Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - Γ'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας


Η οδός Ερμού φωτογραφημένη από την οδό Βενιζέλου τον Απρίλιο του 1941, μετά τον σεισμό και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ο τοίχος από το κατάστημα των αδελφών Κουτσίνα έχει κρημνισθεί. Από το βιβλίο "Η Μνήμη της πόλης. Λάρισα. Κατοχή -Απελευθέρωση. 1941-1944". Αρχεία Βυρ. Μήτου και άλλων. Επιμέλεια Φωτοθήκης Λάρισας (2018) σελ. 98Η οδός Ερμού φωτογραφημένη από την οδό Βενιζέλου τον Απρίλιο του 1941, μετά τον σεισμό και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ο τοίχος από το κατάστημα των αδελφών Κουτσίνα έχει κρημνισθεί. Από το βιβλίο "Η Μνήμη της πόλης. Λάρισα. Κατοχή -Απελευθέρωση. 1941-1944". Αρχεία Βυρ. Μήτου και άλλων. Επιμέλεια Φωτοθήκης Λάρισας (2018) σελ. 98
Συνεχίζουμε[1] τον περίπατό μας στην εμπορική οδό Ερμού, περιγράφοντας τα διάφορα καταστήματά της από την περίοδο του μεσοπολέμου μέχρι και πριν λίγα χρόνια, με όσα ιστορικά στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί από διάφορες πηγές.
-Το επόμενο κατάστημα, όπως καταγράφεται στο σχεδιάγραμμα του Βαγγέλη Βοζαλή, που δημοσιεύθηκε την περασμένη Τετάρτη, ήταν του Βασίλη Πράσσα. Στις αρχές του 20ού αιώνα στο μαγαζί αυτό λειτούργησε το εμπορικό του Καλογερόπουλου, ο οποίος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους της εποχής του στη Λάρισα. Ο γιος του Νεοπτόλεμος Καλογερόπουλος είχε συγκεντρώσει πλούσιο ιστορικό υλικό που αφορούσε τη Λάρισα και την περιοχή της με πρόθεση να εκδώσει την ιστορία της, χωρίς όμως να ολοκληρώσει την επιθυμία του. Προπολεμικά είχε εκδώσει τον «Οδηγό της Λαρίσης». Όταν ο Καλογερόπουλος εγκατέλειψε το κατάστημα, στέγασαν στο σημείο αυτό το εμπορικό τους ο Γεώργιος Αντωνιάδης με τον αδελφό του. Οι τελευταίοι είχαν έλθει το 1883 από τη Σιάτιστα. Ο Γεώργιος Αντωνιάδης[2] ήταν αξιόλογος άνθρωπος, πολύ καλός επαγγελματίας και διετέλεσε πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου. Παράλληλα ασχολήθηκε με τα πολιτικά πράγματα της Λάρισας και υπήρξε φανατικός οπαδός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα τοπικά στελέχη του και από κοινού με τους Πέτρο Γέμτο, Στέργιο Αρχιμανδρίτη, Μιχάλη Σωτηρίου, Μανδραβέλη και άλλους, ίδρυσαν την τοπική «Λέσχη των Φιλελευθέρων». Στο κατάστημα των αδελφών Αντωνιάδη μπήκε νεότατος ως υπάλληλος ο Βασίλειος Πράσσας. Ο τελευταίος επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την προαγωγή της επιχείρησης, γι' αυτό και όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 οι ιδιοκτήτες του αποφάσισαν να μετακομίσουν οικ
ογενειακώς στην Αθήνα, παρέδωσαν την επιχείρηση στον Βασίλη Πράσσα. Μεταπολεμικά ο τελευταίος συνεταιρίστηκε με τα ανίψια του Ανδρέα και Αντώνη Γιάννακα, των οποίων ο πατέρας Δημήτριος είχε το ξενοδοχείο "Rex" επί της οδού Ίωνος Δραγούμη, απέναντι από την Αγροτική Τράπεζα. Αργότερα όταν ο Πράσσας αποχώρησε, ο μεν Ανδρέας άνοιξε κατάστημα πωλήσεως αυτοκινήτων δίπλα από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, ενώ ο Αντώνης συνεταιρίσθηκε με τον Τάκη Παπαδημητρίου και λειτούργησαν το "Salon vert", το οποίο πωλούσε γυναικεία υφάσματα.
--Το διπλανό κατάστημα προπολεμικά το είχε νοικιασμένο ο Δημήτριος Ψυχούλης και πωλούσε ψιλικά. Μάλιστα ένα διάστημα είχε συνεταιριστεί με τον Βασ. Δραγατσίκη. Αργότερα το δούλεψε ο Φιλίππου επίσης με ψιλικά και στη συνέχεια ενοικιάστηκε από τους αδελφούς Παρμενίωνα και Δημήτριο Γιαννιό, οι οποίοι το μετέτρεψαν σε εμπορικό κατάστημα με γυναικεία υφάσματα. Το κατάστημα αυτό ήταν το τελευταίο πριν από την είσοδο στη Στοά Κουτσίνα[3] και καταλάμβανε τη μία από τις δύο γωνίες της Στοάς προς την οδό Ερμού. Ως γνωστόν η Στοά Κουτσίνα είχε δημιουργηθεί το 1923-24.
--Την άλλη γωνία της Στοάς καταλάμβανε το μεγάλο εμπορικό κατάστημα των αδελφών Νικολάου και Ανδρέα Κουτσίνα. Η οικογένεια Κουτσίνα εγκαταστάθηκε στη Λάρισα πολύ πριν το 1907 και ο Φίλιππος Κουτσίνας, πατέρας των αδελφών, άνοιξε εμπορικό μαγαζί στην παλιά περιοχή Σιάουλο[4]. Αργότερα αγόρασε κάποια κατοικία που υπήρχε επί της οδού Ερμού, την οποία έπειτα από διάφορες μετασκευές τη μετέτρεψε σε ιδιόκτητο κατάστημα, το οποίο το 1907 το διαφήμιζε από τις στήλες των τοπικών εφημερίδων ως εξής: "Τρέξατε εις το επί της οδού Ερμού μέγα εμπορικόν κατάστημα Φιλίππου Κουτσίνα, να θαυμάσητε τα νέα υφάσματα της εποχής, ως και άλλα είδη πολυτελείας τα οποία εκόμισε κατ' αυτάς το κατάστημα απ' ευθείας εξ Ευρώπης…"[5]. Το 1919 πέθανε ο Φίλιππος Κουτσίνας και συνέχισαν τη λειτουργία του καταστήματος οι γιοι του Νικόλαος και Ανδρέας. Το 1923 οι τελευταίοι γκρέμισαν ένα τμήμα του καταστήματος μήκους τριών μέτρων, για να διανοιχτεί η Στοά Κουτσίνα προς την πλευρά της οδού Ερμού. Όταν αργότερα ο Νικόλαος Κουτσίνας μετακόμισε και άνοιξε μαγαζί στον Βόλο, ο Ανδρέας έμεινε μόνος του στη Λάρισα. Κατά τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 το κατάστημα υπέστη πολύ μεγάλες ζημιές. Η δημοσιευόμενη φωτογραφία αποτελεί αψευδή μαρτυρία του γεγονότος. Η λήψη της έγινε τον Απρίλιο του 1941 από Γερμανό στρατιώτη και αποτυπώνει τη δυτική πλευρά της οδού Ερμού όπως φαίνεται από την οδό Βενιζέλου. Μετά από την καταστροφή αυτή το κατάστημα του Ανδρέα Κουτσίνα έπαψε να λειτουργεί και στο βάθος προς τη Στοά είχαν το εμπορικό τους οι αδελφοί Μισούρα, οι οποίοι πωλούσαν γυναικεία υφάσματα. Αμέσως μετά την κατοχή στο σημείο όπου ήταν προπολεμικά το κατάστημα του Ανδρέα Κουτσίνα στεγάστηκε η UNRRA[6], ένας διεθνής οργανισμός περίθαλψης των θυμάτων πολέμου. Σύμφωνα με τον Γιώργο Ζιαζιά, όταν η UNRRA αποσύρθηκε, στον χώρο αυτό εγκατέστησε τα γραφεία της τον Μάρτιο του 1947 η Τ.Α.Ε. (Τεχνικές Αεροπορικές Εκμεταλλεύσεις), αεροπορική εταιρεία δημοσίου συμφέροντος, και άρχισε άμεσα η αεροπορική συγκοινωνία Αθηνών-Λαρίσης-Θεσσαλονίκης[7]. Μετά το 1951 στο κατάστημα αυτό στεγάστηκε η Εμπορική Ένωση. Ιδιοκτήτες του ήταν ο Τάκης Χατζής και ο Παναγιώτης Στωικίδης[8]. Σήμερα στο σημείο αυτό υπάρχει το εμπορικό κατάστημα Δ. Μισδραχής και Υιοί Ο.Ε.
--Δίπλα από το εμπορικό του Ανδρέα Κουτσίνα υπήρχε προπολεμικά το κατάστημα γουναρικών του Θεόδωρου Μπαλάνου και στη γωνία Ερμού-Βενιζέλου ο Σωτήριος Α. Λαγός, ο οποίος επισκεύαζε και πωλούσε ωρολόγια και κοσμήματα, όπως μας πληροφορεί η επιγραφή του καταστήματός του στη φωτογραφία, η οποία δημοσιεύεται σήμερα. Ο Σωτ. Λαγός είχε τη φήμη άριστου τεχνίτη και σ’ αυτόν κατέφευγαν οι παλιοί Λαρισαίοι για να διορθώσουν τα ρολόγια τσέπης που οι περισσότεροι είχαν στα γιλέκα τους. Ο Σωτήρης είχε την τέχνη να τα ανανεώνει και να παρατείνει τη λειτουργία τους. Μεταπολεμικά στη θέση αυτή στεγάστηκε το κατάστημα γυναικείων τσαντών και μπιζού "Κοντεσίνα" του Γεωργίου Κουρέλλου, το οποίο αργότερα το λειτούργησε ο ανεψιός του Ιωάννης Κουρέλος.
(Συνεχίζεται)
-----------------------------------------------
[1]. Θα πρέπει να διορθώσουμε ένα λάθος το οποίο παρεισέφρησε στο κείμενο της περασμένης Τετάρτης και επισήμανε ο κ. Μαγκαλίδης. Η Τούλα, η Φιφή και ο Θεόδωρος Αξενίδης ήταν μικρότερα αδέλφια του Κώστα Αξενίδη και όχι παιδιά του. Παλαιότερα σε τέτοιες περιπτώσεις οι δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι το λάθος οφειλόταν στον "δαίμονα του τυπογραφείου", σήμερα αποδίδεται στον "δαίμονα του διαδικτύου", η αλήθεια όμως είναι ότι οφείλεται στην εσφαλμένη καθοδήγηση των πλήκτρων του υπολογιστή που χειρίζεται ο υποφαινόμενος.
