Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

Ο Κέκροπας ήταν πανάρχαια μορφή της Αττικής. Ήταν αυτόχθονας, γεννημένος από την ίδια τη Γη, και διφυής ως προς τη μορφή. Ήταν δηλ. ένα από τα παράξενα εκείνα δίμορφα πλάσματα, από τη μέση και πάνω άνθρωπος και από τη μέση και κάτω φίδι, όπως ο Τυφώνας. Λένε πως πριν να εμφανιστεί ο Κέκροπας, ο τόπος που μετά ονομάστηκε Αθήνα λεγόταν αρχικά Ακτική ή Ακτή, από το όνομα ενός Ακταίου που ήταν ένας πανάρχαιος αυτόχθονας βασιλιάς στην Αττική. Όταν πέθανε ο Ακταίος τον διαδέχτηκε ο Κέκροπας, έγινε βασιλιάς και κατοίκησε στο βράχο της Ακρόπολης, που έχτισε τα τείχη της, και από το όνομά του ονομάστηκε “Κεκροπία”.
Ο Κέκροπας παντρεύτηκε την κόρη του Ακταίου Άγραυλο (“αυτή που έμενε στους αγρούς”) και απόκτησε μαζί της ένα γιο, τον Ερυσίχθονα και τρεις κόρες, την Άγραυλο, την Έρση και την Πάνδροσο. Ο γιος όμως δεν έμελλε να βασιλέψει, γιατί πέθανε νέος όσο ζούσε ακόμα ο πατέρας του. Οι κόρες του Κέκροπα ήταν μορφές όπως οι Ώρες και οι Νύμφες, και ήταν αυτές που έριχναν πάνω στους αγρούς και τα λιβάδια τη δροσιά, όπως το δείχνουν και τα ονόματά τους Άγραυλος, Έρση (δροσιά), Πάνδροσος. Στις χορταρένιες απλωσιές μπροστά από τους ναούς της Αθηνάς έστηναν το χορό με πρωτοχορευτή τον ίδιο τον Ερμή, ενώ ο Πάνας έπαιζε το σουραύλι του. Μία μάλιστα απ’ αυτές, η Έρση, ενώθηκε με τον Ερμή και γέννησε τον Κέφαλο. Οι κόρες του Κέκροπα είχαν άσχημο τέλος, που προήλθε από την παρακάτω ιστορία: Η Αθηνά τούς έδωσε να φυλάξουν ένα κιβώτιο, μέσα στο οποίο είχε κρύψει τον μικρό Εριχθόνιο με την αυστηρή εντολή να μην το ανοίξουν. Εκείνες όμως φλέγονταν από περιέργεια να μάθουν τι έκρυβε το κιβώτιο και παραβαίνοντας την εντολή της θεάς, το άνοιξαν. Την ίδια στιγμή τις χτύπησε και τις τρεις τρέλα και χωρίς να ξέρουν τι κάνουν άρχισαν να τρέχουν, ώσπου έπεσαν από τα τείχη της Ακρόπολης και σκοτώθηκαν.
Ο Κέκροπας αφού έγινε βασιλιάς πάνω στην Ακρόπολη άρχισε να παίρνει διάφορα μέτρα για να οργανώσει καλύτερα τη ζωή της πόλης του. Πρώτα, όπως είπαμε, έχτισε τα τείχη πάνω στο βράχο. Αργότερα χρειάστηκε να οργανώσει καλύτερα την άμυνα της χώρας, όταν απείλησαν εχθροί την Αττική. Από τη θάλασσα έφτασαν οι Κάρες και από την ξηρά εμφανίστηκαν οι Βοιωτοί, που τότε τους έλεγαν Άονας. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και έπρεπε να συγκεντρωθούν δυνάμεις για την αντίσταση. Γι’ αυτό ο Κέκροπας σκέφτηκε να μαζέψει τους κατοίκους που ως τότε ζούσαν σκόρπιοι και να τους βάλει να μείνουν σε χωριά που μετά τα οργάνωσε σε μια ενιαία πόλη.
Έτσι με ενωμένους τους κατοίκους της Αττικής μπόρεσε ο Κέκροπας να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους εισβολείς. Διηγούνται μάλιστα πως τότε ο Κέκροπας έκανε και την πρώτη καταμέτρηση του πληθυσμού- δηλαδή κάθε κάτοικος έπρεπε να φέρει μια πέτρα και να τη ρίξει σε ένα ορισμένο μέρος. Έτσι μπόρεσε και τους μέτρησε και λένε ότι από το γεγονός αυτό ονομάστηκαν λαός (από τη λέξη λάς = λίθος), ενώ πρώτα ήταν ένα απροσδιόριστο πλήθος.
Ο Κέκροπας ήταν ο πρώτος που έκανε τους νόμους στην Αθήνα. Έβαλε τάξη στις σχέσεις των ανθρώπων επισημαίνοντας τη διπλή τους καταγωγή και επιβάλλοντας τη μονογαμία. Ενώ δηλ. πρώτα η ερωτική σχέση ήταν ελεύθερη όπως στα ζώα, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μη γνωρίζουν τον πατέρα τους, παρά μόνο τη μητέρα τους και την καταγωγή τους από αυτήν, από δω και πέρα, με τη μονογαμία που θέσπισε ο Κέκροπας, τα παιδιά άρχισαν να αναφέρονται στην πατρική τους καταγωγή. Από τον Κέκροπα επίσης αρχίζει να επικρατεί η συνήθεια να θάβουν τους νεκρούς. Ακόμα, σύμφωνα με μια παλιά παράδοση, αυτός ήταν που έφερε πρώτος το αλφάβητο στην Αθήνα. Άλλες πράξεις που έκανε ήταν ότι καθιέρωσε τη λατρεία του Κρόνου και της Ρέας, έχτισε ένα ιερό για τον Δία Ύπατο, που ο ίδιος τον ονόμασε έτσι, και έστησε στο μέρος του Ερεχθείου ένα άγαλμα του Ερμή από ξύλο ελιάς. Για τις θυσίες όρισε πως δεν πρέπει στους βωμούς να σφάζουν και να καίνε ζωντανά πλάσματα, όπως έκαναν άλλοι, αλλά να προσφέρουν κάτι ειδικά γλυκίσματα, φτιαγμένα για το σκοπό αυτό από μέλι, αλεύρι και αλάτι, που τα έλεγαν “πελάνους”.
Η βασιλεία του Κέκροπα συνδέεται και με το περιστατικό από το οποίο η Αθήνα πήρε το όνομά της. Την εποχή εκείνη σκέφτηκαν οι θεοί πως πρέπει να πάρουν τις πόλεις της Ελλάδας υπό την προστασία τους, για να τους χτίζουν οι άνθρωποι ναούς και να τους προσφέρουν θυσίες. Έτσι άρχισαν να μοιράζονται τις πόλεις μεταξύ τους, αλλά μοιραία, όταν δύο θεοί ήθελαν την ίδια πόλη, κατέληγαν να φιλονικήσουν μεταξύ τους. Όπως για το Άργος ξέσπασε έρις ανάμεσα στην Ήρα και τον Ποσειδώνα, το ίδιο έγινε και για την πόλη του Κέκροπα ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα, για να κερδίσουν την πόλη άρχισαν έναν αγώνα μεταξύ τους, ποιος θα δώσει το πιο χρήσιμο δώρο στην πόλη. Ανέβηκαν τότε πάνω στο βράχο της Ακρόπολης, όπου ήρθαν και οι άλλοι δέκα θεοί από τον Όλυμπο για να κάνουν το δικαστή στη διαφωνία των δύο θεών, ενώ ο Κέκροπας παρίστατο ως μάρτυρας. Άλλοι πάλι – αργότερα όμως – είπαν πως δικαστής ήταν ο ίδιος ο Κέκροπας. Όταν έφτασαν λοιπόν όλοι στην Ακρόπολη, άρχισε ο αγώνας ανάμεσα στους δύο θεούς. Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας, στάθηκε στη μέση του βράχου και με την τρίαινά του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος. Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού που σχημάτισε μια μικρή λίμνη που την ονόμασαν «Ερεχθηίδα θάλασσα». Μετά ήρθε η σειρά της Αθηνάς να παρουσιάσει το δώρο της και αφού κάλεσε τον Κέκροπα για μάρτυρα, φύτεψε μια ελιά πάνω στο βράχο, που ξεπετάχτηκε γεμάτη καρπό. Το δέντρο αυτό σωζόταν για πολλά χρόνια αργότερα και το έδειχναν στο Πανδρόσειο. Μετά από το δώρο της Αθηνάς ο Δίας κήρυξε το τέλος του αγώνα και είπε στους άλλους θεούς να κρίνουν σε ποιον από τους δύο θεούς θα δοθεί η πόλη. Συγχρόνως ζήτησαν τη μαρτυρία και τη γνώμη του Κέκροπα. Αυτός από το βράχο ψηλά έριξε μια ματιά γύρω, αλλά όπου και να γύριζε, τα μάτια του αντίκριζαν αλμυρό νερό, τις θάλασσες που από παντού έζωναν τη χώρα. Το δώρο λοιπόν του Ποσειδώνα δεν ήταν τίποτα νέο, ούτε ιδιαίτερα χρήσιμο. Το δέντρο όμως που είχε κάνει η Αθηνά να φυτρώσει ήταν το πρώτο που φύτρωνε σε όλη τη χώρα και ήταν συνάμα για την πόλη η υπόσχεση για δόξα και ευτυχία. Γι’ αυτό ο Κέκροπας θεώρησε πως το δώρο της Αθηνάς ήταν πιο χρήσιμο και έτσι της δόθηκε η κυριαρχία της πόλης. Από τότε η πόλη πήρε το όνομά της και λέγεται Αθήνα.
Όταν ήρθε ο καιρός να πεθάνει ο Κέκροπας, η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε αίθυια (είδος πάπιας), τον πήρε κάτω από τα φτερά της και τον μετέφερε στα Μέγαρα. Μετά τον Κέκροπα δεν βασίλεψε ο γιος του Ερυσίχθονας, γιατί είχε πεθάνει πριν από τον πατέρα του, όπως είδαμε. Οι Αθηναίοι διάλεξαν τότε για βασιλιά τους τον Κραναό που μετά τον Κέκροπα είχε στην Αθήνα τη μεγαλύτερη δύναμη και επιβολή.

Ο Σίσυφος ήταν μια πολύ ξεχωριστή προσωπικότητα της ελληνικής μυθολογίας. Ο Σίσυφος ήταν ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, που στη συνέχεια ονομάστηκε Κόρινθος.
Όλα άρχισαν όταν ο Δίας αποπλάνησε την Αίγινα. Η Αίγινα ήταν κόρη του ποταμού και θεού Ασωπού. Ο Ασωπός ζήτησε από τον Σίσυφο να του πει τι γνωρίζει και αυτός συμφώνησε αφού ο Ασωπός για αντάλλαγμα του έταξε ότι μια πηγή με νερό θα αναβλύζει ασταμάτητα από την ακρόπολη της πόλης του.
Ο Σίσυφος γνώριζε πολλά για την υπόθεση και τα είπε στον Ασωπό. Στη συνέχεια ο Ασωπός καταδίωξε τον Δία. Αφού ο Δίας γλίτωσε, αποφάσισε να τιμωρήσει το Σίσυφο. Έτσι έστειλε τον Σίσυφο στον Άδη.
Όμως τότε ο Σίσυφος απέδειξε την εξυπνάδα και την πονηριά του καταφέρνοντας να φυλακίσει τον Θάνατο. Τότε όμως έγινε κάτι πρωτοφανές. Ο Θάνατος αδυνατούσε να πάρει τις ψυχές των θανάσιμα τραυματισμένων ανθρώπων και ζώων, ο κόσμος γέμιζε σιγά-σιγά από τραυματισμένα, ακρωτηριασμένα και ανήμπορα έμψυχα όντα. Οι θεοί αναστατώθηκαν και ο Άρης ελευθέρωσε τον Θάνατο από τα δεσμά του, στέλνοντας ξανά τον Σίσυφο στον Άδη.
Πάλι όμως ο Σίσυφος είχε προνοήσει. Είχε πει στη γυναίκα του να μη θάψει το σώμα του. Έτσι ζήτησε από τον Άδη τρεις μέρες για να επιστρέψει στη γη και να φροντίσει το ζήτημα. Ο Άδης δέχτηκε το αίτημα του Σίσυφου, όμως ο τελευταίος δεν επέστρεψε. Έτσι ήρθε η σειρά του Ερμή να τον πάει στον Άδη.
Ο Σίσυφος τιμωρήθηκε για όλη αυτή τη συμπεριφορά. Οι «κριτές των νεκρών» του έβαλαν ως βασανιστήριο να κουβαλάει ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Φτάνοντας στην κορυφή, η πέτρα δεν σταθεροποιείτο και έπεφτε από την άλλη. Αυτή η τιμωρία είναι αιώνια για τον «νικητή» του Άδη.
Ο Τάνταλος υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα πρόσωπα θείας και αιώνιας καταδίκης στην Ελληνική Μυθολογία, δια του οποίου και στηλιτεύτηκε η αμφισβήτηση προς ό,τι το «θείο» και «ιερό».
Συγκεκριμένα ο Τάνταλος φέρονταν ως Βασιλεύς της Φρυγίας με έδρα την Σίπυλο. Ήταν γιος του Δία ή του Τμώλου και της Πλουτώς, πατέρας της Νιόβης του Πέλοπα και του Βροτέα. Ο Τάνταλος λοιπόν ως γιος της Πλουτούς (=της αφθονίας) έφθασε να θεωρείται φίλος και ομοτράπεζος των Ολυμπίων Θεών όπου εκ της απληστίας του υπέκλεψε νέκταρ και αμβροσία που μετέφερε στ’ ανάκτορό του. Παράλληλα δε προσπάθησε να μεταδώσει μυστικά των Θεών στους ανθρώπους. Εκείνο όμως που αποτέλεσε το φρικαλέο των πράξεών του ήταν που ήθελε να διαπιστώσει αν οι Ολύμπιοι θεοί θα μπορούσαν να εξαπατηθούν! Για τον σκοπό αυτό έφθασε στο σημείο να σφάξει τον πρωτότοκο γιο του και να τον προσφέρει σε γεύμα σ’ αυτούς. Λέγεται πως μόνο η θεά Δήμητρα απορροφημένη στη θλίψη της από την απώλεια της κόρης της Περσεφόνης έφαγε τμήμα από τον βραχίονα του παιδιού, οι δε άλλοι θεοί ανάστησαν τον Πέλοπα, αποκατέστησαν τον ακρωτηριασμό του και τιμώρησαν τον πατέρα του σε αιώνια καταδίκη.
Σύμφωνα με τον Όμηρο η επιβληθείσα θεία και αιώνια καταδίκη του ήταν η ακόλουθη. Αφού κεραυνοβολήθηκε από τον πατέρα των θεών Δία (=θανατώθηκε) κατήλθε στον Άδη όπου κατ’ εντολή των θεών, διατηρουμένων έμβιων αναγκών, τοποθετήθηκε σε λάκκο γεμάτο νερό κάτω ακριβώς από κλώνους δένδρων κατάφορτων με ποικίλους καρπούς (αφθονία). Πεινώντας όμως και διψώντας αφόρητα μόλις άπλωνε το χέρι του να κόψει καρπούς οι κλάδοι ανέρχονταν αμέσως σε μεγάλο ύψος, όταν δε έσκυβε να πιεί νερό αυτό εξαφανιζόταν ή απομακρύνονταν από τα πόδια του.
Η θεία και αιώνια αυτή τιμωρία έμεινε περισσότερο γνωστή ως «μαρτύριο του Ταντάλου».
Ο αρχαίος Έλληνας ζωγράφος Πολύγνωτος σε πίνακά του απεικόνισε αυτό το μαρτύριο. Επίσης διασώθηκε η εικόνα του μαρτυρίου αυτού σε γλυπτή σαρκοφάγο που φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο του Βατικανού στην οποία και συνυπάρχουν τα επίσης μαρτύρια του Σίσυφου και του Ιξίονα. Τέλος το αυτό μαρτύριο φέρεται σε παράσταση σε αγγείο στο Μουσείο του Μονάχου.


Ο Προμηθέας ήταν μυθική μορφή της αρχαιότητας. Γιός του Τιτάνα Ιαπετού και της Ωκεανίδας Ασίας ή Θέμιδας ή Αίθρας ή Κλυμένης.
Αδέλφια του ήταν οι Ιαπετίδες Επιμηθέας, Άτλας και Μενοίτιος. Το ο όνομά του σημαίνει «συνετός», «προνοητικός». Παράγεται από την πρόθεση «προ» και το ουσιαστικό «μήτις» (=σκέψη)
Προμηθέας και Άνθρωπος
Κατά τη διάρκεια της Τιτανομαχίας ο Προμηθέας τάχτηκε υπέρ του Δία και γι’ αυτό δεν τιμωρήθηκε όπως οι άλλοι Τιτάνες. Η συμβολή του στην ανάπτυξη του ανθρώπινου γένους ήταν πολύ σημαντική. Κατά τον Λουκιανό, ο Προμηθέας, με την αρωγή της θεάς Αθηνάς, δημιουργεί τον πρώτο άνθρωπο (Χρυσό Γένος) από πηλό και φωτιά (κατά άλλους με το νερό του ήρωα Πανοπέα της Φωκίδας} και με μορφή όμοια με αυτή των θεών. Αυτό έλαβε χώρα μετά την Τιτανομαχία. Κατά τους Ορφικούς αυτός ο πηλός ήταν το χώμα που ποτίστηκε από το αίμα των Τιτάνων. Αναφερόμενος στην δημιουργία του ανθρώπου, ο Πλάτωνας μας μεταφέρει την εικόνα ενός όντος σφαιρικού, που διακρινόταν σε τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό και μεικτό) και είχε διπλή σειρά από μέλη και όργανα. Αργότερα ο Δίας, επειδή εξοργίστηκε από την αλαζονεία τους και φοβήθηκε τη δύναμή τους, τα χώρισε στα δύο. Τα ζώα δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο (μετά την Τιτανομαχία), αλλά από μίξη υλικών της Γης και της φωτιάς. Η δημιουργία των όντων και του ανθρώπου έγινε μέσα στη γη. Όταν κλήθηκαν όλα τα όντα της Γης να βγουν στο φως, ανατέθηκε στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα να δώσουν στο κάθε ον τα χαρακτηριστικά που έπρεπε να έχει. Ο Επιμηθέας έπεισε τον αδελφό του να του επιτρέψει να αναλάβει μόνος αυτή τη δουλειά. Έτσι ο Επιμηθέας ονομάτισε και απέδωσε στο κάθε ον τα χαρακτηριστικά που ήθελε ο ίδιος, με τρόπο ώστε να μην μπορούν να αλληλοκαταστραφούν (αύτοίς αλληλοφθοριών διαφυγάς έπήρκεσε, ΠλάτωνΠρωταγόρας 321α). Όταν έφτασε στο τέλος η ώρα του Ανθρώπου, δεν είχε να του δώσει παρά λίγες τρίχες και νύχια ευπαθή και ανίσχυρα. Από αυτό το λάθος ο Προμηθέας ανέλαβε την προστασία του Ανθρώπου.
Η Φωτιά, οι Επιστήμες και τα Γράμματα
Βλέποντας την κατάντια του ανθρώπινου γένους και την αδυναμία του απέναντι στη φύση, ο Προμηθέας αποφασίζει να του χαρίσει τη φωτιά. Έτσι, επισκεπτόμενος το εργαστήρι του Ήφαιστου, τοποθετεί τη φωτιά σε ένα κούφιο βλαστό νάρθηκα και τη δίνει κρυφά στους ανθρώπους. Ως τόπος παράδοσης της φωτιάς αναφέρεται η πόλη Σικυώνα της Πελοποννήσου.
Ο Προμηθέας έμαθε τους ανθρώπους να χειρίζονται τη φωτιά, να δημιουργούν εργαλεία και τους έμαθε τις Επιστήμες (που έκλεψε από την Αθηνά) και τα Γράμματα. Για να γλυτώσει την ανθρωπότητα από το μένος των θεών, την έμαθε να τους λατρεύει και να τους κάνει θυσία.
Οι θυσίες
Όταν έμαθαν οι άνθρωποι να κάνουν θυσίες στους θεούς τέθηκε θέμα για το ποια κομμάτια του ζώου θα ανήκαν στους θεούς και ποια στους θνητούς. Τότε ο Δίας συμφώνησε με τον Προμηθέα να δώσει το λόγο του πως όποιο μερίδιο διαλέξει, αυτό θα παίρνουν οι θεοί και το άλλο οι άνθρωποι. Έτσι, κατά μια μαρτυρία στη Σικυώνα, κατέβηκε ο Δίας να κάνει το ξεδιάλεγμα. Όμως ο Προμηθέας έντεχνα στο ένα μερίδιο έβαλε κόκκαλα και τα σκέπασε με λαχταριστό λίπος και στο άλλο κρέας που το σκέπασε με δέρμα. Ο Δίας επέλεξε αυτό με το λίπος και όταν έμαθε την απάτη ήταν πλέον αργά, είχε δώσει το λόγο του.
Η Πανδώρα
Οργισμένος ο Δίας ζητά από τον Ήφαιστο να του φτιάξει μια Γυναίκα. Έτσι δημιουργείται η Πανδώρα, από ξηρά και θάλασσα. Ονομάστηκε έτσι επειδή έλαβε πολλά χαρίσματα και δώρα από τους θεούς. Μαζί με αυτά παρέλαβε και ένα κουτί. Τέλος ο Ερμής την οδήγησε στον Επιμηθέα και εκείνος, παρά την συμβουλή του αδελφού του να μην δεχτεί δώρο από τον Δία, την έκανε γυναίκα του. Από το κουτί της Πανδώρας ξεχύθηκαν τα δεινά των ανθρώπων, ο θάνατος και η ελπίδα. Όμως ο Προμηθέας τους μαθαίνει την Ιατρική και τα βότανα.
Ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα
Ο Δίας θέλοντας να τιμωρήσει τους ανθρώπους, που έγιναν κακοί και άδικοι, και τον Προμηθέα, βρίσκει ευκαιρία να προκαλέσει κατακλυσμό. Η αιτία ήταν οι γιοί του Λυκάονα, απόγονοι του Πελασγού. Επισκεπτόμενος τους γιούς του Λυκάονα, μεταμφιεσμένος σε ταξιδιώτη, του προσφέρθηκε ως φίλεμα μια σούπα φτιαγμένη από τα μέλη του σκοτωμένου αδελφού τους, του Νύκτιμου. Εξοργισμένος τους μετατρέπει σε λύκους και ανασταίνει τον Νύκτιμο. Αποφασίζει να εξαφανίσει την ανθρωπότητα. (Χάλκινο Γένος). Ο Προμηθέας ενημερώνει τον γιό του, Δευκαλίωνα, βασιλιά της Φθίας για τις βουλές του Δία και τον προτρέπει να φτιάξει μια κιβωτό (λάρνακα), να την γεμίσει με εφόδια και ζώα και να μείνει μέσα μαζί με την γυναίκα του Πύρρα, κόρη του Επιμηθέα.
Πράγματι όταν έγινε ο Κατακλυσμός, σώθηκε ο Δευκαλίωνας με την Πύρρα που δημιούργησαν το Γένος των Ηρώων (Τέταρτο Γένος) και την ανθρωπότητα.
Ο Καύκασος, ο Ηρακλής και ο Κένταυρος Χείρων
Φυσικά, αυτό εξόργισε τον Δία ο οποίος έδεσε τον Προμηθέα σε βράχια, στο όρος Καύκασο, και έβαλε έναν αετό να του τρώει το συκώτι κάθε πρωί. Επειδή ο Προμηθέας ήταν αθάνατος, κάθε βράδυ τα σπλάχνα του γιατρεύονταν. Στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου, μαθαίνουμε τη στάση του Τιτάνα απέναντι στην τιμωρία του και το μυστικό που κρατούσε από τον Δία. Τελικά ο Προμηθέας αποκαλύπτει το μυστικό που αφορούσε την Θέτιδα, την οποία ποθούσε ο Δίας, σε αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του. Πράγματι περνώντας από τον Καύκασο ο Ηρακλής, με κατεύθυνση τη Χώρα των Εσπερίδων, σκοτώνει τον αετό και σπάει τις αλυσίδες του Ήφαιστου. Ο Προμηθέας, από ευγνωμοσύνη προς τον ημίθεο, του λέει πως θα πάρει τα Χρυσά Μήλα. Όμως ο Προμηθέας ήταν Τιτάνας και δεν μπορούσε να κατοικήσει τα δωμάτια του Ολύμπου. Η λύση δόθηκε από τον Κένταυρο Χείρωνα. Ο Χείρωνας τραυματίστηκε κατά λάθος από βέλος του Ηρακλή, το οποίο είχε ποτιστεί με το δηλητηριώδες αίμα της Λερναίας Ύδρας. Το αίμα αυτό σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό άγγιζε.

Ο Χείρων επειδή ήταν αθάνατος, βασανιζόταν φρικτά από την πληγή που του έκανε το βέλος. Έτσι ζήτησε από τον Δία να δώσει την αθανασία του σε κάποιον άλλο, ώστε να πεθάνει και να λυτρωθεί από τους πόνους. Με αυτήν την αίτηση, η αθανασία του Κένταυρου Χείρωνα δόθηκε στον Προμηθέα.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο Ναός του Αγ. Αχιλλίου κατά την ύστερη Τουρκοκρατία


Η Βασιλική του Αγ. Αχιλλίου και το Επισκοπείο στον λόφο της αρχαίας Ακρόπολης της Λάρισας. Λεπτομέρεια χαρακτικού. Έκδοση του τυπογράφου του Βόλου Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου. Αρχείο Θανάση ΜπετχαβέΗ Βασιλική του Αγ. Αχιλλίου και το Επισκοπείο στον λόφο της αρχαίας Ακρόπολης της Λάρισας. Λεπτομέρεια χαρακτικού. Έκδοση του τυπογράφου του Βόλου Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ
Η εβδομάδα που αρχίζει από αύριο είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στον πολιούχο Αγιο της πόλης μας, τον Άγιο Αχίλλιο.
Τιμώντας τη μνήμη του η σημερινή μας εικόνα αναφέρεται σε ένα σπάνιο χαρακτικό το οποίο απεικονίζει τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου όπως ήταν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (19ο αι.). Για καλύτερη απόδοση απομονώθηκε λεπτομέρεια του χαρακτικού, η οποία επικεντρώθηκε στη δυτική πλευρά του λόφου της αρχαίας Ακρόπολης της Λάρισας, όπου ανάμεσα στις κατοικίες των χριστιανών του Τρανού Μαχαλά βρισκόταν ο Ναός σε επαφή με το Επισκοπείο. Το χαρακτικό είναι πιστή αντιγραφή φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του φωτογράφου-ζωγράφου Στέφανου Στουρνάρα από τον Βόλο, το οποίο κυκλοφόρησε περί το 1900 περίπου και εκτυπώθηκε στo τυπογραφείo του Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου στον Βόλο το 1905[1].
Στο κάτω μέρος της εικόνας φαίνεται να κυλούν ήρεμα τα νερά του Πηνειού, η δεξιά του όχθη είναι αδιαμόρφωτη και μόνο μια σειρά δένδρων στο ψηλότερο σημείο της την απομονώνει από τα πρώτα σπίτια της συνοικίας Ταμπάκικα.
Στο επάνω μέρος της εικόνας, πάνω σε χαμηλό ύψωμα και σε πρώτο επίπεδο διακρίνεται διώροφο κτίσμα με αψίδες στο ισόγειο, το οποίο στέγαζε το Επισκοπείο, τους χώρους διαμονής του εκάστοτε Μητροπολίτη και της συνοδείας του καθώς και τους χώρους υποδοχής και φιλοξενίας. Σ' αυτό το κτίριο διέμειναν και οι περισσότεροι ξένοι επιφανείς περιηγητές οι οποίοι επισκέφθηκαν τη Λάρισα κατά τον 19ο αιώνα και μας άφησαν λιτές περιγραφές του. Σε ημέρες με καθαρή ατμόσφαιρα, μπορούσε κανείς από το σημείο αυτό να έχει μια καταπληκτική θέα του μυθικού Ολύμπου και της εύφορης θεσσαλικής πεδιάδος μέχρι και πέρα από τον Τύρναβο. Πίσω από το κτίριο του Επισκοπείου διακρίνεται ο Ναός του Αγ. Αχιλλίου, ένα κτίριο επίμηκες σε ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής με το κεντρικό κλίτος υπερυψωμένο σε σύγκριση με τα πλάγια. Κτίστηκε το 1794, είκοσι πέντε περίπου χρόνια μετά την πυρπόληση του προηγούμενου ναού (1769) στην ίδια ακριβώς θέση. Για να επιτευχθεί αυτό προηγήθηκαν επίμονες προσπάθειες και οδυνηρές δοσοληψίες του Μητροπολίτου Λαρίσης Διονυσίου Καλλιάρχη με υψηλόβαθμους αξιωματούχους στην Κωνσταντινούπολη. Πίσω από τον Ναό μόλις διακρίνεται μέρος από τον τρίτο όροφο και το υπερώο του αρχοντικού του Ιωάννη Βελλίδη[2].
Η φωτογραφία πάνω στην οποία βασίσθηκε η φιλοτέχνιση του χαρακτικού αυτού χρονολογείται στις αρχές της δεκαετίας του 1890, και αυτό βασίζεται κυρίως στην αξιολόγηση των κτισμάτων της περιοχής.
Για τη βασιλική του Καλλιάρχη έχουμε πληροφορίες οι οποίες προέρχονται από πολλές γραπτές μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων περιηγητών. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές:
--Το 1805, επισκέφθηκε τη Λάρισα ο Αγγλος Edward Dodwell, όμως ο Ναός του Αγίου Αχιλλίου δεν του προξένησε καμία εντύπωση: «Οι Έλληνες έχουν εδώ μόνον έναν ναό, τον καθεδρικό ναό και ο μητροπολίτης τους έχει για φύλακες δύο Τούρκους τους οποίους παραχωρεί η κυβέρνηση». Αντιθέτως για τα τζαμιά της έχει να πει τα καλύτερα λόγια: «Δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στην Ελλάδα τόσο μεγαλοπρεπή τζαμιά, όσο στη Λάρισα».
--Την ίδια χρονιά (1805) ο W. M. Leake σημειώνει: «Το Επισκοπείο και δίπλα του ο μητροπολιτικός ναός δεν είναι αξιόλογα ούτε για το μέγεθος, ούτε και για τον στολισμό τους. Περικλείονται δε από κάποιον μαντρότοιχο, ο οποίος αποτελεί προστατευτικό μέσον κατά των τουρκικών προσβολών».
--Ο Αγγλος ιατρός Henry Holland, το 1812 γράφει: «…παρακολουθήσουμε τη Θεία Λειτουργία στον ελληνικό μητροπολιτικό ναό, ο οποίος είναι και ο μόνος τόπος χριστιανικής λατρείας στη Λάρισα. Είναι ενωμένος με την κατοικία του αρχιεπισκόπου και βρίσκεται στην ίδια απομονωμένη μ’ αυτήν θέση. Το εσωτερικό του ναού είναι σκοτεινό και καταθλιπτικό, η διακόσμηση στην ουσία επιφανειακή, σε μικρή κλίμακα και χωρίς σπουδαίο αισθητικό αποτέλεσμα».
--Το 1823, ο Ιωάννης Λεονάρδος πέρασε από τη Λάρισα, ανέβηκε στον Τρανό Μαχαλά και μας περιγράφει γλαφυρά την κατάσταση του Ναού: «Εις την εν Λαρίσση διατριβήν μου κατά το έτος 1823, φιλοτιμούμενος δια να ίδω τούτον τον άγιον Ναόν και να προσκυνήσω, εμβήκα εις αυτόν: πλην κατά δυστυχίαν εύρον παρ’ ευχήν μου τούτον τον ιερόν Ναόν μεταμορφωμένον υπό των Οθωμανών εις οπλοφυλάκειον και πυριτοφυλάκειον δια τον μεσολαβούντα τότε πόλεμον. Όθεν φοβούμενος από την αγκαρίαν των Τούρκων, εξήλθον αμέσως χωρίς να δυνηθώ να απολαύσω την ευχήν μου προς ακριβή θεωρίαν του αγίου οίκου τούτου. Αύτη η του ναού μεταμόρφωσις εις οπλοφυλάκειον διήρκεσε περίπου 6 χρόνους, καθ’ όν καιρόν οι εγκάτοικοι της Λαρίσσης στερούμενοι εκκλησίας, ηναγκάζοντο να εκκλησιάζωνται έξω της πόλεως κατά τον ποταμόν εις μίαν με δενδράκια περιφραγμένην εκκλησίαν της αγίας Μαρίνης».
--Το 1839 ο Γάλλος Adolphe Napoleon Didron γράφει τα εξής: «…Η Λάρισα αποτελεί έδρα μητροπολίτου. Ο καθεδρικός ναός, ο οποίος είναι ο μοναδικός ναός που υπάρχει στην πόλη, δεν παρουσιάζει κάτι το αξιοσημείωτο. Κτίσθηκε το 1795[3] και έχει μεγάλο μήκος, χωρίς όμως θόλους και παράθυρα, ενώ τα τρία κλίτη της χωρίζονται με ξύλινους κίονες».
--Ο Γάλλος ιερωμένος Raoul de Malherbe αναφέρει το 1843 τα εξής σχετικά: «…το πρωί της επόμενης ημέρας, καθώς επισκεπτόμασταν την Μητρόπολη, η οποία δεν είχε τίποτε το αξιοσημείωτο εκτός από τη φτώχεια της, παρευρεθήκαμε στη Θεία Λειτουργία, την οποία τελούσε κάποιος ιερέας με ξέπλεκα τα μαλλιά, ριγμένα στους ώμους, μέσα στην πιο βαθειά μοναξιά».
--Τέλος και ο J. L. Ussing το 1846, είναι και αυτός το ίδιο απαξιωτικός: «…η Μητρόπολη βρίσκεται στο βόρειο άκρο της πόλεως, πάνω σε έναν μικρό λόφο δίπλα στον Πηνειό. Ο ναός δεν έχει κάτι το αξιοθαύμαστο και η μητροπολιτική κατοικία δεν διαφέρει σε τίποτε από τα άλλα τουρκικά σπίτια».
---------------------------------------------------------
[1]. Το χαρακτικό προέρχεται από το αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ, τον οποίο και ευχαριστώ.
[2]. Ο ιδιοκτήτης του δεν έζησε σ’ αυτό για πολύ. Λίγο μετά την ολοκλήρωση της οικοδομής, τον Απρίλιο του 1890 έπεσε στα νερά του Πηνειού και αυτοκτόνησε. Εφημερίδα "Σάλπιγξ», Λάρισα, φύλλο της 11ης Απριλίου 1890.
[3]. Αντί του σωστού 1794.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΠΗΝΕΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ 1897


Gruss aus Jenisher in Thesalien (Χαιρετισμούς από τη Λάρισα της Θεσσαλίας). Η γέφυρα του Πηνειού σε επιστολικό δελτάριο του 1897. Διακρίνονται οι δύο πρόσθετες τουρκικές σημαίες τοποθετημένες στα στηθαία της. Συλλογή Αντώνη ΓαλερίδηGruss aus Jenisher in Thesalien (Χαιρετισμούς από τη Λάρισα της Θεσσαλίας). Η γέφυρα του Πηνειού σε επιστολικό δελτάριο του 1897. Διακρίνονται οι δύο πρόσθετες τουρκικές σημαίες τοποθετημένες στα στηθαία της. Συλλογή Αντώνη Γαλερίδη
Στους αγαπητούς μου φίλους Νίκο και Φάνη
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από επιστολικό δελτάριο της περιόδου 1897-98, η οποία αντιστοιχεί στην προσωρινή κατάληψη της Θεσσαλίας από τους Οθωμανούς μετά τον "ατυχή" ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Πρόκειται για σπανιότατο, αλλά συγχρόνως και περίεργο δελτάριο.
Η απεικόνιση είναι γνωστή από παλιές κάρτες του Στέφανου Στουρνάρα, αλλά ο φωτογράφος μάς είναι άγνωστος, όχι πάντως ο Στουρνάρας, γιατί η φωτογραφία είναι παλαιότερη. Ίσως να είναι του Δημητρίου Μιχαηλίδη από την Αδριανούπολη, ο οποίος είχε έλθει στη Λάρισα γύρω στα 1883-84, ή κάποιου παλιού Λαρισαίου φωτογράφου (Γεώργιος Φεχτζής, Γεώργιος Αποστολίδης[1], Ιωάννης Λεονταρίδης). Πάντως η λήψη της φωτογραφίας χρονολογείται πριν από το 1895. Προέρχεται από τη Συλλογή του Αντώνη Γαλερίδη και για όσους θέλουν να την μελετήσουν ενδελεχώς, τους συνιστούμε να επισκεφθούν την έκθεση "Αντώνης Γαλερίδης. Δώρημα καρδιάς" η οποία υπάρχει το διάστημα αυτό στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα, με κάρτες από το αρχείο του.
Τρία στοιχεία διαφοροποιούν αυτό το επιστολικό δελτάριο εν σχέσει με τις αντίστοιχες του Στ. Στουρνάρα τόσο στην ασπρόμαυρη όσο και στη χρωμολιθόγραφη μορφή της:
--Το πρώτο είναι ότι στο επάνω μέρος της φέρει την επιγραφή στα γερμανικά "Gruss aus Jenisher in Thesalien" (=Χαιρετίσματα από τη Λάρισα της Θεσσαλίας). Η επιγραφή είναι έντυπη, εκτός από τη λέξη Jenisher[2], η οποία είναι γραμμένη χειρόγραφα.
-Το δεύτερο είναι μια άλλη επιγραφή πάλι στα γερμανικά, τοποθετημένη κάθετα στο δεξιό άκρο της εικόνας, έντυπη, η οποία αναφέρει επί λέξει: «V. Ph. Capit. Bar. Sessler, Larissa, Hauptqu.». Η επιγραφή αυτή είναι συντετμημένη, δυσνόητη, αναφέρει τη λέξη Λάρισα και προφανώς πρέπει να υπονοεί τον αντιπρόσωπο του εκδότη στην πόλη μας. Οι δύο γερμανικές επιγραφές δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η κάρτα θα πρέπει να εκτυπώθηκε στη Γερμανία.
-Το τρίτο και συγχρόνως περίεργο στοιχείο είναι ότι διακρίνονται χειρόγραφες εικονογραφικές προσθήκες στο αποτύπωμα της φωτογραφίας, τις οποίες μάλιστα μπορεί εύκολα κανείς να τις επισημάνει. Συγκεκριμένα πρόκειται για δύο τουρκικές σημαίες, τα κοντάρια των οποίων είναι τοποθετημένα στα δύο ξύλινα στηθαία της γέφυρας. Το μέγεθος και των δύο σημαιών είναι μεγάλο και δυσανάλογο εν σχέσει με τα υπόλοιπα στοιχεία της γέφυρας και το κυριότερο, είναι ομαλά αναπεπταμένες. Το φωτομοντάζ αυτό πιστεύεται ότι υποδηλώνει την προχειρότητα μιας προσπάθειας να χαρακτηρισθούν τα επιστολικά αυτά δελτάρια σαν τουρκικά.
Όπως αναφέρθηκε, το επιστολικό αυτό δελτάριο κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης παραμονής των Οθωμανών στη Λάρισα μετά τον πόλεμο του 1897. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας διακρίνονται δύο άτομα να κάθονται στη δεξιά όχθη του ποταμού και να ατενίζουν τη γέφυρα. Στο μέσον της κάρτας έχουν αποτυπωθεί τα πέντε πρώτα από τα εννέα τόξα της γέφυρας. Έχουμε περιγράψει πολλές φορές τη μεγάλη γέφυρα του Αλκαζάρ με την ευκαιρία δημοσιεύσεως φωτογραφιών της. Το επιχειρούμε και σήμερα για τρεις λόγους. Ο ένας οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της πόλης μας και από τα περισσότερο φωτογραφημένα. Ο δεύτερος λόγω της σπανιότητας της κάρτας και ο τρίτος επειδή γνωρίζω ότι υπάρχουν πολλοί Λαρισαίοι οι οποίοι ελκύονται από την ομορφιά της τόσο ως σύνολο, όσο και στις λεπτομέρειές της και αρέσκονται να την θαυμάζουν.
Στο επάνω μέρος της φωτογραφίας αριστερά διακρίνεται πάνω σε υπερυψωμένο χώρο, τμήμα από το τζαμί του Χασάν μπέη. Ο τελευταίος ήταν εγγονός του κατακτητή της Λάρισας (1423) Τουρχάν μπέη και το τζαμί του σύμφωνα με την παράδοση είχε ανεγερθεί πάνω στο χώρο βυζαντινής εκκλησίας, αφιερωμένης στη Σοφία του Θεού, στη θέση της οποίας κατά την κλασική περίοδο υπήρχε αρχαίο ιερό προς τιμήν της θεάς Δήμητρας[3]. Ήταν το μεγαλύτερο και επισημότερο τέμενος της Λάρισας και ένα από τα σπουδαιότερα του ελληνικού χώρου. Επί τετρακόσια περίπου χρόνια διατηρήθηκε εν λειτουργία σ' αυτή τη θέση. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και την αποχώρηση μεγάλου μέρους του μουσουλμανικού στοιχείου από τη Λάρισα (1881), λαβωμένο από τις φθορές του χρόνου, εγκαταλείφθηκε εντελώς. Έτσι το 1908 το τζαμί του Χασάν Μπέη, το οποίο σχεδίασαν όλοι σχεδόν οι περιηγητές-ζωγράφοι που επισκέφθηκαν τη πόλη και πρόλαβαν να το φωτογραφίσουν οι πρώτοι επισκέπτες της ελεύθερης Λάρισας, κατεδαφίσθηκε.
Στο βάθος της εικόνας και πίσω από το τζαμί και τη γέφυρα αποτυπώνεται η συνοικία Σάλια. Η ονομασία Σάλια ήταν γνωστή από την περίοδο της τουρκοκρατίας και είχε σχέση με την μεταφορά ξυλείας από τις δυτικές περιοχές της Θεσσαλίας μέσω της ροής των υδάτων του Πηνειού ποταμού. Οι σχεδίες που μετέφεραν τους κορμούς των δένδρων σε σωρούς σφιχτά στερεωμένους ονομάζονταν "σάλια", ενώ οι ξυλοκόποι που τα συνόδευαν ήταν γνωστοί σαν "σαλτζήδες"[4]. Οι τελευταίοι οδηγούσαν τις τεράστιες ποσότητες των τεμαχισμένων κορμών σε μια απλή αποβάθρα που βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Πηνειού λίγο πριν από τη γέφυρα, σ' αυτήν που ονομάσθηκε Σάλια. Εδώ υπήρχαν εργαστήρια ξυλουργίας, όπου κατεργαζόταν η ξυλεία και διανεμόταν στην πόλη και σ' ολόκληρη τη Θεσσαλία. Στη φωτογραφία διακρίνεται μπροστά-μπροστά κάποιο μεγάλο ξυλουργείο με περιτοιχισμένη αυλή.
----------------------------------------------------------------------
[1]. Γρηγορίου Αλέξανδρος, Γεώργιος Αποστολίδης (+1900). Ο αρχαιότερος φωτογράφος και αγιογράφος της Λάρισας, εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 24ης Δεκεμβρίου 2017.
[2]. O αποστολέας αναγράφει λανθασμένα την τουρκική ονομασία της Λάρισας. Αντί Jenisehir (Νεάπολις), την αναφέρει Jenisher.
[3].Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α΄, Λάρισα (1996) σ. 340 - 341.
[4]. Ρούσκας Γιάννης, Ο αργυροδίνης Πηνειός, Αθήνα, σελ. 67-69


Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η περιοχή του Αλκαζάρ μετά την Κατοχή


Τμήμα της περιοχής του Αλκαζάρ κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Δεξιά το Ηρώο και στο μέσον το κέντρο "Αλκαζάρ". Φωτογραφία του Νικολάου Μούσιου. Περίπου 1948. Προσφορά της Χάιδως ΒαλσάμηΤμήμα της περιοχής του Αλκαζάρ κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Δεξιά το Ηρώο και στο μέσον το κέντρο "Αλκαζάρ". Φωτογραφία του Νικολάου Μούσιου. Περίπου 1948. Προσφορά της Χάιδως Βαλσάμη
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από μια σειρά φωτογραφιών του Νικολάου Μούσιου[1] (1911-1951), μέλους της μεγάλης δυναστείας φωτογράφων της παλιάς Λάρισας Ιωάννη Παντοστόπουλου και Γεράσιμου Δαφνόπουλου.
Τις φωτογραφίες του από διάφορα τοπία τις επικολλούσε συνήθως σε μικρές δίπτυχες κάρτες, τις οποίες κυκλοφορούσε στο εμπόριο. Η συγκεκριμένη απεικόνιση αποτυπώνει ένα μέρος της περιοχής του Αλκαζάρ όπως ήταν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ένας αδιαμόρφωτος χώρος πρασίνου γεμίζει την εικόνα, με δένδρα φυτεμένα πρόσφατα[2] και χορτάρι απεριποίητο.
Στο βάθος διακρίνονται οι εγκαταστάσεις του κέντρου "Αλκαζάρ". Την άνοιξη του 1947 έπειτα από σχετική δημοπρασία, ο Δήμος παραχώρησε στον επιχειρηματία Μήτσο Βρεττόπουλο για 15 χρόνια την εκμετάλλευση του χώρου που καταλάμβανε το ομώνυμο προπολεμικό κέντρο. Η προοπτική ήταν να κατασκευασθεί ένα νέο εξοχικό κέντρο και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, για να αξιοποιηθεί η όμορφη αυτή περιοχή της Λάρισας. Συγχρόνως αναλάμβανε και την υποχρέωση, με δικά του έξοδα, να εξωραΐσει τον περιβάλλοντα χώρο. Σε λίγους μήνες ο Βρεττόπουλος μετέβαλλε τον χέρσο τόπο που είχε διαμορφώσει η κατοχική εγκατάλειψη, σε μια πραγματική όαση ομορφιάς. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, τις ημέρες της ετήσιας εμποροζωοπανήγυρης, το νέο κέντρο «Αλκαζάρ» υπό τη διεύθυνση του έμπειρου Μήτσου Βρεττόπουλου υποδέχθηκε τους πρώτους θαμώνες.
Όπως μπορεί να φανεί και από τη δημοσιευόμενη φωτογραφία, το νέο κέντρο "Αλκαζάρ" αρχιτεκτονικά ήταν μια ευρύχωρη και υπερυψωμένη κατασκευή από ενισχυμένο ξύλο, με μεγάλα ανοίγματα, τα οποία από τη μια διέχεαν το φως της ημέρας στο εσωτερικό του κτιρίου και από την άλλη έδιναν τη δυνατότητα στον επισκέπτη να θαυμάσει τη εξωτερική φυσική ομορφιά του κήπου και των δένδρων. Η σκεπή ήταν τετράριχτη, επικαλυμμένη με κεραμίδια. Συνεχόμενα με το κυρίως κτίριο και προς τα ανατολικά είχαν κατασκευασθεί οι βοηθητικοί χώροι του κέντρου (μαγειρεία, αποθήκες, χώροι υγιεινής, κλπ.). Στον περιβάλλοντα χώρο είχε προστεθεί για τους θερινούς μήνες πίστα χορού με σιντριβάνι και υπερυψωμένη σκηνή για την ορχήστρα και αναπτύσσονταν τραπεζοκαθίσματα.
Δεξιά διακρίνεται το παλιό Ηρώο της Λάρισας. Στην ουσία είναι μια μαρμάρινη ανάγλυφη αναθηματική στήλη, η οποία είχε ανεγερθεί με πρωτοβουλία του Υπουργείου Στρατιωτικών για να τιμηθούν οι αξιωματικοί και στρατιώτες που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το σχέδιο του μνημείου ήταν του ταγματάρχη Σπυρ. Κλαυδιανού[3] και τα αποκαλυπτήρια έγιναν με κάθε επισημότητα έπειτα από ενάμιση χρόνο, την άνοιξη του 1909. Η μαρμάρινη στήλη με τη βάση της φέρουν στην πρόσθια όψη δύο ανάγλυφα. Το σπουδαιότερο ανάγλυφο βρίσκεται στη βάση της στήλης και αναπαριστάνει πολεμικά όπλα, σημαίες και διάφορα άλλα στρατιωτικά σύμβολα. Στο επάνω τμήμα της στήλης και κάτω από ανάγλυφο σταυρό υπάρχει η μεγαλογράμματη επιγραφή: ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΩΝ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΠΛΙΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ ΤΟΥ 1897 ΑΦΙΕΡΟΥΣΙΝ ΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ[4]. Η στήλη έφερε στην κορυφή της αρχαιοπρεπή περικεφαλαία, η οποία στη φωτογραφία απουσιάζει. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του μεγάλου σεισμού της 1ης Μαρτίου 1941 η περικεφαλαία αποκολλήθηκε, κατέπεσε και συνετρίβη. Όμως μετά το 1950, με πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής, τοποθετήθηκε νέα περικεφαλαία, καθώς το μνημείο αυτό αποτελούσε την περίοδο εκείνη το Ηρώο της Λάρισας, μέχρι την εποχή που κατασκευάσθηκε στο λόφο της ακρόπολης το σημερινό μεγαλοπρεπές Ηρώο. Στο κάτω μέρος της αναθηματικής στήλης ο γλύπτης ανέγραψε το όνομά του: Γ. ΞΕΝΑΚΗΣ ΕΠΟΙΕΙ[5].
Η μαρμάρινη στήλη είναι τοποθετημένη σε υπερυψωμένο τετράγωνο βάθρο, στις τέσσερες γωνίες του οποίου υπάρχουν μαρμάρινα κολονάκια τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με χαμηλό μεταλλικό κιγκλίδωμα σε όμορφο σύμπλεγμα. Η σημερινή κατάσταση του μνημείου φέρει εμφανέστατα σημεία φθοράς από τον χρόνο. Φαίνεται καθαρά ότι από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το νέο ηρώο στο Φρούριο, διακόπηκε το ενδιαφέρον για τη συντήρησή του.
---------------------------------------------------
[1]. Ο Νικόλαος Μούσιος γεννήθηκε το 1911. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος Μούσιος από τον Βόλο και η Ευαγγελία Δαφνόπουλου, αδελφή του Γεράσιμου Δαφνόπουλου Λόγω του πρόωρου θανάτου του πατέρα του (1915), η οικογένεια μετακόμισε στη Λάρισα κοντά στην οικογένεια Δαφνόπουλου. Ο Νικόλαος Μούσιος σε ηλικία 18 ετών ταξίδεψε στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας όπου ζούσε η θεία του Ελένη Δαφνοπούλου με τον άνδρα της Νικόλαο Ιωαννίδη, φωτογράφοι και οι δύο. Έμεινε κοντά τους εργαζόμενος στο φωτογραφείο τους για 2,5 χρόνια περίπου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ανέλαβε μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Δημήτριο Αρετόπουλο το φωτογραφείο του Γεράσιμου Δαφνόπουλου μετά τον θάνατό του το 1935. Ο Νικόλαος Μούσιος ήταν ως επί το πλείστον φωτογράφος τοπίου. Πέθανε όπως και ο πατέρας του σε μικρή ηλικία το 1951.
[2]. Όλα τα δένδρα του άλσους Αλκαζάρ είχαν υλοτομηθεί κατά τη διάρκεια της κατοχής και ιδίως τον βαρύ χειμώνα του 1942, από Ιταλούς και Έλληνες, για θέρμανση. Από το 1945, με πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής, είχε αρχίσει στο Αλκαζάρ εκτεταμένη δενδροφύτευση.
[3]. «Μετά χαράς επληροφορήθημεν ότι το Υπουργείον των Στρατιωτικών ενέκρινε το προ καιρού υπό του ταγματάρχου του μηχανικού κ. Σπυρ. Κλαυδιανού υποβληθέν εις αυτό σχεδιάγραμμα περί ανεγέρσεως μεγαλοπρεπούς μνημείου εις το Αλκαζάρ υπέρ των κατά το 1897 πεσόντων. Τα πρώτα υλικά εκομίσθησαν ήδη ενταύθα και ήρχισαν και αι προκαταρκτικαί τούτου εργασίαι», εφ. «Μικρά», Λάρισα, φύλλο της 15ης Δεκεμβρίου 1907.
[4]. Βλέπε: Τσιάρα Συραγώ, Η δημόσια γλυπτική στη Λάρισα και το Βόλο. Από το νεοκλασικισμό στον ακαδημαϊκό ρεαλισμό, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης με θέμα "Ο Νεοκλασικισμός στη Θεσσαλία, μέσα 19ου αιώνα - 1920", Λάρισα (2005) σελ. 157.
[5]. Ο γλύπτης Γεώργιος Ξενάκης (1865-1911) γεννήθηκε στην Αθήνα και υπήρξε μαθητής του σπουδαίου γλύπτη Λεωνίδα Δρόση, ο οποίος φιλοτέχνησε τα γλυπτά της Ακαδημίας Αθηνών. Μετά τις σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών δούλεψε μέχρι τον θάνατό του σε δικό του εργαστήριο.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου