Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Παλιά αρχοντικά, περίτεχνα κτίσματα (*)

Λάρισα. Η γέφυρα του Πηνειού με το τζαμί του Χασάν μπέη.  Χαρακτικό του 1805 του Simone Pomardi από το βιβλίο του Edward Dodwell «A Classical and Topographical Tour through Greece during the years 1801, 1895 and 1806. London. 1819.Λάρισα. Η γέφυρα του Πηνειού με το τζαμί του Χασάν μπέη. Χαρακτικό του 1805 του Simone Pomardi από το βιβλίο του Edward Dodwell «A Classical and Topographical Tour through Greece during the years 1801, 1895 and 1806. London. 1819.

Μια μέρα απ’ του Ολύμπου την κορφή
...χαμήλωσ’ η Αρμονία και κατέβη.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Η επιλογή του θέματος «ΛΑΡΙΣΑ. Παλιά αρχοντικά, περίτεχνα κτίσματα» που διαπραγματεύεται η έκδοση η οποία πρόκειται να κυκλοφορήσει, βασίσθηκε ουσιαστικά σε μια σχεδόν ομότιτλη παρουσίαση (Τα αρχοντικά της Λάρισας), η οποία είχε πραγματοποιηθεί ενώπιον κοινού πριν λίγα χρόνια και συνοδευόταν από σχέδια και παλιές φωτογραφίες. Βέβαια τα περισσότερα από τα περιγραφόμενα αρχοντικά για διάφορους λόγους δεν υπάρχουν σήμερα, όμως η εικονογράφηση, η αναπαράσταση και η περιγραφή τους φαίνεται να διαλύουν τον μύθο που επικρατούσε πάντα ότι η παλιά, η προπολεμική Λάρισα ήταν μεν μια πολιτεία πληθυσμιακά ανερχόμενη, αλλά αισθητικά άχρωμη. Εκτός από τα παλιά αρχοντόσπιτα της Λάρισας, θα περιγραφούν και διάφορα περίτεχνα και ιστορικά οικοδομήματα τα οποία υπήρξαν στενά συνυφασμένα με την ιστορία της πόλης. Από τα κτίρια αυτά μερικά υπήρχαν από την εποχή της τουρκοκρατίας, ενώ άλλα ήταν δημόσιας χρήσης (καταστήματα τραπεζών, ξενοδοχεία, λέσχες, κ.λπ.). Εντοπίζονταν ως επί το πλείστον στο κέντρο της Λάρισας και ήταν σε αριθμό πολύ περισσότερα, απ’ όσα παρουσιάζονται, γι’ αυτό και κάποια επιλογή θεωρήθηκε αναπόφευκτη.


Ο σημερινός επισκέπτης της Λάρισας θα πρέπει να διαθέτει μεγάλη φαντασία για να μπορέσει να αναπλάσει τη μορφή της όπως ήταν πριν από 100 ή 140 χρόνια, αφού αυτή έγινε αγνώριστη ακόμη και για τους ίδιους τους κατοίκους της. Κάπου-κάπου αντικρίζει κανείς μερικά σπίτια, χαμένα ανάμεσα στις θεόρατες πολυκατοικίες και τα αμέτρητα αυτοκίνητα. Όμως έστω και η μεμονωμένη παρουσία τους ζωντανεύει μια πόλη απ’ τα παλιά, μια πόλη αλλιώτικη. Σήμερα το γκρίζο χρώμα του τσιμέντου έπνιξε τη Λάρισα και εξαφάνισε και τα τελευταία παλιά αρχοντικά της. Πού είναι εκείνο το κόκκινο χρώμα των βυζαντινών κεραμιδιών και το πράσινο των ολάνθιστων κήπων της; Για πότε χάθηκαν όλα; Τα τεράστια σε όγκο κονάκια των μπέηδων με τις τεράστιες αυλές, τα αρχοντόσπιτα των αστικών οικογενειών της πόλης, τα νεοκλασικά αρχοντικά των νέων αρχόντων της θεσσαλικής γης, τα πέτρινα σπίτια των επιτυχημένων επαγγελματιών της πλούσιας αγοράς της; Τα λειτουργικά χαγιάτια και οι εξώστες με τα μαρμάρινα φουρούσια και τα δαντελωτά σιδερένια κιγκλιδώματα αντικαταστάθηκαν από τα στενά, άβολα και αντιαισθητικά μπαλκόνια, τα παράθυρα με τα ξύλινα παραθυρόφυλλα και οι ισχυρές ταμπλαδωτές πόρτες έδωσαν τη θέση τους στο κακόγουστο και άχρωμο αλουμίνιο [1]. Κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να κατεδαφίσουμε τα σπιτικά μας, αυτά που κατασκευάσθηκαν με αγάπη, μόχθο και περίσσια αισθητική ομορφιά από τους προγόνους μας, σαρώσαμε τα κεραμίδια τους, συνθλίψαμε ή παραδώσαμε σε χέρια εμπόρων τα ακροκέραμα από τις γωνιές της στέγης και σήμερα αγοράζουμε ίσως τα ίδια ακροκέραμα που κάποτε κατεδαφίσαμε, και τα χρησιμοποιούμε για να στολίσουμε τα ράφια των σπιτιών μας.
Όλα αυτά τα κτίρια ανήκαν στον οικοδομικό θησαυρό της παλιάς Λάρισας. Όμως δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ακατάβλητη επέλαση που εξαπέλυσε ο μηχανικός πολιτισμός εναντίον κάθε είδους παραδοσιακού δημιουργήματος που κατασκευάσθηκε από τα χέρια έμπειρων και ανώνυμων, αλλά χαρισματικών μαστόρων. Οι μηχανικές συλλογιστικές εξισώσεις κερδοσκόπων κατασκευαστών τελικά όχι μόνον νίκησαν, αλλά θριάμβευσαν.
Όλοι μας ταξιδέψαμε σε ξένες χώρες και θαυμάσαμε την προσήλωση, την στοργή και την επιθυμία των κατοίκων τους να διατηρήσουν και να συντηρήσουν κάθε τι παραδοσιακό που αξίζει. Τα νέα τεράστια οικοδομικά συγκροτήματα που χρειάσθηκε να κατασκευάσουν τα δημιούργησαν σε άλλους χώρους, για να μη θίξουν τίποτε από την παλιά τους πόλη, από το ιστορικό κέντρο όπως το ονομάζουν. Μερικοί πιστεύουν αφελώς ότι υπάρχει και στη Λάρισα ιστορικό κέντρο. Προσωπικά δεν μπορώ να το εντοπίσω. Είναι η περιοχή του Λόφου της Ακρόπολης (Φρούριο), της Κεντρικής Πλατείας Σάπκα, της πλατείας Ταχυδρομείου ή της πλατείας του Ωδείου; Είδατε στους χώρους αυτούς έστω και ένα κατάλοιπο της παλιάς ιστορίας της πόλης; Εδώ δεν σεβαστήκαμε όσο θα το άξιζε την περιοχή του Λόφου, που είχε στους αρχαίους χρόνους την ακρόπολη της Λάρισας, με τους ναούς και το θέατρο της, στους βυζαντινούς χρόνους τις βασιλικές με τα ψηφιδωτά δάπεδα, τον τάφο του πολιούχου της, τις δεξαμενές και τα λουτρά και στην τουρκοκρατία τα παζάρια, την κλειστή αγορά (το μπεζεστένι), τα χαμάμ, τον Τρανό μαχαλά των χριστιανών. Έπρεπε να αποκαλυφθεί το αρχαίο θέατρο για να κατανοήσουμε την αξία του Λόφου, τον οποίο τόσο βάναυσα έχουμε τραυματίσει όλα αυτά τα χρόνια της οικοδομικής ευμάρειας.
