Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

«…την πόλιν την παρδαλήν, την μικράν και όμως μεγάλην»

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΕΦΕΔΡΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΡΙΣΑ ΤΟΥ 1897


Έλληνες στρατιώτες συγκεντρωμένοι έξω από το κτίριο των Δικαστηρίων στην Κεντρική πλατεία,  λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου. Δεξιά μέρος του ξενοδοχείου «Το Στέμμα». Απρίλιος 1897.  Από το βιβλίο «Going to war in Greece» του Frederic Palmer. Νέα Υόρκη, 1897. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΈλληνες στρατιώτες συγκεντρωμένοι έξω από το κτίριο των Δικαστηρίων στην Κεντρική πλατεία, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου. Δεξιά μέρος του ξενοδοχείου «Το Στέμμα». Απρίλιος 1897. Από το βιβλίο «Going to war in Greece» του Frederic Palmer. Νέα Υόρκη, 1897. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Τον Μάρτιο του 1897 κάποιες συνοριακές αψιμαχίες εκατέρωθεν της ελληνοτουρκικής μεθορίου, δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα, η οποία προοιώνιζε ότι στα θεσσαλικά σύνορα θα συνέβαιναν πολύ σύντομα σοβαρά πολεμικά γεγονότα, παρά το γεγονός ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τα αποσοβήσουν.
Η Λάρισα, λόγω θέσεως και γειτονίας με τα σύνορα, υπήρξε ο τόπος συγκεντρώσεως των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και η έδρα του ελληνικού στρατηγείου. Χιλιάδες στρατιώτες, έφεδροι και εθελοντές με τους αξιωματικούς τους έφθασαν στην πόλη μας και κατέλυσαν στους στρατώνες και σε διάφορους πρόχειρους καταυλισμούς, μέχρις ότου να προωθηθούν στο μέτωπο.
Ένας από τους εφέδρους στρατιώτες, ο οποίος έλαβε μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις, λίγες εβδομάδες μετά την ανακωχή που σήμανε το τέλος του πολέμου, άρχισε να γράφει τις εντυπώσεις του από τη δοκιμασία αυτή στην εφημερίδα των Αθηνών «Εμπρός» σε συνέχειες, με τίτλο: «ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Σημειώσεις εφέδρου». Το κείμενο είναι ανώνυμο και έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Σήμερα θα δημοσιεύσουμε το απόσπασμα από τις εντυπώσεις του που έχει σχέση με την περιγραφή της Λάρισας τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο συγγραφέας του φαίνεται να είναι μορφωμένος, έχει πλούσιο λεξιλόγιο, ως γλώσσα χρησιμοποιεί την απλή καθαρεύουσα[1], οι προτάσεις του είναι μικρές, οι αναφορές σύντομες αλλά περιεκτικές και η περιγραφή του καθαρή και πειστική.
Το συγκεκριμένο απόσπασμα δημοσιεύθηκε στο φύλλο της εφημερίδας που κυκλοφόρησε στις 6 Ιουνίου 1897[2]. Κατά την εξιστόρηση, το σώμα των εφέδρων έφθασε ατμοπλοϊκώς στον Βόλο και απ’ εκεί με τον θεσσαλικό σιδηρόδρομο προσέγγιζε τη Λάρισα. Ήταν αρχές Απριλίου και αφήνουμε τον συντάκτη να μας περιγράψει σχετικά:
«Δέκα λεπτά της ώρας μάς έμεναν ακόμη. Έξαφνα τα βαγόνια εσείσθησαν από την κραυγή:
- Η Λάρισσα, η Λάρισσα!... Και με βλέμματα λαίμαργα και με οφθαλμούς απλήστους, τα πρόσωπα όλων ευρέθησαν κολλημένα επάνω εις τους χονδρούς υαλοπίνακας των κλειστών θυρίδων του τραίνου.
- Ανοίξατε τα παράθυρα, ανοίξατε τα παράθυρα, εφώναζαν πολλοί.
Ευρισκόμεθα πλέον εις τα σύνορα. Η χαρά μας ήτο απερίγραπτος. Ούτε ζητωκραυγαί, ούτε φωνές και γέλια αυτή τη φορά. Αληθινή συγκίνησις. Σωστός ενθουσιασμός. Τα στόματα εκείνα τα φλύαρα, τα οποία προ ολίγου εσκόρπιζαν τόσην τρέλλαν, εκλείσθησαν τώρα διά μιας, όπως συμβαίνει εις όλας τας αιφνιδίας και μεγάλας δονήσεις της ψυχής. Και μόνον όταν η αμαξοστοιχία έστη (σταμάτησε) και απεβιβάσθημεν, ο υπερχειλίσας ενθουσιασμός εξερράγη εις ένα θούριον, υπό τον ήχον του οποίου εισήλθομεν εις την πόλιν.
Ο εκτελών χρέη σημαιοφόρου συνάδελφός μας προηγήθη και πάλιν, φέρων επ’ ώμου τον γυμνόν κορμόν ενός πελωρίου κλάδου, εις την άκραν του οποίου εκυμάτιζε υπόλευκον λείψανον…πετσέτας!... Η διά των οδών της πόλεως παρέλασις υπήρξε πανηγυρικωτάτη. Μερικά καταστήματα ήσαν σημαιοστόλιστα. Από τους δρόμους από τους οποίους διηρχόμεθα, το πλήθος εζητωκραύγαζε ως μαινόμενον. Πολλοί οπλιζόμενοι με μιαν σημαίαν μας ηκολούθουν. Τα παράθυρα των σπητιών ηνοίγοντο και επρόβαλαν γελαστά τα πρόσωπα των γυναικών. Μία, με δύο μαύρα λυγωμένα μάτια της ρωμαντικής σχολής, καταλαμβάνεται υπό αιφνιδίου πολεμικού μένους και κατασπαράσσει εντός των χειρών της μίαν πτωχήν ανθοδέσμην. Και το άκακο μπουκετάκι πέφτει σκόρπιο επάνω μας.
Εφθάσαμεν εις την πλατείαν όπου το νεόκτιστον Τουρκικόν τέμενος[3]. Εκεί είχε τόσος κόσμος συσσωρευθή, ώστε μόλις και μετά βίας κατωρθώθη να διέλθωμεν. Συνέβη όμως και κάτι άλλο. Ο συνωστισμός και η σύγχυσις διευκόλυναν πάλιν την… απόδρασιν του ενός τρίτου τουλάχιστον εξ ημών και ο δυστυχής ενωμοτάρχης απέμεινε και πάλιν «ανέραστος και άφιλος». Τοιουτοτρόπως τη ανελπίστω βοηθεία του συνωστισμού το εσκάσαμε δι’ εικοστήν φοράν. Άλλως τε η ώρα της παραδόσεώς μας εις τον λόχον εσήμανε και έπρεπε τέλος πάντων να πανηγυρίσωμεν τας τελευταίας στιγμάς.
Διά τους πολλούς σημεία κατευθύνσεως είχον ορισθεί τα διάφορα ξενοδοχεία. Η ιδική όρεξις ανέβηκε εις τα μάτια, και τα βλέμματά μου ανήσυχα περιεστρέφοντο ζητούντα να χορτάσουν απ’ όλα. Μετά τον Βόλον, ήτο η δευτέρα πόλις η Λάρισα, όπου επί τρεις ώρας η κεφαλή μου εστρέφετο επί των ώμων μου με το στόμα χάσκων διαρκώς. Την πρώτην εντύπωσιν μου έκαμαν οι πανύψηλοι μιναρέδες με την μυτερή κορυφή τους, άνωθεν της οποίας κίτρινον μέταλλον εικόνιζε του Ενδυμίωνος[4] το προσφιλές ήμισυ… Έπειτα η ποικιλία των μορφών, αι καλλοναί και τα ασχημόμουτρα, τα κυρτά σώματα και οι στερεότυπες φάτσες των Εβραίων, ο Ιμάμης ο χωμένος μέσα στα φαρδιά αντηριά του[5], το πωλούμενον ύδωρ εντός των δερματίνων σάκκων, οι χανούμισες με τα φασκιωμένα μουτράκια τους και τόσα άλλα. Μωσαϊκόν ανθρώπων και οικοδομών και δρόμων. Χωριό και πόλις και επαρχία και πρωτεύουσα. Τζαμιά και ναοί χριστιανικοί και συναγωγαί και ονόματα συνοικιών τουρκικά. Καλπάκια[6] και ρεπούμπλικες και σκούφιες και φεσάκια κόκκινα και ημίψηλα. Παράθυρα κλειστά και κόσμος φοβισμένος και κόσμος δίχως ελευθερίαν και δίχως πολιτισμόν.
Εις δύο ώρας διέτρεξα όλην την πόλιν σχεδόν. Διήλθον τα δύσβατα καλντερίμια της, εισεχώρησα και εις τα μάλλον αφανή και απρόσιτα στενοσόκακα, έκαμψα όλας τας ομαλάς και ανωμάλους γωνίας της και ηφανίσθην εντός του βρωμερού λασπώδους απείρου της… Εδώ ερείπια τουρκικού τεμένους, σωροί νεκράς ισχύος και δόξης, σκοτεινά, μαύρα, άμορφα σαν ξεθαμμένα οστά κάποιου μεγάλου νεκρού… Πάρα κάτω ερημία και γύμνια και έπειτα ένα σπίτι ξεβαμμένο, σαθρόν, κινδυνεύον να καταρρεύση με το πρώτον φτέρνισμα του κυρίου του και πάλιν ερημία και έπειτα ένας δρόμος πλωτός… από την λάσπην ή μία παράγκα μη αντιπροσωπεύουσα τίποτε. Καλλοναί επί ερειπίων και ερείπια επί καλλονών.
Όπλα ανακατωμένα εις αυτήν την πόλιν την παρδαλήν, την μικράν και όμως μεγάλην διά τα παράξενά της. Μία περίπτυξις του ωραίου και της αηδίας. Η συνοικία των Εβραίων και ο τουρκικός μαχαλάς και έξαφνα η πλατεία με την φιλαρμονικήν και δίπλα η αγορά με τα… βρωμοπωλεία[7] της και εις το μέσον το νοσοκομείον…! [8] και απέναντι τα Δικαστήρια και στο πλάϊ αι φυλακαί και κολλητά το ταχυδρομείον[9] και αριστερά η διεύθυνσις της αστυνομίας και δεξιά τα πατσατζίδικα. Αέναος συμπλοκή οδών και διεθύνσεων και συγκρούσεις οικιών και δημοσίων καταστημάτων. Και εις τα τελευταία ο Πηνειός, θολωμένος κι’ αυτός, περνάει ήσυχα-ήσυχα δίπλα της, με μίαν ύπουλον γαλήνην και με όλην την γοητείαν γυναικείας υποκρισίας. Σιγά-σιγά, σαν να μην έχη διόλου δύναμιν, της χαϊδεύει το πλευρόν έως ότου την ξεγελάση και το ποταμάκι το άρρωστο και αδύνατο ξεσπάση σε καμμία φοβερή πλημμύρα και την καταβροχθίση με λαιμαργίαν λυσσασμένου θηρίου.
Πέντε ώρες επέρασαν. Είχα σχεδόν λησμονήσει τον λόγον διά τον οποίον ευρισκόμην εκεί και εδόθην με ηλιθιότητα ρωμαντικού εραστού εις την ρέμβην την λικνιστικήν και την γοητείαν την οποίαν εδοκίμαζα από την συχνήν αλλαγήν των εντυπώσεων, όταν ένα οξύ σάλπισμα...».
———————
[1]. Η γλώσσα διατηρείται ως έχει, καθώς νομίζουμε ότι αποδίδει καλύτερα το κλίμα της εποχής. Όσες λέξεις είναι δυσνόητες θα επεξηγούνται άμεσα εντός παρενθέσεως. Σε ορισμένα δε σημεία θα γίνεται σχολιασμός στις υποσημειώσεις για ευχερέστερη κατανόηση.
[2]. Η εντόπιση του δημοσιεύματος έγινε από τον Αχιλλέα Καλτσά, μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, τον οποίον και ευχαριστώ για την παραχώρηση.
[3]. Πρόκειται για την πλατεία Ανακτόρων, σημερινή πλατεία Μπλάνα ή Λαού, ανατολικά της οποίας υψωνόταν το Γενί τζαμί, αυτό που διασώζεται μέχρι σήμερα και είχε κτισθεί πρόσφατα (1891). Στην Κεντρική πλατεία είχε συγκεντρωθεί ο τακτικός στρατός.
[4]. Κατά τη μυθολογία, ο Ενδυμίων, βασιλιάς της Ήλιδας (Τροίας), ήταν ο ωραιότερος των θνητών. Τον ερωτεύθηκε παράφορα η Σελήνη και με τη συμβολή του Δία κατόρθωσε να τον κάνει να κοιμάται αιώνια, χωρίς να χάνει την ομορφιά του. Εδώ ο συγγραφέας με την επιτυχημένη αναφορά του στον μύθο του Ενδυμίωνα και της Σελήνης περιγράφει την τουρκική ημισέληνο.
[5]. Αντηριά και αντεριά, είναι τα ζωστικά, δηλαδή ο χιτώνες που φορούν οι ιερωμένοι κάτω από το μαύρο ράσο, κατά την καθημερινή τους αμφίεση.
[6]. Καλπάκι. Τουρκική λέξη, η οποία σημαίνει κάλυμμα κεφαλής, σαν αυτό που φορούν οι μοναχοί.
[7]. Εννοεί την οδό Πανός με συγκεντρωμένα τα χασάπικα, μανάβικα και ψαράδικα, τα οποία λόγω της φύσεώς τους διέχεαν έντονη δυσοσμία.
[8]. Το στρατιωτικό νοσοκομείο στεγαζόταν τότε στο κτίριο του Διδασκαλείου.
[9]. Το Ταχυδρομείο ήταν συνέχεια των φυλακών, επί της σημερινής οδού Φιλελλήνων. Η παλαιότερη άποψή μου ότι την εποχή εκείνη το Ταχυδρομείο βρισκόταν στην ομώνυμη πλατεία, όπου σήμερα το Grand Hotel, απεδείχθη λανθασμένη, όπως επιβεβαιώνεται και από την περιγραφή. Η μεταφορά του στην πλατεία Ταχυδρομείου έγινε αργότερα, όταν Φυλακές και Ταχυδρομείο κατεδαφίσθηκαν το 1904 για να κτιστεί το μέγαρο Χατζημέτου (Λέσχη Ασλάνη).
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Μέγαρο Κατσαούνη


