Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

 

Ιωάννης Καποδίστριας


Από τον Προκόπιο Παυλόπουλο

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, υπήρξε όχι μόνον ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς της Νεότερης Ελλάδας, αλλά και ένας κορυφαίος διπλωμάτης, ο οποίος, προτού αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης της Πατρίδας μας και ενόσω υπηρετούσε στη Ρωσική αυλή, επηρέασε και διαμόρφωσε, όσο κανένας άλλος Έλληνας, τη διεθνή πολιτική σκηνή της εποχής του. Η πλήρης αφοσίωσή του στην αγωνιώδη προσπάθειά του να οικοδομήσει Κράτος, μέσα στο χάος του μετεπαναστατικού τοπίου που παρέλαβε μετά την επιτυχία της Εθνεγερσίας του 1821, υπήρξε μοναδική και ανυπέρβλητη, πραγματική «Εθνική Παρακαταθήκη» προσήλωσης στο Εθνικό Χρέος και διαρκές παράδειγμα προς μίμηση, ιδίως για τους Έλληνες Πολιτικούς.
Α. Αφήνοντας πίσω μια τόσο λαμπρή, διπλωματική, σταδιοδρομία στη Ρωσική αυλή, ο Ιωάννης Καποδίστριας, εκλεγμένος από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, αποβιβάζεται στις 11 Ιανουαρίου του 1828 στην Αίγινα και αντικρίζει μια εικόνα αποκαρδιωτική η οποία, όμως, τον οπλίζει και με την αναγκαία σ’ εκείνες τις περιστάσεις αποφασιστικότητα, προκειμένου να προσφέρει τα πάντα υπέρ του Ελληνικού Λαού, ο οποίος εμπιστεύθηκε την τύχη του στα χέρια του. Έχοντας μόνο γνώμονα των ενεργειών του την ανάγκη διακυβέρνησης του Τόπου για την ανόρθωσή του, ο Ιωάννης Καποδίστριας αντιλήφθηκε ότι τούτο ήταν ανέφικτο με πλήρη εφαρμογή του τότε ισχύοντος Συντάγματος του 1827. Γι’ αυτό με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, η Γ’ Εθνική Συνέλευση, η οποία, μετά το πέρας των εργασιών της, είχε συγκροτηθεί σε σώμα ως (απλή) Βουλή, ανέστειλε την εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του Συντάγματος της Τροιζήνας και αυτοκαταργήθηκε. Η Βουλή υιοθέτησε ψήφισμα στις 18 Ιανουαρίου του 1828, με το οποίο ίδρυε νέο «προσωρινό» Πολίτευμα, το οποίο ανέθετε όλες τις εξουσίες στον Κυβερνήτη. Σ’ επικουρία του Ιωάννη Καποδίστρια θα λειτουργούσε, ως συμβουλευτικό όργανο, το Πανελλήνιο, το οποίο, σύμφωνα με νεότερο ψήφισμα του Κυβερνήτη, θα αποτελούνταν από 27 μέλη που ο ίδιος θα επέλεγε. Το Πανελλήνιο είχε διαιρεθεί σε τρία τμήματα, τα οποία διατύπωναν γνώμη για τα οικονομικά, τα διοικητικά και τα στρατιωτικά ζητήματα, αντιστοίχως. Ταυτοχρόνως, εξαγγελλόταν η σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνέλευσης τον Απρίλιο του 1828. Πολλοί άσκησαν κριτική στον Ιωάννη Καποδίστρια, ότι οι επιλογές του αυτές απηχούσαν τις πολιτικές του αντιλήψεις υπέρ της Δεσποτείας και κατά της Δημοκρατίας. Όπως όμως ήδη διευκρινίσθηκε, ο Ιωάννης Καποδίστριας άσκησε τα καθήκοντά του με μόνο γνώμονα το συμφέρον του Τόπου και του Λαού.
Β. Στο εσωτερικό, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε ν’ αντιμετωπίσει την πειρατεία, την διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για τη δημιουργία δικαστηρίων, θεσπίζοντας και Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε, επίσης, Εθνικό Νομισματοκοπείο, ενώ καθιέρωσε τον Φοίνικα ως Εθνικό Νόμισμα. Όσον αφορά την εκπαίδευση, ανήγειρε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου και ίδρυσε Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο. Ανήγειρε, ακόμη, το Ορφανοτροφείο Αίγινας. Δεν ίδρυσε Πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Μερίμνησε για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση Ελληνικών Πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, έργο που ανέθεσε στον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτιο Βούλγαρη. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο, με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες, για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829, ίδρυσε το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αίγινα. Όσον αφορά την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε την Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και ενεθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας. Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε. Είτε γιατί, κατά μία άποψη, το Δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτόν θεσμό. Σχετικά με την εσωτερική του πολιτική, πρέπει να μνημονευθεί η μεγάλη έμπρακτη συμβολή του φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια Ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, ο οποίος δικαίως θεωρείται και ο θεμελιωτής της μακράς και ανέφελης Ελληνο-Ελβετικής Φιλίας.
Γ. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια αξίζει να υπογραμμισθεί ότι, μετά από διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός. Η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην οριστική διατύπωση και στην τελική υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου το 1830 υπήρξε καθοριστική.
Συμπερασματικώς, ο Ιωάννης Καποδίστριας αφιέρωσε, κυριολεκτικά, τον εαυτό του στον ιερό σκοπό της δημιουργίας, εκ του μηδενός, σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, βάζοντας τις βάσεις για μια Ελλάδα αντάξια του παρελθόντος της αλλά και της προοπτικής της. Ακαταπόνητος και αποφασιστικός, εργάσθηκε «με λογισμό και μ’ όνειρο», για να θυμηθούμε τον στίχο του Διονύσιου Σολωμού στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Μόλις τριάμισι χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, η δολοφονία του στο Ναύπλιο, καθαρώς πολιτική δολοφονία, από τον Κωνσταντίνο και τον Γιώργο Μαυρομιχάλη -και εκείνους βεβαίως που κρύβονταν πίσω τους, ως ηθικοί αυτουργοί, εντός και εκτός Ελλάδας- έβαλε θλιβερό τέλος στο μεγαλόπνοο έργο του και βύθισε τον Ελληνικό Λαό σε βαρύ πένθος. Εάν δεν είχε δολοφονηθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας και, επέκεινα, εάν είχε ολοκληρώσει την θητεία του και το έργο του, μάλλον η Ελλάδα δεν θα είχε καταλήξει να δεχθεί το καθεστώς μοναρχίας που εγκαθιδρύθηκε με την έλευση του Όθωνος. Στην Ελλάδα μάλλον θα είχε εμπεδωθεί μια δημοκρατική διακυβέρνηση, εναρμονισμένη με την βούληση και τη νοοτροπία των Ελλήνων, όπως αυτή είχε διαφανεί καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα μετά την Εθνεγερσία του 1821. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια, ιδίως κατά την σημερινή πολλαπλώς κρίσιμη συγκυρία, δεν ανήκει μόνο στην Ιστορία. Αποτελεί, για όλους μας, δείκτη πορείας, προκειμένου ν’ αντιληφθούμε, καθένας στο μέτρο που του αναλογεί, για την Ελλάδα μας αυτό που συμπυκνώνει καιρίως ένας στίχος του Ιωάννη Πολέμη: «Τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».

* Το παρόν αποτελεί απόσπασμα ομιλίας του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιου Παυλόπουλου, στο Επιστημονικό Συνέδριο του Δήμου Λευκάδας και του Πνευματικού Κέντρου Λευκάδας με θέμα: «Η ιστορική διαδρομή του Ιωάννη Καποδίστρια».

 

Κώστας ο «άγιος», ο δια Χριστόν σαλός[*]


Κάτω από το τελευταίο τόξο της γέφυρας, που μόλις διακρίνεται,  είχε στήσει το τσαρδάκι του ο Κώστας ο «άγιος», όπου έζησε πέντε χρόνια.  Πίσω ο τρούλος της προπολεμικής εκκλησίας του Αγ. Χαραλάμπους.  Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στεφ. Στουρνάρα. Περίπου 1910. Κάτω από το τελευταίο τόξο της γέφυρας, που μόλις διακρίνεται, είχε στήσει το τσαρδάκι του ο Κώστας ο «άγιος», όπου έζησε πέντε χρόνια. Πίσω ο τρούλος της προπολεμικής εκκλησίας του Αγ. Χαραλάμπους. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στεφ. Στουρνάρα. Περίπου 1910.

Κάποια μέρα του 1935 εμφανίσθηκε στη Λάρισα ένας μοναχικός άγνωστος άνθρωπος, ο οποίος αρχικά δεν κίνησε την περιέργεια κανενός συμπολίτη μας. Η εμφάνισή του ήταν φτωχική. Κυκλοφορούσε ρακένδυτος και ψέλλιζε διάφορα «αγιωτικά» λόγια, ανάμικτα με χριστιανικούς ύμνους. Αναζητούσε υπαίθρια στέγη και τελικά

κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη τοξωτή γέφυρα του Αλκαζάρ. Εκεί, εντόπισε κάτω από το τελευταίο τόξο της προς την πλευρά του Πέρα Μαχαλά έναν χώρο κατάλληλο για να στήσει πρόχειρο κατάλυμα, ένα τσαρδάκι. Οι προσχώσεις από φερτές ύλες του ποταμού είχαν σχηματίσει ύψωμα που εμπόδιζε τα νερά του Πηνειού να φτάνουν μέχρι το κατάλυμά του, όπως διακρίνεται και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία. Σαν στέγη είχε το οδόστρωμα της γέφυρας και πλάγια δεξιά και αριστερά είχε για προστασία κρεμασμένες ψάθες. Για στρώμα είχε στοιβάξει μεγάλα φύλλα από καλαμιές, πάνω στα οποία έστρωσε μια κουρελού, ένα παχύ κιλίμι. Για προστασία από το κρύο και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, διέθετε διάφορα μάλλινα σκεπάσματα. Εκεί είχε και τα πιο απαραίτητα μαγειρικά σκεύη, με τα οποία παρασκεύαζε το καθημερινό φαγητό του.
Η αιφνιδιαστική παρουσία ενός μοναχικού ατόμου στο σημείο αυτό, που πλέον γινόταν μόνιμη, προκάλεσε το ενδιαφέρον των Λαρισαίων και ιδιαίτερα εκείνων οι οποίοι έκαναν την καθημερινή βόλτα τους στο δροσόλουστο Αλκαζάρ. Τον πλησίασαν διστακτικοί στην αρχή, αλλά η ηρεμία του χαρακτήρα του και ο εύκολος συγχρωτισμός του τούς βοήθησε να έλθουν πιο κοντά του. Ήταν λαλίστατος και μ' αυτό τον τρόπο αυτοσυστηνόταν ως Λέτσιος Κωνσταντίνος του Πασχάλη από το Ζάρκο Τρικάλων, και μοναδικός σκοπός και αποστολή του ήταν να μεταδίδει κηρύγματα χριστιανικής αγάπης στους ανθρώπους. Ήταν τυφλός από το ένα μάτι και για την αναπηρία του αυτή είχε πάντοτε την ελπίδα ότι θα ανακτούσε την όρασή του με τη βοήθεια του Θεού, ο οποίος θα αντικαθιστούσε το χαλασμένο μάτι με νέο υγιές. Σε κάθε επισκέπτη μετέδιδε μηνύματα μιας ιδιότυπης πίστης, έτσι όπως ο ίδιος την οραματιζόταν. Ο αείμνηστος Γιώργος Ζιαζιάς που τον είχε γνωρίσει, μας διέσωσε ένα μικρό κείμενο για τον σκοπό της παρουσίας του επί της γης και για τη διάδοση των χριστιανικών του ιδεών. Έλεγε τακτικά ότι «Ήλθον στην πανήγυριν της Λαρίσης και έμεινα εις την γέφυρα για να ενωθώ με την ανθρωπότητα και να ζήσω τα πάθη των παθών». Ήλθον να διορθώσω την κοινωνία ... Με την τρομπέτα θα κοιμόμαστε, με την τρομπέτα θα ξυπνάμε ... Θα μπολιάσουμε τα βρωμόδενδρα και θα τα κάνουμε αχλαδιές και τις μουριές θα τις κάνουμε μυγδαλιές». Στα κηρύγματά του αυτά χρησιμοποιούσε μια ακατάληπτη καθαρεύουσα, διανθισμένη με καραγκούνικους ιδιωματισμούς και ο λόγος του ήταν μια γλωσσική σαλάτα που έκανε τους ακροατές να γελούν και να το απολαμβάνουν. Όταν τον χειμώνα διάφοροι τακτικοί επισκέπτες τού πρότειναν να εγκαταλείψει προσωρινά το κατάλυμά και να τον ...βολέψουν σε κάποια γειτονική αποθήκη στον Πέρα Μαχαλά, όχι μόνον αρνιόταν, αλλά ανέπτυσσε τη δική του θεωρία: «Πρέπει όλα να τα υπομένωμεν. Και τα καλά δεχούμενα και τα κακά παραδεχούμενα. Το σαρκίον πρέπει να βασανίζεται δια να σωθεί η ψυχή μας. Όταν βρέχει ποτίζεται η γής, όταν χιονίζει λιπαίνεται ο τόπος και όταν φυσάει κρύος άνεμος η γής καθαρίζει. Το σαρκίον μου ταλαιπωρείται, αλλά η ψυχή μου ευφραίνεται. Ο θεός όλα εν σοφία εποίησε».
Με όλες αυτές τις προσωπικές του θεωρίες δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι οι Λαρισαίοι λησμόνησαν το επίθετό του και του κόλλησαν το παρωνύμιο (παρατσούκλι) Κώστας ο άγιος, και έτσι έμεινε στις αναμνήσεις των παλαιών Λαρισαίων. Για τη διατροφή του φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά με ό,τι εύρισκε πρόχειρο, χωρίς να αρνείται και την προσφορά φαγητού από πονόψυχες γυναίκες του Πέρα Μαχαλά. Μάζευε κλαδιά από τις όχθες του ποταμού και αφού τα άναβε, έβαζε στην κατσαρόλα του όσπρια ή λαχανικά, παρασκεύαζε το καθημερινό του φαγητό και μαζί με τον «επιούσιον άρτον» που του πρόσφεραν οι φουρνάρηδες του Τσούγγαρι δάμαζε την πείνα του. Κρασί δεν έβαζε στο στόμα του, ούτε άλλο ποτό εκτός από «νεράκι, ευλογημένο από τον Θεό».
Όλη την ημέρα την περνούσε ασχολούμενος με το επάγγελμά του που ήταν η καλαθοπλεκτική. Έπλεκε μικρά και μεγάλα καλάθια, κάνιστρα με πρώτη ύλη ξύλα από λυγαριές και καλάμια. Και την ώρα των επισκέψεων μπορεί να απήγγειλε τη χριστιανική διδασκαλία στους ακροατές του, που εν τω μεταξύ είχαν πληθύνει, όμως δεν έχανε τον καιρό του. Τα χέρια του δούλευαν ακατάπαυστα και έπλεκαν τα καλάθια, τα οποία διέθετε προς πώληση, εξοικονομώντας «τα προς το ζην». Την πελατεία του την ...αλίευε από το ακροατήριο. Γελαστός, πράος και πρόσχαρος όπως ήταν, πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι, είτε από ανάγκη είτε από συμπάθεια έκαναν παραγγελίες καλαθιών απλώς για να τον ενισχύσουν οικονομικά. Γιατί κοντά σ' όλα τα άλλα είχε και τη γενναιοφροσύνη να αρνείται πεισματικά την ελεημοσύνη. Όταν του έδιναν διάφορα νομίσματα ευχαριστούσε τον κόσμο αλλά τα επέστρεφε, λέγοντας ότι δεν ζητάει ελεημοσύνη, αλλά την αγάπη τους. Με τον τρόπο αυτό καθιερώθηκε σαν μια γραφικότητα της πόλης μέσα στο γοητευτικό τοπίο του Πηνειού και του Αλκαζάρ.
Έπειτα από ένα χρονικό διάστημα πολλοί άνθρωποι ένιωθαν την ανάγκη καθώς κατευθύνονταν προς τον Πέρα Μαχαλά ή το Αλκαζάρ, να σταματούν και να περνούν από το τσαρδάκι του Κώστα του «άγιου» για να παρακολουθούν τη δεξιοτεχνία και την ταχύτητα με την οποία έπλεκε τα καλάθια. Συγχρόνως άρχιζε και η κουβέντα, η οποία παρ' όλον ότι ήταν ...υπερκόσμια, είχε μια απλοϊκή γοητεία, μια λαϊκή σοφία, η οποία προκαλούσε ευχάριστη φαιδρότητα στους ακροατές, πολλοί από τους οποίους με την αποχώρησή τους ένιωθαν την ανάγκη να δώσουν και μια παραγγελία ενός κάνιστρου ή κάποιας καλαθούνας. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε μόνιμη εργασία και διαβιούσε σαν σπουργίτης που ζούσε από τα ψιχία των περαστικών, και το κυριότερο, ενώ δεν ενοχλούσε κανέναν συγχρόνως επιτελούσε τον σκοπό της ...αποστολής του στη γη.
Τον Φεβρουάριο του 1938 άρχισαν να πέφτουν στη Λάρισα συνεχείς βροχές, συχνό φαινόμενο προπολεμικά, από εκείνες που δεν είχαν σταματημό. Η στάθμη του νερού στον Πηνειό άρχισε να ανεβαίνει επικίνδυνα και είχε αρχίσει να ...γλύφει και την καλύβα του Κώστα του άγιου. Όταν αργότερα με τις λιακάδες του Απριλίου άρχισαν να λειώνουν απότομα τα χιόνια στα βουνά της Δυτικής Θεσσαλίας, η στάθμη του Πηνειού ανέβηκε επικίνδυνα. Μια νύχτα ο Κώστας βρέθηκε στην ανάγκη να σηκώσει όλο το ...νοικοκυριό του και να μεταφερθεί σε μια γειτονική αποθήκη, όπου δεν υπήρχε περίπτωση να φθάσουν τα νερά. Μόλις η πλημμύρα υποχώρησε ο Κώστας ξαναγύρισε στην παλιά φωλιά του.
Το καλοκαίρι του 1939 πάλι, από μια φωτιά που είχε ανάψει για να παρασκευάσει το βραδινό φαγητό της ημέρας, φαίνεται ότι δεν την έσβησε καλά και την ώρα που κοιμόταν πήραν φωτιά τα καλαμόφυλλα που είχε για στρώμα. Καθώς φυσούσε ένα ελαφρό αεράκι, η φωτιά δυνάμωσε. Ξύπνησε απότομα με εγκαύματα στα πόδια και προσπάθησε μόνος να σώσει ό,τι μπορούσε από τα λίγα υπάρχοντά του. Εν τω μεταξύ έτρεξαν σε βοήθεια οι περαστικοί και οι γείτονες και η φωτιά τελικά έσβησε. Την άλλη μέρα καταπιάστηκε με την κατασκευή νέου καταλύματος. Φάνηκε ότι το γεγονός αυτό δεν τάραξε με τίποτε τη μακαριότητά της ζωής του.
Εξακολουθούσε να παραμένει κάτω από τη γέφυρα ακόμα και κατά τις εργασίες των αντιπλημμυρικών έργων που κατασκεύαζε η εταιρεία Boot. Κατά τους ιταλικούς βομβαρδισμούς του 1940-41 έμενε ψύχραιμος και δεν κατέφευγε σε καταφύγιο. Μάλιστα τα βράδια που επιβαλλόταν γενική συσκότιση στην πόλη για την αποφυγή στόχων από τα ιταλικά αεροπλάνα, αυτός παρέβαινε την απαγόρευση και λόγω του χειμώνα άναβε φωτιά για να ζεσταθεί. Η φρουρά που είχε τοποθετηθεί στη γέφυρα από τις αρχές του πολέμου για να προλάβει τυχόν δολιοφθορές ή ανατινάξεις από χέρια κατασκόπων, επανειλημμένως του ζήτησαν να απομακρυνθεί, αλλά δυσκολεύονταν να τον πείσουν. Οταν τελικά τον κατάφεραν, τον είδαν με βαριά καρδιά να εγκαταλείπει το τσαρδάκι του, φορτώθηκε τα πιο αναγκαία και πήρε τον δρόμο για το άγνωστο. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του και δεν ξαναφάνηκε ούτε μεταπολεμικά. Μερικοί λένε ότι πήγε στο χωριό του το Ζάρκο, όπου πέθανε τον καιρό της κατοχής, ενώ άλλοι λένε ότι σκοτώθηκε από τους Γερμανούς κατά την εισβολή τους στη Λάρισα. Πάντως από τότε δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής.
Συμπερασματικά ο Κώστας ο «άγιος» υπήρξε ένας γραφικός τύπος της παλιάς Λάρισας και με τα χριστιανικά κηρύγματά του δικαίως χαρακτηρίσθηκε ως «σαλός δια Χριστόν».
----------------
[*]. Σαλός (τρελός) κατά την ορθόδοξη πίστη είναι ένας άγιος άνθρωπος που βιώνει την πλέον ακραία μορφή άσκησης, η οποία οδηγεί στην έσχατη αυταπάρνηση και στην πλήρη απογύμνωση του «εγώ», λειτουργώντας με πράξεις παράλογες και ακατανόητες, οι οποίες όμως έχουν ένα βαθύτερο νόημα και σκοπό.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Ο έλληνας στρατηγός που έδειξε ότι ακόμα και η υποχώρηση μπορεί να μετατραπεί σε νίκη