Μετά το τέλος της μακροχρόνιας τουρκοκρατίας και την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό βασίλειο το 1881, η Λάρισα είχε τη μεγάλη ευκαιρία να γίνει μια καινούρια πολιτεία. Τα κατάφερε μέχρις έναν βαθμό. Εφάρμοσε νέο ρυμοτομικό σχέδιο, διατήρησε τα λίγα όμορφα παλιά κτίσματα που υπήρχαν, έκτισε λαμπρά δημόσια κτίρια, όμορφες κατοικίες, ευπρεπή ξενοδοχεία, καταστήματα τραπεζών στον σύγχρονο αρχιτεκτονικό ρυθμό της εποχής, τον νεοκλασικό και λόγω της ευνοϊκής γεωγραφικής της θέσης αναπτύχθηκε πολεοδομικά. Ήρθαν όμως οι σεισμοί και οι βομβαρδισμοί και τη λάβωσαν. Το υπέμεινε. Μεταπολεμικά, όταν πέρασαν τα δύσκολα αυτά χρόνια της τετράχρονης κατοχής και οι βαθιές πληγές του εμφυλίου άρχισαν να επουλώνονται, ακολούθησε η οικονομική άνθηση της χώρας. Και ενώ έπρεπε να επουλώσει τις λαβωματιές και να συντηρήσει τα ερειπωμένα από τις κακουχίες της κατοχής και τη φθορά του χρόνου κτίρια, από την πολιτεία ψηφίσθηκε ένας ευνοϊκός οικοδομικός κανονισμός που έδωσε στη γη τεράστια αξία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ισοπεδώθηκαν χωρίς καμιά αντίσταση ή έστω με κάποια ποιοτική διαλογή, όλα τα παλιά οικήματα, αν και πολλά απ’ αυτά αποτελούσαν αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας παραδοσιακής αρχιτεκτονικής που στόλισε την τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία ή είχαν τη σφραγίδα του νεοκλασικού ρυθμού. Η παλιά και όμορφη φυσιογνωμία του κεντρικού τμήματος της πόλης άλλαξε εντελώς και μέσα στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα χάθηκε για τη Λάρισα όλη σχεδόν η αστική αρχιτεκτονική του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αι. Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον κτίρια των τελευταίων χρόνων της τουρκοκρατίας τα οποία να διασώζονται ακέραια, πλην ίσως ενός ή δύο, για να μας υπενθυμίζουν τη γνώση και την έμπνευση των μαστόρων της εποχής. Στη θέση τους ορθώθηκαν πολυώροφες οικοδομές, άκομψες έως δύσμορφες, χωρίς καμιά χάρη, σφιχταγκαλιασμένες η μία με την άλλη μέσα στη στενή ρυμοτομία των δρόμων της πόλης. Και η ανοικοδόμηση αυτή δεν περιορίσθηκε μόνο στα δημόσια και τα αστικά κτίρια, αλλά και στα εκκλησιαστικά. Σήμερα δεν υπάρχει έστω και ένας ιερός ναός στη Λάρισα, ο οποίος να μας διασώζει την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική (ναοδομία) του 19ου αιώνα [2]. Τα ελάχιστα κτίσματα που η ευαισθησία ορισμένων αρχόντων ή ατόμων πρόλαβε την τελευταία στιγμή να διασώσει, σήμερα όλα έχουν περικυκλωθεί από μια αλόγιστη και ανάρμοστη ανοικοδόμηση που τα περιόρισε και τα εξαφάνισε.
Στη Θεσσαλία ο νεοκλασικός αρχιτεκτονικός ρυθμός που επικράτησε μετά την απελευθέρωση, έφθασε στο απόγειό του τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τα χαρακτηριστικά του νέου αυτού ρυθμού ήταν οι κίονες, συνήθως ιονικοί, δωρικοί ή και απλοί, τα αετώματα ψηλά στις προσόψεις, τα υπέρθυρα και οι εξώστες με τα περίτεχνα κιγκλιδώματα και ο εξωτερικός στολισμός. Ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει ότι η Λάρισα ήταν κάποτε γεμάτη από τέτοια όμορφα αρχοντικά. Σήμερα όμως έχουν απομείνει ελάχιστα, για να θυμίζουν με την παρουσία τους τη χαμένη ομορφιά και το μεράκι εκείνων που τα έκτισαν και τα κατοίκησαν. Επειδή η πόλη προσφερόταν σαν έδρα των γεωργικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων μεγαλοεπιχειρηματιών οι οποίοι είχαν αποκτήσει τεράστιες εκτάσεις γεωργικής γης από τους Τούρκους γαιοκτήμονες που την εγκατέλειψαν, έκτισαν πολυτελή μέγαρα. Κύριο στοιχείο η πέτρα. Το μάρμαρο πλούτιζε τα σκαλοπάτια και τα φουρούσια στους εξώστες. Μερικά σχεδιάσθηκαν από διάσημους αρχιτέκτονες και διακοσμήθηκαν με ζωγραφικές παραστάσεις στους εσωτερικούς τοίχους και τις οροφές. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική έφερε μαζί της και τον πλούσιο εξοπλισμό των κατοικιών. Ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια κάθε ιδιοκτήτη κοσμούσαν τα αρχοντικά με κομψά έπιπλα. Πολυέλαιοι, βελούδινα παραπετάσματα, ασημικά σκεύη, τα περισσότερα φερμένα από την Ευρώπη και ζωγραφικοί πίνακες αναγνωρισμένων Ελλήνων καλλιτεχνών, διακοσμούσαν τους άνετους χώρους των κατοικιών τους.
Στο τέλος καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ευκολία με την οποία η πόλη κατέστρεψε μεταπολεμικά τα κτίσματά της και ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της, φαίνεται να ξεπερνά ακόμα και τις συμφορές που της προξένησαν κατά καιρούς τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες), καθώς και οι εχθρικοί βομβαρδισμοί της κατοχής.

 

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Μέγαρο Νικολάου Καρανίκα


Το μέγαρο του Νικολάου Καρανίκα, στη δυτική πλευρά της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Φραγκούλη Καλουτά. Περίπου 1915Το μέγαρο του Νικολάου Καρανίκα, στη δυτική πλευρά της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Φραγκούλη Καλουτά. Περίπου 1915

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει ένα θαυμάσιο αρχιτεκτονικό κτίσμα που υπήρχε από το 1910 περίπου στη δυτική πλευρά της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος, στη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Γεωργάκη Ολυμπίου (Ίωνος Δραγούμη). Επέζησε από τις συμφορές της κατοχής με κάποιες ζημιές και κατά τη δεκαετία του 1960 κατεδαφίσθηκε για να οικοδομηθεί, ως συνήθως, πολυώροφο κτιριακό συγκρότημα.


Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 στο σημείο αυτό και μέχρι τα όρια του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας, όπου μεταπολεμικά λειτούργησε με μεγάλη επιτυχία ο θερινός κινηματογράφος «Τιτάνια» του Μιχαήλ Τζεζαϊρλίδη [1] και σήμερα έχει κατασκευασθεί ένα μεγάλο οικοδομικό συγκρότημα, υπήρχε μια ημιδιώροφη κατοικία με μεγάλη αυλή, η οποία μάλιστα έφθανε μέχρι την οδό Ίωνος Δραγούμη. Το σπίτι αυτό, όπως αναφέρουν οι παλιοί χρονογράφοι [2], ανήκε στον ισραηλίτη Σελήμ Σακή. Στις αρχές του 20ού αιώνα περιήλθε στην κυριότητα του πλούσιου ισραηλίτη Αβραάμ Μουσόν, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης και άλλων ακινήτων στη Λάρισα. Λίγα χρόνια αργότερα ένα μέρος της έκτασης αυτής το αγόρασε ο γαιοκτήμονας Νικόλαος Καρανίκας. Ο τελευταίος κατεδάφισε την παλιά κατοικία και στη θέση αυτή έκτισε στα 1910 μια όμορφη διώροφη οικοδομή με θαυμάσια νεοκλασική αρχιτεκτονική. Στον επάνω όροφο έμενε ο ιδιοκτήτης με την οικογένειά του, ενώ η κατασκευή του ισογείου ήταν καταμερισμένη σε καταστήματα.
Η προνομιακή γωνιακή θέση του κτιρίου με θέα προς την Κεντρική πλατεία έδωσε τη δυνατότητα στον αρχιτέκτονα να οικοδομήσει ένα θαυμάσιο μέγαρο, αντλώντας ιδέες από την επικρατούσα στις αρχές του 20ού αιώνα νεοκλασική αρχιτεκτονική. Τα μεγάλα ανοίγματα στο ισόγειο επειδή προορίζονταν για επαγγελματική χρήση, βοηθούσαν στον πλούσιο φυσικό φωτισμό των χώρων. Στην πρόσοψη του ορόφου υπήρχε μια αρμονική και συμμετρική τοποθέτηση θυρών και παραθύρων. Επειδή προοριζόταν για κατοικία, η εσωτερική διαρρύθμιση ήταν άνετη και τα ανοίγματα ευρύχωρα. Οι πόρτες άνοιγαν σε έναν στενό εξώστη ο οποίος υποβασταζόταν από μαρμάρινα φουρούσια και προστατευόταν από μεταλλικό κιγκλίδωμα με ωραίο σχέδιο. Στο ύψος της στέγης υπήρχε γείσο, το οποίο περιέτρεχε το κτίριο απ’ όλες τις πλευρές και επάνω του επικάθονταν πολλαπλά ακροκέραμα στη σειρά. Πάνω από το γείσο ήταν κτισμένο ένα χαμηλό στηθαίο, στολισμένο με απλά σχέδια. Εκείνο όμως που έδινε χάρη και ομορφιά στην πρόσοψη του κτιρίου προς την πλατεία ήταν ένα θαυμάσιο κτιστό σύμπλεγμα, τοποθετημένο πάνω από το κεντρικό τμήμα του στηθαίου της στέγης, διανθισμένο με πλούσια διακόσμηση, το οποίο αδυνατώ να περιγράψω και σας προτρέπω να το προσέξετε στη φωτογραφία [3]. Το ισόγειο κτίριο που μόλις διακρίνεται αριστερά στην εικόνα είναι μέρος της κατοικίας του ιατρού και δημάρχου της Λάρισας την περίοδο 1917-1920 Κωνσταντίνου Βλάχου.
Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου ο μεγαλύτερος χώρος του ισογείου νοικιάσθηκε από τους αδελφούς Ρεμπάπη, οι οποίοι το διαμόρφωσαν σε κοσμικό καφεζαχαροπλαστείο με το όνομα «Βασιλικόν». Το περίεργο είναι ότι παρά την ονομασία του, οι θαμώνες του καταστήματος, όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός, ήταν ως επί το πλείστον αντιβασιλικοί. Τώρα πώς εξηγείται αυτό σε μια εποχή όπου βενιζελικοί και βασιλικοί έφθασαν μέχρι το σημείο να οδηγήσουν τη χώρα σε εθνικό διχασμό, είναι κάπως δύσκολο να εξηγηθεί. Από το 1927, όταν ο βωβός κινηματογράφος έκανε τα πρώτα του βήματα στη Λάρισα, στην αίθουσα του «Βασιλικού» τις βραδινές ώρες, μετά την αποχώρηση των πελατών του καταστήματος λειτουργούσε κινηματογράφος, ο οποίος συγκέντρωνε πλήθος κόσμου για να θαυμάσει τη νέα τεχνολογία της κινούμενης εικόνας. Το 1934 οι αδελφοί Ρεμπάπη μεταβίβασαν τη διαχείριση σε άλλον επιχειρηματία, ο οποίος συνέχισε να λειτουργεί το κατάστημα ως καφενείο, ζαχαροπλαστείο και καμπαρέ. Σε έναν άλλο χώρο στο ισόγειο του κτιρίου αυτού δίπλα από το «Βασιλικόν», λειτούργησε για πολλά χρόνια το κατάστημα του περίφημου για την εποχή του κουρέα Νίκου Πάτσιου.
Το κτίριο του Νικολάου Καρανίκα ήταν ένα από τα στολίδια της Κεντρικής Πλατείας και ο ανατολικός προσανατολισμός του πρόσφερε σπουδαία θέα στον ανοικτό χώρο της πλατείας. Όμως όπως συνέβη με τα περισσότερα κτίρια της Λάρισας, ο δυνατός σεισμός του Μαρτίου του 1941 και οι ιταλικοί και γερμανικοί βομβαρδισμοί του ίδιου έτους, τραυμάτισαν σοβαρά το οικοδόμημα αυτό. Ο όροφος έπαθε μεγαλύτερες ζημιές, με αποτέλεσμα να καταστεί ακατοίκητος. Έτσι οι ένοικοι αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν. Στο ισόγειο, έπειτα από ορισμένες επιδιορθώσεις, λειτούργησε για πολλά χρόνια το ζαχαροπλαστείο «Αίγλη» του Βασίλη Πασχονίδη και δίπλα κάποια άλλα καταστήματα.
Ο Νικόλαος και η Μαρία Καρανίκα απέκτησαν δύο τέκνα, τη Θάλεια και τον Βασίλειο. Η Θάλεια το 1955 παντρεύτηκε τον Κεφαλλονίτη πολιτικό Αριστείδη Δημητράτο [4].
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η κόρη του Νικ. Καρανίκα και κληρονόμος όλου του οικοδομήματος Θάλεια Καρανίκα-Δημητράτου απέφευγε να συντηρήσει το υπέροχο αυτό κτίσμα, το κατεδάφισε και στη θέση του υψώθηκε το πολυώροφο κτίριο που υπάρχει μέχρι σήμερα, το οποίο κατέλαβε τον προνομιακό αυτόν χώρο χωρίς ο κατασκευαστής να του προσδώσει καμία εμπνευσμένη αρχιτεκτονική εμφάνιση. Οι όροφοι αρχικά στέγασαν επί επταετίας την Περιφερειακή Διοίκηση Θεσσαλίας, ενώ μετά τη μεταπολίτευση λειτούργησε το Ταμείο και η Α’ Οικονομική Εφορία. Σήμερα στεγάζει υπηρεσίες του Δήμου Λαρισαίων.
Το διπλανό οικόπεδο μέχρι το κτίριο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας κατά το 1928-29 περιήλθε στην κυριότητα της Τράπεζας Λαρίσης, όταν αυτή βρισκόταν στην οικονομική ακμή της. Το 1932 όμως, με την πτώχευσή της ο χώρος περιήλθε στην κυριότητα της Εθνικής Τράπεζας.———————————————————
[1]. Οι παλαιότεροι θυμούνται με νοσταλγία τη διασκέδαση που πρόσφεραν οι θερινοί κινηματογράφοι τις ζεστές βραδιές του καλοκαιριού στους Λαρισαίους.
[2]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας), Πώς ήταν ο χώρος γύρω από την πλατεία, εφ. Λάρισα, φύλλο της 3ης Ιουλίου 1972.
[3]. Παρόμοιο σύμπλεγμα και στην ίδια θέση παρατηρούμε ότι υπήρχε και στο αρχοντικό του Στεφάνοβικ, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Παπακυριαζή και Κοραή τότε, 28ης Οκτωβρίου σήμερα, εκεί που βρίσκεται το στρατιωτικό πρατήριο και οδοντιατρείο.
[4]. Ο Αριστείδης Δημητράτος (1902-1986) διετέλεσε υφυπουργός Εργασίας το διάστημα 1936-1941 επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά και Κορυζή και το 1958-1961 υπουργός Εργασίας επί κυβερνήσεως Κων. Καραμανλή. Το 1955 νυμφεύθηκε σε δεύτερο γάμο τη Θάλεια Καρανίκα.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Πλατεία Θέμιδος

Η βορειοανατολική πλευρά της


Η βορειοανατολική πλευρά της πλατείας Θέμιδος (Κεντρική πλατεία). Περί το 1935.Η βορειοανατολική πλευρά της πλατείας Θέμιδος (Κεντρική πλατεία). Περί το 1935.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η πλέον φωτογραφημένη περιοχή της Λάρισας μετά την περιοχή της παλιάς πέτρινης γέφυρας, ήταν η Κεντρική πλατεία. Στην τελευταία θητεία του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα (1929-1934) η άγονη έκτασή της μεταμορφώθηκε. Η μαρμάρινη εξέδρα στο κέντρο, όπου η Φιλαρμονική διασκέδαζε τους κατοίκους της πόλης και τους παρεπιδημούντες επισκέπτες με συχνές υπαίθριες συναυλίες, απομακρύνθηκε. Μια μικρή κυκλική νησίδα πρασίνου που υπήρχε στην ανατολική πλευρά της, κοντά στην οδό Μεγ. Αλεξάνδρου εξαφανίστηκε. Ολόκληρος ο χώρος της πλατείας εμπλουτίστηκε με άφθονο πράσινο. Διαμορφώθηκαν παρτέρια και φυτεύτηκαν δένδρα, σύμφωνα με ειδικό σχέδιο, και με τη συμβολή του γεωπόνου Ιωάννη Κατσίγρα, πατέρα του ιατρού Γεωργίου Κατσίγρα, η πλατεία Θέμιδος, όπως ήταν προπολεμικά γνωστή η Κεντρική πλατεία, άλλαξε εντελώς μορφή.


Η σημερινή φωτογραφία είναι μία από τις πολλές που κατέχει η Φωτοθήκη Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας και υπάρχει στο αρχείο της. Απεικονίζει μέρος της πλατείας, καθώς και τα κτίρια τα οποία βρίσκονται στη βορειοανατολική πλευρά της. Σήμερα, τίποτε από ό,τι βλέπουμε στη φωτογραφία δεν υπάρχει πλέον και ο σημερινός κάτοικος της Λάρισας δεν μπορεί πραγματικά να εντοπίσει την περιοχή της. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τα κτίρια και την ιστορία τους και να δώσουμε μια εικόνα της συγκεκριμένη περιοχής, με τη βοήθεια της δημοσιευόμενης φωτογραφίας.
Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από τον εξώστη του κτιρίου του Νικολάου Καρανίκα, το οποίο δεν υπάρχει σήμερα και στη θέση του κατά τη διάρκεια της επταετίας κτίστηκε εξαώροφη οικοδομή όπου στεγάστηκαν διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, ενώ σήμερα στους ορόφους του έχουν μετακομίσει δημοτικές υπηρεσίες. Ο φωτογράφος έστρεφε τον φακό του προς τη βορειοανατολική πλευρά. Το κάτω μέρος της φωτογραφίας, που είναι και το μεγαλύτερο, απεικονίζει ένα μέρος της πλατείας, με πολλούς ανθρώπους να διασχίζουν την έκτασή της προς διάφορες κατευθύνσεις. Εμείς θα ασχοληθούμε κυρίως με τα κτίρια τα οποία απεικονίζονται στο επάνω μέρος της φωτογραφίας, αρχίζοντας από αριστερά.
Το διώροφο κτίριο με το τοξωτό αέτωμα στη στέγη είναι το μέγαρο του Μεχμέτ Χατζημέτου [1], το οποίο δεν απεικονίζεται ολόκληρο. Ήταν το κομψότερο κτίριο της πλατείας. Κατά τις αρχές του 20ού αιώνα ισοπεδώθηκαν οι ποινικές φυλακές και ορισμένα καταστήματα του Χατζημέτου που υπήρχαν στην περιοχή αυτήν και στη θέση τους κατασκευάστηκε το 1905 διώροφη οικοδομή, η οποία εκμεταλλευόμενη τη γωνιακή της θέση κοσμήθηκε στη στέγη με έναν κομψό τρούλο. Το 1906 στον όροφο ο επιχειρηματίας Ιωάννης Ασλάνης δημιούργησε την περίφημη Λέσχη που αναβάθμισε την κοινωνική ζωή της Λάρισας. Πριν το 1917 στη θέση της στεγάστηκε το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» των αδελφών Μίχου. Η ιδιοκτησία του κτιρίου το 1924, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τις ανταλλαγές των πληθυσμών, περιήλθε στο δημόσιο και το 1935 παραχωρήθηκε στον Στρατό αποκλειστικά για τη στέγαση της Λέσχης Αξιωματικών. Στο ισόγειο υπήρχαν καταστήματα και επί της οδού των Εξ (Κύπρου) και επί της Φιλελλήνων, τα οποία κατά διαστήματα άλλαζαν επιχειρηματίες και χρήση. Πιο ξακουστό ήταν το καφενείο του Μήτσου Μπόκοτα, το οποίο έβλεπε προς την πλατεία.
Ακολουθεί το Καφενείον «Εμπορικόν». Ήταν ένα ισόγειο οίκημα, το οποίο στέγαζε ένα από τα παλαιότερα καφενεία της Λάρισας. Παρέμεινε εν λειτουργία στη θέση αυτή μέχρι και τη δεκαετία του 1980. Σ’ όλο αυτό το διάστημα το καφενείο άλλαξε πολλούς επιχειρηματίες και ήταν στέκι εργατών, αλλά και των αμαξάδων, οι οποίοι στάθμευαν τα λαντό τους κατά μήκος της βόρειας πλευράς της πλατείας.
Στη συνέχεια διακρίνεται το Φαρμακείο του Αγαμέμνονα Αστεριάδη. Ήταν και αυτό ισόγειο και θεωρείται ότι ήταν το παλαιότερο της Λάρισας, αφού η λειτουργία του ανιχνεύεται ακόμη και από την περίοδο της τουρκοκρατίας, όταν είχε ιδρυθεί από τον πατέρα του Αγαμέμνονα, Κωνσταντίνο Αστεριάδη σε άλλη θέση, αλλά μετά την απελευθέρωση της Λάρισας μεταφέρθηκε στο σημείο αυτό.
Αμέσως μετά, στη γωνία με την οδό Πανός, διακρίνεται ένα διώροφο κτίριο. Στον επάνω όροφο υπήρχαν διάφορα καταστήματα, ενώ στο ισόγειο λειτουργούσε το κατάστημα Αποικιακών Ειδών (παντοπωλείο) του Μενελάου Καρυώτη [2], από τα κεντρικότερα και δημοφιλέστερα της πόλης.
Στη συνέχεια απεικονίζεται η αρχή της οδού Μεγ. Αλεξάνδρου. Στη γωνία με την οδό των Έξ διακρίνεται ένα μεγάλο διώροφο κτίριο. Στο ισόγειό του και από τις δύο πλευρές ήταν αρκετά καταστήματα τα οποία κατά καιρούς φιλοξένησαν διάφορους επαγγελματίες. Ακριβώς στη γωνία ήταν το καπνοπωλείο Καραπέτσα, το οποίο συνέχισε τη λειτουργία του και μεταπολεμικά συνεταιρικά με τον Δημητρόπουλο που είχε δίπλα του Στιλβωτήριο [3]. Σε επαφή με το προηγούμενο ήταν το κουρείο του Κώστα Χαρίτου. Ήταν ένα από τα λίγα που διέθετε τότε ανακλινόμενες πολυθρόνες, γεγονός που αποτελούσε σημαντική πολυτέλεια, γι’ αυτό και το προτιμούσε η καλή κοινωνία της Λάρισας. Αμέσως μετά το κουρείο ήταν για πολλά χρόνια το πασίγνωστο στους παλιούς Λαρισαίους καφεζαχαροπλαστείο Παλάκα από τη Ραψάνη. Πάνω από τα καταστήματα αυτά στεγαζόταν το ξενοδοχείον ύπνου «Κεντρικόν» το οποίο αρχικά λειτούργησε ως επιχείρηση του Αγραφιώτη και στη συνέχεια του Γεωργίου Σκένδρου.
Δίπλα από το καφεζαχαροπλαστείο του Παλάκα ήταν εγκατεστημένο μέχρι τη δεκαετία του 1920 το βιβλιοπωλείο και τυπογραφείο του Αλκιβιάδη Μακρή. Με την εγκατάστασή του το 1926 στον Βόλο η επιχείρηση περιήλθε στην Εταιρεία Δημητρακοπούλου-Παρασκευοπούλου-Παναγιωτακοπούλου. Το βιβλιοπωλείο διατηρήθηκε ως το 1936-37, όταν ο Ανδρέας Κουτσίνας, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκαν και τα υπόλοιπα καταστήματα που προαναφέραμε, τα κατεδάφισε και στη θέση τους κατασκεύασε τριώροφη οικοδομή, στην οποία το μεν ισόγειο είχε μεμονωμένα καταστήματα, οι δε όροφοι στέγασαν το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» με διευθυντή τον Γεώργιο Γάκο. Ήταν το πολυτελέστερο ξενοδοχείο που φιλοξένησε πολλές προσωπικότητες. Σαν κτίσμα είναι το μοναδικό προπολεμικό κτίριο το οποίο διασώζεται μέχρι σήμερα.

————————————————————
[1]. Ο Μεχμέτ Χατζημέτου ήταν από τους λίγους Οθωμανούς οι οποίοι παρέμειναν στη Λάρισα μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας με το Ελληνικό Βασίλειο. Ήταν μεγαλοκτηματίας, ιδιοκτήτης πολλών ακινήτων στην πόλη και διετέλεσε για ένα διάστημα Μουφτής καθώς και πρόεδρος της μουσουλμανικής κοινότητας της Λάρισας.
[2]. Μεταπολεμικά ο διάδοχός του Π. Καρυώτης, μαζί με τον διάδοχο του απέναντι παντοπωλείου του Νικ. Πράττου, τον Μιχάλη Πράττο άνοιξαν από κοινού κατάστημα σε ένα από τα ισόγεια καταστήματα του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» που έβλεπε επί της οδού των Εξ (Κύπρου), σε επαφή με το κατάστημα Δημητρόπουλου-Καραπέτσα.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το κατάστημα Δημητρόπουλου-Καραπέτσα, εφ. «Ελευθερία» Λάρισα, φύλλο της 17ης Νοεμβρίου 2021.

Κυριακή 22 Μαΐου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Κτίριο του Ηλεκτροφωτισμού (ΟΥΗΛ)

Η Ηλεκτρική Εταιρεία Λάρισας


Το κτίριο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ΟΥΗΛ,  στη θέση όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το ημιτελές Θέατρο του ΟΥΗΛ.  Φωτογραφία του Χρ. Τσόκανου λίγο πριν την κατεδάφισή του.Το κτίριο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ΟΥΗΛ, στη θέση όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το ημιτελές Θέατρο του ΟΥΗΛ. Φωτογραφία του Χρ. Τσόκανου λίγο πριν την κατεδάφισή του.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η Λάρισα, συγκριτικά με άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας μας, άργησε πολύ να αποκτήσει αξιοπρεπή ηλεκτροφωτισμό, ικανό να καλύπτει και τις ακραίες συνοικίες της. Η ιστορία του φωτισμού της πέρασε από πολλές περιπέτειες μέχρις ότου να φθάσει σε αξιοπρεπή επίπεδα και αυτό χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία μερικών «τολμηρών» Λαρισαίων.


Στη σημερινή φωτογραφία απεικονίζεται ένα μέρος των εγκαταστάσεων, οι οποίες είχαν κατασκευασθεί πριν το 1930 επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα για να στεγάσουν τις μηχανές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ηλεκτρογεννήτριες) στη Λάρισα. Οι εγκαταστάσεις αυτές καταλάμβαναν το τετράγωνο που περικλείεται σήμερα από τους δρόμους Κουμουνδούρου - Ανθίμου Γαζή - Βελή και ανατολικά από ένα ανώνυμο μικρό σοκάκι, δίπλα από το οποίο σήμερα είναι κτισμένο το κεντρικό κτίριο της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Οι ηλεκτρικές αυτές εγκαταστάσεις, μαζί με τον Μύλο του Παππά ήταν τα μόνα μεγάλα βιομηχανικά κτίσματα που διέθετε για χρόνια η πόλη. Και ενώ ο Μύλος του Παππά αξιοποιήθηκε από τις Δημοτικές Αρχές θαυμάσια και σήμερα αποτελεί μια κυψέλη πολιτισμού για την πόλη, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του Οργανισμού Υδρεύσεως και Ηλεκτρισμού Λαρίσης (ΟΥΗΛ) κατεδαφίσθηκαν για να ανεγερθεί το Δημοτικό Θέατρο [1].
Μετά την απελευθέρωση η Δημοτική Αρχή προσπαθούσε να φωτίσει τα κεντρικά σημεία της πόλης τοποθετώντας φανάρια πετρελαίου ή οινοπνεύματος. Σε παλιές φωτογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα που απεικονίζουν την Κεντρική πλατεία, μπορεί κανείς να διακρίνει ψηλούς σιδερένιους φανοστάτες με ωραία σχέδια, στην κορυφή των οποίων τοποθετούσαν τις λεγόμενες γκαζόλαμπες. Ένα μικρό δοχείο που το εφοδίαζαν με τη φωτιστική ύλη και φυτίλι, περιβαλλόταν κυκλικά από γυαλί και κάθε βράδυ συγκεκριμένη ώρα περνούσε ειδικός υπάλληλος, καθάριζε το γυαλί, άλλαζε το φυτίλι και εφοδίαζε με πετρέλαιο ή οινόπνευμα τη συσκευή. Συνήθως την εργασία αυτήν την ανέθετε ο Δήμος σε ειδικά συνεργεία έπειτα από διαγωνισμό. Όμως οι αντιδράσεις για τη σωστή λειτουργία τους ήταν συχνές και έντονες, καθώς ο φωτισμός δεν διαρκούσε μέχρι το πρωί, άλλοτε δεν λειτουργούσαν όλοι οι φανοστάτες και κυρίως δεν εξυπηρετούσαν τις συνοικίες. Έτσι κάποιος που ήταν αναγκασμένος να βγει το βράδυ έξω, έπαιρνε μαζί του και ένα φανάρι. Το 1899 η Γαλλοελληνική Εταιρεία Ασετιλίνης ανέλαβε τον φωτισμό της Λάρισας. Όμως ηλεκτρικό φωτισμό είδε η πόλη το 1909, έπειτα από ιδιωτική πρωτοβουλία. Συγκεκριμένα το 1906 τον επάνω όροφο του Μεγάρου του Μεχμέτ Χατζημέτου [2] ενοικίασε ο Ιωάννης Ασλάνης, ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας από την Αθήνα και τον διαμόρφωσε σε πολυτελή λέσχη. Για τον λόγο αυτόν και το συγκεκριμένο κτίριο έμεινε γνωστό στην ιστορία της Λάρισας σαν Λέσχη Ασλάνη. Τα καλοκαίρια η Λέσχη άπλωνε τραπεζάκια απέναντι, στον χώρο της Κεντρικής πλατείας. Το 1909 ο Ασλάνης είχε τη φαεινή ιδέα να εγκαταστήσει στα υπόγεια του κτιρίου της Λέσχης μια μικρή μηχανή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και να φωτίσει τα τραπεζάκια της Πλατείας. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε έκπληξη για τους κατοίκους, οι οποίοι δεν είχαν δει στη ζωή τους ηλεκτρικό φως και έτρεξαν απ’ όλα τα μέρη της πόλης για να θαυμάσουν το γεγονός.
Την ίδια χρονιά το Δημοτικό Συμβούλιο επί δημαρχίας Αχιλλέα Αστεριάδη ήλθε σε συνεννόηση με τον Όμιλο «Πηνειός» από την Κέρκυρα και υπέγραψε σύμβαση, με την οποία παραχωρούσε στην εταιρεία το προνόμιο ηλεκτροδότησης και ύδρευσης της Λάρισας για πενήντα χρόνια. Όμως ο «Πηνειός» δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε σοβαρές εργασίες και τo 1913 αναγκάσθηκε να εκχωρήσει τα δικαιώματά της στη Γαλλική «Omnium», η οποία κατάφερε μέσα σε έναν χρόνο να ηλεκτροδοτήσει τα κεντρικά σημεία της πόλης, τα καταστήματα και πολλές κατοικίες. Όμως η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέστειλε τη δράση της και όταν το 1918 επανέλαβε τις εργασίες της, αυτές ήταν υποτονικές, ο φωτισμός ανεπαρκής και διακεκομμένος, με αποτέλεσμα να επισύρει την κατακραυγή του κόσμου. Την κατάλληλη στιγμή διακεκριμένοι πολίτες της Λάρισας έκριναν ότι έπρεπε να απαλλαγούν από την «Omnium» και έπειτα από διαβουλεύσεις συνέστησαν το 1924 επιτροπή με πρόεδρο τον μετέπειτα δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα και μέλη γνωστά πρόσωπα της λαρισαϊκής κοινωνίας και κήρυξαν την «Omnium» έκπτωτη. Και προκειμένου να αντιμετωπίσουν το οικονομικό πρόβλημα που απαιτούσε το θέμα του ηλεκτρισμού και της ύδρευσης της πόλης σύστησαν συνεταιρισμό καταναλωτών, στον οποίο συμμετείχε και ο Δήμος, την οποία ονόμασαν ΕΥΗΛ, δηλ. Εταιρεία Υδρεύσεως Ηλεκτρισμού Λαρίσης. Η Εταιρεία προχώρησε με γρήγορα και σταθερά βήματα. Η πόλη το 1925 απέκτησε επιτέλους φωτισμό χωρίς εμπόδια και διακοπές και στις 7 Δεκεμβρίου 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον Υδατόπυργο, άνοιξε τη στρόφιγγα και το νερό, καθαρό και υγιεινό, έφθασε σε όλα τα σπίτια της Λάρισας.
Τον Αύγουστο του 1940 η ΕΥΗΛ μετονομάσθηκε σε ΟΥΗΛ, δηλ. Οργανισμό Υδρεύσεως και Ηλεκτρισμού Λαρίσης, ο οποίος παρείχε φθηνό ρεύμα και νερό ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Λάρισας. Το 1960 το τμήμα του ηλεκτροφωτισμού του ΟΥΗΛ εξαγοράσθηκε από τη ΔΕΗ και έμεινε στον οργανισμό μόνον η ύδρευση, η οποία το 1974 περιήλθε στον Δήμο και μετονομάσθηκε σε ΔΕΥΛ, δηλ. Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης.
Το 2002 τα κτίρια της Ηλεκτρικής Εταιρείας, όπως ονόμαζαν οι Λαρισαίοι το κτιριακό συγκρότημα όπου στεγάζονταν οι ηλεκτρογεννήτριες, κατεδαφίσθηκαν και άρχισαν οι εργασίες ανοικοδόμησης του Δημοτικού Θεάτρου, το οποίο δυστυχώς δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

————————————————————
[1]. Αν ανατρέξει κανείς στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου της Λάρισας από το 1881, έτος απελευθέρωσης της Θεσσαλίας, μέχρι σήμερα, θα διαπιστώσει ότι κατά καιρούς είχε προταθεί σχεδόν από όλους τους δημάρχους της η κατασκευή Δημοτικού Θεάτρου, όμως οι προτάσεις αυτές έμεναν προσδοκίες ανεκπλήρωτες. Πέρασαν από τότε 141 χρόνια και η Λάρισα, μία από τις μεγαλύτερες και ραγδαία αναπτυσσόμενες πόλεις της χώρας, δεν έχει ακόμη ένα ολοκληρωμένο Δημοτικό Θέατρο.
[2]. Ο Μεχμέτ Χατζημέτου ήταν ένας πλούσιος μουσουλμάνος της Λάρισας, ο οποίος δεν εγκατέλειψε το 1881 τη Λάρισα όπως πολλοί άλλοι Οθωμανοί. Ήταν γαιοκτήμονας και κάτοχος πολλών ακινήτων μέσα στην πόλη. Διετέλεσε πρόεδρος της Μουσουλμανικής Κοινότητας της Λάρισας και για ένα διάστημα ήταν και Μουφτής. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ιωάννης Ασλάνης, ο λεσχάρχης, εφ. Larissanet, Λάρισα, φύλλο της 1ης Ιουλίου 2016.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Δημοτική (Νέα) Αγορά

 
Το κτίριο της Νέας Δημοτικής Αγοράς, στα πρώτα χρόνια  της λειτουργίας του. Αρχείο Μιχαήλ Σάπκα 1934Το κτίριο της Νέας Δημοτικής Αγοράς, στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του. Αρχείο Μιχαήλ Σάπκα 1934

Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει τη Δημοτική Αγορά της Λάρισας ή Νέα Αγορά όπως ήταν η κοινή ονομασία της.

Η λήψη της έγινε αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της το 1933. Προέρχεται από το αρχείο του παλιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα και συμπεριλήφθηκε μαζί με άλλες σε προεκλογικό φυλλάδιο, το οποίο κυκλοφόρησε τις παραμονές των δημοτικών εκλογών (Φεβρουάριος 1934). Ο φωτογράφος δεν μας είναι γνωστός. Πιθανολογείται όμως ότι μπορεί να είναι ο ζωγράφος-αγιογράφος Παντελής Γκίνης (1888-1988), καθώς τα παλιά χρόνια πολλοί ζωγράφοι διέπρεψαν και στην τέχνη της φωτογραφίας. Πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή του κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς, θα παρακολουθήσουμε εν συντομία τη διαδοχική χρήση του χώρου αυτού από το 1881 μέχρι σήμερα.
Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους, ο χώρος αυτός της Νέας Αγοράς ήταν ενιαίος με το διπλανό κονάκι του Τούρκου Χουσνή μπέη, το οποίο είχε αγοράσει το 1881 ο βασιλιάς Γεώργιος Α’. Το 1897 χαρακτικό της εποχής[1] απεικονίζει τον χώρο γυμνό, αδιαμόρφωτο και εγκαταλειμμένο. Με την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως του 1884 και τη δημιουργία της οδού Μακεδονίας (σήμερα Βενιζέλου) ο χώρος τετραγωνίστηκε, ισοπεδώθηκε, πεζοδρομήθηκε και διαμορφώθηκε σε πλατεία. Δένδρα φυτεύτηκαν περιφερειακά σε διπλή σειρά, ενώ ο υπόλοιπος χώρος ήταν ακάλυπτος. Το κατάστρωμα της πλατείας, όπως άλλωστε και όλοι οι δρόμοι της Λάρισας, δεν είχαν γνωρίσει ακόμη την πολυτέλεια της ασφάλτου. Σκέτο πατημένο χώμα, που με την ελαφρότερη πνοή του ανέμου η σκόνη διαχεόταν ενοχλητική στην ατμόσφαιρα. Οι καταστηματάρχες μάταια προσπαθούσαν να μετριάσουν το κακό, καταβρέχοντας το έδαφος με ποτιστήρια, κάνοντας οικονομία στο νερό, γιατί το αγόραζαν από τους σακατζήδες νερουλάδες που το μετέφεραν από τον Πηνειό. Σε φωτογραφίες της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα του Στέφανου Στουρνάρα, παρατηρούμε ότι ο χώρος αυτός διαμορφώθηκε σε μια ευρύχωρη πλατεία η οποία λόγω της γειτνίασης με τα ανάκτορα ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Η πλατεία αυτή δεν ήταν σαν την Κεντρική πλατεία Θέμιδος (Μιχαήλ Σάπκα σήμερα), η οποία είχε κίνηση όλη την ημέρα και συγκέντρωνε τους κοσμικούς της παλιάς Λάρισας. Εδώ ήταν η πλατεία όπου συναντιόνταν οι εργαζόμενοι, οι οποίοι έπειτα από τον ολοήμερο κάματο πήγαιναν εκεί για να ξεκουραστούν, πίνοντας το αναψυκτικό ή το τσιπουράκι τους και συζητώντας επαγγελματικά ζητήματα ή επίκαιρα θέματα. Αν περνούσε κανείς τις απογευματινές ή τις βραδινές ώρες, θα έβλεπε την πλατεία να σφύζει από ζωή.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν η πλατεία, όταν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή εν συνεχεία των πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών, άρχισαν να καταφθάνουν κατά κύματα οι πρόσφυγες, οι οποίοι στεγάστηκαν πρόχειρα σε τουρκόσπιτα που είχαν εγκαταλειφθεί από τους ενοίκους τους ή και σε άλλα κτίσματα, δημόσια ή ιδιωτικά, που ήταν διαθέσιμα. Στη Λάρισα σχεδόν αμέσως προέκυψε και θέμα επαγγελματικής στέγης για τους πρόσφυγες. Ο Δήμος για να διευκολύνει την κατάσταση, παραχώρησε την πλατεία Ανακτόρων και με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, δημιουργήθηκαν πρόχειρα παραπήγματα κατασκευασμένα από ξύλα και λαμαρίνες, όπου λειτούργησαν κάθε είδους μικρομάγαζα, άναρχα χωροθετημένα. Μπακάλικα, μανάβικα, ψαράδικα, καφενεία και άλλες μικροεπιχειρήσεις κάθε είδους ξεπρόβαλλαν ξαφνικά από ανθρώπους που προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν τα προς το ζην. Όμως κάποια στιγμή η συσσώρευση των παραγκών είχε δημιουργήσει το αδιαχώρητο, ενώ συγχρόνως η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη καθώς απουσίαζαν οι χώροι υγιεινής. Τον χειμώνα οι λάσπες και η υγρασία επιβάρυναν την υγεία των επαγγελματιών και δυσχέραιναν την επίσκεψη των αγοραστών.
Εν τω μεταξύ το 1925 εκλέχθηκε δήμαρχος ο Μιχαήλ Σάπκας, ο οποίος μεταξύ των άλλων έργων που είχε προγραμματίσει ήταν και η ανοικοδόμηση μεγάλης Δημοτικής Αγοράς. Σαν χώρο ανέγερσης προτάθηκαν διάφορα οικόπεδα. Τελικά, έπειτα από παλινωδίες και αντεγκλήσεις ετών επιλέχθηκε η Πλατεία Ανακτόρων και ύστερα από μεγάλες δυσκολίες τα παραπήγματα απομακρύνθηκαν.
Η Δημοτική Αγορά άρχισε να οικοδομείται κατά τη διάρκεια της δεύτερης δημαρχιακής θητείας του Σάπκα (1929-1934). Το κτίριο είχε εμβαδόν 49,50 Χ 42,50 μέτρα και προσαρμόστηκε στο σχήμα της πλατείας. Τα καταστήματα ήταν στη σειρά περιμετρικά, μέσα και έξω, ενώ στο κέντρο υπήρχε αίθριο. Η αρχιτεκτονική και στατική μελέτη του είχε εκπονηθεί από το υπουργείο Δημοσίων Έργων, ενώ την εργολαβία ανέλαβε ο μηχανικός Κωνσταντίνος Μιχαλέας. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε το κτίριο να έχει υπόγειο και δύο ορόφους, ενώ στην περιοχή του αίθριου θα στεγαζόταν από υαλόφρακτη διαφανή στέγη. Η μεγάλη δαπάνη όμως που απαιτούσε η κατασκευή του, υποχρέωσε τον Δήμο να κατασκευάσει αρχικά μόνο το ισόγειο, ενώ η ολοκλήρωσή του προβλεπόταν να γίνει σε μια δεύτερη φάση. Το έργο κατασκευάστηκε με σιδηροπαγές σκυρόδεμα και τα εγκαίνια έγιναν με επισημότητα τον Δεκέμβριο του 1933, δύο περίπου μήνες πριν από τις δημοτικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 1934, δηλαδή προεκλογικά. Όπως είναι γνωστό, στις εκλογές αυτές ο εμπνευστής του έργου Μιχ. Σάπκας απέτυχε να επανεκλεγεί και ο διάδοχός του Στυλιανός Αστεριάδης, ο επιλεγόμενος Πατόφλας, δεν το ολοκλήρωσε.
Όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία του 1934, η Δημοτική αγορά ήταν ένα κτίριο μεγάλων διαστάσεων. Είχε συνολικά στη σειρά 56 καταστήματα, κατανεμημένα στην εξωτερική και εσωτερική πλευρά του. Όλα διέθεταν ευρύχωρα υπόγεια. Η πρόσβαση στο εσωτερικό του γινόταν από τέσσερις μεγαλοπρεπείς εισόδους, μία σε κάθε πλευρά. Υπόστεγα πλάτους τεσσάρων μέτρων κάλυπταν περιμετρικά όλα τα καταστήματα, ώστε να διευκολύνεται η διακίνηση του κόσμου και με δυσμενείς καιρικές συνθήκες[2]. Στα καταστήματα στεγάστηκαν κατά προτεραιότητα οι πρόσφυγες, καθώς και τα κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, οπωροπωλεία και άλλα καταστήματα τροφίμων που βρίσκονταν κυρίως στη ρυπαρή τότε οδό Πανός.
Η ζωή της Δημοτικής Αγοράς υπήρξε σύντομη, μόλις 45 χρόνια. Το καλοκαίρι του 1978, επί δημαρχίας Αγαμέμνονα Μπλάνα, με την κατεδάφιση έκλεισε τον κύκλο της[3], με την προοπτική να γίνει χώρος πρασίνου.


