Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Ο ΑΓΓΛΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (1812) - Α΄

 
Η Λάρισα όπως την κατέγραψε το 1912 ο Henry Holland στο περιηγητικό βιβλίο του. Από αριστερά ο Mevlevihane, η γέφυρα του Πηνειού, ο Τρανός μαχαλάς στον Λόφο και το τζαμί του Χασάν μπέηΗ Λάρισα όπως την κατέγραψε το 1912 ο Henry Holland στο περιηγητικό βιβλίο του. Από αριστερά ο Mevlevihane, η γέφυρα του Πηνειού, ο Τρανός μαχαλάς στον Λόφο και το τζαμί του Χασάν μπέη
Ένας από τους πολλούς Ευρωπαίους επισκέπτες της Λάρισας στις αρχές του 19ου αιώνα είναι ο Άγγλος ιατρός Henry Holland [1788-1873].
Γεννήθηκε στη γηραιά Αλβιόνα και σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Διέπρεψε στην επιστήμη του τόσο, ώστε κάποια στιγμή κατόρθωσε και έγινε προσωπικός ιατρός του βασιλικού ζεύγους της Αγγλίας (του πρίγκιπα Αλβέρτου και της βασίλισσας Βικτωρίας). Όμως παρά την αξιόλογη επαγγελματική του ανέλιξη, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του εύρισκε τον χρόνο και ταξίδευε συνεχώς σε Ευρώπη και Αμερική. Την Ελλάδα επισκέφθηκε μόλις τελείωσε τις σπουδές του, τον Οκτώβριο του 1812, σε ηλικία 24 ετών και παρέμεινε τέσσερις μήνες. Πρώτα πέρασε από τα Ιόνια νησιά και συνέχισε στα Ιωάννινα του Αλή πασά, από τον οποίο εφοδιάσθηκε με μπουγιουρντί για το ταξίδι του στη Θεσσαλία. Η ειδική αυτή άδεια, γραμμένη στα ελληνικά, απευθυνόταν στους κατά τόπους Τούρκους άρχοντες και προεστούς, τους οποίους πρόσταζε να διευκολύνουν, να περιποιηθούν, να προσφέρουν ένοπλη συνοδεία και να ικανοποιήσουν όλες τις επιθυμίες των ξένων, αλλιώς «…αν παραπονεθούν, να ξέρετε πως καμμιά δικαιολογία δεν θα ακούσω». Στη Λάρισα έφθασε στις 20 Νοεμβρίου 1812, με το νέο ημερολόγιο και παρέμεινε τέσσερις μέρες. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, επέστρεψε ξανά στη Λάρισα στις 19 Δεκεμβρίου για δύο ημέρες και εν συνεχεία κατέβηκε στην Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Επιστρέφοντας στην πατρίδα του κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα σημαντικό οδοιπορικό, το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1815, πλουτισμένο με 12 χαλκογραφίες με δικά του σχέδια. Λόγω της μεγάλης απήχησης που είχε το έργο του, κυκλοφόρησε το 1816 στην Ιένα η γερμανική μετάφρασή του, ενώ το 1819 έγινε η δεύτερη αγγλική έκδοση σε δύο πολυτελείς τόμους. Στην έκδοση αυτή, εκτός από τα 12 χαρακτικά της πρώτης, περιλαμβάνονται και 31 πρωτότυπα σχέδια του Holland, εκ των οποίων τα δύο είναι υδατογραφίες.
Σαν περιηγητής ο Holland δεν ανήκει στην κατηγορία των κλασσικών φιλολόγων ή των ερευνητών αρχαιολόγων, οι οποίοι ταξίδευαν στις χώρες της Ανατολής αναζητώντας αρχαίες μνήμες και ερείπια. Είναι περισσότερο ταξιδιώτης με πολύπλευρα ενδιαφέροντα, τόσο για την ιστορία των χωρών που επισκέπτεται, όσο και για το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον που συναντά. Δίνει πλήθος πληροφοριών για τη διαμόρφωση και τη σύσταση του εδάφους, τη βλάστηση, την παραγωγή, τον πληθυσμό, τις ασχολίες των κατοίκων, την οικονομική και πολιτιστική τους κατάσταση και προσπαθεί να σκιαγραφήσει ορισμένες προσωπικότητες που τον εντυπωσίασαν κατά την πρόσκαιρη γνωριμία τους. Έτσι το οδοιπορικό του διαφοροποιείται σημαντικά, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αφηγήσεις άλλων επισκεπτών της Ελλάδος. Είναι γραμμένο με απλότητα και ζωντάνια και καθώς είναι άνθρωπος με ποικίλα ενδιαφέροντα, ευαισθησίες και διεισδυτική παρατηρητικότητα και επιμένει περισσότερο στην καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας, οι εντυπώσεις του αποτελούν ένα σημαντικό και αξιόπιστο ιστορικό τεκμήριο της προεπαναστατικής περιόδου για την πόλη μας.
Για την επίσκεψή του στη Λάρισα ο Holland αφιερώνει ειδικά πολλές σελίδες του οδοιπορικού του, ίσως τις περισσότερες από κάθε άλλο περιηγητή. Θεωρείται ότι είναι ο περιηγητής που έχει περιγράψει τη Λάρισα ακριβώς όπως τη βρήκε κατά την ανήσυχη αυτή προεπαναστατική περίοδο. Εκείνο όμως που κάνει πολύ ζωντανή τη περιγραφή του είναι οι ατέρμονες συζητήσεις για ποικίλα θέματα που είχε με συναδέλφους του ιατρούς και τον μητροπολίτη Λαρίσης κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στην πόλη μας. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να αφιερώσουμε κάποια κείμενα για τον ενδιαφέροντα αυτόν περιηγητή από την Αγγλία. Επίσης ο ίδιος μας άφησε στο βιβλίο του εκτός από τις αναμνήσεις του από τη Λάρισα και ένα θαυμάσιο χαρακτικό της το οποίο στην εποχή του είχε μεγάλη απήχηση. Έτσι οι λεπτομέρειες που αναφέρει είναι πολλές και χρήσιμες.
Καθώς φθάνει στην πόλη (20 Νοεμβρίου 1812), φιλοξενείται στην κατοικία του μητροπολίτη Πολύκαρπου Δαρδαίου. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να συναντήσει τρεις Έλληνες συναδέλφους του ιατρούς, τον ξακουστό ιατροφιλόσοφο Ιωάννη Βηλαρά και τους επτανήσιους Λουκά Βάγια και Θεριανό. Μένει έκθαμβος από την προσωπικότητα, τις απέραντες γνώσεις, την ευαισθησία και την οξυδέρκεια του Βηλαρά, κατατάσσοντάς τον στους πιο αξιόλογους λόγιους της Ελλάδας. Παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής στον μητροπολιτικό, και μοναδικό για τη Λάρισα, ορθόδοξο ναό του Αγίου Αχιλλίου και από τη λειτουργική αυτή σύναξη καταγράφει με την πέννα του ότι συνέλαβε το μάτι και η αντίληψη ενός ετερόδοξου χριστιανού. Εκπλήσσεται δυσάρεστα από το πολύπλοκο τελετουργικό της βυζαντινής θείας λατρείας, το οποίο όμως κατά βάθος τον εντυπωσιάζει. Επισκέπτεται τον διοικητή της Λάρισας Βελή πασά, γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων, τον οποίο και θεωρεί ως τον μόνο Τούρκο που δείχνει ειλικρινές ενδιαφέρον για τις ελληνικές αρχαιότητες, αγνοώντας προφανώς τις λαμπρές επιδόσεις του στην αρχαιοκαπηλία. Και τέλος μετακινείται με την άμαξα του Βελή πασά σε τοποθεσίες γύρω από τη Λάρισα και επιχειρεί διαδρομές σε κοντινές πόλεις, όπως λ.χ. στον Τύρναβο.
Για τη Λάρισα ο Holland δεν εκφράζεται και με τα καλύτερα λόγια. Γράφει: «Η πόλη της Λάρισας βρίσκεται σε ένα μικρό ύψωμα, στη δεξιά όχθη της Σαλαμπριάς[1] και κάνει μεγαλειώδη τη θέα από μακριά η παρουσία των μιναρέδων των 24 τζαμιών που κοσμούν την πόλη… Η Σαλαμπριά είναι το μόνο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της πόλης, που εδώ είναι πλατύ και βαθύ ποτάμι και πλησιάζοντας στην πόλη, μέσα από ένα κομμάτι δασωμένης κοιλάδας, κυλά κάτω από ένα μοναστήρι Δερβίσηδων[[2] δύο μεγάλα τουρκικά τζαμιά και αρκετές ομάδες ψηλών κτιρίων. Έπειτα περνώντας από κάποιον μελαγχολικό φράκτη τούρκικου νεκροταφείου, εξαφανίζεται και πάλι ανάμεσα στα δένδρα. Το εσωτερικό της πόλης είναι άσχημο και άτακτο, οι δρόμοι είναι κακοφτιαγμένοι, στενοί και βρώμικοι, αλλά και στα σπίτια των κατοίκων διακρίνεται αυτή η ερειπωμένη όψη. Τα Παζάρια (αγορές), που αποτελούν ως συνήθως το κεντρικό μέρος μιας πόλης, είναι μάλλον αδιάφορα όσον αφορά τα εμπορεύματά τους, τα οποία είναι προϊόντα μεταποίησης. Περπατώντας στους δρόμους των προαστίων της πόλης, παραξενεύτηκα από τον μεγάλο αριθμό των νέγρων, που ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο είχα παρατηρήσει σε οποιαδήποτε άλλη τουρκική πόλη. Πολλοί από τους εξωτερικούς αυτούς δρόμους, λόγω της θέσης τους είναι εκτεθειμένοι στις πλημμύρες της Σαλαμπριάς και ένα χρόνο περίπου πριν από την επίσκεψή μας στη Λάρισα, λέγεται ότι μερικές εκατοντάδες αγροικίες καταστράφηκαν από την αιτία αυτή, ενώ τα ερείπιά τους φαίνονται ακόμα σε πολλά σημεία. Οι κατοικίες στις συνοικίες αυτές της Λάρισας είναι κατασκευασμένες στο μεγαλύτερο μέρος τους από πέτρα, ξύλο και πηλό, άτεχνα συνδυασμένα… Ενδεχομένως η τοποθεσία της αρχαίας Λάρισας να ήταν κοντά στη σημερινή πόλη και αν είναι έτσι πράγματι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ακρόπολη που αναφέρει ο Τίτος Λίβιος, βρισκόταν στο ύψωμα που κρέμεται πάνω από τη γέφυρα του Πηνειού. Σε διπλανό σημείο βρίσκεται τώρα ένα μεγάλο τζαμί, του οποίου το πρόστεγο στηρίζεται σε κίονες από αρχαία κτίρια. Είναι τοποθετημένοι με γνήσια τουρκικό τρόπο, άλλοι έχουν το κιονόκρανο ανεστραμμένο, έτσι ώστε να στηρίζει τον κορμό του κίονα και άλλοι με τη βάση εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται το κιονόκρανο[3]. Σε ένα άλλο σημείο της πόλης παρατηρήσαμε τα υπολείμματα ενός αγάλματος από πολύ καλό μάρμαρο σαν γωνιακή πέτρα σε κάποιο δρόμο, καθώς και άλλες πέτρες με εμφανή τα ίχνη ελληνικών επιγραφών, όλες τους όμως δυσανάγνωστες από τη φθορά του χρόνου».
(Συνεχίζεται)
-------------------------------------------
[1]. Σαλαμβριάς είναι η μεσαιωνική ονομασία του Πηνειού. Οι Τούρκοι τον ονόμαζαν με τη λέξη Κιοστέμ, η οποία αποτελεί παραφθορά της ελληνικής λέξεως Λυκοστόμιο.
[2]. Ο Holland αναφέρεται στον λεγόμενο Mevlevihane, ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα το οποίο βρισκόταν ακριβώς αριστερά όπως έβγαινε κανείς από τη μεγάλη λίθινη γέφυρα του Πηνειού.,
[3]. Αναφέρεται στο τζαμί του Χασάν μπέη.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΟΙ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ 1935

Πενήντα χρόνια από την προσάρτηση της Θεσσαλίας


29 Σεπτεμβρίου 1935. Εορταστικές εκδηλώσεις στην Κεντρική πλατεία (Β’ Σώματος Στρατού) για τα πενήντα χρόνια από την προσάρτηση της Θεσσαλίας. Επιστολικό δελτάριο του Ιωάννη Κουμουνδούρου. Αρχείο Αντώνη Γαλερίδη29 Σεπτεμβρίου 1935. Εορταστικές εκδηλώσεις στην Κεντρική πλατεία (Β’ Σώματος Στρατού) για τα πενήντα χρόνια από την προσάρτηση της Θεσσαλίας. Επιστολικό δελτάριο του Ιωάννη Κουμουνδούρου. Αρχείο Αντώνη Γαλερίδη
Είναι γνωστό ότι το 1881 η Θεσσαλία (πλην της επαρχίας Ελασσόνος) και ένα μέρος της Ηπείρου (η περιοχή της Άρτας), προσαρτήθηκαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, του οποίου τα σύνορα έφθαναν τότε μέχρι το όρος Όθρυ.
Πενήντα χρόνια αργότερα η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία των Θεσσαλών[1] με έδρα την Αθήνα, πήρε την απόφαση να εορτάσει την επέτειο των 50 χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας με διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις στην Αθήνα, στη Λάρισα, στον Βόλο, στα Τρίκαλα και σε ιστορικά επιλεγμένους χώρους. Όμως οι προετοιμασίες των εορταστικών εκδηλώσεων, ίσως και λόγω των πολιτικών ανωμαλιών της περιόδου εκείνης, διήρκεσαν μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι αντί να λάβουν χώρα το 1931 όπως έπρεπε, τελικά προγραμματίσθηκε να γίνουν το 1935, δηλαδή τέσσερα χρόνια αργότερα.
Στη Λάρισα οι εκδηλώσεις αποφασίσθηκε να γίνουν στις 29 Σεπτεμβρίου του 1935. Την κυβέρνηση εκπροσώπησαν ο αντιπρόεδρός της και υπουργός Στρατιωτικών στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης και ο υπουργός Εργασίας Γεώργιος Καρτάλης, ο οποίος εκλεγόταν στο Βόλο. Επίσης συμμετείχαν εκπρόσωποι της οργανωτικής επιτροπής των εκδηλώσεων, πολλά μέλη της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας από την Αθήνα, καθώς και οι τοπικές αρχές όχι μόνον του νομού[2], αλλά και της λοιπής Θεσσαλίας.
Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν από το πρωί με τους 21 καθιερωμένους κανονιοβολισμούς και την έπαρση της σημαίας στο νομαρχιακό κατάστημα. Στις 11 έγινε στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλίου πανηγυρική δοξολογία στην οποία χοροστάτησε ο μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος Κοτταράς[3]. Μετά το τέλος της δοξολογίας έγινε κατάθεση στεφάνων από τους επισήμους στο ηρώο της πόλεως, που την περίοδο εκείνη ήταν το μνημείο για τους πεσόντες αξιωματικούς και στρατιώτες κατά τον «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Βρίσκεται στο Αλκαζάρ, δεξιά αμέσως μετά τα σκαλοπάτια, και υπάρχει μέχρι και σήμερα ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο.
Στη συνέχεια ακολούθησε παρέλαση στην Κεντρική πλατεία ενώπιον των επισήμων και πλήθος κόσμου. Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι από τις εορταστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κεντρική πλατεία μετά την παρέλαση. Στο βάθος διακρίνονται τα κτίρια της νοτιοδυτικής πλευράς της πλατείας. Το μεσημέρι δόθηκε επίσημο γεύμα από τον νομάρχη στη «Λαρισαϊκή Λέσχη». Η Λέσχη αυτή βρισκόταν στην αρχή της οδού Κούμα, αμέσως μετά τη γωνία που καταλάμβανε το καφενείο «Παράδεισος». Ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο, το οποίο υπέστη σοβαρότατες ζημιές από τον σεισμό και τους βομβαρδισμούς της κατοχής. Κατεδαφίσθηκε και στη θέση του, μαζί με το γωνιακό κτίριο που στέγαζε το καφενείο, κτίσθηκε μεταπολεμικά ο κινηματογράφος «Ορφεύς». Σήμερα υψώθηκε ένα θεόρατο πολυώροφο κτίσμα, στο ισόγειο του οποίου λειτουργεί αρτοποιείο, παράρτημα γνωστής αλυσίδας καταστημάτων.
Το απόγευμα, στο πρόγραμμα του εορτασμού της ημέρας εκείνης έλαβαν χώρα στην Κεντρική πλατεία λαϊκοί χοροί. Ομάδες από τα ωραιότερα κορίτσια της Λάρισας, ντυμένα με εθνικές ενδυμασίες, έσυραν κατά ομίλους και σε κυκλικούς σχηματισμούς, γραφικούς παραδοσιακούς χορούς απ’ όλη την Ελλάδα. Ήταν ένα θέαμα γοητευτικό που το παρακολούθησαν χιλιάδες θεατές όχι μόνον από τη Λάρισα, αλλά και από τις γειτονικές επαρχίες. Η πόλη είχε πλημμυρίσει από κόσμο και η πλατεία ήταν κατάμεστη. Θέσεις για τους επισήμους είχαν κρατηθεί στη δυτική πλευρά της πλατείας. Εκεί είχε στηθεί μια χαμηλή εξέδρα, στην οποία κάθισαν ο Κονδύλης, ο Καρτάλης, οι νομάρχες και οι δήμαρχοι των μεγάλων πόλεων της Θεσσαλίας, οι διοικηταί των μεγάλων στρατιωτικών μονάδων και πολλοί εκπρόσωποι των τοπικών φορέων.
Όμως το αποκορύφωμα των εκδηλώσεων έλαβε χώρα το βράδυ της ίδιας ημέρας, με μια φαντασμαγορική γιορτή στον Πηνειό. Χιλιάδες κόσμου είχαν παραταχθεί στις όχθες του, ενώ όλοι οι επίσημοι, με επικεφαλής τον Κονδύλη, είχαν πάρει θέσεις πάνω σε ειδική εξέδρα στον περίβολο του Αγίου Αχιλλίου. Επειδή τότε δεν είχε δημιουργηθεί η δεύτερη κοίτη του ποταμού, το νερό του Πηνειού απλωνόταν σε μεγάλη επιφάνεια. Λίγο μετά την γέφυρα, ανάμεσα στο Αλκαζάρ και στον λόφο του Φρουρίου, υπήρχε τότε ένα νησάκι, κατάφυτο από ιτιές. Πάνω στο νησί αυτό, καθώς και στην παλιά πέτρινη τοξωτή γέφυρα, ένας Ιταλός κατασκευαστής βεγγαλικών, είχε δημιουργήσει θαυμαστές φωτεινές διακοσμήσεις. Εν τω μεταξύ είχαν επιστρατευθεί όλες οι βάρκες του τάγματος των Γεφυροποιών, οι οποίες είχαν φωταγωγηθεί με ειδικά γιαπωνέζικα φανάρια. Όταν οι φωτισμένες βάρκες άρχισαν να κινούνται από τον Υδατόπυργο προς τη γέφυρα, η στρατιωτική μπάντα που βρισκόταν στις δύο πρώτες βάρκες, άρχισε να εκτελεί εμβατήρια. Στις υπόλοιπες που ακολουθούσαν, εκτός από τους κωπηλάτες, υπήρχαν και νεαρές κοπέλες, ντυμένες με αρχαίες ενδυμασίες, οι οποίες σκορπούσαν άνθη. Ακολουθούσαν άλλες βάρκες με χορωδίες και διάφορους μουσικούς σχηματισμούς. Όταν η πομπή έφθασε στη γέφυρα, ο Ιταλός κατασκευαστής πυροδότησε τα βεγγαλικά και ένας φωτεινός καταρράκτης άρχισε να χύνεται στο ποτάμι. Ταυτόχρονα από το νησάκι άρχισαν να εκτοξεύονται βεγγαλικά που έσκαζαν ψηλά στον ουρανό και σχημάτιζαν διάφορα παράδοξα φωτεινά σχήματα. Από το ύψος του προαυλίου του Αγίου Αχιλλίου οι επίσημοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον το μεγαλειώδες θέαμα και ο στρατηγός Κονδύλης εκδηλώνοντας την ευχαρίστησή του, συγχάρηκε θερμά τον δήμαρχο Στυλιανό Αστεριάδη και τους διοργανωτές της εορτής.
Τις εκδηλώσεις παρακολουθούσαν και είκοσι περίπου δημοσιογράφοι, απεσταλμένοι των αθηναϊκών μέσων ενημέρωσης, οι οποίοι ακολούθησαν τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη στο ταξίδι του αυτό. Με τις ανταποκρίσεις τους εξέφραζαν τον θαυμασμό για την πρωτοτυπία και την επιτυχία της βραδινής εκδήλωσης στο ποτάμι.
Οι γιορτές έκλεισαν με δείπνο που παραχώρησε στη «Λαρισαϊκή Λέσχη» ο δήμαρχος Λαρίσης Στ. Αστεριάδης. Τις επόμενες ημέρες ανάλογες εορταστικές εκδηλώσεις έγιναν και στις υπόλοιπες πόλεις της Θεσσαλίας, με την ίδια επιτυχία.
---------------------------------------------------
[1]. Το Σωματείο αυτό με τη τόσο πλούσια δράση του, ιδρύθηκε το 1928 στην Αθήνα από επίλεκτα τέκνα της Θεσσαλίας τα οποία διέμεναν στην πρωτεύουσα. Σκοπός του ήταν η περισυλλογή, διαφύλαξη, και μελέτη των αρχαιολογικών, ιστορικών, λαογραφικών και γλωσσικών κειμηλίων της Θεσσαλίας. Εκτός από τις συχνές διαλέξεις που έδινε στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», κυκλοφορούσε και μια εξαιρετικά επιμελημένη ετήσια έκδοση με τον τίτλο «Θεσσαλικά Χρονικά», στην οποία περιέχονταν διάφορα ιστορικά και λαογραφικά θέματα που αφορούσαν τη Θεσσαλία.
[2]. Οι νομοί της Θεσσαλίας την περίοδο εκείνη ήταν δύο, Λαρίσης και Τρικάλων. Η περιοχή του Βόλου (επαρχία Μαγνησίας) υπαγόταν στο νομό Λαρίσης. Το ίδιο και η Καρδίτσα, στο νομό Τρικάλων.
[3]. Ήταν πρόσφατη η μετάθεσή του στη Λάρισα από την μητρόπολη Κυθήρων (15 Ιανουαρίου 1935), σε αντικατάσταση του Αρσενίου, ο οποίος είχε αποβιώσει πριν από έναν χρόνο.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - ΣΤ'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας

Το εμπορικό κατάστημα Ντίνας-Ντώνης. Στην είσοδο αριστερά ο Βαγγέλης Βοζαλής και δεξιά ο Μίνως Ντίνας. Φωτο-Φελουζάκης. 1954. Αρχείο Βαγγέλη ΒοζαλήΤο εμπορικό κατάστημα Ντίνας-Ντώνης. Στην είσοδο αριστερά ο Βαγγέλης Βοζαλής και δεξιά ο Μίνως Ντίνας. Φωτο-Φελουζάκης. 1954. Αρχείο Βαγγέλη Βοζαλή
Με το σημερινό κείμενο ολοκληρώνουμε την αναφορά μας στα καταστήματα και τους καταστηματάρχες του πιο κεντρικού και εμπορικού δρόμου της Λάρισας για εκατό και πλέον χρόνια, την Ερμού.
-- Βαδίζουμε στην ανατολική πλευρά του δρόμου, με κατεύθυνση προς την οδό Κύπρου. Είχαμε μείνει στο εμπορικό του Ιωάννη Βλησσαρίδη. Το αμέσως επόμενο κατάστημα στέγαζε παλαιότερα το χρυσοχοείο του Ιωάννη Λαγού. Όταν αυτός αποσύρθηκε, μετέφερε σ' αυτόν τον χώρο το κατάστημά του, που ήταν ωρολογοποιείο και χρυσοχοείο, ο Αλέκος Κωνσταντινίδης[1]. Ο τελευταίος είχε τρία αγόρια, τον Αντώνη (Νάκη), τον Νίκο και τον Μάριο. Οι δύο πρώτοι συνέχισαν την εργασία του πατέρα τους και η επιχείρηση ονομάστηκε Αλ. Κωνσταντινίδης και Υιοί. Κάποια στιγμή Νάκης και Νίκος Κωνσταντινίδης μετέφεραν το κατάστημα στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, κάτω από το ξενοδοχείο "Ολύμπιον" και δίπλα από το μαγαζί των Δημητρόπουλου-Καραπέτσα. Ο τρίτος γιος του Αλέκου Κωνσταντινίδη, ο Μάριος, ξενιτεύτηκε στη Λατινική Αμερική όπου εργάστηκε σκληρά και έγινε εργοστασιάρχης.
--Στο επόμενο κατάστημα στεγαζόταν παλαιότερα το εμπορικό "Κόσμος" του Ρίζου Χαλιαμπάλια και μετά το ενοικίασε ο Αθανάσιος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος εμπορευόταν κυρίως ανδρικά είδη (πουκάμισα, γραβάτες, παντελόνια, κλπ.). Ήταν σπουδαίο μαγαζί και όπως θυμάται ο Βαγγέλης Βοζαλής, ο κόσμος το αποκαλούσε "ο Δραγώνας της Λάρισας", κατά τα πρότυπα του ξακουστού ομώνυμου καταστήματος της Αθήνας. Νυμφεύθηκε την Κωνσταντίνα Παπαλέξη, με την οποία απέκτησαν τρία τέκνα, τον Κώστα ο οποίος έγινε ωκεανολόγος, τη Λιλή η οποία ζει στην Αθήνα και τον Πάνο ο οποίος συνεχίζοντας την επιχείρηση του πατέρα του, μετέφερε το κατάστημα στην οδό Βενιζέλου και εξελίχθηκε σε πολύ επιτυχημένο επιχειρηματία.
--Ακολουθούσε το κατάστημα του Ευθύμιου Γκόλτσου, το οποίο πωλούσε ανδρικά υφάσματα (κασμήρια). Ο άνθρωπος αυτός είχε μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Καταγόταν από την Καρυά Ολύμπου και σε νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου μάλιστα υπηρέτησε και στον αμερικανικό στρατό. Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επέστρεψε στην Ελλάδα και άνοιξε το κατάστημα στην οδό Ερμού. Από τον γάμο του απέκτησε τον γιο του Κώστα, ο οποίος όταν τελείωσε το γυμνάσιο πήγε στην Αμερική για σπουδές. Μετά από έναν χρόνο από την αναχώρηση του Κώστα , ο πατέρας του πούλησε το εμπόρευμα του καταστήματος και το σπίτι του και μαζί με τη σύζυγό του μετακόμισαν κατά το 1947-48 και οι ίδιοι στην Αμερική, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κώστας Γκόλτσος υπήρξε ανάδοχος (νονός) του Βαγγέλη Βοζαλή, ο οποίος το 1945 άρχισε να εργάζεται ως εμποροϋπάλληλος στο κατάστημα του Ευθύμιου Γκόλτσου, όπου παρέμεινε μέχρι και το 1954, όταν πλέον δημιούργησε τη δική του επιχείρηση. Παράλληλα, στο κατάστημα αυτό συστεγάστηκαν σε μια πλευρά του οι αδελφοί Παπαδόπουλοι, οι οποίοι πωλούσαν λαϊκά υφάσματα (αλατζάδες)[2]. Αργότερα τους διαδέχθηκε στην ίδια πλευρά του καταστήματος ο Γιάννης Μάναγας με γυναικεία υφάσματα, ενώ στην άλλη πλευρά του οι Ντίνας-Ντώνης συνέχισαν με τα ανδρικά κασμήρια. Μετά την αναχώρηση του Ευθύμιου Γκόλτσου στην Αμερική, στο μαγαζί αυτό στεγάστηκε ο Βασίλειος Νούτσιας, που είχε ως συνέταιρο τον Μίνω Ντίνα, του οποίου είχε νυμφευθεί την αδελφή. Όταν μετά από κάποιο διάστημα ο Νούτσιας αποχώρησε και μετακόμισε στο παλιό μαγαζί του στους Γόννους, ο Ντίνας συνεταιρίστηκε με τον Ζήση Ντώνη και έτσι δημιουργήθηκε η γνωστή επιχείρηση Ντίνας-Ντώνης. Ο Ζήσης Ντώνης ήταν από τον Αμπελώνα και ξεκίνησε ως εμποροϋπάλληλος στο κατάστημα του Ιωάννη Βλησσαρίδη πριν συνεταιριστεί με τον Ντίνα. Ο Μίνως Ντίνας νυμφεύθηκε την κόρη του συμβολαιογράφου Μουλούλη Σοφία, ενώ ο Ζήσης Ντώνης την Αικατερίνη Μπρότση από τον Αμπελώνα. Τον πρώτο διαδέχθηκε στον συνεταιρισμό ο γιος του Βασίλης, ενώ τον δεύτερο ο δικός του γιος Κώστας, διατηρώντας στο κατάστημα την ίδια επιγραφή. Μετά από την αναγκαστική αποχώρηση του Κώστα Ντώνη, το κατάστημα το δούλεψε μόνος του ο Βασίλης Ντίνας μέχρι το 2019, οπότε και το έκλεισε. Η ιστορία του καταστήματος αυτού είναι αλήθεια ότι μας απασχόλησε κάπως περισσότερο, ίσως λόγω της μεγάλης αποδοχής που είχε όλα αυτά τα χρόνια από το λαρισαϊκό κοινό, αλλά και από την παρουσία του φίλου και πληροφοριοδότη μας Βαγγέλη Βοζαλή, ο οποίος από το κατάστημα αυτά ξεκίνησε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα.
--Δίπλα από το προηγούμενο κατάστημα ήταν παλαιότερα το ωρολογοποιείο του Δ. Νίσκα[3] και στη συνέχεια στο ίδιο σημείο στεγάστηκε το χρυσοχοείο του Γεωργίου Παπανικολάου. Με την οικογένεια του τελευταίου σχετίζεται και ένα σημαντικό γεγονός της εποχής εκείνης. Ο Παπανικολάου είχε αποκτήσει δύο πολύ όμορφες κόρες, την Βίκυ η οποία είχε παντρευτεί τον Γεώργιο Χασιώτη και την Τούλα η οποία είχε παντρευτεί τον αξιωματικό της αεροπορίας Βαλλιανάτο. Είχε όμως την ατυχία να την ερωτευθεί παράφορα ο σμηνίτης Τζήμας που ήταν στην προσωπική υπηρεσία του συζύγου της, ο οποίος λόγω της θέσεώς του μπαινόβγαινε στο σπίτι τους. Επειδή εκείνη δεν ανταποκρινόταν στις ανήθικες προτάσεις του, την δολοφόνησε με μαχαίρι. Η δολοφονία αυτή είχε γίνει στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και συγκλόνισε όχι μόνο τη Λάρισα, αλλά και ολόκληρο το πανελλήνιο[4].
-- Το τελευταίο κατάστημα στην πλευρά αυτή της Ερμού, γωνία με την οδό Κύπρου, παλαιότερα βρισκόταν το παντοπωλείο του Νικολάου Μουλούλη. Κατόπιν στην ίδια θέση στεγάστηκε το εμπορικό του Κίκου Σακκή και εν συνεχεία άνοιξαν κατάστημα νεωτερισμών οι Νεσήμ Καλαμάρας και Πάστακας. Όταν ο τελευταίος αποχώρησε, το μαγαζί το δούλεψε μόνος του ο Καλαμάρας, ο οποίος αργότερα το μετέτρεψε σε κατάστημα με παιδικά ρούχα, με την επωνυμία "Ρόζ Νινί". Κάποια στιγμή μετακόμισε το κατάστημά του στην Κύπρου, κοντά στο χρυσοχοείο του Αμπελακιώτη, εκεί όπου πιο πριν ήταν το εστιατόριο του Μπίσμπα, και το μετονόμασε σε "Αγγελούδι".
Τελειώσαμε την αναφορά μας στην ιστορία του κεντρικού αυτού δρόμου της Λάρισας, την Ερμού, και την καταγραφή όσων καταστημάτων και καταστηματαρχών μπορέσαμε να εντοπίσουμε μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα. Όπως είδατε αποφύγαμε να αναφερθούμε στα σημερινά καταστήματα για ευνόητους λόγους, εκτός εκείνων βέβαια που έχουν μακρά διάρκεια ζωής και εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Είναι σίγουρο ότι παραλείψαμε μερικά, αν λάβουμε υπόψη την υπενθύμιση πολλών αναγνωστών που ήλθαν σε επαφή μαζί μας. Όταν με το καλό τα κείμενα του 2020 κυκλοφορήσουν σε βιβλίο θα συμπεριληφθούν και όλα όσα οι φίλοι μας, μάς υπέδειξαν.
Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Βαγγέλη Βοζαλή. Ήταν αυτός που μετά την αναφορά μας στη Στοά Κουτσίνα, με παρότρυνε να ασχοληθούμε με την οδό Ερμού και με συμβούλευε για την μεταπολεμική ιστορία της. Υποψιάζομαι ότι θέλει να συνεχίσουμε και για άλλους δρόμους. Ας είναι καλά ο άνθρωπος…
----------------------------------
[1]. Ο Γιώργος Ζιαζιάς αναφέρει ότι το προηγούμενο κατάστημα του Αλ. Κωνσταντινίδη βρισκόταν στην οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), δίπλα από το σημερινό υποκατάστημα της AlphaBank, και λόγω πυρκαγιάς μετακόμισε στην Ερμού.
[2]. Αλατζάς είναι τουρκική λέξη και σημαίνει παρδαλός. Οι αλατζάδες προσδιορίζουν γυναικεία υφάσματα κατώτερης ποιότητας τα οποία χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή πρόχειρων καθημερινών ρούχων ή τα φορούσαν οι φτωχότερες κοινωνικές τάξεις.
[3]. Υπάρχει μια μικρή είδηση στην εφημερίδα "Μικρά" η οποία αναφέρει τα εξής: "Ο υπασπιστής της Α.Β.Υ. του πρίγκηπος Ανδρέου απένειμε τον τίτλον των προμηθευτών εις τους : ζαχαροπλάστην Γ. Παλάκαν, τους χρυσοχόους Κ. και Δ. Νίσκαν και τον Θρασ. Μακρήν βιβλιοπώλην". Βλέπε: Ζιαζιάς Γεώργιος, Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β΄, Λάρισα (2000) σελ. 15-16.
[4]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Πλατεία Ταχυδρομείου. Ανατολική πλευρά, εφ. "Ελευθερία" Λάρισα, φύλλο της 6ης Απριλίου 2016 και του ιδίου "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Γ΄", σελ. 67-70.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Μια ομάδα καρναβαλιστών απαθανατίζεται σε φωτογραφείο της Λάρισας το 1937Μια ομάδα καρναβαλιστών απαθανατίζεται σε φωτογραφείο της Λάρισας το 1937
Βρισκόμαστε σήμερα στο τέλος του Τριωδίου, στην Κυριακή της Τυρινής ή τη δεύτερη Αποκριά, όπως την αποκαλεί ο κόσμος και οι καρναβαλιστικές εκδηλώσεις έπρεπε να βρίσκονται στην κορύφωσή τους.
Όμως τα τελευταία χρόνια και όλως ιδιαιτέρως φέτος, με την απαγόρευση των εορταστικών εκδηλώσεων λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης και της σαρωτικής εξάπλωσης του κορονοϊού σε παγκόσμια κλίμακα, η παρουσία μασκαρεμένων στους δρόμους είναι σπάνια και μόνον μικρά παιδάκια, ντυμένα με αποκριάτικες στολές, δίνουν μια χαλαρή αίσθηση γιορτινής ατμόσφαιρας.
Τα παλιά χρόνια τέτοια εποχή μασκαρευόταν και γλεντούσε με την ψυχή του όλος ο κόσμος. Η Λάρισα ήταν τότε μια μικρή πόλη 25-30 χιλιάδων κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους γνωρίζονταν, είχαν ανεπτυγμένες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους και χαιρόταν ο ένας την συντροφιά του άλλου. Αντάμωναν στις χαρές και τις λύπες τους, τις μοιράζονταν και ζούσαν μέσα σε μια ατμόσφαιρα που τη χαρακτήριζε η ανθρωπιά.
Στη Λάρισα την προπολεμική περίοδο τα πρώτα καρναβάλια έβγαιναν στους δρόμους μόλις άνοιγε το Τριώδιο. Άντρες και γυναίκες μεταμφιεσμένοι με ό,τι η φαντασία τους επινοούσε, δημιουργούσαν παρέες και γύριζαν στα σπίτια συγγενών και φίλων. Οι πόρτες ήταν παντού ορθάνοιχτες και με επιφωνήματα χαράς δέχονταν τους αγνώριστους επισκέπτες φίλους τους, οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην τους αναγνωρίσουν. Με κιθάρες, ακορντεόν και άλλα όργανα έμπαιναν με κέφι και τραγούδια στα σπίτια και εκεί άρχιζε το παιχνίδι της αναγνώρισης των μασκαρεμένων. Τα λόγια από τα τραγούδια μερικές φορές ήταν αλλοιωμένα και προσαρμοσμένα στο πνεύμα των ημερών, το οποίο επέτρεπε την ελευθεροστομία και τα υπονοούμενα σε άτομα του σπιτιού που επισκέπτονταν. Στο τέλος γινόταν η αποκάλυψη και όλοι μαζί κάθονταν στο τραπέζι, έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν και αν η ημέρα το επέτρεπε, το γλέντι κρατούσε μέχρι τα ξημερώματα. Αυτές οι διαδρομές των μεταμφιεσμένων στους δρόμους κρατούσε όλη την περίοδο της Αποκριάς, η οποία τότε διαρκούσε από την Τσικνοπέμπτη μέχρι και τη δεύτερη Κυριακή της Αποκριάς, δηλ. πάνω από δεκαπέντε μέρες και οδηγούσαν σε ένα καθολικό ξεφάντωμα, το οποίο επέτρεπε στον κόσμο να ξεχνάει τις στενοχώριες και τα βάσανα της ζωής και να ζει λίγες στιγμές ευθυμίας, ανωνυμίας και …πειρασμών. Μικροί και μεγάλοι περίμεναν τις Αποκριές με λαχτάρα και απολάμβαναν τη φαιδρότητα των στιγμών με ενθουσιασμό.
Τις Κυριακές τα απογεύματα τα καρναβάλια κατευθύνονταν στην Κεντρική πλατεία, καταλάμβαναν ακόμα και τους γύρω δρόμους και άρχιζε μια ατέλειωτη άμιλλα ποια από τις παρέες θα παρουσιάσει την πιο πρωτότυπη ιδέα μεταμφίεσης. Έβλεπε κανένας τις πιο απίθανες φιγούρες. Πιο συχνοί ήταν οι Ξυλοπόδαροι, οι οποίοι ισορροπούσαν πάνω σε ξύλα, τα οποία πρόσθεταν ύψος που έφθανε μέχρι και τα τρία μέτρα. Από τα Ταμπάκικα ερχόταν συνήθως μια παρέα που υποδυόταν την Καμήλα. Τη συνόδευαν χορεύοντας με κλαρίνα και βιολιά, και την ακολουθούσαν πολλοί κάτοικοι της συνοικίας μικροί και μεγάλοι, μεταμφιεσμένοι ή όχι. Άλλη παρέα παρίστανε το Γύφτικο Καραβάνι, με άνδρες ντυμένους τσιγγάνες και υπό τους ήχους μιας λατέρνας, να διαβάζουν τη μοίρα στις παλάμες των περίεργων που τους ακολουθούσαν. Μια χρονιά παρουσιάστηκε ένας κομπογιαννίτης οδοντογιατρός φορώντας φράκο και ψηλό καπέλο, εποχούμενος σε μόνιππο, να προσπαθεί με μια τεράστια τανάλια να …ξεδοντιάσει όποιον υπέφερε από πονόδοντο. Μεγάλη επιτυχία είχε μια άλλη παρέα. Κάποιος ανεβασμένος σε σούστα παρίστανε μια επίτοκη γυναίκα η οποία είχε πόνους τοκετού και δίπλα της η μαμή κραδαίνοντας στον αέρα υποτυπώδεις εμβρυουλκούς, να προσπαθεί να φέρει εις πέρας τη δυστοκία που αντιμετώπιζε. Την εμφάνιση των παραπάνω μασκαράδων ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος στην πλατεία την υποδεχόταν με γέλια και χειροκροτήματα.
Το μεγαλύτερο γλέντι όμως γινόταν το απόγευμα της τελευταίας Κυριακής των Απόκρεω. Εκτός από τις μεταμφιέσεις που αναφέραμε, όλοι περίμεναν το άρματων μαθητών της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής, γιατί κάθε χρόνο κέρδιζε τον θαυμασμό τους για την πρωτοτυπία και την αρτιότητά του. Και τούτο γιατί τα κοστούμια, τη σκηνική παρουσία και τους ρόλους επιμελούνταν ο Γιώργος Παππάς[1], ο μετέπειτα γνωστός ηθοποιός του Βασιλικού Θεάτρου και των περίφημων ασπρόμαυρων ταινιών του κινηματογράφου. Προπολεμικά είχε διατελέσει για ένα μικρό χρονικό διάστημα λογιστής στη Γεωργική Σχολή[2]. Ήταν πάντα επικεφαλής των μεταμφιεσμένων, και με τους μαθητές της Σχολής, με τα άλογα, τα βόδια και τα άλλα ζωντανά της, έκανε πολιτική κυρίως σάτιρα για πρόσωπα και πράγματα της εποχής τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και τοπικό. Όλα αυτά γίνονταν την πενταετία 1925-30, πριν ακόμη σταδιοδρομήσει ως ηθοποιός.
Όταν ερχόταν το σούρουπο και οι θεατές και τα καρναβάλια αποχωρούσαν από το κέντρο της πόλης, το γλέντι συνεχιζόταν στους συνοικίες. Σε κάθε γειτονιά, επέλεγαν έναν ανοικτό χώρο ή κάποιο σταυροδρόμι, όπου οι μικρότεροι έφερναν από τα σπίτια τους ξύλα, τα συγκέντρωναν στο κέντρο και τα έβαζαν φωτιά. Όταν αυτή φούντωνε και οι φλόγες της ψήλωναν, τότε οι μεγαλύτεροι, άνδρες και γυναίκες, έστηναν γύρω από τη φωτιά χορό τραγουδώντας. Ο χορός στήνονταν σε δύο επάλληλες σειρές, από μέσα οι άνδρες και απ' έξω οι γυναίκες. Οι επικεφαλής των χορών αυτοσχεδίαζαν τραγουδώντας σατιρικά άσματα τα οποία αναφέρονταν σε αισθηματικά θέματα με κάποια όμως ελευθεροστομία. Ο χορός κρατούσε μέχρις ότου τελείωναν τα ξύλα, και όταν η φωτιά κατακάθιζε άρχιζε σιγά-σιγά η αποχώρηση, με ανταλλαγές εγκάρδιων ευχών για την επικείμενη Σαρακοστή.
Την άλλη μέρα που ήταν η Καθαρά Δευτέρα, οι περισσότεροι αναζητούσαν τον φούρνο που έψηνε τις καλύτερες λαγάνες. Τις αγόραζαν ζεστές-ζεστές και μετά επισκέπτονταν τον μπακάλη της γειτονιάς από τον οποίο προμηθεύονταν ελιές, ταραμά, νηστίσιμο χαλβά, φρέσκα κρεμμυδάκια και μ' αυτά άρχιζαν τη Σαρακοστή, που οι περισσότεροι την κρατούσαν μέχρι το Πάσχα. Αν ο καιρός ήταν καλός ξεκινούσαν κατά ομάδες με τις άμαξες ή με τα πόδια και πήγαιναν στις "Τούμπες" όπου γιόρταζαν τα κούλουμα. Η περιοχή αυτή βρισκόταν έξω από την πόλη, στον δρόμο προς τον Βόλο και πέρα από τις σιδηροδρομικές γραμμές, κοντά στον Σταθμό του Θεσσαλικού τρένου. Σήμερα οι Τούμπες δεν υπάρχουν καθώς η πόλη ξαπλώθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις και επάνω τους κτίστηκαν τα σπίτια των νέων συνοικιών της Λάρισας. Χάθηκαν, όπως επίσης χάθηκαν και τα ωραία έθιμα που διατηρούσαν επί χρόνια οι πρόγονοί μας.

---------------------------------------
[1]. Ο Γεώργιος Παππάς (1903-1958) σπούδαζε Γεωπονία στο Μονπελιέ της Γαλλίας, αλλά φαίνεται ότι δεν αποφοίτησε από τη Σχολή και επέστρεψε στην Ελλάδα. Στη θεατρική σκηνή πρωτοεμφανίστηκε το 1931 σε ηλικία 28 ετών.
[2]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός). Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 11ης Φεβρουαρίου 1980.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - E'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας


Οι αδελφοί Βασίλης (με την ποδιά) και Φώτης, παιδιά του Κωνσταντίνου Γώγου, στο κατάστημά τους επί της οδού Ερμού 13. Φωτογραφία του 1928. Από το οικογενειακό αρχείο του Ντίνου Γώγου.Οι αδελφοί Βασίλης (με την ποδιά) και Φώτης, παιδιά του Κωνσταντίνου Γώγου, στο κατάστημά τους επί της οδού Ερμού 13. Φωτογραφία του 1928. Από το οικογενειακό αρχείο του Ντίνου Γώγου.
Συνεχίζουμε και σήμερα την καταγραφή των καταστηματαρχών οι οποίοι πέρασαν από την οδό Ερμού από τις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και πριν ακόμα η εμπορική αυτή οδός πάρει τη σημερινή μορφή της.
Όπως γράψαμε και σε προηγούμενο σημείωμά μας η καταγραφή αυτή βασίζεται σε αρχειακό υλικό δημοσιευμένο σε παλιές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία και σε μαρτυρίες ανθρώπων οι οποίοι πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους εργαζόμενοι σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της Λάρισας. Είμαστε σίγουροι πως σε ό,τι δημοσιεύθηκε ή πρόκειται να δημοσιευθεί έχουν παρεισφρήσει λάθη, υπήρξαν παραλήψεις και παρανοήσεις και αρκετοί πιθανόν να έχουν εκφράσει αντιρρήσεις για ορισμένες πληροφορίες που έχουν καταγραφεί. Το γνωρίζαμε, καθώς αλάθητο κείμενο δεν μπορεί να υπάρξει. Για τον λόγο αυτό ζητήσαμε τη συνδρομή και άλλων ατόμων, παραθέτοντας τα προσωπικά τηλέφωνα (2410-287.450 και 6951-004.232), ελπίζοντας ότι όταν αυτά τα κείμενα θα περιληφθούν σε βιβλίο η μορφή τους θα είναι αρτιότερη. Εξ άλλου είναι γνωστό ότι λάθη και παραλείψεις δεν κάνουν μόνον όσοι δεν γράφουν.
--Στρίβοντας από την ανώνυμη πάροδο της οδού Ερμού κατευθυνόμενοι αριστερά προς την οδό Κύπρου και ακολουθώντας την ανατολική πλευρά του δρόμου, το γωνιακό κατάστημα έχει μια μεγάλη ιστορία. Στη θέση αυτή στις αρχές του 20ού αιώνα Τούρκος έμπορος λειτουργούσε κατάστημα με κασμήρια που μόλις είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην αγορά της πόλης μας. Το όνομά του δεν έφθασε μέχρι τις μέρες μας, στον εμπορικό όμως κόσμο της εποχής εκείνης ήταν γνωστός σαν "Μπέης". Όταν ο τελευταίος αποχώρησε, τον χώρο αυτό χρησιμοποίησε ο Ισραηλίτης χοροδιδάσκαλος Μωυσής Εσκενατζής, γνωστός στη Λάρισα ως "Μουσίκος". Υπήρξε ο πρώτος που δίδαξε σύγχρονους ευρωπαϊκούς χορούς στην πόλη μας[2] αποκλειστικά σε άνδρες, σε μια εποχή όπου οι μόνοι γνωστοί χοροί στις διασκεδάσεις ήταν οι δημοτικοί. Όταν ο Μουσίκος μετέφερε προσωρινά το χοροδιδασκαλείο στην ιδιωτική του κατοικία, στο κατάστημα εγκατέστησε το εμπορικό του ο Θωμάς Τσιρόπουλος, ο οποίος έμεινε μέχρι την ημέρα που κατεδαφίστηκε για να γίνουν στο σημείο αυτό τα νέα καταστήματα.
--Συνεχόμενα βρισκόταν το κατάστημα γουναρικών του Φώτη Γώγου. Μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Βασίλη[3] είχαν ανοίξει συνεταιρικά το 1928 στην απέναντι πλευρά της οδού Ερμού κατάστημα, αλλά το 1940 χώρισαν και ο Φώτης άνοιξε δικό του. Ο τελευταίος είχε υπάλληλο στο κατάστημά του τη Λουΐζα, τη μετέπειτα σύζυγο του δημάρχου Αριστείδη Λαμπρούλη, ενώ ο ίδιος (Φώτης Γώγος) νυμφεύθηκε την αδελφή του δημάρχου Λαμπρούλη Ελένη. Το μαγαζί του σταμάτησε να λειτουργεί το 1967.
--Ακολουθούσε το εμπορικό του Θεοφάνη Χατζηγρίβα. Από τα παιδιά του Θεοφάνη ο Ιωάννης σπούδασε δικηγόρος, ο Ανδρέας ασχολήθηκε με τα λογιστικά και οι Αλέκος, Νικόλαος και Κώστας έστησαν βιοτεχνία την οποία μετέφεραν στην οδό Βενιζέλου, η οποία παρήγαγε έτοιμα γυναικεία ενδύματα, ανδρικά εσώρουχα, σχολικές ποδιές, κ.ά. Είχαν όμως την ατυχία το εργοστάσιό τους να καεί.
--Στο διπλανό κατάστημα προπολεμικά είχε το ραφείο του ο Γούσιας. Ήταν ένα από τα παλαιότερα της Λάρισας και όταν αυτός μετακόμισε στην Κύπρου, άνοιξε υαλοπωλείο ο Ευριπίδης Καρυώτης. Μετά τον θάνατο του τελευταίου συνέχισαν τη λειτουργία του καταστήματος δύο από τα παιδιά του ο Ιωάννης και η Σοφία. Είχε και άλλα δύο μεγαλύτερα κορίτσια τη Λιλή και τη Μαριάνθη η οποία εργαζόταν στην πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου. Και τα τέσσερα αδέλφια δεν βρήκαν συντρόφους, έμειναν άγαμοι και δεν υπήρξε διαδοχή στην επιχείρηση.
--Στη συνέχεια ακολουθούσε το εμπορικό κατάστημα του Ι. Κουτλιμπανά, τον οποίον διαδέχθηκε ο Ιωάννης Χρονιάδης και για ένα διάστημα είχε συνεταίρο τον Α. Νασίκα. Το εμπόρευμά τους ήταν ανδρικά υφάσματα (κασμήρια) κατάλληλα για κουστούμια, καθώς και για παλτά. Όταν τη δεκαετία του 1960 πέθανε ο Ιωάννης Χρονιάδης, τη λειτουργία του καταστήματος συνέχισε η σύζυγός του Αικατερίνη.
--Πιο κάτω είχε το εργαστήριο επισκευής υποδημάτων ο Ιωάννης Κονταξής. Στο κατάστημά του πωλούσε ανδρικά και γυναικεία παπούτσια, έτοιμα και με παραγγελία. Νυμφεύθηκε την κόρη του παπα-Στάμου, ενός γνωστού στους παλαιότερους Λαρισαίους … άτακτου ιερέα, ο οποίος υπηρετούσε στην εκκλησία των Ταξιαρχών στο παλαιό Κοιμητήριο. Μαζί του στο κατάστημα ο Γιάννης Κονταξής είχε και τον αδελφό του Μενέλαο, αλλά κάποια στιγμή ο τελευταίος δημιούργησε δικό του κατάστημα στην οδό Βενιζέλου με γυναικεία και παιδικά παπούτσια και αργότερα άνοιξε άλλο κατάστημα στην οδό Παναγούλη, δίπλα από το ζαχαροπλαστείο των αδελφών Κωνσταντινίδη, με ηλεκτρικά είδη. Υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος στην Εφορία Προσκόπων της Λάρισας, μέλος του Μορφωτικού Εκδρομικού Συλλόγου "Αριστεύς" και διετέλεσε γενικός αρχηγός στην ομάδα μπάσκετ του "Αριστέως".
--Ακολουθούσε το εμπορικό κατάστημα του Ιωάννη Βλησσαρίδη, το οποίο διακινούσε γυναικεία υφάσματα και συναφή είδη. Ο πατέρας του Δημήτριος ήταν από τα Αμπελάκια και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα όπου εργάσθηκε ως επιπλοποιός. Νυμφεύθηκε τη Γλυκερία Σδράλη από τη Βλάστη. Για να εγκαταστήσει την οικογένειά του ο Δημήτριος Βλησσαρίδης αγόρασε μια ωραία διώροφη κατοικία η οποία βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Ηπείρου και Παπαναστασίου. Απέκτησαν έξι τέκνα, από τα οποία ο Βασίλειος ήταν ο τελευταίος της οικογένειας. Γεννήθηκε γύρω στα 1897 και ήταν από τους πιο επιτυχημένους εμπόρους της Λάρισας. Όπως αναφέρθηκε, διέθετε στην οδό Ερμού κατάστημα με είδη προικός και υφάσματα, το οποίο είχε την επωνυμία «Ο Θησαυρός». Το 1947 νυμφεύθηκε τη Βασιλική Καράμπελου από τον Τύρναβο, της οποίας η οικογένεια διατηρούσε εργοστάσιο υφαντουργίας το οποίο παρήγαγε αλατζάδες. Το εργαστήριό τους πυρπολήθηκε κατά τον εμφύλιο. Απέκτησαν μια κόρη την Ελένη, η οποία είναι παντρεύτηκε τον δικηγόρο Δανιήλ Γάλλο. Τον Δεκέμβριο του 1941, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Βασίλειος Βλησσαρίδης αγόρασε την κατοικία-πύργο της γυναίκας του αξιωματικού του Ιππικού Ανδρέα Βερύκιου, η οποία βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Μουρούζη και ήταν ονομαστή στη Λάρισα για την ιδιότυπη αρχιτεκτονική της μορφή. Ο πύργος αυτός διατηρήθηκε μέχρι το 1965, οπότε και κατεδαφίσθηκε για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή[4]. Ο Βασίλειος Βλησσαρίδης ήταν ένας πνευματώδης άνθρωπος με ανεπτυγμένο το αίσθημα του χιούμορ. Επιχειρούσε πολλές φάρσες σε διάφορους φίλους και καταστηματάρχες της εμπορικής αγοράς της Λάρισας, γι' αυτό όπως μας ανέφερε ο οδηγός μας σ' αυτό το οδοιπορικό Βαγγέλης Βοζαλής, του είχαν αποδώσει την προσωνυμία "ο χωραταζής της οδού Ερμού". Πέθανε το 1980 σε ηλικία 83 ετών.
----------------------------------------------------
[1]. Οι μέχρι τώρα διορθώσεις και υποδείξεις που μας έγιναν από αρκετούς αναγνώστες, έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη και ευελπιστούμε, όταν φθάσει η στιγμή να δημοσιευθούν όλα τα κείμενα σε βιβλίο τα λάθη και οι παραλείψεις να έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο.
[2]. Λίγο αργότερα λειτούργησε και η "Σχολή Χορού Σαρρέα", η οποία όμως για άγνωστους λόγους διέκοψε σύντομα τη λειτουργία της.
[3]. Ο Βασίλης Γώγος είχε τρία τέκνα. Ο Κωνσταντίνος (Ντίνος) με τη σύζυγό του Μαρία Τσιμπίδα απέκτησαν τον Βασίλη, ο οποίος συνεχίζει την επιχείρηση μέχρι σήμερα στην Ερμού 13. Η Λίνα παντρεύτηκε τον Βασίλη Σκουλίδη, ο οποίος ασχολήθηκε ενεργά με τον προσκοπισμό. Η Ρίτα παντρεύτηκε τον τραπεζιτικό υπάλληλο Ιωάννη Μπουμπουγιατζή. Ο Βασίλης Γώγος πέθανε το 1964. Ευχαριστώ τον Ντίνο Γώγο για την προσφορά της προπολεμικής φωτογραφίας του καταστήματός τους και τον Γρηγόρη Γώγο για τις ιστορικές πληροφορίες.
[4]. Βλέπε: Παπαθεοδωρου Νικόλαος, Η οικία-πύργος του Βερύκιου Βελησσαρίδη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλα της 10ης και 18ης Μαΐου 2017.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - Δ'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας


Το εσωτερικό του εμποροραφείου των αδελφών Μαρκίδη, το οποίο βρισκόταν στην πάροδο της οδού Ερμού. Καθισμένος ο Πέτρος Μαρκίδης. Περίπου 1935. Από το οικογενειακό αρχείο της Αριστέας Μαρκίδη-Παππά. Το εσωτερικό του εμποροραφείου των αδελφών Μαρκίδη, το οποίο βρισκόταν στην πάροδο της οδού Ερμού. Καθισμένος ο Πέτρος Μαρκίδης. Περίπου 1935. Από το οικογενειακό αρχείο της Αριστέας Μαρκίδη-Παππά.
Την προηγούμενη Τετάρτη τελειώσαμε την περιγραφή της δυτικής πλευράς της οδού Ερμού μέχρι το τελευταίο κατάστημα που βρίσκεται στη γωνία με την οδό Βενιζέλου. Σήμερα, με τη βοήθεια και πάλι του Βαγγέλη Βοζαλή και άλλων γνωστών μου, θα πεταχτούμε
στην απέναντι (ανατολική) πλευρά του δρόμου, αρχίζοντας από το κατάστημα που βρίσκεται στη γωνία με την οδό Βενιζέλου. --Από την τουρκοκρατία ακόμη υπήρχε στη γωνία αυτή εμπορική επιχείρηση κάποιου Τούρκου, ο οποίος πωλούσε υφάσματα. Όταν αυτός έφυγε, την επιχείρηση τη συνέχισαν οι αδελφοί Κέλλα. Αργότερα εγκαταστάθηκε το φαρμακείο του Οδυσσέα Κρίκη[1], το οποίο σύντομα μεταφέρθηκε λίγα μέτρα πιο πέρα, στην οδό Βενιζέλου, απέναντι από το σημείο όπου καταλήγει σ' αυτή η οδός Δήμητρας. Ακολούθως αγόρασε το ακίνητο ο Αναστάσιος (Τάσος) Κουτσοκώστας, ο οποίος πωλούσε έτοιμα ανδρικά ενδύματα και υφάσματα. Ήταν δραστήριος άνθρωπος και πολύ καλός επαγγελματίας. Εγινε γνωστός για τους συνδικαλιστικούς αγώνες του και μάλιστα διετέλεσε και πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου. Ο Κουτσοκώστας απέκτησε τρία τέκνα, τον Ηλία ο οποίος ανέλαβε το μαγαζί του πατέρα του, την Έλλη η οποία παντρεύτηκε τον δικηγόρο Αριστείδη Ασημακόπουλο και τον Γρηγόρη. Ο τελευταίος με τη γυναίκα του Μαίρη απέκτησαν δύο κόρες, τη Βασιλική (Μιρέλλα) η οποία παντρεύτηκε τον γνωστό συνθέτη Γιώργο Κατσαρό και την Αγγελική. Μετά τον Κουτσοκώστα στο μαγαζί εγκαταστάθηκε ο Φώτης Σιμιτσής ο οποίος ανέπτυξε μια επικερδή επιχείρηση με ψιλικά είδη. --Κάτω από το κατάστημα του Σιμιτσή υπήρχε ημιυπόγειος χώρος ο οποίος ήταν προσπελάσιμος από το πεζοδρόμιο της οδού Ερμού με λίγα σκαλάκια. Στον χώρο αυτό οι αδελφοί Χρήστος και Λεωνίδας Σαλταγιάννης άνοιξαν το "Καφενείο των Εμπόρων" και εξυπηρετούσαν με καφέδες όλα τα καταστήματα της Ερμού και όχι μόνον. Διέθετε και έναν μικρό χώρο με τραπέζια, όπου τις ελεύθερες ώρες οι περίοικοι έπιναν τον καφέ τους, συζητούσαν και μερικές φορές χαρτόπαιζαν. Ήταν άνθρωποι πολύ εξυπηρετικοί και αγαπητοί στους μαγαζάτορες της οδού Ερμού. --Το αμέσως επόμενο κατάστημα προπολεμικά το είχε νοικιασμένο ο Ισραηλίτης Φιλοσώφ και το χρησιμοποιούσε ως παπλωματάδικο. Όταν ο τελευταίος μεταστεγάστηκε μέσα στη διπλανή πάροδο, το κατάστημα ενοικιάστηκε το 1943 από τους αδελφούς Π. Χρήστου. Ήταν το πρώτο κατάστημα που άνοιξε στη Λάρισα και το οποίο διέθετε καλλυντικά, μπιζού, είδη δώρων κλπ. Τα αδέλφια Χρήστου ήταν τρία, ο Χρήστος, ο Νικόλαος και ο Σωτήρης. Ο Χρήστος ήταν παντρεμένος με την Βασιλική Περηφάνη από τη Νίκαια και απέκτησαν δύο τέκνα, τον Παντελή και την Σοφία. Ο Νικόλαος παρέμεινε άγαμος, ενώ ο Σωτήρης παντρεύτηκε την Θεοδοσία (Σούλα) Κουτσιαφτούλη από τη Χάλκη. Μαζί της απέκτησε δύο κόρες, την Ασπασία και την Ιωάννα, οι οποίες ανέλαβαν με επιτυχία την μακροχρόνια επιχείρηση μετά τον θάνατο του πατέρα τους το 1989. Το 2012 εγκατέλειψαν το κατάστημά τους στην Ερμού και εγκαταστάθηκαν στην οδό Βενιζέλου 33, όπου και συνεχίζουν μέχρι σήμερα[2]. --Δίπλα από το κατάστημα των αδελφών Π. Χρήστου ήταν παλαιότερα το εμπορικό του Κώστα Πανέτσου με όνομα "Πλούτος" και συνεταιρίστηκε με την "Εμπορική Ένωση" της Θεσσαλονίκης που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα καταστήματα υφασμάτων της Β. Ελλάδος. Από το ίδιο μαγαζί πέρασε μετά ο Θωμάς Ψυχούλης που εμπορεύονταν νήματα, κλωστές, κεντήματα, κλπ. Μια πόρτα του καταστήματος αυτού είχε χρησιμοποιήσει για μικρό διάστημα ο Νικόλαος Καρκαγιάννης από τα Αμπελάκια. Όταν οι Ψυχούλης και Καρκαγιάννης αποσύρθηκαν, πήρε όλο το κατάστημα ο Χρήστος Ζούκης (αδελφός του ζωγράφου Ζήση Ζούκη) και το ονόμασε "Ευρωπαία". --Στο επόμενο κατάστημα τα παλιά χρόνια στεγάστηκε το κατάστημα υφασμάτων Κων. Δομενικιώτου και του Ιωάννη Γαζέπη και μετά λειτούργησε το εμπορικό του Βασίλη Καραΐσκου. --Στη συνέχεια ακολουθεί ένα στενό δρομάκι που συνδέει την οδό Ερμού με την Ανδρούτσου, η πάροδος Ερμού. Επειδή στο στενό αυτό λειτούργησαν παλαιότερα σημαντικά καταστήματα τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν, θα τα περιγράψουμε μαζί με τα υπόλοιπα της Ερμού. Πρώτο ήταν προπολεμικά το παπλωματάδικο του Φιλοσώφ, που τον διαδέχθηκε ο Σολομών Μαγρίζος με την ίδια επαγγελματική ιδιότητα. Ο Σολομών Μαγρίζος ήταν άνθρωπος που ζούσε με πολλές στερήσεις και έγινε γνωστός κυρίως από τη δολοφονία του γύρω στα 1990, η οποία συντάραξε τη Λάρισα και έμεινε ανεξιχνίαστη. --Στο επόμενο κατάστημα στην ίδια πάροδο είχε ανοίξει πολύ παλιά το εμποροραφείο του ο Θεόδωρος Μαρκίδης ( 1840-1936)[3]. Λόγω της εξαιρετικής τεχνικής που διέθετε πάνω στη δουλειά του, αλλά και του καλού χαρακτήρα, σύντομα απέκτησε μεγάλη πελατεία όχι μόνον Ελλήνων αλλά και Τούρκων. Ήταν φραγκοράφτης, όπως ονόμαζαν την εποχή εκείνη όσους εμπορεύονταν ανδρικά υφάσματα και έραβαν ευρωπαϊκά κουστούμια. Το κατάστημά του ήταν ένας τόπος συγκεντρώσεως πολλών και εκλεκτών μελών της λαρισαϊκής κοινωνίας. Με την τρίτη γυναίκα του την Αριστέα Παπαϊωάννου από τη Μακρινίτσα απέκτησε δύο αγόρια, τον Πέτρο και τον Γιάννη, οι οποίοι μαθήτευσαν κοντά του στην τέχνη της ραπτικής και τον διαδέχθηκαν στο κατάστημα όταν το 1925 εκείνος αποσύρθηκε. Ο Πέτρος Μαρκίδης (1900-1958) παράλληλα με την επαγγελματική του δραστηριότητα, συμμετείχε ενεργά στη μουσική κίνηση της πόλης και για πολλά χρόνια υπήρξε πρόεδρος του Μουσικού Συλλόγου Λαρίσης και μέλος του Φυσιολατρικού Ομίλου. Νυμφεύθηκε το 1944 τη Μαρίκα Χαντή με την οποία απέκτησε δύο κορίτσια, την Αριστέα (Ρίτα)[4] δασκάλα και την Ελένη (Νίτσα) νηπιαγωγό. Ο Γιάννης Μαρκίδης (1902-1986), μετά τον θάνατο του αδελφού του το 1958, ανέλαβε μόνος πλέον το μαγαζί μέχρι το 1968, οπότε και το έκλεισε. Υπήρξε δραστήριο μέλος του Ορειβατικού Συλλόγου Λαρίσης και παρέμεινε άγαμος. --Ακολουθούσε μέσα στο δρομάκι το κατάστημα του Χαράλαμπου Εμπορίδη με τον Ανδρέα Χατζηβασιλείου. Σύμφωνα με πληροφορίες που μου παρεχώρησε ο Ιωάννης Γώγουλας και η σύζυγός του Ελένη Κακάτσιου, ήταν και οι δύο δερματέμποροι. Είχαν έλθει στη Λάρισα το 1924 πρόσφυγες από τη Μ. Ασία και άνοιξαν στη θέση αυτή το κατάστημά τους, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1970. Σήμερα μέσα στο δρομάκι αυτό που παραμένει χωροταξικά αναλλοίωτο, δεν λειτουργεί πλέον κανένα κατάστημα. (Συνεχίζεται)