Η περίπτωση του πολυμήχανου Σπαρτιάτη, Βρασίδα, και το γερό μάθημα που έδωσε στους Ιλλυριούς


Είναι γνωστός για τον θρίαμβο της Αμφίπολης κατά των Αθηναίων. Μια μάχη που κέρδισε μεν, σκοτώθηκε δε.

Και ο θάνατός του, όπως και ο θάνατος του αθηναίου εχθρού του, θα έπειθαν τις δυο δυνάμεις να υπογράψουν μια εύθραυστη ανακωχή.

O δαφνοστεφής Βρασίδας παραμένει ωστόσο στα κατάστιχα της στρατιωτικής ιστορίας και για μια άλλη μάχη. Εκεί που έδειξε πως ακόμα και η υποχώρηση, αν γίνει μεθοδικά και συντεταγμένα, δεν σημαίνει απαραίτητα ήττα.

Ο Βρασίδας εξάλλου δεν ήταν τυχαίος. «Αχιλλέα του Πελοποννησιακού Πολέμου» αποκαλούσαν χαρακτηριστικά τον λακεδαιμόνιο στρατηγό, μια από τις σημαντικότερες στρατιωτικές μορφές της Σπάρτης κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Ο Θουκυδίδης τον απεικονίζει με τα πιο ζωντανά χρώματα, λέγοντάς μας πως ήταν δεινός ρήτορας, εύστροφος και σωστή στρατιωτική διάνοια, ενσαρκώνοντας πλήρως στο πρόσωπό του τα ιδεώδη της αρχαίας Σπάρτης.

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής της πρώτης φάσης του Πελοποννησιακού Πολέμου (Αρχιδάμειος Πόλεμος, 431-421 π.Χ.) διακρινόταν για την τόλμη και την ανδρεία του, αλλά και τις διπλωματικές αρετές του.

Η κορυφαία στιγμή του ήταν και το τέλος του: Η μάχη της Αμφίπολης

Η περίφημη μάχη της Αμφίπολης έλαβε χώρα το 422 π.Χ., φέρνοντας αντιμέτωπους τους Σπαρτιάτες, υπό τον Βρασίδα, και τους Αθηναίους, υπό τον Κλέωνα.

Έχοντας νικήσει τους Αθηναίους το 424 π.Χ. στο Δήλιο της Βοιωτίας, ο Βρασίδας κινήθηκε στη Χαλκιδική. Η εκστρατεία του στη Μακεδονία είχε διττό σκοπό: την αναζήτηση συμμαχιών, αλλά και την κατάληψη πόλεων φίλα προσκείμενων στην Αθήνα.

Κάποια στιγμή πληροφορήθηκε πως ο Κλέων κινούνταν εναντίον του. Οι δύο στρατοί στρατοπέδευσαν κοντά στα τείχη της Αμφίπολης, ο Βρασίδας άφησε ωστόσο ένα μέρος των δυνάμεών του, κάπου 150 άντρες, εντός της πόλης.

Ήταν άλλη μια ευκαιρία για να επιδείξει ο δαιμόνιος λακεδαιμόνιος στρατηγός την ευφυΐα του. Ο Βρασίδας πότε έκρυβε τον στρατό του πίσω από τα τείχη της Αμφίπολης και πότε τον εμφάνιζε, κάνοντας τον Κλέωνα να πιστέψει πως θα του επιτεθεί.

Ο αθηναίος στρατηγός ετοίμαζε τον στρατό του για επίθεση, δίνοντας στον Βρασίδα την ευκαιρία που τόσο αποζητούσε. Οι πύλες της στρατηγικής σημασίας πόλης άνοιξαν ξαφνικά και από μέσα ξεχύθηκε ο στρατός των Σπαρτιατών.

Ο αιφνιδιασμός της εξόδου ήταν ολοκληρωτικός. Οι Αθηναίοι τράπηκαν σε φυγή και η μάχη μετατράπηκε σε σφαγή. Μέτρησαν σοβαρές απώλειες εκατοντάδων στρατιωτών, ενώ οι Σπαρτιάτες έχασαν μόλις 7 άντρες. Μόνο που μεταξύ τους ήταν και ο ίδιος ο Βρασίδας. Αλλά και ο Κλέων, από πλευράς Αθηναίων.

Ο Βρασίδας μεταφέρθηκε τραυματίας εντός των τειχών και άφησε λίγο αργότερα την τελευταία του πνοή. Πριν πεθάνει, πληροφορήθηκε πάντως ότι ο στρατός του είχε νικήσει. Τις παραμονές μάλιστα της επίθεσης, εκφώνησε άλλον έναν περίφημο λόγο του, εμψυχώνοντας για μια τελευταία φορά τους άντρες του.

Τον έθαψαν με τιμές μέσα στην Αμφίπολη, ενός προς τιμήν του στήθηκε στη Σπάρτη ένα κενοτάφιο, δίπλα στα μνημεία του Παυσανία και του Λεωνίδα.

Ο θάνατος των δύο στρατηγών, αλλά και η πανωλεθρία της Αθήνας, έπεισαν τις δύο πόλεις να φέρουν στην επιφάνεια τις φιλειρηνικές τους παρατάξεις.

Οι δύο πλευρές θα κατέληγαν την επόμενη χρονιά στην εύθραυστη Νικίειο Ειρήνη (Μάρτιος του 421 π.Χ.), δίνοντας έτσι τέλος στην πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Η «άλλη» μάχη

Ο λακεδαιμόνιος στρατηγός δεν περίμενε όμως την Αμφίπολη για να γίνει γνωστός στα πέρατα του ελληνικού κόσμου. Οι πρώτες ριπές των εξαιρετικών και παράτολμων τακτικισμών του, των «Βρασίδειων», όπως ονομάστηκαν χαρακτηριστικά, φάνηκαν από τις πρώτες στιγμές του Πελοποννησιακού.

Ήδη από το 431 π.Χ. είχε τρομερές στρατιωτικές επιτυχίες στο ενεργητικό του. Όπως το γεγονός ότι κατάφερε να λύσει την αθηναϊκή πολιορκία της Μεθώνης με μόλις 100 άντρες στο πλευρό του.

Οι Αθηναίοι, με στόλο 100 πλοίων, πραγματοποίησαν απόβαση στην πόλη, που δεν είχε παρά μια μικρή φρουρά. Η κατάληψή της φάνταζε εύκολη ιστορία, δεν υπολόγιζαν όμως τον Βρασίδα, που βρισκόταν κοντά στη Μεθώνη και έσπευσε τάχιστα.

Με γενναιότητα που ξεχείλιζε, κατάφερε να διαπεράσει τα στρατεύματα των πολιορκητών και να μπει στην πόλη, χάνοντας κατά την αιφνιδιαστική εισβολή του λίγους μόνο άντρες. Έτσι έσωσε τη Μεθώνη και τιμήθηκε από τη Σπάρτη.

Με τέτοιες στρατιωτικές επιτυχίες στο ενεργητικό του, σε στεριά και θάλασσα, έφτασε να εκστρατεύσει το 428 π.Χ. στη Μακεδονία, μεταφέροντας εκεί το θέατρο των μαχών. Κατέλαβε πολλές πόλεις και έπεισε άλλες τόσες να τον ακολουθήσουν χωρίς μάχη, καθώς η προσωπικότητα και η δικαιοσύνη του έκαναν εύκολη την αποστασία από το άρμα της Αθήνας.

Κάποιες φορές έφτανε ένας λόγος του για να παραδοθούν οι πόλεις στους Σπαρτιάτες (όπως έγινε στην Άκανθο και τα Στάγειρα).

Το ημερολόγιο έδειχνε 423 π.Χ. όταν του ζήτησε ο σύμμαχός του, ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Περδίκκας Β’ (γιος του Αλέξανδρου Α’), να τον βοηθήσει στον δικό του πόλεμο. Ο Βρασίδας τού είχε μεγάλη υποχρέωση, ο Περδίκκας είχε αναλάβει τη σίτιση του μισού πελοποννησιακού στρατού.

Κι έτσι εκστράτευσαν από κοινού εναντίον του Αρραβαίου στη βορειοδυτική Μακεδονία, στο κρατίδιο των Λυγκηστών. Η μάχη ήταν να δοθεί στη Λυγκηστίδα (Λύγκος), ο Περδίκκας περίμενε όμως και τους ιλλυριούς συμμάχους του.

Μερικές σποραδικές μάχες αργότερα, οι τρομεροί μισθοφόροι τον πρόδωσαν όμως και συντάχθηκαν με τον στρατό του Αρραβαίου εναντίον του μακεδόνα βασιλιά. Ο Περδίκκας τράπηκε σε φυγή τη νύχτα, αφήνοντας ουσιαστικά μόνο τον Βρασίδα και μάλιστα μέσα σε εχθρικό έδαφος.

Οι μισθοφόροι Ιλλυριοί είχαν φήμη άγριων και ικανών πολεμιστών και η προσχώρησή τους στις τάξεις του εχθρού ήταν μεγάλο πλήγμα για την εκστρατεία. Ο Βρασίδας δεν αντιλήφθηκε την υποχώρηση των συμμάχων Μακεδόνων και βρέθηκε τα ξημερώματα απομονωμένος βαθιά μέσα στα εδάφη του εχθρού.

Και τότε θα έλαμπε η στρατηγική του διάνοια για άλλη μια φορά. Αφού εκφώνησε άλλον έναν εμψυχωτικό λόγο, απομυθοποιώντας ουσιαστικά την πολεμική μηχανή των Ιλλυριών, οργάνωσε την απαγκίστρωσή του από τη χώρα των Λυγκηστών.

Οι στρατιωτικοί ελιγμοί του για μια συντεταγμένη υποχώρηση άφησαν εποχή. Ήταν υποχώρηση μεν, είχε λάβει ωστόσο όλα τα μέτρα απέναντι σε μια αιφνιδιαστική επίθεση του εχθρού. Η υποχώρηση με τάξη και πειθαρχία, έλεγε στους στρατιώτες του, δεν είναι ήττα, ειδικά αν έχεις να αντιμετωπίσεις ένα ασύνταχτο πλήθος βαρβάρων.

Και πράγματι δικαιώθηκε. Οι Ιλλυριοί επιτέθηκαν τελικά και το πλήρωσαν ακριβά. Ο Βρασίδας οργάνωσε με πρωτόγνωρο τρόπο την υποχώρηση των δυνάμεών του, σε σχηματισμό αμυντικού τετραγώνου.

Ο στρατηγικός στόχος ήταν να προστατευτούν οι ελαφρά θωρακισμένοι πολεμιστές, την ίδια ώρα που μικρές και ευέλικτες μονάδες ελίτ στρατιωτών απέκρουαν τις επιθέσεις του εχθρού. Ο Βρασίδας έκανε πολλά και νεωτεριστικά σε αυτή την υποχώρηση, εξασφαλίζοντας τακτικά πλεονεκτήματα σε στενά περάσματα και υψώματα.

Ήταν μια τολμηρή και πρωτόγνωρη στα στρατιωτικά χρονικά υποχώρηση από εχθρικό έδαφος, που του επέτρεψε να βρεθεί σε συμμαχικά εδάφη χωρίς να χάσει άντρες. Επικράτησε του εχθρού ενώ υποχωρούσε. Οι επιτιθέμενοι καθηλώθηκαν και μέτρησαν μεγάλες απώλειες.

Οι Σπαρτιάτες επέστρεψαν τελικά με ασφάλεια σε φιλικό έδαφος, μόνο που η προδοσία του Περδίκκα θα έδινε τέλος στη συμμαχία Μακεδονίας και Σπάρτης.

Αυτός ήταν ο Βρασίδας, ο τολμηρός στρατηγός της Σπάρτης, τον οποίο μελέτησε καλά ο στρατηλάτης Μέγας Αλέξανδρος για τη δική του μεγαλειώδη εκστρατεία.

Λέγεται μάλιστα ότι ο Βρασίδας εκτιμούσε τόσο τη γενναιότητα που κάποια στιγμή άφησε ελεύθερο ένα ποντίκι που τον είχε δαγκώσει. Όταν τον ρώτησαν περίεργοι οι άντρες του γιατί του χάρισε τη ζωή, ο στρατηγός απάντησε: «Τίποτα δεν είναι τόσο μικρό και αδύναμο ώστε να μην μπορεί να ζήσει αν έχει τόλμη»…

 

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

H σκάλα του Πηνειού


Η Σκάλα του Πηνειού στη Λάρισα στην περιοχή των παλαιών Σφαγείων.  Επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα, ταχυδρομημένο το 1915. Η Σκάλα του Πηνειού στη Λάρισα στην περιοχή των παλαιών Σφαγείων. Επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα, ταχυδρομημένο το 1915.

Η σημερινή εικόνα είναι αντίγραφο χρωμολιθόγραφου επιστολικού δελταρίου του Στέφανου Στουρνάρα, το οποίο φέρει τον αριθμό 234 και την ένδειξη «Θεσσαλία-Λάρισσα».

Ο Στουρνάρας γεννήθηκε το 1867 στη Ζαγορά του Πηλίου. Νεαρός εργάστηκε σε εμπορικό κατάστημα στη Σμύρνη. Όμως οι επιδιώξεις του ήταν διαφορετικές. Έφυγε για την Αθήνα όπου παρακολούθησε για εφτά χρόνια μαθήματα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στους τομείς της ζωγραφικής και χαρακτικής με καθηγητή τον ζωγράφο Νικηφόρο Λύτρα και το 1889 πήρε το δίπλωμά του. Στη φωτογραφική τέχνη υπήρξε αυτοδίδακτος, μελετώντας ξένα βιβλία και παρακολουθώντας φωτογράφους της Αθήνας κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Το 1889 εγκαταστάθηκε στον Βόλο και ήταν ο πρώτος ζωγράφος της πόλης που αποφοίτησε από σχολή. Αρχικά ασχολήθηκε με τη βυζαντινή αγιογραφία και την κοσμική ζωγραφική. Το 1892 άνοιξε καλλιτεχνικό φωτογραφείο. Με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 επιστρατεύθηκε και φωτογράφισε σκηνές από μάχες στο μέτωπο του πολέμου (Βρύση Τυρνάβου, Λοσφάκι, Προφήτη Ηλία Τυρνάβου, Βελεστίνο και αλλού) [1]. Αργότερα περιηγήθηκε με τη φωτογραφική μηχανή του στη Μαγνησία και ιδιαίτερα στο Πήλιο, τη Θεσσαλία, τη Φθιώτιδα, τη Β. Εύβοια και μετά τον νικηφόρο πόλεμο του 1912-13 στο Άγιον Όρος, τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Το 1920 εκτύπωσε και 25 περίπου κάρτες με θέματα από τη Μ. Ασία και τη Μικρασιατική εκστρατεία. Εξέδωσε περίπου 1.100 μονόχρωμες και λιθόγραφες έγχρωμες κάρτες. Χάρη στη γεωγραφικά ευρεία φωτογραφική κάλυψη που πέτυχε, η Λάρισα και η περιοχή της έχει αρκετές φωτογραφίες της περιόδου 1900-1915, περίοδο κατά την οποία οι Λαρισαίοι φωτογράφοι ασχολούνταν αποκλειστικά με τη φωτογράφιση σε στούντιο. Πέθανε στις 22 Αυγούστου 1928.
Οι εκτυπώσεις όλων των φωτογραφιών του είναι εξαιρετικές και τα χρώματα ζωηρά. Γι’ αυτό και σήμερα οι κάρτες του Στέφ. Στουρνάρα έχουν αποκτήσει πολύ μεγάλη αξία και είναι περιζήτητες στις διενεργούμενες δημοπρασίες. Η δημοσιευόμενη φωτογραφία είναι χρωμολιθόγραφη και ταχυδρομημένη, με χρονολογία σφραγίδας: ΛΑΡΙΣΣΑ 24 Νοεμβρίου 1915
Στην εικόνα που παρουσιάζουμε και θα αναλύσουμε, ο φωτογράφος στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, στην περιοχή όπου μέχρι πριν λίγα χρόνια υπήρχαν τα παλαιά Σφαγεία της Λάρισας επί της οδού Αεροδρομίου [2]. Έστησε τον τρίποδα και έστρεψε τον φακό του προς τα βορειοδυτικά. Στο πρώτο επίπεδο διακρίνεται η λεγόμενη «Σκάλα», μια κατασκευή με μεγάλες πέτρες, η οποία προεξέχει στην κοίτη του ποταμού και βοηθούσε ανθρώπους, ζώα και διάφορα μεταφορικά μέσα να επιβιβάζονται σε μια «περαταριά» [3] και να διαπεραιώνονται στην απέναντι όχθη του Πηνειού. Το 1925 ο Ρωμύλος Αβδής, ένας πανέξυπνος επιχειρηματίας, δημιούργησε στην περιοχή αυτήν της αριστερής όχθης, η οποία σημειωτέον ήταν κατάφυτη από δέντρα, εξοχικό κέντρο με την ονομασία «Λούνα Παρκ», το οποίο συγκέντρωνε τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού την αφρόκρεμα της Λαρισαϊκής κοινωνίας. Στη φωτογραφία διακρίνονται ορισμένα άτομα να παρατηρούν το τοπίο και να περιμένουν προφανώς να διαπεραιωθούν απέναντι. Μπροστά υπάρχει ένα κοπάδι πρόβατα το οποίο βόσκει. Στο βάθος, σε κάποιο σημείο μέσα στην κοίτη του Πηνειού διακρίνεται το γνωστό νταϊλιάνι [4] του Πηνειού, η χαρά των ψαράδων της Λάρισας.
Σε μακρινή απόσταση φαίνεται το βορειοδυτικό τμήμα της Λάρισας. Ξεκινώντας από δεξιά, καθώς βλέπουμε την εικόνα, παρατηρούμε αδρά ότι εξέχει το καμπαναριό και η στέγη του ναού της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγία) και κοντά της ορισμένα χαμηλά σπίτια της συνοικίας Ταμπάκικα. Την περίοδο εκείνη η συνοικία αυτή περιοριζόταν κατά μήκος της σημερινής οδού Γεωργιάδου και έφθανε μέχρι την εκκλησία, όπως ακριβώς φαίνεται και στη φωτογραφία. Στη συνέχεια διακρίνονται οι ατμόμυλοι της παραπήνειας περιοχής. Οι παλιοί Λαρισαίοι τη θέση αυτήν την ονόμαζαν «Μύλια» από την παρουσία των παραδοσιακών υδρόμυλων. Πρώτα διακρίνεται η υψικάμινος (καμινάδα) και δίπλα το διώροφο κτίριο του Μύλου του Παππά με το χαρακτηριστικό αέτωμα, όπως ήταν στην αρχική μορφή του, πριν καταστραφεί από πυρκαγιά, η οποία οφειλόταν στα γαλλικά στρατεύματα που είχαν καταλάβει τη Λάρισα [5]. Στη συνέχεια μέσα από τα δέντρα εξέχει η καμινάδα του ατμόμυλου του Ιωάννη Τσιμπούκη που βρισκόταν σχεδόν απέναντι από τον Μύλο του Παππά.
Τέλος, σε πιο απομακρυσμένη απόσταση διακρίνεται ο λόφος της Ακρόπολης με τα οικήματα του Τρανού μαχαλά. Ο τρούλος και τα δύο κωδωνοστάσια του Αγίου Αχιλλίου μόλις διαγράφονται πίσω από την πλούσια βλάστηση που έχουν οι όχθες του ποταμού, ενώ αριστερότερα προβάλλει ο πύργος του πρώτου ρολογιού της πόλης, το οποίο σήμαινε την ώρα με καμπάνες.
Η χρονολόγηση της φωτογραφίας τοποθετείται στην περίοδο πριν το 1915, αφού είναι ταχυδρομημένη τον Νοέμβριο του 1915 και ο Μύλος του Παππά διατηρεί την αρχική μορφή του [6].

