Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΦΑΛΗΡΟ: Μια περιοχή της παλιάς Λάρισας


Η οικία Σταματάκη - Μπέρτολη επί της οδού Ηπείρου, στη παλιά συνοικία Φάληρο. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. 1960Η οικία Σταματάκη - Μπέρτολη επί της οδού Ηπείρου, στη παλιά συνοικία Φάληρο. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. 1960
Η ονομασία "Φάληρο" σήμερα παραπέμπει σε περιοχή της Αττικής και μάλιστα διηρημένη σε Παλαιό και Νέο Φάληρο. Όμως από το 1881 και μετά η Λάρισα είχε και αυτή το δικό της "Φάληρο".
Πολλοί από τους νεότερους Λαρισαίους πιθανόν να μην έχουν ακούσει τίποτε για την περιοχή Φάληρο της Λάρισας και στη σημερινή τοπογραφία της πόλης ο όρος αυτός δεν αναφέρεται καθόλου. Όμως κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας νοτιοδυτικά της πόλης υπήρχαν εκτάσεις με περιβόλια, στα οποία χριστιανικές οικογένειες καλλιεργούσαν λαχανικά και φρούτα σε μικρές ποσότητες, τα οποία προωθούσαν στην αγορά της Λάρισας. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας οι μπαχτσέδες αυτοί διατηρήθηκαν και μάλιστα λέγεται ότι ένας Αθηναίος που ήρθε στη Λάρισα το 1881 άνοιξε στο τέλος της οδού Ηπείρου κοντά στους λαχανόκηπους κάποιο εξοχικό κέντρο στο οποίο έδωσε τον τίτλο «Φάληρο». Από την ονομασία αυτή του εξοχικού κέντρου πιστεύεται ότι πήρε το όνομά της και η συνοικία.
Τον χώρο της συνοικίας του Φαλήρου μπορούμε να τον οριοθετήσουμε περίπου μεταξύ των σημερινών οδών Κουμουνδούρου, Καραθάνου, Ηρώων Πολυτεχνείου και Ανθίμου Γαζή. Αρχικά κατοικίες στην συνοικία αυτή δεν υπήρχαν παρά αραιές και μόνον όταν το 1884 κατασκευάσθηκαν οι στρατώνες της Λάρισας, χωρητικότητας 10.000 ατόμων περίπου, άρχισαν σιγά-σιγά να κτίζονται κατοικίες, τις οποίες ενοικίαζαν συνήθως οικογένειες στρατιωτικών. Σε χειρόγραφο στρατιωτικού που έζησε εδώ πριν και μετά τον "ατυχή" ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 διαβάζουμε: «Είχαμε νοικιασμένο σπίτι στη συνοικία Φάληρο, γιατί ο πατέρας μου ήταν υπαξιωματικός του Ιππικού και ήθελε να βρίσκεται κοντά στους στρατώνες»[1].
Κάποιος ιδιοκτήτης του κέντρου "Φάληρο" σε μια καταχώρησή του στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Λάρισας, καλούσε τους Λαρισαίους να «εκδράμουν» στο κέντρο του, όπου θα έχουν την ευχαρίστηση να γευθούν φρέσκα αγγουράκια κατ’ ευθείαν από το περιβόλι και γνήσιο τσίπουρο Τυρνάβου. Ο όρος «εκδράμω» στην προκειμένη περίπτωση δεν απέχει από την πραγματικότητα, καθώς την περίοδο εκείνη η Λάρισα έφθανε νότια μέχρι την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και δυτικά μέχρι το σημερινό κεντρικό κτίριο της Περιφέρειας Θεσσαλίας επί της Παπαναστασίου και η προσέγγιση στο κέντρο Φάληρο αποτελούσε μια μικρή εκδρομική περιπέτεια. Ανάμεσα στη συνοικία Φάληρο και την πόλη μεσολαβούσε ένας αδιαμόρφωτος και ανώμαλος τόπος, που σήμερα τον καλύπτουν το Δημοτικό Θέατρο του ΟΥΗΛ, το Δ’ Δημοτικό Σχολείο, τα Γυμνάσια και η συνοικία του Αγ. Νικολάου. Όλος αυτός ο απέραντος χώρος ήταν τότε γεμάτος με άγρια χόρτα και ανάμεσά τους υπήρχαν μικρά μονοπάτια, τα οποία τις νύκτες μόνο με λάμπες μπορούσε κανείς να διασχίσει.
Επίσης ο Γιώργος Ζιαζιάς διέσωσε την παρακάτω ενδιαφέρουσα διαφήμιση του κέντρου "Φάληρο", δημοσιευμένη στις 11 Ιουνίου 1911: "Ο μικροσκοπικός Αναστάσιος Πράσας, επί έτη εργασθείς εις διάφορα της πόλεώς μας καφενεία, ίδρυσεν από χθες νέον Καφενείον το "Φάληρον", κείμενον κατά την ομώνυμον συνοικίαν και εις το τέλος της οδού Ηπείρου (στρατώνος)[2]".
Αρχικά το κέντρο "Φάληρο" ήταν θερινό. Λειτουργούσε 6-7 μήνες τον χρόνο και φαίνεται ότι ο κόσμος το προτιμούσε ειδικά τις Κυριακές και τα βραδάκια, επειδή είχε και ωραία δροσιά[3]. Αργότερα, επειδή βρισκόταν κοντά στο στρατόπεδο, εξυπηρετούσε τους αξιωματικούς και τους οπλίτες όλο τον χρόνο. Το κέντρο διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930.
Ο χώρος της συνοικίας Φάληρο περιχαρακωνόταν δυτικά από την τάφρο του Κουρουλντού[4]. Πέρα από την τάφρο υπήρχε δυτικά ο Αρναούτ μαχαλάς και αργότερα, μετά το ξερίζωμα του Ελληνισμού από την Ανατολική Ρωμυλία, δημιουργήθηκε νοτιοδυτικά η συνοικία της Φιλιππουπόλεως.
Στον πρόλογο του βιβλίου «Επιστολαί διαφόρων», τις οποίες συγκέντρωσε το 1823 ο δικός μας Ιωάννης Οικονόμου Λογιώτατος αναφέρεται ότι στη συνοικία του Φαλήρου κατοικούσαν από τον καιρό της τουρκοκρατίας ακόμα αρκετοί Τσερκέζοι (Κιρκάσιοι)[5]. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881 οι περισσότεροι απ' αυτούς εγκατέλειψαν τη Λάρισα
Η γειτνίαση της συνοικίας με τους στρατώνες αρχικά του Ιππικού και εν συνεχεία και του Πεζικού, ευνόησε την ανάπτυξή της και η Λάρισα γρήγορα επεκτάθηκε μέχρι τα στρατόπεδα. Ο κενός χώρος καλύφθηκε σταδιακά με διάφορα κτήρια και κατοικίες. Πρώτα δημιουργήθηκαν οι εγκαταστάσεις της γαλλικής εταιρείας «Όμνιουμ Λυοναί», η οποία ηλεκτροδοτούσε την πόλη. Στη θέση αυτή από το 1927-28 άρχισε να οικοδομείται το κτήριο του ΟΥΗΛ και δίπλα τα δημοτικά λουτρά. Περί το 1930, επί υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, κατασκευάσθηκαν νοτιότερα το Δ΄ Δημοτικό Σχολείο και το Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων. Το 1905 ο Μουσικός και Γυμναστικός Σύλλογος δημιούργησε Γυμναστήριο, το οποίο όταν κατασκευάσθηκε το κτήριο του Α΄ Γυμνασίου μετατράπηκε σε σχολικό. Σήμερα στη θέση του Γυμναστηρίου στεγάζονται διάφορα δημόσια εκπαιδευτήρια. Στη συνέχεια μια έκτασή της συνοικίας περιτοίχισε ο Δήμος για να εγκαταστήσει το αμαξοστάσιο και δίπλα οικοδομήθηκε το αρχοντικό του Σταματάκη, ένα επιβλητικό κτίριο με ιδιόρρυθμο αρχιτεκτονικό ρυθμό εν είδει πύργου, το οποίο οι περισσότεροι παλαιοί συμπολίτες μας το γνωρίζουν από τον κατοπινό κάτοχό του τον Λεωνίδα Μπέρτολη, ο οποίος διατηρούσε ατμοκαθαριστήριο και βαφείο στη γωνία των σημερινών οδών Κούμα και Ασκληπιού. Τα νέα σπίτια που χτίζονταν τότε τα ενοικίαζαν στρατιωτικοί, γι' αυτό και στην περιοχή αυτή άνοιξαν συγχρόνως και πολλά στρατιωτικά ραφεία, τα οποία εξασφάλιζαν την πελατεία τους από τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες των γειτονικών στρατώνων.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει το αρχοντικό του Λεωνίδα Μπέρτολη. Βρισκόταν επί της οδού Ηπείρου, αμέσως μετά το Γυμναστήριο και το δημοτικό αμαξοστάσιο και περιβαλλόταν από τεράστια και πλούσια δενδροφυτευμένη αυλή. Εντυπωσίαζε όλους η μορφή του, αλλά για τον αρχιτέκτονα και τον πρώτο ιδιοκτήτη του ελάχιστα γνωρίζουμε[6]. Το αρχοντικό αυτό επέζησε από τις κακουχίες της κατοχής ίσως λόγω της καλής κατασκευής του, αλλά μεταπολεμικά είχε και αυτό την τύχη όλων των παλαιών σπιτιών της Λάρισας, την αντιπαροχή, για να κτισθεί πολυώροφη οικοδομή.
-----------------------------------------------------
[1]. Μαρτυρία του ιατρού Γιάννη Αντωνιάδη, του οποίου ο πατέρας Αντώνιος Αντωνιάδης ήταν επιλοχίας τότε του Ιππικού. Η μαρτυρία αυτή είναι δημοσιευμένη στην εισαγωγή του βιβλίου «Επιστολαί διαφόρων, αντιγραφείσαι παρ’ εμού του Ιωάννου Οικονόμου Λαρισσαίου, 1823, Ιουλίου 25, Λάρισσα». Ο χειρόγραφος αυτός κώδικας, σύμφωνα με τον Γιάννη Αντωνιάδη, ήταν παραπεταμένος και διασώθηκε από τον πατέρα του.
[2]. Βλέπε: Ζιαζιάς Γεώργιος, Φάληρον. Η συνοικία που χάθηκε, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 16ης Μαΐου 2009. Από την διαφήμιση αυτή αφήνεται να εννοηθεί ότι το εξοχικό κέντρο "Φάληρο" μετατράπηκε το 1911 σε καφενείο.
[3]. Επειδή η περιοχή αυτή εμφανίζει ακόμα και σήμερα μια μικρή εδαφική έξαρση και επιπλέον ήταν πλημμυρισμένη από πράσινο, τις βραδινές ώρες του καλοκαιριού, όταν η Λάρισα «φλεγόταν», είχε δροσιά και πολλοί προτιμούσαν την επίσκεψή τους στο κέντρο. Ο Μιχαήλ Σάπκας το καλοκαίρι του 1906, γράφει στην μνηστή του Ιουλία Λογιωτάτου η οποία παραθέριζε στο Τσάγεζι (Στόμιο): «…επήγα εις το Φάληρον με τον κ. Αρ. Μπέμπον και Σ. Ματρώζον και εκαθήσαμεν μέχρι της 2ας μετά το μεσονύκτιον».
[4]. Το ρέμα Κουρουλντού (Ξερόλακκος, Ξεριάς) βρισκόταν στη θέση που καταλαμβάνει σήμερα η οδός Καραθάνου και διατηρήθηκε μέχρι το 1937. Την περίοδο εκείνη μετατράπηκε σε κλειστό αγωγό ομβρίων υδάτων, μια ανακουφιστική κατασκευή για να διοχετεύονται τα νερά της βροχής στον Πηνειό και την αποφυγή μεγάλων πλημμυρών. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τομ. Α΄, Κατερίνη, (2002)2 σ. 113.
[5]. Οι Τσερκέζοι, ή κατά την ελληνική εκδοχή Κιρκάσιοι, ήταν λαός με μακρά ιστορική παρουσία στην ανατολική ενδοχώρα κοντά στον Εύξεινο Πόντο. Το 1864 διάφορες πολιτικές καταστάσεις τους οδήγησαν σε μαζική φυγή. Το μεγαλύτερο μέρος του τσερκέζικου πληθυσμού, περίπου 500.000 άτομα, εγκαταστάθηκε στην οθωμανική επικράτεια, κυρίως στην Ανατολία αλλά και στα Βαλκάνια που ήταν τότε τουρκοκρατούμενα.
[6]. Το πυργόσπιτο κτίσθηκε από κάποιον πλούσιο Λαρισαίο ονόματι Σταματάκη, την κόρη του οποίου Έλενα νυμφεύθηκε ο Λεωνίδας Μπέρτολης, και έτσι κληρονόμησε την κατοικία που πήρε τελικά το όνομά του.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

Το κτίριο του ΟΥΗΛ 

Το κτίριο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ΟΥΗΛ, στη θέση όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το ημιτελές Θέατρο του ΟΥΗΛ. Φωτογραφία του 1990. Από το αρχείο του Βαγγέλη Ρηγόπουλου μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας.Το κτίριο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ΟΥΗΛ, στη θέση όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το ημιτελές Θέατρο του ΟΥΗΛ. Φωτογραφία του 1990. Από το αρχείο του Βαγγέλη Ρηγόπουλου μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει ένα μέρος των εγκαταστάσεων οι οποίες είχαν κατασκευασθεί λίγο πριν το 1930 επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα για να στεγάσουν τις μηχανές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ηλεκτρογεννήτριες) στη Λάρισα.
Οι εγκαταστάσεις αυτές καταλάμβαναν το τετράγωνο που περικλείεται σήμερα από τους δρόμους Κουμουνδούρου - Ανθίμου Γαζή - Βελή και ανατολικά από το κτίριο της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Οι ηλεκτρικές αυτές εγκαταστάσεις, μαζί με τον Μύλο του Παππά ήταν τα μόνα μεγάλα βιομηχανικά κτίσματα που είχε η Λάρισα. Και ενώ ο Μύλος του Παππά αξιοποιήθηκε θαυμάσια και σήμερα αποτελεί μια κυψέλη πολιτισμού για την πόλη, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του ΟΥΗΛ κατεδαφίσθηκαν για να ανεγερθεί το Δημοτικό Θέατρο[!].
Η ιστορία του ηλεκτροφωτισμού της Λάρισας πέρασε από πολλές περιπέτειες. Μετά την απελευθέρωση η δημοτική αρχή προσπαθούσε να φωτίσει τα κεντρικά σημεία της πόλης τοποθετώντας φανάρια πετρελαίου. Σε παλιές φωτογραφίες των αρχών του 20ου αιώνα που απεικονίζουν την Κεντρική Πλατεία, μπορεί κανείς να διακρίνει ψηλούς σιδερένιους φανοστάτες με ωραία σχέδια, στην κορυφή των οποίων τοποθετούσαν τις λεγόμενες γκαζόλαμπες. Ένα μικρό δοχείο που το εφοδίαζαν με πετρέλαιο και φιτίλι, περιβαλλόταν κυκλικά από γυαλί και κάθε βράδυ συγκεκριμένη ώρα περνούσε ειδικός υπάλληλος, καθάριζε το γυαλί, άλλαζε το φυτίλι και εφοδίαζε με πετρέλαιο τη συσκευή. Συνήθως την εργασία αυτή την ανέθετε ο Δήμος σε ειδικά συνεργεία έπειτα από διαγωνισμό. Αλλά οι αντιδράσεις για την σωστή λειτουργία τους ήταν συχνές και έντονες, καθώς ο φωτισμός δεν διαρκούσε μέχρι το πρωί, δεν λειτουργούσαν όλοι οι φανοστάτες και κυρίως δεν εξυπηρετούσαν τις συνοικίες. Έτσι κάποιος που ήταν αναγκασμένος να βγει το βράδυ έξω, έπαιρνε μαζί του και ένα φανάρι. Το 1899 η Γαλλοελληνική Εταιρεία Ασετιλίνης ανέλαβε τον φωτισμό της Λάρισας. Όμως ηλεκτρικό φωτισμό είδε η πόλη το 1909, έπειτα από ιδιωτική πρωτοβουλία. Συγκεκριμένα το 1906 τον επάνω όροφο του μεγάρου του Μεχμέτ Χατζημέτου[2] ενοικίασε ο Ιωάννης Ασλάνης και τον διαμόρφωσε σε πολυτελή λέσχη, γι' αυτό και το κτίριο αυτό έμεινε γνωστό στην ιστορία της Λάρισας σαν Λέσχη Ασλάνη. Τα καλοκαίρια η Λέσχη άπλωνε τραπεζάκια απέναντι, στον χώρο της Κεντρικής πλατείας. Το 1909 ο Ασλάνης είχε την φαεινή ιδέα να εγκαταστήσει στα υπόγεια του κτιρίου της Λέσχης μια μικρή μηχανή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και να φωτίσει τα τραπεζάκια της Πλατείας. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε έκπληξη για τους κατοίκους, οι οποίοι έτρεξαν απ' όλα τα μέρη της πόλης για να θαυμάσουν το γεγονός.
Την ίδια χρονιά το Δημοτικό Συμβούλιο επί δημαρχίας Αχιλλέα Αστεριάδη ήλθε σε συνεννόηση με τον όμιλο "Πηνειός" από την Κέρκυρα και υπέγραψε σύμβαση, με την οποία παραχωρούσε στην εταιρεία το προνόμιο ηλεκτροδότησης και ύδρευσης της Λάρισας για πενήντα χρόνια. Όμως ο "Πηνειός" δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε σοβαρές εργασίες και τo 1913 αναγκάσθηκε να εκχωρήσει τα δικαιώματά της στην Γαλλική "Omnium", η οποία κατάφερε μέσα σε ένα χρόνο να ηλεκτροδοτήσει τα κεντρικά σημεία της πόλης, τα καταστήματα και πολλές κατοικίες. Όμως η έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ανέστειλε τη δράση της και όταν το 1918 επανέλαβε τις εργασίες της, αυτές ήταν υποτονικές, ο φωτισμός ανεπαρκής και διακεκομμένος, με αποτέλεσμα να επισύρει την κατακραυγή του κόσμου. Την κατάλληλη στιγμή διακεκριμένοι πολίτες της Λάρισας έκριναν ότι έπρεπε να απαλλαγούν από την "Omnium" και έπειτα από διαβουλεύσεις συνέστησαν το 1924 επιτροπή με πρόεδρο τον μετέπειτα δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα και μέλη γνωστά πρόσωπα της Λαρισαϊκής κοινωνίας και κήρυξαν την "Omnium" έκπτωτη. Και προκειμένου να αντιμετωπίσουν το οικονομικό πρόβλημα που απαιτούσε το θέμα του ηλεκτρισμού και της ύδρευσης της πόλης σύστησαν συνεταιρισμό καταναλωτών, στον οποίο συμμετείχε και ο Δήμος, την οποία ονόμασαν ΕΥΗΛ, δηλ. Εταιρεία Υδρεύσεως Ηλεκτρισμού Λαρίσης. Η Εταιρεία προχώρησε με γρήγορα και σταθερά βήματα. Η πόλη το 1925 απέκτησε επιτέλους φωτισμό χωρίς εμπόδια και διακοπές και στις 6 Δεκεμβρίου 1930, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον Υδατόπυργο, άνοιξε την στρόφιγγα και το νερό, καθαρό και υγιεινό, έφθασε σε όλα τα σπίτια της Λάρισας.
Τον Αύγουστο του 1940 η ΕΥΗΛ μετονομάσθηκε σε ΟΥΗΛ, δηλ. Οργανισμό Υδρεύσεως και Ηλεκτρισμού Λαρίσης, ο οποίος παρείχε φθηνό ρεύμα και νερό ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Λάρισας. Το 1960 το τμήμα του ηλεκτροφωτισμού του ΟΥΗΛ εξαγοράσθηκε από την ΔΕΗ και έμεινε στον οργανισμό μόνον η ύδρευση, η οποία το 1974
περιήλθε στον Δήμο και μετονομάσθηκε σε ΔΕΥΛ, δηλ. Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης.
Το 2002 τα κτίρια της Ηλεκτρικής Εταιρείας, όπως ονόμαζαν οι Λαρισαίοι το κτηριακό συγκρότημα όπου στεγάζονταν οι ηλεκτρογεννήτριες, κατεδαφίσθηκαν και οικοδομήθηκε το Δημοτικό Θέατρο, το οποίο δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
----------------------------------------------------------
[1]. Αν ανατρέξει κανείς στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου της Λάρισας από το 1881, έτος απελευθέρωσης, μέχρι σήμερα, θα βρει ότι κατά καιρούς είχε προταθεί σχεδόν από όλους τους δημάρχους της πόλης η κατασκευή Δημοτικού Θεάτρου, όμως οι προτάσεις αυτές έμεναν προσδοκίες ανεκπλήρωτες. Πέρασαν από τότε 136 χρόνια και η Λάρισα, μία από τις μεγαλύτερες και ραγδαία αναπτυσσόμενες πόλεις της χώρας, δεν έχει ακόμη ένα ολοκληρωμένο Δημοτικό Θέατρο.
[2]. Ο Μεχμέτ Χατζημέτου ήταν ένας πλούσιος μουσουλμάνος της Λάρισας, ο οποίος δεν εγκατέλειψε το 1881 τη Λάρισα όπως πολλοί άλλοι Οθωμανοί. Ήταν γαιοκτήμονας και κάτοχος πολλών ακινήτων μέσα στην πόλη. Διετέλεσε πρόεδρος της Μουσουλμανικής Κοινότητας της Λάρισας και για ένα διάστημα ήταν και Μουφτής. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ιωάννης Ασλάνης, ο λεσχάρχης, εφ. Larissanet, Λάρισα, φύλλο της 1ης Ιουλίου 2016.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η οδός Κούμα το 1932


