Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Το «Θέμιδος Μέλαθρον» της Λάρισας

 
Το Οθωμανικό Διοικητήριο της Λάρισας σε σχεδιαστική αναπαράσταση. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΤο Οθωμανικό Διοικητήριο της Λάρισας σε σχεδιαστική αναπαράσταση. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας

ΤΟΥ ΝΙΚ. ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

Όταν το 1881 απελευθερώθηκε η Θεσσαλία, η πόλη της Λάρισας είχε την όψη μιας κλασικής τουρκόπολης. Όλα τα κτίσματά της ήταν ισόγεια, κατασκευασμένα με την απλή λαϊκή ασιατική τεχνική. Ελάχιστα ήταν τα κτίρια τα οποία είχαν κάποιο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον και προσέδιδαν

στη Λάρισα τον τίτλο της Θεσσαλικής πρωτεύουσας. Ένα απ’ αυτά ήταν και το Οθωμανικό Διοικητήριο, την ιστορική διαδρομή του οποίου θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε με το σημερινό μας σημείωμα.
Το 1874, επτά χρόνια πριν την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, με προτροπή του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, οι Οθωμανοί κατασκεύασαν στη Λάρισα ένα λαμπρό και επιβλητικό κτίριο, με προορισμό να στεγάσει το Τουρκικό Διοικητήριο. Αρχιτέκτονας ήταν ο ελληνικής καταγωγής Στυλιανός Βουκαδόρος, από τη Ζάκυνθο, ο οποίος την περίοδο εκείνη ζούσε στη Λάρισα. Το κτίριο βρισκόταν μέσα σε ευρύ χώρο που αντιστοιχεί στη βορειοδυτική πλευρά της σημερινής Κεντρικής πλατείας[1]. Ήταν επίμηκες και η πρόσοψή του είχε ανατολικό προσανατολισμό. Στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου του Διοικητηρίου είχε τοποθετηθεί επιγραφή με οθωμανική γραφή, η οποία ανέφερε ότι: «Ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ επιθυμών να ευεργετήσει την Λάρισαν διέταξε τον διοικητήν αυτής Τζαβήτ Πασάν να προβή εις την ανέγερσιν του ευπρεπούς τούτου νέου μεγάρου προς στολισμόν της πόλεως, με τας ευχάς εις τον Θεόν όπως διαφυλάττη τούτο από παντός κακού…έτος 1291»[2]. Το έτος 1291 είναι το μουσουλμανικό έτος Εγίρας και αντιστοιχεί στο χριστιανικό 1874.
Τη μορφή του την βλέπουμε σε μια σχεδιαστική αναπαράσταση η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο. Η αναπαράσταση αυτή βασίζεται στη φωτογραφία που είναι αποτυπωμένη στο επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, το οποίο κυκλοφόρησε το 1902. Πιο πριν, κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1897, το κτίριο αυτό είχε αποτυπωθεί σε ορισμένα χαρακτικά και σε στερεοσκοπικές φωτογραφίες που απεικόνιζαν τη συγκέντρωση του ελληνικού στρατού στην πλατεία της Λάρισας, πριν αρχίσουν οι εχθροπραξίες.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το κτίριο αυτό χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Τούρκου στρατιωτικού Διοικητή της Θεσσαλίας. Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881, η τουρκική κυβέρνηση επέμενε να κρατήσει στη δικαιοδοσία της το Διοικητήριο για να στεγάσει το Προξενείο της Τουρκίας ή το τουρκικό Σχολείο[3]. Φυσικά η απαίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή. Ήταν το μοναδικό ευπρεπές και ευρύχωρο κτίσμα στη Λάρισα και το προόριζαν να στεγάσει ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για στρατωνισμό και για άλλες στρατιωτικές υπηρεσίες (λ.χ. στρατιωτικό ταχυδρομείο). Το 1892, αφού διαμορφώθηκε κατάλληλα εσωτερικά, παραδόθηκε για χρήση στη Δικαιοσύνη. Ο χώρος του ήταν επαρκής και το κυρίως κτίσμα στέγασε όλες τις δικαστικές αρχές της πόλης, ενώ στο υπόγειο λειτούργησε το Δημόσιο Ταμείο. Η οθωμανική επιγραφή στο υπέρθυρο του κάτω ορόφου άλλαξε πλέον και τώρα ανέγραφε «Θέμιδος Μέλαθρον». Από την παρουσία του Δικαστικού Μεγάρου στους χώρους της πλατείας, αυτή ονομάστηκε Πλατεία Δικαστηρίων ή Πλατεία Θέμιδος. Κατά τη σύντομη κατοχή της Λάρισας από τους Τούρκους μετά τον «ατυχή» πόλεμο του 1897 (Απρίλιος 1897-Ιούνιος 1898) χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως Διοικητήριο από τους Τούρκους.Κατασκευαστικά το Διοικητήριο ήταν ένα εντυπωσιακό διώροφο κτίριο με υπόγειο, οικοδομημένο με πέτρα και στην εξωτερική μορφή του κυριαρχούσαν άφθονα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Η πρόσοψη παρουσίαζε μια αξιόλογη συμμετρία. Ήταν διηρημένη σε τρία τμήματα, εκ των οποίων το κεντρικό προείχε ελαφρώς. Στον κάτω όροφο του κεντρικού τμήματος της πρόσοψης είχε διαμορφωθεί η κυρία είσοδος, η οποία οδηγούσε σε ευρύ προστώο με τέσσερες τετράγωνους κίονες (πεσσούς), οι οποίοι συγκρατούσαν τον εξώστη του πρώτου ορόφου. Οι τοίχοι και στους δύο ορόφους περιμετρικά ήταν διάτρητοι από παράθυρα, η στέγη ήταν απλή, με ξύλινο σκελετό, επικαλυμμένη με κεραμίδια, ενώ κατά διαστήματα υπήρχαν περίτεχνα ακροκέραμα. Στο κέντρο της πρόσοψης ψηλά, στο ύψος της στέγης, υπήρχε ευρύ τριγωνικό αέτωμα, το οποίο προσέδιδε στο κτίριο ομορφιά και ύψος. Το εσωτερικό αποτελούνταν από δεκαπέντε ισομεγέθη δωμάτια σε κάθε όροφο, κατανεμημένα και από τις δύο πλευρές κατά σειρά στους μακρόστενους διαδρόμους[4].
Το επιβλητικό αυτό κτίριο το περιέγραψαν με θαυμασμό όλοι σχεδόν οι επισκέπτες της Λάρισας, Έλληνες και ξένοι, οι οποίοι βρέθηκαν το 1881 στα εδάφη της Θεσσαλίας αμέσως μετά την ενσωμάτωση με την Ελλάδα, με σκοπό να γνωρίσουν από κοντά τη νέα ελληνική επαρχία, με το τεράστιο οικονομικό δυναμικό που προοιώνιζε ο εύφορος κάμπος της[5].
Όμως παρά την ευχή για την αποφυγή παντός κακού που εξέφραζε η επιγραφή του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου 1905, το επιβλητικό αυτό μέγαρο των Δικαστηρίων καταστράφηκε από πυρκαγιά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία. Το γεγονός αυτό είχε συγκλονίσει τη Λάρισα για την ταχύτητα της εξάπλωσης και τον αφανισμό όχι μόνον του εξοπλισμού του κτιρίου αλλά και των αρχείων που περιείχε. Και ενώ οι φλόγες δεν είχαν ακόμα σβήσει, πολλοί κάτοικοι, κυρίως παιδιά, ανασκάλευαν τα ερείπια του υπογείου για να μαζέψουν τα μαυρισμένα από τη φωτιά νικέλινα κέρματα που βρίσκονταν στο Δημόσιο Ταμείο.
Όταν κόπασε η συγκίνηση από την καταστροφή αυτή, άρχισαν οι έρευνες για να εντοπιστεί η αιτία της πυρκαγιάς και να ανευρεθούν οι δράστες. Οι ανακρίσεις όμως δεν οδήγησαν πουθενά, γι’ αυτό και ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης χαρακτήρισε την πυρκαγιά αυτή σαν ένα «ανεξιχνίαστον έγκλημα».
Εν τω μεταξύ στην πόλη κυκλοφορούσαν διάφορα σενάρια που η αξιοπιστία τους δεν έπειθε.
—Το πιο διαδεδομένο ήταν ο εμπρησμός. Πολλοί πίστευαν ότι το κτίριο των Δικαστηρίων έγινε παρανάλωμα του πυρός από υπόδικους που είχαν συμφέρον να εξαφανίσουν στοιχεία που θα απέβαιναν εις βάρος τους. Στην πόλη είχε εδραιωθεί η άποψη ότι κάποιος υπόδικος από τα Τρίκαλα ή κατ’ άλλους από τα Φάρσαλα, πυρπόλησε το ευάλωτο, έτσι κι αλλιώς, «Μέλαθρον». Όμως οι ανακρίσεις που έγιναν δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι η πυρκαγιά ήταν πράξη εμπρησμού.
—Άλλη αιτία ήταν η αμέλεια. Κάποιος απρόσεκτος επισκέπτης ή υπάλληλος των Δικαστηρίων, άφησε αργά το βράδυ αναμμένο τσιγάρο κοντά σε εύφλεκτα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να προκληθεί εν αγνοία του η πυρκαγιά που κατέστρεψε το κτίριο.
—Υπήρχε επίσης και μία άλλη, πολύ «προχωρημένη» φήμη ότι τη φωτιά έβαλαν κάποιοι νεαροί Λαρισαίοι με σκοπό να ελευθερώσουν τον χώρο από το τουρκικό κτίριο και να προσφέρουν στην πόλη μια μεγάλη έκταση που να χρησιμεύσει για πλατεία.
Τρία χρόνια μετά την πυρκαγιά, το 1908, οι αποτεφρωμένοι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου ισοπεδώθηκαν[6] και ένας μεγάλος χώρος ελευθερώθηκε και αποδόθηκε στο Δήμο για να διευρύνει την πλατεία και να επιτρέψει την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως το οποίο είχε συνταχθεί από το 1882-83. Με τον καιρό γύρω από την πλατεία άρχισαν να κτίζονται μεγάλα και αισθητικά όμορφα κτίσματα, τα οποία στόλισαν το κέντρο της πόλης μέχρι το φοβερό για τη Λάρισα έτος του σεισμού του 1941.

 

[1]. Επί τουρκοκρατίας η Κεντρική πλατεία ονομαζόταν «Πλατεία Πετρεδίν Βέη». Βλέπε: Καλογιάννης Βάσος, Τα Δικαστήρια της Λαρίσης και η μακρά ιστορία τους. Από το «Σεράγι» της τουρκοκρατίας, στο σύγχρονο «Θέμιδος Μέλαθρον», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 30ής Ιουνίου 1972.
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σ. 21.
[3]. Ρούσκας Ιωάννης, Η απελευθέρωση της Λάρισας από τον ελληνικό στρατό στις 31. 8. 1881 μέσα από τις στήλες των εφημερίδων. Πρακτικά 7ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών «Η Λάρισα από την απελευθέρωσή της (1881) μέχρι το 1940», Λάρισα (2013) σ. 18.
[4]. Καραμανώλης Εμμ., Αναδρομή στην ιστορία των δικαστηρίων Λαρίσης, Λάρισα (1997) σ. 10.
[5]. Αναφέρουμε μερικούς όπως ο Βολιώτης γιατρός Νικόλαος Γεωργιάδης (1880), ο στρατιωτικός Ι. Κοκκίδης (1880), ο Σπυρίδων Παγανέλης, (1881), ο γερμανός Bernard Ornstein (1881), ο Μιχ. Γρηγορόπουλος (1882), ο μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1892), και πολλοί άλλοι.
[6]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η κατεδάφιση του πυρποληθέντος Δικαστικού Μεγάρου (1908), εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 11ης Οκτωβρίου 2017.




Κυριακή 7 Μαΐου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

1669: Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Δ’ στη Λάρισα


Λάρισα. Η πομπώδης έξοδος του Σουλτάνου από το προσωρινό  παλάτι του προς το τζαμί για να προσευχηθεί. Χαρακτικό του 1669.Λάρισα. Η πομπώδης έξοδος του Σουλτάνου από το προσωρινό παλάτι του προς το τζαμί για να προσευχηθεί. Χαρακτικό του 1669.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Λίγοι γνωρίζουν ότι το 1668 η Λάρισα βρέθηκε να φιλοξενεί τον Σουλτάνο Μωάμεθ τον Δ’ με την οικογένειά του και όλη την αυλή, για δύο περίπου χρόνια.

Η πόλη γι’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα είχε καταστεί προσωρινή πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη μετακίνηση αυτήν του Σουλτάνου ακολούθησαν στη Λάρισα και εκπρόσωποι όλων των Πρεσβειών στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη αφορμή αυτής της μετακίνησης ήταν ο τουρκοβενετικός πόλεμος στην Κρήτη, ο οποίος βρισκόταν στην τελευταία του φάση και ο Μωάμεθ Δ΄, ο επονομαζόμενος Γαζής (=νικητής) και Αβτζής (=κυνηγός), ήθελε να βρίσκεται πιο κοντά στο μέτωπο της σύρραξης, ώστε να πληροφορείται ταχύτερα τις εξελίξεις της. Αρχική του σκέψη ήταν να εγκατασταθεί στην Αθήνα, αλλά φοβήθηκε ότι μπορεί ο βενετικός στόλος να τον αιχμαλωτίσει, ενώ στη Λάρισα ήξερε ότι θα τον προστάτευε ο πολυπληθής τουρκικός στρατός. Σύμφωνα, όμως, με τους ξένους περιηγητές που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο στην περιοχή μας, υπήρχε και μία άλλη αιτία εγκατάστασής του στη Γενί σεχίρ. Ήταν δεινός κυνηγός, γνώριζε ότι η περιοχή της Θεσσαλίας ήταν πλούσια σε θηράματα και έτσι θα μπορούσε να επιδοθεί πιο άνετα στην προσφιλή του διασκέδαση.
Τον Σεπτέμβριο του 1669 έφθασε στη Λάρισα ο Άγγλος περιηγητής Edward Brown (1642–1708) και όπως γράφει στο οδοιπορικό του [1]: «…μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ την οθωμανική αυλή, που τότε και από πολύ καιρό πριν βρισκόταν στη Λάρισα, φημισμένη παλαιά πόλη της Θεσσαλίας».
Επειδή η παραμονή του Σουλτάνου στη Λάρισα προβλεπόταν να είναι μεγάλη, κτίσθηκε προσωρινό ανάκτορο με ξύλινη κατασκευή «στο υψηλότερο σημείο της πόλεως», προφανώς στον λόφο της Ακρόπολης, το οποίο ήταν μεγαλόπρεπο και είχε εξώστες και μεγάλα παράθυρα σε όλες τις πλευρές του. Μπροστά στα παράθυρα αυτά ο Σουλτάνος γευμάτιζε ή διασκέδαζε, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν και απολάμβανε τη θέα του Ολύμπου και της Όσσας [2]. Η πόλη εμφάνιζε τεράστια κίνηση, είχε αποκτήσει μια κοσμοπολίτικη όψη και είχε μετατραπεί σε σημαντικό πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο. Ιδιαίτερα ο Brown εντυπωσιάσθηκε από την εμπορική κίνηση της πόλης, την οποία βρήκε ζωηρή, τα καταστήματα κατάμεστα από εμπορεύματα και πελάτες, τα φρούτα, τα οπωροκηπευτικά και ειδικά τις μελιτζάνες νόστιμα και συμπέρανε ότι η Λάρισα ήταν μία από τις μεγαλύτερες πολιτείες της ευρωπαϊκής Τουρκίας της εποχής εκείνης.
Η εικόνα που δημοσιεύεται απεικονίζει ένα στιγμιότυπο από την παρουσία του Σουλτάνου στη Λάρισα. Παριστάνει την εντυπωσιακή και πομπώδη έξοδο του Σουλτάνου από το ανάκτορό του στη Λάρισα. Ο συγγραφέας περιγράφει ως εξής το περιστατικό αυτό, που το παρακολούθησε αυτοπροσώπως: «Μερικές φορές ο Σουλτάνος πήγαινε στο μεγάλο τζαμί και τότε τον έβλεπα να βγαίνει από το παλάτι του, για να πάει να προσευχηθεί. Μόλις πρόβαλλε στην πύλη ξεσπούσαν ζωηρές επευφημίες και από εκείνη τη στιγμή δεν άκουγες τίποτα άλλο παρά χαρούμενες φωνές από παντού. Από νωρίς καθάριζαν τους δρόμους και σε κάθε γωνιά ήταν τοποθετημένος ένας γενίτσαρος, για να φροντίζει την ομαλή διέλευση της πομπής. Προπορεύονταν έφιπποι τσαούσηδες και ακολουθούσαν πεζοί 24 αυλικοί. Πλάι στον Σουλτάνο βάδιζαν δύο από τους σπουδαιότερους γενίτσαρους, ένας από κάθε πλευρά. Φορούσαν έναν μεγάλο σκούφο, στο μπροστινό μέρος του οποίου ξεφύτρωνε μια φούντα από λευκά φτερά. Τα φτερά αυτά ήταν πυκνά και ψηλά όσο μια οργιά περίπου. Καθώς περπατούσαν φρόντιζαν να τα ανακινούν με τέχνη, ώστε να δημιουργούν σκιά στο πρόσωπο του Σουλτάνου και συγχρόνως να του κάνουν αέρα σαν ήταν βεντάλιες. Την πομπή ακολουθούσαν αρκετά ωραία άλογα, καθώς και μια συνοδεία ατόμων, τα οποία κρατούσαν διαφόρων ειδών προσκέφαλα, για τη χρήση τους στο τζαμί».
Η σκηνή της πομπής, την οποία αφηγείται ο συγγραφέας, παριστάνεται με όλες τις λεπτομέρειες στο χαρακτικό. Το τελευταίο τμήμα της πομπής βρίσκεται στη μεγάλη πύλη του παλατιού. Πίσω από την πύλη προβάλλει ένα τριώροφο εντυπωσιακό κτίριο, προφανώς το ανάκτορο του Σουλτάνου. Περιβάλλεται από ψηλό τοίχο με επάλξεις και φρουριακή κατασκευή. Πλήθος κόσμου παρακολουθεί την πορεία του ηγεμόνα στους δρόμους της Λάρισας και προσκυνά με σεβασμό στο πέρασμά του. Στο κέντρο της εικόνας υψώνεται μεγαλόπρεπο τζαμί με το μιναρέ δίπλα του.
Η εικόνα είναι σύνθετη, πολυπρόσωπη, ζωντανή και καλής τέχνης. Τη χαρακτηρίζει μια ζωηρή κίνηση ανθρώπων και ζώων, εμφανής σε ολόκληρη την έκταση του χαρακτικού, η οποία ζωντανεύει την περιγραφή του Brown. Παρ’ όλες, όμως, τις καλλιτεχνικές του αρετές, το σχέδιο στην απεικόνιση του χώρου είναι φανταστικό. Η αρχιτεκτονική των κτιρίων προσιδιάζει περισσότερο με ευρωπαϊκή πόλη της ίδιας περιόδου, αν εξαιρέσει κανείς την εμφάνιση του τεμένους με τον μιναρέ. Τελικά, όμως, εκείνο που οπωσδήποτε έχει κατορθώσει ο καλλιτέχνης είναι να δώσει την πρόσκαιρη λάμψη που είχε αποκτήσει η πόλη με την παρουσία του Σουλτάνου, της αυλής του και όλων όσων τον ακολούθησαν μακριά από τα σαράγια του Βοσπόρου.


[1]. Browne Edward. A brief Account of some Travels in Hungaria, Serbia, Bulgaria, Macedonia, Thessaly, as also some Observations on the gold, silver, copper, quick-silver Mines, Baths and mineral Waters in those parts. With the figures of some habits and remarkable places, London (1673).
[2]. Voyage en Turquie et en Grèce du R. P. Robert de Dreux, aumônier de l’ambassadeur de France (1665-1669). Paris (1925).

Πέμπτη 4 Μαΐου 2023

 ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Το Αλσος των Νυμφών


Άνοιξη στο ανάχωμα του Αλκαζάρ. Έργο του ζωγράφου Ζήση Τσαπράζη.  Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ. Κατσίγρα.Άνοιξη στο ανάχωμα του Αλκαζάρ. Έργο του ζωγράφου Ζήση Τσαπράζη. Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ. Κατσίγρα.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Μπήκαμε για τα καλά στην άνοιξη, για πολλούς την ωραιότερη εποχή του χρόνου. Ήδη προ δύο ημερών γιορτάσαμε την Πρωτομαγιά, που αποτελεί την κορύφωση της άνοιξης. Αυτήν την περίοδο αναζωογονείται η φύση, οργιάζει η βλάστηση και οι περιπατητές επισκέπτονται τους χώρους πρασίνου της πόλης, για να απολαύσουν το άρωμα των ανθισμένων λουλουδιών και τη ζωογόνο δύναμη του ήλιου. Ένας από τους πιο προσφιλείς χώρους των περιπατητών είναι και το ολοπράσινο αυτήν την εποχή Αλκαζάρ. Ο χώρος αυτός από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι και σήμερα έχει αλλάξει πολλές ονομασίες, ανάλογα και με τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιήθηκε. Οι όροι Μπελεντιέ Μπαχτσέ, Μεριάς, Πλατεία του Άρεως, Αλκαζάρ, Άλσος των Νυμφών, είναι οι πιο γνωστοί.
Μπελεντιέ Μπαχτσές σημαίνει στα τουρκικά Δημοτικός Κήπος και κατά τον Γιώργο Ζιαζιά τον όρο αυτό χρησιμοποιούσαν οι μουσουλμάνοι της Λάρισας για να χαρακτηρίσουν την ευρεία περιοχή που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, από τη γέφυρα μέχρι περίπου το σημερινό στάδιο Αλκαζάρ. Μεριάς [1] συνήθως ονομαζόταν μέχρι και πρόσφατα μια εκτεταμένη, επίπεδη και άγονη έκταση που εκτεινόταν από το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το μνημείο της Εθνικής Αντίστασης, έργο του Φιλόλαου Τλούπα, μέχρι το Αισθητικό Άλσος περίπου. Χώροι με την ονομασία Πλατεία ή Πεδίον του Άρεως [2] συναντάμε και σε άλλες ελληνικές πόλεις. Έχω γνωστές τέτοιες ονομασίες στην Αθήνα, τον Βόλο, την Τρίπολη, ασφαλώς θα υπάρχουν και σε άλλες πόλεις. Η ονομασία Αλκαζάρ, αντίθετα με τα όσα κατά καιρούς έχουν γραφεί, ανιχνεύεται ήδη στη Λάρισα από τα πρώτα χρόνια της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος και προήλθε από την παρουσία ομώνυμου καφενείου στην περιοχή [3]. Άλσος των Νυμφών ονομάσθηκε το 1903 με εισήγηση της βασίλισσας Όλγας [4], η οποία ερχόταν τακτικά στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση, συνοδεύοντας τον σύζυγό της Γεώργιο Α’. Τοπογραφικά ο συγκεκριμένος χώρος αρχίζει από τη γέφυρα, ορίζεται μεταξύ της αριστερής όχθης του Πηνειού και του οδικού δρόμου προς Τύρναβο και εκτείνεται περίπου μέχρι το σημερινό Αισθητικό Άλσος. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ο χώρος αυτός, επίπεδος και γυμνός όπως ήταν, χρησίμευε για ασκήσεις του τουρκικού στρατού και παρελάσεις. Μια εικόνα του χώρου μπορεί κανείς να σχηματίσει αν μελετήσει προσεκτικά τις υδατογραφίες που σχεδίασε ο Βαυαρός αξιωματικός Ludwig Koellnberger, όταν την άνοιξη του 1834 επισκέφθηκε την τουρκοκρατούμενη Λάρισα με μικρό τμήμα του Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος του Ελληνικού Βασιλείου [5].
Με την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση του 1881, ο Μεριάς χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινός χώρος στρατοπέδευσης μονάδων πυροβολικού του ελληνικού στρατού σε σκηνές. Διασώθηκε μάλιστα και φωτογραφία του 1881 η οποία αποτυπώνει την παρουσία μεγάλου αριθμού σκηνών στην περιοχή. Από το 1889 στη θέση αυτή αναπτύσσονταν οι προσωρινές πρόχειρες εγκαταστάσεις της ετήσιας εμποροζωοπανήγυρης της Λάρισας, η οποία ξεκινούσε στις 24 Σεπτεμβρίου και διαρκούσε άλλοτε μία και άλλοτε δύο εβδομάδες.
Από τις πρώτες ενέργειες μετά την απελευθέρωση των δημοτικών αρχόντων και φιλοπρόοδων σωματείων της Λάρισας υπήρξε η αξιοποίηση του χώρου αυτού. Στα 142 χρόνια που μεσολάβησαν από το 1881 μέχρι σήμερα η περιοχή αυτή, άλλαξε πολλές φορές μορφή και φιλοξένησε διάφορα κτίσματα και μνημειακούς χώρους.
Σήμερα ξεκινώντας από τα σκαλάκια που οδηγούν στον κεντρικό δρόμο του άλσους, δεξιά βρίσκεται ακόμη η αναθηματική στήλη για του πεσόντες αξιωματικούς και οπλίτες του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Για πολλά χρόνια η στήλη αυτή αποτέλεσε το Ηρώο της πόλης. Δίπλα του, με φροντίδα του ακάματου αρχιάτρου Δημητρίου Παλιούρα στήθηκαν τέσσερις χάλκινες προτομές, έργα του Τυρναβίτη γλύπτη και καθηγητή του Μετσοβίου Πολυτεχνείου Γεωργίου Καλακαλλά. Του ήρωα του 1821 Αθανασίου Διάκου, του μακεδονομάχου Παύλου Μελά, του ιστορικού της Λάρισας Επαμεινώνδα Φαρμακίδη και του ανθρώπου που νίκησε τη μάστιγα της ελονοσίας στρατιωτικού ιατρού Εμμανουήλ Μανουσάκη. Στην αριστερή πλευρά του άλσους είναι στημένη η προτομή του Κώστα Κρυστάλλη, της οποίας τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 21 Ιανουαρίου 1940, με τη φροντίδα του Ομίλου Εκδρομέων Λαρίσης (Ο.Ε.Λ.).
Μετά τις τέσσερις προτομές που αναφέραμε, κατασκευάστηκε το 1883 επί δημαρχίας Αργυρίου Διδίκα (1882-1883), μαρμάρινη οκτάγωνη υπερυψωμένη εξέδρα, στην οποία τις Κυριακές και στις διάφορες γιορτές, η φιλαρμονική ορχήστρα (μπάντα) του στρατού εκτελούσε μουσικά προγράμματα. Μετά από λίγα χρόνια η εξέδρα μεταφέρθηκε στο μέσον της Κεντρικής πλατείας.
Ακολουθούσε στη σειρά το εξοχικό κέντρο “Αλκαζάρ” το οποίο βρισκόταν ακριβώς στη θέση όπου σήμερα υπάρχει το Κηποθέατρο. Η ονομασία του κέντρου διατηρήθηκε η ίδια όλα αυτά τα χρόνια, αλλά η μορφή του και οι ιδιοκτήτες του άλλαξαν αρκετές φορές.
Το 1903 η “Φιλοδασική Ένωσις” δενδροφύτευσε ολόκληρη την περιοχή και απέναντι από το κέντρο Αλκαζάρ ο γεωπόνος της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Ιωάννης Κατσίγρας, πατέρας του ιατρού Γ. Ι. Κατσίγρα, στόλισε το 1911 την περιοχή με ένα θαυμάσιο κήπο, ο οποίος βελτιωμένος με σύγχρονα μέσα υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στο τέλος του κεντρικού δρόμου του άλσους, εκεί που σήμερα έχει στηθεί το επιβλητικό Μουσείο της Εθνικής Αντίστασης, ξεκινούσε ο χώρος όπου γινόταν το παζάρι της Λάρισας. Το πρώτο παζάρι πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1889, έπειτα από πρωτοβουλία του τότε δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891). Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, η εμποροπανήγυρη, δηλ. οι παράγκες που στέγαζαν τα πρόχειρα καταστήματα, ξεκινούσε από τα σκαλάκια του κεντρικού δρόμου και έφθανε περίπου μέχρι το ύψος του ποδοσφαιρικού γηπέδου. Εκεί που σήμερα βρίσκεται το κολυμβητήριο και τα διπλανά γήπεδα τένις και μπάσκετ, γινόταν η ζωοπανήγυρη.
Το 1931, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα δημιουργήθηκε στην ευρύτερη περιοχή το Δημοτικό Γυμναστήριο [6], το οποίο προοριζόταν για τα αθλητικά σωματεία της Λάρισας. Ο αθλητικός αυτός χώρος με τον καιρό εξελίχθηκε στο Στάδιο Αλκαζάρ.
Στο βοηθητικό γήπεδο ποδοσφαίρου που βρίσκεται μετά τη νέα περιφερειακή οδό που κατασκευάσθηκε πρόσφατα και κοντά στην ανακουφιστική κοίτη του Πηνειού, βρισκόταν το Ιπποδρόμιο, όπου από το 1900 μέχρι το 1935, παράλληλα με το παζάρι τελούνταν Πανελλήνιοι Ιππικοί Αγώνες με μεγάλη επιτυχία.
Στην αριστερή όχθη του Πηνειού και παράλληλα με την πορεία του ποταμού αναπτύχθηκε το 1935, μετά τα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν από την αγγλική εταιρεία Boot, ένα ανάχωμα. Αρχικά αυτό επιστρώθηκε και δημιουργήθηκε προσβάσιμος δρόμος, ο οποίος αργότερα ασφαλτοστρώθηκε, οι παρυφές του δενδροφυτεύτηκαν και έγινε η γνωστή «Λεωφόρος by pass”ή «Οδός Υγείας». Η εικόνα που δημοσιεύεται σήμερα είναι του Λαρισαίου ζωγράφου Ζήση Τσαπράζη και απεικονίζει το ανάχωμα αυτό κατά τη διάρκεια της άνοιξης, με τα δένδρα ανθισμένα.
-----------------------------------------------
[1]. “Ως θέσις της εμποροπανήγυρεως επιλέχθηκε η περιοχή «Μεριάς», μεγάλης εκτάσεως χώρος, ο οποίος εκτείνεται πέραν της μεγάλης γεφύρας του Πηνειού, παραλλήλως προς την οδόν την άγουσαν εις Τύρναβον”, γράφει εφημερίδα της Λάρισας στις 15 Οκτωβρίου 1888.
[2]. Ως Πεδίον του Άρεως ήταν γνωστός κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ένας ευρύς και ανοικτός χώρος στην αρχαία Ρώμη, αφιερωμένος στον θεό του πολέμου Άρη, όπου συνέρχονταν οι Ρωμαίοι για την εκλογή αρχόντων της πόλης και ήταν συγχρόνως και πεδίο ασκήσεων και παρελάσεων. Στο πρόγραμμα της Γεωργοκτηνοτροφικής Εκθεσης της Λάρισας που πραγματοποιήθηκε το 1900 αναφέρεται ότι: «Η έκθεσις γενήσεται εν ειδικώ Εκθετηρίω ανεγειρομένω επί της παρά τον Πηνειόν πλατείας του Άρεως».
[3]. Στις 11 Αυγούστου 1882 η εφημερίδα της Λάρισας «Ανεξαρτησία» έγραφε: «Χθες εν πλήρει μεσημβρία εγένετο παρανάλωμα του πυρός το πέραν της γεφύρας κείμενον Αλκαζάρ...», ένα κτίριο το οποίο ήταν διώροφο. Και στην εφημερίδα «Αστήρ της Θεσσαλίας» της 12ης Μαΐου 1884 υπάρχει δημοσιευμένη η εξής διαφήμιση: «Παγωτά διαφόρων ειδών. Πωλούνται εις το εξωχικόν καφφενείον Αλκαζάρ».
[4]. Με πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας ιδρύθηκε και στην πόλη μας, «Φιλοδασική Ένωσις». Σκοπός της ήταν να συμβάλλει στη δημιουργία πρασίνου στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας. Με τη συμβολή μονάδων μηχανικού υπό τον λοχαγό Σαπουντζάκη και μαθητών του Γυμνασίου, δενδροφυτεύτηκε η περιοχή του Αλκαζάρ κατά μήκος της αριστερής όχθης του Πηνειού, μέχρι το κτήμα Παπασταύρου, περίπου μέχρι εκεί που αρχίζει σήμερα το Στάδιο Αλκαζάρ. Αυτός ο τεράστιος χώρος πρασίνου ονομάσθηκε από τον Δήμο «Άλσος των Νυμφών», όρος που με τον χρόνο είχε ατονήσει, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε να χρησιμοποιείται και καλόν είναι η χρήση του να γίνεται πιο συχνά.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. 1834. Στρατιωτική αντιπροσωπεία επισκέπτεται την τουρκοκρατούμενη Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 19ης Ιανουαρίου 2020.
[6]. Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1930 διαβάζουμε: «Μετ’ εισήγησιν του Δημάρχου Μ. Σάπκα, προτείνοντος όπως εις τον πέραν της γεφύρας του Πηνειού ποταμού χώρον του Αλκαζάρ του ανήκοντος εις τον Δήμον, κειμένου πλησίον του Κήπου Παπασταύρου...καθορισθή γήπεδον 15 στρεμμάτων, ήτοι 100 χ 150 τετρ. μέτρων, προς ανέγερσιν Γυμναστηρίου δια την εγκατάστασιν των Αθλητικών Σωματείων της πόλεως...».

Τρίτη 2 Μαΐου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Σκάλα Λαρίσσης


Σκάλα Λαρίσσης. Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Βελώνη, αρ. 15. Πριν το 1920Σκάλα Λαρίσσης. Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Βελώνη, αρ. 15. Πριν το 1920

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή εικόνα είναι χρωμολιθόγραφη και προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Βελώνη, που φέρει τον αριθμό 15 και την ένδειξη «Σκάλα Λαρίσσης».

Ο Γεώργιος Βελώνης [1] γεννήθηκε το 1881 στη Στεμνίτσα Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας. Σε μικρή ηλικία έφυγε για την Αμερική. Η γυναίκα του είχε καταγωγή από τη Σλοβακία και μαζί της απέκτησε δύο κόρες. Οι συνθήκες εκεί δεν του στάθηκαν ευνοϊκές και επέστρεψε στην Ελλάδα. Τη δεκαετία του 1920 τον βρίσκουμε στη Λάρισα, όπου ανοίγει βιβλιοχαρτοπωλείο και τυπογραφείο στη γωνία Ασκληπιού και Αλεξάνδρας (Κύπρου), απέναντι από το φαρμακείο του Κυλικά.
Το κατάστημά του κυκλοφόρησε 25 θαυμάσια έγχρωμα επιστολικά δελτάρια αριθμημένα, με θέματα παρμένα από τη Λάρισα, την περιοχή του Μπαμπά στα Τέμπη, την Αγιά και τα Τρίκαλα, τα οποία κυκλοφόρησαν όλα μαζί συγχρόνως. Ο Βελώνης δεν ήταν φωτογράφος, γι’ αυτό και για τις κάρτες του έχει χρησιμοποιήσει κλισέ άλλων φωτογράφων, ενώ οι λήψεις των φωτογραφιών έγιναν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αναφέρω ένα παράδειγμα. Στη κάρτα αρ. 22 με την ένδειξη «Τέμενος παρά τον Πηνειόν», απεικονίζονται Τούρκοι ιππείς με τα άλογά τους και με τις χαρακτηριστικές στολές, να βρίσκονται μέσα στην κοίτη του Πηνειού κάτω από το τζαμί του Χασάν μπέη. Φυσικά η λήψη αυτή πρέπει να έγινε κατά τη διάρκεια της σύντομης κατοχής της Λάρισας (1897-98) από τους Τούρκους, μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Οι εκτυπώσεις όλων των καρτών είναι εξαιρετικές και τα χρώματα ζωηρά και φωτεινά. Γι’ αυτό και σήμερα τα δελτάρια του Βελώνη έχουν αποκτήσει πολύ μεγάλη αξία και είναι περιζήτητα από τους συλλέκτες. Ερωτηματικό παραμένει εάν οι κάρτες αυτές τυπώθηκαν στο δικό του τυπογραφείο, γιατί η εξαιρετική τους ποιότητα απαιτούσε πολύ καλά μηχανήματα, τα οποία ήταν δύσκολο να κατέχει την περίοδο εκείνη. Εξάλλου η άλλη εκδοτική του παραγωγή που έχει διασωθεί μέχρι τις ημέρες μας δεν περιλαμβάνει έγχρωμες εκτυπώσεις για να γίνουν συγκρίσεις. Πολλοί ιστορικοί της φωτογραφίας πιστεύουν ότι οι κάρτες αυτές δεν τυπώθηκαν στη Λάρισα. Πιθανόν στην Αθήνα, ή στην Ιταλία.
Η εκτύπωσή τους πρέπει να έγινε μεταξύ 1925 και 1930. Αυτό αποδεικνύεται και από τις ταχυδρομημένες κάρτες που έχουν διασωθεί, οι περισσότερες των οποίων είναι αυτής της περιόδου. Η επαγγελματική δραστηριότητα του Γεωργίου Βελώνη σταμάτησε το 1940 με τον σεισμό και την κατοχή. Πέθανε το 1946.
Στη σημερινή εικόνα ο φωτογράφος στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, στην περιοχή όπου πριν λίγα χρόνια υπήρχαν τα παλιά Σφαγεία της Λάρισας στην οδό Αεροδρομίου [2] και προσανατόλισε τον φακό του προς τα βορειοδυτικά. Στο πρώτο επίπεδο διακρίνεται η λεγόμενη «Σκάλα», μια κατασκευή με μεγάλες πέτρες, η οποία βοηθούσε ανθρώπους, ζώα και διάφορα μεταφορικά μέσα να επιβιβάζονται σε μια «περαταριά» [3] και να διαπεραιώνονται στην απέναντι όχθη του Πηνειού. Το 1925 ο Ρωμύλος Αβδής, ένας πανέξυπνος επιχειρηματίας, δημιούργησε στην απέναντι όχθη, η οποία σημειωτέον ήταν κατάφυτη από δένδρα, εξοχικό κέντρο με την ονομασία «Λούνα Παρκ», το οποίο συγκέντρωνε τους καλοκαιρινούς μήνες την αφρόκρεμα της λαρισαϊκής κοινωνίας. Στη φωτογραφία διακρίνονται ζώα φορτωμένα και αρκετοί άνθρωποι να περιμένουν προφανώς να διαπεραιωθούν απέναντι. Μέσα στην κοίτη του Πηνειού φαίνεται μια ποταμόβαρκα με δύο άτομα και στο βάθος διακρίνεται το γνωστό νταϊλιάνι [4] του Πηνειού.
Σε μακρινή απόσταση φαίνεται το βορειοδυτικό τμήμα της Λάρισας. Ξεκινώντας από δεξιά καθώς βλέπουμε την εικόνα, παρατηρούμε ότι προβάλλει ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγία) στα Ταμπάκικα, με το ιδιόρρυθμο καμπαναριό του. Την περίοδο εκείνη η συνοικία αυτή περιοριζόταν κατά μήκος της σημερινής οδού Γεωργιάδου και μόλις έφθανε μέχρι την εκκλησία, όπως αποδεικνύεται και από τη φωτογραφία. Στη συνέχεια διακρίνονται οι ατμόμυλοι της παραπήνειας περιοχής. Οι παλιοί Λαρισαίοι τη θέση αυτή την ονόμαζαν «Μύλια» από την παρουσία των παραδοσιακών υδρόμυλων. Στη συνέχεια αυτοί εξελίχθηκαν στους ατμόμυλους του Τσιμπούκη και των Φώτη και Μιχαήλ Παππά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο μύλος του Παππά, ο οποίος είναι στην αρχική μορφή του, πριν από την πυρκαγιά του 1920. Το σημερινό πολυώροφο κτίσμα κτίστηκε αργότερα, όταν μετατράπηκε σε κυλινδρόμυλο.
Τέλος σε πιο απομακρυσμένη απόσταση διακρίνεται ο λόφος του Φρουρίου. Ο τρούλος και τα δύο κωδωνοστάσια του Αγίου Αχιλλίου μόλις διαγράφονται πίσω από την πλούσια βλάστηση που έχουν οι όχθες του ποταμού, ενώ αριστερότερα προβάλλει ο πύργος του πρώτου ρολογιού της πόλης, ο οποίος δεν είχε ωροδείκτες και λεπτοδείκτες και ανήγγελλε την ώρα με τους κτύπους καμπάνας.
Η χρονολόγηση της φωτογραφίας τοποθετείται στην πριν το 1920 περίοδο και βασίζεται στη μικρή έκταση της συνοικίας Ταμπάκικα, στη μορφή των μύλων της παραπήνειας περιοχής και στην παρουσία του παλιού ρολογιού.


[1]. Επιστολικά δελτάρια. Εκδόσεις ελληνικές και ευρωπαϊκές (1900-1960), Συλλογή Γ. και Λ. Γουργιώτη, έκδοση Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας, Αθήνα (2007) σελ. 19.
[2]. Σήμερα στη θέση του κτιρίου των παλιών Σφαγείων και έπειτα από συντήρησή του, φιλοξενείται Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών.
[3]. Η περαταριά είναι ουσιαστικά ένα πορθμείο, μια εξέδρα (σχεδία), η οποία πλέει και εκτελεί τη συγκοινωνία ανάμεσα στις δύο όχθες ποταμού.
[4]. Το νταϊλιάνι ή νταλιάνι είναι η ιχθυοπαγίδα, δηλαδή ένας διάτρητος φραγμός από ξύλινες βέργες, στημένος εγκάρσια στη ροή του ποταμού, ο οποίος επιτρέπει την πορεία του νερού, αλλά παγιδεύει τα μεγαλύτερα ψάρια.

Δευτέρα 24 Απριλίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η ύδρευση στη Λάρισα τα παλιά χρόνια


Η ύδρευση  στη Λάρισα  τα παλιά χρόνια

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Mία από τις ενότητες στην έκθεση "Larissa mea dulcissima" (Γλυκυτάτη μου Λάρισα), η οποία συνεχίζεται στη Δημοτική Πινακοθήκη-Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα, αναφέρεται στον τρόπο ύδρευσης στην παλιά Λάρισα.