----------------------------------------------------------

[1]. «Κατά τον ατυχή μας πόλεμον ο Στουρνάρας φέρων επί της ράχεως την φωτογραφικήν του μηχανήν, ως είδος γυλιού και επί του ώμου του το γκρά (όπλο), έλαβε μέρος ενεργόν εις την μάχην Λοσφακίου της Μεγάλης Τετάρτης. Την Μεγάλην Παρασκευήν εις την μάχην της Βρύσης Τυρνάβου, ενώ φωτογραφεί την μάχην, οβίς βολιδοφόρος εκραγείσα, θα τον εφόνευεν εάν δεν τον έσωζεν η φωτογραφική του μηχανή, ήτις ευρεθείσα προ αυτού ανετράπη και εθρυμματίσθη». Σταύρος Μπατουδάκης. «Στέφανος Στουρνάρας. Ο πρωτοπόρος Βολιώτης ζωγράφος και φωτογράφος» περ. «Εν Βόλω».
[2]. Σήμερα στη θέση των παλαιών Σφαγείων λειτουργεί Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών. Έπειτα από επιμελημένη και επιστημονική συντήρηση του κτιρίου, δημιουργήθηκε ένας σύγχρονος και λειτουργικός χώρος.
[3]. Η περαταριά είναι ουσιαστικά ένα πορθμείο, μια εξέδρα (σχεδία), η οποία πλέει και εκτελεί τη συγκοινωνία ανάμεσα στις δύο όχθες του ποταμού, με τη βοήθεια ενός ισχυρού συρματόσχοινου στερεωμένου στις δύο όχθες.
[4]. Το νταϊλιάνι ή νταλιάνι είναι η ιχθυοπαγίδα, δηλαδή ένας διάτρητος φραγμός με ξύλα και πέτρες, στημένος εγκάρσια στη ροή του ποταμού, ο οποίος επιτρέπει τη ροή του νερού, αλλά παγιδεύει τα μεγαλύτερα ψάρια.
[5]. Άλλοι πιστεύουν ότι η πυρκαγιά να είναι αποτέλεσμα ενεργειών των βενιζελικών της Λάρισας ως αντίδραση στα φιλοβασιλικά αισθήματα του Παππά, ο οποίος επισκεπτόταν συχνά τα ανάκτορα και συναντούσε τον πρίγκιπα Νικόλαο στον κήπο των Ανακτόρων, συνοδευόμενος από τον Μιχαήλ Σάπκα και άλλους φιλοβασιλικούς.
[6]. Μπορεί ορισμένοι αναγνώστες να δυσκολεύονται να αναγνωρίζουν τα περιγραφόμενα κτίρια, ιδίως εκείνα τα οποία βρίσκονται σε μακρινή απόσταση στη φωτογραφία. Είναι προφανές όμως ότι η εκτύπωση σε χαρτί εφημερίδας υστερεί του πρωτοτύπου σε ευκρίνεια και επιπλέον ο ερευνητής με τη χρήση μεγεθυντικών μέσων έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει λεπτομέρειες, οι οποίες δεν διακρίνονται διά γυμνού οφθαλμού.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Η ΛΑΡΙΣΑ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ


Πλήθος Λαρισαίων παρακολουθεί την τελετή του αγιασμού των υδάτων του Πηνειού κατά την εορτή των Θεοφανείων.  Πίσω από τη δεξιά όχθη του Πηνειού οικοδομική αναρχία επικρατεί στο δυτικό πρανές του Λόφου της Ακρόπολης.  Φωτογραφία της περιόδου της τουρκοκρατίας (1880;). Από το βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες».  Φωτογραφίες Τάκης Τλούπας, κείμενο Νίκος Νάκος, Λάρισα (2003) σελ. 56. Πλήθος Λαρισαίων παρακολουθεί την τελετή του αγιασμού των υδάτων του Πηνειού κατά την εορτή των Θεοφανείων. Πίσω από τη δεξιά όχθη του Πηνειού οικοδομική αναρχία επικρατεί στο δυτικό πρανές του Λόφου της Ακρόπολης. Φωτογραφία της περιόδου της τουρκοκρατίας (1880;). Από το βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες». Φωτογραφίες Τάκης Τλούπας, κείμενο Νίκος Νάκος, Λάρισα (2003) σελ. 56.

Στο σημερινό μας κείμενο θα περιγράψουμε σε αδρές γραμμές τη μορφή της Λάρισας όπως ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα. Η περιγραφή θα βασιστεί σε ανέκδοτο έργο του λόγιου δημοσιογράφου Γεωργίου Σακελλαρίδη από το Πήλιο, το οποίο γράφτηκε τις

πρώτες δεκαετίες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Το έργο αυτό είναι ογκώδες (περίπου χίλιες χειρόγραφες σελίδες και διάφορα σημειώματα) και αναφέρεται στην ιστορία, τη γεωγραφία, τη λαογραφία και σε άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία αφορούν τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου. Το υλικό αυτό στην ολότητά του είναι αδημοσίευτο, εκτός από ορισμένα μέρη που έχουν δει το φως της δημοσιότητας σε περιοδικά και εφημερίδες του Βόλου της Αθήνας και της Αιγύπτου.
Ο Γεώργιος Σακελλαρίδης Θετταλομάγνης γεννήθηκε στον Άγ. Λαυρέντιο του Πηλίου. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Σακαλλαρίδης ο Θετταλομάγνης ήταν και αυτός λόγιος και δημοσιογράφος και είναι διαπιστωμένο ότι πατέρας και υιός πρωταγωνίστησαν στο επαναστατικό κίνημα της Θεσσαλομαγνησίας του 1878. Ο Γεώργιος έζησε για ορισμένο διάστημα και στην Αίγυπτο, όπου μάλιστα το 1899 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Άμμων». Αρχές της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα επέστρεψε στον Βόλο, όπου διετέλεσε μάχιμος δημοσιογράφος. Παρακολουθούσε από κοντά τα προβλήματα της Θεσσαλίας που μόλις είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό βασίλειο, αλλά και γενικότερα του ελληνισμού. Διαπίστωνε όμως ότι η μεταπολεμική νεοελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα η θεσσαλική απείχε πολύ από τα νεανικά του οράματα. Όσο βρισκόταν στον Βόλο έγραψε το έργο του στο οποίο θα αναφερθούμε. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1931.
Στο έργο του ο Γεώργιος Σακελλαρίδης ένα μεγάλο κομμάτι, περίπου 450 χειρόγραφες σελίδες τις έχει αφιερώσει για τη Θεσσαλία. Οι πληροφορίες που αφορούν την περιοχή αυτή είναι λεπτομερέστερες και αρτιότερα τεκμηριωμένες. Θα μας απασχολήσει κυρίως το τμήμα που αναφέρεται στη Λάρισα για ευνόητους λόγους. Σ' αυτό επιχειρεί να σκιαγραφήσει το πορτρέτο μιας πόλης, η οποία μετά την απελευθέρωση καλείται να διαδραματίσει έναν καινούριο ρόλο στη μακροχρόνια ιστορική πορεία της, βασιζόμενος στις δύο περίπου δεκαετίες ελεύθερης ζωής. Αν και Βολιώτης, αναγνωρίζει εκ προοιμίου τη Λάρισα ως πρωτεύουσα της Θεσσαλίας και αναφέρεται εν συντομία στην ιστορία της πόλης από την αρχαιότητα μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, επιχειρεί μια αναλυτική ιστορία της εκκλησίας της Λάρισας, με την αναγραφή καταλόγων επισκόπων της, περιγράφει τη σύγχρονη Λάρισα με λεπτομερείς αναφορές σε σημαντικά γεγονότα που σφράγισαν την περίοδο αυτή της ιστορίας της και τέλος καταγράφει τα ήθη και τα έθιμα του τόπου.
Όσον αφορά τη Λάρισα της εποχής του, την θεωρεί μία «υπό κατασκευήν πόλη», μετά τη σταδιακή εφαρμογή του σχεδίου πόλης του 1882. Στην ουσία ήταν ακόμα κατά 80% τουρκόπολη, με όλα τα κατάλοιπα του ρόλου που διαδραμάτισε στο παρελθόν. Έκδηλη ήταν ακόμα και η ανησυχία για τον ρόλο που καλείτο να παίξει στο μέλλον της[1]. Το ανέκδοτο αυτό έργο του Γεωργίου Σακελλαρίδη συμπληρώνει τις γνώσεις μας για τη Λάρισα και διαφωτίζει ορισμένες πτυχές της. Η πρωτοτυπία του έγκειται στις πληροφορίες που μας δίνει απλόχερα για τον λαϊκό της πολιτισμό, τον οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε γι' αυτή την περίοδο.
Αν και η ολοκληρωμένη δημοσίευση του ανέκδοτου αυτού υλικού του Σακελλαρίδη θα έδινε στην πραγματική του διάσταση ανάγλυφο όλο το μέγεθος της προσφοράς του στην ανίχνευση της ιστορίας της Θεσσαλίας, επειδή αυτό δεν είναι δυνατόν, θα παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από τα οποία θα αποδειχθεί του λόγου το αληθές. Αρχίζει ο συγγραφέας την περιγραφή του από τη Λάρισα για να δώσει, όπως γράφει, μεγαλύτερη σημασία και προσοχή στην πεδινή Θεσσαλία, αν και επί τουρκοκρατίας η πεδινή αυτή χώρα δεν είχε αξιόλογη εξέλιξη λόγω της μεγάλης παρουσίας Τούρκων. Στη συνέχεια αναλύει τους λόγους στους οποίους, κατά την άποψή του, οφείλεται η καθυστερημένη ανάπτυξη της Λάρισας. Αρχικά οφείλεται στη βαθμιαία αναχώρηση των Οθωμανών από την πόλη. Το γεγονός αυτό είχε ως επακόλουθο τη μεταφορά μεγάλων χρηματικών κεφαλαίων στο εξωτερικό και φυσικά την οπισθοδρόμηση της καλλιέργειας και τη μείωση των αγορών. Άλλος λόγος ήταν η αφορία των καρπών της γης για επτά και πλέον χρόνια λόγω δυσμενών φυσικών φαινομένων, όπως η ανομβρία, οικονομικής δυσπραγίας από την πλημμελή καλλιέργεια και ιστορικών γεγονότων όπως ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Ένας επιπλέον λόγος ήταν και η μείωση του εμπορίου της λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης της εμπορικής κίνησης στον Βόλο, όπου οι εκεί έμποροι αποδείχτηκαν εξυπνότεροι και ειδικότεροι. Αυτή την περίοδο η Λάρισα αναγνώριζε όχι μόνο την εμπορική επάρκεια των γειτόνων της, αλλά και ό,τι νεωτεριστικό στον τομέα των ιδεών ή του τεχνικού πολιτισμού ερχόταν από τον Βόλο. Ο μεγάλος ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πόλεις θα εμφανιστεί αργότερα, όταν πλέον η Λάρισα, με την επέκταση των σιδηροδρόμων, του οδικού δικτύου και της μεγάλης εμπορικής σημασίας που της έδινε η ετήσια εμποροπανήγυρη, την καθιέρωσε βαθμηδόν σε εμπορικό κέντρο της χώρας, παίρνοντας τα πρωτεία από τον Βόλο.
Χαρακτηριστική είναι η διαφημιστική προβολή των Ιππικών αγώνων, οι οποίοι συνδέονταν χρονικά και τελετουργικά με την εμποροπανήγυρη. Γράφει ο Σακελλαρίδης: «Είθισται κατά τη γενομένην ετησίως την 24ην Σεπτεμβρίου εμπορικήν πανήγυριν να τελώνται αγώνες ιππικοί, ως τουτ' αυτό εγίνετο εν τη αρχαία εποχή υπό των ενδόξων βασιλέων Σκοπαδών και Αλευαδών. Η εμπορική πανήγυρις εν Λαρίση και ταις λοιπαίς θεσσαλικαίς πόλεσι είναι γεγονός αναδεικνύον την συγγένειαν ημών των νεωτέρων Ελλήνων Θεσσαλών και την κατ' ευθείαν καταγωγήν μας μετά των αρχαίων, αγωνιζόμενοι εν ιππικοίς αγώσι και ασχολούμενοι εις την γεωργίαν και την κτηνοτροφίαν... Η Θεσσαλία επικοινωνεί μετά δύο άλλων ελληνίδων χωρών, Ηπείρου και Μακεδονίας, ου μην αλλά και της Ιλλυρίας , δια των ερχομένων εκείθεν βαθυπλούτων Ιλλυρικών πομεναρχών, ών τα εξ ενός εκατομμυρίου ποίμνια βόσκουσι ετησίως εν τη πεδινή Θεσσαλία από του μηνός Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου, μέχρι τέλη Απριλίου ... Προσοχήν δέον να δώσωσιν εις την τυροκομίαν και αλλαντοποιίαν, ου μην αλλά και εις την χοιροτροφίαν και πτηνοτροφίαν, αφ' ών όντως η Θεσσαλία θέλει ανακύψη εκ του άχθους της πτωχίας και τυρρανίας».
Εν συνεχεία ο Σακελλαρίδης δίνει λεπτομερή στοιχεία για τις συνοικίες της Λάρισας, τη διάταξη των διαφόρων δημοσίων κα δημοτικών κτιρίων στο οικιστικό σχέδιο της πόλης, την παιδεία των Ελλήνων αλλά και των Τούρκων, τις αρχαιότητες, το κλίμα και τη νοσηρότητα της περιοχής, κυρίως από την ελονοσία. Επίσης καταγράφει και το εθνογραφικό πορτρέτο της πόλης, η οποία δεν πρόλαβε ακόμα να αστικοποιηθεί αυτή την περίοδο. Ο συγγραφέας μέσα στη μάλλον γραφική πολυμορφία και πολυχρωμία της πόλης διακρίνει βασικά τον πληθυσμό σε Έλληνες, Τούρκους και Εβραίους και περιγράφει τον πολιτισμό τους ξεχωριστά. Τους Έλληνες Θεσσαλούς τους διακρίνει σε πεδινούς (Καραγκούνηδες), βλάχους, ορεινούς (Πηλιορείτες, Αγραφιώτες, Χασιώτες), η δε πρωτεύουσα Λάρισα περιλαμβάνει μικτό πληθυσμό, με τα αντίστοιχα ήθη και έθιμα κάθε ομάδας.
Τέλος ο συγγραφέας αναφέρεται στο θέμα των προλήψεων και δεισιδαιμονιών της περιοχής. Αναφέρει επί λέξει ο Σακελλαρίδης : «Ο σκοπός ημών είναι να γνωρίσωμεν τοις Θεσσαλοίς αναγνώσταις και τοις Έλλησιν ό,τι επρεσβεύετο και έτι πρεσβεύεται εν τοις χωρίοις και πόλεσι της Θεσσαλίας. Αν δε αι κρατούσαι προλήψεις και δεισιδαιμονίαι πιστευόμεναι υπό του αμαθούς λαού ωφελούσιν ή βλάπτουσι τούτο, αφίεται εις τον ιερόν κλήρον και τους διδασκάλους, οίτινες και καθήκον έχουσι και υποχρέωσιν ανέλαβον να διαφωτίσωσι τον θεσσαλικόν λαόν περί ούτινος ήδη πρόκειται. Αφίεται συνάμα το εκπολιτιστικόν τούτο ζήτημα και εις τον πανδαμάτορα χρόνον, όστις είναι ο σοφώτερος όλων μας και διδάσκαλος του μέλλοντος¨[2].
-------------
[1]. Είναι πολύ χαρακτηριστική και εύστοχη η εικόνα που μας δίνει ο Βλάσης Γαβριηλίδης για τη Λάρισα. Μεταξύ άλλων γράφει: «Όστις θέλει να ιδή κυοφορουμένας πόλεις, ας την επισκεφθή. Παρουσιάζει το θέαμα οικίας κτιζόμενης. Η Λάρισσα κτίζεται. Όλα γίνονται τώρα. Δρόμοι, πλατείαι, καταστήματα, οικοδομαί, ξενοδοχεία, εμπορικά, αγοραί. Σχεδόν και άνθρωποι. Διότι η Λάρισσα είναι χωρίς Λαρισσηνούς. Βλέπεις Αθηναίους, Πελοποννησίους, Στερεοελλαδίτας, Οθωμανούς, Εβραίους, Βλάχους, Γκέγκηδες, Ιταλούς, Φράγκους, Κωνσταντινουπολίτας, μόνον Λαρισσηνούς δεν βλέπεις. Πού είναι; Γίνονται. Βράζουν ...». Παπαθεοδώρου Νικόλαος. «Η Λάρισα του Βλάση Γαβριηλίδη (1890)», εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 12ης Σεπτεμβρίου 2018.
[2]. «Η Λάρισα στα τέλη του 19ου αιώνα, με ιστορικά, κοινωνικά και λαογραφικά στοιχεία της Θεσσαλικής πρωτεύουσας. Από το ανέκδοτο έργο του Γ. Σακελλαρίδη», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 5ης Ιανουαρίου 1985.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

 

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

«Σκιρίτης Λόχος»: Οι ειδικές δυνάμεις της Σπάρτης που πήγαν να αλλάξουν την ιστορία των Θερμοπυλών

 Μπορεί να είναι εικόνα εξωτερικοί χώροι

 

Οι πιο σκληροί της περίφημης Σπαρτιατικής Φάλαγγας ήταν… Αρκάδες

Σε σχέση με τα μέσα και την τεχνογνωσία της κάθε εποχής, η Σπαρτιάτικη Φάλαγγα ήταν πιθανότατα η αρτιότερη πολεμική μηχανή που έδρασε ποτέ στον κόσμο, συγκρινόμενη πάντα με τον «ανταγωνισμό».