Το Μέγαρο Κατσαούνη στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας, επί της οδού Κούμα.  Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1935. Αρχείο Αντωνίου ΓαλερίδηΤο Μέγαρο Κατσαούνη στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας, επί της οδού Κούμα. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1935. Αρχείο Αντωνίου Γαλερίδη
Ο τίτλος του σημερινού κειμένου «Μέγαρο Κατσαούνη» ίσως να μην προσδιορίζει για τους περισσότερους τίποτε.
Όμως για την ιστορία του 20ού αιώνα της Λάρισας ήταν ένα κτίριο από το οποίο παρέλασαν πολλοί επαγγελματίες, ιδιωτικές, δημόσιες και στρατιωτικές υπηρεσίες. Το μέγαρο αποτυπώνεται στη δημοσιευόμενη φωτογραφία του 1935. Πρόκειται για λεπτομέρεια μεγαλύτερης εικόνας, εκτυπωμένης σε επιστολικό δελτάριο της εποχής, με τίτλο «Ο Εορτασμός της εκατοντ/ρίδος εν Λαρίσση». Ο εορτασμός αυτός έγινε με πρωτοβουλία της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας των Θεσσαλών[1]. Ο καθυστερημένος εορτασμός της κατά τέσσερα έτη από τη συμπλήρωση της εκατονταετίας από την Επανάσταση του 1821, οφείλεται κυρίως στην ανώμαλη πολιτική κατάσταση που επικρατούσε κατά την περίοδο εκείνη. Από την ανάλυση της γραμματοσειράς του τίτλου του επιστολικού δελταρίου συμπεραίνεται ότι είναι έκδοση του Λαρισαίου Ιωάννη Κουμουνδούρου.
Μετά την απελευθέρωση του 1881 και πριν κτισθεί το κτίριο τη φωτογραφίας, υπήρχε κενός χώρος, μια μεγάλη μάντρα, στο βάθος της οποίας ήταν κτισμένο ισόγειο κτίσμα, το οποίο στα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης στέγαζε το φωτογραφείο του Περικλή Θεοδωρίδη. Αργότερα, στο ίδιο κτίριο λειτουργούσε από κάποιον ανδρεικελλοπαίκτη Καραγκιόζης. Ο χώρος αυτός ήταν ιδιοκτησία του δικηγόρου Αριστοτέλη Ιατρού και συνόρευε με την ιδιόκτητη κατοικία του[2]. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο ελεύθερος χώρος με το μικρό κτίσμα περιήλθαν στην ιδιοκτησία των αδελφών Κατσαούνη[3], οι οποίοι το αξιοποίησαν και έκτισαν τη διώροφη νεοκλασική οικοδομή της φωτογραφίας. Ο επάνω όροφος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για κατοικία τους, ενώ το ισόγειο ενοικιάσθηκε κατά διαστήματα σε διάφορες επιχειρήσεις και ιδιώτες. Το ισόγειο είχε τέσσερεις πόρτες και μία θύρα εισόδου για τον επάνω όροφο. Από τις πρώτες επιχειρήσεις είναι γνωστό ότι σ’ αυτό στεγάστηκε η Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, η οποία είχε ενοικιάσει δύο πόρτες. Η διάρκεια της τράπεζας αυτής δεν ήταν μεγάλη. Το 1917, σε φωτογραφία των γαλλικών δυνάμεων της Αντάντ που κατέλαβαν τη Λάρισα κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, διακρίνουμε σε δύο πόρτες του ισογείου την επιγραφή «Ζαχαροπλαστείον Doree Δ. Α. Πάλτσου». Ο επάνω όροφος την περίοδο εκείνη είχε επιταχθεί από τους Γάλλους, οι οποίοι εγκατέστησαν το στρατηγείο τους, με επικεφαλής τον στρατηγό Venel και το επιτελείο του[4]. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τις οικογένειες Κατσαούνη να εγκαταλείψουν τη Λάρισα και να εγκατασταθούν στην Αθήνα.
Με την αποχώρηση των Γάλλων δύο πόρτες στο ισόγειο ενοικιάστηκαν για να εγκατασταθεί η «Τράπεζα Θεσσαλίας» των αδελφών Στυλιανού Παπαγεωργίου, με διευθυντή τον Νικόλαο Φίλιο[5]. Σε μια άλλη πόρτα είχε Κουρείο πολυτελείας ο Αθανάσιος Κωτούλας. Μέχρι το 1941 από το ισόγειο πέρασαν διάφοροι επαγγελματίες. Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία του 1935 διακρίνουμε τις εξής επιγραφές: αριστερά στεγάζεται ο «Εμποροράπτης Κυριακίδης», εν συνεχεία το «Κομμωτήριον η Αφροδίτη» και μαζί το «Κουρείον Αθανασίου Κωτούλα» και δεξιά το υποκατάστημα της «Λαϊκής Τράπεζας».
Ο επάνω όροφος ενοικιάστηκε από το Δημόσιο, παραχωρήθηκε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών και σ’ αυτό εγκαταστάθηκε το Στρατηγείο της Ταξιαρχίας Ιππικού που είχε έδρα τη Λάρισα. Διοικητής του την περίοδο εκείνη ήταν ο συνταγματάρχης Γεώργιος Δελαγραμμάτης, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Αθήνας. Όταν εγκαταστάθηκε στη Λάρισα έφερε μαζί και το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, γεγονός το οποίο ενθουσίασε τους κατοίκους της πόλης, καθώς την περίοδο εκείνη ήταν ελάχιστα τα αυτοκίνητα, τα οποία κυκλοφορούσαν στους χωμάτινους δρόμους της. Ο Δελαγραμμάτης και η κομψή σύζυγός του με την παρουσία τους στη Λάρισα έδωσαν έναν ιδιαίτερο τόνο στην κοσμική και κοινωνική ζωή της πόλης. Ο συνταγματάρχης, όπως σχεδόν και όλοι οι αξιωματικοί, κυκλοφορούσε πάντοτε με τη στολή του, φορούσε στο αριστερό μάτι του μονόκλ και εντυπωσίαζε όσους τον έβλεπαν να κάνει περιπάτους ή να οδηγεί το αυτοκίνητό του.
Μετά την αποχώρηση του Δελαγραμμάτη, τη θέση του διοικητού της Ταξιαρχίας Ιππικού ανέλαβε ο συνταγματάρχης τότε Αλέξανδρος Παπάγος και όταν ο τελευταίος μετατέθηκε στην Αθήνα, τον διαδέχθηκε ο συνταγματάρχης Τσαγγαρίδης. Όταν τέλος η Ταξιαρχία έγινε Μεραρχία Ιππικού, η έδρα του μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και η Λάρισα στερήθηκε μια ένδοξη και επίλεκτη μονάδα, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τα τέκνα των αριστοκρατικών οικογενειών την εποχή εκείνη κατατάσσονταν στο Ιππικό[6], όπως σήμερα συμβαίνει κυρίως με το ναυτικό, αλλά και την αεροπορία.
Το 1941 ο επάνω όροφος υπέστη ζημιές και κατέστη ακατοίκητος και περιήλθε στην ιδιοκτησία του Θεόδωρου Λεόντιου. Μεταπολεμικά ο κατεστραμμένος όροφος γκρεμίστηκε και το κτίσμα λειτούργησε ως ισόγειο. Στέγασε το καφενείο «Παλλάδιον», ξακουστό για την εποχή του και αργότερα το «Μικρό Ολύμπιον», σε αντιδιαστολή με το ζαχαροπλαστείο «Ολύμπιον» του Δήμου Γκουνταρούλη, το οποίο βρισκόταν στο ισόγειο του ομώνυμου ξενοδοχείου, επί της οδού Κύπρου (των Έξ τότε).
Κάποια στιγμή το κτίσμα του «Παλλάδιου» περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εμπορικής Τράπεζας[7]. Το 1979 κατεδαφίστηκε και μαζί του κατεδαφίστηκε και το διπλανό κτίριο του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας για να κατασκευαστεί πολυώροφη οικοδομή, ενώ συγχρόνως δημιουργήθηκε και ο πεζόδρομος της οδού Μαρίνου Αντύπα.

[1]. Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία των Θεσσαλών της Αθήνας, ένα σωματείο Θεσσαλών επιστημόνων ιδρύθηκε το 1929. Ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας υπήρξαν διαπρεπείς πνευματικοί άνθρωποι, επιτυχημένοι επιχειρηματίες και ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί της εποχής. Πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας εξελέγη ο Δημ. Τσοποτός, βαθύς γνώστης και μελετητής της ιστορίας της Θεσσαλίας.
[2]. Η κατοικία της οικογένειας Ιατρού κτίστηκε γύρω στα 1890 και βρισκόταν παραπλεύρως του κτιρίου του Γυμνασίου-Διδασκαλείου (των μετέπειτα Δικαστηρίων), από τα οποία χωριζόταν με μεσοτοιχία. Είχε πρόσοψη επί της οδού Παπακυριαζή (Μουσών τότε). Η κατοικία αυτή αγοράστηκε από τον Στέφανο Καζαντζή, ο οποίος το παραχώρησε ως προίκα στον σύζυγο της αδελφής του ιατρό ακτινολόγο Ριζόπουλο.
[3]. Οι αδελφοί Κατσαούνη ήταν σπουδαίοι επιχειρηματίες. Εκτός από μια σειρά αστικών κτισμάτων στην οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου) και στην οδό Ανδρούτσου, είχαν δημιουργήσει το πρώτο παγοποιείο στη Λάρισα στα Ταμπάκικα και μια υδραντλία στον Βλαχομαχαλά για την άντληση πόσιμου νερού από την κοίτη του Πηνειού.
[4]. Είναι χαρακτηριστικές οι φωτογραφίες του Υπουργείου Πολιτισμού της Γαλλίας από την περίοδο εκείνη, οι οποίες μας αποκαλύπτουν το εσωτερικό του διαδρόμου και των γραφείων του επάνω ορόφου του Μεγάρου Κατσαούνη, καθώς και απόψεις από την ομιλία του στρατηγού Sarrail από τον εξώστη του κτιρίου προς το συγκεντρωμένο πλήθος στην Κεντρική πλατεία.
[5]. Ο Νικόλαος Φίλιος παρ’ ότι είχε σπουδάσει ιατρός, δεν εξάσκησε ποτέ του την ιατρική επιστήμη, γιατί προτίμησε να γίνει τραπεζίτης. Αργότερα τον συναντάμε και διευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στη Λάρισα. Από τις θέσεις του αυτές συνέβαλε αποτελεσματικά στην ανάπτυξη του εμπορίου της Λάρισας.
[6]. Ένας από τους γιους του Γεωργίου Α’ ο πρίγκιπας Ανδρέας (1882-1944) το 1905 μετατέθηκε για ένα διάστημα στην Ταξιαρχία Ιππικού στη Λάρισα και μαζί με τη σύζυγό του Αλίκη, αδελφή του λόρδου Μαουντμπάτεν, διέμεναν στο αρχοντικό του Σκαλιώρα.
[7]. Ο Δημήτριος Μάναγας, παλαιότερα διευθυντής της Εμπορικής Τράπεζας, αναφέρει σχετικά:
«Το 1972 αγόρασα το «Παλλάδιον» από τον Γεώργιο Λεόντιο, μετά τον θάνατο του πατέρα του Θεόδωρου… Αγοράσαμε λοιπόν αυτό το κτίριο και μάλιστα η τράπεζα έδωσε γύρω στα 2 ½ μέτρα και άλλα τόσα πήραν από τα δικαστήρια και έγινε ο πεζόδρομος - οδός Μαρίνου Αντύπα, ο οποίος δεν υπήρχε πριν».

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τα παλιά ψυχαγωγικά κέντρα της Λάρισας-περιοχή του ΣΕΚ (ΟΣΕ)

 
Το Καφεζυθεστιατόριο "Παυσίλυπον" επί της οδού Παλαιολόγου, απέναντι από τον Σιδηροδρομικό  Σταθμό του Λαρισαϊκού. Μεταπολεμική φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Ζιαζιά Το Καφεζυθεστιατόριο "Παυσίλυπον" επί της οδού Παλαιολόγου, απέναντι από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό του Λαρισαϊκού. Μεταπολεμική φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Ζιαζιά
--Ένα από τα παλαιότερα εξοχικά κέντρα της παλιάς Λάρισας υπήρξε το "Παυσίλυπον". Η ετυμολογία της λέξης (παύση + λύπη) προσδιορίζει την ικανότητα των υπεύθυνων του καταστήματος να κάνουν τους θαμώνες του να βιώσουν για κάποιο διάστημα ευχάριστες
στιγμές και να ξεχάσουν τις καθημερινές βιοτικές μέριμνες. Βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το κτίριο των ΣΕΚ (Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους, ο σημερινός ΟΣΕ). Ιδρυτής του ήταν ο Λαρισαίος Αλέκος Ξυραδάκης[1], ο οποίος το έκτισε πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, περίπου στις αρχές του 20ού αιώνα, και το διατήρησε σε λειτουργία για πολλά χρόνια. Το αρχικό κέντρο είχε τη μορφή πολυγωνικού κτίσματος, σαν ένα είδος ροτόντας και θαμώνες του ήταν οι ξενύχτηδες της εποχής. Θεωρούνταν εξοχικό, καθώς δεν υπήρχαν άλλα κτίσματα στην περιοχή, ο σιδηροδρομικός σταθμός ήταν ξεκομμένος από την πόλη και τα τελευταία σπίτια της Λάρισας έφθαναν μέχρι τη Φαρσαλόπορτα και το χαντάκι που σήμερα έχει αντικατασταθεί από τη Λεωφόρο Ηρώων Πολυτεχνείου. Διέθετε ορχήστρα με λαϊκά όργανα και πίστα χορού. Κατά το 1928 περίπου το κτίσμα αυτό κατεδαφίστηκε και στη θέση του οικοδομήθηκε νέο, ισόγειο κατάστημα με ευρύχωρη αίθουσα και ταράτσα. Διατηρούνταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια επί της οδού Παλαιολόγου, στο ύψος της πλατείας Σταθμού. Την επιχείρηση είχε αναλάβει τότε ο Αθανάσιος Αρμένος, ο οποίος αργότερα συνεργάστηκε με τον Γ. Προκόπουλο. Στην αρχή το κατάστημα χρησιμοποιήθηκε βασικά σαν καφενείο και σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως τους θερινούς μήνες, μετακαλούσε και ορχήστρες. Αργότερα δούλεψε και ως καφεζυθεστιατόριο. Τα καλοκαίρια στη δροσερή ταράτσα γλεντούσαν οι Λαρισαίοι με κιθάρες και καντάδες[2].
Στη φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό κείμενο διαβάζουμε την επιγραφή του κέντρου "Καφφέ Ζυθεστιατόριον ΠΑΥΣΙΛΥΠΟΝ Αθ. Αρμένου, Γ. Προκόπουλου". Το κατάστημα διέθετε τέσσερες πόρτες. Το "Παυσίλυπον" χρησιμοποιούσε τις τρεις, ενώ στην τέταρτη στεγαζόταν το Κουρείο του Πάνου Ν. Παπαηλιού. Η μέρα είναι ηλιόλουστη. Στην ταράτσα μια παρέα φλερτάρει χαριτωμένα με τον φωτογραφικό φακό. Στο πεζοδρόμιο έχουν αναπτυχθεί τραπεζοκαθίσματα με αραιούς θαμώνες. Κοντά στο ρείθρο του πεζοδρομίου διακρίνεται κάποιο εικονοστάσι. Ποιος ξέρει ποια άγνωστη οικογένεια θα έκλαψε κάποιον δικό της σ' αυτό το σημείο[3]. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτε από το "Παυσίλυπον", καθώς στη θέση του υψώθηκε πολυώροφη οικοδομή.
-- Ένα άλλο ψυχαγωγικό κέντρο στην περιοχή του Σταθμού ήταν το "Μπαρ ΣΕΚ". Στη βορειοανατολική πλευρά του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού κτίστηκε το 1934 ένα απλό μπαρ για να εξυπηρετεί τους ταξιδιώτες. Θυμόμαστε οι παλαιότεροι ότι οι αμαξοστοιχίες σταματούσαν για λίγα λεπτά σε μεγάλους σταθμούς στη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη, και οι επιβάτες είχαν τη δυνατότητα να κατεβούν, να κατευθυνθούν στο μπαρ του σταθμού και να αγοράσουν αναψυκτικά, καφέδες, σάντουιτς, κ.λπ. ενώ νεαροί διέσχιζαν την αποβάθρα διαλαλώντας ζεστά σουβλάκια. Το μπαρ αυτό στη Λάρισα είχε μια κεντρική αίθουσα που εξυπηρετούσε τους περαστικούς επιβάτες και δεξιά και αριστερά άλλες δύο αίθουσες, οι οποίες χρησίμευαν για εστιατόριο και καφενείο. Δίπλα του προς βορρά, σε ένα μέρος της σημερινής πλατείας, υπήρχε υπαίθριος χώρος με πράσινο, όπου τα καλοκαίρια τοποθετούνταν τραπεζοκαθίσματα. Οι εγκαταστάσεις αυτές εξυπηρετούσαν τους Λαρισαίους, οι οποίοι κατέβαιναν μέχρι τον Σταθμό για να δροσιστούν. Αρχικός ενοικιαστής του "Μπαρ ΣΕΚ" ήταν ο Αθηναίος Νικόλαος Πρωτέκδικος, στον οποίο είχε δοθεί η διαχείριση σε όλα τα μπαρ των σιδηροδρομικών σταθμών της γραμμής. Με τον χρόνο το "Μπαρ ΣΕΚ" εξελίχθηκε σε σπουδαίο κοσμικό κέντρο, τα καλοκαίρια μετακαλούσαν για ψυχαγωγία των θαμώνων ορχήστρες και τραγουδιστές, η δουλειά αυξανόταν και ο Πρωτέκδικος αναγκάστηκε να αναζητήσει συνεταίρο από την πόλη μας. Συνεργάστηκε το 1936 με τον Λαρισαίο εμποροράπτη Ιωάννη Ψυχούλη. Ο τελευταίος ήταν γνωστός στο κοινό της πόλης, αφού είχε διαπρέψει στο επάγγελμά του. Η συνεργασία πήγε πολύ καλά και το "Μπαρ ΣΕΚ" συναγωνιζόταν σε επιτυχίες το προπολεμικό "Αλκαζάρ". Όμως ο πόλεμος του 1940 διέκοψε την ανοδική του πορεία, σταμάτησε να λειτουργεί και οι χώροι του χρησιμοποιήθηκαν για κέντρο διανομών του προσωπικού των σιδηροδρόμων[4].
Μεταπολεμικά το "Μπαρ ΣΕΚ" ανασυγκροτήθηκε και ξαναγνώρισε τις παλιές του δόξες, ανταγωνιζόμενο πάλι το "Αλκαζάρ", αλλά τώρα του Μήτσου Βρεττόπουλου. Το κατάστημα μισθώθηκε στην εταιρεία Παν. Κερασιώτης-Στεφάνου και τη διεύθυνση είχε ο Δημήτριος Καπερνάρος. Αυτοί το ανακαίνισαν, το φρόντισαν και μετακαλώντας πολύ καλές ορχήστρες, διάφορα νούμερα και εκλεκτούς τραγουδιστές (Μπέμπα Κυριακίδου, Ζαΐρα, κ.λπ.). διασκέδαζαν τους Λαρισαίους. Η επιτυχημένη πορεία του διήρκησε μέχρι την εποχή όπου η διοίκηση των Σιδηροδρόμων αποφάσισε να ανακαινίσει το κτίριο του Σταθμού. Μαζί με την κατεδάφιση του παλιού Σταθμού κατεδαφίστηκε και το "Μπαρ ΣΕΚ". Στο νέο κτίριο το οποίο εγκαινιάστηκε στις 26 Αυγούστου 1961 ενσωματώθηκε μπαρ και εστιατόριο, αλλά η έκταση του παλαιού κήπου χάθηκε, καθώς αποτέλεσε μέρος της σημερινής πλατείας.
--Πολύ κοντά στο "Παυσίλυπον" και στο "Μπαρ ΣΕΚ", στη γωνία των σημερινών οδών 28ης Οκτωβρίου και Κων. Παλαιολόγου, βρισκόταν ένα άλλο σπουδαίο ψυχαγωγικό κέντρο που άφησε εποχή. Ήταν η "Όασις". Οι εργασίες ανέγερσης άρχισαν το 1938 και τα εγκαίνιά του έγιναν τον Απρίλιο του 1939. Αποτελούσε ιδιοκτησία των αδελφών Γιάννη και Βαγγέλη Γιαννάκου[5]. Εκτός από το κεντρικό κτίριο όπου στέγαζε μια ευρύχωρη αίθουσα για τους χειμερινούς μήνες, διέθετε και έναν θαυμάσιο κήπο, τον οποίο οι επιχειρηματίες εκμεταλλεύονταν τους θερινούς μήνες. Όλος ο χώρος περιβαλλόταν από ψηλό περιτοίχισμα από πέτρα, το οποίο καλυπτόταν από φουντωμένα γιασεμιά. Το καλοκαίρι άπλωνε τραπέζια και στην ταράτσα του χειμερινού κέντρου, το οποίο χρησιμοποιούσε ως εστιατόριο, ενώ στον κήπο υπήρχε πίστα χορού. Οι αδελφοί Γιαννάκου φρόντιζαν να μετακαλούν μεγάλες μορφές του ελαφρού και λαϊκού τραγουδιού, διάφορα νούμερα και χορευτικά. Όταν αποχώρησαν οι αδελφοί Γιαννάκου, ενοικίασε την "Όαση" ο Αθανάσιος Τεκερλέκης και την περίοδο εκείνη γνώρισε τις μεγαλύτερες δόξες της. Εποχή άφησαν στη Λάρισα οι εμφανίσεις του Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα στην "Όαση". Επίσης στο ίδιο κέντρο ο Λαρισαίος τραγουδιστής Νίκος Μαλλιόπουλος με την κιθάρα και τη βελούδινη φωνή του, μάγευε κάθε βράδυ τους θαμώνες του. Αργότερα μετονομάστηκε σε "Χαγιάτι". Και με τη νέα ονομασία το κέντρο προτιμούσαν πολλοί Λαρισαίοι, παρ΄ όλο που υπήρχε έντονος ανταγωνισμός με τα άλλα κέντρα ψυχαγωγίας, τα οποία είχε εν αφθονία η πόλη μας. Στα τελευταία του το κέντρο αυτό λειτούργησε ως ντισκοτέκ με το όνομα "Ανναμπέλλα". Σήμερα ο χώρος όπου βρισκόταν η "Όαση" είναι εγκαταλειμμένος και το κτίριο κατεδαφισμένο.
Τα παλιά χρόνια η Λάρισα αν και μικρή σε πληθυσμό είχε πολλά κέντρα ψυχαγωγίας. Μερικά απ' αυτά περιγράψαμε σε προηγούμενα κείμενα. Υπάρχουν όμως και άλλα ακόμα. Εντυπωσιάζει η πληθώρα των καταστημάτων αυτών, τα οποία μάλιστα ανήκαν σε διάφορες κατηγορίες. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι κάτοικοί της, παρ' όλα τα βάσανα και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο πολλών, εύρισκαν τον τρόπο να διασκεδάζουν σε ψυχαγωγικά κέντρα ανάλογα με το βαλάντιό τους.[6]
-----------------------------------------------
[1]. Ο γιος του Ιωάννης Ξυραδάκης ήταν γνωστός στην κοινωνία της Λάρισας, καθώς ήταν ξακουστός κουρέας και μάλιστα θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος που τόλμησε να ανοίξει συγχρόνως και κομμωτήριο, σε μια εποχή όπου η κυκλοφορία των γυναικών στην αγορά ήταν μεγάλο τόλμημα, πόσο μάλλον η είσοδος σε κομμωτήριο με άνδρα κομμωτή. Το κουρείο του βρισκόταν σε ένα από τα ισόγεια καταστήματα του ξενοδοχείου "Ολύμπιον" και είχε πρόσοψη επί της οδού Μ. Αλεξάνδρου.
[2]. Ζιαζιάς Γεώργιος, Αναζητώντας την παλιά Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950). Λάρισα (1994) σελ. 99.
[3]. Το ίδιο εικονοστάσι διακρίνεται και σε προπολεμικό επιστολικό δελτάριο που φέρει τον υπότιτλο "Οδός Αχιλλέως" και απεικονίζει την οδό Κων. Παλαιολόγου σε όλο το μήκος της. Η τελευταία αποτελούσε, με κάποια καμπυλότητα, τη συνέχεια της οδού Αχιλλέως (Παναγούλη σήμερα) και συνέδεε το κέντρο της πόλης με τον Σταθμό των τρένων του Διεθνούς Σιδηροδρομικού δικτύου (Λαρισαϊκός).
[4]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας). Αναμνήσεις από το "Μπαρ ΣΕΚ", στη σειρά "Η Λάρισα που χάθηκε", εφ. "Λάρισα", φύλλο της 3ης Σεπτεμβρίου 1979.
[5]. Οι αδελφοί Γιαννάκου διατηρούσαν κατάστημα αποικιακών στη γωνία των οδών Γεωργίου Β' (Σεφέρη) και Κίρκης, στη συνοικία του Αγ. Κωνσταντίνου.
[6]. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Βαγγέλη Ρηγόπουλο, μέλος της Φωτοθήκης, για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου προσκόμισε.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com


Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Μπουρμαλί τζαμί

Το τέμενος με τον ανάγλυφο μιναρέ


Το Μπουρμαλί τζαμί με τον ιδιόμορφο μιναρέ του. Σχέδιο του Αγήνορα Αστεριάδη. Από το λεύκωμα «Λάρισα», εικ. 11. Χρονολογία 1940Το Μπουρμαλί τζαμί με τον ιδιόμορφο μιναρέ του. Σχέδιο του Αγήνορα Αστεριάδη. Από το λεύκωμα «Λάρισα», εικ. 11. Χρονολογία 1940
Το σχέδιο του σημερινού κειμένου απεικονίζει ένα τέμενος της Λάρισας, το οποίο υπήρχε μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Πρόκειται για το Μπουρμαλί τζαμί, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον περίτεχνο μιναρέ του. Το τζαμί αυτό ήταν σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της Γενί Σεχίρ (Νέα Πόλη), όπως ονόμαζαν επίσημα τη Λάρισα οι Οθωμανοί. Βρισκόταν ακριβώς στον χώρο που σήμερα έχει καταλάβει ο κινηματογράφος "Βικτώρια".
Το σχέδιο είναι του ονομαστού Λαρισαίου ζωγράφου Αγήνορα Αστεριάδη, σχεδιάστηκε το 1940, όπως σημειώνει ο ίδιος δίπλα από την υπογραφή του στο κάτω μέρος της εικόνας, πριν δηλαδή από τον μεγάλο σεισμό του 1941. Περιέχεται στο λεύκωμα που εκδόθηκε από τις εκδόσεις "Κέδρος" το 1978 με τίτλο "ΛΑΡΙΣΑ. Τέσσερες ακουαρέλες και τριάντα τρία σχέδια", με εισαγωγή του λαογράφου Κίτσου Μακρή. Από τα συνολικά 37 σχέδια, τα 26 έχουν σχεδιαστεί πριν το 1940 και αποτυπώνουν το στίγμα της προπολεμικής ακέραιας Λάρισας, ενώ τα υπόλοιπα 11 έγιναν το 1945, μετά την καταστροφή, και προκαλούν, καθώς απεικονίζουν μια ακρωτηριασμένη πολιτεία. Το λεύκωμα εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Αστεριάδη. Ο Κίτσος Μακρής [1] γράφει σχετικά στην εισαγωγή του: "Το κείμενο αυτό γράφηκε εδώ και τριαντατρία χρόνια, την ίδιαν εποχή που έκανε τα τελευταία σχέδιά του ο ζωγράφος. Δεν έκρινα σκόπιμο να το αλλάξω, όπως εκείνος δεν πρόσθεσε ούτε μία γραμμή στα σχέδια. Αντιπροσωπεύει την κοινή μας αίσθηση που την διαμορφώσαμε με κοινούς περίπατους μέσα και γύρω από την πόλη και με μακριές συζητήσεις. Στα 1945 μας ένωνε ήδη μακροχρόνια φιλία και βαθειά πνευματική επικοινωνία, που συνεχίστηκαν ασυννέφιαστες ως το θάνατό του το 1977. Το τελευταίο μου γράμμα σ' αυτόν γύρισε με την ένδειξη "Επιστρέφεται-Απεβίωσεν".
Το λεύκωμα αυτό του Αγήνορα Αστεριάδη έχει ιδιαίτερη αξία για την ιστορία της Λάρισας, ιδίως το πρώτο μέρος του. Μελετώντας τα τελευταία αυτά σχέδια έχεις την εντύπωση ότι καθώς τριγυρίζεις στους δρόμους της πόλης νομίζεις ότι άλλοτε βρίσκεσαι στην Ευρώπη του 20ού αιώνα και άλλοτε στην τουρκοκρατία του 19ου. Έτσι ήταν η Λάρισα προπολεμικά. Δίπλα σε ένα νεοκλασικό κτίριο με άψογα εξωτερικά τεχνουργήματα, ξεπηδούσε κάποιο μεγάλο τουρκικό κονάκι ασιατικής αρχιτεκτονικής ή ένα τζαμί με τον μιναρέ του.
Την ονομασία Burmali camii την οφείλει στην ανάγλυφη σπειροειδή κεραμοπλαστική μορφή με την οποία είχε διακοσμηθεί ο βασικός κορμός του μιναρέ μέχρι λίγο πιο κάτω από το ύψος του εξώστη. Εκτός από το σχέδιο του Αστεριάδη έχουμε και δύο φωτογραφικές απεικονίσεις του τεμένους που μας δίνουν έγκυρα στοιχεία περιγραφής του. Η παλαιότερη είναι της δεκαετίας του 1920 και προέρχεται από χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Βελώνη [2] και η νεότερη είναι του Τάκη Τλούπα του έτους 1940 [3]. Ο ιδρυτής του τεμένους, όπως και η χρονολογία κατασκευής του δεν έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί. Πάντως το 1688 που πέρασε από τη Λάρισα ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί το περιέγραψε [4]. Βρισκόταν στον Καραγάτς μαχαλά (σημερινή συνοικία Αγίου Κωνσταντίνου), μια περιοχή η οποία επί Τουρκοκρατίας κατοικείτο ως επί το πλείστον από Οθωμανούς. Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας και μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 το χρησιμοποιούσαν κατ' εξοχήν οι άρρενες μουσουλμάνοι της Λάρισας, εν αντιθέσει με το Γενί Τζαμί της Πλατείας Ανακτόρων, το οποίο χρησιμοποιούσαν συνήθως οι γυναίκες.
Από τις απεικονίσεις αυτές, αλλά και από μαρτυρίες ανθρώπων που το γνώρισαν πριν την καταστροφή του, συμπεραίνει κανείς ότι ήταν ένα απλό τζαμί, όπως τα περισσότερα της Λάρισας. Ήταν μία αίθουσα προσευχής τετράγωνη με στοά, καλυμμένη με στέγη από κεραμίδια και μια τοιχοποιία στην οποία σε πολλά σημεία είχαν χρησιμοποιηθεί αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία αποκαλύφθηκαν κατά την κατεδάφιση του τεμένους [5]. Την αίθουσα περιτριγύριζε στενή αυλή, εντός της οποίας βρισκόταν μικρό νεκροταφείο. Όλη η έκταση απομονωνόταν από ψηλό περίβολο και δυτικά, προς την οδό Κατσώνη, υπήρχε η ξύλινη πόρτα εισόδου. Εκείνο όμως που πρόσθετε στο τζαμί ιδιαίτερη αίγλη ήταν ο όμορφος μιναρές του. Εδραζόταν σε μια ψηλή και ογκώδη βάση και ήταν διακοσμημένος με πλίνθους σε μορφή ψαροκόκαλου. Η διάταξη αυτή των πλίνθων δημιουργούσε στον κορμό του μιναρέ την εντύπωση περιστροφικής (ελικοειδούς) κίνησης. Με μια προσεκτική παρατήρηση της δημοσιευόμενης εικόνας θα διαπιστώσετε τη μορφή της διάταξης αυτής. Ψηλότερα βρισκόταν ένας καλαίσθητος εξώστης και ο μιναρές κατέληγε σε μια ιδιόμορφη βαθμιδωτή ημισφαιρική απόληξη.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων το 1924 το τζαμί, όπως ήταν φυσικό, περιήλθε σε θρησκευτική αχρηστία. Ο γνωστός Λαρισαίος γαιοκτήμονας Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944) [6] χρησιμοποίησε αργότερα τους χώρους του ως αποθήκη σιτηρών, όμως ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 κατακρήμνισε τον μιναρέ και προξένησε σοβαρές ρηγματώσεις στους τοίχους του τεμένους. Το κτίσμα χαρακτηρίσθηκε από τους ειδικούς ως ετοιμόρροπο και το 1960 κατεδαφίσθηκε. Αργότερα η οικογένεια Τζεζαϊρλίδη έκτισε στη θέση του τον κινηματογράφο "Βικτώρια".
--------------------------------------------
[1]. Ο Κίτσος Μακρής γεννήθηκε το 1917 στη Λάρισα και το 1926 εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στον Βόλο, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό του το 1988. Καθιερώθηκε ως επιφανής λαογράφος κυρίως του Πηλίου. Η προσφορά του στην ανάδειξη και διάσωση της ελληνικής λαϊκής τέχνης ήταν σημαντικότατη.
[2]. Το τυπογραφείο του Γεωργίου Βελώνη βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και Ασκληπιού, απέναντι από το φαρμακείο του Δημητρίου Κυλικά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 κυκλοφόρησε μια σειρά 25 αριθμημένων χρωμολιθόγραφων καρτών εξαιρετικής τέχνης, η εκτύπωση των οποίων είχε γίνει στο εξωτερικό. Οι φωτογραφίες ήταν διαφόρων εποχών και απεικόνιζαν τοπία της Λάρισας, των Τεμπών, των Τρικάλων και των Μετεώρων. Η δημοσιευόμενη φωτογραφία φέρει τον αριθμό 24.
[3]. "Λάρισα. Εικόνες του χθες". Φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα. Κείμενο του Νίκου Νάκου, Λάρισα (2003), σελ. 77.
[4]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α΄, Λάρισα (1996) σελ. 285-288.
[5]. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας ό. π. σελ. 334, αναφέρει ότι κατά την κατεδάφισή του (1960) βρέθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη, επιγραφές και μία θαυμάσια επιτύμβια στήλη της αρχαίας Θεσσαλίας.
[6]. Ήταν γιος του κοσμηματοπώλη και γαιοκτήμονα Νικολάου Αρσενίδη (1840-1883) και της Φανής κόρης του Κων. Σκαλιώρα. Εκτός από τη διαχείριση της μεγάλης κτηματικής του περιουσίας, ο Βασίλειος Αρσενίδης ασχολήθηκε και με τα κοινά. Υπήρξε για πολλά χρόνια δημοτικός σύμβουλος και τον Ιανουάριο του 1924 διορίσθηκε δήμαρχος Λαρίσης. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944). Ο οραματιστής δήμαρχος Λάρισας του μεσοπολέμου, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2015.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η περιοχή της Νεάπολης (Ακ Σαράι)