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

 Ηρακλής. Η γέννηση του πιο δυνατού και πιο γενναίου ανάμεσα στους θνητούς.(ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, 

Ο Δίας είχε δει την Αλκμήνη, του άρεσε και αποφάσισε να την κάνει δική του. Αυτή τη φορά δεν ήταν από τυχαία επιθυμία, όπως με τόσες άλλες θνητές γυναίκες, αλλά γιατί ήθελε να κάνει μαζί της τον πιο δυνατό και τον πιο γενναίο ανάμεσα στους θνητούς, αυτόν που θα γινόταν λυτρωτής των ανθρώπων από τα δεινά. Αυτό ήθελε να γίνει πριν γυρίσει ο Αμφιτρύωνας, γι’αυτό βρήκε τώρα που έλειπε στην εκστρατεία κατά των Ταφίων. Επειδή όμως καταλάβαινε ότι η Αλκμήνη θα ήθελε να μείνει πιστή στον Αμφιτρύωνα, μεταχειρίστηκε απάτη για να τον δεχτεί στο δωμάτιό της. Πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα, όπως θα ήταν καθώς θα γύριζε από την εκστρατεία, και το βράδυ εμφανίστηκε στην πόρτα της, ενώ γύρω του έβρεχε χρυσή βροχή. Στο χέρι του κρατούσε ένα χρυσό κύπελλο, το καρχήσιο, και ένα περιδέραιο, σαν και εκείνο που είχε δώσει κάποτε στην Ευρώπη, δώρα που τα πρόσφερε γιο την ερωτική νύχτα. Η Αλκμήνη ξεγελάστηκε και νόμισε πως ήταν ο Αμφιτρύωνας, γι’ αυτό και του ζήτησε να της διηγηθεί και για την εκστρατεία στους Τηλεβόες. Ο Δίας της διηγήθηκε όλο όσα έγιναν και την διαβεβαίωσε πως πια είχε πάρει εκδίκηση για το θάνατο των αδελφών της. Συγχρόνως της έδωσε το χρυσό κύπελλο και της είπε ότι του το έδωσαν δώρο τιμητικό οι στρατιώτες από το λάφυρο που πήραν. Της είπε ακόμα ότι το κύπελλο αυτό το είχε κάνει δώρο ο Ποσειδώνας στον Τηλεβόα και από αυτόν το κληρονόμησε ο Πτερέλαος. Μετά από όλες αυτές τις εξηγήσεις ο Δίας ενώθηκε μαζί της. Προηγουμένως όμως παρακάλεσε τον ήλιο να μη βγει για τρεις μέρες. Έτσι η νύχτα αυτή κράτησε όσο τρεις νύχτες. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής, που γεννήθηκε από τη νύχτα αυτή, λεγόταν και “τριέσπερος”, γατί χρειάστηκαν τρεις νύχτες για τη σύλληψή του, ή και “τρισέληνος”, γιατί βγήκε τρεις φορές απανωτά το φεγγάρι χωρίς να γίνει μέρα. Μετά ο Δίας εξαφανίστηκε.
Την ίδια νύχτα όμως γύρισε και ο Αμφιτρύωνας από τον πόλεμο και περίμενε να τον υποδεχτεί η Αλκμήνη με ανυπομονησία και πόθο. Διαπίστωσε όμως, όταν κοιμήθηκε μαζί της, ότι δεν ήταν τρυφερή μαζί του, δυσαρεστήθηκε πολύ και ζήτησε να μάθει το λόγο. Η Αλκμήνη παραξενεύτηκε, και με τη σειρά της τον ρώτησε γιατί παραπονιόταν αφού πριν λίγο είχε πλαγιάσει μαζί της και μάλιστα της έφερε και δώρο το χρυσό κύπελλο. Ο Αμφιτρύωνας όμως το αρνιόταν και ορκιζόταν πως δεν είχε ξανάρθει το ίδιο βράδυ στο δωμάτιό της και δεν της είχε δώσει κανένα χρυσό κύπελλο. Απόδειξη για όλα αυτά, έλεγε, ήταν ότι το χρυσό κύπελλο που της έφερνε δώρο από τα λάφυρα βρισκόταν ακόμα μέσα στο κιβώτιό του. Όταν όμως άνοιξε το κιβώτιο για να της δείξει το κύπελλο, δεν βρήκε τίποτα μέσα και έτσι φάνηκε πως είχε δίκιο η Αλκμήνη. Ο Αμφιτρύωνας δεν ήξερε πια τι να βάλει με το νου του. Στην αμηχανία του κατέφυγε στο μάντη Τειρεσία, ο οποίος του φανέρωσε ότι ο Δίας είχε έρθει με τη δική του μορφή και είχε κοιμηθεί με την Αλκμήνη. Έτσι τη μακριά αυτή νύχτα η Αλκμήνη ενώθηκε με τον Δια, που έσπειρε τον Ηρακλή, και με τον Αμφιτρύωνα, από τον οποίο συνέλαβε τον Ιφικλή, που ήταν μια νύχτα νεότερος από τον Ηρακλή.

Οι μήνες περνούσαν και έφτασε ο καιρός να γεννηθεί ο Ηρακλής. Η Ήρα είχε μάθει όμως την απιστία του Δια και έβαλε στο μυαλό της να εκδικηθεί τον άπιστο σύζυγο, εξαπατώντας τον όπως τo συνήθιζε. Τη μέρα λοιπόν που θα γεννούσε η Αλκμήνη, ο Δίας φώναξε τους άλλους θεούς γύρω του στον Όλυμπο και καυχήθηκε πως το παιδί που θα έφερνε τη μέρα εκείνη στο φως η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, θα εξουσίαζε όλους τους άλλους, γιατί θα ήταν από τους άντρες που ο η γενιά τους κρατάει από τον ίδιο. Η Ήρα όμως, που είχε βάλει κιόλας στο μυαλό της ένα σχέδιο για να τον εξαπατήσει, καμώθηκε πως δεν τον πίστευε και τον προκάλεσε να ορκιστεί ότι πραγματικά αυτός που τη μέρα εκείνη θα έπεφτε ανάμεσα στα πόδια της μάνας του, θα κυριαρχούσε σε όλους τους γείτονες. Ο Δίας δεν έβαλε τίποτα στο νου του, γατί δεν φαντάστηκε τους δολερούς σκοπούς της Ήρας, και έκανε τον πιο δυνατό όρκο. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως έφυγε η Ήρα από τον Όλυμπο και πήγε στο Άργος, όπου η Νικίππη, η γυναίκα του Σθένελου, βρισκόταν στον έβδομο μήνα της. Σκοπός της εκδίκησης της Ήρας ήταν να μην εξουσιάσει ο Ηρακλής- αυτό όμως θα γινόταν μόνο αν δεν γεννιόταν πρώτος τη μέρα εκείνη, αλλά τον προλάβαινε κάποιος άλλος. Η Ήρα διάλεξε το γιο του Σθένελου. Τώρα έπρεπε από τη μια να καθυστερήσει τη γέννα της Αλκμήνης, που ήταν κιόλας στην ώρα της, και από την άλλη να επιταχύνει τη γέννα της Νικίππης. Διέταξε λοιπόν τις Μοίρες και την Ειλείθυια, που είχαν καθίσει κιόλας μπροστά από το δωμάτιο της Αλκμήνης περιμένοντάς την να γεννήσει, να καθυστερήσουν τη γέννηση του Ηρακλή ώσπου να γεννήσει η Νικίππη. Αυτές κάθισαν τότε κάτω και έδεσαν τα χέρια τους γύρω από τα γόνατα για να «δέσουν» τους πόνους της Αλκμήνης και να την εμποδίσουν να γεννήσει, ενώ επιτάχυναν τους πόνους της Νικίππης, ώστε να γεννήσει τον Ευρυσθέα πριν της ώρας του, στους εφτά μήνες. Καθώς όμως οι Μοίρες και η Ειλείθυια κάθονταν με σταυρωμένα τα χέρια εμποδίζοντας έτσι την Αλκμήνη, πέρασε μια νυφίτσα από μπροστά τους και τότε αυτές τρόμαξαν και έλυσαν τα χέρια τους. Αμέσως «λύθηκαν» και οι πόνοι της Αλκμήνης και γεννήθηκε ο Ηρακλής. (Από το γεγονός αυτό διηγούνταν αργότερα πως η πρώτη τροφός του Ηρακλή ήταν μια νυφίτσα). Παρ’ όλα αυτά η Ήρα είχε πετύχει το σκοπό της: στο μεταξύ είχε προλάβει να γεννηθεί ο Ευρυσθέας και σύμφωνα με τον όρκο που είχε δώσει ο Δίας – και που δεν μπορούσε να τον πάρει πίσω – έπρεπε αυτός να τους εξουσιάζει όλους και ο Ηρακλής να υπηρετήσει τον Ευρυσθέα. Από το γεγονός αυτό προήλθε η παροιμία «τετράδι γέγονας» που λέγεται για όσους κοπιάζουν και υπηρετούν άλλους, επειδή ο Ηρακλής με το να γεννηθεί την τέταρτη μέρα έπρεπε να κοπιάζει για τον Ευρυσθέα. Μια μέρα μετά τον Ηρακλή γεννήθηκε και ο γιος του Αμφιτρύωνα, ο Ιφικλής.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
ΟΙ ΗΡΩΕΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