο την περίοδο εκείνη ονομαζόταν επίσημα «Πολιτικόν Νοσοκομείον Ρήγας Φερραίος».
[6]. εφ. Σάλπιγξ, Λάρισα, φύλλο της 22ας Νοεμβρίου 1890. Η αρχική ονομασία του Νοσοκομείου ως "Πολιτικόν Νοσοκομείον Ρήγας Φερραίος" διατηρήθηκε μέχρι το 1895, όταν κατά την διάρκεια τελετής κατά την οποία έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιω. Κουτλιμπανά στον αύλειο χώρο του νοσηλευτικού ιδρύματος, έλαβε την ονομασία "Κουτλιμπάνειον Δημοτικόν Νοσοκομείον".
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Η Λάρισα του Wordsworth. 1833


Bridge over the Peneus at Larissa.  Χαρακτικό του Άγγλου περιηγητή  Christopher Wordsworth. 1933Bridge over the Peneus at Larissa. Χαρακτικό του Άγγλου περιηγητή Christopher Wordsworth. 1933
Η σημερινή εικόνα έχει τον υπότιτλο Bridge over the Peneus at Larissa (=Γέφυρα πάνω από τον Πηνειό στη Λάρισα).
Προέρχεται από το βιβλίο του Άγγλου ταξιδιώτη Christopher Wordsworth (1807-1885) Greece. Pictorial, Descriptive & Historical, το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το έτος, M.DCCC.XXXIX (=1839) και αποτυπώνει το βορειοδυτικό τμήμα της πόλεως. Ο καλλιτέχνης στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, περίπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η δεύτερη οδική γέφυρα του ποταμού. Εμπρός, στην ανώμαλη όχθη απεικονίζονται ανθρώπινες φιγούρες, ενώ πίσω καταγράφονται τα γνωστά κτίσματα της πόλεως κατά την περίοδο εκείνη, με αξιοπιστία όμως η οποία είναι αμφισβητούμενη. Αριστερά καταγράφεται μέσα σε θολό τοπίο ο μεγάλος σε έκταση τεκές (μονή) των Μεβλεβήδων, εν συνεχεία υπερτονίζεται η αμφικλινής διάταξη του οδοστρώματος της παλιάς λίθινης γέφυρας του Πηνειού και πίσω τους διαγράφεται πανύψηλη η κωνική κορυφή της Όσσας. Ο Τρανός μαχαλάς επάνω στον Λόφο φαίνεται αρκετά απομακρυσμένος από τη ματιά του ζωγράφου και σχεδιάσθηκε με λεπτές και άτονες γραμμές. Δεξιά, η στοά του τεμένους του Χασάν μπέη θα έμοιαζε μάλλον με ναό της ελληνιστικής εποχής (κίονες, μετώπη, κλπ.), αν δεν υπήρχε ο μιναρές.
O περιηγητής Christopher Wordsworth, σπουδαγμένος στα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας του, ακολούθησε τον ιερατικό κλάδο, όπου έφθασε μέχρι τον βαθμό του επισκόπου. Ένθερμος φιλέλληνας καθώς ήταν, περιηγήθηκε τη χώρα μας για να θαυμάσει από κοντά τις ξακουστές αρχαιότητες και περιόδευσε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, ελεύθερο και τουρκοκρατούμενο. Καρπός όλων αυτών των περιηγήσεών του ήταν η συγγραφή του σπουδαίου οδοιπορικού του. Στη Θεσσαλία ο Wordsworth βρέθηκε κατά το τέλος της άνοιξης του 1833 και της αφιέρωσε ένα εκτεταμένο κεφάλαιο με τις εντυπώσεις του, εμπλουτισμένο με άφθονες ξυλογραφίες. Για τη Λάρισα γράφει σχετικά: «Τα τείχη αυτού του τόπου είναι ένας συνδυασμός αρχαιοτήτων και κακόγουστης τουρκικής αρχιτεκτονικής. Απαρτίζονται από κομμάτια παλαιών κιόνων και αρχιτεκτονικών μελών, τα οποία συνενώθηκαν με πρόχειρο τρόπο. Αξίζει να αναφερθούν τα τζαμιά της για τον μεγάλο αριθμό και την επιβλητικότητά τους. Λέγεται ότι υπάρχουν 24, ενώ δεν υπάρχει παρά μόνον ένας χριστιανικός ναός στη Λάρισα. 