Εκεί διαπιστώνουμε με υλικό και φωτογραφίες ότι μέχρι το 1925 περίπου η ύδρευση γινόταν από το νερό του Πηνειού με πρωτόγονους τρόπους, οι οποίοι με τον χρόνο βελτιώνονταν. Σήμερα θα σχολιάσουμε μια χρωμολιθόγραφη φωτογραφία που βρίσκεται στο επιστολικό δελτάριο αρ. 81 του Στέφανου Στουρνάρα. Στη δεξιά όχθη του Πηνειού, κοντά στη γέφυρα, απεικονίζεται ένα άλογο φορτωμένο με ασκούς και από τις δύο πλευρές. Ο ιδιοκτήτης του ζώου κρατώντας ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο γεμίζει με νερό του ποταμού τους ασκούς (σακιά), και μεταφέρει το περιεχόμενό τους στην πόλη για να το πουλήσει.
Η Λάρισα, πόλη που διασχίζεται από ένα μεγάλο ποτάμι, τον Σαλαμπριά [1] όπως τον ονόμαζαν παλιότερα, είχε από την περίοδο των χρόνων της τουρκοκρατίας, μέχρι και το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, σοβαρό πρόβλημα ύδρευσης. Οι κάτοικοί της, αν και τα περισσότερα σπίτια είχαν πηγάδια στην αυλή τους, εφοδιάζονταν το πόσιμο νερό από τον Πηνειό. Η γειτνίαση με τους οικιακούς βόθρους καθιστούσε το νερό των πηγαδιών ακατάλληλο ως πόσιμο και το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για την καθαριότητα και το πότισμα. Το πόσιμο νερό το προμηθεύονταν από το ποτάμι, που δεν είχε πάψει ποτέ να κυλάει δίπλα στην πόλη. Αλλά όμως και αυτό δεν ήταν καθαρό, γάργαρο. Οι πηγές του ξεκινούσαν από την Πίνδο και στο μακρινό ταξίδι της διαδρομής μέχρι τη Λάρισα δεχόταν καθ’ οδόν κάθε είδους ακάθαρτα υλικά, τα οποία αυξάνονταν καθώς συνέρρεαν και άλλα από τους παραποτάμους του. Ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πλέον επιτυχημένους δημάρχους της Λάρισας κατά τον 20ο αιώνα και είναι αυτός που έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο τρόπο, σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1955 [2] περιγράφει με τον δικό του τρόπο και με τη διάλεκτο της εποχής, τη διαδικασία με την οποία υδρεύονταν οι κάτοικοι της πόλης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων, εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων [3], φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν δια βυτίων, φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς, αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ». Οι φωτογραφίες της εποχής μάς δίνουν μια ιδέα για τους σακάδες και τα φορτωμένα σε ζώα ή σε δίτροχα βυτία, που κατέβαιναν τη δεξιά όχθη του Πηνειού για να εφοδιασθούν με νερό.
Το νερό μεταφέρονταν στα σπίτια με κάποια μικρή οικονομική επιβάρυνση του νοικοκύρη και αποθηκευόταν σε μεγάλα πήλινα δοχεία, τα κιούπια, τα οποία ήταν παραχωμένα βαθιά στο χώμα. Έριχναν μέσα στα γεμάτα με νερό δοχεία μικρή ποσότητα στύψης, που σε λίγες ώρες είχε την ικανότητα να καθαρίζει το νερό από όλες τις φερτές ύλες, οι οποίες καθίζαναν στον πυθμένα του δοχείου και το νερό γινόταν διαυγές. Στη συνέχεια τα σκέπαζαν στεγανά, ώστε να διατηρείται απρόσβλητο το περιεχόμενο των δοχείων από σκόνες και διάφορα πετούμενα. Η κατανάλωση σαν πόσιμο γινόταν έπειτα από δύο και πλέον ημέρες, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η καθίζηση. Γι’ αυτό και κάθε κατοικία είχε περισσότερα από ένα κιούπια. Αυτή η διαδικασία μπορεί να εξασφάλιζε στο νερό κάποια καθαρότητα, όμως ουσιαστική αποστείρωση δεν γινόταν και η υγεία των κατοίκων ήταν επισφαλής. Ο κοιλιακός τύφος και άλλα εντερικά νοσήματα προσέβαλαν πολλούς, περισσότερο τους επισκέπτες και τους περαστικούς από την πόλη, ιδιαίτερα τους στρατιώτες, γιατί οι γηγενείς θα έλεγε κανείς ότι το είχαν κατά κάποιον τρόπο συνηθίσει. Όμως δεν υπήρχε στη Λάρισα οικογένεια που να μην είχε δοκιμαστεί από την αρρώστια αυτή και πολλοί μάλιστα είχαν χάσει και τη ζωή τους [4].
Το πρόβλημα της ύδρευσης στη Λάρισα λύθηκε το 1930. Ήταν Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, μια βροχερή μέρα πριν 93 χρόνια, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίαζε τον Υδατόπυργο και τις κεντρικές εγκαταστάσεις ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού στο κτίριο του ΟΥΗΛ, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα υψώνεται το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Έτσι η Λάρισα στον τομέα της ύδρευσης, χάρη στην αποδοτική πορεία της ΔΕΥΑΛ, μέσα σε λίγα χρόνια έγινε παράδειγμα προς μίμηση.


[1]. Οι Τούρκοι τον ονόμαζαν Κιοστέμ, που πιστεύεται ότι είναι παραφθορά της λέξεως Λυκοστόμιο.
[2]. Μιχαήλ Σάπκας. Ιστορικαί αναμνήσεις από την ανασυγκρότησιν και αναμόρφωσιν της Λαρίσης μετά την απελευθέρωσιν από την τουρκοκρατίαν. Τομ. Α'. Ύδρευσις και Ηλεκτροφωτισμός, εν Λαρίση, (Ιούνιος 1955) σ. 23-24. Είναι το ένα από τα δύο βιβλία των πολλών χειρόγραφων αναμνήσεων που κατόρθωσε να εκδώσει. Το άλλο είναι τα Πεπραγμένα του τμήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Λάρισα (1955).
[3]. Περίπου 50 κιλά νερό ο κάθε ασκός.
[4]. Κώστας Περραιβός. Σακατζήδες και Βαρελάδες μας πότιζαν, εφ. Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 9ης Μαΐου 1982.

Δευτέρα 10 Απριλίου 2023

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το φαρμακείο Ζησιάδη «Σαντράλ»


Το φαρμακείο Ζησιάδη «Σαντράλ»

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στη βορειοανατολική πλευρά της διασταύρωσης των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Κύπρου και Σία, υπήρχε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όπως αποτυπώνει και η δημοσιευόμενη φωτογραφία, το Φαρμακείο του Νικολάου Ζησιάδη και Σία.

Ανατολικά συνόρευε με το Ξενοδοχείο «Το Στέμμα» και είχε πρόσοψη προς την πλατεία. Στο σημερινό σημείωμά μας θα περιγράψουμε τη χρήση του κεντρικού αυτού κτίσματος από την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881, μέχρι σήμερα. Η φωτογραφία τοποθετείται χρονολογικά περί το 1935 και είναι του Λαρισαίου φωτογράφου Παντελή Γκίνη. Ο φωτογράφος ανέβηκε σε εξώστη του δευτέρου ορόφου του ξενοδοχείου «Πανελλήνιον», το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας και από εκεί αποτύπωσε τα κτίρια που υπήρχαν προπολεμικά στην βορειοδυτική πλευρά της Κεντρικής Πλατείας (Θέμιδος ονομαζόταν τότε και σήμερα Μιχ. Σάπκα).
Η πρώτη αναφορά που έχουμε για το κτίριο που περιγράφουμε είναι του 1881 και προέρχεται από τον «πρύτανη» των δημοσιογράφων όπως αποκάλεσαν τον Θρασύβουλο Μακρή (1874-1952), διευθυντή και εκδότη της εφημερίδας «Μικρά», ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν μαθητής. Αναφέρει ότι στη θέση αυτή κατά την κατάληψη της Λάρισας από τα ελληνικά στρατεύματα, υπήρχε ζαχαροπλαστείο που ο καταστηματάρχης του ονομαζόταν Ευθύμιος Σαρανταένας, και καταγόταν από τη Λαμία. Θα πρέπει να ήταν κάποιος τύπος της Λάρισας γιατί ήταν γνωστός στους κατοίκους από την μεγάλη γενειάδα που έτρεφε. Ο Μακρής τον περιγράφει ως «διαπρεπή γενειοφόρο» και μάλιστα αναφέρει ένα στιγμιότυπο που είχε με τον Τούρκο διοικητή της Λάρισας Χιντέτ πασά στις 31 Αυγούστου 1881. Καθώς ο Σαρανταένας, λόγω της επικείμενης εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων, αναρτούσε μια τεράστια ελληνική σημαία στο κατάστημά του, εκείνη τη στιγμή περνούσε από το πεζοδρόμιο ο Χιντέτ πασάς και η σημαία τον περιτύλιξε ολόκληρο. Ο τελευταίος ενοχλήθηκε και είπε στον καταστηματάρχη: «Περίμενε μπρε τζάνουμ να φύγουμε και μετά κρεμάς όσες παντιέρες θέλεις» [1].
Στις αρχές του 20ού αιώνα στη γωνιά αυτή (συμβολή τότε των οδών Ακροπόλεως [2] και Αλεξάνδρας) υπήρχε ένα μικρό καφενεδάκι, στο οποίο συγκεντρώνονταν μετά τη δουλειά τους εκτός των άλλων οι κατασκευαστές πηγαδιών και οι βοθροκαθαριστές της πόλης. Τα δύο αυτά επαγγέλματα ευδοκιμούσαν στην παλιά Λάρισα, γιατί όπως είναι γνωστό, μέχρι το 1930 δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης και το μεν πόσιμο νερό το προμηθεύονταν από τον Πηνειό, ενώ τα πηγάδια λόγω της γειτνίασης με τους υπαίθριους οικιακούς βόθρους χρησίμευαν μόνον για τις ανάγκες καθαριότητας και ποτίσματος.
Όταν το καφενεδάκι αυτό έκλεισε, το κτίριο το αγόρασε ο Ισραηλίτης φαρμακοποιός Σαλβατώρ Ματαλών και άνοιξε φαρμακείο. Αν και την εποχή εκείνη τα φαρμακεία ήταν λίγα, εν τούτοις δεν είχαν πολλή δουλειά, γιατί ο πολύς κόσμος προτιμούσε να εφαρμόζει πρακτικές μεθόδους (τα «μαντζούνια») και όχι τα φάρμακα. Γι’ αυτό και Ματαλών εκτός από το φαρμακείο δημιούργησε για ένα διάστημα και μια μικρή βιομηχανία αεριούχων ποτών με πρωτόγονα μέσα.
Αργότερα ο Ματαλών μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη και το φαρμακείο περιήλθε στην ιδιοκτησία του φαρμακοποιού Νίκου Ζησιάδη από τη Ραψάνη, ο οποίος ήταν αδελφός του δικηγόρου και επί σειρά ετών διατελέσαντος βουλευτού Τυρνάβου Βασίλη Ζησιάδη [3]. Η επιγραφή στο επάνω μέρος του κτιρίου είχε την επωνυμία «Φαρμακείον Ν. Ζησιάδου και Σία», όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία. Πάνω από την επιγραφή αυτή, στο στηθαίο της στέγης, υπήρχε μια ακόμα επιγραφή με τη λέξη «Σαντράλ» με δύο σταυρούς εκατέρωθεν. Η χαρακτηριστική αυτή λέξη έδωσε την αφορμή στους Λαρισαίους να ονομάζουν το φαρμακείο ως «Σαντράλ» και μάλιστα μερικοί μετέφραζαν την ονομασία αυτή σαν «Κεντρικόν», δηλ. ότι ήταν το κεντρικότερο φαρμακείο της Λάρισας, ενώ είναι γνωστό ότι στην άλλη γωνία της πλατείας υπήρχε ένα άλλο μεγάλο φαρμακείο, του Αγαμέμνονα Αστεριάδη. Το «Σαντράλ» όμως ήταν διαφήμιση φαρμάκου της εποχής, γι’ αυτό και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία απουσιάζει η λέξη αυτή και έχουν παραμείνει μόνον οι σταυροί. Το φαρμακείο αυτό λειτούργησε μέχρι το 1941. Στην κατοχή και εξ αιτίας του σεισμού και του πολέμου καταστράφηκε και ο ιδιοκτήτης μετακόμισε στην Αθήνα όπου μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα πέθανε.
Στα πρώτα χρόνια της κατοχής και για μικρό χρονικό διάστημα ο κατεστραμμένος χώρος του παλιού φαρμακείου επιδιορθώθηκε κάπως και στη θέση του αναπτύχθηκε μια μικρή παράγκα η οποία λειτούργησε σαν καφενεδάκι. Τα γεγονότα το έφεραν ώστε να ξαναλειτουργήσει σαν καφενεδάκι, όπως ήταν και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μετά την απελευθέρωση και για πολλά χρόνια αυτός ο χώρος και δύο άλλα διπλανά καταστήματα που είχαν καταστραφεί έμειναν οικόπεδα, μέχρι στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε δόθηκαν και τα τρία με αντιπαροχή για να υψωθεί στη θέση τους η πολυώροφη γωνιακή οικοδομή που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στη φωτογραφία διακρίνονται ακόμα, αριστερά τμήμα του ξενοδοχείου «Όλυμπος», στο βάθος το προπολεμικό ρολόι της πόλης και δεξιά ένα μέρος από το ξενοδοχείο «Στέμμα».


[1]. Μακρής Θρασύβουλος, Λαρισινές σελίδες. Σειρά δημοσιευμάτων στην εφημερίδα «Θεσσαλικά Νέα» κατά το 1947.
[2]. Στα 1935, ύστερα από την παλινόρθωση της μοναρχίας, η τότε Δημοτική Αρχή με δήμαρχο τον Στέλιο Αστεριάδη, μετονόμασε την οδό Ακροπόλεως σε Βασιλίσσης Σοφίας και μετά την μεταπολίτευση επί δημαρχίας Αριστείδη Λαμπρούλη μετονομάσθηκε σε Παπαναστασίου.
[3]. Ο Βασίλης Ζησιάδης ήταν σύγαμπρος με τον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα. Η γυναίκα του Ελπινίκη (Πιπίτσα) ήταν αδελφή της Ιουλίας Σάπκα και οι δύο τους κόρες του δημάρχου Αχιλλέα Λογιωτάτου.

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

 ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Περίπατος στην αρχή της οδού Κούμα

 
Η οδός Κούμα φωτογραφημένη από τη διασταύρωσή της  με την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου. Φωτογραφία του 1930 περίπου.  Αρχείο Θανάση ΜπετχαβέΗ οδός Κούμα φωτογραφημένη από τη διασταύρωσή της με την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου. Φωτογραφία του 1930 περίπου. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ

Σύμφωνα με το Σχέδιο Πόλης το οποίο χαράχθηκε κατά το 1883-84, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, σε μία από τις κεντρικότερες οδικές αρτηρίες της Λάρισας δόθηκε η ονομασία οδός Κωνσταντίνου Κούμα, αφιερωμένη στον σπουδαίο λόγιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που γεννήθηκε στη Λάρισα το 1777 και απεβίωσε στην Τεργέστη το 1836.