Η περιοχή της Νεάπολης (Ακ Σαράι) όπως φαινόταν από την περιοχή του Μεζούρλου. Λεπτομέρεια χαρακτικού  του 1897 όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΗ περιοχή της Νεάπολης (Ακ Σαράι) όπως φαινόταν από την περιοχή του Μεζούρλου. Λεπτομέρεια χαρακτικού του 1897 όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η Λάρισα λόγω γεωγραφικής θέσεως και γειτνιάσεως με τα μαγευτικά Τέμπη και την κατοικία των δώδεκα θεών, τον μυθικό Όλυμπο, είχε ελκύσει από τους αρχαίους ακόμη χρόνους την προσοχή πολλών ξένων ταξιδιωτών και περιηγητών. Κατά την περίοδο της
τουρκοκρατίας οι επισκέπτες της άλλοτε την έβλεπαν μεγάλη, πολύβουη, πολυφυλετική, στρατοκρατούμενη, με ανάκτορα, με πλούσια εμπορική κίνηση και με επάρκεια αγαθών. Άλλοτε πάλι τη χαρακτήριζαν βρόμικη, φτωχή, ασήμαντη, μια τυπική τουρκόπολη, πυκνοκατοικημένη, με χαμηλά σπίτια, άσχημους και στενούς δρόμους, χωρίς καμιά ομορφιά. Όμως ήταν πάντοτε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του τουρκοκρατούμενου ελληνικού χώρου και παρέμενε σταθερά στις περιγραφές τους σαν Λάρισα και όχι σαν Γενί Σεχήρ. Η επίσημη αυτή τουρκική ονομασία της ήταν μόνο για την εξουσία και την κρατική διοίκηση και δεν επικράτησε, επειδή ο απλός κόσμος, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, ακόμη και οι ξένοι επισκέπτες της, στις καθημερινές συζητήσεις πάντοτε την ανέφεραν με την αρχαία ελληνική της ονομασία.
Όλοι αυτοί οι περιηγητές, καθένας με τα ενδιαφέροντα που είχε και από τη δική του οπτική γωνία που την παρατηρούσε, έβλεπε και περιέγραφε τα ιστορικά μνημεία της, τα κτίρια που τη διακοσμούσαν, σκηνές του καθημερινού βίου της, ιδιαιτερότητες των φυλών που τη συγκροτούσαν, προτερήματα και ελαττώματα των κατοίκων της. Έτσι από τις αφηγήσεις και τα οδοιπορικά των ξένων κυρίως περιηγητών στο διάστημα των τεσσάρων και πλέον αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας, δημιουργήθηκε μια σπουδαία και εκτεταμένη ταξιδιωτική φιλολογία για την πόλη μας, στοιχείο το οποίο αποδεικνύεται πολύτιμο για την ιστορική μελέτη αυτής της περιόδου. Και δεν έφθανε μόνον αυτό. Πολλοί συνόδευαν, τόσο τα έντυπα όσο και τα χειρόγραφα οδοιπορικά τους, με χαρακτικά κάθε λογής, στα οποία απεικόνιζαν όσα όμορφα τοπία αντίκριζαν, τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία όσα είχαν διασωθεί[1], φιλοτεχνούσαν εντυπωσιακά κτίρια και κατέγραφαν με την πένα ή τον χρωστήρα καθημερινές δραστηριότητες των κατοίκων της. Το πολύτιμο και ανεκτίμητο αυτό εικαστικό υλικό, έρχεται όχι μόνον να συμπληρώσει τις περιγραφές, αλλά και να τις εμπλουτίσει με ζωντάνια και φως.
Ένα από τα χαρακτικά της Λάρισας είναι και αυτό που συνοδεύει το σημερινό μας κείμενο. Είναι δημοσιευμένο στην εβδομαδιαία εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων, στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1897, από τον απεσταλμένο της γαλλικής εφημερίδας στο μέτωπο του ελληνοτουρκικού πολέμου από την ελληνική πλευρά Henri Turot. Παρουσιάζει τη νοτιοδυτική πλευρά της Λάρισας. Παλιές απεικονίσεις της περιοχής αυτής είναι πολύ σπάνιες. Το γεγονός αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε πρώτη φορά για την περιοχή αυτή. Ο χαράκτης στάθηκε στα χαμηλά υψώματα του Μεζούρλου και αποτύπωσε όλη τη γυμνή έκταση, η οποία ονομαζόταν Ακ Σαράι και στο βάθος ένα μέρος της Λάρισας, όπως ήταν το 1897.
Η περιοχή νοτιοδυτικά της Λάρισας, από τους στρατώνες μέχρι και την Αβερώφειο Γεωργική Σχολή, η σημερινή περιοχή της Νεάπολης, ονομαζόταν Ακ Σαράι, ήταν ιδιοκτησία του Ιζέτ μουλά και προτάθηκε στον Βελή πασά να κτίσει στο σημείο αυτό ανάκτορο[2]. Η περιοχή βρίσκεται υψομετρικά στην ίδια στάθμη με τον Λόφο της Ακρόπολης (Φρούριο) και ως εκ τούτου η θέση του θα ήταν προνομιακή. Από τις στήλες αυτές της εφημερίδας εκφράστηκε και πρόσφατα η αβεβαιότητα εάν τελικά ο Βελής έκτισε ανάκτορο στο σημείο αυτό. Αντίθετα ο Κώστας Περραιβός είναι βέβαιος για την κατασκευή του ανακτόρου και αναφέρει ότι "...ύψωσε ένα θαυμάσιο λευκό ανάκτορο ο Βελή πασάς, γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων ...το 1815 με λευκό μάρμαρο, διαλέγοντας την ψηλότερη τοποθεσία"[3]. Όμως είναι περίεργο ότι δεν έχει διασωθεί ούτε γραπτή πληροφορία, ούτε ανιχνεύθηκαν ευρήματα από ένα τόσο μεγάλο κτίσμα που να υποδηλώνουν τον εντοπισμό του. Όταν φιλοτεχνήθηκε το χαρακτικό αυτό είχαν περάσει 75 χρόνια από τον θάνατο του Βελή πασά (1822).
Αντίθετα είναι γνωστή σήμερα η περιοχή όπου υπήρχε το Εβραϊκό Νεκροταφείο. Το χρησιμοποιούσαν οι Ισραηλίτες την περίοδο της τουρκοκρατίας και μέχρι το 1900, παρ’ όλο που βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από την πόλη. Μετά το 1900, όταν δημιουργήθηκε το χριστιανικό νεκροταφείο στην αρχή της οδού Φαρσάλων, η Ισραηλιτική Κοινότητα της Λάρισας αγόρασε μια έκταση δίπλα του, την οποία χρησιμοποίησε για να εγκαταστήσει το νέο δικό της νεκροταφείο, μεταφέροντας μάλιστα και ορισμένους τάφους και μαρμάρινες επιγραφές. Από το παλιό νεκροταφείο στην περιοχή του Ακ Σαράι είχαν μείνει ορισμένες ταφόπλακες, τις οποίες συναντούσε κανείς και κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου.
Το 1886 η ελληνική Πολιτεία κατασκεύασε στις παρυφές του νοτιοδυτικού τμήματος της Λάρισας στρατώνες μεγάλης χωρητικότητας, μέρος των οποίων διακρίνεται και στο δημοσιευόμενο χαρακτικό[4]. Στους χώρους αυτούς στεγαζόταν και το θρυλικό 4ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο είχε σαν πεδίο ασκήσεων τον άγονο τότε χώρο του Ακ Σαράι, αυτόν που καταλαμβάνει σήμερα η συνοικία Νεάπολη. Η στρατιωτική αυτή μονάδα είναι ιστορική, καθώς βρέθηκε να πολεμά σε όλα τα πεδία των μαχών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα (Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-13, Α’ Παγκόσμιος πόλεμος 1918, Μικρασιατική Εκστρατεία 1921-22 και Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-41). Η δράση του υπήρξε σημαντική και σύντομα γύρω από αυτό το σύνταγμα δημιουργήθηκε ένας πραγματικός μύθος. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι την περίοδο εκείνη η κατάταξη των νεοσυλλέκτων γινόταν σε μονάδες του νομού της κατοικίας τους, επειδή προφανώς οι μετακινήσεις τους ήταν και δύσκολες και χρονοβόρες. Επομένως οι καταταγμένοι στρατιώτες γενικώς προέρχονταν από τις επαρχίες του νομού Λάρισας, στον οποίο υπαγόταν την περίοδο εκείνη και η περιοχή του Βόλου και του Αλμυρού. Επομένως οι επιτυχίες του 5ου Συντάγματος Πεζικού οφείλονταν αποκλειστικά στους Θεσσαλούς στρατευμένους.
Σε τοπική εφημερίδα διαβάζουμε ότι το 1910 "..δυστυχώς οικήματα για τον στρατωνισμό των ανδρών του 4ου Συντάγματος Πεζικού δεν υπάρχουν και ενοικιάσθησαν αι εν Γιάννουλη αποθήκαι του κ. Χαρακόπου, όπου οι άνδρες υποφέρουν, διότι είναι εντελώς ακατάλληλαι"[5].
Την πόλη μας είχαν ως έδρα και άλλοι στρατιωτικοί σχηματισμοί, οι οποίοι στρατωνίζονταν στις ίδιες εγκαταστάσεις. Ξακουστά ήταν τα δύο Συντάγματα Ιππικού, το 1ο και το 3ο. Μάλιστα στο 1ο Σύνταγμα είχε υπηρετήσει γύρω στα 1910 για ένα χρονικό διάστημα ο πρίγκιπας Ανδρέας, γιος του βασιλιά Γεωργίου Α’ και αδελφός του διαδόχου Κωνσταντίνου και μάλιστα κατοικούσε μαζί με τη σύζυγό του Αλίκη στο αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα. Το στρατηγείο του 1ου Συντάγματος Ιππικού βρισκόταν για χρόνια στον όροφο του κτιρίου Κατσαούνη, στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας, στη σημερινή γωνία των οδών Κούμα και Μαρίνου Αντύπα, εκεί όπου σήμερα υπάρχει πολυώροφη οικοδομή, στο ισόγειο της οποίας στεγάζεται το κατάστημα Public.
Άλλες μονάδες που στεγάζονταν στους στρατώνες της Λάρισας την παλιά εποχή ήταν μονάδες βαρέως και ορεινού Πυροβολικού, το τάγμα Γεφυροποιών και ο όρχος αυτοκινήτων. Στον γειτονικό Τύρναβο είχε την έδρα του το 1/36 Σύνταγμα Ευζώνων μέχρι το 1927.
Σήμερα αν σταθεί κάποιος στη θέση όπου βρέθηκε ο ζωγράφος του χαρακτικού που συνοδεύει το σημερινό κείμενο, θα αντίκριζε ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο. Η γυμνή περιοχή καταλαμβάνεται από τις εγκαταστάσεις του ΤΕΙ και της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής και τους συνοικισμούς του Αγ. Θωμά, της Φιλιππούπολης και της Νεάπολης. Μέσα σε 120 και πλέον χρόνια η πόλη ξαπλώθηκε στις πεδιάδες που την περιβάλλουν. Το 1897 ήταν η Λάρισα των 15-20.000 κατοίκων και σήμερα φθάνει, ίσως και να ξεπερνάει ο πραγματικός της πληθυσμός, τις 200.000, δηλαδή δεκαπλασιάσθηκε.
-----------------
[1]. Το 1897 ο Αγγλος Kinnaird Rose είχε εντοπίσει το Aρχαίο Θέατρο της Λάρισας. Γράφει: "Το πλέον όμως χαρακτηριστικό στοιχείο της Λάρισας είναι η ακρόπολή της, πάνω στην οποία βρισκόταν ένα αμφιθέατρο, όταν η πόλη ήταν η πρωτεύουσα της Θεσσαλίας". Kinnaird Rose. With the Greeks in Thessaly. London (1897) και η ελληνική μετάφρασή του "Με τους Έλληνες στη Θεσσαλία", μετ. Αναστάσιος Δαρβέρης, έκδοση Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας, Λάρισα, (1997).
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας. Η Λάρισα από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 333.
[3]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας). Αναμνήσεις από τις παλιές γειτονιές, στη σειρά "Η Λάρισα που χάθηκε", εφ. "Λάρισα", φύλλο της 23ης Ιουλίου 1979.
[4]. "...στο δυτικό άκρο της πόλεως βρίσκονται οι στρατώνες, οι οποίοι μπορούν να φιλοξενήσουν μέχρι και 8.000 στρατιώτες". Kinnaird Rose, ό. π.
[5]. Ζιαζιάς Γεώργιος. Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β’ Λάρισα (2000) σελ. 247. Η Λάρισα το 1910 ήταν ακριτική πόλη και είχε συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό στρατιωτικών μονάδων.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου(nikapap@hotmail.com)

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΤΑΚΗΣ ΤΛΟΥΠΑΣ

Ο μάγος της φωτογραφίας


Η οικία του στρατηγού Ιωάννη Αρτη επί της οδού Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Δεκαετία 1950-1960. Ευγενική προσφορά της κ. Βάνιας ΤλούπαΗ οικία του στρατηγού Ιωάννη Αρτη επί της οδού Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Δεκαετία 1950-1960. Ευγενική προσφορά της κ. Βάνιας Τλούπα
Πριν λίγες εβδομάδες (8 Μαρτίου 2020) έγιναν στην Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι.Κατσίγρα τα εγκαίνια έκθεσης φωτογραφίας με θέμα «Ταξίδια μιας ζωής» του Τάκη Τλούπα, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη γέννησή του.
Ήταν Κυριακή πρωί και η πανηγυρική εκδήλωση των εγκαινίων είχε προετοιμαστεί να γίνει στον υπαίθριο χώρο της Πινακοθήκης. Όμως μια αιφνίδια μεταβολή του καιρού ανάγκασε τους διοργανωτές να την κάνουν στο επιβλητικό αίθριο του κτιρίου. Η εκδήλωση σημείωσε τεράστια επιτυχία και κατά την επακολουθήσασα ξενάγηση από τη Βάνια Τλούπα, οι παρευρεθέντες απόλαυσαν το ταλέντο του Τάκη Τλούπα στην τέχνη της φωτογραφίας. Βρισκόμασταν στις παραμονές της επιδημίας του κορονοϊού και το απόγευμα της ίδιας ημέρας βγήκε ανακοίνωση, η οποία ανέστειλε τη λειτουργία όλων των Κέντρων Πολιτισμού, στα οποία η συνάθροιση ατόμων ήταν αναπόφευκτη. Έπειτα από την απαγόρευση αυτή οι φιλότεχνοι της Λάρισας και όχι μόνον δεν μπορούν να δουν από κοντά την έκθεση, που με τόση μαεστρία έστησε η Βάνια Τλούπα.
Θα πούμε λίγα λόγια για τον Τάκη Τλούπα, γιατί η αξία του είναι αναγνωρισμένη πανελλήνια και οι ειδικοί τον έχουν κατατάξει ως έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες φωτογράφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε το 1920 στη Λάρισα από πατέρα ξυλουργό και κοντά του έμαθε την τέχνη του ξυλογλύπτη. Όμως η μοίρα τον είχε τάξει να υπηρετήσει άλλη τέχνη. Γοητεύτηκε κάποια στιγμή όταν είδε φωτογραφική μηχανή και άρχισε με διάθεση να μαθαίνει τα μυστικά της φωτογραφίας. Από το 1945 άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με τη φωτογραφία και για πενήντα χρόνια δεν έχανε την ευκαιρία να αιχμαλωτίζει με τον φακό του θέματα που τον γοήτευαν. Η Λένα Γουργιώτη θα γράψει για τον Τάκη Τλούπα: "Ήταν απλός στη συμπεριφορά, με οξύνοια, με αγάπη απέραντη για το καλό και το ωραίο, διαχεόμενη σε σημαντική έκταση. Όλα χωρούσαν στο μυαλό του, τα κατέγραφε η ματιά του, τα αποτύπωνε ο φακός του, μας τα χάριζε. Η προσφορά του στις κοινωνίες τεράστια, μάθημα -συνείδησης χάλκευση- ευφορία ψυχής" [1]. Ο δικός μας Αντώνης Καρκαγιάννης θα σημειώσει: "Εκείνο που φαίνεται ότι διαμόρφωσε το βλέμμα του, πώς να κοιτάζει και πώς να βλέπει, νομίζω πως ήταν η πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε, η Λάρισα... Εκείνη η Λάρισα που φωτογράφισε ο Τάκης δεν υπάρχει πια, έφυγε και συνδέεται μόνο με τη νοσταλγία των παλαιοτέρων, που και αυτοί σιγά-σιγά φεύγουν. Για τους νεότερους είναι μαρτυρία, από πού πέρασε και πώς διαμορφώθηκε η πόλη" [2].
Είναι κρίμα που οι δύσκολες στιγμές που περνάμε, συνέπεσαν με τη χρονική διάρκεια της φωτογραφικής έκθεσης του Τάκη Τλούπα στην Πινακοθήκη και ο πολύς κόσμος δεν πρόφθασε να την περιηγηθεί. Ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή οι ιθύνοντες θα βρουν κάποιο τρόπο να την εκθέσουν εκ νέου. Το αξίζει.
Η σημερινή μας εικόνα δεν θα μπορούσε να είναι παρά μια φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Μας την παραχώρησε ευγενικά η κόρη του Βάνια Τλούπα και απεικονίζει το σπίτι του ένδοξου στρατηγού Ιωάννη Άρτη, το οποίο βρισκόταν στην οδό Αγίου Νικολάου, ακριβώς απέναντι από την αυλή της παλιάς ομώνυμης εκκλησίας. Αντίγραφο φωτογραφίας του σπιτιού αυτού με πολλές ατέλειες και χαμηλής ανάλυσης, ανώνυμου φωτογράφου, δημοσιεύσαμε και παλαιότερα [3], όμως η φωτογραφία αυτή του Τλούπα αναδεικνύει πολλές λεπτομέρειες χρήσιμες σήμερα για ένα ιστορικό κτίσμα που δεν υπάρχει πλέον.
Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, η κατοικία του Άρτη ήταν μια μεγάλη τριώροφη επιβλητική οικοδομή. Κτίστηκε τη δεκαετία του 1880 από τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, έναν πλούσιο κτηματία της Λάρισας. Η πρόσοψη είχε μια σειρά από παράθυρα, συμμετρικά τοποθετημένα και στους τρεις ορόφους. Στον τελευταίο όροφο υπήρχαν δύο εξώστες, τους οποίους συγκρατούσαν στερεά μαρμάρινα γλυπτά φουρούσια και η όλη κατασκευή τους έσπαζε τη μονοτονία της απλής επίπεδης πρόσοψης, προσδίδοντας με την παρουσία τους κάποια αίσθηση νεοκλασικής αισθητικής, σε συνδυασμό με πολλά παραδοσιακά στοιχεία. Είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των παλαιότερων η σιλουέτα αυτού του αρχοντικού τόσο για τη φήμη που συνόδευε τον ιδιοκτήτη στρατηγό Άρτη, όσο και για τις δεξιώσεις, οι οποίες δίνονταν στους απέραντους εσωτερικούς χώρους του με τα οκτώ πολυτελή δωμάτια, όπου συγκεντρωνόταν όλη η καλή κοινωνία της Λάρισας. Συνήθως ακολουθούσαν χοροί, ελληνικοί και ευρωπαϊκοί. Τους τελευταίους προτιμούσαν ιδιαιτέρως οι Οθωμανοί προσκεκλημένοι του ζευγαριού, οι οποίοι είχαν παραμείνει στη Λάρισα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας.
Ο Ιωάννης Άρτης (1861-1956) καταγόταν από το Μεσολόγγι. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων και υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες του Ιππικού σε όλη την επικράτεια. Πολέμησε στον "ατυχή" Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και το 1901 μετατέθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού, το οποίο είχε έδρα τη Λάρισα. Κατά την παραμονή του στην πόλη μας συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική και κοσμική ζωή της. Στις αρχές του 20ού αιώνα νυμφεύθηκε τη νεαρή χήρα Καλλιόπη Δημητριάδου-Ασημάκη, με την οποία απέκτησε το 1905 την πρώτη κόρη του Νίνα και το 1912 τη Λουκία. Το 1912, ως επίλαρχος Ιππικού συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και μάλιστα ήταν ο διοικητής της ίλης που απελευθέρωσε τη Φλώρινα και την Καστοριά. Εν συνεχεία έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία τοποθετήθηκε ως στρατιωτικός διοικητής της περιοχής της Προύσας. Αμέσως μετά, το 1923, αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου. Από το 1926 μέχρι το 1942 διετέλεσε πρόεδρος του παραρτήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Πέθανε στη Λάρισα το 1956 σε ηλικία 95 ετών.
Τον έβλεπα τακτικά όταν ήμουν μικρός και έπαιζα τις ελεύθερες ώρες μου στη μεγάλη και προστατευμένη αυλή του Αγίου Νικολάου. Ήταν ένας ψηλόλιγνος κομψός και γεροδεμένος γέροντας, με αριστοκρατική εμφάνιση και αρειμάνιο λευκό μουστάκι. Με το μπαστουνάκι στο χέρι, περπατούσε στους δρόμους της Λάρισας ευθυτενής και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης.
Το 1949 πέθανε η γυναίκα του Καλλιόπη και το 1955 ακολούθησε η πρωτότοκη κόρη του Νίνα Ξυραδάκη σε ηλικία 50 ετών. Μόνος έμεινε για λίγο, γιατί το 1956 πέθανε και ο ίδιος και ενταφιάσθηκε με τιμές. Το κτίριο έμεινε άδειο και έρημο, και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του κατεδαφίσθηκε. Ένα τμήμα του απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη και επέκταση της οδού Αλεξάνδρου Σούτσου μέχρι την οδό Ηπείρου.
---------------------------------------------
[1]. Αντώνης Καρκαγιάννης, Γιώργος Χ. Χουρμουζιάδης. Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα, εκδόσεις ΚΑΠΟΝ - Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα (2005) σελ. 14.
[2]. ό. π., σελ. 22.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οικία του στρατηγού Άρτη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 23ης Αυγούστου 2015.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αχιλλίου


Ο προπολεμικός ναός  του Αγ. Αχιλλίου
Σήμερα 17 Μαΐου, με καθυστέρηση δύο ημερών, θα πραγματοποιηθεί η πανηγυρική θεία λειτουργία για τη μνήμη του πολιούχου της Λάρισας Αγ. Αχιλλίου.
Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στον προπολεμικό μητροπολιτικό μας ναό, όμως η σημερινή φωτογραφία, σε συνδυασμό με άλλες της εποχής εκείνης, έρχεται να επιβεβαιώσει την άποψη ότι ο ναός που αντικατέστησε τη βασιλική του Καλλιάρχη[1] οικοδομήθηκε σταδιακά και ολοκληρώθηκε σε μια δεκαετία περίπου.
Η λήψη της σημερινής φωτογραφίας έγινε από την αριστερή όχθη του Πηνειού, στην αρχή της σημερινής οδού αρχιεπισκόπου Δωροθέου. Στο κάτω τμήμα της διακρίνονται λεπτομέρειες από τη μεγάλη πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Η αρμολόγηση των λίθων, τα οξυκόρυφα τόξα της και το ξύλινο στηθαίο, το οποίο είχε κατασκευαστεί το 1886 από το τάγμα μηχανικού του στρατού[2]. Στο κατάστρωμα του δρόμου υπάρχει μεγάλος αριθμός ατόμων, κυρίως ανδρών, με πολυποίκιλες και πολύχρωμες αμφιέσεις (η φωτογραφία είναι επιχρωματισμένη). Στο βάθος διακρίνεται μέρος του δυτικού τμήματος του Λόφου με τους ψηλούς και ισχυρούς τοίχους υποστήριξης και τη μεγάλη πέτρινη σκάλα, η οποία οδηγούσε από τη δεξιά όχθη κατευθείαν στον αύλειο χώρο του ναού του Αγ. Αχιλλίου. Πίσω προβάλλει μεγαλοπρεπής ο μητροπολιτικός ναός με τα δύο ψηλά κωδωνοστάσια και το πρόπυλο. Εκείνο που κάνει εντύπωση στη φωτογραφία είναι ότι απουσιάζει ο τρούλος. Η εκκλησία στην τελική της μορφή ήταν σταυρεπίστεγη βασιλική με τρούλο. Επομένως η λήψη της φωτογραφίας πρέπει να έγινε στη φάση κατά την οποία είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες οικοδόμησης και απέμενε η κατασκευή του τρούλου. Τα εγκαίνια έγιναν στις 23 Σεπτεμβρίου 1907 από τον μητροπολίτη Αμβρόσιο Κασσάρα (1900-1910). Άρα η χρονολογία της φωτογραφίας τοποθετείται περί το 1904.
Τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, ο παλιός μητροπολιτικός ναός της Λάρισας ήταν ένα γερασμένο οικοδόμημα. Αυτό είχε γίνει αντιληπτό απ’ όλους, για τούτο από το 1896 το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού άρχισε μια προετοιμασία για την αισθητική αναβάθμιση του Αγίου Αχιλλίου. Σαν πρώτο βήμα προτάθηκε να οικοδομηθεί, σε επαφή με τη δυτική πλευρά της βασιλικής, ένα σύμπλεγμα αψιδωτού πρόπυλου νεοκλασικού ρυθμού, με δύο κωδωνοστάσια. Στο κατώτερο τμήμα της πλευράς αυτής είχε αναπτυχθεί ένα τρίλοβο προστώο με αψίδες. Δύο διπλοί ραβδωτοί μαρμάρινοι κίονες στο κέντρο και δύο διπλοί ημικίονες σε επαφή με τα πλάγια τοιχώματα του προστώου, συγκρατούσαν με σκαλισμένα κιονόκρανα το τοίχωμα, δημιουργώντας έτσι ανάμεσά τους τρία τόξα. Τμήματα από τους κίονες αυτούς καθώς και ένα κιονόκρανο βρίσκονται σήμερα στην αυλή του Επισκοπικού Μεγάρου Λαρίσης[3]. Τα δύο κωδωνοστάσια βόρεια και νότια της νέας πρόσοψης ήταν τετραώροφα. Στον τελευταίο όροφο βρίσκονταν οι καμπάνες του ναού. Τα κωδωνοστάσια, όπως φαίνεται καθαρά και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία, καλύπτονταν με χαμηλό τρούλο, στην κορυφή του οποίου ήταν στερεωμένος μεταλλικός σταυρός. Ολόκληρη η πρόσοψη ήταν δομημένη με σμιλεμένους λίθους. Τα ανοίγματα των παραθύρων, μικρά και μεγάλα, καλύπτονταν στα διάκενά τους με ωραίους συνδυασμούς έγχρωμων υαλοπινάκων σε ρομβοειδή σχέδια. Τα έγχρωμα τζάμια σε συνδυασμό με την καλοδουλεμένη πέτρα, προσέδιδαν στην πρόσοψη αίγλη και πολυχρωμία.
Η ανακαίνιση όμως μόνον της πρόσοψης του ναού φαίνεται ότι δεν ικανοποιούσε πλήρως την αισθητική των κατοίκων της Λάρισας. Για τον λόγο αυτό τα εκκλησιαστικά συμβούλια του ναού συνέχισαν να εργάζονται εντατικά, με σκοπό την ανεύρεση πόρων για την ολοκλήρωση του νέου καθεδρικού ναού. Φαίνεται ότι και με τη βοήθεια του Δήμου[4] τα κατάφεραν. Έτσι το 1904, επί αρχιερατείας του από Πλαταμώνος μητροπολίτου Λαρίσης Αμβροσίου Κασσάρα και έπειτα από 110 χρόνια από την περιπετειώδη κατασκευή της, κατεδαφίσθηκε η ταπεινή βασιλική του Καλλιάρχη και στην ίδια ακριβώς θέση οικοδομήθηκε ο νέος ναός, ο οποίος συνδέθηκε αρμονικά με την υπάρχουσα δυτική πρόσοψη, η οποία άλλωστε είχε πρόσφατα οικοδομηθεί. Η θέση του ναού ψηλά στον Λόφο της Ακρόπολης του πρόσθετε επί πλέον ύψος, ειδικά όταν τον αντίκριζε κανείς από μακριά, καθώς διέσχιζε την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού.
Στο εσωτερικό του ναού ο τρούλος και η σταυροειδής οροφή επέφεραν, όπως ήταν φυσικό, μια διαφορετική κατανομή του χώρου απ’ ό,τι η βασιλική του Καλλιάρχη. Το τέμπλο ήταν ξύλινο με γλυπτές συνθέσεις σε απλές γραμμές[5] και οι δεσποτικές εικόνες, με παραίνεση του μητροπολίτη Αμβροσίου, παρέμειναν οι ίδιες της παλιάς εκκλησίας. Είχαν αγιογραφηθεί το 1802 στη Μόσχα και ήταν εντυπωσιακές σε αισθητική και χρώματα[6].
Η αγιογράφηση του ναού ήταν αποσπασματική και δεν υπήρχαν νωπογραφίες. Απλώς ορισμένες μεγάλες εικόνες ήταν αναρτημένες στους πλάγιους τοίχους και σε επιλεγμένα σημεία υπήρχαν αγιογραφίες, τις οποίες ο καλλιτέχνης εκτελούσε επάνω σε μουσαμά, ο οποίος εν συνεχεία επιστρωνόταν έτοιμος στον τοίχο. Έτσι γνωρίζουμε ότι το 1908 ο ζωγράφος Γεώργιος Οικονόμου, από την Κάλυμνο, την ιδιαίτερη πατρίδα του μητροπολίτη Αμβροσίου, είχε τελειώσει την αγιογράφηση του Παντοκράτορα στον τρούλο και τους τέσσερες Ευαγγελιστές στα σφαιρικά τρίγωνα.
Η διάρκεια ζωής του προπολεμικού ναού του Αγίου Αχιλλίου υπήρξε δυστυχώς πολύ σύντομη, μόλις 34 χρόνια. Το 1941, ισχυρός σεισμός επέφερε στον ναό ανεπανόρθωτες βλάβες. Οι συνεχόμενοι βομβαρδισμοί που ακολούθησαν ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Έτσι ερειπωμένος παρέμεινε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οπότε κατεδαφίσθηκε εντελώς και στη θέση του δημιουργήθηκε ανθόκηπος όπου τοποθετήθηκε η προτομή του μητροπολίτη Λαρίσης Πολύκαρπου Δαρδαίου (1811-1818 και 1821), ο οποίος είχε άσχημο τέλος. Καρατομήθηκε από τους Τούρκους τον Σεπτέμβριο του 1821. Η προτομή αυτή είναι έργο του διάσημου Έλληνα γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρα και αποτέλεσε δωρεά στην πόλη του Λαρισαίου εμπόρου Ηλία Κολέσκα.

[1]. Ο προηγούμενος ναός είχε κτισθεί έπειτα από περιπέτειες και δωροληψίες (μπαξίσι) προς τις αρχές των Οθωμανών το 1794, με ενέργειες του μητροπολίτη Διονυσίου του Καλλιάρχη (1791-1806), γι’ αυτό και ο ναός αυτός είναι γνωστός ως βασιλική του Καλλιάρχη.
[2]. Επειδή τα στηθαία αυτά ήταν ευάλωτα, το 1908 αντικαταστάθηκαν από σιδερένια, τα οποία παρέμειναν μέχρι την καταστροφή της το 1941.
[3]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1453-1881), τόμ. Α’, Λάρισα, (1996), σ. 199
[4]. Δήμαρχοι Λαρισαίων την περίοδο από το 1899-1903 ήταν ο ιατρός Αναστάσιος Ζαρμάνης και από το 1903-1913 ο επίσης ιατρός Αχιλλέας Αστεριάδης.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το τέμπλο του ναού του Αγ. Αχιλλίου (1888), εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 5ης Απριλίου 2017.
[6]. Του ιδίου, Οι παλιές ρωσικές εικόνες του ναού του Αγ. Αχιλλίου, «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α’, 2014», Λάρισα (2016) σελ. 49-52.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com