Ο χαρακτήρας του πληθυσμού ταιριάζει μ’ αυτή την εμφάνιση. Ο ταξιδιώτης που έχει έλθει από άλλα μέρη της Ελλάδος βλέπει για πρώτη φορά πολλές ήρεμες μορφές, ντυμένες με πλούσια ρούχα, να κάθονται ήσυχα μπροστά στις πόρτες τους[1]. Πουθενά αλλού δεν θα συναντήσει κανείς τόσες πολλές μορφές, κάτι σαν φαντάσματα, οι οποίες κινούνται κλεφτά στους δρόμους, μέσα στις μακριές άσπρες φορεσιές τους, που η μοναδική επαφή που έχουν με τον κόσμο γίνεται με τη βοήθεια δύο ανοιγμάτων στα λινά τους καλύμματα, στο ύψος των ματιών. Αυτή την εμφάνιση είχαν οι Τουρκάλες στη Λάρισα... 
Τα μεταφορικά μέσα τα οποία φαίνονται να πηγαινοέρχονται στις πύλες της πόλεως αποτελούν μια ιδιομορφία της Λάρισας. Τα βαριά κάρα κινούνται αργά πάνω στους συμπαγείς τροχούς τους και είναι η πιο ευχάριστη ανάμνηση του παρελθόντος… όπως ήταν στην πραγματικότητα κατά την αρχαιότητα». 
Στη συνέχεια περιγράφει το παράπονο του μητροπολίτη της Λάρισας[2] και κατ’ επέκταση και όλων των Θεσσαλών, που οι διπλωματικές ενέργειες των Ευρωπαίων, μετά την επανάσταση του 1821, τους κράτησαν έξω από την ελληνική επικράτεια: «Τι έχουμε κάνει;» είπε ο μητροπολίτης στον ξένο ταξιδιώτη, κοιτάζοντας προς τα νερά του Πηνειού από ένα παράθυρο της επισκοπής. «Για ποιο πράγμα είμαστε ένοχοι ώστε να αποκλειστούμε με την τελευταία συνθήκη από τα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδος; Δεν έχουμε αγωνισθεί πλάι-πλάι με τους συμπατριώτες μας για την ελευθερία που τώρα μόνον αυτοί απολαμβάνουν; Δεν έχουμε υπομείνει χρόνο με τον χρόνο την άσπλαχνη βία των τωρινών μας κυρίων και δεν έχουμε παλέψει για να αποτινάξουμε τον ζυγό από τον τράχηλό μας; Είμαστε κάτοικοι της αρχαίας Ελλάδος, η κοιτίδα της Ελλάδος, που εξορισθήκαμε από την δική μας χώρα. Ο Όλυμπος είναι αποκλεισμένος και μαζί μ’ αυτόν οι θεοί της Ελλάδος είναι εξορισμένοι από τη χώρα τους με τις δικές σας συνθήκες… 
Τα απομεινάρια της αρχαίας πόλεως της Λάρισας είναι εντελώς ασήμαντα. Μερικά τμήματα των τειχών της ελληνιστικής ακροπόλεως έχουν ενσωματωθεί στα κτίρια του τουρκικού παζαριού. Το όνομα της πόλης είναι ακριβώς το ίδιο με το αρχαίο. Στους τοίχους της ελληνικής αρχιεπισκοπής είναι εντοιχισμένες πολλές αρχαίες επιγραφές που αναφέρονται στην απελευθέρωση σκλάβων… Άλλες αρχαίες επιγραφές εντοπίζονται στις επιτύμβιες στήλες, οι οποίες έχουν αποσπασθεί από τους φυσικούς τους χώρους και τώρα είναι τοποθετημένες πάνω από τους τάφους, στα τουρκικά κοιμητήρια της πόλης. Τα νεκροταφεία τα οποία υπάρχουν τώρα, παρουσιάζουν μια παράξενη εμφάνιση και καλύπτουν έναν σημαντικό χώρο. Οι πέτρινοι τάφοι από άσπρο μάρμαρο, που είναι στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, καταλήγουν όλοι ψηλά σε ένα λοφίο ή κάλυμμα κεφαλής, που υποδεικνύει τον βαθμό ή το επάγγελμα του προσώπου στον οποίο ανήκει το μνημείο. Ο μπέης, ο καδής, ο μουλάς, ο ιμάμης, ο καθένας έχει το δικό του διακριτικό γνώρισμα…»[3].  
NIKOΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
[1]. Η συνήθεια αυτή επικρατούσε μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τις καλοκαιρινές βραδιές, όταν τα περισσότερα σπίτια ήταν μονοκατοικίες, είχαν αυλές και οι γείτονες είχαν στενές ανθρώπινες σχέσεις. Η συνήθεια αυτή εξαφανίσθηκε με την κατασκευή των πολυώροφων οικοδομών.
[2]. Τη περίοδο που επισκέφθηκε τη Λάρισα ο Wordswoth (Μάιος του 1833), μητροπολίτης Λαρίσης ήταν ο Μελέτιος Δ’ (1825-1835). 
[3]. Christopher Wordsworth. Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833. μετ. Σωτήρης Κύρκος, εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια Κώστας Πάνος, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 30, Λάρισα (1966) σ. 20.

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Ο Λόφος από ψηλά

Λάρισα. Άποψη του δυτικού τμήματος του Λόφου. Αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1960
Λάρισα. Άποψη του δυτικού τμήματος του Λόφου. Αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1960
Ο λόφος που βρίσκεται σήμερα στο κεντρικότερο σημείο της Λάρισας, υπάρχει από τα προϊστορικά χρόνια και συντροφεύει τον Πηνειό στην πορεία του προς τα μαγευτικά Τέμπη και από κει στη θάλασσα.
Πρόκειται για μια χαμηλή έπαρση του εδάφους μέσα στον απέραντο και επίπεδο κάμπο της ανατολικής Θεσσαλίας, εκτάσεως μερικών δεκάδων στρεμμάτων, ο οποίος στα σπλάχνα του περικλείει όλη την ιστορική διαδρομή της πόλεως από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και τις μέρες μας. Στους κλασικούς χρόνους ήταν η ακρόπολη της Λάρισας με τα αρχαία ιερά της και το αρχαίο θέατρο. Στους χριστιανικούς χρόνους φιλοξενούσε το ιερό σκήνωμα του πολιούχου της Αγίου Αχιλλίου μέσα στην βασιλική που είχε κτισθεί στη μνήμη του. Κατά την Τουρκοκρατία δημιουργήθηκε μεταξύ των άλλων στο ψηλότερο σημείο της και το μπεζεστένι, η τούρκικη κλειστή αγορά, το κέλυφος της οποίας διατηρείται μέχρι σήμερα. Από την απελευθέρωση του 1881 και μετά, αρκετοί δημοτικοί άρχοντες προσπάθησαν να βάλουν την σφραγίδα τους στον λόφο για λόγους υστεροφημίας, χωρίς όμως σημαντικό αποτέλεσμα.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει το δυτικό τμήμα του Λόφου από ψηλά, όπως ήταν κατά την δεκαετία του 1960. Πρόκειται για αεροφωτογράφιση χαμηλού ύψους. Η πρώτη γνωστή αεροφωτογράφιση της Λάρισας έγινε τον Ιούνιο του 1917 από τα γαλλικά στρατιωτικά αεροπλάνα της Αντάντ. Είναι γνωστό ότι ο γαλλικός στρατός στις 30 Μαΐου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, είχε καταλάβει τη Λάρισα. Η αεροφωτογραφία του 1917 αποτυπώνει ένα μεγάλο κεντρικό τμήμα της Λάρισας, είναι όμως από πολύ ψηλά και δεν διακρίνονται λεπτομέρειες. Καλύτερες είναι οι αεροφωτογραφίσεις του Λόφου που έγιναν τα Θεοφάνεια του 1929, με την ευκαιρία της τελετής Κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού από την γέφυρα του Πηνειού. Ακολούθησαν και άλλες φωτογραφίσεις από αέρος, οι οποίες έγιναν κατά διαστήματα τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, από αεροπλάνα της Πολεμικής Αεροπορίας και οι οποίες φυσικά δεν εκχωρούνται προς δημοσίευση.
Στην αεροφωτογραφία που δημοσιεύεται παίρνουμε μια ιδέα πως ήταν το δυτικό τμήμα του Λόφου κατά την δεκαετία του 1960. Στο κάτω μισό της φωτογραφίας διακρίνουμε από αριστερά το ρολόι που κτίσθηκε το 1952 επί δημαρχίας Δημητρίου Καραθάνου δίπλα από τα θεμέλια του πύργου του παλιού ρολογιού το οποίο καταστράφηκε από τον σεισμό του 1941. Η μελέτη και κατασκευή του ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό Νικόλαο Βασ. Μίχο. Ήταν λευκό ψηλόλιγνο ρολόι. Κάθε πλευρά του είχε διάσταση περίπου τρία μέτρα, ενώ το ύψος του έφθανε τα 18,5 μέτρα. Στηριζόταν σε μια ευρεία τετράγωνη βαθμιδωτή βάση. Οι περισσότεροι το θυμόμαστε γιατί ανεβήκαμε και παίξαμε στα σκαλιά της βάσης του και στους γύρω κήπους και ακούσαμε τους δυνατούς χτύπους του «Καραθάνου», όπως είχε εντυπωθεί στη σκέψη και στη συνείδηση κάθε Λαρισαίου το όνομά του. Η διάρκεια ζωής του ήταν 40 χρόνια[1]. Τον Σεπτέμβριο του 1992 κατεδαφίσθηκε αναγκαστικά για να αποκαλυφθεί το αρχαίο θέατρο και καθώς η παρουσία του εντοπιζόταν στην περιοχή του επιθεάτρου, η τύχη του είχε προδιαγραφεί από καιρό.
Δεξιότερα διακρίνεται η οδός μητροπολίτου Αρσενίου και το πάρκο του Λόφου με τα ψηλά δένδρα, ενώ χαμηλότερα μόλις προβάλλει μέρος από την σκεπή του προσωρινού ναού του Αγ. Αχιλλίου. Στο άκρο δεξιό φαίνεται ο ελεύθερος χώρος μπροστά από το Ηρώο, που είχε ανεγερθεί πριν λίγα χρόνια.
Στο επάνω μισό της φωτογραφίας από αριστερά αναγνωρίζονται οι δρόμοι μητροπολίτου Διονυσίου του Φιλοσόφου και μητροπολίτου Πολυκάρπου, καθώς και τα κτίσματα που βρίσκονται κατά μήκος τους. Στη συνέχεια εικονίζεται ένας ευρύς επίπεδος τετραγωνισμένος χώρος, ο οποίος μετατράπηκε αργότερα στην Πλατεία Μητέρας. Προπολεμικά στο σημείο αυτό βρισκόταν η κατοικία που είχε κτίσει το 1882 ο μητροπολίτης Νεόφυτος και δίπλα του η κατοικία του Μακρή, τα οποία με τον σεισμό καταστράφηκαν και μεταπολεμικά ισοπεδώθηκαν. Δυτικά του κενού χώρου προβάλλει ο νέος μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αχιλλίου. Τα εγκαίνια του νέου μεγαλοπρεπούς ναού είχαν γίνει στις 6 Ιουνίου 1965 από τον μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο Σχίζα (1960-1967) και από τότε ο ναός εξακολουθεί συνεχώς να εμπλουτίζεται, έτσι ώστε σήμερα να θεωρείται σαν ένας από τους μεγαλύτερους και ομορφότερους ναούς της Θεσσαλίας. Κατά την χρονολογία λήψεως της φωτογραφίας δεν είχε ακόμα κτισθεί το καμπαναριό του.
Προς τα δεξιά διαγράφεται ο όγκος του Β΄ Δημοτικού Σχολείου. Ήταν ένα μεγάλο διώροφο διδακτήριο με μεγάλη αυλή, η οποία εκτεινόταν μέχρι τις βόρειες παρυφές του Λόφου. Όπως αναφέρθηκε και άλλες φορές, η κατασκευή του άρχισε το 1929 επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα και αποπερατώθηκε το 1932. Κατά τη διάρκεια της τελετής των εγκαινίων ήταν παρών και ο τότε υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, Γεώργιος Παπανδρέου. Η κατασκευή του έγινε από τον εργολάβο των Αθηνών Κωνσταντίνο Μιχαλέα. Η ζωή του Σχολείου αυτού ήταν σχετικά σύντομη. Το 1941 με τον σεισμό ο επάνω όροφος θεωρήθηκε επικίνδυνος για να στεγάζει μαθητές και χρησιμοποιήθηκε μόνον ο κάτω όροφος. Το 1978, μέσα στα πλαίσια εξωραϊσμού της περιοχής του λόφου του Φρουρίου, το κτίριο του Β΄ Δημοτικού Σχολείου κατεδαφίσθηκε και στη θέση του βρίσκεται σήμερα πάρκο με προτομές και αναμνηστικές στήλες[2].
 [1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Ρολόι της Λάρισας. Ιστορική διαδρομή, εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 17ης Σεπτεμβρίου 2014.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Β΄ Δημοτικό Σχολείο στο Φρούριο. Ιστορική διαδρομή. εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 2014..
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com