[2]. Η κατοικία του βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου, ενώ του αδελφού του στην οδό Παπακυριαζή. Και οι δύο κατοικίες ήταν ιδιόκτητες και κατασκευαστής τους ήταν ο εργολάβος Δημήτριος Πουλιάδης. Όταν τα πράγματα στη δουλειά τους άρχισαν να μην πηγαίνουν οικονομικά καλά για τους αδελφούς Αντωνιάδη, ίσως και από την πολυτελή ζωή τους, αποφάσισαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 να εγκαταλείψουν τη Λάρισα και να εγκατασταθούν στην Αθήνα, ενώ τις κατοικίες τους τις αγόρασε ο έμπορος υαλικών Ιωάννης Αλεξάνδρου. Το κτίριο στην πλατεία Ταχυδρομείου μετατράπηκε σε ξενοδοχείο με την ονομασία "Τέμπη", ενώ στο άλλο της οδού Παπακυριαζή μετακόμισε η οικογένεια του αγοραστή. Το τελευταίο διατηρείται μέχρι και σήμερα, με ορισμένες επεμβάσεις στον όροφο έπειτα από τον σεισμό του 1941, και σ' αυτό διαμένει ο γιος του Δημήτριος.
[3].Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Στοά Κουτσίνα. εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλα της 28ης Φεβρουαρίου, 7ης και 14ης Μαρτίου 2018.
[4]. Σιάουλο ονομαζόταν ο ανοικτός χώρος, ο οποίος υπάρχει και σήμερα και δημιουργείται από τη συμβολή των οδών 28ης Οκτωβρίου, 23ης Οκτωβρίου, Νικηταρά, Ογλ και Κύπρου.
[5]. Ζιαζιάς Γεώργιος. Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. Πενήντα χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β΄, Λάρισα (2000) σελ. 12.
[6]. Η UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration) ήταν ένας Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών, στον οποίο πρωτοστατούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Σκοπός της ήταν η μέριμνα για την περίθαλψη θυμάτων πολέμου σε κάθε πληγείσα χώρα, σε τομείς όπως ένδυση, σίτιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κλπ.
[7]. Το 1951 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης η Τ.Α.Ε. και άλλες τρεις αεροπορικές εταιρείες που υπήρχαν τότε στην Ελλάδα συγχωνεύθηκαν σε μία και δημιουργήθηκε η Ολυμπιακή Αεροπορία.
[8]. Ο Παναγιώτης Στωικίδης είναι γιος του παλιού πρωτοψάλτη του ναού του Αγ. Νικολάου και κατόπιν του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου Πλάτωνα Στωικίδη και αδελφός του Νικολάου Στωικίδη, διευθυντή παλαιότερα του Δημοτικού Αστεροσκοπείου Λάρισας "Αριστεύς" στη Γιάννουλη.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Το Διοικητήριο του Β΄ Σώματος Στρατού


Το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα όπως μετατράπηκε σε Διοικητήριο του Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο αρ. 27 . Περίπου 1935-1936. Συλλογή του Αντώνη Γαλερίδη.Το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα όπως μετατράπηκε σε Διοικητήριο του Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο αρ. 27 . Περίπου 1935-1936. Συλλογή του Αντώνη Γαλερίδη.
Η σημερινή εικόνα μάς επιβεβαιώνει τους στενούς δεσμούς που είχε η πόλη μας ανέκαθεν με το στράτευμα.
Δεν θα αναφερθώ στην παρουσία χιλιάδων στρατιωτών του οθωμανικού στρατού κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, που έχουν περιγράψει όλοι σχεδόν οι ξένοι περιηγητές, οι οποίοι πέρασαν από τη Λάρισα αυτό το διάστημα. Όμως και μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881, η Λάρισα ως ακριτική πόλη φιλοξενούσε αρκετούς στρατιωτικούς σχηματισμούς, για τους οποίους δεν υπήρχαν χώροι στρατωνισμού. Για τον λόγο αυτό το 1886 είχε ανατεθεί στους Κων. Σκαλιώρα και σε εργολάβο του Βόλου να κατασκευάσουν πολλούς και μεγάλους θαλάμους, οι οποίοι θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν μέχρι και 10.000 στρατιώτες[1]. Λέγεται δε ότι από τα κέρδη της επιχείρησης αυτής ο Κων. Σκαλιώρας έχτισε το αρχοντικό του, το οποίο απεικονίζεται στη σημερινή φωτογραφία. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τόσου μεγάλου αριθμού αξιωματικών και στρατιωτών είχε ευεργετικές επιδράσεις στην οικονομία της πόλης από κάθε άποψη. Το γεγονός αυτό συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας και αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης της πόλης μας όλα αυτά τα χρόνια.
Αλλά και μέσα στην πόλη υπήρχαν κτίρια, στα οποία από τις αρχές του 20ού αιώνα στεγάζονταν οι διοικητικές υπηρεσίες διαφόρων στρατιωτικών σχηματισμών.
--Η 1η Μεραρχία Πεζικού είχε το στρατηγείο της στο αρχοντικό Στεφάνοβικ[2], το οποίο βρισκόταν στην αρχή της οδού Παπακυριαζή, κατεδαφίσθηκε μετά τον σεισμό του 1954 και στο σημείο αυτό στεγάζονται σήμερα σε απλά ισόγεια κτίσματα το στρατιωτικό πρατήριο και το στρατιωτικό οδοντιατρείο.
--Το Διοικητήριο της 1ης Ταξιαρχίας Ιππικού στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου ιδιοκτησίας του μεγαλοκτηματία Αθ. Κατσαούνη. Βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας, εκεί όπου σήμερα είναι ο πεζόδρομος Μαρίνου Αντύπα και κατά την κατοχή της Λάρισας από τους Γάλλους το 1917 στα ίδια γραφεία είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο στρατηγός Venel.
--Το Φρουραρχείο στεγαζόταν στη αρχή της οδού Μανωλάκη, στη γωνία με την οδό Απόλλωνος. Καταστράφηκε από τις κακουχίες της κατοχής (σεισμός, βομβαρδισμοί) και μεταπολεμικά σε ένα μικρό κτίσμα στέγασε σύστημα Προσκόπων, ενώ ο υπόλοιπος χώρος μετατράπηκε σε γήπεδο μπάσκετ όπου έπαιζαν οι ομάδες Αριστεύς, Γυμναστικός Σύλλογος, Άρης. Σήμερα στη θέση αυτή έχει ανεγερθεί το "σπίτι του στρατηγού".
--Η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης αρχικά στεγαζόταν στον όροφο του αρχοντικού Νικ. Καρανίκα, το οποίο βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά της πλατείας. Μετά την εξαγορά το 1935 ως ανταλλάξιμου κτιρίου του μεγάρου του Οθωμανού Μεχμέτ Χατζημέτου (Λέσχη Ασλάνη), παραχωρήθηκε στον στρατό και μεταστεγάστηκε σ' αυτό η Στρατιωτική Λέσχη. Στον ίδιο χώρο υπάρχει και σήμερα, αλλά σε διαφορετικό κτήριο, το οποίο εγκαινιάστηκε τα 1954.
--Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 είχε αποφασισθεί ήδη η μεταφορά της έδρας του Β΄ Σώματος Στρατού στη Λάρισα και η πολιτεία αναζητούσε ευπρεπές κτίριο για να στεγαστεί το Διοικητήριό του. Διαβάζουμε σε εφημερίδα της Κυβερνήσεως απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπογεγραμμένη στις 14 Αυγούστου 1931 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αλέξανδρο Ζαΐμη και τον υπουργό Στρατιωτικών Γ. Κατεχάκη, για την απαλλοτρίωση στη Λάρισα χώρου εκτάσεως 1331,5 m2, με σκοπό τη μόνιμη εγκατάσταση του εδρεύοντος πλέον στη Λάρισα Β΄ Σ.Σ. Η έκταση αυτή περιλάμβανε το οικόπεδο όπου βρισκόταν το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα, το οποίο ανήκε στους κληρονόμους του και τα διπλανά οικόπεδα με κατοικίες της χήρας Σαμολαδά και του Νικολάου Αγκωνάκη. Οι συνθήκες για την εγκατάσταση του Διοικητηρίου του Β΄ Σ.Σ. στο αρχοντικό Σκαλιώρα ήταν πολύ δύσκολες, καθώς στο κτέριο είχε εγκατασταθεί από τον Μάρτιο του 1919 η "Λαρισαϊκή Λέσχη"[3]. Τελικά η τελευταία δέχτηκε να αποχωρήσει έπειτα από πολύ μεγάλες πιέσεις και κυρίως έπειτα από την ψήφιση νόμου "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αγροτικών και αστικών κτημάτων προς ανέγερσιν στρατιωτικών ή ναυτικών κτιρίων", ο οποίος εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο την 4η Αυγούστου 1931.
Με την εγκατάσταση στο αρχοντικό Σκαλιώρα του Διοικητηρίου του Β΄ Σώματος Στρατού, το εν λόγω κτίριο πήρε τη μορφή που έχει στη φωτογραφία, η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο. Επειδή η λήψη της φωτογραφίας έγινε περί το 1935-36[4], το Διοικητήριο φέρει στην κορυφή της στέγης το βασιλικό σύμβολο, την κορώνα, ενώ στον εξώστη του ορόφου υπάρχει η επιγραφή "Β΄ Σώμα Στρατού".
Για το όμορφο αυτό κτίριο έχουμε γράψει επανειλημμένως[5]. Από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1919 κατοικούσε σ' αυτό κατά διαστήματα ο πρίγκιπας Ανδρέας, γιος του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και αδελφός του Κωνσταντίνου, με τη σύζυγό του Αλίκη. Η παρουσία του δικαιολογείται από το γεγονός ότι υπηρετούσε στην 1η Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία είχε έδρα τη Λάρισα. Στη φωτογραφία θα πρέπει να προσεχθεί και ο ψηλός σιδερένιος στύλος στο πεζοδρόμιο των σημερινών οδών Πατρόκλου κα Ρούσβελτ. Πρόκειται για στύλο της Ε.Υ.Η.Λ. "Εταιρεία Ύδρευσης Ηλεκτρισμού Λαρίσης", ο οποίος καλύπτει μικρό μέρος του αρχοντικού. Πρόκειται για στύλο ηλεκτρικών καλωδίων της Εταιρείας. Παρόμοιοι υπήρχαν και σε πολλά άλλα σημεία της Λάρισας. Μάλιστα ελάχιστους εξ αυτών συναντούμε και σήμερα.
-----------------------------------------------------
[1]. Χαρακτικά από τον "ατυχή" ελληνοτουρκικό πόλεμο επιβεβαιώνουν την παρουσία των στρατώνων αυτών στο νοτιοδυτικό τμήμα της Λάρισας. Βλέπε: εφ. Le Monde IllustreParis, 1 Μαΐου 1897, σελ 277, δημοσιευμένο στο ημέτερο βιβλίο "Η Λάρισα στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών. 16ος - 19ος αιώνας", Λάρισα (2006) σελ. 129. Μάλιστα οι θάλαμοι αυτοί απεικονίζονται και σε φωτογραφίες από την παρουσία των Γάλλων το 1917, ορισμένοι δε απ' αυτούς υπάρχουν μέχρι και σήμερα με κάποιες βελτιώσεις.
[2]. Αρκετές φωτογραφίες του κτιρίου Στεφάνοβικ της περιόδου, όπου στέγαζε την 1η Μεραρχία, υπάρχουν στο αρχείο Ε.Λ.Ι.Α. του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας.
[3]. Η "Λαρισαϊκή Λέσχη" ήταν μια κλειστή ιδιωτική ανδρική λέσχη, κατά το πρότυπο των λεσχών της Μεγ. Βρετανίας, στην οποία συγκεντρωνόταν όλη η καλή και εύπορη κοινωνία της Λάρισας, έπιναν το τσάι ή τον καφέ τους, συζητούσαν για πολιτικά και άλλα θέματα και χαρτόπαιζαν. Πριν το 1919 στεγαζόταν σε κτίριο επί της οδού Κούμα, δίπλα από το καφεζαχαροπλαστείο "Ο Παράδεισος".
[4]. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ βρισκόταν εξόριστος επί 11 χρόνια και επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1935, έπειτα από δημοψήφισμα. Επομένως η λήψη της σημερινής φωτογραφίας έγινε μετά την ημερομηνία αυτή.
[5]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα, εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 30ής Δεκεμβρίου 2015. Του ιδίου "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Β΄". Λάρισα (2018) σελ. 231-234.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2020

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - Β’

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας


Η σειρά των καταστημάτων της οδού Ερμού όπως ήταν κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Βαγγέλη Βοζαλή, σε σχέδιο του ίδιου.Η σειρά των καταστημάτων της οδού Ερμού όπως ήταν κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Βαγγέλη Βοζαλή, σε σχέδιο του ίδιου.
Σήμερα, έπειτα από καιρό, συνεχίζουμε τον περίπατό μας στην οδό Ερμού. Είχαμε διακόψει απότομα πριν ενάμισι χρόνο (26 Σεπτεμβρίου 2018) για διάφορους λόγους.
Στο πρώτο μας κείμενο γράψαμε γενικά για την εμπορική αυτή οδό και είχαμε αρχίσει την περιγραφή των καταστημάτων της δυτικής πλευράς, αρχίζοντας από την οδό Κύπρου. Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι βασικός οδηγός μας είναι ο Βαγγέλης Βοζαλής, ο οποίος μαθήτευσε και εργάστηκε επί χρόνια σε καταστήματα της οδού Ερμού και θυμάται πολλές λεπτομέρειες όχι μόνον από τους εκάστοτε καταστηματάρχες, αλλά και διάφορα χαριτωμένα επεισόδια που λάμβαναν χώρα στην καθημερινή ζωή τους κατά την μεταπολεμική περίοδο. Για την παλαιότερη περίοδο συμβουλευτήκαμε τα γραπτά με τις αναμνήσεις του δημοσιογράφου Κώστα Περραιβού στις εφημερίδες "Λάρισα" και "Ελευθερία", τα βιβλία του δικηγόρου και ιστορικού της Λάρισας Γιώργου Ζιαζιά και τις προπολεμικές τοπικές εφημερίδες, όσες έχουν διασωθεί.
--Μετά το Χρυσοχοείο του Σάπκα συναντάμε στο σχέδιο το κατάστημα γυναικείων υφασμάτων των Πέτρου Κολούντζου και Αντώνη Μπεκιαρόπουλου. Πιο πριν σ’ αυτή τη θέση ήταν το εμπορικό κατάστημα των αδελφών Αγαθοκλή και Αποστόλου Σιάφου το οποίο είχε ως επί το πλείστον ανδρικά είδη. Κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όταν τα δύο αδέλφια επιστρατεύθηκαν, για να μη σταματήσει το κατάστημα τη λειτουργία του, ανέλαβε τη διεύθυνσή του η αδελφή τους Αθανασία, παραβιάζοντας τις προλήψεις της εποχής εκείνης που ήθελαν τη γυναίκα να ασχολείται "με τα του οίκου της". Ουσιαστικά πρέπει να ήταν η πρώτη γυναίκα της Λάρισας, η οποία λόγω ανάγκης αναλάμβανε κατάστημα και μάλιστα με ανδρικά είδη. Παρά τις αντίξοες πολεμικές συνθήκες το κατάστημα δούλεψε πολύ καλά και όταν τελείωσε ο πόλεμος και τα δύο αδέλφια επέστρεψαν στη Λάρισα, βρήκαν την επιχείρησή τους περισσότερο ανεπτυγμένη από πριν. Όπως ήταν φυσικό, η Αθανασία αποσύρθηκε από το κατάστημα και παντρεύτηκε τον αξιωματικό Κώστα Τουρτούρη. Μαζί του απέκτησε μια κόρη η οποία παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο και πολιτικό Τάκη Γεωργίου[1].
--Συνεχόμενο με το προηγούμενο ήταν το κατάστημα του Σοφοκλή Τσαμκόσογλου. Ήταν πρόσφυγας στην πόλη μας, πωλούσε ανδρικά υφάσματα και αργότερα το ενοικίασε στον Λευθέρη Χωριανόπουλο. Ο τελευταίος διατηρούσε εργοστάσιο πλεκτών ρούχων στη Β. Ελλάδα, τα οποία εμπορεύονταν σε όλη την Ελλάδα, ανοίγοντας πρατήρια σε διάφορες πόλεις. Στο πρατήριο της Λάρισας για ένα διάστημα υπεύθυνη ήταν η Γωγώ Κωστίμπα. Προπολεμικά στο ίδιο σημείο είχε το εμπορικό του κατάστημα ο Ιωάννης Μπαλταδώρος, ένας πανέξυπνος άνθρωπος. Διατηρούσε ένα από τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα καταστήματα της προπολεμικής Λάρισας στο οποίο πωλούσε υφάσματα και είδη πολυτελείας για γυναίκες. Το όνομά του συνδέεται και με το γεγονός ότι ήταν από τους πρώτους ο οποίος κυκλοφόρησε ιδιωτικό αυτοκίνητο στη Λάρισα[2]. Επίσης είχε το πάθος της πολιτικής χωρίς όμως να πολιτεύεται και ήταν φίλος με τον Αγαμέμνονα Σλήμαν, τον οποίο υποστήριζε προεκλογικά. Όταν λίγο πριν από τον πόλεμο του ‘40 ο Ιωάννης Μπαλταδώρος τερμάτισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία, το μαγαζί του το πήρε, όπως αναφέρθηκε, ο Σοφοκλής Τσαμκόσογλου.
--Ακολουθούσε, σύμφωνα με τον Βαγγέλη Βοζαλή, το κατάστημα γυναικείων υφασμάτων του Ανδρέα Δαλαμπύρα. Παλαιότερα το μαγαζί αυτό στέγασε για μερικά χρόνια τον εμποροράφτη Στεφανόπουλο, ο οποίος θεωρείτο ως ένας από τους καλύτερους σύγχρονους ράφτες (φραγκοράφτες) κατά την εποχή του μεσοπολέμου. Όταν αργότερα δημιουργήθηκε η Στοά Κουτσίνα, μετέφερε το ραφείο του στον πρώτο όροφο. Λίγο πριν από τον πόλεμο του ‘40 κατέφυγε στον Σταυρό Φαρσάλων, όπου και χάθηκε. Κατόπιν το ίδιο κατάστημα χρησιμοποιήθηκε από την ομόρρυθμο Εταιρεία Δαλαμπύρας-Παπαϊωάννου-Αντωνίου και τελικά έμεινε στον Ανδρέα Δαλαμπύρα, που μετά τον θάνατο τον διαδέχθηκαν τα παιδιά του Ιωάννης και Δημήτριος Δαλαμπύρας, οι οποίοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα με επιτυχία την επιχείρηση.
--Δίπλα ήταν το εμπορικό κατάστημα του Κωνσταντίνου Αξενίδη. Παλαιότερα συναντάμε στο σημείο αυτό το εμπορικό του Ευθυμίου Χατζηευθυμίου και κατόπιν το κατάστημα του Δήμου Κωσταρίγκα. Ο τελευταίος καταγόταν από το τη Βερδικούσια Ελασσόνας, απ’ όπου ήρθε νεότατος στη Λάρισα και εργάσθηκε για πολλά χρόνια ως εμποροϋπάλληλος, κατόπιν ως πλανόδιος πωλητής και όταν αισθάνθηκε οικονομικά ασφαλής άνοιξε το εμπορικό κατάστημα της οδού Ερμού. Μετά τον Κωσταρίγκα το μαγαζί το πήρε ο Κώστας Αξενίδης, ο οποίος αργότερα το μετέφερε στο ιδιόκτητο, όπου και συνεχίζει την επιχείρησή του. Ο Κώστας Αξενίδης είχε δύο κόρες, τη Φιφή και τη Ρούλα και ένα γιο τον Θεόδωρο. Η Φιφή (Ευφημία) παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό και επί σειρά ετών διευθυντή του Δημοτικού Ωδείου Βάσο Κυλικά, ενώ η Τούλα παρέμεινε άγαμος και μέχρι τον θάνατό της διαχειριζόταν το κατάστημα. Ο γιος του Θεόδωρος σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακολούθησε πανεπιστημιακή καριέρα. Με τα πολλά ιστορικά συγγράμματά του κατατάσσεται στους επιφανείς ιστορικούς της Λάρισας. Στο ίδιο μαγαζί είχε στεγασθεί για ένα μικρό διάστημα ο δικηγόρος Στέφανος Παπαδόπουλος, ο οποίος αργότερα το μετέφερε στην οδό Μανωλάκη, στα καταστήματα Καλούση. Στην κατοχή οι Ιταλοί τον συνέλαβαν όμηρο και κατά τη μεταφορά του στην Ιταλία με το πλοίο Citta di Genova πνίγηκε στα νερά της Αδριατικής όταν το πλοίο τους τορπιλίσθηκε. Στο ίδιο κατάστημα στεγάσθηκε και ο Θωμάς Ψυχούλης, ο οποίος πωλούσε νήματα για πλέξιμο, εργασία την οποία συνέχισε με επιτυχία και ο γιος του Κώστας στον ίδιο δρόμο, αλλά σε άλλο κατάστημα απέναντι, στην ανατολική πλευρά του δρόμου, όπως θα δούμε στη συνέχεια[3].
--Στη συνέχεια ο Βαγγέλης Βοζαλής τοποθετεί το κατάστημα που είχαν συνεταιρικά ο Θεόδωρος Παπαϊωάννου με τον Γιώργο Καματερόπουλο οι οποίοι εμπορεύονταν γυναικεία υφάσματα. Ο πρώτος απέκτησε δύο τέκνα, τη Μαρίνα και τον Ανδρέα, ενώ ο δεύτερος ήταν άτεκνος.
--Ακολουθούσε το γουναράδικο του Βασιλείου Γώγου. Η οικογένεια Γώγου από προπολεμικά διατηρούσε ένα από τα καλύτερα καταστήματα γουναρικών στη Λάρισα, ιδιόκτητο, με μεγάλη πελατεία και συνεχίζει μέχρι σήμερα με τους απογόνους του.
--Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια βρίσκουμε στη συνέχεια το εμπορικό κατάστημα της οικογένειας Σιρινιάν. Είχαν έλθει στη Λάρισα το 1918 πρόσφυγες και με σκληρή δουλειά κατόρθωσαν να ανοίξουν αρχικά κατάστημα στην οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου) με την επωνυμία Σετράκ Σιρινιάν και Σία. Γύρω στα 1946 το κατάστημα μεταφέρθηκε στην Ερμού στο σημείο όπου περιγράψαμε και το 1967 εγκαινιάστηκε το νέο μεγάλο κατάστημα του Ονίκ Σιρινιάν λίγο πιο κάτω, στην οδό Ρούσβελτ. Παλαιότερα το κατάστημα αυτό στην Ερμού το είχε ο Ιωάννης Μάναγας με το όνομα "Παναθήναια" και το εμπόρευμά του ήταν υφάσματα και άλλα γυναικεία είδη (μπλούζες πλεκτές μεταξωτές και άλλα ψιλικά). Ο Ιωάννης Μάναγας είχε τρία παιδιά, τη Νίνη, η οποία εργαζόταν στο Δημοτικό Ωδείο, τον Δημήτριο, ο οποίος έγινε διευθυντής στην Εμπορική Τράπεζα και την Αθηναΐδα. Περί το 1928 το είχαν οι αδελφοί Αγαθοκλής και Στέφανος Παπαδόπουλος οι οποίο πωλούσαν το ίδιο εμπόρευμα όπως και οι προηγούμενοι, το οποίο ερχόταν από τη Γαλλία και την Αγγλία κατόπιν παραγγελίας.
--Στη σειρά ακολουθούσε το εμπορικό κατάστημα του Νικ. Τσαντάρα, με ειδικότητα στα γυναικεία υφάσματα. Ο Τσαντάρας είχε δύο αγόρια, τον Μάκη ο οποίος όταν μεγάλωσε έγινε λογιστής και τον Μίμη ο οποίος έγινε δικηγόρος. Όταν έκλεισε το μαγαζί του το αγόρασε ο Κων. Αξενίδης, όπου μετακόμισε μόνιμα πλέον στο δικό του κατάστημα και παρέμεινε σε λειτουργία μέχρι τον θάνατο της κόρης του Τούλας.
(Συνέχεια)
--------------------------------------------------
[1]. Ολύμπιος [Περραιβός Κώστας], Η οδός Ερμού, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 9ης Ιουλίου 1973.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το πρώτο αυτοκίνητο που κυκλοφόρησε στη Λάρισα. εφ. "Ελευθερία" φύλλο της 19 Απριλίου 2014 και "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α’" , Λάρισα (2016) σελ. 83-86.
[3]. Θέλω να επισημάνω ότι η ακριβής διαχρονική καταγραφή των καταστημάτων της οδού Ερμού, αλλά και άλλων τα οποία βρίσκονται κυρίως σε εμπορικούς δρόμους, είναι πολύ δύσκολη. Οι διαδοχικές ενοικιάσεις ή οι μετακομίσεις σε άλλα σημεία προβληματίζουν τους ερευνητές, οι οποίοι προσπαθούν να βασισθούν σε διάσπαρτα γραπτά κείμενα ή σε αναμνήσεις παλαιοτέρων ατόμων, η αξιοπιστία των οποίων μπορεί να είναι σε κάποια σημεία εσφαλμένη λόγω εξασθενημένης μνήμης. Έτσι η αναφορά μας στην οδό Ερμού θα έχει οπωσδήποτε σφάλματα, τα οποία οι αναγνώστες μπορεί να μας τα επισημάνουν και να είναι σίγουροι ότι κάθε επιπλέον πληροφορία θα είναι καλοδεχούμενη. (τηλ. 6951-004232 και 2410-287450).

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

ΔΩΛ: 90 χρόνια από την ίδρυσή του


ΔΩΛ: 90 χρόνια  από την ίδρυσή του
Αυτές τις μέρες παρακολουθούμε να εξελίσσεται ένα σημαντικό μουσικό δρώμενο στο Ωδείο, το «ΜΟΥΣΙΚΟΤΡΟΠΟ»1, που έχει πλέον γίνει θεσμός. Είναι απ’ αυτές τις όμορφες σελίδες που έχει γράψει στη ροή του χρόνου το Ωδείο, από τη γέννησή του, που μένουν
ανεξίτηλες. Φέτος, το Δημοτικού Ωδείου της Λάρισας, αυτή η πνευματική μουσική μήτρα, διανύει τα 90 χρόνια από την ίδρυσή του και η εκδήλωση είναι αφιερωμένη σ’ αυτό. Με αφορμή αυτής της επετείου θα αναφερθούμε στα πρώτα βήματα επώασης του Ωδείου της πόλης μας. Ο όρος Ωδείο χρησιμοποιήθηκε στην πόλη μας, από πολύ νωρίς, εκεί όπου έπαιζαν και τραγουδούσαν μουσικές ομάδες (κομπανίες). Έτσι, τα πρώτα χρόνια μετά το 1881 ονομάζονταν τα καφέ Αμάν και τα καφέ Σαντάν. Στη Λάρισα μετά το 1881 οργανωμένοι2 φορείς μουσικής έκφρασης υπήρξαν η Στρατιωτική Μουσική3, η Δημοτική Φιλαρμονική4, ο Μουσικός Σύλλογος5 και τα Σχολεία6. Μόλις εμφανίστηκε μια οργανωμένη προσπάθεια το 1900, η εφημερίδα «Μικρά» έγραψε: «Πολλοί φιλόμουσοι νέοι της πόλεώς μας ίδρυσαν προ τινών ημερών μικρόν νυκτερινόν ωδείον, εν ώ διδάσκονται διάφορα άσματα υπό του καθηγητού της μουσικής κ. Μπαμιέρου»7. Το 1905 έχει δημιουργήσει ιδιωτικό Ωδείο ο Γερμανός μουσικοδιδάσκαλος Ιάκωβος Μπεμ, ο οποίος δίδαξε στη Φιλαρμονική και στο Αρσάκειο. Το 1918 και πάλι η «Μικρά» αναφέρει: «Η μανδολινάτα του [Νικολάου] Σαρρέα μετετράπη εις Ωδείον, πλουτισθέν και διά κλειδοκυμβάλου (πιάνου). Ειδική διδασκάλισσα δε ανέλαβε την διδασκαλίαν αυτού ενώ αι εγγραφαί μαθητών είχαν αρχίσει από της προηγουμένης»8. Υπερτονίζοντας αυτό το γεγονός ο Βάσος Καλογιάννης αναφέρει9 πως από τότε άρχισε η συστηματική μουσική καλλιέργεια του κοινού της Λάρισας. Για το ίδιο θέμα γράφει και ο Βάσος Κυλικάς10: «λειτουργήσασα κατά την περίοδο αυτή Μανδολινάτα Νικολ. Σαρρέα μετατράπηκε το 1918 σε Ωδείο υπό την διεύθυνση του ίδιου και κατόπιν υπό την διεύθυνση του πατέρα του Ιω. Σαρρέα και συνετέλεσε κατά πολύ στη διάδοση των λαϊκών οργάνων». Το 192711 δήμαρχος της Λάρισας είναι ο Μιχαήλ Σάπκας. Αξιοποιώντας αυτήν την ευκαιρία η φιλόμουση γυναίκα του, Ιουλία, παίρνει την πρωτοβουλία «και με συμμετοχή των κυριών Όλγας Μ. Μπούρα, Καλλιόπης Ι. Άρτη, Κατίνας Μ. Ζαρίμπα, Ματθίλδης Νικολ. Φίλιου ιδρύθηκε υπό την προεδρία της πρώτης ο «Σύλλογος Φιλομούσων» συνδρομούμενος με τις δαπάνες του Δήμου Λάρισας και με τα δίδακτρα των μαθητών. Ο Σύλλογος αυτός ήλθε σε επαφή με το Εθνικό Ωδείο Αθηνών και λειτούργησε σαν παράρτημα αυτού και στεγάσθηκε στο οίκημα του φωτογράφου Γερ. Δαφνοπούλου στη διασταύρωση των οδών Μεγ. Αλεξάνδρου και Πατρόκλου. Σ’ αυτό δίδαξαν οι καθηγητές Γ. Δαγιάσης και Α. Τσάπαλος (βιολί) και οι δεσποινίδες Πιπίνα Κρόελ και Ελένη Διοσκουρίδου (πιάνο)»12. Στις 27 Γενάρη 1930 το Δημοτικό Συμβούλιο της Λάρισας, κατά τη διάρκεια συζήτησης ψήφισης του προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων έτους 1930-1931, ο Δήμαρχος εισηγήθηκε την υιοθέτηση του υπάρχοντος Ωδείου από τον Δήμο και να μετατραπεί σε «Δημοτικό Ίδρυμα». Συγκεκριμένα, ο Δήμαρχος και εξήρε την αξία που έχει για την πόλη η ύπαρξη και η λειτουργία του Ωδείου. Πρότεινε να υιοθετηθεί από τον Δήμο και να χαρακτηρισθεί Δημοτικό Ωδείο, αφού έτσι κι αλλιώς ο πιο σημαντικός χορηγός ήταν ο Δήμος. Την πρόταση του Δημάρχου αποδέχτηκε παμψηφεί το Δ.Σ. θεωρώντας το Ωδείο «Δημοτικό Ίδρυμα» και από τη μέρα αυτή το Ωδείο αποτέλεσε τον πλοηγό, αφού χάραξε τη ρώτα των μουσικών σπουδών στη Λάρισα. Μετά την έκδοση και του Νομοθετικού Διατάγματος της 17ης Νοέμβρη 1930, άρχισε να λειτουργεί ως Νομικό Πρόσωπο Δ.Δ.. Διοικούνταν από εξαμελή Επιτροπή και πάντα υπό την προεδρία του εκάστοτε Δημάρχου. Από τότε λειτούργησε απρόσκοπτα ως το 1940. Στα χρόνια του πολέμου έκλεισε, όπως όλα τα σχολεία της πόλης και η περιουσία του λεηλατήθηκε από τα στρατεύματα κατοχής. Επαναλειτούργησε από το 1947 γράφοντας ακατάπαυστα τη μουσική ιστορία της πόλης, αφού υπήρξε ο Άτλας του λαρισινού πολιτισμού. 1 Εμπνευστής, καλλιτεχνικός διευθυντής και «ψυχή» του «Μουσικότροπου» - ενός πολυποίκιλου μουσικού δρώμενου - είναι ο εξαιρετικός και εμβαθύς δάσκαλος του πιάνου Χρήστος Λενούτσος. 2 Εννοούνται εδώ οι οργανωμένοι «φορείς» μουσικής έκφρασης, που στηρίχτηκαν οικονομικά από το κράτος ή τον Δήμο. 3 Αποδόθηκε από διάφορες στρατιωτικές μονάδες, όπως από την μπάντα του Β’ Σ.Σ., της Φρουράς Λάρισας, της 1ης Μεραρχίας, του Εμπέδου Πεζικού κ.λπ. 4 Η Δημοτική Φιλαρμονική ξέρουμε σίγουρα πως λειτουργούσε τον Απρίλη του 1897, αφού βρέθηκε ονομαστικά μισθολογική κατάσταση του αρχιμουσικού και των μουσικών που την συγκροτούσαν. 5 Ο Μουσικός και Γυμναστικός Σύλλογος ιδρύθηκε στις 22 Οκτώβρη 1900, και ήταν το πρώτο πολυποίκιλο μουσικό σχήμα που ίδρυσε μουσική σχολή, Φιλαρμονική και χορωδίες. 6 Τα σχολεία όλων των βαθμίδων, μα ιδιαίτερα το Γυμνάσιο, το Διδασκαλείο, το Παρθεναγωγείο, με κορυφαίο στην εφαρμογή των νέων παιδαγωγικών μεθόδων το Αρσάκειο, έκαναν σημαντική δουλειά και λειτούργησαν σαν φυτώρια μουσικής παιδείας. 7 «Μικρά» της Λάρισας, 05.03.1900. 8 «Μικρά» της Λάρισας, 25.09.1918. 9 «Ελευθερία» της Λάρισας 13.02.1948. 10 Βάσος Κυλικάς, «Μουσική Κίνηση της Λάρισας (1881 – 1931)». Χειρόγραφο κείμενο που έγραψε για το επετειακό λεύκωμα, της Λαογραφικής Εταιρείας των Θεσσαλών, με αφορμή τις πανθεσσαλικές γιορτές της πεντηκονταετηρίδας, από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. 11 Κώστας Περραιβός στην «Ελευθερία» Λάρισας γράφει το 1925. Πιο αξιόπιστη είναι η χρονολογία που μας δίνει ο Β. Κυλικάς που εμπλεκόταν άμεσα εκείνη την περίοδο με τα μουσικά δρώμενα. 12 Βάσος Κυλικάς, ό.π.
Γράφει ο Τάκης Μπάρμπας*
*ΜΠΑΡΜΠΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Takis-mp@hotmail.com

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα


Τα Τέμπη. Επιχρωματισμένο χαρακτικό του J.Willmore. Κυκλοφόρησε το 1833 στο Λονδίνο από τον J. Murray. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Τα Τέμπη. Επιχρωματισμένο χαρακτικό του J.Willmore. Κυκλοφόρησε το 1833 στο Λονδίνο από τον J. Murray. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.
Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΤΕΜΠΩΝ - Γ’
Από τα παλιά οδοιπορικά των περιηγητών
Τελειώνουμε σήμερα την αναφορά μας στα Τέμπη με την παράθεση απόψεων διαφόρων περιηγητών για τη μαγευτική αυτή περιοχή, παρμένες από τα οδοιπορικά τους.
--Εξαιρετική περιγραφή της Κοιλάδας κατά την αρχαία εποχή βρίσκουμε στο βιβλίο του Ιωάννη Λεονάρδου[1] από τα Αμπελάκια, το οποίο εκδόθηκε το 1836. Γράφει: «Οι παλαιοί Θεσσαλοί εώρταζον εδώ κάθε χρόνον μιαν τοπικήν εορτήν εις ανάμνησιν του σεισμού, καθ’ ήν τα νερά διέσχισαν την διάβασιν των Τεμπών, και ούτως αι ωραίαι πεδιάδες της Λαρίσσης απεδόθησαν πάλιν εις την γεωργίαν και ανεφάνησαν. Εις αυτόν τον καιρόν της εορτής οι πολίται της Γόνου, Ομόλης και άλλων γειτνιαζουσών πόλεων, έφθανον κατά διαδοχήν εις την Κοιλάδα. Τα θυμιάματα των θυσιών εκαίοντο εις όλα τα μέρη. Ο ποταμός ήτον γεμάτος από βάρκας, αι οποίαι άνω και κάτω αδιακόπως έπλεον. Εις τα δάση εστέκοντο ετοιμασμέναι τράπεζαι εις τους πρασίνους τόπους τους περί τα χείλη του ποταμού και εις τα νησίδια πλησίον των πηγών, αι οποίαι πηγάζουσιν από τα όρη. Μία ξεχωριστή δεξίωσις έκαμνεν ένδοξον την εορτήν ταύτην: ότι δηλαδή ήτον οι αιχμάλωτοι εις συναναστροφήν με τους κυρίους των , και το θαυμασιώτερον, ότι οι κύριοι εξυπηρετούσαν τους αιχμαλώτους αυτών, οι οποίοι και ενεργούσαν την αυθεντείαν των με μίαν ελευθερίαν, η οποία ενίοτε καταντούσε εις το αχαλίνωτον, πλην έκαμνε την χαράν ζωηροτέραν. Προς ηδονήν της τραπέζης ακολουθούσαν οι χοροί, αι μουσικαί και άλλοι τινες αγώνες, τα οποία κρατούσαν ως το μεσονύκτιον[2]».
--Ο Αγγλος συγγραφέας, ζωγράφος και δεινός ταξιδευτής Edward Lear (1812-1888) πέρασε και από τη Θεσσαλία. Στο οδοιπορικό του αναφέρεται ότι στις 19 Μαΐου 1849 ξεκίνησε από τον οικισμό Μπαμπά επάνω σε μικρό καράβι, διασχίζοντας όλη την Κοιλάδα των Τεμπών με προορισμό τον Πλαταμώνα. Απ' όσο γνωρίζω είναι η πρώτη περιγραφή, και νομίζω η μοναδική για την εποχή εκείνη, που έχουμε από περιηγητή, ο οποίος διασχίζει την Κοιλάδα και απολαμβάνει τις ομορφιές της μέσα από το ποτάμι. Είναι επόμενο να γοητεύεται αντικρίζοντας το ειδυλλιακό τοπίο από τη θέση αυτή. Περιγράφει ένα στενό φαράγγι να οριοθετείται από δύο απόκρημνους ψηλούς βράχους. Η γραφικότητα αυτή προκαλούσε σε όλους εντύπωση και δέος από τα πολύ παλιά χρόνια, γι' αυτό και η Κοιλάδα των Τεμπών συσχετίσθηκε με διάφορους μύθους, θρύλους και ιερές τελετές[3].
--Ο Πηλιορείτης Νικόλαος Μάγνης, δημοδιδάσκαλος στη Χαλκίδα, το 1860 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Περιήγησις ή Τοπογραφία της Θεσσαλίας και Θετταλικής Μαγνησίας». Στην περιγραφή των Τεμπών αναφέρει: «Αι όχθαι του Πηνειού μέσα στα Τέμπη είναι πλήρεις πλατάνων, επί των οποίων ανέρπουσι κλήματα άγρια, τα οποία όταν την άνοιξιν ανθίζουσιν, εκπέμπουσιν ευάρεστον και ηδείαν οσμήν, εκπλήσσουσαν τους αυτόθεν διαβαίνοντας περιηγητάς. Εις την δεξιάν όχθην αυτού είναι στενή και χειροποίητος οδός, δια της οποίας μόλις διέρχεται μία άμαξα, η δε αριστερά όχθη είναι όλως διόλου άβατος».
--Ο επίσκοπος Πλαταμώνος Αμβρόσιος, ήταν ένας βαθιά μορφωμένος ιεράρχης που είχε ως έδρα του τα Αμπελάκια. Η περιοχή της Κοιλάδας των Τεμπών υπαγόταν ολόκληρη στην επισκοπική του περιφέρεια και την επισκεπτόταν πολύ συχνά, καθώς στο χωριό Μπαμπάς είχε την εξοχική του κατοικία, απ' όπου έκανε συχνούς περιπάτους στις κατάφυτες όχθες του Πηνειού. Στο βιβλίο του[4] γράφει: «Τα Τέμπη αν είπωμεν ότι διήλθομεν αυτά πεντηκοντάκις άχρι τούδε, βεβαίως δεν λέγομεν υπερβολήν … Η στάσις των αποσχισθέντων ορέων είναι τόσον απειλητική ώστε μετά θαυμαζομένης μεγαλοπρεπείας αυτών, γεννάται τω θεομένω και φόβος τις ακούσιος … Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι οι προ Χριστού πρόγονοι ημών, εκ των Τεμπών τούτων ενεπνεύσθησαν και ωρίσαντο ως τόπον της κατοικίας των θεών αυτών τον υψαύχενα Όλυμπον».
--Ο συγγραφέας Γεώργιος Παρασκευόπουλος το 1896 στα «Ταξίδια ανά την Ελλάδα» αποθεώνει με μια ρομαντική διάθεση την ομορφιά του τοπίου της Κοιλάδας: «Ποταμός, βουνά, πουλιά, είναι τα θέλγητρα των Τεμπών. Ο Πηνειός, οι υψηρεφείς[5] και ως να στέκονται εις μονομαχίαν απέναντι αλλήλων βράχοι, και τα αηδόνια. Μουσική κελαρύζοντος νερού, μουσική από πουλιά, αρμονία από χρώματα. Μεγαλείο φύσεως εκπλήσσον».
--Ο Αγγλος δημοσιογράφος Kinnaird Rose, ο οποίος βρέθηκε στη Θεσσαλία για να καλύψει τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, επισκέφθηκε και τα Τέμπη και στο βιβλίο του «With the Greeks in Thessaly» (Mε τους Έλληνες στη Θεσσαλία) επισημαίνει τη διαχρονική ιστορικότητά της: «Την Κοιλάδα των Τεμπών οι ενθουσιώδεις λάτρεις της την θεωρούν ως την ωραιότερη κοιλάδα του κόσμου. Στις υψηλές κορυφές και από τις δύο όχθες του Πηνειού βρίσκονται ερείπια αρχαίων φρουρίων. Μέσα από αυτή τη στενή κοιλάδα ο Πομπήιος διέφυγε στη θάλασσα, μετά την ήττα του από τον Καίσαρα στα Φάρσαλα».
--Ο συγγραφέας από την Κρήτη Ελευθέριος Γαρδέλης στο βιβλίο του «Τα Τέμπη», το οποίο κυκλοφόρησε το 1909, για να περιγράψει την Κοιλάδα επιστρατεύει τα πιο εκφραστικά επίθετα: « Οι βαθύσκιοι υψηλοί και υδροχαρείς πλάτανοι, αναπαυόμενοι παρά τας όχθας του Πηνειού και πέριξ της οδού πυκνότατοι, συναρμόζουσιν έκπαγλον και βαρύτιμον ελληνικόν τάπητα καταπράσινον, ομηρικόν Ελένης κέντημα περίτεχνον, αδιαπέραστον υπό των ηλιακών ακτίνων».
--Ο Χρήστος Ζαλοκώστας (1894-1975) στο «Περιβόλι των Θεών» το οποίο κυκλοφόρησε το 1944, ενθουσιάζεται από τις μεγάλες αντιθέσεις που συναντάει κατά την περιήγησή του: «Έχεις ένα κρυφό αίσθημα πως η γη εδώ είναι τρελή και δεν ξέρει τι θέλει, αγριεύει και γελάει συγχρόνως. Στα νερά του πίστευαν οι αρχαίοι ότι διαλυόταν η λέπρα, γι’ αυτό οι λεπροί ερχόταν εδώ και δοκίμαζαν να περάσουν τα Τέμπη κολυμπώντας αντίθετα στη ροή του Πηνειού, για να αφήσουν τη βρώμα τους προς τα πίσω».
--Ο πεζογράφος Κώστας Ουράνης (1890-1953) στο έργο του «Ταξίδια στην Ελλάδα» του 1949, ονειροπολεί τη ζωή στα Τέμπη των αρχαίων Ελλήνων: «Τίποτε δεν έχει εξυμνηθεί περισσότερο από την Κοιλάδα των Τεμπών. Εδώ η φύση έχει συγκεντρώσει όλα τα θέλγητρα. Την ονειρεύονταν σαν μια διαμονή αντάξια των αρχαίων θεών και τους φαντάζονταν σαν να κατεβαίνουν από τις απότομες πλαγιές του Ολύμπου, για να αναπαυθούν στη δροσιά της, ενώ οι νύμφες του Πηνειού τους έθελγαν με τα τραγούδια τους. Όμως δεν βρήκα τα Τέμπη όπως τα ονειρευόμουν».
--Πέρασαν και άλλοι αμέτρητοι περιηγητές από τη μυθική Κοιλάδα των Τεμπών οι οποίοι εξύμνησαν το κάλλος, την ομορφιά και την ιστορικότητά της. Η αναφορά όλων είναι φυσικά αδύνατη. Οι πιο πρόσφατοι, συνήθως Έλληνες, καταγράφουν την ομορφιά της αλλά την περιγράφουν διαφορετική απ' ό,τι οι παλιότεροι περιηγητές.
Η σημερινή εικόνα που δημοσιεύεται αποδίδει πιστεύω το κάλλος της ιστορικής Κοιλάδας των Τεμπών. Περιπατητές, ψαράδες, κατάφυτες όχθες, ένα ιστιοφόρο καραβάκι να διασχίζει τον Πηνειό και στο βάθος το κάστρο της Ωριάς, είναι ορισμένα σημεία τα οποία αποτυπώνονται στο χαρακτικό, το οποίο είναι πλημμυρισμένο από μια πανδαισία χρωμάτων.
Η περιοχή των Τεμπών αποτελεί για τη χώρα μας έναν πολύτιμο θησαυρό φυσικής ομορφιάς που είναι γνωστός σε όλα τα πολιτισμένα άτομα του πλανήτη μας. Όμως η μακροχρόνια εγκατάλειψή του, οι διάφορες ακαλαίσθητες ανθρώπινες επεμβάσεις και η αδιαφορία την έχουν υποβαθμίσει, ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα παγκόσμιο προσκύνημα όλων των ευαίσθητων ανθρώπων και εκείνων που η ελληνολατρία τούς οδηγεί κατά εκατομμύρια στην Ακρόπολη, τους Δελφούς και σε άλλα ιστορικά μνημεία της αρχαιότητας.
----------------------------------------------------
[1]. Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία, Εισαγωγή-Σχόλια-Επιμέλεια Κώστας Σπανός, εκδόσεις «Θετταλός», Λάρισα, επανέκδοση του 1992, σελ. 98. Ο Ιωάννης Λεονάρδος σε νεαρή ηλικία, καταδιωκόμενος από τους Τούρκους, αναγκάσθηκε να διαφύγει στην Αυστρία όπου διετέλεσε ελληνοδιδάσκαλος στο Ελληνομουσείο του Ζέμονα (Σεμλίνο) της Αυστροουγγαρίας. Επιστρέφοντας στη Λάρισα, πάντρεψε την κόρη του Μαριγώ με τον έμπορο Γεώργιο Φαρμακίδη, πατέρα του Επαμεινώνδα Φαρμακίδη του ιστορικού της Λάρισας.
[2]. Οι εορτές αυτές ονομάζονταν Πελώρια, προς τιμή του Πελωρίου Διός.
[3]. Hyman S. Edward Lear in the Levant. Travels in Albania, Greece and Turkey in Europe (1848-1849), London (1988). Βλέπε και Καλοκαιρινού Φανή. Edward Lear. Ο κατ' εξοχήν τοπιογράφος του 19ου αι. και η περιήγησή του στο Νομό της Λάρισας. Πρακτικά 8ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών (Λάρισα 5 και 6 Δεκεμβρίου 2014). Λάρισα (2015) σελ. 171.
[4]. Επισκόπου Πλαταμώνος Αμβροσίου Κασσάρα. Η Επισκοπή Πλαταμώνος υπό του αυτού Ιεράρχου, Αθήναι (1896).
[5]. Υψηρεφείς, είναι αυτοί που έχουν ψηλές κορυφές.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΧΙΛΛΙΟΥ


Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αχιλλίου και η μεγάλη πέτρινη σκάλα (κρυμμένη πίσω από φυλλωσιές δένδρων) στη δεξιά όχθη του Πηνειού. Φωτογραφία του 1938 περίπου. Από το αρχείο του Θανάση ΜπετχαβέΟ προπολεμικός ναός του Αγ. Αχιλλίου και η μεγάλη πέτρινη σκάλα (κρυμμένη πίσω από φυλλωσιές δένδρων) στη δεξιά όχθη του Πηνειού. Φωτογραφία του 1938 περίπου. Από το αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ
Η σημερινή εικόνα δείχνει τη μεγαλοπρέπεια που είχε ο προπολεμικός μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου.
Κτισμένος σε ρυθμό αναγεννησιακό (σταυροειδής με τρούλο), με δύο ψηλά κωδωνοστάσια και νεοκλασικό πρόπυλο, δέσποζε στη δυτική πλευρά του λόφου της ακρόπολης της Λάρισας. Ο φωτογράφος στάθηκε στην αριστερή όχθη του ποταμού και αποτύπωσε με μεγάλη ευκρίνεια τις εξωτερικές λεπτομέρειες όχι μόνον του ναού, αλλά και του περιβάλλοντος χώρου.
Για την κατασκευή του είχαν αρχίσει από το 1896 οι προσπάθειες του εκκλησιαστικού συμβουλίου του ναού και μέσα σε 11 χρόνια, μέχρι το 1907, ολοκληρώθηκε σταδιακά. Γύρω στο 1900 αρχικά οικοδομήθηκε η δυτική πλευρά του, η οποία αρχιτεκτονικά αποτελούνταν από ένα σύμπλεγμα, με το αψιδωτό πρόπυλο και τα δύο κωδωνοστάσια εκατέρωθεν. Το νεοκλασικό αυτό σύμπλεγμα προσέδιδε ομορφιά και μεγαλοπρέπεια στην κεντρική είσοδο του ναού. Στη φωτογραφία προβάλλουν εντυπωσιακά τα δύο κωδωνοστάσια, βόρειο και νότιο, τα οποία είναι τετραώροφα. Ο τελευταίος όροφος, υψηλότερος όλων, φιλοξενούσε τις καμπάνες του ναού και καλύπτονταν με χαμηλό τρούλο.
Η πρόσοψη αυτή ήταν δομημένη με λίθους και αποτελούσε ένα εντυπωσιακό σύνολο. Αργότερα επικαλύφθηκε από λευκό επίχρισμα. Τα ανοίγματα των παραθύρων καλύπτονταν στα διάκενά τους με ωραίους συνδυασμούς έγχρωμων υαλοπινάκων. Το 1904, επί αρχιερατείας του από Πλαταμώνος μητροπολίτου Λαρίσης Αμβροσίου Κασσάρα (1900-1910), συνεχίσθηκε η οικοδόμηση του υπόλοιπου τμήματος του ναού, η οποία πήρε τη μορφή όπως τη βλέπουμε στη δημοσιευόμενη φωτογραφία. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας μεγάλης σε μέγεθος και επιβλητικής σε ύψος τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο, της οποίας η θέση ψηλά στον λόφο της προσέδιδε επί πλέον ύψος, ειδικά όταν την αντίκριζε κανείς από κάτω, καθώς διέσχιζε την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Στο κέντρο της στέγης του ναού, επάνω σε τετράγωνη βάση ορθωνόταν ο τρούλος, ψηλός και επιβλητικός, με μικρά παράθυρα περιμετρικά.
Η νέα αυτή εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου, εγκαινιάσθηκε από τον μητροπολίτη Αμβρόσιο την Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου του 1907 και αποδόθηκε στη λατρεία όλων των Λαρισαίων και ιδιαίτερα των ενοριτών του Τρανού Μαχαλά. Αποτελούσε πλέον το κόσμημα του λόφου της ακρόπολης και πρόβαλε ευχάριστα σε κάθε επισκέπτη της πόλης, έχοντας ευνοϊκότερη προσλαμβάνουσα εικόνα, σε σύγκριση με το τζαμί του Χασάν μπέη, το επισημότερο τέμενος της τουρκοκρατούμενης Λάρισας, το οποίο βρισκόταν δίπλα σε χαμηλότερο λόφο και διατηρούνταν ερειπωμένο και ασυντήρητο.
Μπροστά από τη δυτική πλευρά του ναού διακρίνεται ένα ψηλό και ισχυρό περιτείχισμα[1], το οποίο ξεκινάει χαμηλά από την παρόχθια οδό και φθάνει μέχρι το επίπεδο του ναού, δημιουργώντας μ' αυτό τον τρόμο προαύλειο χώρο ικανής έκτασης. Στις ακάλυπτες πλευρές της αυλής αυτής διακρίνονται προστατευτικά μεταλλικά κιγκλιδώματα, ενώ μια σειρά δένδρων σκιάζει τμήματά της.
Η τύχη του επιβλητικού αυτού ναού είναι γνωστή. Ο σεισμός του Μαρτίου του 1941 και οι εχθρικοί βομβαρδισμοί τον κατέστησαν ερείπιο και μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε. Στη θέση αυτή σήμερα υπάρχει επίπεδος ακάλυπτος χώρος στον οποίο υπάρχει η προτομή του μητροπολίτη Λαρίσης Πολύκαρπου Δαρδαίου, ο οποίος μαρτύρησε φρικτά από τους Τούρκους το 1821 και το πτώμα του το έριξαν στα νερά του Πηνειού.
Δεξιότερα βρίσκεται η μεγάλη πέτρινη σκάλα η οποία οδηγούσε από την δεξιά όχθη του Πηνειού μέχρι το ύψος του προαύλειου χώρου του ναού. Δεν διακρίνεται καθαρά στη φωτογραφία, καθώς οι φυλλωσιές των παρόχθιων δέντρων την έχουν μερικώς καλύψει. Στις 13 Ιανουαρίου 1894 συμφωνήθηκε μεταξύ του Αχιλλέα Αστεριάδη, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου, και του Αντωνίου Ρίζου[2], ο οποίος ήταν εργολάβος δημοσίων και δημοτικών έργων, η κατασκευή μεγάλου κλιμακοστασίου στην πλευρά αυτή, για να γίνει πιο προσιτή η πρόσβαση στο Λόφο. Το ύψος όλης της κλίμακας ήταν μεγάλο και ο αριθμός των βαθμίδων, όπως μπορεί κανείς να τις μετρήσει από φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα πρέπει να ήταν πενήντα. Κάθε δέκα βαθμίδες (σκαλοπάτια) υπήρχε ευρύ πλατύσκαλο, για να δίνεται η δυνατότητα, ειδικά στους ανερχόμενους τη σκάλα, για μια στιγμιαία στάση. Επίσης το εύρος της, ήταν αρκετά μεγάλο, περίπου έξι μέτρα, ικανό για να διέρχεται η θρησκευτική πομπή των Θεοφανείων χωρίς να αλλοιώνεται ο σχηματισμός της.
Η σκάλα αυτή έχει περάσει στη σφαίρα του μύθου από δύο σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο συνέβη το 1938 όταν ο τολμηρός Μιχάλης Ζέικος, οδηγός αγοραίου αυτοκινήτου, κατόρθωσε να κατεβεί τα σκαλοπάτια με το αυτοκίνητό του. Το δεύτερο συνέβη μεταπολεμικά. Το 1949 ένας ανήσυχος νέος, ο Γιάννης Δαλθανάσης, κατόρθωσε έφιππος να ανεβεί τη σκάλα. Και τα δύο αυτά αξιοθαύμαστα συμβάντα διαδόθηκαν στη μικρή τότε κοινωνία της Λάρισας και οι πρωταγωνιστές τους έγιναν τοπικοί ήρωες. Μάλιστα ο φωτογράφος της πόλης μας Τάκης Τλούπας κατόρθωσε να τα απαθανατίσει με τον φακό του και τα δύο γεγονότα και να τα δημοσιεύσει στο βιβλίο "Λάρισα. Εικόνες του χθες"[3]. Η πέτρινη αυτή σκάλα διατηρήθηκε μέχρι το 1972 και ενώ είχε ήδη ανεγερθεί ο σημερινός μητροπολιτικός ναός. Τη χρονολογία αυτή επί δημαρχίας Θάνου Μεσσήνη (1969-1974) ξηλώθηκε και συγχρόνως άρχισαν οι εργασίες εξωραϊσμού της δυτικής πλευράς του λόφου, όπως διατηρείται μέχρι σήμερα.
Στο άκρο της εικόνας δεξιά διακρίνονται ορισμένες κατοικίες της προπολεμικής Λάρισας οι οποίες ανήκαν σε αρχοντικές οικογένειες της πόλης. Από τον μεγάλο σεισμό του 1941 όλες υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκαν, απαλλοτριώθηκαν και στη θέση τους οικοδομήθηκε ο σημερινός μητροπολιτικός ναός του πολιούχου της πόλης μας.
----------------------------------------------
[1]. Οι αναλληματικοί αυτοί τοίχοι (περιτείχισμα) διαμορφώθηκαν έτσι όπως διακρίνονται στη φωτογραφία το 1894, όταν πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου του ναού ήταν ο δήμαρχος Αχιλλεύς Αστεριάδης.
[2]. Ο Αντώνιος Ρίζος ήταν πατέρας του γυναικολόγου ιατρού Αθανασίου (Νάσου) Ρίζου και της Ευφροσύνης (Φρόσως) Σάπκα, συζύγου του Πάνου Σάπκα, μικρότερου αδελφού του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα. Όπως αναφέρει η εγγονή του Λίλα Ρίζου, ο ίδιος κατασκεύασε επίσης το 1911 το αρχοντικό του υφασματέμπορου Αντωνιάδη στην οδό Παπακυριαζή, το οποίο το 1930 περίπου το αγόρασε ο Ιωάννης Αλεξάνδρου, το αρχοντικό του Μιχ. Σάπκα το 1913 στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου-Παναγούλη και πολλά άλλα έργα.
[3]. Λάρισα. Εικόνες του χθές. Φωτογραφίες: Τάκης Τλούπας, Κείμενα: Νίκος Νάκος, Λάρισα. 'Έκδοση Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας. Το πολύτιμο αυτό βιβλίο είχε τρεις συνεχόμενες εκδόσεις από τους δημάρχους Αριστείδη Λαμπρούλη (1986), Χριστόδουλο Καφφέ (1994) και Κωνσταντίνο Τζανακούλη (2003 δίγλωσσο).
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΤΕΜΠΩΝ - B'

Από τα παλιά οδοιπορικά των περιηγητών


Τα Τέμπη. Χαρακτικό του Edward Lear. 1849. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΤα Τέμπη. Χαρακτικό του Edward Lear. 1849. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Συνεχίζουμε την περιήγησή μας στα "θαυμαστά" Τέμπη με οδηγούς τους περιηγητές, οι οποίοι την επισκέφθηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Μάλιστα πολλοί εξ αυτών συνοδεύουν τα οδοιπορικά τους με ζωγραφικές απεικονίσεις της Κοιλάδας, ιδιαίτερου κάλλους.
--Θα συνεχίσουμε με τον ιστορικό Nicolai Gerbelius. Το βιβλίο του έχει τον τίτλο Descriptio Graeciae (Περιγραφή της Ελλάδος) και εκδόθηκε στη Βασιλεία το 1545. Δεν είναι περιηγητικό αφού ο συγγραφέας δεν επισκέφθηκε την Ελλάδα, περιέχει όμως το παλαιότερο χαρακτικό της Κοιλάδας που μας είναι μέχρι σήμερα γνωστό και αναφέρει: «Ο τόπος αυτός έχει πολλά και χαριτωμένα θέλγητρα, τα οποία δεν είναι έργο της ανθρώπινης φιλοπονίας, αλλά της ίδιας της φύσης. Εδώ βλαστάνουν πολλά φυτά, τα οποία θάλλουν και πολλαπλασιάζονται με ευκολία… Σε όλα αυτά τα άλση υπάρχουν πολλά καλλίφωνα πουλιά που τέρπουν την ακοή των περαστικών. Ο Πηνειός διασχίζει αυτό το στενό ήρεμος. Οι επισκέπτες περνάνε αρκετή ώρα δίπλα στο ποτάμι και συχνά διασκεδάζουν, πανηγυρίζουν και εκτελούν τα ιερά τους καθήκοντα με ευλάβεια»[1]».
--Ο Ολλανδός Abraham Ortelius είναι περισσότερο γνωστός ως χαρτογράφος. Το 1590 φιλοτέχνησε ολόκληρη την Κοιλάδα με τον Όλυμπο και την Όσσα, βασισμένος στους μύθους της αρχαιότητας και το 1595 έγραψε ότι: «Στα Τέμπη η φύση σκόρπισε σπάταλα όλα της τα δώρα: μεγαλοπρεπείς ορεινούς όγκους, πλαγιές, γκρεμούς, ανάβρες γάργαρες και δροσερές, οι οποίες πιδακίζουν από τις βραχότρυπες, χλωρίδα πολυποίκιλη με αμέτρητες τις αποχρώσεις του πράσινου, δένδρα πανύψηλα και αιωνόβια και στο μέσον ένα ποτάμι μυθικό, που κυλάει τα θολά νερά του ήρεμα, αθόρυβα και ασταμάτητα».
-- Ο Γάλλος ιεράρχης Francois Fenelon (1651-1715), συγγραφέας του έργου «Αι τύχαι του Τηλεμάχου» το 1694, εκθειάζει τα Τέμπη και την Ελλάδα. Χωρίς να την έχει επισκεφθεί, εκφράζει την επιθυμία να πορευθεί προς την Κοιλάδα των Τεμπών, αναλαμβάνοντας μια ιερή αποστολή και έχοντας σαν όραμα την αναγέννηση της Ελλάδας από τα δεινά των Οθωμανών. Οιστρηλατημένος από την αρχαία ελληνική γραμματεία, ο υμνωδός του Τηλεμάχου καταλήγει: «Φεύγω για τα Τέμπη, πλημμυρισμένος από τον ιερό εκείνο ενθουσιασμό, όπου το όσιο και το βέβηλο συμπλέουν με τη χάρη. Αναχωρώ, σχεδόν πετάω! …Μπροστά μου ανοίγεται όλη η Ελλάδα».
--Ο αββάς Βαρθολομαίος (1716-1795) στο έργο του «Περιήγηση του Νέου Ανάχαρση στην Ελλάδα» του 1787, περιγράφει τη φυσική ομορφιά των Τεμπών με επιγραμματικό τρόπο: «Αλλού η τέχνη βιάζεται να μιμηθεί τη φύση, εδώ στα Τέμπη μπορεί κανείς να πει ότι ή φύση αγωνίζεται να μιμηθεί την τέχνη … την άνοιξη ολόκληρη η Κοιλάδα είναι πλημμυρισμένη από αγριολούλουδα και ομάδες αναρίθμητων πουλιών αποδίδουν θελκτικές μελωδίες».
--Οι Δημητριείς, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο Δανιήλ Φιλιππίδης από τις Μηλιές του Πηλίου, στο βιβλίο τους «Νεωτερική Γεωγραφία» που εκδόθηκε το 1791 στη Βιέννη αναφέρουν: "Μεταξύ εις τον Κίσσαβο και εις τον Όλυμπο είναι τα Τέμπη όπου είναι οι εκβολές του Πηνειού, τόπος ωραιότατος το παλαιό και στολισμένος με δένδρα αειθαλή και δάση κατάσκια και νερά ψυχρότατα και υγιεινότατα. Τώρα ονομάζονται Μπαμπάς από ένα τουρκοχώρι όπου είναι αυτού[2]".
--Τον Φεβρουάριο του 1805 ο Αγγλος αρχαιολόγος Edward Dodwell (1767-1832) επισκέφθηκε τα Τέμπη, συνοδευόμενος από τον Ιταλό ζωγράφο Simone Pommardi. Καθώς προχωρούσαν προς την έξοδο της Κοιλάδας, στη θέση "Γραμμένο άλας", διέκριναν ίχνη αρχαίου ρωμαϊκού δρόμου. Σε κάποιο σημείο ήταν χαραγμένη πάνω σε βράχο η ρωμαϊκή επιγραφή "Cassius Longinus Proconsul Tempe munivit" (=Ο ανθύπατος Κάσσιος Λογγίνος οχύρωσε τα Τέμπη"[3].
--Ο Πρώσος βαρόνος Otto von Stackelberg (1786-1837) επισκέφθηκε τα Τέμπη το 1811 και εντυπωσιασμένος από το τοπίο φιλοτέχνησε ορισμένες θαυμάσιες λιθογραφίες από τον Μπαμπά και την είσοδο των Τεμπών. Στις αναμνήσεις του αναφέρει: «Μια θεία δύναμη είχε χωρίσει τα δυο βουνά στην πιο μακρινή αρχαιότητα και ο γειτονικός λαός ερχόταν να προσφέρει θυσίες και να κάψει λιβάνι, τιμώντας τους θεούς και να τους ευχαριστήσει που έδωσαν πέρασμα στα νερά του Πηνειού. Τίποτα δεν είναι πιο γοητευτικό από αυτό το πλήθος των τοποθεσιών που ποικίλλουν, ανώτερες από όλες τις ανθρώπινες δημιουργίες, από όλους τους τεχνητούς κήπους … αν κοιτάξουμε τις όχθες του στην είσοδο του περάσματος θα δούμε εκεί την πιο θελκτική τοποθεσία που έχει ποτέ δημιουργήσει η φύση».
--Ο Ιωάννης Οικονόμος – Λογιώτατος ο Λαρισσαίος, το 1817 στην «Ιστορική Τοπογραφία της Τωρινής Θεσσαλίας» είναι λυρικότατος και μάλιστα σε γλώσσα δημώδη, όπως την ασπάσθηκε από τη γνωριμία του με τον Ιωάννη Βηλαρά στη Λάρισα, όπου ο τελευταίος βρισκόταν ως ιατρός του Βελή πασά, κατά το 1812-14: «Οι όχθοι του Πηνειού μέσα στην Κοιλάδα είναι στολισμένοι από διάφορα δενδρικά, και εις άλλα πολλά μέρη, αλλά πλειότερον εις το στενόν του Μπαμπά, όπου παλαιόθεν καταπρασινίζουν χειμώνα και καλοκαίρι από δάφνες, δια τούτο οι ποιηταί είχον πλάσει τον μύθον ότι η Δάφνη ήτον θυγατέρα αυτού του ποταμού, πως ο Απόλλων λαβαίνωντας εις αυτήν έρωτα, ηθέλησε με το στανιόν να την πιάσει, όθεν και αυτή επαρακάλεσε τον πατέρα της και την εμεταμόρφωσεν εις αυτό το δέντρον, οπού φυλάγει πάντοτε την παρθενίαν του».
--Ο γνωστός Γάλλος πρόξενος στην αυλή του Αλή πασά Francois Pouqueville (1770-1838) επισκέφθηκε περί το 1812 την περιοχή της Θεσσαλίας, έφθασε μέχρι τα Τέμπη, τα οποία είχε ταυτισμένα με την μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων και επηρεασμένος από το γεγονός αυτό έγραψε: «Στο άκουσμα του ονόματος της Κοιλάδας των Τεμπών στο νου μας συρρέει μια πληθώρα ευχάριστων αναμνήσεων από τη μυθολογία. Η δροσιά και τα γραφικά τοπία της ήταν τόσο ξακουστά, ώστε να την προβάλλουν οι ποιητές σαν ένα πρότυπο μαγευτικής κοιλάδας».
--Ο Αγγλος ιατρός Henry Holland (1788-1873) βρέθηκε στη Λάρισα στις 20 Νοεμβρίου 1812. Στις 25 του ίδιου μήνα ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη και στον δρόμο του σταμάτησε στα Τέμπη για να απολαύσει το μοναδικό φυσικό τοπίο της περιοχής. Σε κάποιο σημείο του οδοιπορικού του μας περιγράφει το ανατολικό άκρο της Κοιλάδας όπου βρισκόταν η μεγάλη γέφυρα του Πηνειού. Γράφει: «Αφήνοντας το φαράγγι των Τεμπών και κατεβαίνοντας στην πεδιάδα, περάσαμε στην αριστερή όχθη του ποταμού με ένα πορθμείο με άλογα, ένα υποκατάστατο της γέφυρας η οποία βρίσκεται μισό μίλι πιο κάτω, και που γκρεμίσθηκε πριν από δύο χρόνια από μια χειμωνιάτικη πλημμύρα»[4].
--Στις 3 Απριλίου 1819 ο Γάλλος ζωγράφος και φιλέλληνας Lois Dupre (1789-1837), καθώς βρισκόταν στον Τύρναβο στο παλάτι του Βελή πασά, αποφάσισε να επισκεφθεί τα θρυλικά Τέμπη. Στη λιτή περιγραφή του δεν δείχνει ενθουσιασμένος: «Η φαντασία μου την είχε εκ των προτέρων στολίσει με τα πιο όμορφα πράγματα. Αφού πρώτα περάσαμε έφιπποι μέσα από ένα δάσος με πλατάνια, σύντομα υποχρεωθήκαμε να περπατήσουμε ανάμεσα από τεράστια άγρια βράχια, με επιβλητική αλλά και τρομακτική εμφάνιση, που υψώνονταν στη δεξιά όχθη του Πηνειού. Επρόκειτο πράγματι για την περιοχή την τόσο ξακουστή και τόσο αγαπημένη στους ποιητές! Είχαμε ήδη διατρέξει την κοιλάδα σε όλο της το μήκος και εγώ αναζητούσα ακόμα τη γοητεία της. Σκέφθηκα. Μήπως η φαντασία των αρχαίων πήγαινε πιο μακριά και από τη φύση; Ή μήπως αυτά τα μέρη είχαν χάσει τη γοητεία τους, καθώς είχαν υποστεί την ίδια τυραννία με τους ανθρώπους; Ό,τι και αν συνέβαινε, δεν αναγνώρισα εκεί καθόλου εκείνη την κοιλάδα, της οποίας τις απολαύσεις ήθελε να γευτεί ο Fenelon».
--Ο Αυστριακής καταγωγής Jacob Fallmerayer (1790-1861), γνωστός περισσότερο για τις θεωρίες του σχετικά με τη φυλετική καταγωγή των Νεοελλήνων, στο έργο του "Fragmente aus den Orient" είναι ποιητικότατος όταν περιγράφει τα Τέμπη: «Θαυμάσια είναι η αρμονία των νερών στο στενό, τα οποία πλούσια αναβλύζουν κάτω από τα πόδια του διαβάτη από τον παρακείμενο βράχο ή από τη ρίζα του πλάτανου και χύνονται προς τα κάτω στον Πηνειό καθαρά σαν διαμάντια και πολύ παγωμένα … Κάτασπρα σύννεφα κατρακυλούν από τις βουνοκορφές και ψηλά στο σκοτεινό χάσμα πλαταγίζει τα φτερά του με κρωξίματα ο ολυμπίσιος αετός. Μόνο δύο ή τρεις ώρες περνούν οι ακτίνες του ήλιου τον χειμώνα το κομμάτι αυτό της κοιλάδας».
(Συνεχίζεται)
---------------------------------------------------------
[1]. Ρούσκας Ιωάννης, Ο Πηνειός της τέχνης, Αθήναι (2007) σελ.23-24.
[2]. Δανιήλ Φιλιππίδης-Γρηγόριος Κωνσταντάς. Γεωγραφία Νεωτερική. Περί της Ελλάδος, επιμ. Αικατερίνη Κουμαριανού, Αθήνα (1970) σελ.95.
[3]. Edward DodwellA Classical and Topographical Tour through Greece, during the years 1801, 1805 and 1806. London (1819).
[4]. Από τον Holland λοιπόν έχουμε μια άμεση μαρτυρία για την καταστροφή του μεγάλου πετρογέφυρου του Πηνειού στην περιοχή του Ομολίου το 1810.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου