Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

Οδός Βασ. Σοφίας (Παπαναστασίου)


Η οδός Βασ. Σοφίας (Παπαναστασίου) από την Κεντρική πλατεία μέχρι τη συνοικία του Αγ. Νικολάου. Από το βιβλίο των Αβραμόπουλου-Βουτσιλά "Λάρισα", 1962.Η οδός Βασ. Σοφίας (Παπαναστασίου) από την Κεντρική πλατεία μέχρι τη συνοικία του Αγ. Νικολάου. Από το βιβλίο των Αβραμόπουλου-Βουτσιλά "Λάρισα", 1962.
Η σημερινή εικόνα αποτυπώνει έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της Λάρισας, την οδό Βασ. Σοφίας[1]. Η φωτογραφία περιέχεται στο βιβλίο των Μιχαήλ Π. Αβραμόπουλου και Βασιλείου Χρ. Βουτσιλά που έχει τίτλο "Λάρισα" και εκδόθηκε το 1962 στην πόλη μας.
Τα κείμενα του βιβλίου έγραψε ο δημοσιογράφος Βασίλης Βουτσιλάς και τις λήψεις των φωτογραφιών έκανε ο Μιχαήλ Αβραμόπουλος. Χρονολογικά λοιπόν η φωτογραφία τοποθετείται λίγο πριν το 1962.
Ο φωτογράφος στάθηκε στον εξώστη του πρώτου ορόφου του παλιού κτιρίου που στέγαζε το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, έστρεψε τον φακό του προς το Νότο και αποτύπωσε το τμήμα της οδού Βασ. Σοφίας (όπως ονομαζόταν τότε η σημερινή οδός Παπαναστασίου) από την περιοχή της Κεντρικής πλατείας μέχρι την περιοχή του ναού του Αγίου Νικολάου.
Χαμηλά αριστερά στη φωτογραφία διακρίνεται ένα μικρό τμήμα της Κεντρικής πλατείας και η οροφή του γωνιακού περιπτέρου του Σάββα Χατζησάββα, μαζί με την αρχή της οδού Κούμα. Από τα κτίρια, φαίνεται στην άκρη αριστερά ένα μικρό τμήμα από το κτίριο των αδελφών Μποσινιώτη, το οποίο θεμελιώθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1908. Ήταν τριώροφο, και στο μεν ισόγειο λειτουργούσε καφεζαχαροπλαστείο, ενώ οι άλλοι όροφοι στέγαζαν το ξενοδοχείο "Πανελλήνον". Από τον σεισμό του Μαρτίου του 1941 ο επάνω όροφος υπέστη σοβαρές ζημιές και κρημνίσθηκε, ενώ οι υπόλοιποι δύο όροφοι ελάχιστα επηρεάσθηκαν. Μεταπολεμικά το κτίριο έμεινε διώροφο. Το ισόγειο διατήρησε το περίφημο καφενείο του, ενώ στον όροφο στεγάσθηκαν διάφορα γραφεία. Τον Απρίλιο του 1976 κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κτίσθηκε πολυώροφη οικοδομή.
Σε επαφή με το "Πανελλήνιον" παρατηρούμε ότι βρίσκεται ένα ισόγειο κτίσμα το οποίο συνήθως φιλοξενούσε ζαχαροπλαστείο με διάφορα κατά καιρούς ονόματα, ανάλογα με τον επιχειρηματία που το λειτουργούσε. Την περίοδο που τραβήχτηκε η φωτογραφία στέγαζε το ζαχαροπλαστείο "Ελληνικόν", όπως μας δηλώνει η επιγραφή του. Το ευρύ πεζοδρόμιο εμπρός από το "Πανελλήνιον" και το "Ελληνικόν" είναι γεμάτο από τραπεζοκαθίσματα.
Δεξιότερα παρεμβάλλεται η οδός Βασιλίσσης Σοφίας. Στο κέντρο του οδοστρώματος, στη διασταύρωση με την Κούμα, φαίνεται ότι γίνονται κάποιες εργασίες. Ο δρόμος είναι άδειος από οχήματα, ενώ η κίνηση των ανθρώπων είναι μειωμένη.
Δεξιά προβάλλει ο όγκος ενός "λαβωμένου" νεοκλασικού αρχοντικού. Είναι το μέγαρο Νικολάου Καρανίκα, όπως ονομαζόταν, ένα από τα ομορφότερα κτίσματα της Λάρισας. Αποτελούσε ένα στολίδι της Κεντρικής πλατείας και ο ανατολικός προσανατολισμός του πρόσφερε σπουδαία θέα στον ανοικτό χώρο της πλατείας. Είχε κτισθεί το 1910 από τον γαιοκτήμονα Νικόλαο Καρανίκα με θαυμάσια νεοκλασική αρχιτεκτονική και κατελάμβανε τη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Ίωνος Δραγούμη. Στον επάνω όροφο έμενε ο ιδιοκτήτης με την οικογένειά του, ενώ η κατασκευή του ισογείου ήταν καταμερισμένη σε καταστήματα[2].
Όμως όπως συνέβη με τα περισσότερα κτίρια της πόλης, οι ιταλικοί και γερμανικοί βομβαρδισμοί και κυρίως ο δυνατός σεισμός του Μαρτίου του 1941 τραυμάτισαν σοβαρά το οικοδόμημα αυτό. Ο όροφος έπαθε μεγαλύτερες ζημιές, με αποτέλεσμα να καταστεί ακατοίκητος. Έτσι οι ένοικοι αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν. Στο ισόγειο, έπειτα από ορισμένες επιδιορθώσεις, λειτούργησε για πολλά χρόνια το ζαχαροπλαστείο «Αίγλη» του Βασίλη Πασχονίδη και δίπλα κάποια άλλα καταστήματα.
Στη φωτογραφία διακρίνεται η βόρεια πλευρά του άνω ορόφου του αρχοντικού, στον οποίο φαίνονται οι ζημιές που υπέστη από τις συμφορές της κατοχής, ιδιαίτερα η μετακίνηση της στέγης. Μπροστά του ανοίγεται ευρύς τετράγωνος εξώστης.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η κόρη του ιδιοκτήτη και κληρονόμος όλου του οικοδομήματος Θάλεια Καρανίκα-Δημητράτου απέφυγε να συντηρήσει το υπέροχο αυτό κτίσμα, το κατεδάφισε και στη θέση του υψώθηκε το πολυώροφο κτίριο που υπάρχει μέχρι σήμερα, το οποίο κατέλαβε τον προνομιακό αυτό χώρο χωρίς ο κατασκευαστής να του προσδώσει καμία εμπνευσμένη αρχιτεκτονική εμφάνιση. Οι όροφοι αρχικά στέγασαν επί επταετίας την Περιφερειακή Διοίκηση Θεσσαλίας, μετά την μεταπολίτευση και μέχρι πρόσφατα λειτουργούσαν το Ταμείο και η Α΄ Οικονομική Εφορία, ενώ σήμερα έχουν μετακομίσει ορισμένες δημοτικές υπηρεσίες.
Πιο πίσω στη φωτογραφία, στη γωνία Βασ. Σοφίας και Παπακυριαζή διακρίνεται η οικοδομή του Παναγιωτακόπουλου. Όλα τα κτίσματα κατά μήκος του δρόμου, μέχρι εκεί που μπορεί να φθάσει η ευκρίνεια του φωτογραφικού φακού, είναι ισόγεια και μερικά διώροφα. Βλέπετε δεν είχε ακόμα ψηφισθεί ο νόμος περί "αντιπαροχής". Ο δρόμος φθάνει μέχρι πίσω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και χάνεται. Στο βάθος προβάλλουν εκτάσεις με πολλά δένδρα. Αριστερά ανήκουν στο μεγάλο αγρόκτημα του Αβέρωφ που βρισκόταν γύρω από τον μικρό Προφήτη Ηλία, στην αρχή της δρόμου προς την Καρδίτσα. Δεξιά αντιστοιχούν στα πολλά πεύκα που υπήρχαν στον μεγάλο προαύλιο χώρο που περιέβαλλε τον Άγιο Νικόλαο.
Η σημερινή εικόνα είναι οπωσδήποτε οικεία σε μεγαλύτερους ηλικιακά Λαρισαίους, καθώς απεικονίζει ένα κεντρικό τμήμα της πόλης όπως ήταν πριν από 55-60 χρόνια. Ποιος από τους μεγάλους δεν θυμάται τον πεζόδρομο της οδού Κούμα μπροστά από τα τραπεζοκαθίσματα των ζαχαροπλαστείων, ο οποίος τις βραδινές ώρες γέμιζε από νέους και κοπέλες της Λάρισας να κάνουν επί ώρες βόλτες πάνω κάτω τη διαδρομή μέχρι την οδό Μ. Αλεξάνδρου;
 [1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οδός Ακροπόλεως. Μια ιστορική οδός, εφ. "Ελευθερία", Λάρισας, φύλλο της 6ης Ιουλίου 2016.
[2]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας), Πώς ήταν ο χώρος γύρω από την πλατεία, εφ. Λάρισα, φύλλο της 3ης Ιουλίου 1972.

* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

Ο Ξενώνας των Ζαρκινών και το πρώτο υφαντουργείο Γ. Πατσάλη

Ο Ξενώνας των Ζαρκινών και κατόπιν υφαντουργείο του Γεωργίου Πατσάλη, κατεστραμμένος από την πυρκαγιά του 1925. Λεπτομέρεια από φωτογραφία του Νικ. Κουρτίδη. 1935 περίπου.
Ο Ξενώνας των Ζαρκινών και κατόπιν υφαντουργείο του Γεωργίου Πατσάλη, κατεστραμμένος από την πυρκαγιά του 1925. Λεπτομέρεια από φωτογραφία του Νικ. Κουρτίδη. 1935 περίπου.
Το 1887 έφθασε στη Λάρισα ο Ιωάννης Αστερίου (ή Αστεριάδης) Κουτλιμπανάς για να επισκεφθεί τους συγγενείς του στο Ζάρκο χωρίς να τους έχει προειδοποιήσει.
Είχε γεννηθεί στο Ζάρκο το 1827 και το 1846, σε ηλικία 19 ετών, εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ιάσιο και αργότερα στο Πλοέστι της Ρουμανίας[1] όπου είχε προκόψει επαγγελματικά εμπορευόμενος οικοδομήσιμη ξυλεία. «Μετριόφρων πάντοτε … εις ουδένα ανακοινοί την επάνοδόν του, αλλά περιβεβλημένος απλούστατον ένδυμα, άγνωστος και αφανής, εισέρχεται νύκτωρ εις το χωρίον του και καταλύει λιττώς εις το πρώτον πανδοχείον. Την επομένην περιέρχεται το χωρίον … μετ’ ολίγον αναγνωρίζεται και αποβαίνει το αντίκειμενον σεβασμού…»[2].
Δήμαρχος Λαρίσης κατά τις δημοτικές εκλογές του Ιουλίου 1887 εκλέχτηκε ο Διονύσιος Γαλάτης. Μόλις πληροφορήθηκε την άφιξη του Κουτλιμπανά, έσπευσε να τον γνωρίσει, να τον περιποιηθεί και καθώς ήταν ενήμερος των αγαθοεργών προθέσεων για την ιδιαίτερη πατρίδα το Ζάρκο, τον έπεισε να συνδράμει οικονομικά και για την ανέγερση Νοσοκομείου στη Λάρισα. Προσέφερε πράγματι το απαιτούμενο ποσό για την κατασκευή του, επί πλέον όμως ζήτησε να του παραχωρηθεί δημοτικό οικόπεδο σε κατάλληλο σημείο της πόλης για την ανέγερση ξενώνα (χάνι) στο οποίο να παραμένουν και να διανυκτερεύουν οι συγχωριανοί του Ζαρκινοί, όταν θα έρχονταν στη Λάρισα για διάφορες εργασίες. Το Δημοτικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση της 21ης Ιουλίου 1888 αποφάσισε την παραχώρηση οικοπέδου πέντε στρεμμάτων στην περιοχή του Αρναούτ μαχαλά, στη δεξιά όχθη του Πηνειού κοντά στο παλιό νεκροταφείο της συνοικίας, στη θέση "Μύτικας"[3].
Εν τω μεταξύ τον Μάιο του 1890 ο Ιωάννης Κουτλιμπανάς επέστρεψε στο Πλοέστι, αλλά τον Απρίλιο του 1891 επανήλθε στη Λάρισα για να επιβλέψει τις εργασίες ανέγερσης του ξενώνα. Παρέμεινε στη Λάρισα μέχρις ότου να αποπερατωθεί το έργο και να αρχίσει να λειτουργεί. Ήταν ένα μεγάλο σε έκταση οίκημα που βρισκόταν στην δυτική είσοδο της πόλης καθώς οι Ζαρκινοί έρχονταν από τον δρόμο των Τρικάλων. Προς μεγάλη του λύπη όμως ο ξενώνας "απέτυχε του ποθουμένου, διότι οι καταφεύγοντες εις αυτό ήσαν ανήθικοι και φυγόδικοι, ένεκα τούτου εκλείσθη αδεία της κυβερνήσεως και του ιδιοκτήτου", όπως έγραφε εφημερίδα της εποχής. Το 1892 ξαναγύρισε στη Ρουμανία στενοχωρημένος έπειτα από την διακοπή της λειτουργίας του ξενώνα. Πέθανε στο Πλοέστι έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα από αποπληξία (εγκεφαλική αιμορραγία)[4].
Για την τύχη του κτίσματος αυτού ο παλιός δήμαρχος της Λάρισας Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει στις "Αναμνήσεις" του τα εξής: "Αλλά και ο Ξενών των Ζαρκινών είχε τας περιπετείας του. Μετά τον ατυχή πόλεμον του 1897, ότε δυστυχία ενέσκηψε εις τας απόρους τάξεις των παραμεθορίων χωρίων, άτινα ήσαν πολεμικόν πεδίον, εν οίς και το χωρίον Ζάρκον, αι οικογένειαι αθρόαι προσέφυγον εις την πόλιν μας και υπήρξε σοβαρά ανάγκη παροχής εργασίας εις τας προσφυγικάς και απόρους ταύτας οικογενείας. Τότε η ευγενεστάτη κυρία Έμερτον του πρέσβεως της Αγγλίας, η κ. Λ. Μελά, αδελφή του κ. Σλήμαν, η κ. Στ. Δραγούμη και άλλαι φιλοπάτριδες Κυρίαι των Αθηνών, ασχολούμεναι επί έτος ολόκληρον μέχρι του 1900 με την περίθαλψιν των εν Αθήναις Θεσσαλών προσφύγων, ήλθον εις Λάρισαν δια να φροντίσουν δια τον επαναπατρισμόν των παλινοστούντων προσφύγων και εξεύρεσιν εργασίας δια τας οικογενείας των. Δεδομένου ότι και ο Ξενών λόγω του πολέμου είχεν επιταχθεί και δεν ελειτούργει, αποφάσισαν και ίδρυσαν «Υφαντήριον των απόρων» δια τας οικογενείας των δυστυχούντων ανέργων, ετοποθέτησαν πολλούς αργαλειούς και προσελήφθησαν πολλαί υφάντριαι εργάτιδες εκ Ζάρκου και Λαρίσης και ούτω εδημιουργήθη μεγάλη υφαντουργική εγκατάστασις. Ταύτην εχρηματοδότει, διηύθυνε και διεχειρίζετο το εν Λαρίση Υπ/μα της Εθνικής Τραπέζης. Εδόθη εργασία εις πολλάς απόρους οικογενείας, εχούσας ανάγκην προστασίας[5].
"Το εν λόγω υφαντήριον, υπό την διεύθυνσιν της δεσπ. Βασιλικούλας Ι. Καζαντζή, αδελφής των ευφήμως γνωστών εργοστασιαρχών υφαντουργίας αδελφών Καζαντζή, εργασθέν επί τριετίαν, εξεποιήθη εις τον μακαρίτην υφαντουργόν Γεώργιον Πατσάλην, πλουτίσαντα τούτο δια νέων όλως μηχανημάτων. Πυρκαϊά δυστυχώς, άγνωστον πώς προελθούσα, μετέβαλε το τόσον τιμήσαν την πόλιν μας εργοστάσιον τούτο εις τέφραν"[6]. Μετά από το γεγονός αυτό ο Γ. Πατσάλης αναγκάσθηκε να μετακομίσει το υφαντουργείο επί της οδού Γεωργιάδου, κοντά στον μύλο του Ιωάννη Τσιμπούκη.
Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία διακρίνεται ό,τι απέμεινε από το κατεστραμμένο οίκημα του υφαντουργείου. Διατηρήθηκαν οι πλάγιοι τοίχοι μέχρι σ' ένα ορισμένο ύψος και μια δεκαετία περίπου μετά την πυρκαγιά αποτυπώθηκαν τα ίχνη που είχαν παραμείνει. Ο μεγάλος ελεύθερος χώρος που διακρίνεται πίσω από το κατεστραμμένο υφαντουργείο και τα σπίτια του συνοικισμού, αντιστοιχούν στο σημερινό πάρκο του Αγίου Αντωνίου.
Το 1892 ανατέθηκε στον γλύπτη Γεώργιο Βρούτο (1843-1909) η κατασκευή μαρμάρινης προτομής του Ιω. Κουτλιμπανά και τα αποκαλυπτήρια έγιναν με επισημότητα το 1895 στον προαύλιο χώρο του Νοσοκομείου[7].
 [1]. Γρηγορίου Αλέξανδρος, Ιωάννης Αστεριάδης Κουτλιμπανάς (1827-1892). Ο ομογενής επιχειρηματίας και ευεργέτης της Λάρισας, εφ. "Ελευθερία" Λάρισα, φύλλο της 25ης Ιουνίου 2017.
[2]. Εφ. Σάλπιγξ, Λάρισα, φύλλο της 29ης Νοεμβρίου 1890.
[3]. Λαρισινές Σελίδες, εφ. "Θεσσαλικά Νέα", Λάρισα, φύλλο της 13ης Μαρτίου 1947.
[4]. Γρηγορίου Αλέξανδρος, ο. π. Ο Θρασ. Μακρής αναφέρει ότι ο ξενώνας των Ζαρκινών λειτούργησε μέχρι τις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897.
[5]. Βλέπε: Μιχ. Σάπκας: Αναμνήσεις από την ανέγερσιν του Δημοτικού Νοσοκομείου και των παραρτημάτων αυτού. Χειρόγραφο ανέκδοτο.
[6]. Μακρής Θρασύβουλος, ό. π. Η πυρκαγιά του υφαντουργείου έγινε το 1925 και προήλθε από άγνωστη αιτία, πιθανώς από εμπρησμό.
[7]. Βλέπε: Τσιάρα Συραγώ, Η δημόσια γλυπτική στη Λάρισα και το Βόλο. Από το νεοκλασικισμό στον ακαδημαϊκό ρεαλισμό. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης «Ο Νεοκλασικισμός στη Θεσσαλία, μέσα 19ου αιώνα-1920, Λάρισα (2005) σ. 154-156.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Το κέντρο "Καλλιθέα" στην περιοχή "Πευκάκια"

Το κέντρο "Καλλιθέα" στην περιοχή "Πευκάκια". Βρισκόταν σε μια κατάφυτη περιοχή δίπλα από την παλιά πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Λεπτομέρεια από προπολεμικό επιστολικό δελτάριο του Νικολάου Στουρνάρα. Περίπου 1939-1940. Από το αρχείο του Γιάννη Μανίκα.
Το κέντρο "Καλλιθέα" στην περιοχή "Πευκάκια". Βρισκόταν σε μια κατάφυτη περιοχή δίπλα από την παλιά πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Λεπτομέρεια από προπολεμικό επιστολικό δελτάριο του Νικολάου Στουρνάρα. Περίπου 1939-1940. Από το αρχείο του Γιάννη Μανίκα.
Τα παλιά τα χρόνια, όταν οι μετακινήσεις των Λαρισαίων εκτός της πόλης για λόγους αναψυχής ήταν πολύ δύσκολες, η διασκέδαση περιοριζόταν σε περιοχές της Λάρισας όπου η πρόσβαση ήταν εύκολη βαδίζοντας.
Βέβαια υπήρχαν και τα μόνιππα, τα γνωστά σαν "παϊτόνια", τα αγοραία της εποχής, όμως η χρήση τους ήταν εφικτή μόνον από άτομα με κάποια οικονομική άνεση. Και επειδή ποτέ δεν έλειψε από τους κατοίκους της Λάρισας η διάθεση για ανάπαυση, χαλάρωση και συντροφικότητα μετά τον ημερήσιο κάματο, η πόλη είχε αποκτήσει άφθονα κέντρα διασκέδασης και μέσα στην πόλη και στις παρυφές της. Μάλιστα τα καλοκαίρια, όταν η ζέστη και ο "λίβας" μετέτρεπαν τη Λάρισα σε καμίνι, προτιμούσαν τα εξοχικά κέντρα που βρίσκονταν σε περιοχές δροσερές.
Το "Αλκαζάρ" και πιο κάτω η "Κιβωτός" του Ζαρκαδούλα, το "Φάληρο" του Μπλαδένη κοντά στους στρατώνες, η "Νεράιδα" του Παύλου Στρογγυλού απέναντι από το αγρόκτημα Αβέρωφ, στην αρχή του δρόμου προς Καρδίτσα, το "Μπαρ ΣΕΚ", η "Όασις" των αδελφών Γιαννάκου και το "Παυσίλυπο" στην περιοχή του Διεθνούς Σιδηροδρομικού Σταθμού, το κέντρο μπροστά από το κτίριο των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων[1], το "Καρύδειον" στο τέρμα της τότε οδού Βόλου κοντά στις γραμμές, το "Λούνα Πάρκ" του Ρωμύλου Αυδή στην αριστερή όχθη του Πηνειού, απέναντι από τα παλιά Σφαγεία και άλλα.
Εκτός αυτών υπήρχαν και μέσα στην πόλη τόποι διασκέδασης και χαλάρωσης για όλο τον χρόνο και εστίες δροσιάς για το καλοκαίρι, με μεγάλη προσέλευση κόσμου. Ο Λόφος της Ακρόπολης είχε το κέντρο "Φρούριο" του Ζήση Δημητρίου και την "Καλλιθέα" του Μήτσου Μπόκοτα που βρισκόταν εκεί που βρίσκεται σήμερα το Ηρώον, ο "Κήπος των Ανακτόρων" του Πέτρου Χαλήμαγα" στην περιοχή της σημερινής πλατείας του Αγίου Βησσαρίωνος, κλπ.
Ένα ακόμη εξοχικό κέντρο πολύ γραφικό είχε δημιουργήσει τη δεκαετία του 1930 ο Θεόδωρος Κόϊκος. Βρισκόταν στο αριστερό μέρος κατεβαίνοντας την οδό Μακεδονίας (Ελ. Βενιζέλου), σε έναν υπερυψωμένο χώρο πριν από την είσοδο στη γέφυρα. Στην περιοχή αυτή υπήρχε μέχρι το 1908 το τζαμί του Χασάν μπέη, το ομορφότερο και επισημότερο της Λάρισας. Όλοι το είδαμε σε παλιές φωτογραφίες ότι ήταν κτισμένο σε ένα χαμηλό λόφο και σύμφωνα με τη παράδοση οικοδομήθηκε στη θέση βυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας και στα κλασικά χρόνια ήταν αρχαίος ναός αφιερωμένος στη θεά Δήμητρα, γι' αυτό όταν κατεδαφίσθηκε βρέθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη κλασικής και βυζαντινής περιόδου. Ο δημοσιογράφος Θρασύβουλος Μακρής σε ένα σημείωμά του γράφει το 1944 για το τζαμί του Χασάν μπέη: «Το τέμενος τούτο - ναός τουρκικός απέναντι του χριστιανικού τοιούτου, του Αγίου Αχιλλίου – παρά τας διαμαρτυρίας του Τύπου και του Λαρισαϊκού λαού, επώλησε η Οθωμανική Κοινότης εις τον ασβεστοποιόν Κοσμάν Πέτρου, όστις το κατεδάφισε πωλήσας τα υλικά»[2].
Ο χώρος αυτός έμεινε κενός για μεγάλο διάστημα. Σε αεροφωτογραφία του 1929 διακρίνονται μικρά σε ύψος δένδρα, που σημαίνει ότι η περιοχή αυτή είχε πρόσφατα δενδροφυτευτεί. Κάποια στιγμή κατασκευάσθηκαν και αναλλημματικοί τοίχοι (τοίχοι στήριξης) δυτικά κατά μήκος της οδού Καλλιθέας και βόρεια επί της Κενταύρων, ο χώρος ισοπεδώθηκε και από το δάσος των πεύκων η περιοχή ονομάσθηκε από τους Λαρισαίους "Πευκάκια". Διάφορα μικρά καφενεδάκια λειτουργούσαν κατά διαστήματα. Μετά το 1930 η προνομιακή του θέση με την απέραντη θέα κέντρισε το εμπορικό αισθητήριο του Θεόδωρου Ι. Κόϊκου και δημιούργησε μεγάλο εξοχικό κέντρο με το όνομα "Καλλιθέα". Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία του 1939-40 διακρίνεται καθαρά η επιγραφή "Κέντρον Καλλιθέα Θ. Ι. Κόϊκου", η απέραντη έκτασή του και τα ψηλά σκιερά δένδρα.
Σ' αυτό το κέντρο συγκεντρώνονταν την άνοιξη και το καλοκαίρι πολλοί ρομαντικοί περιπατητές, οι οποίοι κατέληγαν στα τραπεζοκαθίσματα του κέντρου να αναπαυθούν και να απολαύσουν τον καφέ ή το ουζάκι τους. Η θέα προς τον Πηνειό που την εποχή εκείνη είχε άφθονα νερά, η απέραντη θέα του θεσσαλικού κάμπου και στο βάθος ο μυθικός Όλυμπος, γαλήνευε το βλέμμα του επισκέπτη του κέντρου. Παρ΄ όλο που η επίσημη ονομασία του ήταν "Καλλιθέα" ο κόσμος το ήξερε σαν "Πευκάκια" γιατί έτσι το διαχώριζε από το κέντρο "Καλλιθέα" του Μήτσου Μπόκοτα στον Λόφο. Τα "Πευκάκια" γνώρισαν προπολεμικά μεγάλες δόξες. Τα καλοκαίρια έφερνε ορχήστρες και τραγουδίστριες και γέμιζε από κόσμο ο οποίος απολάμβανε δροσιά, ωραία μουσική και χορό. Ξενύχτηδες από παράδοση οι Λαρισαίοι της προπολεμικής εποχής, ξενυχτούσαν πολλές φορές μέχρι την ώρα που η αυγή άρχιζε να ροδίζει.
Με την κήρυξη του πολέμου και την είσοδο των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941 στη Λάρισα, το κέντρο σταμάτησε τη λειτουργία του και λόγω της σπουδαίας θέσης του τα στρατεύματα κατοχής επέλεξαν τα "Πευκάκια" ως παρατηρητήριο. Από το σημείο αυτό μπορούσαν να ελέγξουν τον θεσσαλικό κάμπο και ιδιαίτερα την ανατιναγμένη γέφυρα του Πηνειού που την είχαν αναστηλώσει με ξύλινη κατασκευή.
Μετά την απελευθέρωση τα "Πευκάκια" λειτούργησαν ξανά, χωρίς όμως την παλιά αίγλη. Στη δεύτερη φωτογραφία που είναι του 1948 διακρίνεται το κέντρο "Πευκάκια" γεμάτο κόσμο. Η πρόσβασή του από τον δρόμο γινόταν από δύο σκάλες. Η μία βρισκόταν κατά μήκος της οδού Καλλιθέας και η άλλη στην αρχή της οδού Κενταύρων. Στη νότια πλευρά του χώρου βρισκόταν το κτίριο που στέγαζε τις υπηρεσίες του κέντρου και εξυπηρετούσε τους λίγους πελάτες κατά την χειμερινή περίοδο. Στην ίδια φωτογραφία αποτυπώνεται μπροστά η ξύλινη γέφυρα η οποία συνέδεε τις όχθες του ποταμού μετά τις δύο ανατινάξεις τις οποίες υπέστη κατά την διάρκεια της κατοχής.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 τα δένδρα κόπηκαν, τα κτίρια κατεδαφίσθηκαν, ο λοφίσκος σταδιακά ισοπεδώθηκε στο ύψος του περιβάλλοντα χώρου και στη θέση του ανεγέρθηκαν οι σύγχρονες πολυκατοικίες που αντικρίζουμε σήμερα.
-----------------------------------------------------------
[1]. Μπροστά από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό του Θεσσαλικού υπήρχε παλιά μια κυκλική νησίδα με ψηλά δένδρα. Κάποιος ευφυής επιχειρηματίας διαμόρφωσε τη νησίδα αυτή με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχουν διάφορα μικρά ξεμοναχιασμένα διαμερισματάκια, τα οποία τα ονόμαζαν "σεπαραδάκια". Τα διαμερισματάκια αυτά διαχωρίζονταν μεταξύ τους από πυκνή βλάστηση, η οποία τα καθιστούσε κατά κάποιο τρόπο αόρατα και ήταν κατάλληλα για παράνομα ζευγαράκια. Δεν μπόρεσα να μάθω το όνομα του κέντρου, ούτε και του ιδιοκτήτη.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το τζαμί του Χασάν μπέη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα φύλλο της 13ης Αυγούστου 2014. Από το σημείωμα αυτό που είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Μακρή, γίνεται αντιληπτό ότι η πλειονότητα των κατοίκων της Λάρισας ήταν εναντίον της κατεδάφισής του και στο ζήτημα αυτό συμφωνούσε και ο τοπικός τύπος. Το γεγονός αυτό έρχεται να καταρρίψει την επικρατούσα άποψη ότι η καταστροφή των πολλών τουρκικών τεμενών που διέθετε κατά την απελευθέρωση του 1881 η Λάρισα οφείλεται αποκλειστικά στους Έλληνες κατοίκους της πόλης.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

Το τζαμί του Ομέρ μπέη


Το τζαμί του Ομέρ μπέη. Φωτογραφία του 1901. Από το αρχείο της Φωτοθήκης ΛάρισαςΤο τζαμί του Ομέρ μπέη. Φωτογραφία του 1901. Από το αρχείο της Φωτοθήκης Λάρισας
Η σημερινή εικόνα έχει μια μικρή ιστορία.
Πριν από είκοσι περίπου ημέρες από τα μέλη τη Φωτοθήκης Θωμά Κυριάκο και Αχιλλέα Καλτσά, οι οποίοι παρακολουθούν με αμείωτο ενδιαφέρον τις ηλεκτρονικές δημοπρασίες φωτογραφιών από οίκους του εξωτερικού, εντοπίσθηκε στην Ιταλία φωτογραφία της Λάρισας του 1901, η οποία απεικόνιζε κάποιο τζαμί. Αντίγραφό του κοινοποιήθηκε στα υπόλοιπα μέλη και άμεσα έγινε η ταυτοποίησή της. Παριστάνει το τζαμί του Ομέρ μπέη, το παλαιότερο της Λάρισας, το οποίο είχε κατεδαφισθεί το 1907 και η μόνη απεικόνιση που είχαμε μέχρι τώρα ήταν από χαρακτικά ξένων περιηγητών του 19ου αιώνα (Stackelberg, Pouqueville, Wordsworth)[1]. Θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για μια πολύ σπάνια φωτογραφία και φυσικά ακολούθησαν οι διαδικασίες απόκτησής της.
Το τζαμί του Ομέρ μπέη[2] είχε κτισθεί το 1474. Στη διαθήκη του η οποία διασώθηκε διαβάζουμε χαρακτηριστικά: "…ο ηγεμονικώτατος, ο ισχυρός Χατζή Ομέρ Βέης, υιός του μακαρίτου Χατζή Τουρχάν Βέη, ακολουθών τούτους προς εκτέλεσιν των πέντε ωρών της προσευχής και προς εκπλήρωσιν του καθήκοντος της Παρασκευής, ιδρύσατο εν τη πόλει Λαρίσσης έν Τέμενος (τζιαμείον) και επέτρεψε την εκτέλεσιν των προσευχών. Το Τέμενος τούτο καθό πασίγνωστον, ού χρήζει προσδιορισμού ορίων"[3].
Ο Θεόδωρος Παλιούγκας, μελετητής της ιστορίας της Λάρισας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, το τοποθετεί στην περιοχή η οποία περικλείεται μεταξύ των σημερινών οδών Όγλ, Ολύμπου, Νίκης, Μαβίλη και Νιρβάνα. Ο χώρος αυτός βρίσκεται ένα τετράγωνο βόρεια από τις εγκαταστάσεις του Δημοτικού Ωδείου, γύρω από την οδό Γαριβάλδη.
Έχουν εντοπισθεί ορισμένες αναφορές για το τζαμί του Ομέρ μπέη κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Το 1668 ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί το χαρακτηρίζει σαν ένα ωραίο, μολυβδοσκέπαστο τζαμί, με πλούσια διακόσμηση και με υποδειγματικό, όσο και αξιοθαύμαστο μιναρέ[4]. Το 1817 ο Ιωάννης Οικονόμου Λογιώτατος ο Λαρισαίος αναφέρει ότι το τζαμί αυτό βρισκόταν κοντά στο ποτάμι, στο βόρειο τμήμα της Λάρισας και ότι κατείχε τα πρωτεία ανάμεσα στα οθωμανικά κτίσματα της πόλης.
Καθώς το τζαμί αυτό είχε υποστεί σημαντικές φθορές από τον χρόνο και οι Οθωμανοί που είχαν μείνει στη Λάρισα χρησιμοποιούσαν για τις προσευχές τους αποκλειστικά το Γενί τζαμί που τους είχε κτίσει η βασίλισσα Όλγα, το 1907, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατεδαφίσθηκε. Την ίδια περίπου εποχή (1908) κατεδαφίσθηκε και το άλλο μεγάλο τζαμί του Χασάν μπέη που βρισκόταν κοντά στη γέφυρα. Από τα πολλά τζαμιά που υπήρχαν στην πόλη κατά την περίοδο της απελευθέρωσης του 1881 (γύρω στα 25), αυτά τα δύο ήταν τα σπουδαιότερα της Λάρισας και τα μοναδικά τα οποία διέθεταν τρούλο.
Νότια του τεμένους του Ομέρ μπέη βρίσκονταν και δύο τουρμπέδες, ταφικά μνημεία επιφανών Οθωμανών, τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οπότε ήλθε η σειρά τους να κατεδαφισθούν και αυτά για να οικοδομηθεί η γύρω περιοχή.
Αρχιτεκτονικά το τζαμί είχε την μορφή μιας τετράγωνης αίθουσας, η οποία ήταν καλυμμένη με ημισφαιρικό τυφλό (δηλ. χωρίς παράθυρα) τρούλο. Μέσα στην αίθουσα αυτή υπήρχε εντοιχισμένη η κτητορική επιγραφή του τεμένους, η οποία μεταξύ των άλλων ανέγραφε ότι η κατασκευή του έγινε το έτος από Εγίρας 878 (τουρκική χρονολογία, η οποία αντιστοιχεί με το δικό μας έτος 1474 μ. Χ.). Εξωτερικά, στην βορειοδυτική γωνία της αίθουσας υψωνόταν κομψός μιναρές με διακοσμημένο εξώστη, όπως φαίνεται και στην φωτογραφία, ο οποίος κατέληγε στη γνωστή οξεία κωνική απόληξη που έφεραν συνήθως οι μιναρέδες[5].
Η φωτογραφία αποτυπώνει τη νότια πλευρά όλου του κτιριακού συγκροτήματος και σύμφωνα με τα στοιχεία της, η λήψη έγινε το 1901. Στο πίσω μέρος διακρίνεται η αίθουσα προσευχής με τον τρούλο, ο οποίος στηριζόταν πάνω σε ψηλό οκταγωνικό τύμπανο. Ο τρούλος ήταν καλυμμένος με μεγάλα φύλλα μολύβδου, όπως είναι σήμερα και οι τρούλοι των Καθολικών στα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Σε μια γωνία, σε επαφή με την αίθουσα βρίσκεται ο μιναρές, του οποίου όμως απουσιάζει μεγάλο τμήμα από την κωνική απόληξή του. Η απώλεια αυτή έχει επισημανθεί και σε χαρακτικό του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Στη νότια πλευρά της αυλής του τεμένους διακρίνονται καθαρά οι δύο τουρμπέδες, διαφορετικού σχήματος ο καθένας και ολόκληρος ο χώρος του τεμένους απομονώνεται από τα γύρω κτίσματα με ψηλό τοίχο.
Μπροστά από το τζαμί αποτυπώνεται μια ισόγεια επιμήκης οικοδομή, η οποία αν και φαίνεται ότι κατοικείται, μοιάζει περισσότερο με μια σειρά μοναστικών κελιών. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον της φωτογραφίας αποτελεί και η παρουσία στη φωτογραφία δύο φρακοφορεμένων ατόμων, οι οποίοι μάλιστα ποζάρουν στον φακό. Φαίνεται ότι είναι συνοδοί του ταξιδιώτη ο οποίος τράβηξε τη φωτογραφία. Έφθασαν στη Λάρισα και κατά την περιήγησή τους φωτογραφήθηκαν μπροστά από το τζαμί του Ομέρ μπέη.
----------------------------------------
[1]. Δύο παλιές φωτογραφίες της Λάρισας του 1900 περίπου, τραβηγμένες από τον Λόφο, έδειχναν το τζαμί του Ομέρ μπέη από πολύ μακριά και όχι ολόκληρο.
[2]. Ο Ομέρ μπέης ήταν γιος του Τούρκου κατακτητή της Θεσσαλίας Τουρχάν μπέη, τον οποίο και διαδέχθηκε στη διοίκηση της Θεσσαλίας. Πέθανε το 1504 και διάδοχός του ορίσθηκε ο γιός του Χασάν μπέης, γνωστός από το ομώνυμο τζαμί που έκτισε στη δεξιά όχθη της γέφυρας.
[3]. Βλέπε την έκδοση των Γενικών Αρχείων του Κράτους - Αρχεία Νομού Λάρισας: Τα Αφιερωτήρια των Τουραχανιδών (Η ελληνική μετάφραση), έκδοση κειμένου-σχόλια Σταύρου Γουλούλη, Λάρισα (2003) σελ. 72-73.
[4]. Βλέπε: Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α΄, Λάρισα (1996) σελ.289-295.
[5]. Βλέπε: Παλιούγκας Θεόδωρος, .ο. π., σελ. 293

* Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η πλατεία Ανακτόρων

Μέρος της πλατείας Ανακτόρων και του κεντρικού τομέα της Λάρισας, όπως φαινόταν από τον μιναρέ του Γενί τζαμί. Επιστολικό δελτάριο αρ. 279 του Στέφανου Στουρνάρα. Πριν το 1910Μέρος της πλατείας Ανακτόρων και του κεντρικού τομέα της Λάρισας, όπως φαινόταν από τον μιναρέ του Γενί τζαμί. Επιστολικό δελτάριο αρ. 279 του Στέφανου Στουρνάρα. Πριν το 1910
Έχουμε αναφέρει σε πολλά σημειώματα ιστορικές πληροφορίες για τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας και την γύρω περιοχή τους[1].
Τον Οκτώβριο του 1881 ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ ήλθε στη Λάρισα για να γνωρίσει από κοντά την νεοπροσαρτηθείσα περιοχή της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο και διέμεινε στο κονάκι του Χουσνή μπέη, το οποίο και αγόρασε στις 11 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Αντιγράφω από το αυθεντικό πωλητήριο:
"…πωλεί την ενταύθα κειμένην οικίαν του αδελφού του Χουσνή Βέη μεθ' όλων των προαυλίων αυτής όσης εκτάσεως και αν είναι … συνωρευομένην δε Ανατολικώς με δημοσίαν οδόν, Μεσημβρινώς με μαγαζία του Χουσνή Βέη, Αρκτικώς με οικίας Δημητρίου Μισιρλή, βακούφικο και Αλεξίου Γεωργίου και χαβάς Ντουντού και λοιπών συνιδιοκτητών της και Δυτικώς με βακούφικον σπητότοπον…". Με την αγορά αυτή περιήλθε στην ιδιοκτησία του βασιλιά όχι μόνο το κονάκι, αλλά και ο χώρος που σήμερα περιλαμβάνεται περίπου μεταξύ των οδών Όγλ, Κύπρου, Ολύμπου και Νιρβάνα. Το κονάκι μετατράπηκε σε βασιλικό ανάκτορο, το οποίο βρισκόταν στο σημείο όπου τώρα στεγάζεται το κτίριο του Δημοτικού Ωδείου, ενώ η υπόλοιπη περιοχή ρυμοτομικά ήταν τελείως διαφορετική απ' ότι είναι σήμερα. Περιτριγυριζόταν από στενά σοκάκια και αδιαμόρφωτους χώρους, μέσα στους οποίους ξεχώριζε το παλάτι. Η βασίλισσα Όλγα μετακάλεσε κηπουρούς από την Αθήνα και σταδιακά δημιούργησε κήπους. Όπως διακρίνουμε σε ξένα χαρακτικά του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 [2], νότια του ανακτόρου απλωνόταν ένας μεγάλος αδιαμόρφωτος χώρος 3,5 στρεμμάτων περίπου.
Με την σταδιακή εφαρμογή του νέου σχεδίου πόλεως του 1883 κάποια στιγμή ο χώρος αυτός διχοτομήθηκε από την οδό Μακεδονίας (τη σημερινή Βενιζέλου) και το νότιο τμήμα του ονομάσθηκε "Πλατεία Ανακτόρων" από τη γειτνίασή της με το ανάκτορο του βασιλέα Γεωργίου Α΄, ενώ το μικρό αλσύλλιο που το περιέβαλλε ονομάσθηκε «Κήπος Ανακτόρων». Είναι ο χώρος που σήμερα έχει καθιερωθεί να ονομάζεται Πλατεία Αγίου Βησσαρίωνος, από τον ναΐσκο, που υπήρξε το παρεκκλήσιο των ανακτόρων και διατηρείται υπό άλλη αρχιτεκτονική μορφή μέχρι και σήμερα.
Περί το 1900 η πλατεία αυτή[3] ισοπεδώθηκε, τετραγωνίσθηκε, πεζοδρομήθηκε και όπως παρατηρούμε στη δημοσιευόμενη φωτογραφία η οποία προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του βολιώτη φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα, διαμορφώθηκε σε πλατεία. Τα δένδρα της φυτεύθηκαν περιφερειακά σε διπλή σειρά και δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί, σημείο ότι είναι πρόσφατη η δενδροφύτευση, ενώ ο υπόλοιπος χώρος είναι ακάλυπτος. Στο κέντρο της πλατείας διακρίνεται ένας φανοστάτης. Το κατάστρωμα της πλατείας, όπως άλλωστε και όλοι οι δρόμοι της Λάρισας, δεν είχαν γνωρίσει ακόμη την πολυτέλεια της ασφάλτου. Σκέτο πατημένο χώμα, που με την ελαφρότερη πνοή του ανέμου η σκόνη διαχεόταν ενοχλητική στην ατμόσφαιρα. Οι καταστηματάρχες μάταια προσπαθούσαν να μετριάσουν το κακό, καταβρέχοντας το έδαφος με ποτιστήρια. Η λήψη της φωτογραφίας τοποθετείται χρονικά πριν το 1910[4] και έγινε από τον μιναρέ του Γενί τζαμί. Είναι μια ηλιόλουστη ημέρα και ορισμένα καταστήματα της οδού Αλεξάνδρας (Κύπρου σήμερα) έχουν βγάλει στην πλατεία τραπεζάκια και καρέκλες, η κίνηση όμως είναι αραιή, γιατί είναι μεσημεράκι. Η πλατεία Ανακτόρων δεν ήταν σαν την Κεντρική Πλατεία Θέμιδος (Μιχαήλ Σάπκα σήμερα), η οποία είχε κίνηση όλη την ημέρα και συγκέντρωνε τους κοσμικούς της παλιάς Λάρισας. Εδώ ήταν η πλατεία όπου συναντιόνταν οι εργαζόμενοι, οι οποίοι έπειτα από τον ολοήμερο κάματο πήγαιναν εκεί για να ξεκουραστούν, πίνοντας το αναψυκτικό ή το τσιπουράκι τους και να κουβεντιάσουν επαγγελματικά ζητήματα ή επίκαιρα θέματα. Αν περνούσε κανείς τις απογευματινές ή τις βραδινές ώρες, θα έβλεπε την πλατεία να σφύζει από ζωή.
Στο βάθος της φωτογραφίας αποτυπώνεται η κεντρική περιοχή της Λάρισας. Λόγω αποστάσεως διακρίνονται μόνον τα ψηλά και μεγάλα κτίρια. Από αριστερά τα αρχοντικά του Σκαλιώρα και του Παπασταύρου, το Ξενοδοχείο "Πανελλήνιον", το μέγαρο του Νικόδημου και η Εθνική Τράπεζα. Πιο μπροστά αριστερά διακρίνεται καθαρά το κονάκι του Κερμελί μπέη, ενώ η σειρά των ισόγειων συνεχόμενων καταστημάτων επί των οδών Κύπρου και Ολύμπου διατηρείται μέχρι και σήμερα, φυσικά με διαφορετική εξωτερική διακόσμηση.
Η πλατεία Ανακτόρων χρησίμευε αυτά τα χρόνια και ως τόπος λαϊκών συγκεντρώσεων κατά τις παραμονές βουλευτικών ή δημοτικών εκλογών. Συνήθως συγκεντρωνόταν σ' αυτήν οι οπαδοί του ενός κόμματος, ενώ στην κεντρική πλατεία του αντιπάλου κόμματος. Τις περισσότερες φορές οι οπαδοί των κομμάτων συμπλέκονταν μεταξύ τους, γιατί όπως γνωρίζουμε την εποχή εκείνη τα πνεύματα κατά την προεκλογική περίοδο ήταν εξημμένα. Γι' αυτό και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια απαγορευόταν η χρήση αλκοολούχων ποτών τις ημέρες των εκλογών.
Σε αυτή τη μορφή διατηρήθηκε η πλατεία Ανακτόρων μέχρι το 1922. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών μετά την μικρασιατική καταστροφή, άρχισαν να καταφθάνουν κατά κύματα οι πρόσφυγες, οι οποίοι στεγάσθηκαν πρόχειρα σε τουρκόσπιτα που είχαν εγκαταλειφθεί από τους ενοίκους τους ή και σε άλλα κτίσματα, δημόσια ή ιδιωτικά, που ήταν διαθέσιμα. Στη Λάρισα σχεδόν αμέσως προέκυψε και θέμα επαγγελματικής στέγης για τους πρόσφυγες. Ο Δήμος για να διευκολύνει την κατάσταση, παραχώρησε την πλατεία Ανακτόρων, όπου με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, στήθηκαν παράγκες στις οποίες οι πρόσφυγες εγκατέστησαν τα πρόχειρα καταστήματά τους. Μπακάλικα, μανάβικα, ψαράδικα, καφενεία και άλλες μικροεπιχειρήσεις κάθε είδους ξεπρόβαλλαν ξαφνικά από ανθρώπους που προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν τα προς το ζην. Όμως η συσσώρευση των παραγκών είχε δημιουργήσει το αδιαχώρητο, η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη και οι χώροι υγιεινής απουσίαζαν. Τον χειμώνα οι λάσπες και η υγρασία επιβάρυναν την υγεία των επαγγελματιών και δυσχέραιναν την επίσκεψη των αγοραστών.
Η κατάσταση αυτή[5] κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια, ως το 1932, οπότε ο τότε δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας αποφάσισε να εξαλείψει το άθλιο θέαμα των παραγκών και να κτίσει στον χώρο της πλατείας Δημοτική Αγορά. Στην απόφαση αυτή του δημάρχου αντέδρασαν οι περισσότεροι από τους καταστηματάρχες της πλατείας Ανακτόρων, αλλά και οι άλλοι της οδού Πανός (κρεοπωλεία, ψαράδικα), οι οποίοι έπρεπε υποχρεωτικά να μετακομίσουν στη Νέα Αγορά. Έπειτα από σκληρό αγώνα και με την βοήθεια του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου, ο Σάπκας κατόρθωσε να κτίσει τελικά την Δημοτική Αγορά και να τη θέσει σε λειτουργία το 1933.
Αυτή είναι εν συντομία η ιστορία της Πλατείας Ανακτόρων, την οποία ούτε κατ' όνομα πιστεύω ότι έχουν ακούσει οι νεότεροι Λαρισαίοι.
------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το Βασιλικό Ανάκτορο της Λάρισας. Από τις «Αναμνήσεις» του Μιχαήλ Σάπκα, εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 5ης Νοεμβρίου 2014.
[2]. Βλέπε χαρακτικό στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde Illustrée» των Παρισίων, στο φύλλο της 17ης Απριλίου 1897. Το χαρακτικό αυτό προέρχεται από αντιγραφή φωτογραφίας του Γάλλου δημοσιογράφου Henri Turot και η αξιοπιστία του δεν αμφισβητείται.
[3]. Στην πλατεία αυτή έχουν δοθεί μέχρι σήμερα διάφορες ονομασίες. Επί τουρκοκρατίας είχε το όνομα πλατεία Ντερβίς μπέη. Το 1881, έπειτα από την μετατροπή σε ανάκτορα της οικίας του Χουσνή μπέη, μετονομάσθηκε σε πλατεία Ανακτόρων, ονομασία την οποία διατήρησε μέχρι το 1933, όταν έγιναν τα εγκαίνια της Δημοτικής αγοράς. Μετά την κατεδάφισή της το 1978 ονομάσθηκε πλατεία Λαού και σήμερα πήρε το όνομα του δημάρχου Αγαμέμνονα Μπλάνα.
[4]. Η χρονολογία αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Από τα κτίρια της Κεντρικής πλατείας τα οποία διακρίνονται στο βάθος της φωτογραφίας, το τριώροφο ξενοδοχείο "Πανελλήνιον" που κτίσθηκε το 1908 υπάρχει, ενώ το μέγαρο του Νικολάου Καρανίκα που είχε κτισθεί το 1910 δεν αποτυπώνεται. Άρα η λήψη της φωτογραφίας έγινε μεταξύ των ετών 1908 και 1910. Αυτός συνήθως είναι ο τρόπος που γίνεται η χρονολογική ταυτοποίηση των φωτογραφιών από την ομάδα της Φωτοθήκης Λάρισας.
[5]. Φωτογραφία της επαγγελματικής παραγκούπολης που στήθηκε στην πλατεία Ανακτόρων αυτά τα χρόνια δεν κατόρθωσα μέχρι σήμερα να εντοπίσω. Αν κάποιος από τους αναγνώστες της στήλης έχει κάποια υπόψη του, ας επικοινωνήσει μαζί μου (2410-287450 και 6951-004232).

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Επαμεινώνδας Φαρμακίδης

Ο ιστορικός της Λάρισας


Επαμεινώνδας Φαρμακίδης (1861-1928)Επαμεινώνδας Φαρμακίδης (1861-1928)
Τα τελευταία διακόσια χρόνια, από την περίοδο της τουρκοκρατίας ακόμα, η Λάρισα είχε την τύχη να αναδείξει σπουδαίες προσωπικότητες σε πολλούς τομείς. Δεν υστέρησε λοιπόν και σε σπουδαίους ιστορικούς.
-Ο Κωνσταντίνος Κούμας στη δωδεκάτομη «Ιστορία των ανθρωπίνων πράξεων», τοποθέτησε τη μακραίωνη ιστορία της Λάρισας σε σωστές βάσεις, ανασύροντάς την από την πολύχρονη αφάνεια.
-Ο Ιωάννης Οικονόμος ο Λογιώτατος στην «Ιστορική τοπογραφία ενός μέρους της Θεσσαλίας, 1817», προσπάθησε επιγραμματικά, μέσα από την τοπογραφική περιγραφή της Λάρισας, να δώσει ορισμένες πτυχές της ιστορικής διαδρομής της.
-Ο Δημήτριος Χατζηγιάννης, εκτός από επιφανής δικηγόρος και πολιτικός υπήρξε και ευρυμαθής ιστοριοδίφης. Σε αρκετές διαλέξεις και δημοσιεύματα, φώτισε πολλές σκοτεινές περιόδους της ιστορίας της Λάρισας.
-Ο Θεόδωρος Αξενίδης στο δίτομο έργο του «Η Πελασγίς Λάρισα και η αρχαία Θεσσαλία», επικέντρωσε την έρευνά του σε μια ιστορική περίοδο ακμής για την πόλη. Ήταν ένας χαρισματικός ιστορικός ερευνητής, ο οποίος όμως δεν ολοκλήρωσε το ιστορικό του έργο γιατί πέθανε μόλις άρχιζε την ακαδημαϊκή του καριέρα.
-Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν στην πόλη μας αρκετοί ιστορικοί μελετητές, με επιφανέστερο τον Κώστα Σπανό, ο οποίος με την έκδοση του "Θεσσαλικού Ημερολογίου" προσπαθεί να συμπληρώσει τα κενά της θεσσαλικής ιστορίας.
-Όμως ο τίτλος του κατ’ εξοχήν ιστορικού της Λάρισας αρμόζει μόνον στον Επαμεινώνδα Φαρμακίδη. Το έργο που τον ανέδειξε φέρει τον τίτλο «Η ΛΑΡΙΣΑ. Από των Μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881). Τοπογραφική και Ιστορική μελέτη». Η πρώτη έκδοση είχε πραγματοποιηθεί το 1926 στο Βόλο, από τα καλλιτεχνικά τυπογραφεία του Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου. Το 2001, και επειδή από χρόνια είχε εξαντληθεί, οι υπεύθυνοι του βιβλιοπωλείου ΓΝΩΣΗ προέβησαν στην επανέκδοσή του, συνεργαζόμενοι με τον Κώστα Σπανό. Στο έργο του αυτό ο Φαρμακίδης αναφέρεται σε όλες τις ιστορικές περιόδους, από τους μυθολογικούς χρόνους μέχρι την προσάρτησή της το 1881 στην Ελλάδα. Η αξία του, παρά τα λάθη και τις παραλείψεις, παραμένει διαχρονική[1].. Αν σε κάποια γεγονότα είναι πιο λεπτομερής, το κάνει επειδή τα θεωρεί σημαντικά και επειδή οι πηγές του είναι πλούσιες. Από το περιεχόμενο του βιβλίου του φαίνεται ότι ο Φαρμακίδης ασχολήθηκε επί χρόνια, αναδιφώντας το ιστορικό παρελθόν της Λάρισας με επιστημονική συνέπεια και σχολαστικότητα. Είχε την τύχη να είναι κάτοχος ενός σημαντικού αρχείου χειρογράφων και να μελετήσει πλούσιο πρωτογενές ιστορικό υλικό που διέθεταν στην εποχή του πολλές ιστορικές οικογένειες της Λάρισας (Χαριλάου Λογιωτάτου, Αχιλλέως Αστεριάδη, Γεωργίου Σακελλαρίδη, και άλλων). Ανέτρεξε επίσης σε παλιούς κώδικες και συγγράμματα, μελέτησε επιγραφές, χειρόγραφα, ενθυμίσεις, επιστολές, χάρτες, χαρακτικά, σχέδια και φωτογραφίες, κατέγραψε προφορικές παραδόσεις και στάθμισε αντικρουόμενες απόψεις, με κριτήρια έμπειρου ιστορικού. Κωδικοποίησε όλες τις υπάρχουσες γνώσεις γύρω από την ιστορία της Λάρισας μέχρι το 1881 με τέτοια ικανότητα, ώστε ακόμα και σήμερα, 91 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, όλοι οι ιστορικοί ερευνητές να προστρέχουν σ’ αυτό για να αντλήσουν πληροφορίες. Παράλληλα με την επαγγελματική καθημερινότητα ως συμβολαιογράφου, εύρισκε τον χρόνο να αντιγράφει κώδικες, χωρίς να έχει γνώσεις παλαιογραφίας, να συνθέτει γεγονότα αντιπαραβάλλοντας ιστορικές πραγματείες και να ερευνά σε βάθος[2].
Ήταν ταπεινός. Είχε επίγνωση της ερασιτεχνικής του προσπάθειας, γι’ αυτό και γράφει σχετικά στον πρόλογο του βιβλίου του: «…συναρμολογήσας τα διάφορα στοιχεία, άτινα εκ των διαφόρων μελετών μου απεκόμισα, προβαίνω εις την δημοσίευσιν της μελέτης ταύτης, με την ελπίδα ότι άλλοι, ειδικώτεροι εμού, θα συμπληρώσωσι και θα βελτιώσωσι ταύτην, αντλούντες νέα στοιχεία εκ πηγών, τας οποίας εγώ δι’ οιονδήποτε λόγον δεν ηδυνήθην να έχω υπ’ όψει»[3].
Ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1861. Ο πατέρας του Γεώργιος Φαρμακίδης ήταν εμποροτραπεζίτης, και το 1883 είχε διατελέσει για λίγο αστυνόμος της Λάρισας. Υποστήριξε ενεργά στην αποτυχημένη επανάσταση της Θεσσαλίας του 1878. Μητέρα του ήταν η Μαριγώ Λεονάρδου, μοναχοκόρη του Ιωάννη Λεονάρδου, ιατρού από τα Αμπελάκια και συγγραφέα του βιβλίου «Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία», η επανέκδοση του οποίου έγινε το 1992 από τις εκδόσεις "Θετταλός".
Mαθήτευσε στα ελληνικά σχολεία της τουρκοκρατούμενης Λάρισας και εν συνεχεία σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά το πέρας των σπουδών, παρ' όλο που η γενέτειρά του είχε πλέον ενσωματωθεί στην ελληνική επικράτεια, προτίμησε να διορισθεί γραμματέας στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου, όπου και παρέμεινε επί μία και πλέον δεκαετία. Εκεί γνώρισε και νυμφεύθηκε τη σύντροφο της ζωής του Βασιλική, γεννημένη στο Ναύπλιο το 1866. Στις αρχές του 1897 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου και επέστρεψε στη Λάρισα, όπου όμως σε λίγους μήνες τον πρόλαβαν τα γεγονότα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να την εγκαταλείψει και πάλι και να καταφύγει προσωρινά στην Αθήνα, όπου έπειτα από εξετάσεις απέκτησε την άδεια του συμβολαιογράφου. Μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων το 1898 επανέκαμψε οριστικά στη Λάρισα, όπου άρχισε να εργάζεται ως συμβολαιογράφος. Στις 20 Οκτωβρίου του 1927 απεβίωσε η σύζυγός του Βασιλική και τρεις μήνες αργότερα την ακολούθησε και ο ίδιος, έπειτα από αιφνίδια καρδιακή ανακοπή που υπέστη στις 3 Ιανουαρίου 1928, σε ηλικία 67 ετών. Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου του, απέκτησε εννέα τέκνα, αλλά μόνον μία κόρη του η Μαρίκα (1896-1975) κατόρθωσε να ενηλικιωθεί, ενώ τα υπόλοιπα χάνονταν από διάφορες αιτίες σε νεαρή ηλικία. Αποφοίτησε από το Αρσάκειο της Λάρισας και παντρεύτηκε τον Νικόλαο Αυγουστίνο. Μετά τον θάνατο του τελευταίου στις 16 Μαρτίου 1926, παντρεύτηκε τον Κώστα Χριστοδουλόπουλο[4].
Το βιβλίο του «Η ΛΑΡΙΣΑ» είναι το μοναδικό ιστορικό έργο του Φαρμακίδη. Δεν έχει εντοπισθεί κανένα άλλο έργο ή ιστορική μελέτη του, δημοσιευμένη ή ανέκδοτη. Είναι το μοναδικό του, αλλά είναι και μοναδικό, γιατί η ιστορία της Λάρισας είναι τόσο πλούσια και τόσο μακραίωνη, ώστε κανένας συνεπής ιστορικός μέχρι σήμερα, δεν αισθάνθηκε ικανός να γράψει μια νέα ιστορία αυτής της πόλης.
Με τον θάνατό του το 1928, η μνήμη του Φαρμακίδη σταδιακά έσβηνε και η γενέθλια πόλη όλο αυτό το διάστημα τον αγνόησε. Όμως μεταπολεμικά, με την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννησή του, ο Μορφωτικός Εκδρομικός Σύνδεσμος “Αριστεύς”, με πρωτοβουλία του προέδρου του Δημητρίου Παλιούρα, είχε την έμπνευση να τελέσει την Κυριακή 22 Απριλίου 1962 στο κινηματοθέατρο «Διονύσια» το πνευματικό του μνημόσυνο, με ομιλητή τον δημοσιογράφο και ιστορικό Βάσο Καλογιάννη, ο οποίος αναφέρθηκε στο έργο και την προσωπικότητα του Φαρμακίδη. Με τις ενέργειες εξάλλου των ίδιων, λίγα χρόνια αργότερα, στήθηκε η προτομή του στο άλσος του Αλκαζάρ. Και σήμερα, όσοι εκτιμούμε το έργο του, περιμένουμε την αυτονόητη πρωτοβουλία του Δήμου Λαρισαίων, να δώσει σε κάποια οδό, το όνομα του ιστορικού της πόλης, του Επαμεινώνδα Φαρμακίδη, μια που η υπάρχουσα οδός Φαρμακίδη, τιμά τη μνήμη του αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φαρμακίδη, από τη γειτονική Νίκαια. Να σημειώσουμε με την ευκαιρία ότι ανάμεσα στον Θεόκλητο και τον Επαμεινώνδα Φαρμακίδη δεν υπήρχε καμία συγγένεια.
Αυτός ήταν ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης. Δημιούργησε ένα σπουδαίο ιστορικό έργο, το βιβλίο του «Η ΛΑΡΙΣΑ», το οποίο θα ζει διαχρονικά πέρα από τους φυσικούς νόμους και θα διατηρεί το όνομα του δημιουργού του σε μια διαρκή επικαιρότητα.
 [1]. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Επαμεινώνδας Φαρμακίδης (1861-1928). Συμβολαιογράφος και ιστορικός της Λάρισας, εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 18ης Ιουνίου 2017.
[2]. Βλέπε: Καλογιάννης Βάσος, Επαμεινώνδας Φαρμακίδης. Ο ιστορικός της Λάρισας και η εποχή του (1862-1928), Λάρισα (1962).
[3]. Βλέπε: Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των Μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881). Τοπογραφική και Ιστορική μελέτη, Βόλος (1926) σελ. 5.
[4]. Βλέπε: Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Τοπογραφική και Ιστορική μελέτη. Εισαγωγή-Σχόλια-Επιμέλεια Κώστας Σπανός, Λάρισα (2001) σελ. 9-10.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ

Σημερινά υπολείμματα του κατεδαφισμένου αρχοντικού

Αξιωματικοί έξω από την κύρια είσοδο του αρχοντικού του Στεφάνοβικ. Ιούλιος 1912.Αξιωματικοί έξω από την κύρια είσοδο του αρχοντικού του Στεφάνοβικ. Ιούλιος 1912.
Οι περισσότεροι Λαρισαίοι, οι οποίοι διασχίζουν σήμερα την οδό της 28ης Οκτωβρίου στο σημείο όπου συναντά την αρχή της οδού Παπακυριαζή, δεν γνωρίζουν ότι στη γωνία αυτή υπήρχε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια το αρχοντικό του Στεφάνοβικ.
Απλώς σήμερα στη θέση αυτή αντικρίζουν ένα μεγάλο γωνιακό οικόπεδο, στο οποίο μέχρι πριν λίγα χρόνια στεγαζόταν το στρατιωτικό πρατήριο και το οδοντιατρείο.
Για το αρχοντικό του Στεφάνοβικ μιλήσαμε και άλλη φορά[1]. Ήταν ένα από τα ωραιότερα κτίσματα τα οποία στόλιζαν από τα τέλη του 19ου αιώνα τη Λάρισα και σήμερα δεν υπάρχει πια. Όπως αναφέραμε, βρισκόταν στη γωνία των οδών Παπακυριαζή και 28ης Οκτωβρίου (προπολεμικά ονομαζόταν Κοραή) και η κύρια είσοδος και η πρόσοψή του κοιτούσε προς την Παπακυριαζή. Ο ιδιοκτήτης του Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης ήταν ένας πλούσιος Έλληνας τραπεζίτης από την Κωνσταντινούπολη. Λίγους μήνες πριν από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό βασίλειο αγόρασε από Οθωμανούς γαιοκτήμονες τεράστιες αγροτικές εκτάσεις (περίπου 600.000 στρέμματα) στην περιοχή του θεσσαλικού κάμπου. Ήταν η περίοδος κατά την οποία πολλοί Οθωμανοί διαισθανόμενοι την μελλοντική αβεβαιότητα των τεράστιων ακίνητων εκτάσεων που διέθεταν, παρά την βεβαιότητα μόνιμης κατοχής των που τους παρείχε η Συνθήκη του Βερολίνου, άρχισαν να τα πωλούν σε πλούσιους Έλληνες. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης (1842-1901). Είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ο μικρότερος από τους τρεις επιζήσαντες γιους του Ζαννή Στεφάνοβικ-Σκυλίτση (Χίος 1806-Κωνσταντινούπολη 1886)[2]. Εκπρόσωπο και διευθυντή της απέραντης κτηματικής περιουσίας του στη Θεσσαλία (τσιφλίκια) όρισε τον Κωνσταντίνο Αναστασιάδη, ο οποίος έμενε στη Λάρισα. Με την παρότρυνση του αφεντικού του Παύλου Στεφάνοβικ, ο Αναστασιάδης βοήθησε στην κατασκευή μιας πολυτελέστατης έπαυλης στη Λάρισα για τον πλούσιο τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης . Ο Αναστασιάδης ήταν ένας καλόκαρδος, ευγενικός, ευφυής και εγκυκλοπαιδικά μορφωμένος άνθρωπος, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για τα τοπικά ζητήματα, πολιτεύθηκε, και το 1896, έπειτα από τον αιφνίδιο θάνατο του δημάρχου Αχιλλέα Λογιωτάτου, τον διαδέχθηκε στη δημαρχία. Η θητεία του όμως υπήρξε σύντομη, μέχρι τον Απρίλιο του 1897 όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν προσωρινά τη Λάρισα και εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την πόλη.
Το αρχοντικό του Στεφάνοβικ ήταν διώροφο με υπερυψωμένο υπόγειο και αρχιτεκτονικά ακολουθούσε τα νεοκλασικά πρότυπα των επιβλητικών κτισμάτων της ελληνικής πρωτεύουσας. Εκείνο που το διαφοροποιούσε από τα άλλα αρχοντικά της Λάρισας ήταν ότι στο κέντρο της στέγης στην πρόσοψη, πρόβαλε κομψό υπερώο με περίτεχνο εξώστη. Επειδή ο ιδιοκτήτης του αρχοντικού Παύλος Στεφάνοβικ έμεινε σ' αυτό μόνον για λίγες ημέρες το 1901, και μετά λίγους μήνες απεβίωσε, έγινε κατόπιν προσωρινή κατοικία του διαδόχου Κωνσταντίνου κάθε φορά που βρισκόταν στη Λάρισα. Αυτό συνέβαινε κυρίως Σεπτέμβριο με Οκτώβριο κάθε χρόνο, όταν γίνονταν τα μεγάλα γυμνάσια του ελληνικού στρατού στην περιοχή μας. Όταν το 1913, μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α’ στη Θεσσαλονίκη έγινε βασιλιάς, στο κτίριο Στεφάνοβικ στεγάσθηκαν μέχρι το 1925 τα γραφεία της Ιης Μεραρχίας. Τη χρονολογία αυτή, με την εγκατάσταση στη Λάρισα του Β΄ Σώματος Στρατού, μετακόμισαν όλες οι στρατιωτικές υπηρεσίες στο αρχοντικό Σκαλιώρα όπου είχε στεγασθεί το Β’ Σώμα Στρατού.
Τα επόμενα χρόνια το αρχοντικό Στεφάνοβικ φιλοξένησε κατά καιρούς εκτός από στρατιωτικές υπηρεσίες και διάφορα δικαστικά καταστήματα. Από τις συμφορές του 1941 που έπληξαν τη Λάρισα επιβίωσε οικοδομικά με κάποια τραύματα που επουλώθηκαν εύκολα. Μεταπολεμικά αφού στέγασε και πάλι κάποιες στρατιωτικές υπηρεσίες, μετά τον σεισμό που έγινε το 1954, κατέστη ακατοίκητο, κατεδαφίσθηκε και έμεινε ο σημερινός ανεκμετάλλευτος χώρος.
Από το παλιό αρχοντικό μπορεί να εντοπίσει κανείς σήμερα άθικτα τα κάγκελα του περιτοιχίσματος της αυλής, μέσα στην οποία υψωνόταν το κτίριο. Το σημερινό μας κείμενο συνοδεύεται από δύο φωτογραφίες παράλληλα τοποθετημένες. Η παλαιότερη είναι του 1912 και η νεότερη του 2015. Στην πρώτη διακρίνεται η εξωτερική κύρια είσοδος επί της οδού Παπακυριαζή. Η σιδερένια πόρτα είναι ανοικτή, αλλά απεικονίζεται το σιδερένιο επιστέγασμά της, καθώς και μέρος του μεταλλικού κιγκλιδώματος του περιτοιχίσματος. Στη δεύτερη σύγχρονη φωτογραφία έχει αποτυπωθεί η βοηθητική πόρτα (το παραπόρτι όπως λεγόταν), η οποία σώζεται μέχρι σήμερα με σημαντικές φθορές και βρίσκεται επί της 28ης Οκτωβρίου. Είναι πανομοιότυπη με την κύρια είσοδο σε σχέδιο, αλλά διαφέρει ως προς το μέγεθος, καθώς είναι μικρότερη σε πλάτος και ύψος. Το σχέδιο των μεταλλικών κιγκλιδωμάτων παραμένει το ίδιο μέχρι και σήμερα και στις δύο ελεύθερες πλευρές του οικοπέδου, νότια και ανατολική. Αν γινόταν κάποια στοιχειώδης συντήρησή τους και δεν υπήρχε μια ανιστόρητη εγκατάλειψη, θα έπαιρνε κανείς μια γεύση της καλαισθησίας που διέθεταν οι παλιοί κατασκευαστές και ιδιοκτήτες των κτιρίων της παλιάς Λάρισας. Προτρέπω τους αναγνώστες που μέχρι σήμερα περνούσαν αδιάφορα από την περιοχή αυτή, να σταθούν για λίγο και να προσέξουν την πόρτα και το κιγκλίδωμα, τα οποία διατηρούνται όπως κατασκευάστηκαν εδώ και 130 χρόνια περίπου. Δεν μπορούμε να τα θεωρήσουμε ως σπουδαία έργα τέχνης, όμως αποτελούν τα μόνα στοιχεία που διατηρήθηκαν από το θαυμάσιο αρχοντικό του Παύλου Στεφάνοβικ, το οποίο σήμερα το γνωρίζουμε μόνον από φωτογραφίες.
---------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Αρχοντικό Στεφάνοβικ, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 11ης Μαρτίου 2015.
[2]. Ο Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης ήταν Έλληνας τραπεζίτης και εθνικός ευεργέτης. Υπήρξε ο ιδρυτής του εμπορικού οίκου Στεφάνοβικ-Σκυλίτζη στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος αναδείχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους, με δράση από το Λονδίνο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Ο Ζαννής απέκτησε οκτώ παιδιά από τα οποία επιβίωσαν μόνον τρία αγόρια, τα οποία και τον διαδέχθηκαν. Ο Δημήτριος (1839-1893), ο Ιωάννης (1840-1908) και ο Παύλος (1842-1901).

* Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com