Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η περιοχή των Ανακτόρων το 1897


Τα Ανάκτορα της Λάρισας και ο περιβάλλων χώρος όπως ήταν το 1897Τα Ανάκτορα της Λάρισας και ο περιβάλλων χώρος όπως ήταν το 1897

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η μεταβολή της οικιστικής μορφής της Λάρισας μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο δεν ήταν ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη.

Φωτογραφίες και χαρακτικά της πόλης της εποχής εκείνης που έχουν διασωθεί, δείχνουν πόσο έχουν αλλάξει σήμερα ορισμένες περιοχές της, σε σημείο που να δυσκολεύουν την ταυτοποίηση όσων απεικονίζουν.
Το χαρακτικό που παρουσιάζεται σήμερα δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία γαλλική εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων, στο φύλλο της 17ης Απριλίου του 1897, σελ. 244. Όπως σημειώνεται στη λεζάντα του, είναι πιστή αντιγραφή φωτογραφίας του Γάλλου δημοσιογράφου Henri Turot, απεσταλμένου της γαλλικής εφημερίδας στο μέτωπο του ελληνοτουρκικού πολέμου. Ως εκ τούτου η αξιοπιστία του δεν αμφισβητείται. Απεικονίζει την περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Δημοτικό Ωδείο με τη γειτονική πλατεία του Αγίου Βησσαρίωνος και την Πλατεία Λαού (Μπλάνα).
Ο φωτογράφος στάθηκε στο σημείο που σήμερα είναι το πεζοδρόμιο της οδού Κύπρου, στο ύψος περίπου της εισόδου του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων της πλατείας και έστρεψε τον φακό του προς τα βόρεια. Μπροστά διακρίνεται ένας ανοικτός, ανώμαλος και αδιαμόρφωτος χώρος. Την περίοδο εκείνη υπήρχαν πολλοί τέτοιοι ακάθαρτοι χώροι μέσα στην πόλη, οι οποίοι δημιουργούσαν πολύ συχνά σοβαρά προβλήματα υγιεινής. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο χώρος αυτός ισοπεδώθηκε, διαμορφώθηκε σε πλατεία και περιμετρικά φυτεύτηκαν δύο σειρές δένδρων. Το 1922 γέμισε με παράγκες, οι οποίες στέγασαν τα πρόχειρα καταστήματα των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής. Το 1932 η δημοτική αρχή απομάκρυνε τους πρόσφυγες και έκτισε τη Δημοτική ή Νέα Αγορά όπως την αποκαλούσε ο κόσμος, η οποία τελικά κατεδαφίστηκε επί δημαρχίας Μπλάνα για να δημιουργηθεί η σημερινή πλατεία που φέρει το όνομά του, με τον υπόγειο χώρο στάθμευσης.
Το πρώτο κτίριο από αριστερά είναι το κονάκι των αδελφών Χουσνή μπέη και Χαϊρή μπέη, από τους οποίους το αγόρασε το 1881 ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ και το διαμόρφωσε σε ανάκτορο, το οποίο χρησιμοποιούσε το φθινόπωρο κάθε χρόνο, όταν γίνονταν τα μεγάλα στρατιωτικά γυμνάσια στην περιοχή και παρέμενε έναν με δύο μήνες στη Λάρισα. Όπως φαίνεται και στο χαρακτικό, το κτίριο είναι περιφραγμένο και περιβάλλεται από αυλή. Με λίγη προσοχή μπορεί κανείς να διακρίνει και ένα στρατιωτικό φυλάκιο, επειδή τις ημέρες εκείνες του 1897 τα ανάκτορα φιλοξενούσαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο και συγχρόνως στέγαζαν το στρατηγείο των πολεμικών επιχειρήσεων του ελληνικού στρατού. Το 1915 το ανάκτορο με όλη τη γύρω περιοχή και την πλατεία αγόρασε ο Δήμος από τον πρίγκιπα Νικόλαο, γιο του βασιλιά Γεωργίου Α΄, από τον οποίο το κληρονόμησε. Σήμερα στη θέση αυτή βρίσκεται το οικοδομικό συγκρότημα του Δημοτικού Ωδείου.
Δεξιότερα στην εικόνα υπάρχει ένα μεγάλο κτίριο. Ήταν η πρώτη κατοικία του συμβολαιογράφου Ανδρέα Ροδόπουλου. Είχε έλθει από την Πελοπόννησο αμέσως μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, με σκοπό να εργασθεί σε μια περιοχή όπου έλλειπαν γενικά οι δικηγόροι. Ο Ανδρέας Ροδόπουλος ήταν παππούς του πολιτευτή Τάκη Ροδόπουλου, του λογοτέχνη Μ. Καραγάτση και της Ροδόπης, γυναίκας του διευθυντή της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Φιλοποίμενος Τζουλιάδη [1]. Το οίκημα αυτό που είχε εγκαταλειφθεί λόγω παλαιότητας, με προτροπή της βασίλισσας Όλγας το αγόρασε ο Γεώργιος Α’ και το κατεδάφισε. Έτσι αυξήθηκε σημαντικά ο αύλειος χώρος και η Όλγα βρήκε την ευκαιρία να κτίσει το παρεκκλήσι του ανακτόρου, το οποίο αφιέρωσε στον Άγιο Βησσαρίωνα.
Πίσω από το κτίριο του Ροδόπουλου διαγράφεται στο βάθος ο τρούλος ενός τζαμιού [2], με τον μιναρέ του κολοβωμένο στο ψηλότερο σημείο. Πρόκειται για το τέμενος του Ομέρ μπέη, γιου του κατακτητή της Λάρισας Τουρχάν μπέη, το οποίο βρισκόταν περίπου ένα τετράγωνο πίσω από το σημερινό κτίριο του Ωδείου.
Τέλος στα δεξιά της εικόνας απεικονίζεται το Γενή τζαμί, το μοναδικό σωζόμενο σήμερα τζαμί στη Λάρισα. Κτίσθηκε ή μάλλον ανακαινίσθηκε εκ βάθρων αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης με πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας και με τα χρήματα που έδωσε ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ στον εκ των ιδιοκτητών του κτιρίου Χαϊρή μπέη [3] για να το αγοράσει. Ο τελευταίος δεν δέχθηκε τα βασιλικά χρήματα και συμφώνησαν τελικά στην κατασκευή του τεμένους αυτού [4], με σκοπό να εξυπηρετήσει τις λατρευτικές ανάγκες των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα, μια που όλα τα άλλα τζαμιά ήταν εγκαταλειμμένα και δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν. Με τον σεισμό της 1ης Μαρτίου του 1941 η κωνική απόληξη του μιναρέ κατέρρευσε και παρέμεινε ο κύριος κορμός που υπάρχει μέχρι σήμερα. Μεταπολεμικά τα κτίριο αυτό στέγασε διάφορες υπηρεσίες, μέχρι πρότινος δε φιλοξενούσε τις συλλογές του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης μας.———————————————
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ο συμβολαιογράφος Ανδρέας Ροδόπουλος, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 9ης Δεκεμβρίου 2015.
[2]. Από τα πολλά τζαμιά που υπήρχαν στην τουρκοκρατούμενη Λάρισα, μόνον τρία είχαν τρούλο, το επιβλητικό του Χασάν μπέη στη μεγάλη γέφυρα του Πηνειού, το Μπαϊρακλί τζαμί στην οδό Παπαφλέσσα και αυτό του Ομέρ μπέη.
[3]. Ο αδελφός του Χαϊρή μπέη, Χουσνή μπέης, είχε εγκαταλείψει τη Λάρισα και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη πολύ πριν από την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη πόλη στις 31 Αυγούστου 1881.
[4]. Από τις «Αναμνήσεις» του παλιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα, ένα ανέκδοτο χειρόγραφο που περιέχει τις δραστηριότητες του συγγραφέα κατά την περίοδο της δημαρχίας του και διάφορα άλλα ιστορικά στοιχεία της Λάρισας.

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

 Το σχόλιο της Δευτέρας


Εξομολόγηση ενός πρώην οπαδού...

Για να καταλάβεις για τι οπαδό μιλάμε, ένα θα σου πω. Όταν μ’ έσερνε μικρό στο Αλκαζάρ ο κυρ – Νίκος (ψύχωση με την ΑΕΛ ο πατέρας), η σύνθεση της ομάδας άρχιζε με τερματοφύλακα τον …Σιαβάλα. Ήταν ένα ωραίο παιδί, Ελασσονιτάκι νομίζω, ψηλός, με μακριά ξανθιά μαλλιά όπως επέτασσε η μόδα της εποχής και σου ενέπνεε απόλυτη εμπιστοσύνη. Γάτος! Ήταν το είδωλό μου, άρχισα εξαιτίας του να παίζω κι εγώ τερματοφύλακας. Αν θέλεις, ακόμη και τώρα μπορώ να σου απαριθμήσω απ’ έξω κι ανακατωτά τη σύνθεση εκείνης της ΑΕΛ, κι ας μην είμαι από τους τύπους που συγκρατούν ονόματα. Λοιπόν, δεξί μπακ Κυζίρογλου, στ’ αριστερά Σημαντήρης.

Κέντρο άμυνας Μπούτος Παναγιώτης, που τον φώναζαν όλοι και …«περήφανο», και δίπλα Ρίζος Λέλλης. Πιο κάτω, Λάκης Παγκαρλιώτας αρχηγός, Μίλτος Σεϊταρίδης, ηγέτης κι αυτός και στα εξτρέμ ο δαιμόνιος Χαριτίδης. Και τι ντόρος έγινε σαν πήραμε τον Ρακιτζόγλου, σεντερφορά ολκής τότε! Όλη η πόλη, όλα τα τσιπουράδικα, όλο το αντρομάνι γι’ αυτόν μιλούσε κι εκείνος ανταπέδιδε την αγάπη τους με γκολάρες στο ξερό γήπεδο του «Αλκαζάρ». Τόσο ξερό, που ο δήμαρχος Μεσσήνης, πριν ξεκινήσει το ματς, έστελνε την υδροφόρα του Δήμου να το καταβρέξει και να μαλακώσει κάπως το χώμα.
Ο δεύτερος μεγάλος χαμός έγινε στην πόλη με τον ερχομό μιας… καραβιάς Αργεντινών. Καβόλι, Μοράλες, Βαγιέχο, Χιλ, Λας Πάλμας, Ντάους, εξωτικά για μας ονόματα. Δεν ήταν συνηθισμένο γεγονός. Τους κοιτούσαμε σαν … εξωγήινους. Παιχταράδες όλοι τους.
«Αλκαζάρ»! Πόσες μνήμες δεν χτίσαμε εκεί όλοι μας! Τις Κυριακές, σκαστοί από το σπίτι, πιάναμε κανέναν ξέμπαρκο φίλαθλο, να μας βάλει μέσα. «Θείο, θα με πάρεις;». «Έλα ρε μάγκα. Κι άμα σε βάλουν σ’ έβαλαν…». Κάποτε μας έβαζαν. Ποια τουρνικέ, και ποιες ταυτότητες που ζητάνε σήμερα. Αν πάλι όχι, ανεβαίναμε στις μάντρες του γηπέδου που ήταν ακόμη χαμηλές. Για τέτοια τρέλα μιλάμε…
Οπαδός της ΑΕΛ λοιπόν από κούνια, θα σε μεταφέρω τώρα σ’ ένα γεμάτο «Αλκαζάρ» με χιλιάδες κόσμου, Λαρισαίοι από τη μια, ΠΑΟΚτζήδες στο απέναντι πέταλο, ένα γήπεδο που βράζει από οργή. Είμαι πια φοιτητής και φιλοξενώ στη Λάρισα τον Αποστόλη, συμφοιτητή κολλητό, τρελαμένος ΠΑΟΚτζής κι αυτός. Μπαίνουμε μέσα, σε μια ουδέτερη κερκίδα, χωρίς να μιλάμε, χωρίς κασκόλ και τα τοιαύτα, και το γήπεδο έχει μια χροιά … κόκκινου. Κόκκινο είναι το χρώμα της οργής, κόκκινη η φωτοβολίδα, κόκκινο το αίμα του αδικοχαμένου καθηγητή Χαράλαμπου Μπλιώνα που μεταφέρεται εσπευσμένα στο ασθενοφόρο.
Ήταν το πρώτο μεγάλο σοκ. Το ποδόσφαιρο είχε πάψει να είναι το ρομαντικό σχεδόν παιχνίδι που παιζόταν στο ξερό του «Αλκαζάρ»… Για πρώτη φορά νιώθαμε πως μπορεί και να σε σκοτώσει. Την επόμενη φορά μάλιστα το ξύλο το φάγαμε εμείς. Ήταν με τον Άρη στου «Χαριλάου». Παρέα Λαρισαίων φοιτητών, μας πήραν χαμπάρι από την …προφορά. «Από πού είστε ρε καρντάσια;». Απ’ Λάρσα ρε, Τρέχει τίποτις; λέει ένας δικός μας αφελής. Μετά …τρέχαμε εμείς. Μας πέταξαν έξω με κλωτσιές (κανονικές), κουτρουβαλούσαμε στις κερκίδες, φτηνά τη γλιτώσαμε.
Μα σαν είσαι νέος δεν μασάς. Συνεχίσαμε όλοι να πηγαίνουμε στο «Αλκαζάρ», για πολύ φανατίλα μιλάμε. Όταν ο σχωρεμένος Μητσιμπόνας κάρφωσε τα δίχτυα του Ηρακλή και σφράγιζε το πρωτάθλημα της ΑΕΛ, γκρεμίσαμε τα δημοσιογραφικά θεωρεία απ’ όπου βλέπαμε το ματς πριν ξεχυθούμε στην «Ταχυδρομείου» για το γλέντι.
Εγώ που σού μιλάω, έχω κάνει μεγάλες τρέλες για το ποδόσφαιρο. Παράτησα τη γυναίκα μου ετοιμόγεννη στο μαιευτήριο και πήγα να δω την ΑΕΛ στην κορυφαία της στιγμή, στο ματς με τη Σαμπντόρια. Νομίζω δεν μου το συγχώρησε ποτέ. Για χάρη της ΑΕΛ, εγώ σοβαρός και «οικογενειάρχης άνθρωπος», κουβάλησα μαζί με άλλους λάστιχα και τα ρίχναμε στη φωτιά, γωνία Βόλου και Εθνικής Οδού, όταν τα κάναμε λίμπα για τον Τσίγκοφ. Με χιλιάδες συμπολίτες μου αλώσαμε τις Καστοριές, Λιβαδειές, Νέα Σμύρνη. Έχω πάει από Ολυμπιακό Στάδιο και Πανθεσσαλικό, όπου σήκωσα κούπα, μέχρι …Κρύα Βρύση, όπου μάλιστα είχαμε …χάσει και τον δρόμο, όταν η ομάδα έπεσε στα Τάρταρα.
Εγώ που σου μιλάω έχω κάνει παραλογισμούς. Θυμάμαι σ’ ένα ματς με τον Ολυμπιακό στο «Αλκαζάρ» έφτασα σε σημείο να λέω από μέσα μου …σιωπηλά το «Πάτερ Ημών» και να παρακαλάω τον …Θεό να ισοφαρίσουμε ! (Τι αιτήματα δέχεται κι αυτός ο Θεός κάθε μέρα!).
Εγώ που σου μιλάω, δεν πάω πια γήπεδο. Έχω χρόνια να πάω. Στην αρχή γιατί είχα ξενερώσει με άλλον έναν υποβιβασμό της ΑΕΛ. Μετά, ήρθε ο Κούγιας και η σχέση μας με την ΑΕΛ πέρασε στη σφαίρα του …παραλόγου. Άκρη δεν έβγαζες.
Τώρα πια, δεν πατάω το πόδι μου συνειδητά. Το ίδιο και οι περισσότεροι φίλοι μου. Καθόμαστε στα καφέ και βλέπουμε Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Μάντσεστερ Σίτι, θαυμάζουμε τις περίτεχνες ενέργειες του Μέσι, την ορμητικότητα του Εμπαπέ, τις ασύλληπτες προπονητικές εμπνεύσεις του Γκουαρντιόλα. Έστω και εκ του μακρόθεν ζούμε κι εμείς την πανδαισία των πολυτελών και καθαρών γηπέδων, την πολιτισμένη αντιπαλότητα των οπαδών, την άψογη διοργάνωση του αγώνα. Εκεί σε σέβονται ως φίλαθλο, εκεί είσαι πελάτης που πληρώνεις, άρα οφείλουν να σε ικανοποιήσουν παρέχοντας θέαμα επιπέδου και άριστες υπηρεσίες. Δεν είσαι ο «τίποτας», ο ανώνυμος οπαδός που σε πετάνε σε μια κερκίδα με σπασμένα καθίσματα, σε βρωμερά γήπεδα που μυρίζουν κάτουρο και μπόχα. Αρνούμαι ρε φίλε. Αρνούμαι να με στοιβάζουν σα ζώο στα τρισάθλια γήπεδά τους για να παρακολουθήσω «κάτι σαν ποδόσφαιρο», από ομάδες γεμάτες από φουκαράδες «λεγεωνάριους» τριτοτέταρτης διαλογής που συνήθως φέρνουν οι τοπικοί παράγοντες εν μέσω διθυράμβων. Και να κινδυνεύω κι από πάνω από τις φωτοβολίδες των αλητών ...
Αρνούμαι να επιβραβεύσω τους γνωστούς Προέδρους μεγάλων ομάδων που παριστάνουν τους εκσυγχρονιστές του ποδοσφαίρου και την ίδια στιγμή εκβιάζουν Κυβερνήσεις. Αυτούς που «ταΐζουν» με φτηνά εισιτήρια τον προσωπικό τους στρατό από νεαρούς οπαδούς, όλη αυτή τη λούμπεν και γεμάτη θράσος νεολαία, που είναι έτοιμη να σκοτωθεί και να σκοτώσει πότε έναν Άλκη Καμπανό, πότε έναν Μιχάλη Κατσουρή, πότε έναν φουκαρά «μπατσάκο» που πήγε στην Αστυνομία να φάει ένα κομμάτι ψωμί και βρίσκεται ξαφνικά να χαροπαλεύει.
Αρνούμαι. Και βασικά δεν έχω πια καμιά εμπιστοσύνη σ’ ένα Κράτος που εδώ και δεκαετίες …νομοθετεί και λαμβάνει μέτρα κατά της οπαδικής βίας σαν κι αυτά που θα μας ανακοινώσει ο Μητσοτάκης σήμερα και τα οποία καταρρέουν στον επόμενο κιόλας αγώνα.
Σ’ αυτήν τη γενικευμένη αλητεία που διέπει πια την κοινωνία μας και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, μένω όσο μπορώ πιο μακριά. Μένω μακριά ομολογώντας την ήττα μου. Κι όταν το γήπεδο και η ζωντανή ατμόσφαιρά του μού λείπει –γιατί μού λείπει, είναι η αλήθεια- τότε μεταφέρομαι νοερά σε κείνες τις ρομαντικές κερκίδες του «Αλκαζάρ». Ξαναγίνομαι το παιδί που μαζί με τον κυρ-Νίκο αποθεώναμε τον Κώστα Σιαβάλα για τις αποκρούσεις του και τον Μανόλη Ρακιντζόγλου σαν έβαζε την μπάλα στα αντίπαλα δίχτυα.
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΕΣΗΣ
alexiskalessis@yahoo.gr

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ. ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ..

Η πολυκατοικία του Παππά

 
Η πολυκατοικία του Παππά. Προετοιμασίες για κατεδάφιση. 1985Η πολυκατοικία του Παππά. Προετοιμασίες για κατεδάφιση. 1985

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου nikapap@hotmail.com

Στο σημερινό μας κείμενο θα περιγράψουμε ένα γνωστό και οικοδομικά πρωτοπόρο κτίσμα της Λάρισας, την πολυκατοικία Παππά. Όπως διακρίνεται και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία πρόκειται για ένα τριώροφο κτίριο, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Μ. Αλεξάνδρου και Βασ. Παύλου (σήμερα Μανδηλαρά). Τονίζουμε τη σημασία «οικοδομικά πρωτοπόρο» γιατί αν και συναντάμε προπολεμικά τριώροφα κτίρια στη Λάρισα (ξενοδοχεία Πανελλήνιον και Ολύμπιον, κατοικία Ιωάννου Βελλίδη στον Λόφο της Ακρόπολης, απέναντι από την εκκλησία του Αγ. Αχιλλίου), οίκημα με διαφορετικά διαμερίσματα σε κάθε όροφο, ήταν το πρώτο που κτίσθηκε στη Λάρισα. Αυτός είναι και ο λόγος που από την πρώτη στιγμή ονομάσθηκε πολυκατοικία.

Το κτίριο κτίσθηκε στα χρόνια 1939-1940 από τον Φώτη Παππά, σε σχέδια του Αθηναίου αρχιτέκτονα-μηχανικού Παύλου Μιχαλέα, ενώ την επίβλεψη της κατασκευής είχε ο Κωνσταντίνος Μιχαλέας[1]. Όπως αναφέρθηκε ήταν τριώροφο, με αρμονική αρχιτεκτονική δομή και στις δύο πλευρές που έβλεπαν στους δρόμους.
Εσωτερικά οι χώροι ήταν πολυτελέστατοι και για τον λόγο αυτό μεταπολεμικά ο τρίτος όροφος χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές για να φιλοξενήσει τη βασιλική οικογένεια, όσες φορές χρειάσθηκε να επισκεφθεί τη Λάρισα, αλλά και μερικές ακόμη ελληνικές και ξένες προσωπικότητες.
Η κατασκευή του κτιρίου έγινε επί δικτατορίας Μεταξά, στις παραμονές του Ελληνο-ιταλικού πολέμου και ως εκ τούτου ήταν υποχρεωτικό στο υπόγειο του κτιρίου να κατασκευασθεί ανάλογης χωρητικότητας καταφύγιο, το οποίο είχε δύο εισόδους προς τους αντίστοιχους δρόμους. Όπως γράφει η δημοσιογράφος Μαρίνα Αποστολοπούλου[2] το εμβαδόν του καταφυγίου ήταν 45 τετρ. μέτρα, αλλά η ασφάλεια που παρείχε το νεόδμητο, από ενισχυμένο σκυρόδεμα (μπετόν), κτίριο συγκέντρωνε σε ώρες συναγερμού μέχρι και 100 άτομα.
Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 οι χώροι του κτιρίου στέγασαν το επιτελείο του Β’ Σώματος Στρατού, που είχε έδρα τη Λάρισα, στις στρατιωτικές μονάδες του οποίου είχαν ανατεθεί όλες οι πολεμικές δραστηριότητες στο αλβανικό μέτωπο. Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ, αφού με την κατάληψη της Λάρισας τον Απρίλιο του 1941 από τους Γερμανούς, επιτάχθηκε. Λόγω της ανθεκτικής κατασκευής του ο σεισμός του Μαρτίου του 1941 δεν το έθιξε και χρησιμοποιήθηκε από τους κατακτητές ως Διοικητήριο.
Ως Διοικητήριο συνέχισε και αργότερα όταν τους Γερμανούς αντικατέστησαν ως κατοχική δύναμη στην πόλη οι Ιταλοί. Μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, το κτίριο ήταν και πάλι κατειλημμένο και στους χώρους του διέμεναν Άγγλοι αξιωματούχοι και αργότερα στεγάζονταν ελληνικές αρχές, μέχρι το 1951. Από το έτος αυτό και μετά η πολυκατοικία Παππά φιλοξένησε την οικογένεια του ιδιοκτήτη Φώτη Παππά, αλλά και άλλους ενοίκους.
Με την ευκαιρία αυτή θα επιχειρήσουμε μια μικρή αναφορά στον ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας. Ο Φώτης Παππάς γεννήθηκε το 1876 στο Σελλειό (Αργυρόκαστρο) και σε μικρή ηλικία ήλθε στη Λάρισα κοντά στον θείο του Κωνσταντίνο Παππά, ο οποίος είχε ιδρύσει μαζί με τον Κωνσταντίνο Σκαλιώρα και τον Χρήστο Δημητριάδη το 1893 μύλο στην περιοχή Ταμπάκικα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1900 ανέλαβε ηγετική θέση στην επιχείρηση, η οποία άρχισε να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς.
Καταξιώνεται από τη Λαρισαϊκή κοινωνία και σταδιακά αναδεικνύεται σε μια σημαντική προσωπικότητα της πόλης τόσο κατά τα προπολεμική, όσο και κατά την μεταπολεμική περίοδο.
Εκτός από την ιδιοκτησία του Μύλου του Παππά, ενός εμβληματικού κτίσματος για τη Λάρισα, οι εγκαταστάσεις του οποίου αξιοποιήθηκαν κατά τον καλύτερο τρόπο από τον Δήμο Λαρισαίων όταν το 1988 έγινε κάτοχός του, βοήθησε κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα τον Μιχαήλ Σάπκα, πρόεδρο της Φιλοπτώχου Μακεδονικής Αδελφότητος Λαρίσης στην εθνική δράση του. Υπήρξε από τα πρώτα δραστήρια μέλη της ΕΥΗΛ (Εταιρείας Ύδρευσης και Ηλεκτρισμού Λαρίσης, πρόδρομος του ΟΥΗΛ και αργότερα της ΔΕΥΑΛ) μια εταιρείας η οποία έπειτα από πολλές και άγονες προσπάθειες, το φως και το νερό έφθασε στα σπίτια όλων των Λαρισαίων. Διετέλεσε μέλος της Φιλαρχαίου Εταιρείας των Θεσσαλών, οποία μερίμνησε για τη συλλογή, την καταγραφή και την αποθήκευση των διάσπαρτων ανά την πόλη αρχαιοτήτων.
Ως μέλος του τοπικού τμήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού πρόσφερε κατά διάρκεια της κατοχής βοήθεια, περίθαλψη και στοργή στο Στρατόπεδο κρατουμένων. Μεταπολεμικά διετέλεσε πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Λαρίσης και στις δημοτικές εκλογές του 1954, επικεφαλής ψηφοδελτίου προσωπικοτήτων, έβαλε υποψηφιότητα για δήμαρχος, με αντίπαλο τον δικηγόρο και πολιτευτή Δημήτριο Χατζηγιάννη, από τον οποίο και ηττήθηκε. Απεβίωσε το 1963 σε ηλικία 87 ετών.
Η πολυκατοικία στην Τρίγωνη πλατεία που έφερε το όνομά του δεν είχε μεγάλο προσδόκιμο χρόνο ζωής.
Διατηρήθηκε μόνο 46 χρόνια, γεμάτα από περιπέτειες και διαδοχικούς ενοίκους, αυταρχικούς και φίλιους. Το 1985 κατεδαφίσθηκε, για να ακολουθήσει την πορεία γειτονικών κτισμάτων τα οποία εν τω μεταξύ είχαν γιγαντωθεί και το είχαν ταπεινώσει σε ύψος και νεοτερικότητα.
Μοιραία πόλη η Λάρισα, που εδώ και χρόνια έχει βρει τον τρόπο να εξοστρακίζει την ιστορικότητα των κτισμάτων της με τον απλούστερο τρόπο, την κατεδάφιση.

-----------------

[1]. Ο μηχανικός Κωνσταντίνος Μιχαλέας από την Αθήνα μας είναι γνωστός. Συνεργάσθηκε στενά με τον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα κατά το διάστημα 1930-1934 και είχε κατασκευάσει τη Δημοτική αγορά και όλα τα εκπαιδευτικά διδακτήρια της Λάρισας, από τα οποία το μόνο που παραμένει είναι το κτίριο του Α’ Γυμνασίου Αρρένων. Ο Παύλος Μιχαλέας προφανώς πρέπει να είναι ο γιος του.
[2]. Αποστολοπούλου Μαρίνα. Η «πολυκατοικία του Παππά», γωνία Μανδηλαρά-Μεγάλου Αλεξάνδρου. Γκρεμίζεται μια …ιστορία μισού αιώνα. Εφ. «Ελευθερία» φύλλο της 26ης Μαΐου 1985. Οφείλω ευχαριστίες στον Βαγγέλη Ρηγόπουλο, μέλος της Φωτοθήκης, για την εντόπιση του δημοσιεύματος.

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Πλατεία Ταχυδρομείου


Η βορειοανατολική πλευρά της Πλατείας Ταχυδρομείου.  Επιστολικό δελτάριο αρ. 1 του Fr. Caloutas από τη Σύρο. 1915 περίπου.Η βορειοανατολική πλευρά της Πλατείας Ταχυδρομείου. Επιστολικό δελτάριο αρ. 1 του Fr. Caloutas από τη Σύρο. 1915 περίπου.

Η σημερινή εικόνα προέρχεται από το επιστολικό δελτάριο αρ. 1, του Francois Ε. Caloutas που είχε το τυπογραφείο του στην Ερμούπολη της Σύρου. Η γαλλική απόδοση του ονόματος του φωτογράφου Φραγκούλη Ευαγγέλου Καλουτά (Ερμούπολη 1887 – 1952) στις κάρτες του δικαιολογείται, καθώς στις αρχές του 20ού αι. η Σύρος ήταν ένα νησί με πολλούς φραγκολεβαντίνους και πλούσιο εμπόριο, χάρη κυρίως στο λιμάνι της Ερμούπολης που ήταν από τα πρώτα σε κίνηση στην Ελλάδα. Η κάρτα έχει τον τίτλο «Λάρισσα-Πλατεία Ταχυδρομείου» γραμμένο στα γαλλικά και στα ελληνικά. Ο Καλουτάς επισκέφθηκε τη Λάρισα κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1910 και έκανε και άλλες λήψεις αποτυπωμένες σε επιστολικά δελτάρια κατά την ίδια επίσκεψη (Κεντρική πλατεία, Αλκαζάρ, Αβερώφειος Γεωργική Σχολή, Κενοτάφιο για τους πεσόντες το 1897 στο Αλκαζάρ και μερικές άλλες). Είναι αριθμημένες από 1-12 και σήμερα θεωρούνται σπάνιες. Η σημερινή φωτογραφία που είναι η πρώτη της σειράς, απεικονίζει το βορειοανατολικό τμήμα της πλατείας Ταχυδρομείου, με τα γύρω οικοδομήματα.


Ο φωτογράφος στάθηκε στο κέντρο περίπου της πλατείας και έστρεψε τον φακό προς την βορειοανατολική πλευρά της. Ο χώρος της πλατείας είναι αδιαμόρφωτος, χωμάτινος και μόνον μια διπλή σειρά δένδρων σε πολύ αραιή διάταξη περιμετρικά την στολίζει κατά κάποιο τρόπο. Την μονοτονία του τοπίου σπάει η φιγούρα ενός κατοίκου ο οποίος έβγαλε βόλτα τον σκύλο του.
Ας περιγράφουμε με τη σειρά τα κτίρια που απεικονίζονται στη φωτογραφία, αρχίζοντας από αριστερά. Πρώτο, μόλις διακρίνεται πίσω από τα δένδρα, μέρος από το αρχοντικό του Δημητρίου Πουλιάδη, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ασκληπιού και Παπακυριαζή. Ήταν διώροφο με ημιυπόγειο και αρχιτεκτονικά η εξωτερική του όψη εκφραζόταν με τα στοιχεία του όψιμου κλασικισμού. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια αγοράσθηκε από τον ιατρό Γεώργιο Κατσίγρα. Τη δεκαετία του 1970 κατεδαφίσθηκε και δημιουργήθηκε μια απρόσωπη πολυκατοικία.
Αμέσως μετά υπάρχει μικρός ακάλυπτος χώρος στον οποίο αργότερο κτίσθηκε η διώροφη κατοικία του οδοντίατρου Νικολάου Παρίση. Ακολουθεί ένα ισόγειο κτίσμα, το οποίο συνέχεται με το επόμενο διώροφο κτίριο στη γωνία με την οδό Παναγούλη (Αχιλλέως τότε). Όπως διακρίνεται έπειτα από μια ορισμένη επεξεργασία και στις επιγραφές, τα κτίρια αυτά στέγαζαν το Ταχυδρομείο και το Τηλεγραφείο της πόλης. Από την μακροχρόνια παρουσία του κτιρίου του Ταχυδρομείου σ’ αυτό το σημείο πήρε την ονομασία της και η ομώνυμη πλατεία. Ας σημειωθεί ότι η επίσημη ονομασία της πλατείας σήμερα είναι Εθνάρχου Μακαρίου, αλλά κανείς δεν την γνωρίζει με αυτό το όνομα. Ας σημειωθεί ότι κατά καιρούς πήρε και άλλες ονομασίες. Σήμερα στη θέση των δύο τελευταίων κτιρίων ανυψώθηκε το Grand Hotel.
Πίσω από το κομψό κτίριο του Ταχυδρομείου μόλις διακρίνεται ανάμεσα από τα δένδρα ο μαντρότοιχος και μέρος από το αρχοντικό του Νικολάου Καραστεργίου[1]. Το νεοκλασικό αυτό κτίριο άντεξε στον χρόνο, αλλά παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Λάρισας, έπεσε άδοξα στη σκαπάνη της αντιπαροχής πριν από 25 περίπου χρόνια.
Στη συνέχεια στο βάθος διακρίνεται πάνω από μια συστάδα δένδρων το επιβλητικό κτίριο του Στεφάνοβικ-Σκυλίτση[2]. Βρισκόταν στην αρχή της οδού Παπακυριαζή, εκεί που βρισκόταν το στρατιωτικό πρατήριο και ήταν ένα από τα ωραιότερα αρχοντικά της Λάρισας. Είχε κτισθεί από τον Στεφάνοβικ λίγα χρόνια μετά την προσάρτηση. Τον Απρίλιο του 1900 ο ιδιοκτήτης επισκέφθηκε τη Λάρισα, όπου παρέμεινε για λίγες ημέρες στο επιβλητικό νεοκλασικό αρχοντικό του. Κατά την παραμονή του πρόσφερε σημαντικά χρηματικά ποσά στο Δημοτικό Νοσοκομείο, στους τρεις κεντρικούς ναούς της πόλης, σε σχολεία και σε απόρους[3]. Κατεδαφίσθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1950[4].
Προς το δεξιό μέρος της φωτογραφίας, πίσω από μια ομάδα δένδρων εξέχει ένα πυργοειδές κτίσμα με επάλξεις, το οποίο βρισκόταν επί της 28ης Οκτωβρίου (τότε Κοραή), και ήταν το αρχοντικό του Ευστάθιου Ιατρίδη (1847-1922). Ο τελευταίος ήταν δικηγόρος, διπλωμάτης και σπουδαίος επιχειρηματίας της Λάρισας, με πολλές γαιοκτησίες στη γειτονική Γούνιτσα. Από το κτίσμα αυτό δεν εντοπίσθηκε καμιά φωτογραφία. Προπολεμικά κατεδαφίσθηκε και σήμερα στη θέση του έχει κατασκευασθεί πολυώροφη οικοδομή.
Τέλος στο άκρο δεξιά και με πρόσοψη προς την πλατεία διακρίνεται μέρος διώροφης οικοδομής, η οποία διατηρήθηκε και μεταπολεμικά και στέγαζε το ξενοδοχείο «Τέμπη» του Γιαταγάνα. Σήμερα στη θέση του βρίσκεται το εγκαταλειμμένο από καιρό κτίριο του Bodyline.

[1]. Ο Νικόλαος Καραστεργίου ήταν νομικός. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας διορίσθηκε Πρωτοδίκης Λαρίσης. Τέσσερες μήνες μετά την άφιξή του παραιτήθηκε από το Δικαστικό σώμα και εξάσκησε τη δικηγορία στα Δικαστήρια της πόλης μας. Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος και Βουλευτής. Την πληροφορία αυτή άντλησα από το βιβλίο του αλησμόνητου δικηγόρου Αριστείδη Παπαχατζόπουλου, που αναφέρεται στην ιστορία του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας.
[2].Ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης (1843-1901) γόνος οικογένειας πλούσιων εμπόρων και τραπεζιτών της Κωνσταντινούπολης, πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλίας αγόρασε από την Οθωμανική κυβέρνηση μεγάλη αγροτική έκταση στην περιοχή του θεσσαλικού κάμπου. Σε μία απ’ αυτές τις ιδιοκτησίες του περιλαμβανόταν και ο οικισμός Χατζήμισι, το σημερινό Στεφανοβίκειο, που πήρε το όνομα του από τον ιδιοκτήτη της περιοχής.
[3]. Καταραχιάς Κωνσταντίνος, Ο εθνικός ευεργέτης Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης (1843-1901) και τα τσφλίκια του στη Θεσσαλία, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 60ος (2011) σελ. 408-414.
[4]. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το αρχοντικό αυτό βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Αρχοντικό Στεφάνοβικ-Σκυλίτση. Νέα στοιχεία, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 23ης Αυγούστου 2023.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Πλατεία Ακροπόλεως (Καλλιθέας)


Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως).  Επιστολικό δελτάριο αρ. 374 των Πάλλη και Κοτζιά. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως). Επιστολικό δελτάριο αρ. 374 των Πάλλη και Κοτζιά. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή φωτογραφία της Λάρισας είναι πολύ παλιά και σπάνια. Βρίσκεται εκτυπωμένη στο επιστολικό δελτάριο αρ. 374 του βιβλιοχαρτοπωλείου των Πάλλη και Κοτζιά της Αθήνας.

Είναι γνωστό ότι στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα το συγκεκριμένο κατάστημα κυκλοφόρησε μια μεγάλη σειρά επιστολικών δελταρίων από τον ελληνικό χώρο της περιόδου εκείνης. Μάλιστα για τη Λάρισα είναι αρκετές και σε προσεχή κείμενά μας θα προσπαθήσουμε να τις παρουσιάσουμε σταδιακά όλες.

Η δημοσιευόμενη φωτογραφία αποτυπώνει, όπως αναφέρεται στο κάτω μέρος της κάρτας, την Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως). Η πλατεία αυτή βρισκόταν στο λόφο του Φρουρίου [1], στο ύψος του σημερινού πάρκου που βρίσκεται νότια του Ηρώου και ανατολικά της σημερινής Πλατείας Μητέρας, η οποία ως γνωστόν έχει καταληφθεί εδώ και λίγα χρόνια από κάποιο υπαίθριο αναψυκτήριο.
Ο φωτογράφος στάθηκε σε παράθυρο του άνω ορόφου της διώροφης κατοικίας Μακρή, η οποία βρισκόταν στη δυτική πλευρά του Λόφου και σε επαφή με το οίκημα που είχε κατασκευασθεί με δαπάνες του μητροπολίτου Λαρίσης Νεοφύτου (1875-1896). Στη φωτογραφία χαμηλά διακρίνεται μέρος της αυλής της οικίας Μακρή και η χαρακτηριστική ξύλινη περίφραξή της. Στο μέσον υπάρχει η Πλατεία Καλλιθέας, ένας ευρύς αδιαμόρφωτος χώρος, με πλήθος κόσμου κάθε ηλικίας που παρακολουθεί κάποια τελετή και συνομιλεί. Ο συνωστισμός επεκτείνεται και δεξιά σε ένα ύψωμα που αντιστοιχεί στην περιοχή του ρολογιού της πόλης. Αριστερά είναι παρατεταγμένα τμήματα στρατού, ενώ άγημα κινείται σε πομπή, η οποία πρέπει να κατευθύνεται προς την εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου [2].
Αριστερά διακρίνεται μικρό τμήμα ισόγειου κτίσματος, μεσολαβεί κενός χώρος όπου είναι παρατεταγμένα κανόνια πυροβολικού και στο βάθος προβάλλει ένα επίμηκες άσπρο ισόγειο οίκημα, με τοξωτή πύλη εισόδου, μέσω της οποίας διακρίνεται μέρος της εσωτερικής αυλής. Πάνω από την πύλη εισόδου, στη στέγη του κτιρίου και στο κέντρο της πρόσοψης, είναι κτισμένο μικρό υπερώο. Το κτίριο αυτό ήταν ο παλιός οθωμανικός στρατώνας, ο οποίος μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στον εθνικό κορμό το 1881, στέγασε τις εγκαταστάσεις του ορεινού πυροβολικού του ελληνικού στρατού, όπως δηλώνει και μια σειρά από κανόνια που ήδη αναφέρθηκαν και βρίσκονται έξω από το κτίριο. Οι εγκαταστάσεις αυτές του πυροβολικού χωροταξικά βρίσκονταν στο σημείο που σήμερα υπάρχει ο χώρος όπου έχει διαμορφωθεί το Ηρώο της πόλης [3]. Πίσω από τη σκεπή του στρατώνα μόλις διακρίνονται σαν επάλξεις, ερειπωμένα τα ψηλά τμήματα του κελύφους της κλειστής τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι).
Στο κέντρο της φωτογραφίας, αμέσως μετά τον στρατώνα και σε πολύ μακρινή απόσταση, μόλις διακρίνεται κάποιο θολωτό οίκημα με μιναρέ. Πρόκειται για το τζαμί του Ομέρ μπέη, γιου του κατακτητή της Λάρισας το 1423 Τουρχάν μπέη, το οποίο βρισκόταν πίσω από την περιοχή του Δημοτικού Ωδείου, στο ύψος της σημερινής οδού Γαριβάλδη. Το τζαμί αυτό ήταν από τα πρώτα που κτίσθηκαν μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Οθωμανούς.
Δίπλα από τον μιναρέ του υπήρχαν δύο ταφικά μνημεία (τουρμπέδες όπως ήταν γνωστοί) επιφανών Οθωμανών. Το 1907 το τζαμί κατεδαφίσθηκε από τη μουσουλμανική κοινότητα της Λάρισας καθώς θεωρήθηκε ετοιμόρροπο, ενώ τα ταφικά μνημεία ισοπεδώθηκαν μεταπολεμικά, όταν ο χώρος αυτός άρχισε να οικοδομείται.
Η φωτογραφία αυτή ασφαλώς αποτυπώνει μια μέρα γιορτής. Ο Βάσος Καλογιάννης υποστηρίζει ότι πρόκειται για τις εορταστικές εκδηλώσεις της 31ης Αυγούστου 1882, που έγιναν για την επέτειο συμπλήρωσης ενός έτους από την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους [4]. Όμως η βαριά ενδυμασία του πλήθους δεν συνηγορεί τόσο πολύ για καλοκαιρινή εκδήλωση. Η φωτογραφία αυτή ομοιάζει με ένα χαρακτικό της γαλλικής εφημερίδας Le Monde Illustre των Παρισίων της 24ης Απριλίου 1897, όπως αναφέρεται και στην υποσημείωση αρ. 2 του κειμένου. Ο συνδυασμός των δύο αυτών απεικονίσεων και η κυκλοφορία του επιστολικού δελταρίου από το βιβλιοχαρτοπωλείο Πάλλα-Κοτζιά, που δραστηριοποιήθηκε αυτή την περίοδο, μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τη φωτογραφία στα 1897, όταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος με την άφιξή του στη Λάρισα τις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου, παρακολούθησε τη δοξολογία για την επέτειο της 25ης Μαρτίου στον μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου (Βασιλική του Καλλιάρχη).

[1]. Η αναφορά στον λόφο του Φρουρίου που έχει επικρατήσει, θεωρείται σήμερα εσφαλμένη. Ποτέ δεν υπήρξε φρούριο ή κάστρο σ’ αυτόν τον χώρο παρά μόνον η ακρόπολη της αρχαίας Λάρισας. Η ονομασία Φρούριο προήλθε προφανώς από το γεγονός ότι τα υπολείμματα της τουρκικής κλειστής αγοράς, το λεγόμενο μπεζεστένι, που διατηρούνται μέχρι σήμερα, θεωρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους κατοίκους της πόλης, παλαιότερα και από αρχαιολόγους ακόμα, ότι ήταν αρχαιοελληνικό ή μεσαιωνικό κάστρο.
[2]. Ανάλογη αντίστοιχη παράταξη με συνωστισμό, υπάρχει και σε χαρακτικό που έχει εντοπισθεί στη γαλλική εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων της 24ης Απριλίου 1897 και παριστάνει την αναχώρηση του διαδόχου Κωνσταντίνου, του πρίγκιπα Νικολάου και της συνοδείας τους, από τον ναό του Αγίου Αχιλλίου, έπειτα από τη δοξολογία που έγινε στις 25 Μαρτίου 1897. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λάρισα στα χαρακτικά των ευρωπαίων περιηγητών. 16ος -19ος αιώνας, Λάρισα (2006) σελ.130-132.
[3]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη, (2007) σελ. 759, πίν. ΙΓ’.

[4]. Καλογιάννης Βάσος, Η Χρυσή Βίβλος του Δήμου Λαρίσης. Από την μακραίωνη ιστορία της Θεσσαλικής πρωτευούσης, Λάρισα (1963) σελ. 127. 

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Ο Ιπποκράτης στη Λάρισα και ο τάφος του

 
Ιπποκράτης ο Κώος. Ακριβές αντίγραφο αρχαίου ελληνικού νομίσματος που βρίσκεται στην ΚωνσταντινούποληΙπποκράτης ο Κώος. Ακριβές αντίγραφο αρχαίου ελληνικού νομίσματος που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Την Παρασκευή 3 Νοεμβρίου η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ανακήρυξε τον συμπολίτη μας Χρήστο Κίττα, καθηγητή της Ιατρικής Σχολής και διατελέσαντα πρύτανη στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε επίτιμο διδάκτορα. Παρευρέθηκα.

Η τελετή έγινε στο μεγάλο αμφιθέατρο των κτιρίων της Σχολής, το οποίο είναι αφιερωμένο στον σπουδαιότερο ιατρό όλων των εποχών Ιπποκράτη. Τη στιγμή της τελετής και μια-δυο μέρες μετά σκεπτόμουνα πόσοι άραγε, στη χώρα μας τουλάχιστον, γνωρίζουν ότι ο Ιπποκράτης όχι μόνον έζησε και δίδαξε, αλλά απεβίωσε και ενταφιάσθηκε στη Λάρισα; Παλαιότερα σε ιατρικό Συνέδριο στην Αθήνα είχα κάνει μια μικρή στατιστική. Για το γεγονός αυτό ρώτησα εκατό περίπου ιατρούς της ειδικότητάς μου (μαιευτήρες-γυναικολόγους) απ’ όλη την Ελλάδα, μέλη του Συνεδρίου, και μόνον οι επτά απάντησαν σωστά. Δεν ξέρω αν σήμερα έχει βελτιωθεί και μέχρι σε ποιον βαθμό η γνώση αυτή στους Έλληνες Ασκληπιάδες. Για τους υπόλοιπους; Ας μη γίνεται λόγος.
Η στήλη αυτή έχει ασχοληθεί κατά καιρούς με τον πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα, λόγω της τελετής αυτής, μου δίνεται η ευκαιρία να αναφερθώ και σε άλλα γεγονότα της ζωής του Ιπποκράτη κατά την παραμονή του στη Θεσσαλία, καθώς και την ασάφεια η οποία επικρατεί γύρω από τον τάφο του.
Ο Ιπποκράτης γεννήθηκε στην Κω το 460 π.Χ. Γονείς του ήταν ο Ηρακλείδης, ιατρός στο Ασκληπιείο της Κω και η Φαιναρέτη. Γενεαλογικά θεωρείται ο 20ός ή 19ος απόγονος του Ασκληπιού, σύμφωνα με τον Φερεκύδη από το νησί της Λέρου, τον αστρονόμο Ερατοσθένη και τον ιστορικό Απολλόδωρο, οι οποίοι έζησαν λίγα χρόνια μετά τον Ιπποκράτη και ασχολήθηκαν διεξοδικά με την εξακρίβωση των προγόνων του [1]. Την ιατρική διδάχθηκε από τον πατέρα του. Κατά τη διάρκεια του βίου του περιηγήθηκε πολλές χώρες. Από έργα του, τα οποία κατά γενική ομολογία ανήκουν σε εκείνα τα οποία έγραψε ο Ιπποκράτης, τα ονομαζόμενα «γνήσια», ο ίδιος «διέτρεξεν» τη Θεσσαλία, όπου πέρασε από πολλές πόλεις, κυρίως, όμως, παρέμεινε στη Λάρισα και τη Μελιβοία. Στη Λάρισα πιστεύεται ότι παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η μακρά παραμονή του στη Θεσσαλία φαίνεται ότι υπήρξε η αφορμή για να αναφέρεται σε ορισμένα επιγράμματα ως «Θεσσαλός».
Τη Θεσσαλία επισκέφθηκε ξανά και σε μεγάλη ηλικία και διέμενε στη Λάρισα. Η επιστροφή αυτή λέγεται ότι σχετίζεται με την επιθυμία του να βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες της ζωής του στην πατρίδα του Ασκληπιού, που ήταν η Τρίκκη της Θεσσαλίας και ένιωθε την ανάγκη να πεθάνει και να ενταφιασθεί στην πατρίδα του μεγάλου προγόνου του. Άσκησε την ιατρική μέχρι το τέλος του βίου του και έχουμε καταγεγραμμένα περιστατικά ασθενών του στη Λάρισα, στον Κραννώνα και σε άλλες πόλεις. Τα περιστατικά αυτά αναφέρονται με λεπτομέρειες από τον ίδιο, όπως η συμπτωματολογία της ασθένειας, η πορεία και η κατάληξή της.
Ο Ιπποκράτης πέθανε γύρω στα 370 π.Χ. Υπήρχε παλαιότερα μια ασάφεια ως προς τη χρονολογία θανάτου. Αρχαίοι και νεότεροι συγγραφείς αναφέρουν διάφορες ηλικίες θανάτου του, οι οποίες κυμαίνονται από 83 έως 109 ετών! Πιθανότερη χρονολογία θανάτου θεωρείται το έτος 377 π.Χ. Απέκτησε δύο γιους, τον Θεσσαλό και τον Δράκοντα, και μία θυγατέρα. Οι γιοι του παρέμειναν στη Θεσσαλία και μάλιστα ο Θεσσαλός συνέλεξε τα γραπτά του Ιπποκράτη, τα οποία είναι γνωστά ως «Βιβλία Επιδημιών» [2]. Ο Σωρανός ο Εφέσιος στο βιβλίο του «Βίοι ιατρών και αιρέσεις και συντάγματα» αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης «Τέθαπται μεταξύ Γυρτώνος και Λαρίσης και δείκνυται άχρι δεύρο το μνήμα».
Από τότε και επί αιώνες επικρατεί μια σιγή όσον αφορά τον τάφο του Ιπποκράτη. Απ’ όσα γνωρίζω, ο πρώτος που κάνει αναφορά είναι ο Άνθιμος Γαζής (1758-1828), που καταγόταν από τις Μηλιές του Πηλίου. Έγραψε: «Ο τάφος του Ιπποκράτους κείται έξω της Λαρίσης μεταξύ εις τα των Τούρκων μνήματα, επάνω εις τον δρόμον, μετά τινος επιγραφής, τον οποίον είδον και εγώ, αναγνώσας και την επιγραφήν, μη δυνηθείς δε να την αντιγράψω διά τον φόβον των περικυκλωσάντων με Τουρκοπαίδων, αναχώρησα λυπημένος και με στεναγμούς. Αυτόθι κείνται και ετέρων πολλών παλαιών μνημεία με επιγραφάς και ουδείς των εν Λαρίση λογίων ηξιώθη μέχρι τούδε να τας αντιγράψει» [3]. Η μαρτυρία του Άνθιμου Γαζή είναι σαφής. Εντόπισε τη θέση του τάφου, διάβασε την επιγραφή του, χωρίς, όμως, να προλάβει να την αντιγράφει. Εξαιρετικό ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει μια επισήμανση που ακολουθεί. Γράφει ότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν και άλλοι αρχαίοι τάφοι με επιγραφές και συμπεραίνει ο ίδιος ότι ίσως πρόκειται για αρχαία νεκρόπολη, η οποία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δέχθηκε και οθωμανικούς τάφους. Και τελειώνει με μια επώδυνη παρατήρηση ότι κανένας Λαρισαίος λόγιος δεν αξιώθηκε να τις αντιγράψει.
Υπάρχουν και άλλες δύο μαρτυρίες οι οποίες επαληθεύουν την παρουσία του τάφου του Ιπποκράτη στη Λάρισα. Η πρώτη προέρχεται από τον Ρήγα Βελεστινλή (1757-1798), ο οποίος αναφέρει ότι ο τάφος υπήρχε ανάμεσα σε οθωμανικά μνήματα, στη θέση Αρναούτ Μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου σήμερα), ο οποίος βρισκόταν τότε εκτός του οικιστικού χώρου της πόλης. Η δεύτερη προέρχεται από τον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833) και ουσιαστικά επιβεβαιώνει τον Ρήγα Φεραίο [4].
Επίσης, απ’ τους ξένους μελετητές ο λεξικογράφος της αρχαιολογίας Pauly αναφέρεται στον τάφο του Ιπποκράτη, ενώ οι Γερμανοί Gurlt, Wernich και Hirsch στο πολύτομο έργο τους «Biographisches Lexicon Hervorragender Aerzte» (Βιογραφικό Λεξικό εξεχόντων Ιατρών) σημειώνουν μετά βεβαιότητος ότι «ο τάφος του Ιπποκράτους, ο οποίος ακόμη κατά τους χρόνους του Γαληνού, δηλ. του 2ου μ.Χ. αιώνος, υπήρχε, ανευρέθη μεταξύ Λαρίσης και Γυρτώνος» [5].
Το 1826, έπειτα από μια σφοδρή νεροποντή, αποκαλύφθηκε από κάποιους χωρικούς σε μικρή απόσταση έξω από τη Λάρισα, στον δρόμο προς τον Τύρναβο, μια μαρμάρινη σαρκοφάγος η οποία έφερε πλάκα με επιγραφή. Οι λόγιοι Ιωάννης Οικονόμου Λογιώτατος και Θωμάς Ανδρεάδης καθάρισαν τη σαρκοφάγο και διέκριναν στην επιγραφή της πλάκας τα γράμματα ΙΠΠΟΚΡΑΤ. Με το άνοιγμα της σαρκοφάγου εντοπίσθηκαν στο εσωτερικό της διάφορα αρχαία νομίσματα και μια μικρή χρυσή αλυσίδα σε σχήμα όφεως. Με εντολή του Νετζήπ μπέη, ισχυρού Οθωμανού, η πλάκα με την επιγραφή μεταφέρθηκε στο σπίτι του, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα είναι κτισμένο το Δικαστικό Μέγαρο τη Λάρισας.
Την 1η Μαρτίου 1857, λίγα χρόνια μετά την εγκατάστασή του στη Λάρισα, ο ιατρός Σπυρίδων Σαμαρτζίδης με επιστολή του στο περιοδικό «Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα» ανέφερε ότι σε επίσκεψή του στο σπίτι του μπέη, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε πεθάνει, εντόπισε το κάλυμμα της σαρκοφάγου με την επιγραφή, στο λουτρό της οικίας του και αντέγραψε τα τμήματα της επιγραφής που ήταν ευδιάκριτα, μεταξύ των οποίων και την ημιτελή λέξη ΙΠΠΟΚΡΑΤ. Όπως ήταν φυσικό, η επιστολή αυτή ευαισθητοποίησε πολλούς Έλληνες και ξένους ιατροφιλοσόφους και λογίους της εποχής και αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του ευρήματος. Με σύσταση της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, η Ελληνική Κυβέρνηση απέστειλε ειδική επιτροπή στην τουρκοκρατούμενη τότε Λάρισα για την εξακρίβωση των γεγονότων. Το συμπέρασμά της ήταν ότι όσα υποστήριζε στην επιστολή του ο Σαμαρτζίδης δεν επιβεβαιώθηκαν από την αυτοψία η οποία έγινε στους αναφερόμενους απ’ αυτόν τόπους [6].
Η τύχη της ενεπίγραφης αυτής πλάκας παρέμεινε έκτοτε άγνωστη. Μια πληροφορία για την τύχη της μας δίνει ο δικηγόρος, πολιτικός και παλιός δήμαρχος της Λάρισας Δημήτριος Χατζηγιάννης, χωρίς, όμως, και να την τεκμηριώνει. Αναφέρει ότι «Η πλάξ μετεφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν» [7]. Αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε η πλάκα θα πρέπει να βρίσκεται ξεχασμένη σε αποθήκη κάποιου Μουσείου της Κωνσταντινούπολης.
Σήμερα ορισμένοι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι ο τάφος του Ιπποκράτη, βάσει της αναφοράς του Σωρανού: «Τέθαπται δε μεταξύ Γυρτώνος και Λαρίσσης», πρέπει να βρίσκεται κάπου στην περιοχή του αεροδρομίου, γιατί η αρχαία οδός Λαρίσσης-Γυρτώνης περνούσε απ’ αυτήν την περιοχή. Όσον αφορά την αλυσίδα με τον χρυσό όφη, η σύζυγος του Σαμαρτζίδη Ευφροσύνη αναφέρει ότι πωλήθηκε τελικά σε κάποιον χρυσοχόο, τα δε νομίσματα τα κατείχε Οθωμανός πολίτης της Λάρισας [8].

***

[1]. Λαμέρας Κωνσταντίνος. Ιπποκράτης. Μετά διορθώσεων, παραλλαγών διαφόρων εκδόσεων, ερμηνειών και λεξιλογίων, Αθήναι (1930), σελ. ιε’.
[2]. Του ιδίου, σελ. μγ’-μστ’.
[3]. Άνθιμος Γαζής. Ελληνική Βιβλιοθήκη, τόμ. Α’, Βενετία (1807), σελ. 200.
[4]. Σκεύος Ζερβός, Πρακτικά Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, συνεδρία 25.5.1940, σελ. 475.
[5]. Χατζηβασιλείου Βασίλειος. Ο Τάφος του Ιπποκράτη στη Λάρισα και μια επιγραφή.
[6]. Για λεπτομέρειες βλέπε: Γεώργιος Αντωνακόπουλος - Ιωάννης Ηλιούδης: Η «ανακάλυψη» του τάφου του Ιπποκράτη στη Λάρισα (1857). περ. «Δέλτος», Αθήναι, τεύχ. 45, (Δεκέμβριος 2016), σελ. 17-33.
[7]. Δημ. Α. Χατζηγιάννης, Από την Ιστορίαν της Λαρίσης, Τμήμα Διαλέξεων της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας των Θεσσαλών, εν Αθήναις, 1951.
[8]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Σπυρίδων και Ευφροσύνη Σαμαρτζίδου. Το ζευγάρι που ανακίνησε το θέμα του τάφου του Ιπποκράτη, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2017. Του ιδίου: Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Δ’, Λάρισα (2022), σελ.187-190.

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Οι πρώτες κάρτες της Λάρισας


Η ανατολική πλευρά της Λάρισας, όπως φαίνεται από τον λόφο της Ακρόπολης. Λεπτομέρεια από  φωτογραφία επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Κυκλοφόρησε το 1902.Η ανατολική πλευρά της Λάρισας, όπως φαίνεται από τον λόφο της Ακρόπολης. Λεπτομέρεια από φωτογραφία επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Κυκλοφόρησε το 1902.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Από το 1880, μια εποχή δύσκολη στις επικοινωνίες ανάμεσα σε απομακρυσμένες περιοχές, είχε επικρατήσει στην Ελλάδα ένα νέο είδος αλληλογραφίας, πέραν των κλασικών επιστολών. Ήταν τα λεγόμενα επιστολικά δελτάρια, τα οποία είναι περισσότερο γνωστά ως cartpostal ή μονολεκτικά κάρτες.

Τα δελτάρια αυτά ήταν απλές υπόλευκες κάρτες, διαστάσεων συνήθως 15 x 10 εκ. περίπου, οι οποίες σταδιακά είχαν αρχίσει να αντικαθιστούν πολλές από τις κλειστές σε φάκελο επιστολές. Στην μια όψη έφεραν έντυπο γραμματόσημο με την κεφαλή του Ερμή, την ένδειξη «ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ/CARTE CORRESPONDENCE» και διέθεταν ειδικό χώρο για τη διεύθυνση του αποστολέα και του παραλήπτη, ενώ στην άλλη όψη ο αποστολέας έγραφε κάποιο σύντομο μήνυμα.
Όταν αργότερα στις προηγμένες χώρες η φωτογραφική τέχνη είχε πλέον εξελιχθεί, τα επιστολικά δελτάρια έγιναν εικονογραφημένα, δηλαδή από τη μια πλευρά εκτύπωναν κάποια φωτογραφία. Συνήθως απεικόνιζαν τοπία, αλλά για τους ρομαντικούς υπήρχαν και εικόνες με ερωτευμένα ζευγάρια. Από την πρώτη κιόλας στιγμή τα δελτάρια αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή και άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά.
Φυσικό ήταν να ακολουθήσει και η Ελλάδα το πνεύμα της εποχής. Λίγο πριν από το 1900 εμφανίσθηκαν διάφορες ιδιωτικές πρωτοβουλίες στον τομέα των εικονογραφημένων δελταρίων. Το 1900 όμως η Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων Ελλάδος προκήρυξε πανελλήνιο διαγωνισμό μεταξύ φωτογράφων και οι 384 καλύτερες κυκλοφόρησαν κατά διαστήματα σε αριθμημένες κάρτες με τοπία και αρχαιότητες απ’ όλη την μέχρι τότε Ελλάδα. Η πρώτη σειρά βγήκε στη αγορά τον Ιούλιο του 1901. Από τα 384 εικονογραφημένα δελτάρια της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, τα 61 απεικονίζουν τοπία της Θεσσαλίας και τα οκτώ απ’ αυτά είναι διάφορες απόψεις της Λάρισας. Τα τελευταία κυκλοφόρησαν την 1η Μαΐου 1902. Το έντονο ενδιαφέρον των Λαρισαίων για τις πρώτες εικονογραφημένες κάρτες της πόλης μας αποτυπώνεται σε δημοσιεύματα του τοπικού τύπου της εποχής [1]. Είναι λογικό οι λήψεις των φωτογραφιών στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας να έγιναν σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα από την ημερομηνία κυκλοφορίας τους, χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς. Σε ορισμένες μπορεί να εκτιμηθεί η χρονολογία τους από τη γνώση του χρόνου κατασκευής ή κατεδάφισης ορισμένων κτιρίων που απεικονίζονται. Γι’ αυτό και τοποθετούνται στην περίοδο 1899-1900. Βλέποντας κανείς τις απεικονίσεις αυτές και έχοντας κατά νουν την όψη της σημερινής Λάρισας δεν αναγνωρίζει παρά ελάχιστα σημεία της. Στα πρώτα αυτά εικονογραφημένα δελτάρια αναφέρονταν μόνον οι εκδότες οι οποίοι τα εκτύπωναν και τα διακινούσαν, χωρίς να αναφέρονται οι φωτογράφοι που είχαν κάνει τις λήψεις.
Τα πρώτα ιδιωτικά εικονογραφημένα φωτολιθογραφικά επιστολικά δελτάρια που απεικονίζουν τη Λάρισα κυκλοφόρησαν από το χαρτοπωλείο και τυπογραφείο των Πάλλη & Κοτζιά που η επιχείρησή τους βρισκόταν στην οδό Ερμού 8 στην Αθήνα από το 1880. Η εταιρεία αυτή είχε μεγάλη παραγωγή καρτών για όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας και σήμερα οι απόψεις αυτές της Λάρισας αποτελούν σημείο αναφοράς για την ιστορία της μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881. Είναι αριθμημένες, ασπρόμαυρες και μερικές έχουν επιχρωματισθεί, όμως με όχι ιδιαίτερη επιμέλεια. Η παλαιότερη απεικόνιση της Λάρισας είναι η υπ’ αριθμ. 374 και φέρει τον υπότιτλο «Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως)» και αποτυπώνει μια μέρα γιορτής πάνω στο Λόφο.
Από τους πρώτους που τύπωσαν εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια ήταν και ο εκδοτικός οίκος Κ. Ελευθερουδάκη, ο οποίος κατά το 1918 άνοιξε στην πλατεία Συντάγματος το γνωστό βιβλιοπωλείο του. Για τη Λάρισα είχε κυκλοφορήσει ελάχιστες κάρτες. Προσοχή όμως γιατί εκείνες με την ένδειξη «Θεσσαλία – Πηνειός» δεν απεικονίζουν σκηνές από το ποτάμι της Λάρισας. Προσεκτική ανάλυσή τους οδηγεί στην αποκάλυψη ότι οι λήψεις είναι από ποταμό μάλλον της Κεντρικής Ευρώπης.
Κοντά σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τον Βολιώτη ζωγράφο-φωτογράφο Στέφανο Στουρνάρα (1867-1928). Τα παλαιότερα επιστολικά δελτάρια είναι της Α’ σειράς, με φωτογραφίες του 1895-1905. Είναι ασπρόμαυρες, αριθμημένες και της Λάρισας έχουν εκτός από δικές του λήψεις και αντιγραφές άλλων. Μετά το 1905 ασχολήθηκε με τις έγχρωμες κάρτες. Αυτές ουσιαστικά ήταν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οι οποίες με μια ειδική χρωμολιθογραφική επεξεργασία εκτυπώνονταν στη Γερμανία. Οι κάρτες αυτές ήταν για τη Λάρισα πολλές και αποτελούσαν πρωτοπορία για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής.
Η δημοσιευόμενη φωτογραφία είναι μία από τις οκτώ κάρτες που είχε κυκλοφορήσει η Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία και απεικονίζουν τοπία της Λάρισας. Η λήψη της συγκεκριμένης έγινε από το ύψος της τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι) και απεικονίζει μέρος της ανατολικής περιοχής της Λάρισας. Μπροστά είναι ο χώρος της εβδομαδιαίας αγοράς (Τετάρτη) και εκείνο που διακρίνεται ανάμεσ στο χάος των χαμόσπιτων είναι προς τα δεξιά το κτίριο των ανακτόρων και πίσω του ακριβώς ο μιναρές του Γενί τζαμί.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι απόψεις της Λάρισας μέσα από τα πρώτα εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια που κυκλοφόρησαν διάφοροι εκδότες μας δίνουν την δυνατότητα να αναπλάσουμε με κάποια σχετική ακρίβεια την όψη της πόλης μας και κυρίως του κεντρικού τομέα της, έτσι όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα, μόλις είκοσι χρόνια μετά την προσάρτηση της περιοχής μας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.

 

[1]. «Έφθασαν ήδη από τινος εις το Ταχυδρομείον εις αρκετήν ποσότητα και τα εικονογραφημένα δελτάρια της πόλεώς μας, των οποίων μεγάλη, ως πληροφορούμεθα, γίνεται ζήτησις …», εφ. «Όλυμπος», Λάρισα, φύλλο της 7 Ιουλίου 1902.