[1]. Στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde Illustree» των Παρισίων της 17ης Απριλίου 1897.
[2]. Γουργιώτης Γεώργιος, Μικρά μελετήματα. Η μικρή ιστορία της Δημοτικής μας Αγοράς, έκδοση του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας, Αθήνα (2000), σελ. 97-100.
[3]. Η ιδέα της κατεδάφισης είχε τεθεί από την περίοδο της επταετίας (1971), αλλά το προεδρικό διάταγμα δημοσιεύθηκε το 1977. Η απόφαση κατεδάφισης διαίρεσε το κοινό της πόλης, αλλά τελικά τον Αύγουστο του 1978 η καταστροφή της είχε ολοκληρωθεί.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

 

Ιστορικά

«Αλευάδες»: Οι αριστοκράτες της Λάρισας


Αλευάς ο Πυρρός (νόμισμα 4ου αι. π.Χ.)Αλευάς ο Πυρρός (νόμισμα 4ου αι. π.Χ.)

Aπό τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο


* Στην αρχαιότητα οι Αλευάδες ήταν μια μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια μεγαλοκτηματιών με έδρα τη Λάρισα.

Για πολλούς αιώνες ήταν ο ευγενέστερος και ισχυρότερος οίκος σ’ όλη τη Θεσσαλία. Ηγεμόνευε σχεδόν συνεχώς από τον 7ο αι. π.Χ. Ο Ηρόδοτος τους αναφέρει ως «Κυβερνήτες»και «Βασιλείς».
Γενάρχης τους ήταν ο Αλευάς ο Πυρρός (κοκκινομάλλης). Αναφέρεται σαν «Ταγός της Θεσσαλίας». Καταγόταν από τον μυθικό Θεσσαλό (είναι ο ήρωας που κατέκτησε κάποτε τη Θεσσαλία κι έδωσε στην περιοχή το όνομά του). Η περίοδος που κυβέρνησε ο Αλευάς ο Πυρρός τοποθετείται ανάμεσα στην κάθοδο των τελευταίων Δωριέων και την εποχή που ήταν τύραννος των Αθηναίων ο Πεισίστρατος. Ο Αριστοτέλης, στο απολεσθέν έργο του «Θεσσαλών Πολιτεία», σημειώνει πως ο Πυρρός χώρισε τη Θεσσαλία σε 4 περιοχές.
* Ο σχηματισμός του «Κοινού»: Αυτές ονομάστηκαν «Τετράδες» ή «Μοίρες»: Πελασγιώτιδα - Εστιαιώτιδα - Θεσσαλιώτιδα - Φθιώτιδα (Λάρισα, Τρίκαλα, Καρδίτσα, Φάρσαλα). Η διαίρεση αυτή είχε κυρίως γεωγραφικό, οικονομικό και διοικητικό χαρακτήρα. Τον 6ο αι. π.Χ. οι θεσσαλικές πόλεις συγκροτούν ομόσπονδο κράτος με πολιτικό και οικονομικό γνώρισμα, το «Κοινόν των Θετταλών». Πρωτοστατούν οι 4 σπουδαιότερες οικογένειες στη Θεσσαλία: Αλευάδες στη Λάρισα - Σκοπάδες στην Κραννώνα - Εχεκρατίδες (Αντιοχίδες) στα Φάρσαλα και η οικογένεια Κινέα στους Γόνους.
Διοικούνταν από 6μελές διευθυντήριο που εκλεγόταν μεταξύ των ευγενών σε εκλογές που γίνονταν στη Λάρισα. Μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις, όπως πολεμική σύγκρουση, εξέλεγαν έναν κοινό άρχοντα που ονομαζόταν «Ταγός» (αυτός που «τάσσει» τους άνδρες, ο ηγήτορας). Αυτός είχε εξουσία ανάλογη μ’ αυτή του δικτάτορα και θύμιζε τους βασιλείς τού περασμένου αιώνα. Ως πρώτος Ταγός αναφέρεται ο Αλευάς ο Πυρρός. Αυτός οργάνωσε στρατιωτικά το «Κοινόν». Κάθε «Τετράδα» τής Θεσσαλίας ήταν διαιρεμένη κατά κλήρους, ο καθένας από τους οποίους πρόσφερε 40 ιππείς και 80 οπλίτες. Ο Ξενοφών αναφέρει ότι σε πολεμικές περιόδους συγκεντρώνονταν 6.000 ιππείς και 10.000 οπλίτες.
* Η σύμπραξη με τον Ξέρξη: Η κυριαρχία των Αλευάδων δεν περιορίστηκε στη Λάρισα, αλλά επεκτάθηκε σ’ ολόκληρη τη Θεσσαλία, δημιουργώντας μια ισχυρή αριστοκρατία. Όταν ήταν Ταγός ο Αλευάς Β’, ο ποιητής Σιμωνίδης υπήρξε προσωπικός του φίλος. Ο Αλευάς Β’ είχε 3 γιους: τον Θώρακα (υπάρχει η «ΟΔΟΣ ΘΩΡΑΚΑ» στην περιοχή Ηπειρώτικα), τον Ευρύπολο και τον Θρασίδαιο. Με την επίθεση τού Ξέρξη οι τρεις αυτοί γιοι πήγαν απεσταλμένοι στον βασιλιά για να δηλώσουν υποταγή. Με το πέρας των Περσικών πολέμων, ο βασιλιάς τής Σπάρτης Λεωτυχίδας, έκανε εκστρατεία για να τιμωρήσει τους Θεσσαλούς. Μπορούσε να τους κατακτήσει, αλλά οι Αλευάδες τον δωροδόκησαν και δεν το έκανε. Αυτό δείχνει ότι οι Αλευάδες είχαν ακόμη την εξουσία στη Θεσσαλία.
* Η αποδυνάμωση του Οίκου: Μια άλλη θεσσαλική δυναστεία, η δυναστεία των Φερών, άρχισε αργότερα να περιορίζει και να εκτοπίζει τους Αλευάδες από την εξουσία. Γίνεται τώρα Ταγός ο Ιάσων ο Φεραίος και μετά ο Αλέξανδρος ο Φεραίος. Όμως οι Αλευάδες κάλεσαν τον γιο τού Αμύντα Γ’ της Μακεδονίας και μετά τον γνωστό Θηβαίο στρατηγό Πελοπίδα, που τους αποκατέστησαν στην εξουσία. Όταν ο Φίλιππος έγινε βασιλιάς τής Μακεδονίας, κατέστησε τους Αλευάδες υποτελείς, αλλά και συμμάχους. Τους χρησιμοποίησε τελικά για να ισχυροποιήσει την κυριαρχία του στη Θεσσαλία.
* Η αγάπη τους για τις καλές Τέχνες: Οι Αλευάδες ήταν φιλόμουσοι και στην αυλή τους φιλοξενούσαν προσωπικότητες τού πνεύματος τής τότε εποχής: Σιμωνίδης, Γοργίας, Ανακρέων, Πίνδαρος, Βακχυλίδης, σοφιστής Γοργίας, ιατρός Ιπποκράτης. Μάλιστα ο Σιμωνίδης και ο Πίνδαρος ύμνησαν τις νίκες των Αλευάδων στους ιππικούς αγώνες και στα Πύθια. Διατηρούσαν ανάκτορα στη Λάρισα και εντυπωσίαζαν τους καλεσμένους τους με την πολυτελή ζωή, το πλήθος των δούλων, τα αναρίθμητα φημισμένα άλογα και τις γεμάτες χλιδή γιορτές τους...
* Στη συνοικία τής Φιλιππούπολης στη Λάρισα υπάρχει η «ΟΔΟΣ ΑΛΕΥΑΔΩΝ»...

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο πρόχειρος ναός του Αγ. Βησσαρίωνος


Η μεταπολεμική παράγκα του ναΐσκου του Αγ. Βησσαρίωνος στον Κήπο των Ανακτόρων. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Τάκη Τλούπα στο βιβλίο του με κείμενα του Νίκου Νάκου «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες», Λάρισα (2003)3, σελ. 99.Η μεταπολεμική παράγκα του ναΐσκου του Αγ. Βησσαρίωνος στον Κήπο των Ανακτόρων. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Τάκη Τλούπα στο βιβλίο του με κείμενα του Νίκου Νάκου «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες», Λάρισα (2003)3, σελ. 99.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ο άγιος Βησσαρίων (1490-1541) λατρεύεται από τους πιστούς σε ολόκληρη τη Θεσσαλία, γι’ αυτό και έχουν ανεγερθεί ναοί στη μνήμη του. Υπήρξε μητροπολίτης Λαρίσης στο διάστημα 1527-1541. Στη Λάρισα η πρώτη, ιστορικά τεκμηριωμένη, παρουσία ναού του αγίου εντοπίζεται στα 1794, όταν ο μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Καλλιάρχης (1791-1806) ανήγειρε την ομώνυμη βασιλική του Αγ. Αχιλλίου. Επρόκειτο για παρεκκλήσιο το οποίο ήταν ενσωματωμένο στη νοτιοανατολική πλευρά της βασιλικής. Το 1896 κατεδαφίσθηκε μαζί με την υπόλοιπη βασιλική του αγίου Αχιλλίου και στη θέση του υψώθηκε ο προπολεμικός αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής μητροπολιτικός ναός. Έτσι ο πρώτος ναός της Λάρισας, ο αφιερωμένος στον άγιο Βησσαρίωνα, είχε ζωή εκατό περίπου χρόνων. Αργότερα υπήρξε ένας άλλος ναΐσκος του Αγ. Βησσαρίωνος στον κήπο των Ανακτόρων.

Ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης γράφει σχετικά [1] για την ίδρυση του ναού αυτού: «Εν αποκέντρω μέρει του κονακίου του τούρκου ευπατρίδου Χουσνή Βέη, ένθα νυν ο δημοτικός κήπος, υπήρχε δωμάτιόν τι περιέχον παλαιάν εικόνα του αγίου Βησσαρίωνος, μεταβληθέν εις ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματί του, κατ’ εντολήν του αγοραστού του κονακίου βασιλέως Γεωργίου Α’, συμπληρωθέντα, βελτιωθέντα και διακοσμηθέντα δια των απαιτουμένων εικόνων κατά το έτος 1918 τη αξιεπαίνω μερίμνη και δαπάναις κατά το πλείστον του φιλοθρήσκου ημετέρου συμπολίτου Γ. Νατάκια» [2].
Σύμφωνα λοιπόν με τον ιστορικό της Λάρισας Επαμ. Φαρμακίδη και σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης μας, είχε αρχίσει από τα τελευταία ακόμα χρόνια της τουρκοκρατίας (πριν από το 1870), να λατρεύεται μακριά από τα βλέμματα των Τούρκων, ο άγιος Βησσαρίων. Ήταν στον χώρο του σημερινού Δημοτικού Ωδείου. Σύμφωνα με ευρέως διαδεδομένη προφορική παράδοση, υπήρχε στο σημείο αυτό πολύ πριν από την απελευθέρωση του 1881 μεγάλη κατοικία που ανήκε στη Νουριέ χανούμ, η οποία ήταν στενή συγγενής του Αλή πασά και κρυπτοχριστιανή. Αυτή επέτρεψε στο υπηρετικό προσωπικό που ήταν χριστιανοί να μετατρέψουν ένα από τα δωμάτια όπου στεγάζονταν οι βοηθητικοί χώροι του σπιτιού, σε πρόχειρη εκκλησία [3]. Στο μέσον του δωματίου είχαν τοποθετήσει μια παλιά εικόνα του αγίου Βησσαρίωνος και οι χριστιανοί της περιοχής προσέρχονταν κρυφά να ανάψουν λαμπάδα και να προσκυνήσουν την εικόνα του.
Μετά τον θάνατο της Νουριέ χανούμ το μεγάλο αυτό αρχοντικό περιήλθε στην κατοχή του ανεψιού της Χουσνή μπέη, ο οποίος το προσέφερε ευγενικά για να καταλύσει ο βασιλέας Γεώργιος όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Λάρισα τον Οκτώβριο του 1881. Ικανοποιημένος από το κτίριο ο Γεώργιος Α΄, το αγόρασε και το χρησιμοποιούσε για ανάκτορο κάθε φορά που επισκεπτόταν τη Λάρισα για να παρακολουθεί τα ετήσια γυμνάσια του ελληνικού στρατού.
Με προτροπή του Γεωργίου Α΄, η σύζυγός του βασίλισσα Όλγα, Ρωσίδα στην καταγωγή, αποφάσισε το 1898 να ανεγείρει στον χώρο όπου υπήρχαν τα δωμάτια του προσωπικού, ναό μικρών διαστάσεων. Γράφει μια εφημερίδα της εποχής: «Από πολλών ημερών ήρχισεν η ανέγερσις του μικρού ναϊσκου εις τον περίβολον των ενταύθα ανακτόρων. Εις τον ναόν τούτον θα εκκλησιάζονται τα μέλη της βασιλικής οικογενείας, οσάκις μας επισκέπτονται [4)». Ο ναός αυτός ουσιαστικά αποτελούσε το παρεκκλήσιο των ανακτόρων. Εμπλουτίσθηκε με τις εικόνες και τα άλλα ιερά κειμήλια του παρεκκλησίου του αγίου Βησσαρίωνος που υπήρχε στη βασιλική του αγίου Αχιλλίου και ο οποίος είχε πρόσφατα κατεδαφισθεί. Αρχιτεκτονικά ήταν μονόχωρη σταυροειδής κατασκευή με τρούλο και αρκετά ψηλή για τις διαστάσεις της. Η τοιχοποιία του αρχικά ήταν από πελεκημένη πέτρα, αλλά το 1918 καλύφθηκε με επίχρισμα.
Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α΄ το 1913, ο χώρος των παλαιών ανακτόρων περιήλθε στην κατοχή του γιου του, πρίγκιπα Νικολάου, ο οποίος τον πούλησε το 1916 τον Δήμο. Το 1918 κατεδαφίσθηκε το ανάκτορο και διαμορφώθηκε μια μεγάλη αυλή με κήπους, αλλά ο ναός του αγίου Βησσαρίωνος διατηρήθηκε και όπως αναφέρθηκε, ανακαινίσθηκε από τον Λαρισαίο εστιάτορα Κωνσταντίνο Νατάκια. Έτσι ο μικρός αυτός ναός περιήλθε στην κατοχή των Λαρισαίων και αποδόθηκε στη χρήση των πιστών της περιοχής. Τον υπόλοιπο χώρο του κήπου των Ανακτόρων ο Δήμος τον εκχώρησε στον επιχειρηματία Πέτρο Χαλήμαγα για να δημιουργήσει χώρους αναψυχής.
Όμως ο καταστρεπτικός για την πόλη μας σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 τραυμάτισε ανεπανόρθωτα το εκκλησάκι του Αγίου Βησσαρίωνος. Αναγκαστικά κατεδαφίσθηκε και στη θέση του στήθηκε προσωρινά το ξύλινο παράπηγμα που βλέπουμε στη φωτογραφία.
Η λήψη της φωτογραφίας που δημοσιεύεται έγινε από το ύψος του διπλανού μιναρέ του Γενή τζαμί το 1950. Φωτογράφος είναι ο Τάκης Τλούπας. Η παράγκα του ναού αναγνωρίζεται στο κέντρο της εικόνας. Ήταν μονόχωρος δρομικός, οι τοίχοι ξύλινοι και η χαμηλή του στέγη δίρριχτη, σκεπασμένη με κεραμίδια. Δυτικά υπήρχε ένας υποτυπώδης υπαίθριος νάρθηκας καλυμμένος από λαμαρίνες και χωρίς πλάγιους τοίχους. Όλη η κατασκευή ήταν πρόχειρη και είχε σαν σκοπό να εξυπηρετήσει τις άμεσες θρησκευτικές ανάγκες των περιοίκων. Ο χώρος της πλατείας μπροστά είχε μια μικρή σε διαστάσεις και χαμηλή σε βάθος πισίνα (παιδική) χωρίς νερό, ενώ οι δημοτικές υπηρεσίες είχαν διαμορφώσει όμορφα τον υπόλοιπο χώρο με άφθονες νησίδες πρασίνου. Αριστερά διακρίνεται ένα μέρος από τις παλιές εγκαταστάσεις του Ωδείου που ήταν περιορισμένες σε διώροφο οίκημα και πίσω διακρίνονται τα σπίτια της οδού Νιρβάνα.
Από το 1955, με πρωτοβουλία δύο Λαρισαίων του Κώστα Ταμπασούλη και του Γιώργου Ζιαζιά και την ένθερμη οικονομική υποστήριξη του τότε ΟΥΗΛ (σήμερα ΔΕΥΑΛ) άρχισε να υλοποιείται σχέδιο ανέγερσης νέου ναού από πέτρα. Είναι αυτός που υπάρχει μέχρι και σήμερα και ο οποίος υπάγεται εκκλησιαστικά στον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου. Τα επίσημα εγκαίνια του ναού αυτού έγιναν στις 13 Οκτωβρίου 1957. Το 1961 κοσμήθηκε εσωτερικά με αγιογραφίες του Αγήνορα Αστεριάδη και των μαθητών του και σήμερα έχει καταστεί ένα σημαντικό μνημείο νεώτερης τέχνης.

[1] Φαρμακίδης Επαμεινώνδας. Η Λάρισα. Τοπογραφική και Ιστορική μελέτη, Εισαγωγή-Σχόλια-Επιμέλεια Κώστας Σπανός, Λάρισα (2001) σελ. 91.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ξενοδοχείον φαγητού «Η Αφθονία» του Γεωργίου Νατάκια. εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 21ης Φεβρουαρίου 2018.
[3]. Μακρής Θρασύβουλος. Ο Άγιος Βησσαρίων, εφ. Λαρισαϊκός Τύπος, Λάρισα, 15 Σεπτεμβρίου 1943. Η εφημερίδα αυτή ήταν συνέκδοση των εφημερίδων «Ελευθερία» και «Κήρυξ» της Λάρισας κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου, έπειτα από απαίτηση των γερμανών κατακτητών.
[4]. εφ. Ελλάς, Αθήναι, φύλλο της 29 Ιουνίου 1898.