Υπό τον αέναο φόβο εξέγερσης των απείρως περισσότερων Ειλώτων, οι Σπαρτιάτες τελούσαν διαρκώς υπό πολεμική ετοιμότητα και ήταν καίριο για αυτούς να εξελίξουν στρατηγικές που θα επέτρεπαν σε λίγους να τιθασεύσουν πολλούς. Κάθε αρσενικό παιδί που γεννιόταν ήταν εν δυνάμει ένας από τους πιο σκληρά εκπαιδευμένους πολεμιστές του αρχαίου κόσμου.

Η στρατιωτική παιδεία ήταν το σήμα κατατεθέν της πόλης – κράτους και η υποβολή στην κουλτούρα ότι η ανώτερη τιμή ήταν η διάκριση στο πεδίο της μάχης τρόπος ζωής. Η σιδηρά πειθαρχία και ο βαρύτατος εξοπλισμός της Φάλαγγας ολοκλήρωναν το προφίλ ενός στρατιωτικού σχηματισμού, που πλεονεκτούσε από όλους τους υπόλοιπους διότι ήταν ουσιαστικά δομημένος σε άκρως επαγγελματικά» πρότυπα.  

Κι όμως, υπήρχαν μαχητές που ήταν υπέρτεροι, ως αυτόνομες μονάδες, από τους Σπαρτιάτες. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι στη σύνθεση της φάλαγγας των Σπαρτιατών συμπεριλαμβάνονταν κάποιοι ξεχωριστοί πολεμιστές, των οποίων οι μαχητικές ικανότητες και τα στρατιωτικά προσόντα ξεπερνούσαν ακόμη και αυτά του Λακεδαιμόνιου πολεμιστή.

Ουσιαστικά ήταν η επίλεκτη ομάδα της Φάλαγγας, κάτι σαν η «Δύναμη Δέλτα» αυτής, η οποία αποτελούνταν από ορεσίβια φυλών Αρκάδων, που κατοικούσαν στην αρχαία Σκιρίτιδα της νότιας Αρκαδίας. Η Σκιρίτιδα υπαγόταν στην Σπάρτη, οι πολίτες της όμως είχαν διατηρήσει αρκετές από τις ελευθερίες τους. Επρόκειτο για μια ορεινή, δύσβατη και αφιλόξενη περιοχή, στα βόρεια της Λακωνίας, ανάμεσα στους ποταμούς Οινούντα και Ευρώτα. Η στρατηγική θέση της Σκιρίτιδας ήταν καμβική για την άμυνα και την ασφάλεια της Λακεδαίμονος οδήγησε στην από νωρίς ενσωμάτωσή της στο κράτος της Σπάρτης. Από τη στενωπό της Σκιρίτιδας διέρχετο η αμαξιτή οδός που συνέδεε, μέσω Τεγέας, το Άργος με τη Σπάρτη και χάρη στους Σκιρίτες πολεμιστές ασφάλισε τα βόρεια σύνορά της από τους εχθρούς της, Αρκάδες και Αργείους.

Όταν η περιοχή προσαρτήθηκε, δόθηκε στους κατοίκους της η ιδιότητα του «περίοικου», δηλαδή του ελεύθερου πολίτη χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Οι περίοικοι ήταν κατά βάση οι κάτοικοι των λακωνικών περιχώρων και δεν λάμβαναν στρατιωτική εκπαίδευση του επιπέδου ενός πολίτη της Σπάρτης. Ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την ξυλουργία. Δεν μετείχαν στα κοινά και οικονομικά και  βρίσκονταν υπό την αυστηρή κηδεμονία των Σπαρτιατών. Ωστόσο οι Σκιρίτες ήταν πολύ σκληροί άνθρωποι, με αξιομνημόνευτη ανδρεία και αποστροφή στην… υποδούλωση. Ποιώντας έξυπνα οι Σπαρτιάτες, τους έκαναν συμμάχους τους, καλώντας τους επανδρώσουν τη σπαρτιατική φάλαγγα. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ήταν άντρες με σπάνια δύναμη και αντοχή, ικανοί να φέρουν εις πέρας τις πιο απαιτητικές αποστολές.

Παρόλο που οι κάτοικοί της ήταν Αρκάδες στην καταγωγή, η ορεινή αυτή περιοχή ταυτίστηκε απολύτως, πολιτικά και στρατιωτικά, με τη Σπάρτη, αναλαμβάνοντας ρόλο «φρουρού» της.

Η μοίρα των Σκιριτών ονομαζόταν αρχικά «Σκιρίτης Λόχος» και θεωρούταν η «ελίτ» της σπαρτιατικής φάλαγγας. Σύμβολο τους ήταν ένα άσπρο γεράκι σε μαύρο φόντο. Αποτελείτο από 600 άνδρες, επιλεγμένους για τη σωματική τους δύναμη και αντοχή. Ο Θουκυδίδης μας πληροφορεί ότι στη μάχη κατείχαν το αριστερό πλευρό της παράταξης, δίπλα στον Βασιλιά, ενώ το δεξιό κατείχαν οι Σπαρτιάτες.

Σύμφωνα με τις αναφορές των ιστορικών, όταν η Σπαρτιατική Φάλαγγα προέλαυνε προς εμπλοκή με τον εχθρό, οι Σκιρίτες ήταν το μοναδικό τμήμα που κινείτο μπροστά από το βασιλιά. Ενεργούσαν ως εμπροσθοφυλακή και ορισμένες φορές βρίσκονταν ακόμη πιο μπροστά και από τους έφιππους ανιχνευτές.

Τις νύχτες αναλάμβαναν εξ ολοκλήρου τη φύλαξη, ήταν υπεύθυνοι για την ανίχνευση του εδάφους και στρατοπέδευαν σε σημεία από όπου μπορούσαν να διακρίνουν από μακριά τους εχθρούς και τις κινήσεις τους.

Εκτός από ρόλο φρουρών, ιχνηλατών και εμπροσθοφυλακής, είχαν και αυτόν του «προσκόπου» στο σπαρτιατικό στρατό. Στην αρχαιότητα οι πρόσκοποι ήταν στρατιωτικά τμήματα που αναλάμβαναν δύσκολες αποστολές, κάτι σαν τις σημερινές ειδικές δυνάμεις. Ένα χαρακτηριστικό που τους προσομοιάζει με τους σύγχρονους καταδρομείς είναι ότι στις νυχτερινές καταδρομικές επιχειρήσεις έβαφαν το πρόσωπο και το σώμα τους μαύρο, με σκόνη από κάρβουνο για απόκρυψη-παραλλαγή.

Αν και ελάχιστα πράγματα έχουν σωθεί για τη δράση τους, γνωρίζουμε ότι η σημαντικότερη καταδρομική επιχείρηση ενός αποσπάσματος Σκιριτών έλαβε χώρα κατά τη μάχη των Θερμοπυλών και είχε ως στόχο τη δολοφονία του ίδιου του Ξέρξη!  

Και θα το είχαν πιθανότατα καταφέρει, αλλάζοντας τον ρου της Ιστορίας, αν ήταν λίγο πιο… τυχεροί. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, η μικρή ομάδα ανδρών κατάφερε να τρυπώσει στο αντίπαλο στρατόπεδο και να φτάσει έως τη σκηνή του Πέρση βασιλιά, τον οποίο ωστόσο δεν βρήκε μέσα. Εντός της βασιλικής σκηνής ήταν δύο αδελφοί του Ξέρξη, οι στρατηγοί Αβροκόμης και Υπεράνθης, οι οποίοι και δολοφονήθηκαν από τους Σκιρίτες. Το απόσπασμα εξοντώθηκε τελικά από τη δύναμη των επίλεκτων Περσών «Αθανάτων», όταν αργότερα έγινε αντιληπτό, ωστόσο το ηθικό πλήγμα που είχε προκαλέσει στον εχθρό ήταν βαρύτατο.

Σύμφωνα με μια άλλη πηγή δε, ο διοικητής της μοίρας των Σκιρίτων ήταν αυτός που σκότωσε τον αρχιστράτηγο των Περσών, Μαρδόνιο κατά τη μάχη των Πλαταιών.

Οι μεγαλύτεροι οικισμοί της Σκιρίτιδας ήταν το Οίον και οι Καρυές, ο τόπος καταγωγής των διάσημων Καρυάτιδων. Το Οίον ονομάζεται σήμερα Κερασιά, ενώ η περιοχή της αρχαίας Σκιρίτιδας εντάσσεται στο δήμο Τρίπολης. Στην απογραφή του 2001 είχε 1.600 κατοίκους. Στην ιστορική απογραφή όμως της Ελλάδας κατέχει σαφώς μεγαλύτερη… έκταση από την εδαφική και πληθυσμιακή της.

 

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η εξέδρα της Κεντρικής πλατείας


Η Κεντρική πλατεία της Λάρισας με την εξέδρα στο κέντρο της. Φωτογραφία από  επιστολικό δελτάριο του Francois E. Caloytas από τη Σύρο. Περίπου 1910-15. Η Κεντρική πλατεία της Λάρισας με την εξέδρα στο κέντρο της. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Francois E. Caloytas από τη Σύρο. Περίπου 1910-15.

