Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΤΑΚΗΣ ΤΛΟΥΠΑΣ

Ο μάγος της φωτογραφίας


Η οικία του στρατηγού Ιωάννη Αρτη επί της οδού Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Δεκαετία 1950-1960. Ευγενική προσφορά της κ. Βάνιας ΤλούπαΗ οικία του στρατηγού Ιωάννη Αρτη επί της οδού Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Δεκαετία 1950-1960. Ευγενική προσφορά της κ. Βάνιας Τλούπα
Πριν λίγες εβδομάδες (8 Μαρτίου 2020) έγιναν στην Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι.Κατσίγρα τα εγκαίνια έκθεσης φωτογραφίας με θέμα «Ταξίδια μιας ζωής» του Τάκη Τλούπα, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη γέννησή του.
Ήταν Κυριακή πρωί και η πανηγυρική εκδήλωση των εγκαινίων είχε προετοιμαστεί να γίνει στον υπαίθριο χώρο της Πινακοθήκης. Όμως μια αιφνίδια μεταβολή του καιρού ανάγκασε τους διοργανωτές να την κάνουν στο επιβλητικό αίθριο του κτιρίου. Η εκδήλωση σημείωσε τεράστια επιτυχία και κατά την επακολουθήσασα ξενάγηση από τη Βάνια Τλούπα, οι παρευρεθέντες απόλαυσαν το ταλέντο του Τάκη Τλούπα στην τέχνη της φωτογραφίας. Βρισκόμασταν στις παραμονές της επιδημίας του κορονοϊού και το απόγευμα της ίδιας ημέρας βγήκε ανακοίνωση, η οποία ανέστειλε τη λειτουργία όλων των Κέντρων Πολιτισμού, στα οποία η συνάθροιση ατόμων ήταν αναπόφευκτη. Έπειτα από την απαγόρευση αυτή οι φιλότεχνοι της Λάρισας και όχι μόνον δεν μπορούν να δουν από κοντά την έκθεση, που με τόση μαεστρία έστησε η Βάνια Τλούπα.
Θα πούμε λίγα λόγια για τον Τάκη Τλούπα, γιατί η αξία του είναι αναγνωρισμένη πανελλήνια και οι ειδικοί τον έχουν κατατάξει ως έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες φωτογράφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε το 1920 στη Λάρισα από πατέρα ξυλουργό και κοντά του έμαθε την τέχνη του ξυλογλύπτη. Όμως η μοίρα τον είχε τάξει να υπηρετήσει άλλη τέχνη. Γοητεύτηκε κάποια στιγμή όταν είδε φωτογραφική μηχανή και άρχισε με διάθεση να μαθαίνει τα μυστικά της φωτογραφίας. Από το 1945 άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με τη φωτογραφία και για πενήντα χρόνια δεν έχανε την ευκαιρία να αιχμαλωτίζει με τον φακό του θέματα που τον γοήτευαν. Η Λένα Γουργιώτη θα γράψει για τον Τάκη Τλούπα: "Ήταν απλός στη συμπεριφορά, με οξύνοια, με αγάπη απέραντη για το καλό και το ωραίο, διαχεόμενη σε σημαντική έκταση. Όλα χωρούσαν στο μυαλό του, τα κατέγραφε η ματιά του, τα αποτύπωνε ο φακός του, μας τα χάριζε. Η προσφορά του στις κοινωνίες τεράστια, μάθημα -συνείδησης χάλκευση- ευφορία ψυχής" [1]. Ο δικός μας Αντώνης Καρκαγιάννης θα σημειώσει: "Εκείνο που φαίνεται ότι διαμόρφωσε το βλέμμα του, πώς να κοιτάζει και πώς να βλέπει, νομίζω πως ήταν η πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε, η Λάρισα... Εκείνη η Λάρισα που φωτογράφισε ο Τάκης δεν υπάρχει πια, έφυγε και συνδέεται μόνο με τη νοσταλγία των παλαιοτέρων, που και αυτοί σιγά-σιγά φεύγουν. Για τους νεότερους είναι μαρτυρία, από πού πέρασε και πώς διαμορφώθηκε η πόλη" [2].
Είναι κρίμα που οι δύσκολες στιγμές που περνάμε, συνέπεσαν με τη χρονική διάρκεια της φωτογραφικής έκθεσης του Τάκη Τλούπα στην Πινακοθήκη και ο πολύς κόσμος δεν πρόφθασε να την περιηγηθεί. Ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή οι ιθύνοντες θα βρουν κάποιο τρόπο να την εκθέσουν εκ νέου. Το αξίζει.
Η σημερινή μας εικόνα δεν θα μπορούσε να είναι παρά μια φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Μας την παραχώρησε ευγενικά η κόρη του Βάνια Τλούπα και απεικονίζει το σπίτι του ένδοξου στρατηγού Ιωάννη Άρτη, το οποίο βρισκόταν στην οδό Αγίου Νικολάου, ακριβώς απέναντι από την αυλή της παλιάς ομώνυμης εκκλησίας. Αντίγραφο φωτογραφίας του σπιτιού αυτού με πολλές ατέλειες και χαμηλής ανάλυσης, ανώνυμου φωτογράφου, δημοσιεύσαμε και παλαιότερα [3], όμως η φωτογραφία αυτή του Τλούπα αναδεικνύει πολλές λεπτομέρειες χρήσιμες σήμερα για ένα ιστορικό κτίσμα που δεν υπάρχει πλέον.
Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, η κατοικία του Άρτη ήταν μια μεγάλη τριώροφη επιβλητική οικοδομή. Κτίστηκε τη δεκαετία του 1880 από τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, έναν πλούσιο κτηματία της Λάρισας. Η πρόσοψη είχε μια σειρά από παράθυρα, συμμετρικά τοποθετημένα και στους τρεις ορόφους. Στον τελευταίο όροφο υπήρχαν δύο εξώστες, τους οποίους συγκρατούσαν στερεά μαρμάρινα γλυπτά φουρούσια και η όλη κατασκευή τους έσπαζε τη μονοτονία της απλής επίπεδης πρόσοψης, προσδίδοντας με την παρουσία τους κάποια αίσθηση νεοκλασικής αισθητικής, σε συνδυασμό με πολλά παραδοσιακά στοιχεία. Είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των παλαιότερων η σιλουέτα αυτού του αρχοντικού τόσο για τη φήμη που συνόδευε τον ιδιοκτήτη στρατηγό Άρτη, όσο και για τις δεξιώσεις, οι οποίες δίνονταν στους απέραντους εσωτερικούς χώρους του με τα οκτώ πολυτελή δωμάτια, όπου συγκεντρωνόταν όλη η καλή κοινωνία της Λάρισας. Συνήθως ακολουθούσαν χοροί, ελληνικοί και ευρωπαϊκοί. Τους τελευταίους προτιμούσαν ιδιαιτέρως οι Οθωμανοί προσκεκλημένοι του ζευγαριού, οι οποίοι είχαν παραμείνει στη Λάρισα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας.
Ο Ιωάννης Άρτης (1861-1956) καταγόταν από το Μεσολόγγι. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων και υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες του Ιππικού σε όλη την επικράτεια. Πολέμησε στον "ατυχή" Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και το 1901 μετατέθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού, το οποίο είχε έδρα τη Λάρισα. Κατά την παραμονή του στην πόλη μας συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική και κοσμική ζωή της. Στις αρχές του 20ού αιώνα νυμφεύθηκε τη νεαρή χήρα Καλλιόπη Δημητριάδου-Ασημάκη, με την οποία απέκτησε το 1905 την πρώτη κόρη του Νίνα και το 1912 τη Λουκία. Το 1912, ως επίλαρχος Ιππικού συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και μάλιστα ήταν ο διοικητής της ίλης που απελευθέρωσε τη Φλώρινα και την Καστοριά. Εν συνεχεία έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία τοποθετήθηκε ως στρατιωτικός διοικητής της περιοχής της Προύσας. Αμέσως μετά, το 1923, αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου. Από το 1926 μέχρι το 1942 διετέλεσε πρόεδρος του παραρτήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Πέθανε στη Λάρισα το 1956 σε ηλικία 95 ετών.
Τον έβλεπα τακτικά όταν ήμουν μικρός και έπαιζα τις ελεύθερες ώρες μου στη μεγάλη και προστατευμένη αυλή του Αγίου Νικολάου. Ήταν ένας ψηλόλιγνος κομψός και γεροδεμένος γέροντας, με αριστοκρατική εμφάνιση και αρειμάνιο λευκό μουστάκι. Με το μπαστουνάκι στο χέρι, περπατούσε στους δρόμους της Λάρισας ευθυτενής και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης.
Το 1949 πέθανε η γυναίκα του Καλλιόπη και το 1955 ακολούθησε η πρωτότοκη κόρη του Νίνα Ξυραδάκη σε ηλικία 50 ετών. Μόνος έμεινε για λίγο, γιατί το 1956 πέθανε και ο ίδιος και ενταφιάσθηκε με τιμές. Το κτίριο έμεινε άδειο και έρημο, και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του κατεδαφίσθηκε. Ένα τμήμα του απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη και επέκταση της οδού Αλεξάνδρου Σούτσου μέχρι την οδό Ηπείρου.
---------------------------------------------
[1]. Αντώνης Καρκαγιάννης, Γιώργος Χ. Χουρμουζιάδης. Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα, εκδόσεις ΚΑΠΟΝ - Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα (2005) σελ. 14.
[2]. ό. π., σελ. 22.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οικία του στρατηγού Άρτη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 23ης Αυγούστου 2015.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αχιλλίου


