Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023

 

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Κτίσματα πάνω στο Αρχαίο Θέατρο

 
Η περιοχή του ανηφορικού τμήματος της οδού Παπαναστασίου  οικοδομημένη, όπως ήταν μεταπολεμικά  πριν από την αποκατάσταση του Αρχαίου Θεάτρου. Η περιοχή του ανηφορικού τμήματος της οδού Παπαναστασίου οικοδομημένη, όπως ήταν μεταπολεμικά πριν από την αποκατάσταση του Αρχαίου Θεάτρου.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπιστώνουν εντόπιοι και ξένοι ότι τελευταία οι εργασίες αποκατάστασης του Αρχαίου Θεάτρου προχωρούν με γοργούς ρυθμούς, σε βαθμό που να πιστεύεται ότι μετά από σύντομο χρονικό διάστημα αυτό το σύμβολο της αρχαίας Λάρισας θα ενταχθεί μεταξύ των χώρων θέασης και ακρόασης της πόλης μας.

Έχουν περάσει μόλις λίγες δεκαετίες από τότε που διασχίζαμε εμείς οι μεγαλύτεροι το ανηφορικό τμήμα της οδού Παπαναστασίου προς τον Λόφο της Ακρόπολης, αυτόν που όλοι ονομάζουμε (κακώς) Φρούριο και η περιοχή αυτή, χάρη στις επιστημονικές μελέτες, τις λεπτές εργασίες συντήρησης και τη φροντίδα της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, έχει αλλάξει μορφή και αποτελεί πλέον το σημαντικότερο αξιοθέατο της πόλης μας.
Στο σημερινό μας σημείωμα θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε τα σημαντικότερα εφήμερα κτίσματα τα οποία αναπτύχθηκαν στη νότια πλευρά του Λόφου της Ακρόπολης, πάνω ακριβώς από τα ερείπια του Αρχαίου Θεάτρου. Τα κτίσματα αυτά άρχισαν να οικοδομούνται από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, δηλαδή μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881 μέχρι το 1970 περίπου, όταν η εκσκαφή για την ανέγερση πολυώροφων κτιρίων έφθανε μέχρι τα εδώλια του Θεάτρου. Το γεγονός αυτό ευαισθητοποίησε μεγάλη μερίδα κατοίκων, τις τοπικές αρχές και τις αντίστοιχες αρχαιολογικές υπηρεσίες και από τότε ξεκίνησε μια υγιής καθολική σταυροφορία για την ανάδειξή του.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας η περιοχή αυτή είχε διάσπαρτα ασήμαντα κτίσματα και το 1897 ο Βρετανός Kinnaird Rose, απεσταλμένος του πρακτορείου Reuter στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο εντυπωσιάζεται από του κοίλον της περιοχής αυτής, την οποία θεωρεί ως αρχαίο αμφιθέατρο, ενώ πριν απ’ αυτόν ο Δανός αρχαιολόγος Johan Louis Ussing κατά το 1846 αποκάλυψε ένα εδώλιο του Αρχαίου Θεάτρου με την επιγραφή «τεχνίτες», το οποίο βρισκόταν στη βάση του τουρκικού ρολογιού της Λάρισας. Μετά την απελευθέρωση του 1881 δημιουργήθηκε η οδός Ακροπόλεως, η οποία ουσιαστικά διαιρούσε το θαμμένο Αρχαίο Θέατρο και έφθανε σε ευθεία γραμμή μέχρι την Πύλη των Φαρσάλων. Κατά μήκος της ανηφορικής διαδρομής αυτού του δρόμου άρχισαν να δημιουργούνται καταστήματα, τα περισσότερα των οποίων ήταν αρχικά λαδάδικα και ανήκαν σχεδόν όλα σε παραγωγούς από το Πήλιο, οι οποίοι είχαν μετακομίσει στη Λάρισα για να εμπορευτούν τις ελιές και το ελαιόλαδο που εν αφθονία παρήγαγε ο τόπος τους. Σταδιακά όμως τα «λαδάδικα» άρχισαν να μετατοπίζονται προς την οδό Παπαφλέσσα, παρ’ όλα αυτά όμως το συγκεκριμένο τμήμα της οδού Ακροπόλεως έμεινε για χρόνια γνωστό με το όνομα «τα Λαδάδικα».
Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, στη γωνία με τη σημερινή οδό Βενιζέλου, υπήρχε προπολεμικά το Φαρμακείο του Ηρακλή Καραθάνου, πατέρα του δημάρχου Δημητρίου Καραθάνου και μεταπολεμικά, μέχρι την έναρξη των εργασιών για την ανάδειξη του Αρχαίου Θεάτρου, δέσποζε στο ίδιο σημείο το ζαχαροπλαστείο του Έξαρχου. Αμέσως μετά στην ίδια πλευρά και για πολλά χρόνια λειτούργησε το πολυσύχναστο καφενείο του Χατζηγιάννη. Σ’ αυτό περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους πολλοί αργόσχολοι Λαρισαίοι, συζητώντας και παίζοντας διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια της εποχής.
Ακολουθούσαν μετά και άλλα καταστήματα, αλλά θα σταματήσουμε στο κτίριο όπου στεγάζονταν μέχρι το 1980 τα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης, πριν μεταφερθούν στη σημερινή τους θέση στη συνοικία της Φιλιππούπολης. Το κτίριο αυτό κτίσθηκε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα από τον Γεώργιο Τσάπανο[1], θεωρούνταν ένα από τα καλύτερα αρχοντικά της πόλης και αρχικά ο ιδιοκτήτης εγκατέστησε σ’ αυτό την οικογένειά του. Ήταν διώροφο με υπόγειο, υπερυψωμένο σε ένα σημείο, λόγω της κατωφέρειας της οδού. Αργότερα στεγάσθηκε σ’ αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα η Νομομηχανική Υπηρεσία. Όταν αυτή μετακόμισε σε άλλο σημείο, το κτίριο το ενοικίασε ο Ηλίας Κύρκος[2] και το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο με την επωνυμία «Αχίλλειον». Το «Αχίλλειον» ήταν ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Λάρισας, το οποίο ο Ηλίας Κύρκος το διατηρούσε σε υψηλό επίπεδο καθαριότητας και περιποίησης. Το 1935, όταν στον μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας τοποθετήθηκε ο Δωρόθεος Κοτταράς, ο μετέπειτα (1956) αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, το οίκημα αγοράσθηκε από τη Μητρόπολη. Σ’ αυτό εγκαταστάθηκαν τα γραφεία της και διέμενε ο εκάστοτε μητροπολίτης. Κατά τον μεγάλο σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 έπαθε σοβαρές ζημιές, σε σημείο ώστε να είναι επικίνδυνη η παραμονή ανθρώπων στον επάνω όροφο. Όσο διαρκούσε ο πόλεμος και η κατοχή δεν έγινε καμιά εργασία επισκευής. Την περίοδο αυτή το αρχείο της Μητροπόλεως φυλάχθηκε στο καταφύγιο το οποίο βρισκόταν απέναντι από το κτίριο της Επισκοπής, κάτω από το ρολόι της πόλης. Μετά την απελευθέρωση και ιδίως μετά τον σεισμό του 1957, ο δεύτερος όροφος γκρεμίστηκε και διατηρήθηκε μόνο το ισόγειο με το υπόγειο. Συγχρόνως οικοδομήθηκε στη νότια πλευρά του παλαιού οικήματος και σε άμεση επαφή και επικοινωνία μαζί του, μια διώροφη σύγχρονη κατασκευή για να στεγάσει τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του ιεράρχη, την αίθουσα υποδοχής και τα γραφεία της Μητροπόλεως. Το 1980, επί μητροπολίτου Σεραφείμ, μεταφέρθηκαν όλες οι υπηρεσίες της στο σημερινό κτίριο, ενώ το παλαιό έπειτα από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες το 1992 κατεδαφίσθηκε, όπως και όλα τα υπόλοιπα, για να αποκαλυφθεί το Αρχαίο Θέατρο.
Αμέσως μετά, στη γωνία των οδών Ακροπόλεως και μητροπολίτου Αρσενίου, υπήρχε ένα διώροφο εντυπωσιακό οίκημα, το οποίο ανήκε στον Ευαγγέλου, έναν από τους πολλούς καπνοβιομηχάνους που διέθετε τα παλιά χρόνια η πόλη μας. Ήταν κτισμένο σε νεοκλασικό ρυθμό και κατά καιρούς στέγασε οικογένειες της υψηλής Λαρισαϊκής κοινωνίας. Από τον Ευαγγέλου το κτίριο περιήλθε μεταπολεμικά στην κατοχή του Δημητρίου Λαγού, συνταγματάρχη εν αποστρατεία, ο οποίος μάλιστα έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές του 1951 με δικό του συνδυασμό. Δεν κατόρθωσε όμως να επικρατήσει του Δημητρίου Καραθάνου, ο οποίος εκλέχθηκε τελικά Δήμαρχος.
Δίπλα από το προηγούμενο, επί της οδού μητροπολίτου Αρσενίου και απέναντι από τα ερείπια της βασιλικής του Αγίου Αχιλλίου του 6ου αιώνα, υπήρχε ένα όμορφο κτίριο κτισμένο στις αρχές του 20ού αιώνα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια ως γραφείο της Μητροπόλεως Λαρίσης και συγχρόνως ως κατοικία του μητροπολίτη Αρσενίου (1914-1934). Ο Αρσένιος Αφεντούλης ήταν τύπος απλός και καλοσυνάτος και προσέγγιζε τους ανθρώπους του λαού με αγάπη. Η θητεία του στη Μητρόπολη Λαρίσης έχει συνδεθεί στενά την περίοδο του εθνικού διχασμού με το ανάθεμα κατά του Βενιζέλου, ενέργεια η οποία του στοίχισε την απομάκρυνση από τη Λάρισα και την εξορία του για τρία χρόνια στη Αμοργό.
Από την αριστερή πλευρά της ανόδου της οδού Ακροπόλεως υπήρχαν πολλά καταστήματα και κατοικίες, τα οποία κατά καιρούς άλλαζαν ενοίκους. Στη γωνία με την Μακεδονίας (Βενιζέλου) υπήρχε το καπνοπωλείο του Ευαγγέλου που ήταν ένα από τα παλαιότερα της Λάρισας. Ακολουθούσε ένας χώρος περιφραγμένος από το 1910, όταν ο αρχαιολόγος Αρβανιτόπουλος είχε εντοπίσει ένα μικρό τμήμα του Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας.
Ακολουθούσε το κατάστημα αποικιακών ειδών του Μιχάλη Μανδραβέλη και εν συνεχεία το κατάστημα δερμάτων του Καϊμάκη. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα της εποχής, καθώς είναι γνωστό ότι στη Λάρισα από τα χρόνια της τουρκοκρατίας ακόμα υπήρχαν πολλά βυρσοδεψεία, εγκατεστημένα στη συνοικία Ταμπάκικα. Ακολούθως δέσποζε μια τριώροφη οικοδομή, ιδιοκτησίας και αυτή του γαιοκτήμονα Γεωργίου Τσάπανου, η οποία στέγασε την ωτορινολαρυγγολογική κλινική του Γεωργίου Τάρη για πολλά χρόνια. Μέχρι το τέλος της ανηφορικής οδού ακολουθούσαν δύο απλές κατοικίες.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Ο γαιοκτήμονας Γεώργιος Τσάπανος καταγόταν από τη Φλώρινα και ήλθε στη Λάρισα περί το 1910. Αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε Γιάννουλη και Φαλάνη, οι οποίες όμως απαλλοτριώθηκαν με τον νόμο περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και του έμεινε μόνον ένα μικρό μέρος, το οποίο αυτοκαλλιεργούσε. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στην ιδέα να εγκαταλειφθεί η ασύμφορη μονοκαλλιέργεια του σίτου και να αντικατασταθεί από άλλες, οι οποίες απέφεραν υψηλότερα εισοδήματα. Ο Γεώργιος Τσάπανος πέθανε στην Αθήνα μεταπολεμικά σε προχωρημένη ηλικία.
[2]. Ο Ηλίας Κύρκος είχε για πολλά χρόνια και την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου «Μέγας Αλέξανδρος», ιδιοκτησίας Ηλία Κολέσκα, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ίωνος Δραγούμη και Βασιλίσσης Φρειδερίκης (σήμερα Σκαρλάτου Σούτσου), απέναντι από το Ισραηλιτικό Σχολείο.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2023

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο τεκές του Κουρά εφέντη αγοράζεται από την Εθνική Τράπεζα


Ο τεκές του Κουρά  εφέντη αγοράζεται  από την Εθνική Τράπεζα

Το 1903 κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα πολύτομο έργο με τον τίτλο: The BURTON HOLMES Lectures και τον υπότιτλο: With Illustrations from Photographs By the Author. Complete in Ten Volumes. Ο τρίτος στη σειρά των δέκα τόμων αναφέρεται στην Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε ο συγγραφέας Burton Holmes μαζί με τη γυναίκα του και ένα άλλο φιλικό τους ζευγάρι, με την ευκαιρία των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896. Κατά την παραμονή τους στη χώρα μας δεν αρκέσθηκαν μόνο να παρακολουθήσουν τις αθλητικές εκδηλώσεις των Αγώνων, αλλά επιδόθηκαν και σε ταξίδια στην ελληνική ενδοχώρα. Το τρίτο κεφάλαιο του τόμου αυτού έχει τον τίτλο The Wonders of Thessaly και σ’ αυτό περιγράφεται το ταξίδι τους στη Θεσσαλία. Αρχίζει από τον Βόλο όπου έφθασαν με πλοίο, συνεχίζεται σιδηροδρομικώς προς τη Λάρισα, παρακάμπτεται προς τα Τέμπη και καταλήγει στα Μετέωρα με άμαξες. Το κείμενο για τη Θεσσαλία περιέχει εκατό περίπου φωτογραφίες, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, γιατί γνωρίζουμε ότι φωτογραφικές απόψεις της Θεσσαλίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπάρχουν σήμερα ελάχιστες.


Η σημερινή φωτογραφία αποτυπώνει την αναχώρησή τους από το ξενοδοχείο «Στέμμα» όπου είχαν καταλύσει, συνοδευόμενοι από δύο έφιππους αστυνομικούς. Αριστερά διακρίνεται η βορειοδυτική γωνία από το «Θέμιδος Μέλαθρον», δηλαδή το Δικαστικό Μέγαρο της Λάρισας, το οποίο στεγαζόταν στο πρώην τουρκικό Διοικητήριο, το οποίο, ως γνωστόν, βρισκόταν στη βορειοδυτική γωνία της σημερινής Κεντρικής πλατείας.
Στη συνέχεια υπάρχει διώροφο παλιό τουρκικό κτίσμα με σαχνισί, και πίσω του ένα τρουλωτό κτίσμα. Ψηλός τοίχος κυκλώνει, όπως φαίνεται, τα δύο κτίσματα. Στη θέση αυτή βρισκόταν επί τουρκοκρατίας ο τεκές του Κουρά Εφέντη [1].Ο τεκές αυτός διατηρήθηκε και μετά την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους το 1881. Όσο όμως οι τελευταίοι αραίωναν, τα τεμένη εγκαταλείπονταν και έμεναν κλειστά. Τελικά ο τεκές αυτός το 1898 αγοράστηκε από την Εθνική Τράπεζα. Το σχετικό συμβόλαιο αναφέρει: «..ενεφανίσθησαν αφ’ ενός ο Χασάν εφέντης Χατζή Μέτου, κάτοικος Λαρίσης, πνευματικός αρχηγός (Μουφτής) Λαρίσσης και Πρόεδρος της ενταύθα Οθωμανικής Κοινοτικής Βακουφικής Επιτροπής, παριστάνων ώδε υπό την ιδιότητά του ταύτην, δυνάμει του Νόμου, την άνω εν Λαρίσση επί των Βακουφίων Επιτροπήν, αφ’ ετέρου ο κ. Γεώργιος Α. Δεσίπρης [2], κάτοικος Λαρίσσης, διευθυντής του ενταύθα υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, εδρευούσης εν Αθήναις και εκπροσωπουμένης υπό του διοικητού αυτής κ. Στεφάνου Στρέϊτ, κατοίκου Αθηνών, ενεργών ώδε ως πληρεξούσιος της Εθνικής ταύτης Τραπέζης, δυνάμει του από εικοστής ογδόης Νοεμβρίου του έτους 1898 και υπ’ αριθμ. 190.033 πληρεξουσίου εγγράφου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδου...». Η Τράπεζα κατεδάφισε όλα τα κτίσματα για να ανεγείρει στη θέση αυτή το νέο της κτίριο. Η εφημερίδα «Μικρά» της Λάρισας σε δημοσίευμά της στις 23 Οκτωβρίου 1905 αναφέρει ότι ο μηχανικός των Αθηνών Μπαλάνος εκπόνησε τη μελέτη του έργου κατασκευής του νέου κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα. Η ίδια εφημερίδα δύο περίπου χρόνια αργότερα (17 Ιουνίου 1907) γράφει ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 1907 και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν».
Στο βάθος της φωτογραφίας διακρίνεται ένα άλλο διώροφο κτίσμα το οποίο ήταν η κατοικία του δικηγόρου Γεωργίου Τέτση. Το όνομά του το συναντά κανείς τακτικά στην τοπική ζωή της Λάρισας άλλοτε ως δημοτικό σύμβουλο, άλλοτε πάλι ως πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Λαρίσης. Γύρω στα 1884 ο Γεώργιος Τέτσης αγόρασε την κατοικία αυτή από αποχωρούντα Τούρκο μπέη, για να στεγάσει την πολυμελή οικογένειά του. Η κατοικία αυτή βρισκόταν απέναντι από το σημερινό κτίριο της Τράπεζας Ελλάδος. Ακριβώς στη θέση αυτή σήμερα υπάρχει το ελεύθερο οικόπεδο που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Αργότερα η κατοικία Τέτση χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει προσωρινά το Α’ Γυμνάσιο Λαρίσης. Από την οικογένειά του γνωστές έμειναν στην ιστορία της πόλης δύο κόρες του, η Αγγελική, η οποία εργάσθηκε ως δασκάλα οικοκυρικών στο Αρσάκειο της Λάρισας και η Ελένη, η γνωστή επαναστάτρια (La Rebelle), η οποία παντρεύτηκε τον γαιοκτήμονα Κωνσταντίνο Καρακίτη.
Ο δρόμος όπου βρίσκονται οι άμαξες είναι η Αλεξάνδρας (σημερινή Κύπρου) και ο κόσμος που παρακολουθεί με περιέργεια την αναχώρηση των ξένων βρίσκεται στο πεζοδρόμιο μπροστά από το ξενοδοχείο «Στέμμα».

—————————————-
[1]. Τεκέδες ήταν κάτι αντίστοιχο με τα χριστιανικά μοναστήρια, τα οποία φιλοξενούσαν τους δερβίσηδες, δηλαδή τους γνωστούς μουσουλμάνους στροβιλιζόμενους ασκητές. Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης, Επαρχία Λαρίσης, Θεσσαλικά Χρονικά, έκτακτος έκδοσις επ’ ευκαιρία της πεντηκονταετηρίδος (1881-1931) από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας. Πανηγυρικός τόμος της Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρείας Θεσσαλών, Αθήναι (1935) σ. 282.
[2]. Ο Γεώργιος Δεσύπρης ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δραστηριοποιήθηκε σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής της Λάρισας (Πρόεδρος του αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, μέλος του Μουσικού Γυμναστικού Συλλόγου, μέλος οργανωτικής επιτροπής Ιππικών Αγώνων, κλπ). Έμεινε στη Λάρισα μέχρι τον θάνατό του το 1912. Μία από τις κόρες του, η Μαρία Δεσύπρη (1892-1976) τελείωσε το 1909 το Αρσάκειο της Λάρισας και το 1923 παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Σβώλο, καθηγητή πανεπιστημίου και πολιτικό. Η ίδια εξελέγη μεταπολεμικά δύο φορές βουλευτής με την ΕΔΑ, το 1958 και το 1961. Από τον καιρό που ήταν ακόμη νέα και ζούσε στη Λάρισα, πρωτοστατούσε στο τοπικό φεμινιστικό κίνημα μαζί με άλλες πρωτοπόρες γυναίκες της πόλης.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Σάββατο 5 Αυγούστου 2023

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Το παλιό καπνεργοστάσιο


Μέλη του προσωπικού του καπνεργοστασίου της Λάρισας.  Στο μέσον o καπνέμπορος Αθανάσιος Καραλόπουλος.Μέλη του προσωπικού του καπνεργοστασίου της Λάρισας. Στο μέσον o καπνέμπορος Αθανάσιος Καραλόπουλος.

Λίγοι γνωρίζουν σήμερα ότι από το 1916 η Λάρισα διέθετε καπνεργοστάσιο, στο οποίο διάφορες τοπικές καπνοβιομηχανίες – και ήταν πολλές – παρασκεύαζαν τσιγάρα και μάλιστα ορισμένες απ’ αυτές εξαιρετικής ποιότητας. Το καπνεργοστάσιο αυτό βρισκόταν επί της οδού Φιλελλήνων, στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το μεγάλο κτίριο του ΟΤΕ.
Επί τουρκοκρατίας στο σημείο αυτό είχε κτισθεί από κάποιον Οθωμανό κάτοικο της Λάρισας μια ξυλόπηκτη [1] κατοικία. Μετά την απελευθέρωση της πόλης το 1881 παρέμεινε ακατοίκητη με αποτέλεσμα σταδιακά να ερειπωθεί και να γίνει φωλιά πουλιών και ιδιαίτερα ποντικών, τα οποία λυμαίνονταν τα γειτονικά καταστήματα. Όταν το ελληνικό δημόσιο θέλησε να περιστείλει το λαθρεμπόριο του καπνού [2], χρειάσθηκε να κτίσει καπνεργοστάσιο στη Λάρισα. Για τον σκοπό αυτό, αγόρασε το 1916 το εν λόγω κτίσμα από τον Τούρκο ιδιοκτήτη, το κατεδάφισε και στη θέση του κατασκεύασε ένα επίμηκες ισόγειο κτίριο, μέσα στο οποίο εγκατέστησε «χαβάνια», δηλαδή κάτι πρωτόγονες μηχανές που έκοβαν σε πολύ ψιλά κομματάκια τα φύλλα καπνού. Οι καπνοβιομήχανοι προμήθευαν το εργοστάσιο με ποσότητες καπνού, τις έκαναν χαρμάνι με άλλες ποικιλίες και κατόπιν ειδικοί τεχνίτες χειρίζονταν τα χαβάνια και φρόντιζαν να κόβουν όσο το δυνατόν ψιλότερο τον καπνό. Τον κομμένο καπνό τον παραλάμβαναν εργάτες ή εργάτριες, τον χώριζαν σε μικρές τούφες των 25 γραμμαρίων και τον τοποθετούσαν σε ειδικά πακέτα, τα οποία στις δύο εξωτερικές πλευρές ήταν τυπωμένος ο λογότυπος της καπνοβιομηχανίας. Μέσα σε κάθε πακέτο τοποθετούσαν και μια ανάλογη ποσότητα τσιγαρόχαρτου, που είχε υδατογραφημένες τις λέξεις:  «Φόρος Καπνού». Το άνοιγμα του πακέτου έκλεινε με πράσινη ταινία ασφαλείας που ανέγραφε την ποσότητα του περιεχομένου και την αξία του φόρου. Τις ταινίες προμηθεύονταν οι καπνοβιομήχανοι από το Δημόσιο Ταμείο, προπληρώνοντας τον φόρο για την ποσότητα καπνού που θα επεξεργαζόταν στο Δημόσιο Καπνεργοστάσιο. Όταν τα πακέτα ήταν έτοιμα για εξαγωγή, ειδικός υπάλληλος του Δημοσίου τα σφράγιζε και τότε μόνον επιτρεπόταν να μεταφερθούν στα καπνοπωλεία προς κατανάλωση. Παρ’ όλο ότι η αξία του νομίμως κυκλοφορούντος καπνού ήταν πάμφθηνη, εν τούτοις λίγοι στις πόλεις και όλοι σχεδόν στην ύπαιθρο προτιμούσαν τα λαθραία, τα οποία τα εύρισκαν, όπως έλεγαν, γλυκόπιοτα. Και φυσικά η ζημιά που είχε το Δημόσιο ήταν μεγάλη.
Το κράτος για να αντιμετωπίσει τη λαθρεμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου θέσπισε   νόμο με τον οποίο καθιερώνονταν αυστηρότατες ποινές και στους λαθρέμπορους και στους λαθροκαπνιστές. Οι διώξεις αυτές όμως δεν στάθηκαν ικανές να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο καπνού και μόνον η μηχανοποίηση των τσιγάρων, η βελτίωση της ποιότητας και η σχετικώς προσιτή τιμή το κατάφεραν. Καθώς με τον χρόνο οι καπνιστές αυξάνονταν και πλήθαιναν, η διαδικασία κατασκευής πέρασε από το στριφτό τσιγάρο στο χειροποίητο και στη συνέχεια ήλθαν τα μηχανοποίητα. Αυτή ήταν μια μεγάλη πρόοδος που άρχισε να σημειώνεται στη χώρα μας από το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Οι πρώτες τσιγαροποιητικές, ας τις ονομάσουμε, μηχανές έκαναν την παρουσία τους στην Αθήνα κατά το 1917 και στη Λάρισα έφθασαν αργότερα. Πρώτη τις έφερε η καπνοβιομηχανία των αδελφών Δράκου και τα τσιγάρα που πρόσφερε στην κατανάλωση έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από τους καπνιστές. Θεωρούνταν πιο εύγεστα γιατί παρασκευάζονταν από χαρμάνια καπνού της Θεσσαλίας και του Αγρινίου. Το παράδειγμα των αδελφών Δράκου ακολούθησαν και οι άλλοι κατασκευαστές και πωλητές τσιγάρων. Αμέσως έφερε μηχανή κατασκευής τσιγάρων ο Σαρμουσάκης και στη συνέχεια αρκετοί άλλοι όπως οι Βαγγέλης Ζαφειρόπουλος, Τσέλιος, Μαργαρίτης, Μπαλταδώρος, Αστερίου-Μπάρκας - Καμώνας, Βλαχάκης, Μπουρνόβας, Καραλόπουλος. Παρ’ ότι οι τοπικές καπνοβιομηχανίες  κυκλοφορούσαν τα προϊόντα τους στα στενά όρια του νομού, αφού παρόμοιες καπνοβιομηχανίες είχαν αναπτυχθεί και στον Βόλο και στην Ελασσόνα, εν τούτοις τα κέρδη τους ήταν σημαντικά, γιατί οι καπνιστές της περιοχής προτιμούσαν τα τσιγάρα του καπνεργοστασίου της Λάρισας.
Όλες αυτές οι καπνοβιομηχανίες κατάφεραν να επιζήσουν μέχρι το 1935. Επειδή στο διάστημα αυτό είχε αναπτυχθεί μεγάλος ανταγωνισμός με τις ραγδαίως εξελισσόμενες καπνοβιομηχανίες της Αθήνας και του Πειραιά, οι αγορές των επαρχιών  έχαναν σιγά-σιγά τις πωλήσεις τους όχι τόσο λόγω ποιοτικής υπεροχής, αλλά εμφανίσεως. Η μεγάλη κυκλοφορία που είχαν αρχίσει να έχουν πανελλήνια τις επέτρεπε να βελτιώνουν αισθητικά  τα κουτιά και το μεγαλύτερο μέρος των καπνιστών άρχισε να στρέφει τις προτιμήσεις του στις συσκευασίες που είχαν πολυτελή εμφάνιση. Φυσικό ήταν οι επαρχιακές να μη μπορέσουν να τις ακολουθήσουν. Τότε παρουσίασαν μεγάλη ανάπτυξη οι καπνοβιομηχανίες Καραβασίλη, Γιαννουκάκη-Πρωτοπαππά, Φίλη, Μπάρρα, Αρδίκη. Πολύ σύντομα όμως εκτοπίσθηκαν και αυτές από τις ήδη υπάρχουσες Παπαστράτου και Κεράνη. Για να δελεάζουν τους καπνιστές, οι βιομηχανίες των μεγάλων πόλεων κυκλοφορούσαν επιπλέον τσιγάρα με χρυσά επιστόμια, με φελλούς, καθώς και λεπτά για τις γυναίκες που τότε είχαν αρχίσει να καπνίζουν. Τα τελευταία αυτά τα ονόμαζαν «Ντάμες». Η βελτίωση αυτή έφερε τις επαρχιακές καπνοβιομηχανίες σε κατάσταση απόγνωσης. Η μία μετά την άλλη άρχισαν διαδοχικά να αναστέλλουν τις εργασίες τους.
Στα 1932 η κυβέρνηση Βενιζέλου, έπειτα από αίτημα των επαρχιακών καπνοβιομηχάνων, με ειδικό νόμο αύξησε τη φορολογία του καπνού. Με τα έσοδα από την αύξηση αυτή εξαγόραζε τις παραπαίουσες καπνοβιομηχανίες, αποζημίωνε το προσωπικό τους και τελικά οδηγήθηκαν στη διακοπή της παραγωγής. Από τη Λάρισα η μόνη η οποία επέζησε ήταν η καπνοβιομηχανία Δράκου, η οποία τελικά εξαγοράσθηκε το 1935. Κατά το 1939-40 ο Αθανάσιος Καραλόπουλος, με την οικονομική συμμετοχή και της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών Λαρίσης, αναβίωσε τη δική του βιομηχανία και την έθεσε σε λειτουργία. Παρ’ όλο ότι παρήγαγε καλής ποιότητος τσιγάρα δεν κατόρθωσε να κατακτήσει τόση πελατεία όση χρειαζόταν για να επιβιώσει και ξανάκλεισε τον ίδιο χρόνο. Ασχολήθηκε κατόπιν με το καπνεμπόριο, χρησιμοποιώντας έναν ιδιωτικό χώρο επί της οδού Σκαρλάτου Σούτσου ως αποθήκη. Οι Γερμανοί όμως το 1941 κατάσχεσαν ολόκληρο το περιεχόμενο της. Το 1945 ανανέωσε την άδεια παρασκευής τσιγάρων με την επωνυμία «Σιγαρέττα Όλυμπος» [3], αλλά τελικά το εργοστάσιο έκλεισε το 1955.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι από τον καιρό που ήλθαν οι πρώτες μηχανές αυτόματης παρασκευής τσιγάρων, μέχρι τον καιρό που άρχισε η εξαγορά των καπνοβιομηχανιών της Λάρισας, διευθυντής του καπνεργοστασίου ήταν ο Δ. Ροϊλός και από το 1926 είχε για βοηθό του τον Γεώργιο Ρολανάκη. Ο Ροϊλός ήταν αδελφός του μεγάλου ζωγράφου Γεωργίου Ροϊλού. Ο τελευταίος το 1929 έκανε στο καλλιτεχνικό εργαστήριο του φωτογραφείου Γεράσιμου Δαφνόπουλου έκθεση στη Λάρισα, η οποία αποτέλεσε μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός για την εποχή εκείνη[4].
Για την ιστορία αναφέρουμε ότι σε μια γωνία της αυλής του χώρου του καπνεργοστασίου, που μέχρι το 1933 εξακολουθούσε να λειτουργεί γιατί υπήρχαν ακόμη Λαρισινές καπνοβιομηχανίες που έβγαζαν τσιγάρα, κτίστηκε ισόγειο οίκημα στο οποίο στεγάσθηκε το «Κέντρο Αυτομάτων Τηλεφώνων», η πρόδρομη μορφή του ΟΤΕ. Τριακόσιες συσκευές τοποθετήθηκαν τον Αύγουστο του 1934. Απ’ αυτές οι 200 κάλυψαν ιδιώτες συνδρομητές και 100 δημόσιες υπηρεσίες. Μέχρι τότε ιδιωτικά τηλέφωνα δεν υπήρχαν στη Λάρισα και από τις δημόσιες υπηρεσίες εξαίρεση αποτελούσαν η Νομαρχία και οι μεγάλες και μικρές στρατιωτικές μονάδες που είχαν δικό τους δίκτυο. Μεταπολεμικά, μετά τον διαχωρισμό των ΤΤΤ (Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο-Τηλεφωνείο) κτίσθηκε σε όλη την έκταση που καταλάμβανε το παλιό καπνεργοστάσιο, το σημερινό μεγάλο κτίριο του ΟΤΕ.


[1]. Τα ξυλόπηκτα ήταν κατοικίες με μια παρωχημένη δομική κατασκευή (τσατμάδες), στην οποία αρχικά κατασκευαζόταν ξύλινος σκελετός, στα διάκενα των οποίων τοποθετούσαν κλαδιά, καλάμια, λιθαράκια και άλλα υλικά, τα οποία επικαλύπτονταν με επίχρισμα.   
[2]. Την περίοδο εκείνη το 90% περίπου των καταναλωτών έκαναν λαθραία χρήση καπνού, σε τιμή κατά πολύ μικρότερη από εκείνη που πωλούνταν ο φορολογημένος καπνός. Το ίδιο συνέβαινε και στη λαθρεμπορία του τσιγαρόχαρτου.
[3]. Νούσια Αγλαΐα. Ένα πακέτο σιγαρέττων διηγείται, εφ. «Ελευθερία» φύλλο της 2ας Νοεμβρίου 1998.
[4]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός). Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 3ης Ιουνίου 1974.

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

 https://elhalflashbacks.blogspot.com/2016/07/blog-post_30.html?fbclid=IwAR1R49dnQ4t4F7lumfrLOhGnnjFAJb10JNhycx9Z69QTx-oqn7dMzCyYwlU

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η οδός Αλεξάνδρας (Κύπρου) το 1897


Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος και ο αδελφός του πρίγκιπας Νικόλαος διασχίζουν  τη σημερινή οδό Κύπρου κατά το 1897. Χαρακτικό από την εφ.  The Illustrated London News, φύλλο της 1ης Μαΐου 1897.Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος και ο αδελφός του πρίγκιπας Νικόλαος διασχίζουν τη σημερινή οδό Κύπρου κατά το 1897. Χαρακτικό από την εφ. The Illustrated London News, φύλλο της 1ης Μαΐου 1897.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στην έκθεση η οποία είναι ανεπτυγμένη στην αίθουσα «Ειρήνης Κατσίγρα» της Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας με τίτλο «Larissa mea dulcissima» («Γλυκυτάτη μου Λάρισα») και η οποία κλείνει τις πύλες της τέλος Αυγούστου, εξέχουσα θέση κατέχει και το χαρακτικό το οποίο παρουσιάζουμε στο σημερινό μας κείμενο.

Δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία αγγλική εφημερίδα «The Illustrated London News», στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1897, απλωμένο σε δύο μεγάλες σελίδες 602-603 (σαλόνι), με τον τίτλο «Ο Διάδοχος της Ελλάδος και ο αδελφός του πρίγκιπας Νικόλαος διασχίζουν τους δρόμους της Λαρίσης». Χαράκτης της εικόνας είναι ο απεσταλμένος της εφημερίδας του Λονδίνου στο μέτωπο του πολέμου Seppings Wright, ειδικός καλλιτέχνης, όπως αυτοαποκαλείται.
Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, εφημερίδες και περιοδικά της Ευρώπης και της Αμερικής κατακλύστηκαν από ανταποκρίσεις για την πορεία της πολεμικής σύρραξης. Οι ανταποκρίσεις αυτές συνοδεύονταν από χαρακτικά και φωτογραφίες, τα οποία κατέγραφαν στιγμιότυπα από τις πολεμικές επιχειρήσεις και μερικές φορές απεικόνιζαν σκηνές από τη ζωή στη Λάρισα, η οποία την περίοδο εκείνη έσφυζε από κίνηση, λόγω της συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού στρατευμάτων, αλλά και της παρουσίας εδώ του πολεμικού στρατηγείου, υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Στη συνέχεια θα αναφερθούν ορισμένες εντυπώσεις τους για τη Λάρισα.
Ο Γάλλος Henri Turot που ήταν απεσταλμένος της εβδομαδιαίας παρισινής εφημερίδας Le Monde Illustre αναφέρει: «...Η μικρή πολιτεία της Λάρισας είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Έχει κρατήσει την τουρκική όψη της και λαμποκοπά στον ήλιο, υψώνοντας προς τον φωτεινό ουρανό τις μυτερές κορυφές των μιναρέδων της. Αποθαυμάζω τις όχθες του Πηνειού, όπου είναι κτισμένα χαριτωμένα σπίτια με όμορφους κήπους, όπως και τη γραφικότατη γέφυρα, με το κομψό τζαμί στη μια άκρη της».
Ο Άγγλος Clive Bigham, ανταποκριτής των Times του Λονδίνου στο τουρκικό μέτωπο του πολέμου, γράφει: «...Τα ίχνη της κλασικής περιόδου της πόλεως έχουν σχεδόν καταστραφεί ολοκληρωτικά και η πυκνή και δεσπόζουσα παρουσία των μιναρέδων επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι ο ισλαμισμός παραμένει ακόμα για τα καλά στη Θεσσαλία. Το πράσινο τέμενος [1] κοντά στη δυτική πύλη υπερέχει σε αρχιτεκτονική ομορφιά από οτιδήποτε άλλο στην πόλη και αυτό οφείλεται στα ενδιαφέροντα μουσουλμανικά στοιχεία που εμφανίζει».
Ο Άγγλος Kinnaird Rose, απεσταλμένος του Πρακτορείου Reuter, έχει διαφορετική άποψη για τη Λάρισα: «...Εκ πρώτης όψεως η πόλη έχει ανατολίτικη εμφάνιση… Το πλέον χαρακτηριστικό, όμως, στοιχείο της Λάρισας είναι η ακρόπολή της, πάνω στην οποία βρισκόταν ένα αμφιθέατρο, όταν η πόλη ήταν πρωτεύουσα της αρχαίας Θεσσαλίας. Μερικά ίχνη του αμφιθεάτρου είναι εμφανή ακόμη και σήμερα [2]... Ένα τραχύ μονοπάτι στη νοτιοδυτική πλευρά της ακροπόλεως, οδηγεί κατ’ ευθείαν κάτω στις όχθες του Πηνειού, ο οποίος εδώ περνά κάτω από μια παλιά όμορφη γέφυρα με εννέα οξυκόρυφες αψίδες».
Το σημερινό χαρακτικό παρουσιάζει την πορεία της άμαξας, η οποία φέρει τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον αδερφό του πρίγκιπα Νικόλαο μαζί με τους υπασπιστές τους, καθώς διασχίζει τους δρόμους της Λάρισας. Πρόκειται για μια μεγαλοπρεπή πομπή στην οποία συμμετέχει πλήθος κόσμου. Γυναίκες με τα καλά τους ρούχα, μεγάλοι άνδρες με φέσια, νεαρές κοπέλες με μακριές πλεξούδες, στρατιωτικοί κάθε βαθμού και ένας ιερέας δεξιά, στριμώχνονται πίσω από την πυκνά παρατεταγμένη στρατιωτική φρουρά, για να αντικρίσουν από κοντά το θέαμα. Η πομπή βρίσκεται στη στροφή προς έναν κεντρικό δρόμο. Προηγείται άγημα έφιππων στρατιωτικών και ακολουθεί η πριγκιπική άμαξα. Ο καλλιτέχνης δεν απέδωσε με λεπτομέρειες την πραγματικότητα, γι’ αυτό και ο δρόμος τον οποίο διασχίζει η πομπή δεν μπορεί εύκολα να ταυτοποιηθεί. Όμως, με μια προσεκτική ματιά μπορεί να βρεθούν ορισμένα καθοδηγητικά σημεία, όπως ένα ψηλό και εντυπωσιακό σε αρχιτεκτονική κτίριο αριστερά, με εξώστη και αναρτημένες πολλές ελληνικές σημαίες, στο βάθος ο θόλος κάποιου τεμένους με τον μιναρέ του, βαθιά στον ορίζοντα η κωνική απόληξη ενός βουνού και δεξιά ο ελεύθερος χώρος μιας πλατείας με δένδρα, μέσα στην οποία υψώνεται κάποιο μεγάλο κτίριο.
Πιστεύεται ότι η πομπή κινείται στον δρόμο της σημερινής οδού Κύπρου, στη συμβολή της με την Παπαναστασίου. Αριστερά είναι το ξενοδοχείο «Το Στέμμα», εν συνεχεία οι φυλακές και πιο πίσω το τζαμί του Ομέρ μπέη με τον τρούλο και τον μιναρέ. Στο βάθος διακρίνεται η κωνική κορυφή της Όσσας. Δεξιά είναι η Κεντρική πλατεία με το Μέγαρο των Δικαστηρίων. Η καταγραφή όλων αυτών δεν συμβαδίζει, βέβαια, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την πραγματική τους μορφή, όμως, η χωροταξική τοποθέτηση είναι ακριβής. Πιστεύεται, επομένως, ότι ο καλλιτέχνης κατέγραψε επί τόπου με το μολύβι τα κύρια σημεία του γεγονότος και εκ των υστέρων με οδηγό τη μνήμη του, η οποία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αλάνθαστη, συμπλήρωσε το υπόλοιπο σκηνικό. Παρ’ όλα αυτά, όμως, δεν παύει να είναι μια σημαντική απεικόνιση κεντρικού σημείου της Λάρισας λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωσή της.


[1]. Εννοεί το Τζαμί του Χασάν Μπέη. Φαίνεται ότι εντυπωσίαζε το πράσινο χρώμα των κιόνων από τα ορυχεία της Χασάμπαλης, τα οποία το κοσμούσαν, σε αντιπαράθεση με το μπλε τζαμί της Κωνσταντινούπολης, όπου επικρατούσε το γαλάζιο χρώμα.
[2]. Ο δημοσιογράφος προφανώς εξέλαβε τα υπολείμματα του κοίλου του αρχαίου θεάτρου ως αμφιθέατρο.

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2023

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ: Ενα... ιδιαίτερο διαζευκτήριο γράμμα του 1877

 
Το κτίριο της Επισκοπής Πλαταμώνος στα Αμπελάκια,  όπως ήταν κατά τη θητεία του επισκόπου Αμβροσίου Κασσάρα.  Σχέδιο του 1958 της Άννας Διαμαντοπούλου.Το κτίριο της Επισκοπής Πλαταμώνος στα Αμπελάκια, όπως ήταν κατά τη θητεία του επισκόπου Αμβροσίου Κασσάρα. Σχέδιο του 1958 της Άννας Διαμαντοπούλου.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Η απαρχή της Επισκοπής Πλαταμώνος ανάγεται αδρά στη μεσαιωνική περίοδο. Έκτοτε επέζησε επί αιώνες με διάφορες ονομασίες (Επισκοπή Λυκοστομίου, Θεσσαλικών Τεμπών, Πλαταμώνος και Λυκοστομίου) και τερμάτισε τον βίο της το 1900, χρονολογία κατά την οποία ενσωματώθηκε με τη Μητρόπολη Λαρίσης, οπότε και μετονομάσθηκε σε Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος. Εδώ και μερικές δεκαετίες ο όρος Πλαταμώνος περιήλθε στη Μητρόπολη Κίτρους, η οποία μετονομάσθηκε σε Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος, ενώ η δική μας Μητρόπολη έγινε Λαρίσης και Τυρνάβου.
Από τον θρόνο της Επισκοπής Πλαταμώνος πέρασαν όλους αυτούς τους αιώνες πολλοί και φωτισμένοι ιεράρχες. Ο Αμβρόσιος Κασσάρας (1877-1900) έμελλε να είναι ο τελευταίος επίσκοπός της. Τοποθετήθηκε στην Επισκοπή το 1877 στη θέση του «μεταστάντος εις τας αιωνίους μονάς» προκατόχου του Ιακώβου. Το 1881 με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο, η Επισκοπική Περιφέρεια Πλαταμώνος εδαφικά διχοτομήθηκε. Το βόρειο τμήμα της (Πλαταμώνας, Λεπτοκαρυά, Καρυά, Λιτόχωρο και άλλοι μικρότεροι οικισμοί) παρέμεινε υπό Οθωμανική κατοχή και είχε προσκολληθεί στην Επισκοπή Κίτρους, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του προσαρτήθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε ως Επισκοπή Πλαταμώνος, με επίσκοπο τον Αμβρόσιο, ο οποίος παρέμεινε στην Επισκοπή μέχρι το 1900. Τη χρονολογία αυτή με συνοδική απόφαση η Επισκοπή Πλαταμώνος καταργήθηκε, συνενώθηκε με τη Μητρόπολη Λαρίσης και ο επίσκοπός της Αμβρόσιος κατέλαβε τον μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας, ο οποίος από το 1896, με τον θάνατο του μητροπολίτου Νεοφύτου Πετρίδη, παρέμενε κενός. Η συνολική διαποίμανση του Αμβροσίου στην Επισκοπή Πλαταμώνος διήρκησε 23 έτη. Από αυτά, τα τέσσερα πρώτα (1887-1881) όλη η γεωγραφική έκταση της Επισκοπής ήταν υπό τουρκική κατοχή και υπαγόταν στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, ενώ τα υπόλοιπα δεκαεννέα έτη (1881-1900) η έκτασή της είχε περιορισθεί στο νότιο τμήμα της Επισκοπής και είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα.
Ο Αμβρόσιος Κασσάρας έφθασε στη Ραψάνη, η οποία σημειωτέον την περίοδο εκείνη ήταν η έδρα της Επισκοπής, στις 22 Μαρτίου 1877. Καθώς ήταν εξαιρετικά μορφωμένος, δυναμικός και διοικητικά έμπειρος από την προηγούμενη θητεία του ως Πρωτοσύγκελος στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, από τα πρώτα μελήματά του ήταν η δημιουργία αρχείου, στο οποίο να αναγράφονται όλες οι δραστηριότητες της Επισκοπής και το οποίο ονόμασε «Κώδικα της Επισκοπής Πλαταμώνος». Σ’ αυτόν κατέγραφε εκκλησιαστικά έγγραφα, διαθήκες, διαζύγια, πρακτικά συνεδριάσεων του επισκοπικού δικαστηρίου, δικαστικές αποφάσεις, γάμους, την αλληλογραφία με τις εκκλησιαστικές, τις δημόσιες και τις δημοτικές αρχές και κάθε άλλη δραστηριότητα που αφορούσε την επικοινωνία με τον ιερό κλήρο της Επισκοπής του. Στο μεγαλύτερο μέρος ο Κώδικας είναι γραμμένος από τον ίδιο, με τη χαρακτηριστική γραφή του, καθώς οι συνεργάτες του κληρικοί και λαϊκοί ήταν ως επί το πλείστον ολιγογράμματοι και μόνον όταν ο ίδιος απουσίαζε τον αντικαθιστούσαν στην ενημέρωση του αρχείου. Πρέπει στο σημείο αυτό να θυμίσουμε ότι οι αρμοδιότητες των αρχιερέων κατά την Τουρκοκρατία, πέραν των εκκλησιαστικών καθηκόντων, επεκτείνονταν και σε άλλα θέματα, όπως δικαστικά πλημμελήματα, θέματα τοπικής διοίκησης, εφαρμογή οικογενειακού δικαίου, κ.λπ., τα οποία αφορούσαν αποκλειστικά τις σχέσεις μεταξύ των υπόδουλων χριστιανών.
Ο Κώδικας αυτός της Επισκοπής Πλαταμώνος έχει διασωθεί και σήμερα ανήκει στα αποκτήματα του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας. Πρόκειται για ένα βιβλίο μεγάλων διαστάσεων και είναι από τα λίγα κειμήλια της «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Πλαταμώνος», τα οποία έχουν διασωθεί.
Στις πρώτες σελίδες του Κώδικα και με ημερομηνία Νοέμβριος 1877, δηλαδή λίγους μήνες μετά την άφιξη του Αμβροσίου στη Ραψάνη, την έδρα της Επισκοπής, παρατίθεται το κείμενο διαζευκτηρίου γράμματος, το οποίον αφορά την υπόθεση ενός διαζυγίου σε κάποιο παντρεμένο ζευγάρι από την Καρυά, χωριό το οποίο υπαγόταν την περίοδο εκείνη στη δικαιοδοσία της Επισκοπής Πλαταμώνος. Το κείμενο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Αμβρόσιο και σε ελεύθερη καταγραφή, αναφέρεται στο εξής γεγονός.
Παρουσία των δημογερόντων της Καρυάς, παρουσιάσθηκε στον επίσκοπο Αμβρόσιο με δάκρυα στα μάτια η Μαρία Δ., κάτοικος Καρυάς, παραπονούμενη ότι ο σύζυγός της Ελευθέριος Κ. δεν ήταν ικανός να συνευρεθεί μαζί της «και τα τοις ανδράσι συνήθη ποιήσαι», αν και είχαν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από τότε που τον παντρεύτηκε. Επειδή, λοιπόν, δεν μπορούσε να υπομένει άλλο αυτήν την κατάσταση, ζητούσε διαζύγιο. Ο Αμβρόσιος την άκουσε προσεκτικά, αλλά για λόγους δικαίου προσκάλεσε και τον σύζυγό της, από τον οποίο ζήτησε να του επιβεβαιώσει εάν αληθεύουν αυτά που η γυναίκα του του καταμαρτυρούσε. Όμως, η απάντησή του δεν υπήρξε σαφής και δεν ικανοποίησε τον ιεράρχη. Για τον λόγο αυτόν ζήτησε να γίνει ιατρική γνωμάτευση. Επειδή, όμως, στη Ραψάνη δεν υπήρχε επιστήμονας ιατρός διαθέσιμος, δύο πρακτικές μαίες εξέτασαν τη γυναίκα και τη βρήκαν μετά από τρία χρόνια γάμου παρθένο. Έπειτα από την εξέλιξη αυτή ο σύζυγος αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων να παραδεχθεί την ανικανότητά του. Ο επίσκοπος, κρίνοντας ότι η γυναίκα έχει όλο το δίκαιο με το μέρος της, έδωσε τη συγκατάθεσή του για την έκδοση του διαζυγίου, ώστε στο μέλλον, εάν αυτή το επιθυμεί, να προχωρήσει ελεύθερα σε άλλον γάμο.
Επειδή το διαζευκτήριο γράμμα παρουσιάζει σπουδαίο ενδιαφέρον για την πρωτοτυπία, την προσεκτική διατύπωση, την ορολογία και τη φιλολογική αρτιότητά του σε άκρως καθαρεύουσα γραφή, το επισυνάπτουμε όπως είναι καταγραμμένος στον Κώδικα, διατηρώντας αυτούσια τη γλαφυρή σύνταξή του. Ας το απολαύσουν όσοι αγαπούν την ελληνική γλώσσα, παρά τις ατέλειες της μονοτονικής γραφής:
«Προκαθημένης της ημών ταπεινότητος και παρουσιαζόντων των εντιμοτάτων Δημογερόντων του καθ’ ημάς χωρίου Καρυάς, παρέστη ενώπιον ημών η εκ του ιδίου χωρίου Μαρία Δ. προσκλαιομένη και λέγουσα ημίν ότι ο σύζυγος αυτής Ελευθέριος Κ. ουκ έστιν ικανός μετ’ αυτής συνερευθήναι και τα τοις ανδράσι συνήθη ποιήσαι, και ταύτα ενώ το τρίτον έτος της υπανδρείας αυτής διατρέχει, ως εκ του οποίου αδυνατούσα επί πλέον να υπομένη, εζητείτο μετά δακρύων την απ’ αυτού τελείαν και κανονικήν διάζευξιν. Η ταπεινότης ημών μη δούσα αμέσως πίστιν εις τα της γυναικός λεγόμενα, μετεκαλέσατο μεν παρ’ εαυτή τον ταύτης σύζυγον Ελευθέριον Κ., όν και πνευματικώ τω τρόπω ηρώτησεν είγε έχεται αληθείας το παρά της γυναικός αυτού λεγόμενον, αλλ’ ούτος υπ’ αιδούς φαίνεται ευλαβηθείς, δεν ηθέλησεν εν αρχή να μαρτυρήση ημίν καθαράν την αλήθειαν. Εγένετο όθεν ανάγκη, εν ελλείψει επιστήμονος Ιατρού όστις να εξετάση τον ως ανίκανον προς εκπλήρωσιν του φυσικού του καθήκοντος κατηγορούμενον άνδρα, να προσκληθώσι δύο μαίαι, εις άς να υποβληθή προς εξέτασιν η ειρημένη Μαρία Δ., είγε κατά το λέγειν αυτής διατελεί εισέτι παρθένος από του γάμου αυτής. Επειδή δε τούτου γενομένου αι μαίαι απεφήναντο περί της παρθενίας της γυναικός, ο δε ταύτης σύζυγος μη έχων ήδη τι απολογηθήναι, κατέθηκεν ότι πράγματι δεν ηθέλησεν καθ’ όλον το διάστημα τούτο να συνευρεθή μετά της ιδίας γαμετής, εξ’ ού διαρρήδην κατεδείχθη ότι ομολογουμένως αδυνατοί να εκπληρώση το συζυγικόν αυτού καθήκον. Επειδή της νέας επιμενούσης εις την από του ανδρός αυτής διάζευξιν, η ταπεινότης ημών κατείδε το κανονικόν της αιτήσεως της γυναικός, έγνω τελευταίον διαζεύξαι αυτοίς απ’ αλλήλων διαζεύξει τελεία. Όθεν τουντεύθεν οι ειρημένοι Μαρία Δ. και Ελευθέριος Κ. εισί διαζευγμένοι απ’ αλλήλων και όλως ξένοι και απαλλοτριωμένοι, ελεύθεροί τε παντός προς αλλήλους γαμικού δεσμού, δυναμένης της γυναιξί μόνης, ει βούλοιτο, ετέρους συνάψαι γάμους. Εφ’ ώ εξεδόθη το παρόν ημών διαζευκτήριον γράμμα και επεδόθη τη γυναικί.
Εν μηνί Νοεμβρίω 1877
Ο Πλαταμώνος Αμβρόσιος επιβεβαιοί».
Το γραπτό αυτό κείμενο του διαζευκτηρίου γράμματος αναδεικνύει σαφώς τη λογιότητα, την προσωπικότητα και την προοδευτικότητα του ποιμενάρχη της Επισκοπής Πλαταμώνος Αμβροσίου Κασσάρα, ο οποίος ποίμαινε μια μικρή επαρχία της περιοχής μας, την οποία φώτιζε και διαφώτιζε σε μια περίοδο σχεδόν πλήρους αναλφαβητισμού.

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

ΛΑΡΙΣΑ: Οι δρόμοι έχουν τη δική τους ιστορία

Η σημερινή οδός Παπαναστασίου από το ύψος του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας. Η λήψη έχει νότιο προσανατολισμό. Από το βιβλίο «ΛΑΡΙΣΑ» των Αβραμοπούλου-Βουτσιλά. 1960Η σημερινή οδός Παπαναστασίου από το ύψος του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας. Η λήψη έχει νότιο προσανατολισμό. Από το βιβλίο «ΛΑΡΙΣΑ» των Αβραμοπούλου-Βουτσιλά. 1960

Σήμερα έχω την πρόθεση να σας οδηγήσω να περπατήσουμε νοερά στους παλιούς δρόμους της Λάρισας. Να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, με προφορικές αναμνήσεις μεγάλων σε ηλικία Λαρισαίων, με το ξεφύλλισμα παλιών τοπικών εφημερίδων και με εικόνες από πολλές, παλιές και ιστορικές φωτογραφίες. Να αναζητήσουμε τη διαδοχική μετονομασία μερικών κεντρικών δρόμων της πόλης μας, χωρίς να υπεισέλθουμε στην αιτία της αλλαγής αυτής.


Στην καθημερινότητα της ζωής μας τα ονόματα των δρόμων μιας πόλης μπορεί να περνούν απαρατήρητα, δεν παύουν όμως να είναι σημεία διαρκούς συλλογικής μνήμης, καθώς όχι μόνο προφέρονται στις καθημερινές αναζητήσεις, αλλά και αναγράφονται συχνά για διαφορετικούς λόγους. Ουσιαστικά οι ονομασίες αυτές αποβλέπουν στην ίδια σκοπιμότητα όπως και τα διάφορα μνημεία που στήνονται για να τιμήσουν ιστορικά γεγονότα και επώνυμα άτομα. Αποτελούν αναβίωση κάποιας εθνικής ή τοπικής μνήμης και αντικατοπτρίζουν τη σχέση της τοπικής κοινωνίας με την ιστορία της, με αυτό που η ίδια ορίζει ως «ρίζες» και ως «κληρονομιά» της. Το όνομα κάθε δρόμου κρύβει και ένα γεγονός το οποίο συνήθως είναι πολύ γνωστό (λ.χ. οδός 28ης Οκτωβρίου), αναδεικνύει τη συμβολή κάποιου τοπικού παράγοντα (λ.χ. οδός δημάρχου Γεωργιάδη), προσδιορίζει κάποια περιοχή της πόλης (λ.χ. οδός Ακροπόλεως), κλπ .
Ουσιαστικά λοιπόν, στην πλειονότητα των περιπτώσεων η ονοματοθεσία των δρόμων αποτελεί μια διαδικασία η οποία βασίζεται στη μελέτη του παρελθόντος και αποβλέπει στη συντήρηση της ιστορικής μνήμης. Tα ονόματα τα εγκρίνει το Δημοτικό Συμβούλιο ύστερα από εισήγηση του Δημάρχου, ο οποίος συνήθως δέχεται προτάσεις, οι οποίες ελέγχονται από την ειδική επιτροπή ονοματοθεσίας.
Όσο για το ενδεχόμενο της μετονομασίας μιας οδού, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που να την επιτρέπει. Διεθνώς στις μεγάλες πόλεις η μετονομασία μιας οδού, ειδικά στον κεντρικό τομέα τους, αποτελεί μια πολύ δύσκολη απόφαση, καθώς υπάρχει βαθύς σεβασμός στις αποφάσεις των δημοτικών επιτροπών που την επέβαλλαν. Στη χώρα μας όμως παρατηρούμε ότι οι δήμοι έχουν την τάση να αλλάζουν συχνά τα ονόματα των δρόμων με διάφορες αφορμές. Σαν το πιο ηχηρό παράδειγμα αναφέρω τη σημερινή οδό Παναγούλη. Ονομάσθηκε μετά την απελευθέρωση του 1881 οδός Αχιλλέως και κατά καιρούς έλαβε πάμπολλες ονομασίες, όπως διαδόχου Κωνσταντίνου, Παύλου Στεφάνοβικ, πρίγκιπος Ανδρέου, βασιλέως Κωνσταντίνου, Αλέκου Παναγούλη, ίσως και με άλλα ονόματα που μέχρι στιγμής δεν κατορθώθηκε να εντοπισθούν. Αυτές οι συχνές αντικαταστάσεις των ονομάτων με νέα, μπορεί τελικά να είναι και αποκαλυπτικές για τις επιλεκτικές διαθέσεις της συλλογικής μνήμης του εκάστοτε Δημοτικού Συμβουλίου. Αν επιχειρήσουμε έναν μικρό περίπατο στην πόλη και τις συνοικίες της, θα καταλήξουμε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Προς τούτο θα μας βοηθήσει πολύ και το βιβλίο του αείμνηστου δικηγόρου Γιώργου Ζιαζιά «Τοπωνυμική Εγκυκλοπαίδεια Οδών και Πλατειών Λάρισας», έκδοση του 1995.
Στην πράξη όμως έχει αποδειχθεί πολλές φορές πως η αφομοίωση της παλαιότερης ονομασίας ενός δρόμου από τους πολίτες μπορεί να είναι ισχυρότερη από την πιο πρόσφατη επίσημη μετονομασία της. Θα αναφέρω ως παράδειγμα την οδό Διονυσίου Σκυλοσόφου. Αν και το 2012 έπειτα από υποδείξεις της Μητροπόλεως Λαρίσης και Λαρισαίων πολιτών, μετονομάσθηκε σωστά σε μητροπολίτου Διονυσίου Φιλοσόφου, παρατηρούμε ότι η παλαιά μονολεκτική ονομασία ως Σκυλοσόφου εξακολουθεί να παραμένει, τουλάχιστον στον προφορικό λόγο. Για να μην αναφέρω και δύο ηχηρές περιπτώσεις σε δρόμους των Αθηνών. Π.χ. Ποιος γνωρίζει σήμερα ότι η επίσημη ονομασία της οδού Πατησίων είναι 28ης Οκτωβρίου; Ή ότι η κεντρικότερη λεωφόρος της, η Πανεπιστημίου, επίσημα ονομάζεται Ελευθερίου Βενιζέλου;
Ένα άλλο θέμα είναι η πληρότητα της αναγραφής της ονομασίας στις πινακίδες σήμανσης των οδών. Είναι επιεικώς ελλιπέστατη και μερικές φορές λανθασμένη. Λίγο το αναγκαστικά μικρό της μέγεθος, κάπως περισσότερο η προχειρότητα κατασκευής και κυρίως ο περιορισμός της δαπάνης, οδηγούν μερικές φορές σε ανακρίβειες. Εκείνο βέβαια που με ενοχλεί προσωπικά και συγχρόνως συγχέει τους επισκέπτες ιδιαίτερα της Λάρισας, είναι το γεγονός της έλλειψης πινακίδων σήμανσης των οδών στις νεοαναγερθείσες οικοδομές. Δυστυχώς ο κατασκευαστής δεν αισθάνεται καθόλου την υποχρέωση να τοποθετήσει εκ νέου την αφαιρεθείσα κατά την κατεδάφιση πινακίδα ή να αναρτήσει μια καινούρια στο νέο κτίριο.
Και τώρα ας αναφέρουμε ορισμένα παραδείγματα μετονομασίας δρόμων. Έγινε ήδη αναφορά στην οδό Παναγούλη. Θα αναφέρουμε και τις μετονομασίες δύο άλλων μεγάλων δρόμων της Λάρισας. Η σημερινή Παπαναστασίου είχε διαδοχικά τις ακόλουθες ονομασίες: Η αρχική ήταν Ακροπόλεως γιατί ξεκινούσε από τον Λόφο της Ακρόπολης και κατέληγε μέχρι τον Άγιο Νικόλαο και την πύλη Φαρσάλων, το 1920 έγινε βασιλέως Αλεξάνδρου, το 1936 Βασιλίσσης Σοφίας και μετά την μεταπολίτευση Δημοκρατίας και οριστικά πλέον Παπαναστασίου.
Η οδός Κύπρου επί τουρκοκρατίας ονομαζόταν Χατζή Χουσεΐν πασά, μετά την απελευθέρωση οδός Ντάρκουλη, το 1891 πριγκίπισσας Αλεξάνδρας, το 1932 οδός των Έξ και το 1956 οδός Κύπρου. Το ίδιο συμβαίνει ίσως σε μικρότερο βαθμό και σε άλλους δρόμους,
Μέσα σε 142 χρόνια ελεύθερης ζωής, η Λάρισα έχει βιώσει καταστρεπτικά φυσικά φαινόμενα (πλημμύρες, σεισμοί), αρκετούς πολέμους (ελληνοτουρκικός του 1897, βαλκανικοί του 1912-13, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι), εσωτερικές πολιτικές και πολιτειακές αναταραχές (εθνικός διχασμός, δικτατορίες, εξώσεις βασιλέων, κατοχική ταπείνωση, εμφύλιος, χούντα). Με μια απλή παρατήρηση γίνεται κατανοητό ότι όλα αυτά τα γεγονότα αντανακλούν και στις εκάστοτε ονοματοθεσίες των δρόμων. Η ευκολία διαδοχικής αλλαγής στην ονομασία τους, παρακολουθεί σε μεγάλο βαθμό και την ιστορική διαδρομή της πόλης.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com