Η οδός Κούμα από το ύψος του κινηματοθεάτρου "Πάλλας" με κατεύθυνση προς την Κεντρική Πλατεία. Επιστολικό δελτάριο ταχυδρομημένο από τη Λάρισα με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1932.Η οδός Κούμα από το ύψος του κινηματοθεάτρου "Πάλλας" με κατεύθυνση προς την Κεντρική Πλατεία. Επιστολικό δελτάριο ταχυδρομημένο από τη Λάρισα με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1932.
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από εικονογραφημένο επιστολικό δελτάριο, το οποίο ταχυδρομήθηκε από τη Λάρισα στις 27 Οκτωβρίου 1932.
Όπως αναφέρει σφραγίδα στην πίσω πλευρά της κάρτας, αποστολέας ήταν ο Dr. Byron Asteriadis (Βύρων Αστεριάδης) με ειδικότητα πνευμονολόγου και παραλήπτης ο Oberarzt Dr. Kranzfelder στη Γερμανία, προφανώς ο διευθυντής της κλινικής όπου απέκτησε την ειδικότητά του[1].
Η φωτογραφία ταυτοποιήθηκε από την ομάδα της Φωτοθήκης Λάρισας και αποτυπώνει την οδό Κούμα, όπως ήταν πριν από το 1932. Ο φωτογράφος στάθηκε κοντά στη διασταύρωση της Κούμα με την Βασ. Σοφίας (Παναγούλη σήμερα), έστρεψε τον φακό του δυτικά και απεικόνισε ολόκληρη την οδό Κούμα μέχρι την Κεντρική Πλατεία.
Και στις δύο πλευρές στη διασταύρωση των οδών Κούμα και Ασκληπιού, δεσπόζουν δύο ισοϋψείς διώροφες κατοικίες με όμορφα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, η αρχιτεκτονική μορφή των οποίων παραπέμπει σε νεοκλασικό ρυθμό.
Αριστερά, κρυμμένο μέσα σε μια συστάδα δένδρων του πεζοδρομίου βρίσκεται η κατοικία της οικογένειας Αρσενίδη. Ως γενάρχης της θεωρείται ο Νικόλαος Αρσενίδης (1840-1883), ο οποίος διατηρούσε από την περίοδο της τουρκοκρατίας κοσμηματοπωλείο και το 1870 έγινε κύριος μιας μεγάλης αγροτικής έκτασης στο χωριό Αλήφακα (σήμερα Κάστρο) της Λάρισας. Επί τουρκοκρατίας η κατοικία του βρισκόταν στον Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγίου Αθανασίου) και διατηρούνταν μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στην οδό Ζαρμάνη, οπότε και κατεδαφίσθηκε για να κατασκευασθεί πολυώροφη οικοδομή.
Ο γιος του Βασίλειος Αρσενίδης έκτισε στις αρχές του 20ου αιώνα το νεοκλασικό της φωτογραφίας, στη γωνία των οδών Κούμα και Ασκληπιού. Η πρόσοψη βρισκόταν επί της Ασκληπιού και από το αρχοντικό του Δημητρίου Πουλιάδη που βρισκόταν στη γωνία Ασκληπιού και Παπακυριαζή, το χώριζε μια μεγάλη αυλή η οποία επεκτεινόταν και ανατολικά του σπιτιού του. Ήταν πλημμυρισμένη από λουλούδια τα οποία φρόντιζε με πολύ αγάπη η σύζυγος του Αγγελική (Κική) Οράτη (1893-1955). Η οικογένεια Αρσενίδη ήταν μία από τις αρχοντικές και πιο παλιές οικογένειες της Λάρισας. Ο Βασίλειος Αρσενίδης, ήταν ο μοναδικός γιος της οικογένειας και εκτός από τις επιτυχίες του στον επαγγελματικό τομέα υπήρξε και δραστήριο μέλος της κοινωνίας της Λάρισας. Από το 1914 διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος στο πλευρό του Μιχαήλ Σάπκα, ενώ το 1924 διορίσθηκε δήμαρχος Λαρίσης. Στην ολιγόμηνη θητεία του πρόσφερε πολλαπλές υπηρεσίες στους δημότες της πόλης. Ήταν ο άνθρωπος που κατόρθωσε να εκδιώξει το "καρκίνωμα" της Ηλεκτρικής Εταιρείας "Omnium" του Κερκυραίου επιχειρηματία Αθανασίου Ανεμογιάννη και να βάλει τα θεμέλια για να λειτουργήσει ο ηλεκτροφωτισμός και η ύδρευση της Λάρισας πάνω σε υγιείς βάσεις. Νυμφεύθηκε την Αγγελική Οράτη, κόρη αριστοκρατικής οικογένειας από την Αίγυπτο και από τον γάμο του απέκτησε δύο τέκνα, το 1922 τον Νίκο ο οποίος σπούδασε γεωπόνος και το 1924 την Φανή, η οποία παντρεύτηκε τον αξιωματικό Επαμεινώνδα Χριστοδουλόπουλο, εγγονό του συμβολαιογράφου και ιστορικού της Λάρισας Επαμεινώνδα Φαρμακίδη[2].
Στην απέναντι πλευρά, γωνία Κούμα και Ασκληπιού διακρίνεται το μεγαλόπρεπο αρχοντικό της οικογένειας του ιατρού Αχιλλέα Αστεριάδη. Ήταν ένα διώροφο κτίσμα σε κλασικό νεοελληνικό ρυθμό, με αρκετά μεγάλη αυλή. Όπως διαπιστώνετε, και τα δύο αρχοντικά περιβάλλονταν από ανθοστόλιστες αυλές. Προπολεμικά όλες σχεδόν οι κατοικίες, ακόμα και στο κέντρο της πόλης, διέθεταν μεγάλες ή μικρές αυλές, γεμάτες από όμορφα λουλούδια και σκιερά δένδρα. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ανήκε σε μία από τις επιφανέστερες οικογένειες της παλιάς Λαρίσης και για πολλά χρόνια διετέλεσε αιρετός δήμαρχος. Λόγω της τελευταίας αυτής ιδιότητάς του και της αρχοντιάς του, το σπίτι αυτό φιλοξένησε κατά καιρούς διάφορες προσωπικότητες της πολιτικής, της επιστήμης και των γραμμάτων. Και ο Κωνσταντίνος, αρχικά ως διάδοχος και κατόπιν ως βασιλιάς, όταν ερχόταν στη Λάρισα πριν και μετά από το 1912, στο σπίτι του Αστεριάδη φιλοξενούνταν, γιατί είχε αναπτύξει μαζί του στενούς δεσμούς φιλίας. Από τα τέκνα του Αχιλλέα Αστεριάδη ο Τάσος έγινε καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η κόρη του Γιοχάνα, υπήρξε από τα ωραιότερα κορίτσια της Λάρισας την εποχή του μεσοπολέμου και παντρεύτηκε τον δικηγόρο Ξενοφώντα Ριζόπουλο, όμως ο γάμος τους διαλύθηκε σύντομα. Ο μικρότερος Πίπης, εγκαταστάθηκε μαζί με την αδελφή του Γιοχάνα στην Αθήνα περί το 1930. Εγκαταλείποντας τη Λάρισα όλοι οι απόγονοι του Αχιλλέα Αστεριάδη, ενοικίασαν το αρχοντικό τους για να στεγασθεί το τηλεγραφείο και το ταχυδρομείο. Πάνω από δέκα χρόνια στεγάσθηκαν οι υπηρεσίες των τηλεπικοινωνιών στο σπίτι του Αστεριάδη και τελικά αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν όταν οι αλλεπάλληλοι σεισμοί που έπληξαν τη Λάρισα από τον Μάρτιο του 1941 το κατέστησαν ετοιμόρροπο, κατεδαφίσθηκε και στη θέση του υψώθηκαν πολυώροφες οικοδομές[3].
Στην άλλη γωνία, απέναντι από το νεοκλασικό του Αχιλλέα Αστεριάδη, διακρίνεται το καθαριστήριο του Λεωνίδα Μπέρτολη. Ήταν ένα ισόγειο κτίσμα, το οποίο διατηρήθηκε εν λειτουργία και μεταπολεμικά. Στο βάθος δεξιά διακρίνεται αχνά ο επάνω όροφος της "Λαρισαϊκής Λέσχης", μιας ουσιαστικά χαρτοπαικτικής λέσχης, στην οποία όμως πραγματοποιούνταν κατά διαστήματα και διάφορες κοσμικές συγκεντρώσεις. Η πορεία της οδού Κούμα οδηγεί στο βάθος στην Κεντρική πλατεία, η οποία όμως δεν διακρίνεται λόγω αποστάσεως.
----------------------------------------------------
[1]. Δεν μπόρεσα μέχρι στιγμής να συλλέξω στοιχεία για τον ιατρό Βύρωνα Αστεριάδη. Όποιος γνωρίζει κάτι ας επικοινωνήσει μαζί μου (τηλ. 2410 287450).
[2]. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944). Ο οραματιστής δήμαρχος Λάρισας του Μεσοπολέμου, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2015.
[3]. Ολύμπιος [Κώστας Περραιβός], Ένα αρχοντικό που δεν υπάρχει πια, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 5ης Φεβρουαρίου 1973

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις

Οικία οικογένειας Παντοστόπουλου



Η κατοικία του οδοντιάτρου Χρήστου Παντοστόπουλου. Σχέδιο του Χρήστου Τζεζαϊρλίδη.Η κατοικία του οδοντιάτρου Χρήστου Παντοστόπουλου. Σχέδιο του Χρήστου Τζεζαϊρλίδη.
Το κτίριο της σημερινής εικόνας οι παλαιότεροι Λαρισαίοι το θυμούνται ζωηρά. Βρισκόταν μέχρι το 1975 στη νοτιοδυτική γωνία της διασταύρωσης των οδών Κούμα και Βασιλέως Κωνσταντίνου (Παναγούλη σήμερα), απέναντι από το κινηματοθέατρο «Παλλάς» και ήταν η κατοικία της οικογένειας Παντοστόπουλου.
Η κατοικία αυτή οικοδομήθηκε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Όταν ο φωτογράφος Ιωάννης Παντοστόπουλος εγκαταστάθηκε στη Λάρισα ενοικίασε την κατοικία αυτή και εγκατέστησε στους χώρους της το φωτογραφικό εργαστήριο. Αργότερα, όπως μας αναφέρει ο Γεώργιος Γουργιώτης, νυμφεύθηκε την ιδιοκτήτρια του κτιρίου και έτσι έγινε κάτοχός της[1]. Ήταν ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες ζωγράφους-φωτογράφους της Λάρισας μετά την απελευθέρωση, η επαγγελματική δράση του οποίου ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1890. Θεωρείται ο γενάρχης μιας μεγάλης οικογένειας φωτογράφων της πόλης μας, αφού η αδελφή του Στυλιανή Παντοστοπούλου παντρεύτηκε τον φωτογράφο Γεράσιμο Δαφνόπουλο (1874-1935), από τους συγγενείς του οποίου προήλθαν πολλοί ονομαστοί καλλιτέχνες φωτογράφοι, όπως ο Γεώργιος Βαλσάμης, ο Νικόλαος Μούσιος και ο Δημήτριος Αρετόπουλος.
Το οίκημα αυτό κληρονόμησε ο γιος του Χρήστος Παντοστόπουλος. Ο τελευταίος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1897, αλλά δεν συγκινήθηκε από την επαγγελματική επιτυχία στη φωτογραφική τέχνη και την κοινωνική καταξίωση που είχε ο πατέρας του και ακολούθησε άλλο επάγγελμα. Σπούδασε στο «Οδοντιατρικόν Σχολείον» του Πανεπιστημίου Αθηνών[2] και αποφοίτησε τον Οκτώβριο του 1923 στη Λάρισα. Το οδοντιατρείο του το εγκατέστησε στην ιδιωτική τους κατοικία, στους χώρους όπου είχε το φωτογραφικό εργαστήριο ο πατέρας του. Ήταν μια ευρύχωρη μονοκατοικία, της οποίας η κυρία είσοδος ήταν επί της οδού Παναγούλη. Τα δύο πρώτα δωμάτια εκατέρωθεν της εισόδου που έβλεπαν στον δρόμο, εξυπηρετούσαν την επαγγελματική του ιδιότητα. Το ένα το είχε μετατρέψει σε αίθουσα αναμονής και το άλλο το χρησιμοποιούσε ως οδοντιατρείο. Τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού φιλοξενούσαν την οικογένεια η οποία αποτελείτο από τον ίδιο και τις δύο αδελφές του. Και τα τρία αδέλφια δεν ευτύχησαν να κάνουν οικογένεια. Ήταν από τους πρώτους επιστήμονες οδοντιάτρους που εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, εφοδιασμένος με τα κατάλληλα εργαλεία της επιστήμης του, στο δε μητρώο του Οδοντιατρικού Συλλόγου της Λάρισας φέρει τον αριθμό 1 (ένα). Η κατοικία διέθετε μια μεγάλη κατάφυτη αυλή η οποία έβλεπε επί της Παναγούλη. Τοιχίο με κάγκελα την οριοθετούσε από το πεζοδρόμιο και μια μεγάλη σιδερένια πόρτα με περίτεχνα σχέδια οδηγούσε από τον δρόμο στην αυλή.
Αρχιτεκτονικά η κατοικία του Χρήστου Παντοστόπουλου ήταν μια ισόγεια μονοκατοικία με ημιυπόγειο, η οποία ήταν στολισμένη εξωτερικά με ορισμένα λιτά και κομψά νεοκλασικά διακοσμητικά στοιχεία κυρίως γύρω από τα ανοίγματα και τις γωνίες. Ιδιαίτερα η κυρία είσοδος είχε στα πλάγια δύο ευρείες παραστάδες, ήταν ψηλή και επάνω τελείωνε σε ένα κομψό τριγωνικό αέτωμα. Δύο σκαλοπάτια οδηγούσαν από το πεζοδρόμιο στην δίφυλλη πόρτα με φεγγίτη. Η πόρτα ήταν ξύλινη και τα ανοίγματά της προστατεύονταν από όμορφες σιδεριές. Ήταν ένα κτίσμα σχετικά μικρό σε διαστάσεις, αλλά πολύ κομψό, με ωραίες αναλογίες, τετράριχτη στέγη με κεραμίδια, ακροκέραμα στις γωνίες και με δύο απλές καμινάδες, όπως φαίνεται και από το δημοσιευόμενο σχέδιο. Τελικά αυτοί οι παλιοί τεχνίτες, εμπειρικοί οι περισσότεροι, φαίνεται ότι είχαν πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα της καλαισθησίας, αν αναλογισθεί κανείς την αδιάφορη αισθητική παρόμοιων σε διαστάσεις σημερινών μονώροφων κτισμάτων.
Ο Χρήστος Τζεζαϊρλίδης αποτύπωσε σε ωραία σχέδια τόσο την κατοικία του Χρήστου Παντοστόπουλου, όσο και την σιδερένια αυλόπορτα. Τα σχέδια αυτά δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Σπαρμός» που εξέδιδε στην πόλη μας την δεκαετία του 1980 ο ιατρός και λογοτέχνης Μάκης Λαχανάς.
Ο Χρήστος Παντοστόπουλος εκτός από την επιστήμη του, επιδόθηκε με ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική, την οποία μελέτησε θεωρητικά. Υπήρξε επί σειρά ετών μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας, συμμετείχε κατά καιρούς σε διάφορες εκδηλώσεις με μουσικά σχήματα του Ωδείου (ο ίδιος ήταν εξαιρετικός τενόρος), δημοσίευε στις τοπικές εφημερίδες κριτική μουσικών εκδηλώσεων, ρεσιτάλ, συναυλιών, κλπ. και γενικά πρωτοστατούσε σε κάθε μουσική εκδήλωση της πόλης τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, μέχρι και τον θάνατό του. Συνταξιοδοτήθηκε το 1964 και πέθανε το 1974.
Το κτίριο άντεξε στις κακουχίες της κατοχής (σεισμός, βομβαρδισμοί), και ο ιδιοκτήτης συνέχισε και μεταπολεμικά να εργάζεται και να διαμένει σ’ αυτό. Αργότερα όμως, μετά τον θάνατό του (1974), ακολούθησε δυστυχώς την τύχη των άλλων νεοκλασικών κτισμάτων της Λάρισας. Κατά την κατεδάφισή του το 1975, στη διάρκεια σωστικής ανασκαφής από την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων, βρέθηκε σε δεύτερη χρήση ενεπίγραφη πλάκα με απελευθερωτικές πράξεις. Η πλάκα αυτή είχε χρησιμοποιηθεί σε κτίσμα της ύστερης αρχαιότητας ως κατώφλι, με την επιγραφή τοποθετημένη προς τα κάτω, από την οποία όμως διασώθηκαν μόνο αποσπασματικά λείψανα[3]. Στην ίδια ανασκαφή βρέθηκαν και άλλες πλάκες με επιγραφές.
 [1]. Ο Ιωάννης Παντοστόπουλος (1863-1928) γεννήθηκε στη Σαμαρίνα και σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στη Λάρισα. Αργότερα επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και μαθήτευσε κοντά στους μοναχούς την αγιογραφία. Με τη φωτογραφία ασχολήθηκε αργότερα. Βλέπε: Γουργιώτης Γεώργιος, Λαρισαίοι φωτογράφοι του τέλους του 19ου αιώνα ως το 1940, στο βιβλίο Μικρά μελετήματα, Λάρισα (2000) σ. 131-132.
[2]. Μπαρμπής Βοζαλής, Πορτραίτα πρωτοπόρων οδοντιάτρων της Λάρισας, Λάρισα (2006) σ. 11. Δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί ως ιδιαίτερη Σχολή η Οδοντιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
[3]. Ζάχου-Κοντογιάννη Μ.-Η., Μία νέα επιγραφή με απελευθερωτικές πράξεις από τη Λάρισα, Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμ. Κ΄ (1981) σ. 155-172.

* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com


Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Τα Ταμπάκικα

 

Μία από τις φτωχότερες γειτονιές της Λάρισας, δίπλα στον Πηνειό ποταμό, ήταν τα Ταμπάκικα, που κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας έμεναν εκεί λίγοι κάτοικοι, που το επάγγελμά τους ήταν η κατεργασία δερμάτων, οι ταμπάκηδες, όπως τους αποκαλούσαν τότε (ταμπάκ τουρκιστί σημαίνει δέρμα), δηλαδή οι βυρσοδέψοι, όπως επίσης έμεναν μερικές από τις φτωχότερες οικογένειες, αυτές που υπέμεναν καρτερικά την αφόρητη μυρωδιά, την απαίσια μπόχα που έβγαινε από το πλύσιμο, ήλιασμα κ.λπ. της κατεργασίας των δερμάτων.
Είχε τόσες πολλές βιοτεχνίες τομαριών, που και από το δρόμο, σήμερα οδός Γεωργιάδου, απέφυγε κανείς να περάσει διότι η δυσοσμία ήταν αηδιαστική και εμετική, γι’ αυτό άλλωστε η συνοικία αυτή ήταν μικρή, αφού κανένας δεν ήθελε να πάει στον τόπο αυτό που βρωμοκοπούσε.
Το όνομα Ταμπάκικα διατήρησε μέχρι τον πόλεμο του 1940, αλλά και στα πρώτα χρόνια τα μεταπολεμικά, οπότε μετονομάστηκε σε Αμπελόκηπους, γιατί στο πίσω μέρος της συνοικίας και δίπλα στο ποτάμι υπήρχαν λίγα αμπέλια.
Στα στενά δρομάκια και αδιέξοδα της συνοικίας αυτής και μέσα σε χαμόσπιτα, παράγκες, χαλάσματα, σε άθλια κατάσταση, λειτουργούσαν ναοί τής Αφροδίτης, που έθυαν αξιοθρήνητα πλάσματα που είχαν κατεβεί το τελευταίο σκαλοπάτι του ανθρώπινου ξεπεσμού και στους πανάθλιους αυτούς δρόμους τους γεμάτους από μια σπιθαμή λάσπης το χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, κυκλοφορούσαν όχι μόνο στο θεοσκόταδο που επικρατούσε τη νύχτα, αλλά και την ημέρα, άνθρωποι της κατώτατης υποστάθμης, χασικλήδες, χαμίνια, κακοποιοί, κλέφτες, στρατιώτες από κάθε καρυδιάς καρύδι, γιατί τότε υπήρχε πάντοτε στρατός και πάρα πολλούς από το 1925 που εγκαταστάθηκε στη Λάρισα το Β’ Σώμα Στρατού, και νταβατζήδες και σωματέμποροι, που γίνονταν με το ζόρι εραστές και που πολλές φορές αρματωμένοι με κουμπούρες και δίκοπα μαχαίρια, μπουκάριζαν στα δωμάτια των δύστυχων αυτών γυναικών - ιερειών και τις υποχρέωναν να δεχθούν προστασία, με αντάλλαγμα βέβαια τις εισπράξεις των. Πολλές από αυτές πλήρωσαν την ανυπακοή τους με τη ζωή τους. Και κάθε βράδυ δεν έλειπαν οι καβγάδες, σαματάδες, αιματηρά γεγονότα, ακόμα και φόνοι. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για τα Ταμπάκικα ήταν στίγμα του σύγχρονου πολιτισμού.
Για τη ζωή της συνοικίας αυτής μεταφέρω εδώ ένα κομμάτι από όσα γράφω στο βιβλίο μου «Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα»: «Πράγματι, όπως θυμούνται όλοι, οι μεγάλης σήμερα ηλικίας, η κατάσταση, στη συνοικία αυτή ήταν τέτοια που ξευτελίζονταν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έβλεπε κανείς την ημέρα τις γυναίκες των σπιτιών αυτών αγουροξυπνημένες, κακοβαμμένες και πολλές μαστουρωμένες να είναι στημένες στις πόρτες για να ψωνίσουν κανένα πρωινό πελάτη και άλλες να κάθονται έξω από κάτι μικρομάγαζα - τεκέδες και περισσότερο τις ημέρες που είχε λιακάδα, επιδεικνύοντας προκλητικά στους περαστικούς τα μισόγυμνα στήθη τους και λίγο μπούτι πάνω από τα γόνατα, μεταξύ της μαύρης κάλτσας και της κατά προτίμηση κόκκινης καλτσοδέτας και του κοντοφουστανιού.
Τη νύχτα δέχονταν τους πελάτες στα πανάθλια δωμάτιά τους, που μύριζαν μούχλα και περμαγκανάντ, ανάμικτα με φθηνό άρωμα και στα τρίζοντα σανιδένια κρεβάτια με τα βρώμικα σεντόνια. Τον χειμώνα δε ήταν που να τις αηδιάζεις, όταν σε υποδέχονταν καθισμένες, ανασκουμπωμένες με ανοιχτά τα σκέλη τους στα μαγκάλια…».
Και όμως δούλευαν τότε όλες πολύ καλά, γιατί ήταν φτηνές και οι νεολαίοι, που το χαρτζιλίκι τους τότε ήταν πενιχρό για τους περισσότερους, δεν έφθανε για τις αλλού ακριβότερες.
Η κατάσταση στην πανάθλια αυτή συνοικία συνεχίστηκε μέχρι το 1930, που ξεσηκώθηκαν πολλοί Λαρισαίοι και Ταμπακιώτες κυρίως επαγγελματίες, που με το πέρασμα του χρόνου είχαν έλθει στη συνοικία αυτή και ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα, εξυπηρετώντας τον πληθυσμό της πολυάνθρωπης πλέον συνοικίας, και ζήτησαν από την Πολιτεία να απαλλάξει τη συνοικία αυτή από τα κακόφημα σπίτια και τα κακοποιά στοιχεία, όπως και έγινε.
Στη συνοικία τα παλιά εκείνα χρόνια πρόβαλαν το πρώτο παγοποιείο του Αθ. Κατσαούνη, ο πρώτος ατμόμυλος του Δερβίς - Βέη, που το 1884 μεταβιβάστηκε στον Ι. Τσιμπούκην, ο μύλος του Παππά και, βέβαια, πρόβαλε και φάνταζε η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που κτίστηκε στην αρχή σε αρκετό βάθος από την επιφάνεια της γης, πλάι στο αναβλύζον τότε εκεί αγίασμα, κατόπιν της κατά το έτος 1877 ανευρέσεως της εικόνας της Παναγίας, ύστερα από όνειρο ευσεβούς γυναίκας.
Επίσης, στη συνοικία λειτουργούσε και το εξοχικό κέντρο «Ο Πλάτανος», δίπλα στο ποτάμι, με τον περίφημο Καραγκιόζη που παρακολουθούσαν όχι μόνο Ταμπακιώτες, αλλά και από όλη την πόλη οι Καραγκιοζόφιλοι. Το κέντρο αυτό, αλλά και η συνοικία, συνδέονταν με περαταριά με την απέναντι περιοχή τότε Παπασταύρου, που υπήρχε μόνο το μικρό εξοχικό κεντράκι «Η Κιβωτός», στο σημείο δε αυτό οι Ταμπακιώτες κολυμπούσαν ή μάθαιναν κολύμπι, οι οποίοι επίσης ψάρευαν στον Πηνειό γουλιανούς και σαζάνια, ψάρια νοστιμότατα. Πολλοί, μάλιστα, Ταμπακιώτες είχαν και βάρκες ειδικές για το ποτάμι. Στα Ταμπάκικα υπήρχε και ένας πύργος της οικογένειας Ροδόπουλου, χωρίς όμως ν’ αναφέρεται πουθενά πώς κατεδαφίστηκε.
Η συνοικία αυτή, ακόμα και προ ολίγων δεκαετιών, υπέφερε πολύ από τις πλημμύρες που προξενούσε ο Πηνειός, ο οποίος συχνά πλημμύριζε και της προξενούσε ζημιές.
Σήμερα, τα Ταμπάκικα - Αμπελόκηποι, με τις όμορφες πολυκατοικίες, πήρε όψη πολιτισμένη και σε λίγα χρόνια που θα διαμορφωθούν και όσοι δαιδαλώδεις δρόμοι υπάρχουν και σήμερα, τίποτα δεν θα θυμίζει από τα κακόφημα Ταμπάκικα της παλιάς εποχής, τίποτα από την παλιά φυσιογνωμία της συνοικίας αυτής.
(Τα Ταμπάκικα οι Τούρκοι τα ονόμαζαν Ταμπάχανα ή Ταμπακχανέ Μαχάλεσι).


Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις...

Η Λάρισα όπως την είδε ο Fr. Pouqueville (1812)


Η Λάρισα όπως ήταν το 1812. Χαρακτικό του François PouquevilleΗ Λάρισα όπως ήταν το 1812. Χαρακτικό του François Pouqueville
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από το βιβλίο του Γάλλου Francois Pouqueville, "Grece"[1] και αποτυπώνει την παραπήνεια περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Γενικό Νοσοκομείο.
Ο Pouqueville (1770-1838) μετά το τέλος των βασικών σπουδών του, χειροτονήθηκε σε νεαρή ηλικία ιερέας, αλλά γρήγορα αποσχηματίσθηκε και το 1794 άρχισε ιατρικές σπουδές στο Παρίσι. Υπήρξε συγγραφέας ιστορικών και περιηγητικών βιβλίων και διπλωμάτης. Στη χώρα μας έγινε γνωστός με την τελευταία ιδιότητά του, αφού παρέμεινε περισσότερο από μια δεκαετία στα Ιωάννινα, διορισμένος από τον Ναπολέοντα πρόξενος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά, αλλά και επειδή έγραψε σπουδαία περιηγητικά βιβλία και πολλές μελέτες για την αρχαία και την σύγχρονη για την εποχή του Ελλάδα.
Πριν ακόμα διορισθεί πρόξενος στην Ήπειρο, ο Pouqueville ένιωθε μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα, γεγονός που τον έκανε να προσπαθήσει να μάθει την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, σαν πρόξενος της Γαλλίας που ήταν, δημιούργησε ισχυρές σχέσεις με τον Αλή πασά. Παρέμεινε στα Ιωάννινα από το 1805 μέχρι το 1815 και όταν έγινε η αποκατάσταση της βασιλείας ανακλήθηκε στη Γαλλία. Κατά το διάστημα αυτό των δέκα ετών πραγματοποίησε πολλές περιηγήσεις, κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα, μελέτησε με ιδιαίτερο ζήλο γεωγραφικά, ιστορικά και αρχαιολογικά τους χώρους που επισκέφθηκε και συγκέντρωσε άφθονο υλικό από τα συνεχή ταξίδια του. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι κυκλοφόρησε ένα μεγάλο σε έκταση οδοιπορικό σε πέντε τόμους(1).
Σε κάποια από τις πολλές περιηγήσεις του στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, ο Pouqueville επισκέφθηκε και τη Λάρισα περί τα 1812. Την περιγράφει με πολλές και πολύτιμες λεπτομέρειες, δίνει πληροφορίες για τη θέση της, κάνει εκτενείς αναφορές στη διαχρονική και εκκλησιαστική ιστορία της πόλεως και της περιοχής, αναφέρει στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή των κατοίκων της, μουσουλμάνων, χριστιανών, εβραίων και τσιγγάνων και συγκρίνει τη σημερινή της κατάσταση, με τις περιγραφές των αρχαίων κλασικών συγγραφέων. Από τις πολλές σελίδες που αφιέρωσε αναφερόμενος στην πόλη μας, θα απομονώσουμε μερικές που είναι κυρίως περιγραφικές και χαρακτηρίζουν την πόλη, όπως την αντίκρισε ένα πολύπειρο μάτι καθώς περιπλανήθηκε στους χώρους της και την έζησε για λίγο.
Για τον Πηνειό ο Pouqueville γράφει: «Το βλέμμα μου ξαναγυρίζει στον Πηνειό, καθώς ξεγλιστράει ανάμεσα σε δενδροστοιχίες με ιτιές και πλατάνια που φθάνουν ως τα προάστια της Λάρισας. Δεν ξεπροβάλλει πια ανάμεσα σε γυμναστήρια, σε ναούς, σε αμφιθέατρα όπου γίνονταν οι ταυρομαχίες, επιδεικνύοντας το ρεύμα του. Κυρίαρχος όπως πάντοτε, αλλά τώρα κυρίαρχος μιας ερειπωμένης χώρας, κυλάει μέσα από τις γειτονιές μιας πόλης βουτηγμένης στον βούρκο και μοιάζει να βιάζεται να την εγκαταλείψει, για να ορμήσει πλέον ως νικητής στα Τέμπη, εκεί όπου έχει διανοίξει μια δίοδο με την ορμητική ροή του».
Από το εσωτερικό της πόλεως οι εντυπώσεις του είναι απογοητευτικές: « Η Λάρισα, όπως και όλες οι τουρκικές πόλεις, έχει να επιδείξει ορισμένα μεγάλα αρχοντικά, τα οποία όμως χάνονται μέσα σε ένα απροσδιόριστο συνονθύλευμα από καλύβια. Αντί για πλατείες δεν βλέπει κανείς παρά σωρούς από σκουπίδια, λακκούβες με στάσιμα νερά, ενώ τα άλλοτε ξακουσμένα παζάρια της ξεφτίζουν καθημερινά»[3].
Είναι από τους πρώτους περιηγητές, έλληνες και ξένους, που επισκέφθηκαν τη Λάρισα και αναφέρονται στο τάφο του Ιπποκράτη. Γράφει σχετικά: «Απογυμνωμένη από τα μεγαλεία και τα μνημεία της, καυχιέται ότι είχε επάνω στο έδαφος της τον τάφο του Ιπποκράτη, που έζησε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του στη Λάρισα, η οποία βρίσκεται κοντά στην Τρίκκη, τη γενέτειρα του Ασκληπιού...». Τόσο παλιά, από τα 1812 ακόμη, χρονολογία κατά την οποία ο Pouqueville επισκέφθηκε τη Λάρισα, ήταν διάχυτη η υπερηφάνεια των χριστιανών κατοίκων, καθώς γνώριζαν ότι στα χώματά της αναπαυόταν ο πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης (460-370 π. Χ.).
Η σημερινή εικόνα που συνοδεύει το κείμενο αποτυπώνει το βορειοανατολικό τμήμα της πόλεως, την συνοικία Σουφλάρια. Μπροστά και στο κέντρο της εικόνας υπάρχουν σε μεγάλη έκταση διάσπαρτες όρθιες λίθινες στήλες, οι οποίες υποδηλώνουν την παρουσία μουσουλμανικού νεκροταφείου σ’ αυτή την περιοχή, το οποίο εκτεινόταν μέχρι τον χώρο όπου καταλαμβάνει σήμερα το Γενικό Νοσοκομείο. Αριστερά ο Πηνειός κυλά ήρεμα τα νερά του ανάμεσα από κατάφυτες όχθες. Η συνοικία αποτελείται από αραιές, χαμηλές και απρόσωπες κατοικίες, μέσα από τις οποίες προβάλλουν πέντε τζαμιά με τους αντίστοιχους μιναρέδες. Από τα τζαμιά αυτά το μεγαλύτερο και επιβλητικότερο είναι αυτό που βρίσκεται δεξιά σε πρώτο επίπεδο. Καλύπτεται με τρούλο και η βόρεια πλευρά του εμφανίζει στοά. Πρόκειται για το τζαμί του Ομέρ μπέη, γιου του κατακτητή της Θεσσαλίας Τουραχάν μπέη. Βρισκόταν στην σημερινή οδό Γαριβάλδη, μεταξύ των οδών Δήμητρας και Ολύμπου. Νότια και σε μικρή απόσταση από το τζαμί απεικονίζεται ένας τουρμπές, (ταφικό μαυσωλείο) κάποιου ευγενούς Οθωμανού. Πίσω από τα σπίτια της συνοικίας απλώνεται η μεγάλη θεσσαλική πεδιάδα, η οποία στο βάθος περιχαρακώνεται από τα υψώματα της Χασάμπαλης, ενώ αριστερά διαγράφεται επιβλητική η κωνική απόληξη της Όσσας. Το χαρακτικό αυτό έχει πολλές ομοιότητες με το αντίστοιχο της Λάρισας του Stackelberg, το οποίο σχεδίασε ο τελευταίος όταν επισκέφθηκε το 1811 τη Λάρισα.
[1]. Ο πλήρης τίτλος του είναι: L’Univers. Histoire et Description de tous les peuples. GRECE, par Fr. Pouqueville. Paris, M.DCCC.XXXV (=1835). Eίναι γνωστό ότι ο συγγραφέας δεν σχεδίαζε κατά τις περιηγήσεις του, όπως συνέβαινε με τους περισσότερους περιηγητές. Έτσι στα βιβλία του φιλοξένησε αντίγραφα χαρακτικών τα οποία είχαν ήδη δημοσιευθεί σε οδοιπορικά άλλων.
[2]. Fr. Pouqueville Voyage dans la Grece. Paris, M.DCCC.XX (=1820). Το 1826 κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του οδοιπορικού του αναθεωρημένη, διορθωμένη και επαυξημένη, σε έξι τόμους.
[3]. Fr. Pouqueville. Ταξίδι στην Ελλάδα. Θεσσαλία-Μακεδονία. εκδ. αφοί Τολίδη, Αθήνα, (1995), σ. 258-262.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Μια βόλτα στην οδό Ακροπόλεως


Η οδός Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) από τη διασταύρωση με την Αλεξάνδρας (Κύπρου), με κατεύθυνση προς βορρά. Φωτογραφία από μια χιονισμένη ημέρα. Περίπου 1935.Η οδός Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) από τη διασταύρωση με την Αλεξάνδρας (Κύπρου), με κατεύθυνση προς βορρά. Φωτογραφία από μια χιονισμένη ημέρα. Περίπου 1935.
Ο κεντρικός δρόμος που δημιουργήθηκε με το νέο Σχέδιο Πόλεως της Λάρισας το 1883-84 και ο οποίος ξεκινούσε από τον Λόφο της Ακροπόλεως, κατέληγε πέρα από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μέχρι και την περιφερειακή τάφρο, όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Πολυτεχνείου, ονομάσθηκε εξ αρχής οδός Ακροπόλεως.
Κατά καιρούς ο δρόμος αυτός άλλαξε ονομασίες (το 1920 Βασ. Αλεξάνδρου, το 1936 Βασ. Σοφίας και έπειτα από την μεταπολίτευση Παπαναστασίου)[1], όμως μέχρι και το 1940 συναντάμε σε διαφημίσεις, επιστολικά δελτάρια και διάφορα έγγραφα την πρώτη ονομασία.
Από το σημερινό μας σημείωμα αρχίζουμε μια βόλτα στην οδό Ακροπόλεως, ξεκινώντας από τη διασταύρωσή της με την Αλεξάνδρας (Κύπρου), μέχρι την Μακεδονίας (Βενιζέλου), ακολουθώντας το αριστερό πεζοδρόμιο, για να περιγράψουμε τα σημαντικότερα κτίσματα και την ιστορία τους.
Στη γωνία υπήρχε ένα διώροφο κτίριο, το οποίο διακρίνεται και στην δημοσιευόμενη φωτογραφία. Στο ισόγειο λειτούργησε ένα από τα μεγαλύτερα και μακροβιότερα καταστήματα τροφίμων και αποικιακών ειδών της Λάρισας από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1941. Ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Μακρυγιάννη και λόγω της καταγωγής του ήταν γνωστός και ως "Κρητικός". Ο λογότυπος του καταστήματος στα έγγραφα και τις διαφημίσεις ήταν: "Κατάστημα αποικιακών "Η Κρήτη". Κ. Μακρυγιάννη, εν Λαρίση, οδός Ακροπόλεως". Πριν εγκατασταθεί σ' αυτό το κατάστημα, ο Κώστας Μακρυγιάννης διατηρούσε ακριβώς απέναντι μεγάλη αποθήκη κρασιών και εφοδίαζε πολλά ξενοδοχεία φαγητού (εστιατόρια) και ταβέρνες της Λάρισας. Όταν όμως ανεγέρθηκε η διώροφη οικοδομή στη γωνία των οδών Ακροπόλεως, Αλεξάνδρας και Απόλλωνος, θέση προνομιακή, εγκατέλειψε την κρασαποθήκη και άνοιξε το κατάστημα αποικιακών, το οποίο είχε πρόσοψη και από τις τρεις πλευρές, με είσοδο από την οδό Απόλλωνος. Το μαγαζί αυτό συνέχισε τη λειτουργία από τους γιούς του ιδρυτή του, Δημήτριο, Ιωάννη και Ρηγίνο Μακρυγιάννη. Συγχρόνως άλλαξε και την μορφή του και έγινε τυροπωλείο, καθώς οι δύο πρώτοι αδελφοί ασχολούνταν με την τυροκομία. Ο Ρηγίνος είχε απασχοληθεί και με την γεωργία, δεν έμεινε όμως για πολύ στη Λάρισα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου διακρίθηκε επαγγελματικά. Στο ισόγειο, εκτός από το κατάστημα του Μακρυγιάννη υπήρχαν βορειότερα και άλλα, τα οποία κατά καιρούς άλλαζαν χρήση και ενοικιαστή.
Στον επάνω όροφο του ίδιου κτιρίου στεγάσθηκε το Ξενοδοχείο "Όλυμπος" του Χαράλαμπου Βουζίκα. Από την πλευρά της οδού Ακροπόλεως είχε εννέα ανοίγματα, τέσσερα παράθυρα εκατέρωθεν και στο μέσον πόρτα με εξώστη. Από την πλευρά της οδού Αλεξάνδρας είχε πέντε ανοίγματα, δύο παράθυρα εκατέρωθεν και στο μέσον πόρτα με εξώστη. Αρχιτεκτονικά στο εξωτερικό του το κτίριο ακολουθούσε τον συρμό της εποχής, τον νεοκλασικό ρυθμό. Διέθετε κομψούς εξώστες με σιδερένια κιγκλιδώματα, στηριγμένους σε γλυπτά μαρμάρινα φουρούσια, παραστάδες γύρω από τα ανοίγματα, και άλλα ήπια αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως σχεδόν όλα τα κτίρια της Πλατείας Θέμιδος (Κεντρική πλατεία), κατά την προπολεμική περίοδο. Η κεντρική είσοδος του ξενοδοχείου βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως. Βορειότερα υπήρξε προπολεμικά το Κουρείο του Μαλισόβα, κατόπιν ακολουθούσε το συμβολαιογραφείο του Παπαμιχαήλ, στο οποίο στη συνέχεια στεγάσθηκε ο συμβολαιογράφος Πανταζής Μουλούλης[2] από τον Τύρναβο. Αργότερα στο ίδιο ενώθηκαν και στεγάσθηκαν τα συμβολαιογραφεία των Χρήστου Μαλάκη, Στέφανου Καράσσου και Περικλή Γαρδίκη.
Τόσο τα καταστήματα όσο και το ξενοδοχείο "Όλυμπος" διατηρήθηκαν μέχρι την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τον ιταλικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940 και τον επακολουθήσαντα μεγάλο σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941, η οικοδομή κατέστη επικίνδυνα ετοιμόρροπη. Οι αρμόδιες υπηρεσίες αναγκάσθηκαν να κατεδαφίσουν το νότιο τμήμα της, αυτό απέναντι από την Εθνική Τράπεζα, το οποίο διατηρήθηκε ως οικόπεδο για μερικά χρόνια, ενώ το υπόλοιπο κτίσμα επιδιορθώθηκε και λειτούργησε. Ο Χαράλαμπος Βουζίκας μετέφερε το ξενοδοχείο του, με την ίδια ονομασία "Όλυμπος", στη γωνία των οδών Κούμα και Ρούσβελτ, σε μια ισόγεια κατοικία με υπερυψωμένο υπόγειο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 στη θέση του οικοπέδου οικοδομήθηκε τριώροφο κτίσμα, το οποίο βόρεια συνέχονταν με το υπόλοιπο προπολεμικό κτίσμα που είχε διατηρηθεί και είχε αντέξει σε όλους τους σεισμούς που ακολούθησαν μετά το 1941. Σήμερα βέβαια υπάρχει στη θέση του πολυώροφη οικοδομή.
Στη συνέχεια και μέχρι την οδό Ύδρας υπήρχαν χαμηλά ισόγεια καταστήματα, τα οποία άλλαζαν συχνά χέρια και είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τους συνεχόμενους καταστηματάρχες. Θα αναφέρουμε μόνον μερικούς που άφησαν το στίγμα τους στην τοπική ιστορία. Ακολουθούσε κατόπιν το υποδηματοποιείο του Αναστασίου Σβάρνα που έμεινε γνωστό στην πόλη γιατί ο ιδιοκτήτης του είχε την ικανότητα να κατασκευάζει καλές και στερεές μονοκόμματες μπότες για τους αξιωματικούς και παπούτσια μποτίνια. Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη οι δρόμοι της Λάρισας δεν είχαν ακόμα ασφαλτοστρωθεί και τον χειμώνα μεταβάλλονταν σε παχύ στρώμα λάσπης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η βάδιση με χαμηλά παπούτσια να ήταν δύσκολη και επικίνδυνη[3].Όσοι δεν μπορούσαν να αγοράσουν μποτίνια φορούσαν πάνω από τα παπούτσια τους ελαστικές γαλότσες ή όταν έφθαναν στο σπίτι τους χρησιμοποιούσαν το ποδόμακτρο[4] για να απαλλαγούν από την λάσπη. Τον Αναστάσιο Σβάρνα διαδέχθηκε ο γιος του Αθανάσιος, ο οποίος έμαθε την τέχνη από τον πατέρα του και συνέχισε να κάνει και αυτός μπότες αξιωματικών, αφού πλέον αποτελούσαν την βασική πελατεία του. Κάποτε όμως καταργήθηκαν οι μπότες από τις στολές των στρατιωτικών, η άσφαλτος στεγανοποίησε τους δρόμους και η δουλειά στο υποδηματοπωλείο άρχισε να πέφτει. Έτσι ο Θανάσης αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει το τσαγκάρικο και προσλήφθηκε υπάλληλος στην Αγροτική Τράπεζα.
--------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οδός Ακροπόλεως. Μία ιστορική οδός, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 6ης Ιουλίου 2016. Από τις μετονομασίες των οδών μπορούμε να παρακολουθήσουμε με ενδιαφέρον τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες. Δεν ήταν όμορφη η ονομασία οδός Ακροπόλεως; Γιατί την άλλαξαν;
[2]. Αρχικά το συμβολαιογραφικό του γραφείο στεγαζόταν "εν ενί των επί της οδού Αλεξάνδρας εργαστηρίων του Δήμου Λαρίσης", όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αρ. 2955, με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 1907 του Πανταζή Ν. Μουλούλη. Εργαστήριο την εποχή εκείνη σήμαινε κατάστημα, γραφείο, και πρέπει να βρισκόταν στο ισόγειο του Ξενοδοχείου "Το Στέμμα", γιατί απ' όσο γνωρίζω ήταν το μοναδικό κτίριο επί της οδού Αλεξάνδρας το οποίο ανήκε ιδιοκτησιακά στο Δήμο Λαρίσης.
[3]. Αλλά και το καλοκαίρι οι δρόμοι δεν ήταν εύκολα διαβατοί. Η χειμερινή λάσπη γινόταν σκόνη καιμε το περπάτημα, αλλά και με το ελαφρότερο φύσημα του ανέμου οι Λαρισαίοι πνίγονταν στη σκόνη και δυσκολεύοντανστην αναπνοή.
[4]. Το ποδόμακτρο ήταν λεπτή σιδερένια ορθογώνια λάμα, πακτωμένη στερεά στο έδαφος, η οποία βρισκόταν ακριβώς έξω από την πόρτα της κυρίας εισόδου του σπιτιού, για να καθαρίζονται τα πέλματα των παπουτσιών από τις λάσπες. Είχαν διάφορα σχήματα και πολλές φορές οι σιδηρουργοί όταν τα κατασκεύαζαν δημιουργούσαν αληθινά έργα τέχνης. Σήμερα έχουν μείνει ελάχιστα και μπορεί κανείς να τα δει σε παλιά προπολεμικά σπίτια, αν εν τω μεταξύ δεν τα έχουν ξηλώσει. Αποτελούν είδος προς εξαφάνιση και αμφιβάλλω αν οι νεότεροι τα γνωρίζουν.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com