Η σημερινή εικόνα προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Φραγκούλη Καλουτά από τη Σύρο[1].

Έχουμε αναφερθεί σ’ αυτόν με την ευκαιρία άλλων επιστολικών δελταρίων του που δημοσιεύσαμε. Ήλθε στη Λάρισα στις αρχές της δεκαετίας του 1910 και κυκλοφόρησε περίπου 10 αριθμημένες κάρτες με τοπία της Λάρισας. Η σημερινή είναι η υπ’ αριθμ. 2 και στο κάτω αριστερό τμήμα της εικόνας έχει γραμμένη τη λεζάντα: ΛΑΡΙΣΣΑ. Πλατεία στα ελληνικά και τα γαλλικά.
Την περίοδο εκείνη τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της πόλης ήταν η περιοχή του Αλκαζάρ με την παλιά της πέτρινη γέφυρα και η περιοχή της Κεντρικής πλατείας. Ο Λόφος της Ακρόπολης ήταν υποβαθμισμένος, παρ’ όλο που βρίσκονταν εκεί ψηλά ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου και το ρολόι της πόλης.
Η ονομασία της Κεντρικής πλατείας άλλαξε αρκετές φορές, φαινόμενο συνηθισμένο διαχρονικά και σε άλλες πλατείες και δρόμους. Η πλατεία αυτή μερικές φορές είχε ονομασίες οι οποίες δεν επικράτησαν και αναφέρονταν μόνον στα επίσημα έγγραφα. Ακόμα και σήμερα όλοι σχεδόν την αναφέρουν σαν Κεντρική πλατεία, ονομασία η οποία δεν έχει καμία επίσημη καθιέρωση.
—Η παλαιότερη ονομασία ήταν Πλατεία Διοικητηρίου και είχε επικρατήσει από την τουρκοκρατία ακόμα, επειδή στη Β.Δ. γωνία της δέσποζε το επιβλητικό κτίριο του τουρκικού Διοικητηρίου που είχε κτισθεί το 1874 από τον Έλληνα αρχιτέκτονα Στυλιανό Βουκαδόρο από τη Ζάκυνθο...
—Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο το 1881, την συναντούμε με την επίσημη ονομασία Πλατεία Απελευθερώσεως, προφανώς για να τιμηθεί η απελευθέρωση της Λάρισας μετά από 450 περίπου χρόνια σκλαβιάς (1423-1881).
—Η ονομασία αυτή δεν κράτησε πολύ. Μετά από λίγα χρόνια (1892) στο παλιό τουρκικό Διοικητήριο εγκαταστάθηκαν τα Δικαστήρια και η πλατεία μετονομάστηκε σε Πλατεία Δικαστηρίων.
—Στο υπέρθυρο της κεντρικής πύλης εισόδου του κτιρίου των Δικαστηρίων υπήρχε η επιγραφή ΘΕΜΙΔΟΣ ΜΕΛΑΘΡΟΝ και από την επιγραφή αυτή η πλατεία μετονομάσθηκε αργότερα σε Πλατεία Θέμιδος, ονομασία η οποία αναφέρεται σε όλα τα προπολεμικά επιστολικά δελτάρια που την απεικονίζουν.
—Ο Γιώργος Ζιαζιάς αναφέρει ότι στα 1920 ονομάσθηκε Πλατεία Βασιλέως Κωνσταντίνου του Νικητού, για να τιμηθεί η νικηφόρα πορεία του ελληνικού στρατού προς τη Μακεδονία και Ήπειρο κατά το 1912-13. Φαίνεται όμως ότι έμεινε μόνον στα χαρτιά, γιατί τότε εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα ο απόηχος του εθνικού διχασμού και πολύ γρήγορα ξεχάστηκε.
—Το βράδυ της ημέρας των εθνικών εκλογών της 1ης Μαρτίου 1933, όταν πλέον άρχισε να διαφαίνεται η νίκη του Λαϊκού κόμματος του Παναγή Τσαλδάρη, το οποίο συνεργαζόταν με το κόμμα του Γεωργίου Κονδύλη, εξερράγη κίνημα από τον χαμένο των εκλογών Νικόλαο Πλαστήρα, με τη βοήθεια τμήματος της Φρουράς Αθηνών και άλλων στρατιωτικών μονάδων της Ελλάδος. Στο κίνημα δεν προσχώρησε το Β’ Σώμα Στρατού που είχε έδρα τη Λάρισα, με αποτέλεσμα τελικά το κίνημα να μην επικρατήσει. Για να αποδοθούν τιμές προς το Β’ Σ. Σ. επειδή συνετέλεσε στην αποτυχία του κινήματος Πλαστήρα, η Δημοτική Αρχή υπό τον Μιχαήλ Σάπκα, πολιτικό ο οποίος εκλεγόταν με τη σημαία του Λαϊκού κόμματος, πήρε την απόφαση να μετονομασθεί η Κεντρική πλατεία από Θέμιδος σε Πλατεία Β’ Σώματος Στρατού.
—Στις 5 Νοεμβρίου 1959 το Δημοτικό Συμβούλιο υπό τον δήμαρχο Δημήτριο Χατζηγιάννη αποφάσισε να μετονομάσει την Κεντρική πλατεία σε Πλατεία Μιχαήλ Σάπκα, για να τιμήσει τον αναμορφωτή δήμαρχο της Λάρισας, ενώ τον Μάιο του 1964 αποκαλύφθηκε και η προτομή του, έργο του Πηλιορείτη γλύπτη Νικόλα. Από τότε μέχρι και σήμερα η επίσημη ονομασία της πλατείας δεν έχει αλλάξει. Όμως ο περισσότερος κόσμος, Λαρισαίοι και επισκέπτες, την γνωρίζουν ως Κεντρική πλατεία.
Κατά την απελευθέρωση της Λάρισας η σημερινή Κεντρική πλατεία δεν είχε ακόμη οριοθετηθεί όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Στη Β.Δ. πλευρά της δέσποζε το Τουρκικό Διοικητήριο με έναν ευρύ χώρο μπροστά του, ενώ στη νότια πλευρά της (προς τη σημερινή οδό Κούμα) υπήρχαν μερικές κατοικίες Τούρκων μπέηδων. Την τελική σημερινή μορφή της την πήρε μετά την εφαρμογή του σχεδίου της πόλεως που ψηφίστηκε το 1882 και άρχισε να εφαρμόζεται σταδιακά από το 1884 και κυρίως μετά την κατεδάφιση του πυρποληθέντος το 1905 Δικαστικού Μεγάρου.
Το 1896 στο κέντρο της αχανούς πλατείας, στήθηκε ειδική εξέδρα, λεπτομέρειες της οποίας μπορούν να φανούν στη δημοσιευόμενη φωτογραφία. Επρόκειτο για μια υπερυψωμένη κατασκευή κατά πέντε βαθμίδες από τον υπόλοιπο χώρο. Η εξέδρα αυτή στήθηκε για πρώτη φορά το 1883, επί δημαρχίας Αργυρίου Διδίκα, του πρώτου Έλληνα δημάρχου στην περιοχή του Αλκαζάρ. Διαβάζουμε στα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Λαρίσης ότι εγκρίθηκε «πίστωσις προς ανέγερσιν ...ενός παραπήγματος ως τόπου όπου θα παιανίζει η Μουσική στο άλσος των Μουσών», όπως ονομαζόταν τότε ο σημερινός κήπος του Αλκαζάρ. Σκοπό είχε να φιλοξενεί τις Κυριακές και τις εορτές την μπάντα του Στρατού, για να εκτελεί διάφορα μουσικά προγράμματα «προς ψυχαγωγίαν των περιπατητών».
Κατά τη δημαρχιακή θητεία του Κωνσταντίνου Αναστασιάδη (1896), αποφασίσθηκε να μεταφερθεί η μαρμάρινη εξέδρα «εις την πλατείαν Δικαστηρίων, την μόνην θέσιν όπου λαμβάνει αναψυχήν ο κόσμος και εις την οποίαν συγκεντρούται όλη η Λάρισα και παιανίζει η Μουσική εις ωρισμένας ημέρας της εβδομάδος, ήτις υποπίπτει και εις την αντίληψιν των ξένων».
Τον Δεκέμβριο του 1928, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα, δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας αναφέρει: «Ήρχισε να ανασκάπτεται η πλατεία Θέμιδος. Το σχέδιον της πλατείας προβλέπει αργότερον να εκλείψη από το κέντρον της πλατείας η εξέδρα και να ανεγερθεί το άγαλμα του Πηνειού χύνοντος ύδωρ εντός πίθου, γύρωθεν δε θα φυτευθούν διάφορα άνθη και δένδρα που θα επιμεληθούν ο διευθυντής της Αβερωφείου Φιλ. Τζουλιάδης και ο ανθοκόμος Ιωάν. Κατσίγρας»[2]. Τελικά η εξέδρα απομακρύνθηκε, το άγαλμα του Πηνειού δεν έγινε, η πλατεία ανασκάφτηκε, δημιουργήθηκαν παρτέρια σε διάφορους σχηματισμούς, φυτεύτηκαν δένδρα και λουλούδια από τα φυτώρια της Αβερωφείου και συγχρόνως ασφαλτοστρώθηκε. Σ’ αυτήν την κατάσταση παρέμεινε μέχρι τη χρονιά όπου η Νέλλα Γκόλαντα δημιούργησε το σημερινό σύμπλεγμα του «Γλυπτού Ποταμού».


[1]. Στα επιστολικά δελτάρια ανέγραφε συνήθως στα γαλλικά το επίθετό του, όπως στο συγκεκριμένο δελτάριο: Francois E. Caloutas. Syra. Μερικές φορές εκτύπωνε τον λογότυπό του και στις δύο γλώσσες, ελληνικά και γαλλικά.
[2]. Ζιαζιάς Γεώργιος. Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950, Λάρισας (2004) σελ. 93.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com