Ο προπολεμικός ναός  του Αγ. Αχιλλίου
Σήμερα 17 Μαΐου, με καθυστέρηση δύο ημερών, θα πραγματοποιηθεί η πανηγυρική θεία λειτουργία για τη μνήμη του πολιούχου της Λάρισας Αγ. Αχιλλίου.
Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στον προπολεμικό μητροπολιτικό μας ναό, όμως η σημερινή φωτογραφία, σε συνδυασμό με άλλες της εποχής εκείνης, έρχεται να επιβεβαιώσει την άποψη ότι ο ναός που αντικατέστησε τη βασιλική του Καλλιάρχη[1] οικοδομήθηκε σταδιακά και ολοκληρώθηκε σε μια δεκαετία περίπου.
Η λήψη της σημερινής φωτογραφίας έγινε από την αριστερή όχθη του Πηνειού, στην αρχή της σημερινής οδού αρχιεπισκόπου Δωροθέου. Στο κάτω τμήμα της διακρίνονται λεπτομέρειες από τη μεγάλη πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Η αρμολόγηση των λίθων, τα οξυκόρυφα τόξα της και το ξύλινο στηθαίο, το οποίο είχε κατασκευαστεί το 1886 από το τάγμα μηχανικού του στρατού[2]. Στο κατάστρωμα του δρόμου υπάρχει μεγάλος αριθμός ατόμων, κυρίως ανδρών, με πολυποίκιλες και πολύχρωμες αμφιέσεις (η φωτογραφία είναι επιχρωματισμένη). Στο βάθος διακρίνεται μέρος του δυτικού τμήματος του Λόφου με τους ψηλούς και ισχυρούς τοίχους υποστήριξης και τη μεγάλη πέτρινη σκάλα, η οποία οδηγούσε από τη δεξιά όχθη κατευθείαν στον αύλειο χώρο του ναού του Αγ. Αχιλλίου. Πίσω προβάλλει μεγαλοπρεπής ο μητροπολιτικός ναός με τα δύο ψηλά κωδωνοστάσια και το πρόπυλο. Εκείνο που κάνει εντύπωση στη φωτογραφία είναι ότι απουσιάζει ο τρούλος. Η εκκλησία στην τελική της μορφή ήταν σταυρεπίστεγη βασιλική με τρούλο. Επομένως η λήψη της φωτογραφίας πρέπει να έγινε στη φάση κατά την οποία είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες οικοδόμησης και απέμενε η κατασκευή του τρούλου. Τα εγκαίνια έγιναν στις 23 Σεπτεμβρίου 1907 από τον μητροπολίτη Αμβρόσιο Κασσάρα (1900-1910). Άρα η χρονολογία της φωτογραφίας τοποθετείται περί το 1904.
Τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, ο παλιός μητροπολιτικός ναός της Λάρισας ήταν ένα γερασμένο οικοδόμημα. Αυτό είχε γίνει αντιληπτό απ’ όλους, για τούτο από το 1896 το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού άρχισε μια προετοιμασία για την αισθητική αναβάθμιση του Αγίου Αχιλλίου. Σαν πρώτο βήμα προτάθηκε να οικοδομηθεί, σε επαφή με τη δυτική πλευρά της βασιλικής, ένα σύμπλεγμα αψιδωτού πρόπυλου νεοκλασικού ρυθμού, με δύο κωδωνοστάσια. Στο κατώτερο τμήμα της πλευράς αυτής είχε αναπτυχθεί ένα τρίλοβο προστώο με αψίδες. Δύο διπλοί ραβδωτοί μαρμάρινοι κίονες στο κέντρο και δύο διπλοί ημικίονες σε επαφή με τα πλάγια τοιχώματα του προστώου, συγκρατούσαν με σκαλισμένα κιονόκρανα το τοίχωμα, δημιουργώντας έτσι ανάμεσά τους τρία τόξα. Τμήματα από τους κίονες αυτούς καθώς και ένα κιονόκρανο βρίσκονται σήμερα στην αυλή του Επισκοπικού Μεγάρου Λαρίσης[3]. Τα δύο κωδωνοστάσια βόρεια και νότια της νέας πρόσοψης ήταν τετραώροφα. Στον τελευταίο όροφο βρίσκονταν οι καμπάνες του ναού. Τα κωδωνοστάσια, όπως φαίνεται καθαρά και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία, καλύπτονταν με χαμηλό τρούλο, στην κορυφή του οποίου ήταν στερεωμένος μεταλλικός σταυρός. Ολόκληρη η πρόσοψη ήταν δομημένη με σμιλεμένους λίθους. Τα ανοίγματα των παραθύρων, μικρά και μεγάλα, καλύπτονταν στα διάκενά τους με ωραίους συνδυασμούς έγχρωμων υαλοπινάκων σε ρομβοειδή σχέδια. Τα έγχρωμα τζάμια σε συνδυασμό με την καλοδουλεμένη πέτρα, προσέδιδαν στην πρόσοψη αίγλη και πολυχρωμία.
Η ανακαίνιση όμως μόνον της πρόσοψης του ναού φαίνεται ότι δεν ικανοποιούσε πλήρως την αισθητική των κατοίκων της Λάρισας. Για τον λόγο αυτό τα εκκλησιαστικά συμβούλια του ναού συνέχισαν να εργάζονται εντατικά, με σκοπό την ανεύρεση πόρων για την ολοκλήρωση του νέου καθεδρικού ναού. Φαίνεται ότι και με τη βοήθεια του Δήμου[4] τα κατάφεραν. Έτσι το 1904, επί αρχιερατείας του από Πλαταμώνος μητροπολίτου Λαρίσης Αμβροσίου Κασσάρα και έπειτα από 110 χρόνια από την περιπετειώδη κατασκευή της, κατεδαφίσθηκε η ταπεινή βασιλική του Καλλιάρχη και στην ίδια ακριβώς θέση οικοδομήθηκε ο νέος ναός, ο οποίος συνδέθηκε αρμονικά με την υπάρχουσα δυτική πρόσοψη, η οποία άλλωστε είχε πρόσφατα οικοδομηθεί. Η θέση του ναού ψηλά στον Λόφο της Ακρόπολης του πρόσθετε επί πλέον ύψος, ειδικά όταν τον αντίκριζε κανείς από μακριά, καθώς διέσχιζε την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού.
Στο εσωτερικό του ναού ο τρούλος και η σταυροειδής οροφή επέφεραν, όπως ήταν φυσικό, μια διαφορετική κατανομή του χώρου απ’ ό,τι η βασιλική του Καλλιάρχη. Το τέμπλο ήταν ξύλινο με γλυπτές συνθέσεις σε απλές γραμμές[5] και οι δεσποτικές εικόνες, με παραίνεση του μητροπολίτη Αμβροσίου, παρέμειναν οι ίδιες της παλιάς εκκλησίας. Είχαν αγιογραφηθεί το 1802 στη Μόσχα και ήταν εντυπωσιακές σε αισθητική και χρώματα[6].
Η αγιογράφηση του ναού ήταν αποσπασματική και δεν υπήρχαν νωπογραφίες. Απλώς ορισμένες μεγάλες εικόνες ήταν αναρτημένες στους πλάγιους τοίχους και σε επιλεγμένα σημεία υπήρχαν αγιογραφίες, τις οποίες ο καλλιτέχνης εκτελούσε επάνω σε μουσαμά, ο οποίος εν συνεχεία επιστρωνόταν έτοιμος στον τοίχο. Έτσι γνωρίζουμε ότι το 1908 ο ζωγράφος Γεώργιος Οικονόμου, από την Κάλυμνο, την ιδιαίτερη πατρίδα του μητροπολίτη Αμβροσίου, είχε τελειώσει την αγιογράφηση του Παντοκράτορα στον τρούλο και τους τέσσερες Ευαγγελιστές στα σφαιρικά τρίγωνα.
Η διάρκεια ζωής του προπολεμικού ναού του Αγίου Αχιλλίου υπήρξε δυστυχώς πολύ σύντομη, μόλις 34 χρόνια. Το 1941, ισχυρός σεισμός επέφερε στον ναό ανεπανόρθωτες βλάβες. Οι συνεχόμενοι βομβαρδισμοί που ακολούθησαν ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Έτσι ερειπωμένος παρέμεινε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οπότε κατεδαφίσθηκε εντελώς και στη θέση του δημιουργήθηκε ανθόκηπος όπου τοποθετήθηκε η προτομή του μητροπολίτη Λαρίσης Πολύκαρπου Δαρδαίου (1811-1818 και 1821), ο οποίος είχε άσχημο τέλος. Καρατομήθηκε από τους Τούρκους τον Σεπτέμβριο του 1821. Η προτομή αυτή είναι έργο του διάσημου Έλληνα γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρα και αποτέλεσε δωρεά στην πόλη του Λαρισαίου εμπόρου Ηλία Κολέσκα.

[1]. Ο προηγούμενος ναός είχε κτισθεί έπειτα από περιπέτειες και δωροληψίες (μπαξίσι) προς τις αρχές των Οθωμανών το 1794, με ενέργειες του μητροπολίτη Διονυσίου του Καλλιάρχη (1791-1806), γι’ αυτό και ο ναός αυτός είναι γνωστός ως βασιλική του Καλλιάρχη.
[2]. Επειδή τα στηθαία αυτά ήταν ευάλωτα, το 1908 αντικαταστάθηκαν από σιδερένια, τα οποία παρέμειναν μέχρι την καταστροφή της το 1941.
[3]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1453-1881), τόμ. Α’, Λάρισα, (1996), σ. 199
[4]. Δήμαρχοι Λαρισαίων την περίοδο από το 1899-1903 ήταν ο ιατρός Αναστάσιος Ζαρμάνης και από το 1903-1913 ο επίσης ιατρός Αχιλλέας Αστεριάδης.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το τέμπλο του ναού του Αγ. Αχιλλίου (1888), εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 5ης Απριλίου 2017.
[6]. Του ιδίου, Οι παλιές ρωσικές εικόνες του ναού του Αγ. Αχιλλίου, «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α’, 2014», Λάρισα (2016) σελ. 49-52.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η μετασεισμική Λάρισα

Η αρχή της οδού Μ. Αλεξάνδρου και το νοτιοανατολικό τμήμα της Κεντρικής πλατείας Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο Μίμη Γεντέκου. Αρχές δεκαετίας 1950. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας Η αρχή της οδού Μ. Αλεξάνδρου και το νοτιοανατολικό τμήμα της Κεντρικής πλατείας Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο Μίμη Γεντέκου. Αρχές δεκαετίας 1950. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η σημερινή φωτογραφία της Λάρισας θα αποτελούσε για πολλούς έναν γρίφο, αν δεν είχε στον υπότιτλο μια λιτή περιγραφή: "Οδός Μεγ. Αλεξάνδρου".
Με την πρώτη βιαστική ματιά κανένα σημείο της δεν μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να προσανατολιστεί. Όμως προσεκτικότερη ανάγνωση της εικόνας σε οδηγεί να εντοπίσεις την περιοχή που απεικονίζει. Η φωτογραφία αυτή προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Μίμη Γεντέκου, το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο φωτογράφος στάθηκε σε εξώστη του τρίτου ορόφου του ξενοδοχείου της Κεντρικής πλατείας "Ολύμπιον", πρωινές ώρες όπως μας αποκαλύπτουν οι σκιές δένδρων και κτηρίων, και έστρεψε τον φακό του νότια. Κάτω αριστερά διακρίνονται τα κεραμίδια της στέγης του καφενείου "Νέος Κόσμος" και των γειτονικών ισόγειων κτισμάτων. Το κινηματοθέατρο "Ορφεύς" δεν έχει κτισθεί ακόμη και έτσι μπορεί να διακρίνει κανείς ένα μέρος του εστιατορίου "Ερμής", τη γωνία μεταξύ των οδών Κούμα και Μεγ. Αλεξάνδρου.
Δεξιότερα απεικονίζεται η οδός Μ. Αλεξάνδρου, ευρύτερη σε όλο το μήκος της πλατείας, όπως και σήμερα, ενώ πιο κάτω στενεύει, και με τα αγοραία αυτοκίνητα σταθμευμένα κάθετα. Πίσω από τα ταξί υψώνονται πυκνά φυλλώματα δένδρων, τα οποία καλύπτουν την ανατολική πλευρά της πλατείας και στη συνέχεια αποτυπώνεται ένα μέρος από τους κήπους της.
Μεσολαβεί η οδός Κούμα και πίσω διακρίνονται τα προπολεμικά κτίσματα της νότιας πλευράς της πλατείας, ερειπωμένα και κολοβωμένα από τον μεγάλο σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς. Στη γωνία Κούμα και Μ. Αλεξάνδρου διατηρείται ακέραια η περίφραξη με το κιγκλίδωμα, αλλά από τα δικαστήρια διακρίνεται ο κάθετος τοίχος μιας πτέρυγας [1]. Στο βάθος, πίσω από τα ερείπια εντοπίζεται ο άνω όροφος του ξενοδοχείου "Νέα Ευρώπη". Η παρουσία δένδρων δεν επιτρέπει να αναδειχθούν λεπτομέρειες. Ακολουθεί το κτήριο Κατσαούνη ισόγειο τώρα, αφού είχε κατεδαφισθεί ο όροφος. Στέγαζε το περίφημο μεταπολεμικά καφεζαχαροπλαστείο "Παλλάδιον". Η Εμπορική Τράπεζα που ακολουθούσε είχε υποστεί ελάχιστες ζημιές και στην άκρη δεξιά μόλις εντοπίζεται τμήμα του ξενοδοχείου "Πανελλήνιον", που από τριώροφο μεταβλήθηκε σε διώροφο και έπαψε να προσφέρει ξενοδοχειακές υπηρεσίες.
Τις ίδιες περίπου ζημιές έφεραν όλα σχεδόν τα κτίσματα που περιτριγύριζαν την Κεντρική πλατεία. Το Υπουργείο Ανοικοδομήσεως της εποχής εκείνης είχε καταγράψει ότι το 95% των κτισμάτων της Λάρισας είχαν υποστεί ζημιές διαφορετικής βαρύτητας από τις κακουχίες της κατοχής. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα δεν έχει παραμείνει κανένα από τα προπολεμικά κτήρια τα οποία περιέβαλλαν την πλατεία και από τις τέσσερες πλευρές της, αν εξαιρέσει κανείς το ξενοδοχείο "Ολύμπιον" που είχε κτισθεί το 1936 και ένα κτίσμα με τρεις τοξοειδείς πόρτες, το οποίο βρίσκεται σε επαφή με την πολυώροφη οικοδομή που κτίστηκε στη θέση του παλαιού καφενείου "Νέος Κόσμος".
Όπως ήδη αναφέραμε, η εικόνα που περιγράψαμε υπάγεται σε μια σειρά επιστολικών δελταρίων τα οποία κυκλοφόρησαν στη Λάρισα από τον καθηγητή των Τεχνικών, φωτογράφο, ζωγράφο και γλύπτη Μίμη Γεντέκο. Η σειρά αυτή υπογραφόταν συνήθως με την επωνυμία ΦΩΤΟ-ΓΕΝ. Ο Μίμης Γεντέκος γεννήθηκε το 1905 στην Αθήνα. Το επάγγελμα του πατέρα του (ταχυδρομικός), υποχρέωνε την οικογένεια να τον ακολουθεί στις μεταθέσεις του. Τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στον Τύρναβο, όπου το 1921, σε ηλικία 16 ετών, πέφτοντας από δένδρο υπέστη σοβαρά κατάγματα στην λεκάνη και το δεξιό κάτω άκρο. Οι παλαιοί Λαρισαίοι θα θυμούνται την έντονη αναπηρία που του άφησε ο σοβαρός τραυματισμός του. Το 1924 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Λαρίσης και από το 1925 έως το 1935 φοίτησε αρχικά στο τμήμα Ιχνογραφίας και κατόπιν μεταπήδησε στο τμήμα γλυπτικής και ζωγραφικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσοβείου Πολυτεχνείου. Το 1935 διορίσθηκε καθηγητής Τεχνικών στην Αχιλλοπούλειο Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας, όπου παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της κατοχής, μέχρι το 1945.
Τη χρονολογία αυτή, διορίσθηκε καθηγητής Τεχνικών στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Λαρίσης και παρέμεινε στην πόλη μας μέχρι το 1958. Κατά τη διάρκεια των 13 ετών παρουσίας του στη Λάρισα ξεδίπλωσε όλες τις πτυχές του πολύπλευρου ταλέντου που διέθετε. Το Γυμνάσιο του παραχώρησε ένα χώρο στη δυτική πλευρά του Σχολικού Γυμναστηρίου, ο οποίος βρισκόταν δίπλα από τα αποδυτήρια. Κοντά του βρισκόταν η οικία-πύργος του Λεωνίδα Μπέρτολη. Στον χώρο αυτόν ο Μίμης Γεντέκος δημιούργησε το καλλιτεχνικό του εργαστήριο γλυπτικής και ζωγραφικής, εξασφάλισε την κατοικία του και στέγασε το φωτογραφείο.
Ο εξωτερικός χώρος ήταν πολλές φορές κατειλημμένος από την εργασία του σε γλυπτές συνθέσεις. Κατασκεύαζε ηρώα για διάφορες πόλεις, όπως επίσης προτομές και ανάγλυφα για συλλόγους και δήμους. Το πρόπλασμα ενός αγάλματος του Ρήγα Φεραίου, ύψους τριών περίπου μέτρων χωρίς τη βάση του, που για διάφορους λόγους δεν έγινε ποτέ, έστεκε πάντοτε έξω από τους χώρους του εργαστηρίου του, διατηρήθηκε και μετά την μετάθεσή του στην Αθήνα το 1958, απλώς μετά την κατασκευή των σχολικών διδακτηρίων τοποθετήθηκε στην νοτιοανατολική γωνία του πρώην σχολικού γυμναστηρίου και καθώς είχε γίνει ο στόχος διαφόρων γκράφιτι, καταστράφηκε.
Το εργαστήριό του υπήρξε φυτώριο πολλών μετέπειτα καλλιτεχνών, οι οποίοι υπήρξαν μαθητές του. Τις πρώτες γνώσεις γύρω από την τέχνη της γλυπτικής, της ζωγραφικής και της φωτογραφίας πήραν κοντά του ο γλύπτης Γ. Καλακαλάς και η Μάρα Καρέτσου, ο σκηνογράφος Γ. Ζιάκας, οι ζωγράφοι Χρήστος Μακρόπουλος, Νανά Τάχα, Χρ. Τζεζαϊρλίδης, ο αθλητής και ζωγράφος Δ. Μποντικούλης και πολλοί άλλοι.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 άρχισε να εκδίδει επιστολικά δελτάρια με απόψεις αποκλειστικά από τη Λάρισα. Δεν είχαν αρίθμηση και δεν γνωρίζουμε πόσες συνολικά κυκλοφόρησε. Πάντως η ομάδα της Φωτοθήκης έχει εντοπίσει περίπου δεκαπέντε.
Ο Μίμης Γεντέκος το 1958 μετατέθηκε στην Αθήνα σε διάφορα σχολικά συγκροτήματα. Το 1985 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγριά του Βόλου, όπου μετέφερε και το εργαστήριό του. Πέθανε τον Αύγουστο του 1998 σε ηλικία 93 ετών [2].
-------------------------------------------------
[1]. Το κτήριο των Δικαστηρίων έπαθε πολύ σοβαρές ζημιές από τον σεισμό. Όλες οι στέγες κατέρρευσαν και παρέμειναν μόνον οι πλάγιοι τοίχοι, με πολλές ρηγματώσεις. Η κατασκευή του είχε ξεκινήσει από την περίοδο της τουρκοκρατίας (1873), ολοκληρώθηκε το 1882 και αρχικά στέγασε το Διδασκαλείο Λαρίσης .Για την ιστορία του κτηρίου βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α΄ (2014) σελ. 175-178.
[2]. Βλέπε: Μπεχλιβάνος Χρ. Μίμης Γεντέκος, Λάρισα, χ.χ., σελ. 112