Στη σημερινή ιστορική μας αφήγηση για την παλιά Λάρισα θα κάνουμε έναν μικρό περίπατο στην αρχή της οδού Κούμα, ξεκινώντας από τη διασταύρωσή της με την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου. Η δημοσιευόμενη φωτογραφία θα μας βοηθήσει μόνον εν μέρει προς τούτο, καθώς οι φυλλωσιές των δένδρων καλύπτουν πολλά από τα κτίρια.
Στη δεξιά γωνία Κούμα και Μ. Αλεξάνδρου καθώς βλέπουμε τον δρόμο στη φωτογραφία, υπήρχε το Φαρμακείο των Δημητρίου Επιτρόπου και Φώτη Παπαζήση. Κάποια στιγμή ο τελευταίος αποχώρησε και ο Επιτρόπου έμεινε μόνος μέχρι το 1935 περίπου, οπότε μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο φαρμακείο λίγο πιο κάτω, στη διασταύρωση των οδών Παπακυριαζή και Μεγ. Αλεξάνδρου. Κατόπιν το κατάστημα αυτό και ένα διπλανό, που ήταν πρατήριο βενζίνης, τα πήρε ο Σπύρος Σιμιτσής και τα διαμόρφωσε σε δύο μεγάλες σάλες όπου λειτούργησε το Εστιατόριο «Ερμής» [1]. Η λειτουργία του ξεκίνησε με υψηλές ποιοτικές προδιαγραφές και συναγωνίσθηκε το θρυλικό για την εποχή του εστιατόριο «Αβέρωφ», που βρισκόταν εκεί κοντά, στην πλατεία. Η κουζίνα του ήταν θαυμάσια γι’ αυτό και συγκέντρωνε τις προτιμήσεις μιας μόνιμης πελατείας που αποτελούνταν από άτομα της αστικής τάξης της πόλης και πολλούς ξένους. Τα καλοκαίρια τοποθετούσε τραπέζια στον δροσόλουστο κήπο που διέθετε, καθώς και στο απέναντι πεζοδρόμιο, έξω από τον περίβολο των παλιών Δικαστηρίων. Ο Μήτσος Σιμιτσής δεν κράτησε για πολύ την επιχείρησή του και την μεταβίβασε στους υπαλλήλους του Μήτσο Χατζηδήμο, Νίκο Μπαράτσιο και Πέτρο Σταματάκο. Μετά από λίγο καιρό και για λόγους άγνωστους, οι δύο πρώτοι από τους συνεταίρους διαφώνησαν με τον Σταματάκο, ο οποίος αποχώρησε και συνεταιρίστηκε με τον Χαράλαμπο Παπαϊωάννου στην επιχείρηση του εστιατορίου «Αβέρωφ». Όμως ο νέος συνεταιρισμός δεν ευοδώθηκε και ο Σταματάκος ξαναγύρισε στον «Ερμή», όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, οπότε τον διαδέχθηκε στο εταιρικό του μερίδιο ο αδελφός του Νικόλαος Σταματάκος [2]. Το 1969 ο «Ερμής» έκλεισε και το κτίριο κατεδαφίσθηκε. Στη θέση του οικοδομήθηκε ισόγειο κτίσμα το οποίο στέγασε το Γαλακτοζαχαροπλαστείο «Σερραϊκόν», το οποίο έμεινε ιστορικό για τα επεισόδια μετά τον αγώνα Πανσερραϊκού - ΑΕΛ για την άνοδο στην Α’ Εθνική κατά τη διάρκεια της επταετίας, επί εποχής υπουργού Αθλητισμού του περιβόητου Ασλανίδη. Δίπλα του κτίσθηκε πολυώροφη οικοδομή η οποία στέγασε για ένα διάστημα την Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική του Κλέωνα Κατσίγρα, μέχρις ότου να οικοδομήσει την ιδιόκτητη κλινική του επί της Παπακυριαζή, δίπλα από το παλιό Ταχυδρομείο. Από την ίδια πλευρά του δρόμου και πιο κάτω, στη γωνία με την οδό Φαρσάλων (Ρούσβελτ) ήταν το νεοκλασικό αρχοντικό των αδελφών Καρανίκα.
Στην αριστερή γωνία Κούμα και Μ. Αλεξάνδρου καθώς βλέπουμε τον δρόμο στη φωτογραφία, βρισκόταν το καφενείο «Παράδεισος». Πριν ακόμη ανεγερθεί ο «Παράδεισος» και στην ίδια ακριβώς θέση υπήρχαν δύο κτίσματα ισόγεια με πρόσοψη προς την πλατεία, στο ένα από τα οποία στεγαζόταν το Συμβολαιογραφείο του Ανδρέα Ροδόπουλου, παππού του προέδρου της Βουλής Τάκη Ροδόπουλου. Η οικογένεια Ροδόπουλου καταγόταν από την Πάτρα και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας στα 1881. Ως γνωστόν την ίδια εποχή εγκαταστάθηκαν στην πόλη μας και άλλες οικογένειες που ήρθαν από την Πελοπόννησο, όπως του Πιπινόπουλου, του Ιατρόπουλου και άλλων. Δίπλα από το Συμβολαιογραφείο του Ανδρέα Ροδόπουλου βρισκόταν το τυπογραφείο και τα γραφεία της εφημερίδας «Σάλπιγξ». Ήταν εβδομαδιαία και εκδότης της ήταν ο Μιχαήλ Τσόγκας. Όταν ο χώρος που βρισκόταν τα προηγούμενα καταστήματα καθώς και μερικά άλλα διπλανά περιήλθαν γύρω στα 1910 στην ιδιοκτησία του φαρμακοποιού Μανεσιώτη, κατεδαφίσθηκαν και στη θέση τους κτίστηκε το καφενείο «Παράδεισος». Προς την πλευρά της οδού Κούμα το καφενείο διέθετε και θεατρική σκηνή. Την ανάγκη δημιουργίας θεατρικής σκηνής διαπίστωσαν οι ενοικιαστές του καφενείου, όταν απέκτησε παρόμοια σκηνή το «Πανελλήνιον» και διαπίστωσαν ότι συγκέντρωνε το θεατρόφιλο κοινό της Λάρισας. Μάλιστα σε διπλανό χώρο του καφενείου ιδρύθηκε και θερινή θεατρική σκηνή, η οποία είχε και αυτή την είσοδό της από την Κούμα. Αναφέραμε και παλαιότερα ότι η Λάρισα στα παλιά χρόνια, και ενώ ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τις 20-25 χιλιάδες κατοίκους, μπορούσε να συντηρεί τρεις θιάσους στη διάρκεια του καλοκαιριού.
Στον χώρο όπου βρισκόταν το θερινό θέατρο «Παράδεισος» κτίστηκε αργότερα ένα διώροφο κτίριο το οποίο στέγασε για πολλά χρόνια τη «Λαρισαϊκή Λέσχη», την εκμετάλλευση της οποίας είχε ο Γιάννης Ξυραδάκης. Ο τελευταίος ήταν ένας ωραίος, ανοιχτοχέρης και γλεντζές άνδρας. Υπήρξε ο πρώτος κουρέας που άνοιξε και κομμωτήριο στη Λάρισα, την εποχή που σταμάτησε να θεωρείται αμάρτημα η έξοδος των γυναικών από τα σπίτια. Πιο μπροστά δεν διανοείτο καμιά γυναίκα να καταφύγει για τον καλλωπισμό της κεφαλής της σε κομμωτή. Κομμώτριες φυσικά και δεν υπήρχαν. Οι μόνες γυναίκες οι οποίες παρακολουθούσαν τη μόδα ήταν εκείνες που ανήκαν στην εύπορη τάξη και συγκροτούσαν την υψηλή κοινωνία της πόλης. Ο Γιάννης Ξυραδάκης ασκούσε στην αρχή την κομμωτική τέχνη με επισκέψεις κατ’ οίκον, όταν τον καλούσαν οι κυρίες και οι δεσποινίδες της καλής κοινωνίας στα σπίτια τους. Αυτές οι επισκέψεις αυξήθηκαν, γι’ αυτό μετά το 1922 αποφάσισε και άνοιξε στην οδό Ερμού το πρώτο κομμωτήριο. Τώρα πλέον τις περίμενε στο κομμωτήριό του. Στην αρχή ήταν κάπως διστακτικές, αλλά σιγά-σιγά αναθάρρησαν και παράλληλα είχαν αρχίσει να χειραφετούνται και οι γυναίκες της μεσοαστικής τάξης, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η δουλειά του ακόμα περισσότερο, να αναγκασθεί να προσλάβει γυναίκες βοηθούς και κατά το 1934 να μεταφέρει το κομμωτήριό του στην οδό Κούμα, σε ένα κτίριο δίπλα από τη Λαρισαϊκή Λέσχη. Το κτίριο το χώρισε στα δύο. Το μισό ήταν κομμωτήριο και το άλλο μισό κουρείο. Όταν το 1938 ο έμπορος Ανδρέας Κουτσίνας έκτισε το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» στη γωνία των οδών Κύπρου και Μεγ. Αλεξάνδρου, μετέφερε και τις δύο επιχειρήσεις του σε ένα κατάστημα του ισογείου του «Ολύμπιον» με πρόσοψη προς την πλατεία, αλλά με διαφορετικές εισόδους.
Το κτίριο της «Λαρισαϊκής Λέσχης», όπως αναφέρθηκε, κτίσθηκε στη θέση του θερινού θεάτρου «Παράδεισος». Στον επάνω όροφο υπήρχε τις βραδινές ώρες χαρτοπαικτική λέσχη, ενώ τις υπόλοιπες ώρες της ημέρες ήταν εντευκτήριο επιφανών Λαρισαίων. Πιο πριν, στο βάθος του θερινού θεάτρου «Παράδεισος», σε ένα μικρό διώροφο κτίριο, λειτουργούσε χαρτοπαικτική λέσχη. Η πελατεία αυτής της λέσχης μεταφέρθηκε κατόπιν στη νέα που υψώθηκε επί της οδού Κούμα. Δεν ήταν όμως η μόνη. Μία ακόμη λειτουργούσε στο βάθος της αυλής του καφενείου «Νέος Κόσμος», η οποία διατηρήθηκε, όπως και η πρώτη, για πολλά χρόνια. Τακτικότατος θαμώνας της χαρτοπαικτικής λέσχης ήταν μεταξύ των άλλων και ο Γιάννης Ξυραδάκης. Ήταν μανιώδης χαρτοπαίκτης και η νοσηρή αυτή αδυναμία δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.
Δεξιά από την είσοδο της «Λαρισαϊκής Λέσχης Λαρίσης» υπήρχε ένα μικρό υπόγειο στο οποίο λειτουργούσε το ζαχαροπλαστείο του Κώστα Μπελούλη. Ο Μπελούλης ήταν ένας γραφικός τύπος της παλιάς Λάρισας. Καταγόταν από ένα χωριό της Λαμίας και αποτελούσε βασικό στέλεχος του Συλλόγου Ρουμελιωτών της Λάρισας. Καθώς ήταν άνθρωπος αγαθός, απονήρευτος και εύπιστος, και ο χώρος του καταστήματος υπόγειος και υποφωτισμένος, το ζαχαροπλαστείο αυτό αποτελούσε συνήθως στέκι παράνομων ζευγαριών.
Αμέσως μετά τη Λέσχη ήταν παλαιότερα ισόγειο κατάστημα, το οποίο κατά το 1925 στέγαζε το Φωτογραφείο του Αθανασόπουλου. Κατόπιν λειτούργησε εκεί το μικρό Ζαχαροπλαστείο του Δεληγιάννη. Όταν αυτό έκλεισε, μεταφέρθηκε εκεί το Κομμωτήριο και το Κουρείο του Γιάννη Ξυραδάκη, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η αίθουσα χωρίστηκε στα δύο και δεξιά εγκαταστάθηκε το κομμωτήριο και αριστερά το κουρείο. Το χώρισμα ήταν ξύλινο και δεν έφθανε μέχρι την οροφή. Γι’ αυτό όταν οι πελάτισσες ή οι πελάτες μιλούσαν κάπως δυνατά, ακούγονταν και στις δύο αίθουσες. Μεταξύ των δύο αιθουσών υπήρχε ένα άνοιγμα προς την έξοδο όπου είχε εγκατεστημένο το ταμείο ο ιδιοκτήτης.
Πιο κάτω, στη γωνία με την οδό Ρούσβελτ, ήταν μια ημιδιώροφη κατοικία, ιδιοκτησίας του Χαράλαμπου Βουζίκα. Σ’ αυτό κατοίκησαν οι οικογένειες του Θωμά Χαρίτου, του Στράτου Βαλάκη και του Πέτρου Βούλγαρη. Μεταπολεμικά επειδή το ξενοδοχείο «Όλυμπος» του Βουζίκα που βρισκόταν απέναντι από την Εθνική Τράπεζα, αχρηστεύθηκε από τους σεισμούς, μετέφερε εδώ για ένα διάστημα το ξενοδοχείο «Όλυμπος». Τη δεκαετία του 1960 οι κληρονόμοι του το κατεδάφισαν και στη θέση του ανήγειραν πολυώροφη οικοδομή, στο ισόγειο της οποίας στεγάζονται διάφορα καταστήματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Εστιατόριο «Ερμής», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 10ης Ιουνίου 2018.
[2]. Ολύμπιος [Περραιβός Κώστας]. Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 4ης Σεπτεμβρίου 1972.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)