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020







 Όταν ο Όμηρος παράκουσε τον χρησμό του μαντείου των Δελφών

Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, ο Όμηρος επισκέφθηκε το μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει την Πυθία ποιοι ήταν οι γονείς του και η καταγωγή του.
Η Πυθία απάντησε με τον εξής χρησμό: «Πατρίδα της μητέρας σου είναι η νήσος Ίος, η οποία θα σε δεχθεί όταν πεθάνεις, αλλά φυλάξου από το αίνιγμα των νεαρών παιδιών».
Ο ποιητής όμως παράκουσε τον χρησμό και ταξίδεψε μέχρι την Ίο. Εκεί είδε μερικά μικρά παιδιά που ψάρευαν στην ακτή. Τα ρώτησε τι έπιασαν και τα παιδιά του απάντησαν:
«Όσσ’ έλομεν λιπόμεσθα, όσ’ ουχ έλομεν φερόμεσθα».
Δηλαδή, ότι πιάσουμε το αφήνουμε, ότι δεν πιάσουμε το φέρουμε μαζί μας.
Τα παιδιά αναφέρονταν στις ψείρες. Όσες έβρισκαν, τις σκότωναν, αλλά όσες δεν έβρισκαν, τις έφεραν στο κεφάλι τους.
Ο Όμηρος δεν κατάφερε να βρει την απάντηση, αλλά θυμήθηκε την προειδοποίηση της Πυθίας. Τρομοκρατήθηκε και απομακρύνθηκε γρήγορα.
Ο δρόμος ήταν λασπωμένος και ο ποιητής στη βιασύνη του, γλίστρησε και έπεσε. Χτύπησε το κεφάλι του και πέθανε σχεδόν ακαριαία.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Όμηρος πέθανε από τη στενοχώρια του που δεν έλυσε τον γρίφο, ενώ μία τρίτη εκδοχή λέει ότι ήταν ήδη βαριά άρρωστος και πήγε στην Ίο γιατί γνώριζε ότι θα πεθάνει.
Βέβαια ο θάνατος του μεγάλου ποιητή δεν βασίζεται σε ιστορικές μελέτες, αλλά σε μύθους και παραδόσεις που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα. Ο Παυσανίας απλώς κατέγραψε μία λαϊκή αφήγηση….


ΠΗΓΗ : www.ipaideia.gr

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Ο ΑΓΓΛΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (1812) - Γ'

Η θρησκευτική ζωή της πόλης


Νοτιοανατολική άποψη του Μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Αχιλλίου (Βασιλική του Καλλιάρχη). Είναι ο ίδιος ναός στον οποίο εκκλησιάσθηκε ο Holland. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1890 περίπου, από το βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες», φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα Νίκου Νάκου (1986) σελ. 54Νοτιοανατολική άποψη του Μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Αχιλλίου (Βασιλική του Καλλιάρχη). Είναι ο ίδιος ναός στον οποίο εκκλησιάσθηκε ο Holland. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1890 περίπου, από το βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες», φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα Νίκου Νάκου (1986) σελ. 54
Κατά την τετραήμερη παραμονή του στη Λάρισα ο Holland παρακολούθησε από κοντά πολλές ιερές ακολουθίες. Παρουσιάζει λοιπόν ενδιαφέρον να διαβάσουμε τις σκέψεις του πάνω σε αυτό το θέμα: «Την επομένη που ήταν Κυριακή, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία στον ελληνικό μητροπολιτικό ναό, που είναι και ο μόνος τόπος χριστιανικής λατρείας στη Λάρισα.
Είναι ενωμένος με την κατοικία του Ιεράρχη και βρίσκεται στην ίδια απομονωμένη θέση. Το εσωτερικό του είναι σκοτεινό και καταθλιπτικό, η διακόσμηση πραγματικά επιφανειακή, αλλά σε μικρή κλίμακα και χωρίς σπουδαίο αισθητικό αποτέλεσμα. Η λειτουργία άρχισε στις οκτώ το πρωί και ο Αρχιεπίσκοπος φρόντισε να βρούμε καθίσματα κάτω από τον υπερυψωμένο άμβωνα[1], στον οποίο καθόταν ο ίδιος. Η εντυπωσιακή εμφάνισή του ήταν το πλέον λαμπερό χαρακτηριστικό στην εκκλησία. Φορούσε πορφυρά άμφια, πλούσια κεντημένα με χρυσοκλωστή και πάνω από το καλυμμαύχι, χαρακτηριστικό του ορθόδοξου κλήρου, ήταν ριγμένη μια κουκούλα από μαύρο μετάξι, η οποία έπεφτε στους ώμους του [=το επανωκαλύμμαυχο]. Οι τρόποι του ήταν σεβάσμιοι και επιβλητικοί και όταν κατά διαστήματα σηκωνόταν από τη θέση του για να ευλογήσει το εκκλησίασμα, προφέροντας το απλό και γαλήνιο Ειρήνη πάσι, υπήρχε μια επισημότητα ανάμικτη με καλοσύνη, που δεν μπορεί οπωσδήποτε να ξεπερασθεί εύκολα. Τα άλλα μέρη της λειτουργίας δεν χαρακτηρίζονταν από την ίδια απλότητα. Στην ορθόδοξη λειτουργία, πολύ περισσότερο από όσο στην καθολική, υπάρχει μια πληθώρα μικρολεπτομερειών και εξωτερικών τύπων... Όταν ο Έλληνας μπαίνει στην εκκλησία κάνει το σημείο του σταυρού κατά τον ορθόδοξο τρόπο τρεις ή πιο συχνά εννιά φορές, κάνοντας τέτοιες μετάνοιες, που κάθε φορά το χέρι του ακουμπάει στο έδαφος. Στη συνέχεια προχωράει προς το Θυσιαστήριο [ το τέμπλο], ξανακάνει τον σταυρό του μπροστά στην εικόνα του Σωτήρα και συγκεκριμένων αγίων και ακουμπάει τα χείλη του διαδοχικά στις εικόνες των αγίων αυτών καθώς προχωράει. Αυτή, καθώς και άλλες ιεροτελεστίες, επαναλαμβάνονται συχνά κατά τη διάρκεια της θείας ευχαριστίας, και στην εκκλησία της Λάρισας γίνονταν ακόμα πιο συχνές, λόγω της παρουσίας του Αρχιεπισκόπου, τον οποίο πλησιάζει κάθε ιερέας όταν πρόκειται να λάβει μέρος στη λειτουργία, υποκλίνεται μπροστά του, για να πάρει την ευλογία του και του φιλά το χέρι το οποίο του προτείνεται.
Ο αριθμός των ιερέων οι οποίοι συμμετέχουν στα διάφορα μέρη της λειτουργίας είναι πολύ σημαντικός και υπάρχει μια επιτηδευμένη ποικιλία, καθώς και λαμπρότητα στα άμφιά τους. Διάφορες μικρές εκδουλεύσεις στην εκκλησία γίνονται από μικρά αγόρια, τα οποία διαβάζουν ακόμα και μικρά ιερά κείμενα, με τον ίδιο προφανή σκοπό να ελκύσουν την προσοχή, με την εναλλαγή του σκηνικού μπροστά μας.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ποικιλία και η γρήγορη εναλλαγή των ιεροτελεστιών αυτών είναι καλά υπολογισμένες, ώστε να απευθύνεται το όλο τελετουργικό στο συναίσθημα των κατώτερων τάξεων, και αφού παραδεχθούμε την κύρια επίδρασή τους στις αισθήσεις, είναι δύσκολο να υπολογίσουμε την έκτασή του. Η ελληνική εκκλησία ... έχει διατηρήσει την πομπώδη λεπτομέρεια στο τελετουργικό της, ακόμα και τη στιγμή που υφίσταται τα δεινά της τουρκικής καταπίεσης και δεν έχει πια την δυνατότητα να περιβάλλει με μεγαλείο την φαινομενική αγνότητα της λατρείας προλήψεων. Ο αριθμός των ανθρώπων οι οποίοι εκκλησιάζονταν στην εκκλησία της Λάρισας ίσως να ξεπερνούσε τους πεντακόσιους. Οι γυναίκες συγκεντρώνονταν κρυμμένες σε έναν εξώστη, πίσω από ένα ξύλινο καφασωτό [=γυναικωνίτης].
Όταν τελείωσε η λειτουργία, η οποία κράτησε σχεδόν δύο ώρες, γυρίσαμε με τον Αρχιεπίσκοπο στην κατοικία του, όπου και μας επέδειξε τα άμφια που φοράει τις εορτάσιμες ημέρες. Ήταν εξαιρετικά λαμπρά και υπέροχα διακοσμημένα, ειδικά η μίτρα, στην οποία βρίσκονται μερικά ωραία ρουμπίνια και ζαφείρια, πάνω σε διάκοσμο πλούσιο σε χρυσό. Η ιστορία του Αδάμ και της Εύας που ήταν δουλεμένη με χρυσοκλωστή και μαργαριτάρια σε κάποιο από τα άμφιά του, έδωσε αφορμή σε μερικά σχόλια από την πλευρά του, τα οποία δεν με εξέπληξαν καθόλου. [Για το τι ακριβώς υπονοεί εδώ ο συγγραφέας υπάρχουν πολλές εξηγήσεις].
Το πρωί αυτό, καθώς και μετά το γεύμα, το σπίτι του Αρχιεπισκόπου γέμισε από κόσμο που είτε είχαν κάποιο αίτημα είτε ήθελαν να τους ρυθμίσει κάποιες διαφορές. Μπαίνοντας στο δωμάτιο ο καθένας τους γονάτιζε μπροστά του, φιλούσε το χέρι του και συχνά, αφού σηκωνόταν, επαναλάμβανε για δεύτερη φορά την ιεροτελεστία αυτή. Ο τρόπος του Αρχιεπισκόπου στην εκτέλεση των ποιμαντικών του καθηκόντων, ήταν ήπιος, καταδεκτικός και φιλοφρονητικός, χωρίς να χάνει καθόλου από την αξιοπρέπεια της θέσης του».
Οι κατ’ ιδίαν συνομιλίες του μητροπολίτη Πολύκαρπου και του επιφανούς ξένου περιηγητή, καθολικού στο θρήσκευμα, γύρω από θεολογικά ζητήματα και κυρίως για το πρωτείο του Πάπα, παρουσιάζουν οπωσδήποτε έντονο ενδιαφέρον. Γράφει λοιπόν ο Holland: «Απόψε δείπνησα μόνος με τον Αρχιεπίσκοπο στο ιδιαίτερο δωμάτιο του. Με τον συνδυασμό σπασμένων γαλλικών, ιταλικών και ρωμαίικων, κατορθώσαμε να διατηρήσουμε μια μακρά συνομιλία, κυρίως για την παρούσα κατάσταση της ελληνικής εκκλησίας, όπου μου έδωσε μερικές παράξενες λεπτομέρειες. Με εισήγαγε σε μια λεπτή σύγκριση της ηγεσίας της ελληνικής και της λατινικής εκκλησίας, διατύπωσε μια σαφή γνώμη για την ανωτερότητα της πρώτης και ρητόρευσε με πολύ στόμφο κατά των καταχρήσεων και γελοιοτήτων του παπικού συστήματος. Αυτός ο διαχωρισμός[2], είπε, από τους κόλπους της αρχικής εκκλησίας, ήταν η πρώτη μεγάλη διάσπαση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου και η πηγή όλων σχεδόν των κακών και των αιρέσεων που παρουσιάσθηκαν έκτοτε. Αποπειράθηκα να θίξω την πρώιμη ιστορία του χριστιανισμού, ως απόδειξη ότι σχίσματα θα μπορούσαν να είχαν επέλθει ακόμα και χωρίς τον μεγάλο και κορυφαίο διαχωρισμό της χριστιανικής εκκλησίας. Εν τούτοις συνέχισε το υβρεολόγιό του κατά της παπικής ηγεσίας και τους ύμνους του για τον σεμνό και πατρικό χαρακτήρα της ελληνικής εκκλησίας και της ορθοδοξίας γενικότερα και διαπίστωσα ότι αυτό ήταν ένα θέμα που δεν μπορούσε να αποσαφηνισθεί, χωρίς τον κίνδυνο παρεξήγησης».
Επιστρέφοντας στη Λάρισα μετά ένα μήνα από το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, όπως προαναφέρθηκε, παρέμεινε για δύο ακόμη ημέρες και σημειώνει: «Το επόμενο πρωί, μια και ήταν Κυριακή, παρακολούθησα και πάλι τη λειτουργία στη μητρόπολη της Λάρισας. Ήταν περίπου ίδια με την προηγούμενη που είχα παλαιότερα παρακολουθήσει, εκτός του ότι σε αυτή την περίπτωση, λόγω του ερχομού των Χριστουγέννων, ο Αρχιεπίσκοπος απευθύνθηκε στο εκκλησίασμα με ένα αρκετά μεγάλο κήρυγμα στη ρωμαίικη γλώσσα. Το αντικείμενο της ομιλίας, αν και είχε σχέση με την ηθική και δεν ήταν θεωρητικό, εκτέθηκε στο εκκλησίασμα με μεγάλη έμφαση και με πολύ φλόγα στον λόγο και τις κινήσεις του, ενδεχομένως περισσότερο από όσο θα ταίριαζε στη ρητορεία του άμβωνα. Όμως το κήρυγμα φαινόταν να είναι ως επί το πλείστον εκτός κειμένου και έδειχνε να έχει ο Αρχιεπίσκοπος σημαντική ευγλωττία».
Πόσο πολύ σχολαστικά ο κλήρος, ανώτερος και κατώτερος, κρατούσε τις χριστιανικές του παραδόσεις ακόμα και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, κατανοούμε και από ένα άλλο καθημερινό περιστατικό, ιατρικής φύσεως, που περιγράφει ο Holland: «Ο Αρχιεπίσκοπος μου έφερε το ίδιο βράδυ έναν από τους ιερείς, ο οποίος βρήκα ότι έπασχε από κυνάγχη με υψηλό πυρετό. Ήμουν έτοιμος να χορηγήσω στον ασθενή μου ένα εμετικό, όταν ο Αρχιεπίσκοπος μου είπε ότι αυτή η θεραπεία δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, επειδή είχε ιερουργήσει το πρωί σε θεία λειτουργία και το τυπικό της εκκλησίας απαγόρευε αυστηρά την εξέμεση σε τόσο λίγο χρόνο μετά την μετάληψη. Διαμαρτυρήθηκα για λίγο, αλλά τελικά χρειάσθηκε να υποχωρήσω και τελικά να χρησιμοποιήσω άλλα μέσα για την άμεση ανακούφιση του ασθενούς μου, του οποίου φυσικά οι προκαταλήψεις συμβάδιζαν απόλυτα με εκείνες του ανωτέρου του».
Παρ’ όλες όμως τις δογματικές αντιδικίες, λίγο-πολύ αναπόφευκτες μεταξύ ενός φανατικά ορθόδοξου ιερωμένου και ενός αυστηρά προσηλωμένου στο αλάθητο του Πάπα καθολικού, κατά την αναχώρησή του από τη Λάρισα ο Holland είχε μόνο καλά λόγια να πει για τον ιεράρχη της πόλης, τόσο για τη ζεστή φιλοξενία που είχε κοντά του, όσο και για τις πλούσιες εμπειρίες που αποκόμισε με τη συντροφιά του: «Το πρωί της 22ης Δεκεμβρίου έφυγα επιτέλους από τη Λάρισα, αφήνοντας το σπίτι του φιλόξενου Αρχιεπισκόπου με χιλιάδες ευχές και ευλογίες, που μου έδωσε με τόση καλοσύνη».
-------------------------------------------------
[1]. Εδώ ο Holland συγχέει τον δεσποτικό θρόνο με τον άμβωνα, απ' όπου εκφωνεί ο διάκονος το Ευαγγέλιο και ο ιεροκήρυκας το κήρυγμα.
[2]. Εννοεί το σχίσμα των δύο εκκλησιών Ανατολικής και Δυτικής του 1054, (Ορθόδοξη και Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία).


Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Ο ΑΓΓΛΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (1812) - Β’

Η θρησκευτική ζωή της πόλης


Henry Holland (1788-1873)Henry Holland (1788-1873)
Ο Holland και η συνοδεία του μετά την άφιξή τους στην πόλη, φιλοξενήθηκε στην κατοικία του μητροπολίτη της Λάρισας[1], η οποία βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της εκκλησίας του Αγίου Αχιλλίου, σε επαφή μαζί της.
Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ημερών της παραμονής του, έζησε από κοντά την καθημερινή ζωή μέσα στο επισκοπικό κτίριο, γνώρισε από πολύ κοντά τον μητροπολίτη Πολύκαρπο, συνομίλησε μαζί του για διάφορα θέματα, αντιλήφθηκε ότι η δραστηριότητά του βρισκόταν κάτω από τον ασφυκτικό κλοιό του φανατικού μουσουλμανικού όχλου και παρακολούθησε με ευλάβεια το τελετουργικό της ορθόδοξης λατρείας. Από την άποψη αυτή, οι καταγραφές του για τη θρησκευτική ζωή της Λάρισας της περιόδου εκείνης, και μάλιστα από έναν ετερόδοξο όπως ήταν ο Holland, παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον. Γράφει λοιπόν στο οδοιπορικό του: «…μας οδήγησαν στο σπίτι του Αρχιεπισκόπου της Λάρισας, όπου είχε διαταχθεί να μας παραχωρηθεί στέγη. Μπήκαμε στην πόλη και κατευθυνθήκαμε στη μητροπολιτική κατοικία, αν μπορεί να ονομασθεί έτσι ένα παλιό και ακανόνιστο κτίσμα, σε κάποιο ύψωμα πάνω από τον Πηνειό, χωρίς άλλη λαμπρότητα εκτός από εκείνη της θέσης του και με τη μοναδική πρόσβασή του εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη. Ωστόσο βρήκαμε το εσωτερικό του κτιρίου πολύ πιο άνετο από όσο προδιέθετε το εξωτερικό του και ο Αρχιεπίσκοπος μας καλωσόρισε στην κατοικία του με τόσο ευγενικό και περιποιητικό τρόπο, που ήταν αδύνατο να μην είναι καλός οιωνός για την παραμονή μας στην πόλη της Λάρισας… Με διερμηνείς τους ιατρούς Ιωάννη Βηλαρά και Λουκή Βάγια, μπορέσαμε να έχουμε μια συνομιλία με τον Αρχιεπίσκοπο, που δεν μιλούσε άλλη γλώσσα από τα ρωμαίικα, τα αλβανικά και λίγες φράσεις σε σπασμένα ιταλικά. Το όνομά του είναι Πολύκαρπος. Είναι αλβανικής καταγωγής και, όπως ο ίδιος μας βεβαίωσε, ήταν ο μόνος από τη φυλή του που κατέλαβε στους χρόνους αυτούς μητροπολιτικό αξίωμα. Στην υψηλή αυτή θέση της ελληνικής εκκλησίας, την οποία κατείχε λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, λέγεται ότι αναρριχήθηκε με τη βοήθεια του Αλή πασά. Πιο πριν ήταν Επίσκοπος της περιοχής που περιλαμβάνει την αρχαία Τροία (αν μπορούμε πράγματι να μιλάμε τόσο συγκεκριμένα για ένα θέμα αρκετά αμφιλεγόμενο)[2]. Μιλώντας για την προηγούμενη ζωή του μας είπε επιγραμματικά πώς ο Αχιλλέας πήγε από τη Θεσσαλία στην Τροία, ενώ αυτός ήλθε από την Τροία στη Θεσσαλία. Η μητρόπολη της Λάρισας κατέχει μία από τις πλέον επίζηλες θέσεις στην ελληνική εκκλησία. Εννέα επίσκοποι περιλαμβάνονται στην αρχιεπισκοπική της περιφέρεια… Αν και είχε ανεβεί τόσο ψηλά στην εκκλησιαστική ιεραρχία, ο οικοδεσπότης μας δεν είχε φθάσει ακόμα τα 40 χρόνια, και αν δεν ήταν το μεγάλο μαύρο γένι που κατέβαινε στο στήθος του, η όψη του θα ήταν νεαρού. Στο κεφάλι του φορούσε το μικρό κυκλικό καλυμμαύχι των ορθόδοξων κληρικών, ενώ τα μαύρα ράσα έδιναν σεβάσμια όψη σε ένα ψηλό και καλοσχηματισμένο άτομο».
Ο μητροπολίτης Λαρίσης Πολύκαρπος γεννήθηκε στη Δάρδα της Β. Ηπείρου το 1778. Μαθήτευσε στις σχολές της Μοσχόπολης, της Καστοριάς, των Ιωαννίνων και του Βερατίου. Το 1806 χειροτονήθηκε επίσκοπος Τρωάδος και στις 20 Μαρτίου του 1811, μετατέθηκε στη Λάρισα, διαδεχθείς τον Γαβριήλ Β’ Γκάγκα. Όταν ο Holland έφθασε στη Λάρισα, ο μητροπολίτης Πολύκαρπος είχε ήδη 18μηνη θητεία. Στην αρχιεπισκοπική κατοικία διαπίστωσε με ικανοποίηση ότι επικρατούσε τουλάχιστον κάποια γευστική ευδαιμονία. Ας δούμε όμως πώς περιγράφει ο Holland ένα γεύμα του στην Αρχιεπισκοπή: «Φεύγοντας από το Σεράι του Βελή πασά, επιστρέψαμε στο σπίτι του Αρχιεπισκόπου, όπου παρέθεσαν γεύμα στη μία η ώρα. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος και οι ιατροί Βηλαράς και Βάγιας κάθισαν μαζί μας στο τραπέζι που, όπως και στα Ιωάννινα, ήταν απλά ένας μεγάλος δίσκος από κασσίτερο, τοποθετημένος σε ένα ξύλινο τρίποδα. Τα περισσότερα πιάτα σερβίρονταν μόνα τους. Μια αραιή σούπα, βραστό αρνί, ψητά πουλερικά, ψητό αρνί, πουλερικά φρικασέ με κάστανα, ένα πιάτο με αρνί και σέλινο, βραστό ρύζι που προσφέρονταν με ένα άλλο πιάτο με παράξενη σύνθεση από αχλάδια κομπόστα και αρνί ψητό στην κατσαρόλα. Ακολούθησε τυρί από κατσικίσιο γάλα και επιδόρπιο από σταφύλια και ελιές. Τα πιάτα αυτά με τη σειρά όπως αναφέρθηκαν, αποτέλεσαν το αρχιεπισκοπικό μας γεύμα στη Λάρισα. Τρεις ή τέσσαρες γενειοφόροι υπηρέτες, όλοι τους λειτουργοί στην εκκλησία, περίμεναν να τελειώσουμε και η υποταγή τους στην υψηλά ιστάμενη εκκλησιαστική φυσιογνωμία που είχαν μπροστά τους φαινόταν εντυπωσιακή. Από τη μια πλευρά ο υψηλός βαθμός εξουσίας, και από την άλλη η απόλυτη υποταγή σ’ αυτήν. Το βίαιο πνεύμα του Αλβανού δεν είχε χαθεί εντελώς στη συμπεριφορά του Έλληνα Αρχιεπισκόπου…».
Ένα μήνα ακριβώς μετά, στο δεύτερο σύντομο ταξίδι του στη Λάρισα (20 Δεκεμβρίου 1812), ο Holland περιγράφει ένα ακόμα δείπνο στο σπίτι του μητροπολίτη Πολυκάρπου, κάπως αλλιώτικο από το προηγούμενο: «Το τραπέζι του Αρχιεπισκόπου ήταν τώρα κάπως διαφορετικό, λόγω των επιταγών της μεγάλης νηστείας που προηγείται των Χριστουγέννων στην ελληνική εκκλησία. Αυτή η νηστεία, η οποία διαρκεί σαράντα ημέρες, τηρείται με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα από όλους τους Έλληνες όλων των τάξεων. Εν τούτοις δεν υπάρχει λόγος να παραπονούμαι για το αρχιεπισκοπικό γεύμα, το οποίο, αν και περιοριζόταν αποκλειστικά σε ψάρι και λαχανικά, ήταν μαγειρευμένο με τέτοια ποικιλία και τέχνη, που θα ικανοποιούσε ακόμα και έναν κοιλιόδουλο.
Ο Πολύκαρπος σπάνια απομακρυνόταν από το περιβάλλον της επισκοπικής κατοικίας. Λόγοι ασφάλειας τον ανάγκαζαν να κινείται μεταξύ του ναού του Αγίου Αχιλλίου και της επισκοπής, όπου είχε διαμορφώσει και την κατοικία του. Ο Holland περιγράφει πολύ ζωηρά αυτή την καθημερινή σχεδόν τρομοκρατία των χριστιανών της Λάρισας από τους Οθωμανούς: «Είχα ο ίδιος την ευκαιρία να παρατηρήσω τον τρόμο που αισθάνονται οι Έλληνες της Λάρισας για τους Τούρκους συμπολίτες τους. Η κατοικία του Αρχιεπισκόπου Πολυκάρπου έμοιαζε με φυλακή ή κρυφό καταφύγιο… Οι πόρτες που οδηγούσαν εκεί άνοιγαν πάντα με καχύποπτη αγωνία. Μια έκφραση εγρήγορσης και έλλειψης εμπιστοσύνης ήταν διαρκώς αισθητή στους ενοίκους του αρχοντικού. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος σπάνια φεύγει από τον περίβολό του, φοβούμενος προσβολές από τον τούρκικο όχλο αν τον δουν στους δρόμους της πόλης[3]. Τη δεύτερη ημέρα της διαμονής μας στο σπίτι του και ενώ καθόμασταν μαζί στο διαμέρισμά του, κάποιος Τούρκος με οργισμένη και εχθρική όψη μπήκε στο δωμάτιο, κάθισε χωρίς διατυπώσεις στον καναπέ, γέμισε την πίπα του και πήρε καφέ από τους υπηρέτες. Ο Ιεράρχης βρέθηκε προφανώς σε δύσκολη θέση, αλλά δεν αντέδρασε. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα έβγαλε κάποιο νόμισμα από το πορτοφόλι του, το έβαλε χωρίς να πει τίποτα στο χέρι του και ο Τούρκος εξαφανίσθηκε αμέσως».
-------------------------------------------------
[1]. Την περίοδο της τουρκοκρατίας πολλοί ευγενείς ξένοι επισκέπτες εύρισκαν φιλοξενία, έπειτα από διαταγή του πασά της Λάρισας, στην κατοικία του μητροπολίτη η οποία βρισκόταν στο Επισκοπείο.
[2]. Το 1812 που βρέθηκε ο Holland στη Λάρισα υπήρχαν πολλές θεωρίες γύρω από τη θέση της αρχαίας Τροίας. Όπως είναι γνωστό, η ακριβής θέση της διευκρινίστηκε από τις ανασκαφές του διάσημου αρχαιολόγου Schliemann μερικές δεκαετίες αργότερα.
[3]. Παρ’ όλες όμως τις προφυλάξεις που έπαιρνε, δεν απέφυγε τις βιαιότητες των βάρβαρων μωαμεθανών και είχε φρικτό θάνατο. Καρατομήθηκε από τον μαινόμενο τουρκικό όχλο τον Σεπτέμβριο του 1821, στις όχθες του Πηνειού.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Ο ΑΓΓΛΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (1812) - Α΄


Η Λάρισα όπως την κατέγραψε το 1912 ο Henry Holland στο περιηγητικό βιβλίο του. Από αριστερά ο Mevlevihane, η γέφυρα του Πηνειού, ο Τρανός μαχαλάς στον Λόφο και το τζαμί του Χασάν μπέηΗ Λάρισα όπως την κατέγραψε το 1912 ο Henry Holland στο περιηγητικό βιβλίο του. Από αριστερά ο Mevlevihane, η γέφυρα του Πηνειού, ο Τρανός μαχαλάς στον Λόφο και το τζαμί του Χασάν μπέη
Ένας από τους πολλούς Ευρωπαίους επισκέπτες της Λάρισας στις αρχές του 19ου αιώνα είναι ο Άγγλος ιατρός Henry Holland [1788-1873].
Γεννήθηκε στη γηραιά Αλβιόνα και σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Διέπρεψε στην επιστήμη του τόσο, ώστε κάποια στιγμή κατόρθωσε και έγινε προσωπικός ιατρός του βασιλικού ζεύγους της Αγγλίας (του πρίγκιπα Αλβέρτου και της βασίλισσας Βικτωρίας). Όμως παρά την αξιόλογη επαγγελματική του ανέλιξη, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του εύρισκε τον χρόνο και ταξίδευε συνεχώς σε Ευρώπη και Αμερική. Την Ελλάδα επισκέφθηκε μόλις τελείωσε τις σπουδές του, τον Οκτώβριο του 1812, σε ηλικία 24 ετών και παρέμεινε τέσσερις μήνες. Πρώτα πέρασε από τα Ιόνια νησιά και συνέχισε στα Ιωάννινα του Αλή πασά, από τον οποίο εφοδιάσθηκε με μπουγιουρντί για το ταξίδι του στη Θεσσαλία. Η ειδική αυτή άδεια, γραμμένη στα ελληνικά, απευθυνόταν στους κατά τόπους Τούρκους άρχοντες και προεστούς, τους οποίους πρόσταζε να διευκολύνουν, να περιποιηθούν, να προσφέρουν ένοπλη συνοδεία και να ικανοποιήσουν όλες τις επιθυμίες των ξένων, αλλιώς «…αν παραπονεθούν, να ξέρετε πως καμμιά δικαιολογία δεν θα ακούσω». Στη Λάρισα έφθασε στις 20 Νοεμβρίου 1812, με το νέο ημερολόγιο και παρέμεινε τέσσερις μέρες. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, επέστρεψε ξανά στη Λάρισα στις 19 Δεκεμβρίου για δύο ημέρες και εν συνεχεία κατέβηκε στην Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Επιστρέφοντας στην πατρίδα του κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα σημαντικό οδοιπορικό, το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1815, πλουτισμένο με 12 χαλκογραφίες με δικά του σχέδια. Λόγω της μεγάλης απήχησης που είχε το έργο του, κυκλοφόρησε το 1816 στην Ιένα η γερμανική μετάφρασή του, ενώ το 1819 έγινε η δεύτερη αγγλική έκδοση σε δύο πολυτελείς τόμους. Στην έκδοση αυτή, εκτός από τα 12 χαρακτικά της πρώτης, περιλαμβάνονται και 31 πρωτότυπα σχέδια του Holland, εκ των οποίων τα δύο είναι υδατογραφίες.
Σαν περιηγητής ο Holland δεν ανήκει στην κατηγορία των κλασσικών φιλολόγων ή των ερευνητών αρχαιολόγων, οι οποίοι ταξίδευαν στις χώρες της Ανατολής αναζητώντας αρχαίες μνήμες και ερείπια. Είναι περισσότερο ταξιδιώτης με πολύπλευρα ενδιαφέροντα, τόσο για την ιστορία των χωρών που επισκέπτεται, όσο και για το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον που συναντά. Δίνει πλήθος πληροφοριών για τη διαμόρφωση και τη σύσταση του εδάφους, τη βλάστηση, την παραγωγή, τον πληθυσμό, τις ασχολίες των κατοίκων, την οικονομική και πολιτιστική τους κατάσταση και προσπαθεί να σκιαγραφήσει ορισμένες προσωπικότητες που τον εντυπωσίασαν κατά την πρόσκαιρη γνωριμία τους. Έτσι το οδοιπορικό του διαφοροποιείται σημαντικά, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αφηγήσεις άλλων επισκεπτών της Ελλάδος. Είναι γραμμένο με απλότητα και ζωντάνια και καθώς είναι άνθρωπος με ποικίλα ενδιαφέροντα, ευαισθησίες και διεισδυτική παρατηρητικότητα και επιμένει περισσότερο στην καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας, οι εντυπώσεις του αποτελούν ένα σημαντικό και αξιόπιστο ιστορικό τεκμήριο της προεπαναστατικής περιόδου για την πόλη μας.
Για την επίσκεψή του στη Λάρισα ο Holland αφιερώνει ειδικά πολλές σελίδες του οδοιπορικού του, ίσως τις περισσότερες από κάθε άλλο περιηγητή. Θεωρείται ότι είναι ο περιηγητής που έχει περιγράψει τη Λάρισα ακριβώς όπως τη βρήκε κατά την ανήσυχη αυτή προεπαναστατική περίοδο. Εκείνο όμως που κάνει πολύ ζωντανή τη περιγραφή του είναι οι ατέρμονες συζητήσεις για ποικίλα θέματα που είχε με συναδέλφους του ιατρούς και τον μητροπολίτη Λαρίσης κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στην πόλη μας. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να αφιερώσουμε κάποια κείμενα για τον ενδιαφέροντα αυτόν περιηγητή από την Αγγλία. Επίσης ο ίδιος μας άφησε στο βιβλίο του εκτός από τις αναμνήσεις του από τη Λάρισα και ένα θαυμάσιο χαρακτικό της το οποίο στην εποχή του είχε μεγάλη απήχηση. Έτσι οι λεπτομέρειες που αναφέρει είναι πολλές και χρήσιμες.
Καθώς φθάνει στην πόλη (20 Νοεμβρίου 1812), φιλοξενείται στην κατοικία του μητροπολίτη Πολύκαρπου Δαρδαίου. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να συναντήσει τρεις Έλληνες συναδέλφους του ιατρούς, τον ξακουστό ιατροφιλόσοφο Ιωάννη Βηλαρά και τους επτανήσιους Λουκά Βάγια και Θεριανό. Μένει έκθαμβος από την προσωπικότητα, τις απέραντες γνώσεις, την ευαισθησία και την οξυδέρκεια του Βηλαρά, κατατάσσοντάς τον στους πιο αξιόλογους λόγιους της Ελλάδας. Παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής στον μητροπολιτικό, και μοναδικό για τη Λάρισα, ορθόδοξο ναό του Αγίου Αχιλλίου και από τη λειτουργική αυτή σύναξη καταγράφει με την πέννα του ότι συνέλαβε το μάτι και η αντίληψη ενός ετερόδοξου χριστιανού. Εκπλήσσεται δυσάρεστα από το πολύπλοκο τελετουργικό της βυζαντινής θείας λατρείας, το οποίο όμως κατά βάθος τον εντυπωσιάζει. Επισκέπτεται τον διοικητή της Λάρισας Βελή πασά, γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων, τον οποίο και θεωρεί ως τον μόνο Τούρκο που δείχνει ειλικρινές ενδιαφέρον για τις ελληνικές αρχαιότητες, αγνοώντας προφανώς τις λαμπρές επιδόσεις του στην αρχαιοκαπηλία. Και τέλος μετακινείται με την άμαξα του Βελή πασά σε τοποθεσίες γύρω από τη Λάρισα και επιχειρεί διαδρομές σε κοντινές πόλεις, όπως λ.χ. στον Τύρναβο.
Για τη Λάρισα ο Holland δεν εκφράζεται και με τα καλύτερα λόγια. Γράφει: «Η πόλη της Λάρισας βρίσκεται σε ένα μικρό ύψωμα, στη δεξιά όχθη της Σαλαμπριάς[1] και κάνει μεγαλειώδη τη θέα από μακριά η παρουσία των μιναρέδων των 24 τζαμιών που κοσμούν την πόλη… Η Σαλαμπριά είναι το μόνο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της πόλης, που εδώ είναι πλατύ και βαθύ ποτάμι και πλησιάζοντας στην πόλη, μέσα από ένα κομμάτι δασωμένης κοιλάδας, κυλά κάτω από ένα μοναστήρι Δερβίσηδων[[2] δύο μεγάλα τουρκικά τζαμιά και αρκετές ομάδες ψηλών κτιρίων. Έπειτα περνώντας από κάποιον μελαγχολικό φράκτη τούρκικου νεκροταφείου, εξαφανίζεται και πάλι ανάμεσα στα δένδρα. Το εσωτερικό της πόλης είναι άσχημο και άτακτο, οι δρόμοι είναι κακοφτιαγμένοι, στενοί και βρώμικοι, αλλά και στα σπίτια των κατοίκων διακρίνεται αυτή η ερειπωμένη όψη. Τα Παζάρια (αγορές), που αποτελούν ως συνήθως το κεντρικό μέρος μιας πόλης, είναι μάλλον αδιάφορα όσον αφορά τα εμπορεύματά τους, τα οποία είναι προϊόντα μεταποίησης. Περπατώντας στους δρόμους των προαστίων της πόλης, παραξενεύτηκα από τον μεγάλο αριθμό των νέγρων, που ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο είχα παρατηρήσει σε οποιαδήποτε άλλη τουρκική πόλη. Πολλοί από τους εξωτερικούς αυτούς δρόμους, λόγω της θέσης τους είναι εκτεθειμένοι στις πλημμύρες της Σαλαμπριάς και ένα χρόνο περίπου πριν από την επίσκεψή μας στη Λάρισα, λέγεται ότι μερικές εκατοντάδες αγροικίες καταστράφηκαν από την αιτία αυτή, ενώ τα ερείπιά τους φαίνονται ακόμα σε πολλά σημεία. Οι κατοικίες στις συνοικίες αυτές της Λάρισας είναι κατασκευασμένες στο μεγαλύτερο μέρος τους από πέτρα, ξύλο και πηλό, άτεχνα συνδυασμένα… Ενδεχομένως η τοποθεσία της αρχαίας Λάρισας να ήταν κοντά στη σημερινή πόλη και αν είναι έτσι πράγματι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ακρόπολη που αναφέρει ο Τίτος Λίβιος, βρισκόταν στο ύψωμα που κρέμεται πάνω από τη γέφυρα του Πηνειού. Σε διπλανό σημείο βρίσκεται τώρα ένα μεγάλο τζαμί, του οποίου το πρόστεγο στηρίζεται σε κίονες από αρχαία κτίρια. Είναι τοποθετημένοι με γνήσια τουρκικό τρόπο, άλλοι έχουν το κιονόκρανο ανεστραμμένο, έτσι ώστε να στηρίζει τον κορμό του κίονα και άλλοι με τη βάση εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται το κιονόκρανο[3]. Σε ένα άλλο σημείο της πόλης παρατηρήσαμε τα υπολείμματα ενός αγάλματος από πολύ καλό μάρμαρο σαν γωνιακή πέτρα σε κάποιο δρόμο, καθώς και άλλες πέτρες με εμφανή τα ίχνη ελληνικών επιγραφών, όλες τους όμως δυσανάγνωστες από τη φθορά του χρόνου».
(Συνεχίζεται)
-------------------------------------------
[1]. Σαλαμβριάς είναι η μεσαιωνική ονομασία του Πηνειού. Οι Τούρκοι τον ονόμαζαν με τη λέξη Κιοστέμ, η οποία αποτελεί παραφθορά της ελληνικής λέξεως Λυκοστόμιο.
[2]. Ο Holland αναφέρεται στον λεγόμενο Mevlevihane, ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα το οποίο βρισκόταν ακριβώς αριστερά όπως έβγαινε κανείς από τη μεγάλη λίθινη γέφυρα του Πηνειού.,
[3]. Αναφέρεται στο τζαμί του Χασάν μπέη.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου