Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

 Πυθαγόρας: Ο πρώτος διδάσκαλος της αυτογνωσίας



Ο μέγας αυτός μύστης επέβαλε πρακτικά στους μαθητές του την άσκηση της αυτογνωσίας.

Κατά τον Ιάμβλιχο (του 3ου μ.Χ. αιώνα), οι μαθητές του ήσαν:

– Οι ακουστικοί (άκουγαν μόνο, δεν ρωτούσαν τίποτε, δεν έλεγαν τίποτε).

– Οι μαθηματικοί (η φιλοσόφηση γινόταν με αριθμούς, ως σύμβολα ερμηνευόμενα).

– Οι φυσικοί (ανώτερου βαθμού, εισάγονταν σε πληρέστερη γνώση της φύσης και των όντων) και

– Η τέταρτη τάξη: αυτοί που κατείχαν την ανώτατη μύηση και γνώση.

Ασκούντο σε μυστηριακές αρετές, πρώτα της σιγής (να σιωπούν) και της εχεμύθειας (να κρατούν απόλυτα μυστικά απ” τους άλλους ό,τι άκουγαν ή διδάσκονταν και μάθαιναν).

Μ” αυτά κατόρθωναν τη θεληματική χρήση του Νου, ηρεμία, αταραξία, αυτόβουλη κατεύθυνση της σκέψης, όπου η ηθική και η λογική απαιτούν και όχι όπου το συναίσθημα (η συγκίνηση) και η τυχαία παρόρμηση απ” τους ερεθισμούς. Επιδίωκαν και την καταστολή των ορμών, των επιθυμιών, των ορέξεων και γενικά των παθών και όλων όσων αποτελούν εμπόδιο στην αυτογνωσία.

Επέβαλε έπειτα ο Πυθαγόρας στους μαθητές του να εφαρμόζουν στη ζωή τους τις αρετές:

α) της ευσέβειας. «Θεόν τίμα, πρώτα και σέβου».

β) της ευορκίας. «Σέβου όρκον» που θα πει συνέπεια και ακριβή τήρηση του όρκου που δόθηκε, αλλά και κάθε υπόσχεσης.

γ) τιμή προς τους γονείς. «Τους γονείς τίμα».

δ) της εγκράτειας. «Ειθίζεο, γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείας, θυμού…», δηλ. να συνηθίζεις να κυριαρχείς στις επιθυμίες πρώτα, πρώτα του φαγητού και του ποτού, του ύπνου, των αφροδισίων, της οργής (θυμού). Απόφευγε τις αισχρές πράξεις και με άλλους και μόνος.

ε) της δικαιοσύνης. «Δικαιοσύνην ασκείν έργω τε λόγω τε».

στ) να γνωρίζουν ότι πεπρωμένο είναι όλοι ανεξαιρέτως να πεθαίνουν. `Αρα να είναι πάντα έτοιμοι, αγνοί και ενάρετοι. «Γνώθι θανέειν, πέπρωται άπασι».

ζ) της λιτότητας. «Υγείας της περί το σώμα χρη έχειν· αλλά μέτρον (το κανονικό ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο) ποτού, σίτου, γυμνασίων». `Αριστη συμβουλή και προτροπή.

η) η ελευθερία, μεγάλο αγαθό· αρετή η διαφύλαξή της. «Μηδέ ανελεύθερον ίσθι· επί πάσι μέτρον άριστον».

θ) δια της προσευχής κατάκτησε μεγάλες δυνάμεις. Αλλά αναλάμβανε με θάρρος το έργο αφού προσευχηθείς στο Θεό να σε βοηθήσει να τελειώσεις. «Αλλ” έρχου επ” έργον θεοίσιν επευξάμενος τελέσαι».

ι) Δια της καθάρσεως του σώματος και της ψυχής σώζεται το Εγώ.

ια) συνεχής επιδίωξη της φρόνησης. «Ηνίοχον γνώμιν στήσας καθύπερθεν αρίστην» δηλ. πάνω απ” όλα ας έχεις άριστο κυβερνήτη το νου.

Το κορύφωμα όμως της πρακτικής εφαρμογής της αυτογνωσίας απ” τους Πυθαγόρειους κατορθωνόταν με τον αυτοέλεγχο κάθε βράδυ πριν τον ύπνο με τα πολυθρύλητα τρία ερωτήματα: Οι περίφημοι αυτοί στίχοι των «χρυσών επών» (στίχ. 40-45) έχουν ως εξής:

«Μηδ” ύπνον μαλακοίσιν επ” όμμασι προσδέξασθαι. Πριν των ημερινών έργων λογίσασθαι έκαστον·΄Πη παρέβην; Τι δ” έρεξα; Τι μοι δέον ούκ ετελέσθη; Αρξάμενος δ” από πρώτου επέξιθι και μετέπειτα. Δεινά μεν εκπρήξας επιπλήσσεο· χρηστά δε τέρπου. Ταύτα πόνει· ταύτ” εκμελέτα· τούτων χρη εράν σε».
Δηλ. κατά πιστή και κατά λέξη μετάφρασή μας: μη δεχθείς ποτέ στα μάτια σου τον ύπνο πριν εξετάσεις προσεκτικά ένα ένα τα έργα της ημέρας εκείνης ρωτώντας τον εαυτό σου: σε ποια έσφαλα; Τι καλό έκανα; Τι έπρεπε να κάνω και το παρέλειψα;

Αφού αρχίσεις από το πρώτο έργο της ημέρας προχώρα μέχρι το τελευταίο. Έπειτα από τον έλεγχο να επιπλήττεις (καταδικάζεις) τον εαυτό σου για τις κακές πράξεις για δε τις καλές να ευχαριστιέσαι ολόψυχα. Μ” αυτά ασχολήσου, αυτά μελέτα με προσοχή, αυτά είναι ανάγκη να αγαπήσεις με ζήλο. Τα σχόλια περιττεύουν.

Μόνο η περικοπή αυτή, απ” τη διδασκαλία των Πυθαγορείων αν παρέμενε, θα ήταν ικανή να δείξει το υπέροχο ηθικό της ύψος. Κι όμως πέρασαν 2500 χρόνια και τη θαυμάσια αυτή μέθοδο, της ανύψωσης του Εγώ σε μεγαλειώδη θέση, με τον αυτοέλεγχο και την καθημερινή αυτοκριτική, δεν επιχείρησαν να εφαρμόσουν οι παιδαγωγοί στην εκπαίδευση των νέων.

Δεν είναι παράδοξο. Η καθολίκευση της εκπαίδευσης μόλις απ” τις αρχές του 19ου αιώνα άρχισε και στον 20ό επιβλήθηκε συστηματικότερα. Έπειτα κατά τους δυο αυτούς τελευταίους αιώνες οι επιστημονικές επιτυχίες των ερευνητών στις θετικές λεγόμενες επιστήμες θάμπωσαν τους συντάκτες των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και πίστεψαν στην παντοδυναμία της ετερογνωσίας και για την αυτογνωσία δεν έμεινε θέση…
Να μια σημαντική και κεφαλαιώδης ατέλεια των εκπαιδευτικών μας προγραμμάτων όλων των βαθμίδων.

Είναι ακατανόητο όσο και απαράδεκτο να αφιερώνονται τόσοι κόποι και μόχθοι και δαπάνες και αγωνίες και να δοκιμάζονται πικρίες και απογοητεύσεις για την ετερογνωσία και για την αυτογνωσία, αυτό τούτο το «νοούν», το εκλεκτό και το μεγάλο και το θείο Εγώ, να μη διατίθενται ούτε λίγα λεπτά της ώρας κάθε μέρα.

Επιβάλλεται σήμερα, όταν ο άνθρωπος έχει τέτοιες καταπληκτικές επιτυχίες στην ετερογνωσία, να στραφεί και στην αυτογνωσία. Τι ωφελεί αν οι επιστήμονες πέτυχαν να «ζυγίσουν» τα άστρα και να υπολογίζουν το βάρος τους ή να μετρούν τον αριθμό των πρωτονίων και των ηλεκτρονίων των ατόμων της ύλης και με τη διαταραχή της αναλογίας της σύνθεσής τους να αποδεσμεύουν την γιγάντια ενέργεια που εκλύουν, αν δεν αποκαλύψουν και δεν αξιοποιήσουν και την μέσα στο Εγώ, εξίσου αξιοθαύμαστη δυναμικότητα;

Κάθε πνευματική ή ηθική κατάκτηση συντελείται με τον ανθρώπινο νου. Το Εγώ νοεί, επινοεί, θαυματουργεί στις αποκαλύψεις των νόμων της φύσης.
Δεν θα αποκάλυπταν περισσότερα και ωφελιμότερα οι επιστήμονες ερευνητές, αν διέθεταν ισόρροπο χρόνο για τη μελέτη της φύσης του Εγώ του ανθρώπου και υπεδείκνυαν σε κάθε άνθρωπο την αυτοπροσπάθεια για αυτομελέτη και αυτοκαλλιέργεια των δυνατοτήτων του;

«Εις εαυτόν συνελού…» (στον εαυτό σου συγκεντρώσου) παραγγέλει ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, «ένδον βλέπε» (μέσα σου βλέπε) «ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη εάν αεί σκάπτης».

Ώστε, η πηγή του αγαθού (αυτού δηλ. που σώζει και ωφελεί) αναβλύζει μέσα απ” το Εγώ, αν όμως πάντοτε ανασκάπτεται (επίμονα προσπαθεί το ίδιο το Εγώ, δια του στοχασμού να αυτοαποκαλυφθεί) και αυτοκαλλιεργείται και αξιοποιεί τις ικανότητές του και αυτοδιερευνάται και καταστέλλει τις ορμές και τα πάθη του.
Αν γίνεται συνεχώς αυτή η προσπάθεια, τότε και διαυγής σαν την πηγή του νερού, θα αναβλύζει από μέσα του και θα πλημμυρίζει το Είναι του από χαρά και ευτυχία.

Το κλειδί, λοιπόν, της θύρας δια της οποίας διερχόμενος ο άνθρωπος κατευθύνεται στην ευδαιμονία είναι η αυτογνωσία.

Με την αυτογνωσία φερόμαστε ταχύτερα και σταθερότερα στη γνώση και στη μάθηση, των οποίων την ακρότατη βαθμίδα κατέχει η απροσπέλαστη για τον άνθρωπο Σοφία. Φτάνουμε στη δυνατή γαλήνη και ηρεμία πνεύματος και ψυχής, προϋποθέσεων της ευτυχίας. Οδηγούμαστε με την ηθική διαβίωση, στην τελείωση, τον μοναδικό αλλά και ύψιστο σκοπό της γήινης ύπαρξης του ανθρώπου.

arxaia-ellinika.blogspot.com

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

 

Όμηρος & Iστορία: Το Ομηρικό Ζήτημα

Οι Αρχαίοι Έλληνες δέχονταν το Τρωικό Πόλεμο ως απολύτως ιστορικό γεγονός. Όλοι οι ιστορικοί, από τον ρομαντικό Ηρόδοτο έως τον ορθολογιστή Θουκυδίδη, δεν διανοήθηκαν ποτέ να αμφισβητήσουν την ιστορικότητα του γεγονότος, και κατ’ επέκταση και των ομηρικών περιγραφών. Πότε όμως έζησε ο Όμηρος και -το κυριότερο- πότε έγραψε τα έπη του; Τα ερωτήματα αυτά συνθέτουν ήδη από τον 18ο αιώνα μ.Χ. το λεγόμενο ομηρικό ζήτημα



Οι φιλόλογοι από όλον τον κόσμο επιχειρούν να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα βάσει των κειμένων των επών και μόνο. Έτσι έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο Όμηρος έζησε περί τον 8ο αιώνα π.Χ.. Αν και οι περισσότεροι δέχονται ότι τα έπη αναφέρονται σε γεγονότα παλαιότερα, κατά 500 τουλάχιστον χρόνια, εντούτοις υποστηρίζουν ότι τα κατορθώματα των Αχαιών και Τρώων Ελλήνων διεσώθησαν προφορικώς επί 500 χρόνια, μέχρι που ο Όμηρος, βασιζόμενος στη λαϊκή παράδοση, θα λέγαμε, τα τυποποίησε με τη μορφή επικών ποιημάτων.

Τα έπη, υποστηρίζουν, κατεγράφησαν για πρώτη φορά από τον Πεισίστρατο τον 6ο αιώνα π.Χ. Έως τότε περνούσαν από γενιά σε γενιά προφορικά! Ένα άλλο επίσης ζήτημα αφορά την Οδύσσεια, η οποία από πολλούς δεν θεωρείται έργο του Ομήρου, αλλά κάποιου άλλου ποιητή, άγνωστου.

Η ουσία λοιπόν του ομηρικού ζητήματος συμπυκνώνεται στο εξής απλό ερώτημα: Πότε συντέθηκαν τα έπη; Γύρω στον 8ο αιώνα, κατά την επικρατούσα άποψη. Υποστηρίζουν λοιπόν οι συγκεκριμένοι «φοινικιστές» επιστήμονες ότι τα έπη δεν μπορεί να συντέθηκαν νωρίτερα, αφού οι Έλληνες δεν είχαν αλφάβητο (!).

Πολλοί όμως εξ αυτών υποστηρίζουν ακόμα και ότι τα έπη πρωτογράφηκαν τον 6ο αιώνα π.Χ., κατόπιν εντολής του Πεισίστρατου. Στο διάστημα από τον 8ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ., υποστηρίζουν ότι τα έπη διασώθηκαν στην προφορική παράδοση των αοιδών και των ραψωδών.

Τις απόψεις τους αυτές τις τεκμηριώνουν τόσο βασιζόμενοι σε ορισμένους αναχρονισμούς του κειμένου των επών, όσο και στην  εισαγωγή στην Ελλάδα, τον 8ο αιώνα π.Χ., του «φοινικικού» αλφαβήτου. Και οι μεν αναχρονισμοί του κειμένου αφορούν κυρίως στη χρήση σιδήρου, η οποία, όμως, βάσει των νέων ευρημάτων, γινόταν στον ελλαδικό χώρο από το 17ο αιώνα π.Χ. To «Πάριο Χρονικό», μάλιστα, αναφέρει ότι η κατεργασία σιδήρου στην Ελλάδα άρχισε περί το 1440 π.Χ.

Το δε «φοινικικό» αλφάβητο, πρώτον δεν ήταν φοινικικό, αλλά εξέλιξη του υπάρχοντος ελληνικού και, δεύτερον, ποτέ δεν ήρθε από την Ανατολή, αφού τεκμηριωμένα οι Έλληνες έγραφαν, έστω και με ιδεογράμματα, από την 6η χιλιετία π.Χ. – οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες άλλωστε έως και σήμερα γράφουν με ιδεογράμματα, αλλά κανείς δεν έχει τολμήσει να τους χαρακτηρίσει αναλφάβητους.

Και πώς είναι άλλωστε δυνατόν ένας λαός, οι Φοίνικες, ο οποίος δεν είχε καν εθνικό όνομα –το εθνικό «Φοίνικας» τούς το έδωσαν οι Έλληνες, αφού οι ίδιοι δεν είχαν καν την αίσθηση ότι αποτελούσαν ξεχωριστό έθνος– να έχει επινοήσει το αλφάβητο, χωρίς να έχει προηγηθεί η απαραίτητη ζύμωση και η ύπαρξη πρωτογραφών; Και πού βρίσκονται εν τέλει τα κείμενα των επινοητών του αλφαβήτου, οι οικονομικοί και στρατιωτικοί τους κατάλογοι, τα λογοτεχνικά τους έργα, τα δημοτολόγια τους, έστω;

Μάταια θα τα αναζητήσετε. Δεν θα τα βρείτε πουθενά. Και δεν θα τα βρείτε, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το περίφημο Α, το λεγόμενο Άλεφ (βόδι), υπήρχε ως σύμβολο στις ελληνικές πρωτογραφές από το 4500 π.Χ., όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα του καθηγητή Αδαμάντιου Σάμψων στο σπήλαιο του Κύκλωπα στην Αλόννησο, στις βόρειες Σποράδων.

Ή είναι τυχαίο ότι το σύμβολο της Γραμμικής Γραφής Β’, που αντιστοιχεί στο φθόγγο Α, παριστάνεται ως κεφαλή βοδιού; Μόνο που η Γραμμική Γραφή Β’ χρονολογείται από το 17ο αιώνα π.Χ., ενώ το λεγόμενο «φοινικικό» αλφάβητο από το 10ο αιώνα π.Χ., στην καλύτερη περίπτωση.

Ένα τρίτο ζήτημα, τέλος, το οποίο αναδεικνύουν οι «ειδικοί», αφορά καθαυτή την ιστορικότητα των επών. Υποστηρίζεται ότι απλά τα έπη δεν είναι παρά ποιήματα, η αξία των οποίων ως ιστορικές πηγές είναι τουλάχιστον αμφισβητήσιμη. Η θεώρηση αυτή φυσικά δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Τα έπη, τα πρώτα γραπτά κείμενα της Ευρώπης, ακόμα και αν τα χρονολογήσουμε στον 8ο αιώνα π.Χ., σαφώς και αποτελούν ιστορικές πηγές, τεράστιας αξίας, παρά τις κάποιες, ποιητική αδεία, υπερβολές ή θεϊκές επεμβάσεις.

Ακόμα και πίσω από τέτοια λογοτεχνικά σχήματα, όμως, κρύβεται μια πραγματικότητα. Άλλωστε, πέρασε πια ο καιρός από τότε που η Ιλιάδα θεωρούνταν παραμύθι για μικρά παιδιά.

Ο Ερρίκος Σλήμαν επιβεβαίωσε με αυτά που έφερε στο φως η σκαπάνη του στοιχεία που αναφέρονται στα έργα του Ομήρου, ο οποίος, το πιθανότερο, και σύμφωνα με τη γνώμη και αυτού ακόμα του Μεγάλου Ναπολέοντα, ήταν πολεμιστής και κατά πάσα πιθανότητα αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Ο μεγάλος αυτός στρατηλάτης, όπως και ο Αλέξανδρος, κοιμόταν με την Ιλιάδα κάτω από το προσκεφάλι του.

Ο Μέγας Ναπολέοντας δεν ήταν όμως ο μόνος που διδάχθηκε από την Ιλιάδα. Όλοι οι μεγάλοι στρατηγοί της Ευρώπης από το 16ο έως και τον 20ό αιώνα μ.Χ. αντέγραψαν κατά κόρον τις τακτικές που ο Όμηρος περιγράφει στην Ιλιάδα. Ειδικά η τέταρτη μάχη της Ιλιάδας, στην οποία ο Αχιλλέας κατατροπώνει τη στρατιά του Έκτορα, αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε όλα τα ευρωπαϊκά στρατιωτικά εγχειρίδια της εποχής. Τον αυτό ελιγμό εφάρμοσε ο Μάρλμπορο στη μάχη του Μπλενχάιμ το 1704 και ο Ναπολέοντας στο Αούστερλιτς το 1805. Η Ιλιάδα λοιπόν, που είναι ένα κατ’ εξοχήν στρατιωτικό σύγγραμμα, δεν μπορεί να αναλύεται μόνο από φιλολόγους, οι οποίοι, πέραν των καλών ή κακών προθέσεών τους, στερούνται της «στρατιωτικής τριβής» για να μελετήσουν το συγκεκριμένο έργο.

Είναι κατά συνέπεια παντελώς αδύνατον οι εκπληκτικές περιγραφές που Ομήρου στις σκηνές μαχών της Ιλιάδας να αποτελούν απλώς προϊόντα της γόνιμης ποιητικής του φαντασίας. Ο Όμηρος «…αποκλείεται να πέρασε τα χρόνια του καθήμενος σε ένα βράχο της Χίου», έλεγε ο Ναπολέοντας. Ακόμα και οι «τεχνικές» περιγραφές των πληγμάτων φανερώνουν ότι ο ποιητής είχε πολεμική εμπειρία, την οποία ενδεχομένως να απέκτησε πολεμώντας ο ίδιος στο Σκαμάνδριο πεδίο, εφόσον, κατά μια άποψη ο Όμηρος δεν ήταν άλλος από τον Οδυσσέα.

Όσον αφορά τα έπη καθαυτά, κατά την ταπεινή μας άποψη ήταν αδύνατο να διασωθούν αναλλoίωτα επί 500 τουλάχιστον χρόνια, μεταφερόμενα προφορικά από γενιά σε γενιά. Και εφόσον οι Έλληνες είχαν αποδεδειγμένα γραφή από τους νεολιθικούς χρόνους και συλλαβογράμματη γραφή ήδη από τους μινωικούς χρόνους (2200-1700 π.Χ.), αδυνατούμε να αντιληφθούμε γιατί ήταν αδύνατο να είχε ασχοληθεί μια έστω ειδική ομάδα γραφέων με την καταγραφή των επών, τα οποία άλλωστε εκθείαζαν τη δράση της ηγετικής ομάδας της μυκηναϊκής  κοινωνίας.

Περίληψη της Ιλιάδας

Ραψωδία Α΄ (Λοιμός-Μήνις)

Περιγράφεται η αιτία αποχώρησης του εκλεκτότερου πολεμιστή των Αχαιών, του Αχιλλέα, από τη μάχη, εξαιτίας της αρπαγής της σκλάβας του Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα. Ο Αχιλλέας δεν θα επανακάμψει στον αγώνα παρά μόνο μετά το θάνατο του προσφιλούς του Πατρόκλου.

Ραψωδία Β΄ (Νεών κατάλογος)

Η ραψωδία αυτή αποτελεί την αρχαιότερη σωζόμενη διαταγή επιχειρήσεων στα παγκόσμια στρατιωτικά χρονικά. Ο Όμηρος καταγράφει εδώ τις αντίπαλες δυνάμεις που έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, και ειδικότερα στην τελευταία φάση του, στην κατά του Ιλίου εκστρατεία.

Ραψωδία Γ΄ (Αλεξάνδρου και Μενελάου μονομαχία)

Πριν την έναρξη της πρώτης περιγραφόμενης στην Ιλιάδα μάχης. Ο Πάρης προκαλεί σε μονομαχία τον Μενέλαο, με έπαθλο την Ελένη. Οι αντίπαλοι στρατοί και οι ηγέτες τους ορκίζονται να σεβαστούν το αποτέλεσμα της μονομαχίας, όποιο και αν είναι αυτό. Διεξάγεται κατόπιν η μονομαχία, στην οποία ο Μενέλαος κατατροπώνει τον Πάρη, ο οποίος όμως σώζεται την τελευταία στιγμή.

Ραψωδία Δ΄ (Ορκίων σύγχυσις)

Οι Αχαιοί ζητούν να τηρήσουν οι Τρώες τους όρκους, μετά τη νίκη του Μενέλαου, και να παραδώσουν την Ελένη και τους θησαυρούς που άρπαξαν. Οι Τρώες όμως καταπατούν τους όρκους και τοξεύουν τον Μενέλαο, κατά παράβαση της ανακωχής. Οι Αχαιοί ετοιμάζονται να τους επιτεθούν. Ο Αγαμέμνων επιθεωρεί το παραταγμένο στράτευμα και απευθύνει παραινέσεις  προς τις κεφαλές του στρατού, θυμίζοντάς τους τα ηρωικά κατορθώματα των πατέρων τους.

Ραψωδία Ε΄ (Διομήδους αριστεία)

Η μάχη αρχίζει και οι Αχαιοί, με πρώτο τον Διομήδη, συντρίβουν τους Τρώες, ο ηγέτης των οποίων, Έκτορας, δεν έχει εισέλθει ακόμα στον αγώνα.

Ραψωδία Ζ΄ (Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία)

Ο Έκτορας εισέρχεται στη μάχη και ισορροπεί την πίεση των Αχαιών. Ο Διομήδης συναντά τον αντίπαλό του Γλαύκο, με τον οποίο τον συνδέει παλαιά οικογενειακή φιλία. Οι δύο αντίπαλοι ήρωες, όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά ανταλλάσσουν πανοπλίες, ανανεώνοντας τους παλαιούς φιλικούς δεσμούς!

Ραψωδία Η΄ (Έκτορος και Αίαντος μονομαχία)

Μετά από μια σύντομη συνάντησή του με την Ανδρομάχη στις Σκαιές Πύλες, ο Έκτορας επανέρχεται στη μάχη και μονομαχεί με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο. Η μονομαχία λήγει άκριτη. Αχαιοί και Τρώες συνάπτουν ανακωχή για να συλλέξουν τους νεκρούς τους. Οι Αχαιοί περιτειχίζουν το παράκτιο στρατόπεδο τους.

Ραψωδία Θ΄ (Κόλος μάχης)

Η μάχη ξαναρχίζει στο Σκαμάνδριο πεδίο. Έκτορας και Διομήδης ανδραγαθούν. Τελικά, οι Τρώες υπερισχύουν και οι Αχαιοί κλείνονται στο οχυρωμένο τους στρατόπεδο, ενώ οι Τρώες στρατοπεδεύουν στην πεδιάδα.

Ραψωδία Ι΄ (Πρεσβεία προς Αχιλλέα, Λίται)

Το δυσμενές αποτέλεσμα της προηγούμενης μάχης κλονίζει το ηθικό των Αχαιών. Αντιπροσωπεία των κεφαλών επισκέπτεται τον Αχιλλέα και τον παρακαλά να ξεχάσει τη οργή του. Αυτός υπόσχεται να βοηθήσει εάν το στρατόπεδο κινδυνεύσει πραγματικά.

Ραψωδία Κ΄ (Δολώνεια)

Ο Διομήδης και ο Οδυσσέας εκτελούν νυχτερινή περιπολία στις τρωικές θέσεις. Εκεί συλλαμβάνουν τον κατάσκοπο Δόλωνα, τον οποίο ανακρίνουν και κατόπιν θανατώνουν. Από αυτόν έμαθαν ότι νέες ενισχύσεις Θρακών είχαν έρθει στην Τροία. Μέσα στη νύχτα επιτίθενται στους Θράκες αιφνιδιαστικά, σκοτώνουν τον ηγεμόνα τους και αρπάζουν τα πολεμικά τους άλογα.

Ραψωδία Λ΄ (Αριστεία Αγαμέμνονος)

Το επόμενο πρωί αρχίζει και πάλι η μάχη. Ο Αγαμέμνων αριστεύει, αλλά ο Διομήδης και ο Οδυσσέας τραυματίζονται και αποχωρούν από τη σύγκρουση. Οι Αχαιοί κλονίζονται.

Ραψωδία Μ΄ (Τειχομαχία)

Ο Έκτορας, αναφωνώντας το περίφημο «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πατρίς», εφορμά με το στρατό στο αχαϊκό οχυρό στρατόπεδο. Διασπά την άμυνα και εισέρχεται εντός. Η μάχη πλέον έχει μεταφερθεί στο αγκυροβόλιο των αχαϊκών πλοίων, με μόνο τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον βασιλιά της Κρήτης Ιδομενέα να έχουν απομείνει όρθιοι και να πολεμούν απεγνωσμένα.

Ραψωδία Ν΄ (Μάχη επί ταίς ναυσίν)

Η μάχη συνεχίζεται άγρια. Οι Τρώες κατορθώνουν να πυρπολήσουν μερικά πλοία των Αχαιών.

Ραψωδία Ξ΄ (Διός απάτη)

Οι Αχαιοί απωθούν τελικά τους Τρώες και σώζουν προσωρινά τα πλοία. Η κατάστασή τους όμως είναι κρίσιμη. Όλοι προσβλέπουν πια μόνον στον Αχιλλέα.

Ραψωδία Ο΄ (Παλίωξις παρά των νεών)

Οι Τρώες επανακάμπτουν και απειλούν και πάλι τα αχαϊκά πλοία. Μόνο ο Τελαμώνιος Αίας έχει πλέον απομείνει να τους πολεμά.

Ραψωδία Π΄ (Πατρόκλεια)

Ο Πάτροκλος ενώπιον του κινδύνου πείθει τον Αχιλλέα να του επιτρέψει να δανειστεί τα όπλα του και να οδηγήσει τους Μυρμιδόνες σε αντεπίθεση. Η αντεπίθεση εκτελείται και επιτυγχάνει απόλυτα. Οι Τρώες τρέχουν πανικόβλητοι να σωθούν, καταδιωκόμενοι από τον Πάτροκλο. Κοντά στα τείχη της Τροίας όμως ο Έκτορας σκοτώνει τον Πάτροκλο.

Ραψωδία Ρ΄ (Μενελάου αριστεία)

Γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο διεξάγεται άγρια μάχη. Ο Μενέλαος, ο Μηριόνης και οι δύο Αίαντες πολεμούν σκληρά και επιτυγχάνουν η σορός του Πατρόκλου να διασωθεί από τα χέρια των αντιπάλων τους. Οι Τρώες όμως και πάλι τους πιέζουν και τους αναγκάζουν να επιστρέψουν στο στρατόπεδο.

Ραψωδία Σ΄ (Οπλοποιία)

Ο Αχιλλέας θρηνεί τον νεκρό συμπολεμιστή και ζητά από τη μητέρα του Θέτιδα νέα όπλα. Αυτή παρακαλεί τον Ήφαιστο να τα ετοιμάσει.

Ραψωδία Τ΄ (Μήνιδος απόρρησις)

Ο Αχιλλέας συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα και αναλαμβάνει τη διοίκηση του στρατού. Συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο και δίδει διαταγές για την επικείμενη μάχη, για το πώς πρέπει να πολεμήσουν οι Αχαιοί.

Ραψωδία Υ΄ (Θεομαχία)

Αρχίζει η τέταρτη και τελευταία μάχη της Ιλιάδας. Ο Αχιλλέας εφορμά ακάθεκτος. Επιχειρεί να σκοτώσει τον Αινεία, ο οποίος σώζεται με θεϊκή παρέμβαση.

Ραψωδία Φ΄ (Μάχη Παραποτάμιος)

Η μάχη έχει πλέον φουντώσει. Το σχέδιο του Αχιλλέα επιτυγχάνει και η τρωική παράταξη διασπάται. Οι μισοί Τρώες καταφεύγουν στην πόλη και οι υπόλοιποι παγιδεύονται μεταξύ του Σκάμανδρου ποταμού και των Μυρμιδόνων. Παγιδευμένοι οι Τρώες σφαγιάζονται. Ο Αχιλλέας τούς θερίζει μόνο με το σπαθί, για να εκδικηθεί τον νεκρό φίλο του.

Ραψωδία Χ΄ (Έκτορος αναίρεσις)

Ο Έκτορας παραμένει στον κάμπο και μονομαχεί με τον Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας κατορθώνει να τον σκοτώσει. Αμέσως μετά σέρνει το πτώμα του γύρω από την πόλη, δεμένο στο άρμα του.

Ραψωδία Ψ΄ (Άθλα επί Πατρόκλω)

Η νεκρική τελετή του Πατρόκλου. Οι Αχαιοί τιμούν τον νεκρό με αθλητικούς αγώνες, ενώ ο Αχιλλέας για να εκδικηθεί το θάνατο του φίλου του εκτελεί 12 Τρώες αιχμαλώτους.

Ραψωδία Ω΄ (Έκτορος λύτρα)

Ο Αχιλλέας δέχεται να παραδώσει το σώμα του νεκρού Έκτορα στον πατέρα του, Πρίαμο, προκειμένου να τύχει όλων των απαραίτητων τιμών.

Οι δύο πρώτες μάχες

Οι  πολεμικές συγκρούσεις της Ιλιάδας αρχίζουν στην την 21η ημέρα εξιστόρησης του ποιήματος και λήγουν με το θάνατο του Έκτορα. Η περιγραφή της πρώτης μάχης αρχίζει από τον 48ο στίχο της Ραψωδίας Β’ και λήγει στον 312ο της Ραψωδίας Η’. Ο Αγαμέμνων συνεγείρει το στρατό του και παράλληλα συγκαλεί συνέλευση των κεφαλών του στρατεύματος. Ο αρχιστράτηγος εμφανίζεται διστακτικός και ζητά τη συμβουλή των ηγεμόνων για τη σκοπιμότητα της συνέχισης του πολέμου. Αντιλαμβανόμενος ότι οι λοιποί βασιλείς διατηρούν το ηθικό τους, διατάσσει το στρατό να ετοιμαστεί για μάχη. Οι Αχαιοί, αφού πρώτα γευμάτισαν, για να μπορούν να αντέξουν στον κάματο της μάχης, κίνησαν από το στρατόπεδό τους και παρατάχθηκαν στο Σκαμάνδριο πεδίο. Οι Τρώες από την πλευρά τους, πληροφορούμενοι τις κινήσεις των Αχαιών από έναν σκοπό που είχαν εγκαταστήσει σε παρακείμενο λόφο, εξέρχονται και αυτοί από την πόλη για να αντιμετωπίσουν τους αντιπάλους τους σε ανοιχτό πεδίο, μη περιοριζόμενοι σε παθητική άμυνα, όπως ήδη αναφέρθηκε. Οι Τρώες παρατάχθηκαν κατά πάσα πιθανότητα κοντά στον Βατίειο λόφο, όχι μακριά από τα τείχη της πόλης, οπότε σε περίπτωση ατυχήματος να είναι σε θέση υποχωρήσουν με ασφάλεια εντός των τειχών.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όμηρος βάζει τώρα την Ελένη να συνομιλεί με τον Πρίαμο στις επάλξεις των τειχών και από εκεί να του δείχνει έναν προς έναν του Αχαιούς ηγέτες. Πριν όμως οι δύο στρατοί έλθουν σε επαφή, προτείνεται να επιλυθεί η διαφορά με μονομαχία μεταξύ του άρπαγα Πάρη και του προσβεβλημένου Μενέλαου. Ο νικητής θα πάρει την Ελένη και τους αρπαγμένους θησαυρούς. Οι Τρώες δέχονται τους όρους, και η μονομαχία αρχίζει. Ο Μενέλαος κατανικά τον Πάρη, τον αρπάζει από το λοφίο του κράνους του, τον πατά στο έδαφος και ετοιμάζεται να τον σκοτώσει. Ο Πάρης σώθηκε, όμως, όχι από θεϊκή επέμβαση, βεβαίως, όπως αναφέρει αρχικά ο Όμηρος, αλλά από τον Πάνδαρο, ο οποίος, καταπατώντας τα συμφωνηθέντα, τόξευσε και πλήγωσε τον Μενέλαο.

Οργισμένος ο Αγαμέμνων, διατάσσει τον στρατό του να επιτεθεί, αφού πρώτα ο ίδιος βάδισε εμπρός από τις τάξεις του και ενθάρρυνε τους μαχητές και τους αρχηγούς τους. Ο Αντίλοχος σκοτώνει πρώτος τον Εχέπωλο, και ο Αγήνορας φονεύει τον Ελεφήνωρα. Αμέσως ο Αίας ο Τελαμώνιος σπέυδει να «διαφεντέψει» τον νεκρό Ελεφήνωρα, για να μην πέσει η σορός του στα χέρια των εχθρών, γεγονός που θεωρούνταν η έσχατη ατίμωση. Τον άγραφο αυτό νόμο τηρούσαν οι Έλληνες για αιώνες.

Το ίδιο έπρατταν και οι αρματολοί και οι κλέφτες, οι οποίοι έπαιρναν το κεφάλι του νεκρού πολεμιστή, αν δεν μπορούσαν να μεταφέρουν το σώμα του, για να μην το «μαγαρίσει» ο εχθρός. Το ίδιο έκαναν και οι Βυζαντινοί Έλληνες. Αυτό το νόημα είχε η απελπισμένη κραυγή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου «δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» όταν η Πόλη κυριεύτηκε.

Οι πρωτοπόροι λοιπόν του ελληνικού ηρωικού έθους Μυκηναίοι Έλληνες ήταν αυτοί που έθεσαν τα δεδομένα. Ο Αίας, καλύπτοντας τη σορό του συμπολεμιστή με την ασπίδα του, κατόρθωσε να σκοτώσει τον Σιμοείσο. Ο Τρώας Άντιφος τότε εξαπολύει το ακόντιό του κατά του Αίαντα, αλλά αστοχεί και σκοτώνει τον Λεύκο. Ο Οδυσσέας απαντά αμέσως, και σκοτώνει με μια βολή τον Δημοκώοντα. Οι Τρώες υποχώρησαν, και οι Αχαιοί πήραν τους νεκρούς τους και τους τράβηξαν πίσω από τις γραμμές της μάχης.

Η μάχη όμως μαινόταν άγρια. Ο Θράκας Πείροος σκότωσε τον Αχαιό Αμαρυγκίδη, αλλά θανατώθηκε από τον Θόαντα (= ταχύς). Οι Αχαιοί τώρα άρχισαν να πιέζουν τους Τρώες. Ο Αγαμέμνων σκότωσε τον Όδιο και ο Ιδομενέας τον Φαίστο – παράξενο πράγματι, εφόσον ο Ιδομενεύς ήταν βασιλιάς της Κρήτης και το όνομα του Φαίστου παραπέμπει επίσης στην Κρήτη. Ο Μενέλαος, παρά το τραύμα του, σκότωσε κατόπιν τον Σκαμάνδριο και ο Μηριόνης τον Φέρεκλο, τον αρχιναυπηγό των Τρώων, ο οποίος, πολύ μακριά από το υγρό στοιχείο, πολεμούσε ως απλός πεζός. Τότε τραυματίστηκε ο Διομήδης από βέλος του Πάνδαρου. Χάρη στην πανοπλία του, όμως, απέφυγε το πλήγμα, και ο ήρωας, αφού έβγαλε το βέλος, επέστρεψε αμέσως στη μάχη. Οργισμένος μάλιστα σκοτώνει οκτώ Τρώες στη σειρά!

Για να σταματήσουν τον μανιασμένο Διομήδη, ο Αινείας και ο Πάνδαρος του επιτίθενται μαζί, επιβαίνοντας στο πολεμικό άρμα του πρώτου. Ο Διομήδης, αν και πεζός, καταφέρνει να σκοτώσει τον Πάνδαρο και να τρέψει σε φυγή τον Αινεία. Ο Έκτορας και ο Σαρπηδόνας, ο ηγέτης των πλέον πιστών συμμάχων των Τρώων, των Λυκίων, κατάφεραν να ανασυντάξουν τους Τρώες, και να τους οδηγήσουν σε αντεπίθεση. Ακολούθησε νέα σφοδρή συμπλοκή, στην οποία έπεσαν πολλοί και από τις δύο παρατάξεις.

Φαίνεται ότι η αντεπίθεση του Έκτορα εξαπολύθηκε την κατάλληλη στιγμή, με άφθαρτες εφεδρικές δυνάμεις. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται από τον μεγάλο αριθμό Αχαιών νεκρών που αναφέρει ο Όμηρος ότι έπεσαν από τον Τρώα ηγέτη εκείνη τη στιγμή. Είναι η στιγμή που ο Αγαμέμνονας, βλέποντας τους άνδρες του να υποχωρούν, τους φώναξε το περίφημο «Αιδώς, Αργείοι» («Ντροπή σας, Αργίτες»). Τα λόγια του αρχιστρατήγου πλήγωσαν το φιλότιμο των πολεμιστών, οι οποίοι άρχισαν και πάλι να πιέζουν τους Τρώες, με πρωτοστάτες τον Διομήδη και τον Τελαμώνιο Αία. Από τα γραφόμενα του Ομήρου φαίνεται ότι η μάχη σε εκείνη τη φάση διεξαγόταν μεταξύ των ποταμών Σιμόη και Σκάμανδρου.

Η μάχη εξακολουθούσε να μαίνεται. Ο Διομήδης συνάντησε τότε τον Γλαύκο, ο οποίος, αν και αντίπαλος στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, ήταν φίλος από παλαιά. Αντί να επιδιώξει λοιπόν να σκοτώσει ο ένας τον άλλο, οι δύο ήρωες αντάλλαξαν δώρα και χώρισαν. Την ίδια ώρα, ο Έκτορας και ο Πάρης οδήγησαν νέα τρωική αντεπίθεση κατά των Αχαιών, η οποία δεν φαίνεται να πέτυχε και σπουδαία αποτελέσματα. Τελικά, η μάχη σταμάτησε και αποφασίστηκε να κριθεί με νέα μονομαχία μεταξύ του Έκτορα και του Αίαντα Τελαμώνιου. Η μονομαχία αυτή έληξε άκριτη, και τους δύο αντιπάλους χώρισε η νύχτα. Οι αντίπαλοι συμφώνησαν στη σύναψη διήμερης ανακωχής για να θάψουν τους νεκρούς τους. Με τον τρόπο αυτό έληξε η πρώτη μάχη, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, με 18 Αχαιούς και 38 Τρώες νεκρούς.

Η δεύτερη μάχη

Η δεύτερη  μάχη αρχίζει από τον 1ο στίχο της Ραψωδίας Θ’ και λήγει στον 488ο της ίδιας ραψωδίας. Μετά τη διήμερη ανακωχή, οι δύο στρατοί παρατάχθηκαν εκ νέου στο σκαμάνδριο πεδίο. Η ομηρική περιγραφή της δεύτερης μάχης είναι, θα λέγαμε, πτωχότερη, σε σχέση με την προηγούμενη, αλλά και από τις επόμενες.

Γενικά, η δεύτερη μάχη δεν φαίνεται να διεξάγεται με το ίδιο πάθος και από τα δύο μέρη. Οι Τρώες πάντως, μετά το μεσημέρι, άρχισαν να πιέζουν τους Αχαιούς, εξαναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση έως τα πλοία σχεδόν. Οι Αχαιοί αντιμετωπίζουν την αντίπαλη έφοδο και σκοτώνουν 12 Τρώες. Η μάχη σταματά με το τελευταίο φως της μέρας, άκριτη, με τους Τρώες να θεωρούν ότι νίκησαν. Γι’ αυτό στρατοπέδευσαν, με διαταγή του Έκτορα, στο Σκαμάνδριο πεδίο, και όχι στην πόλη τους, ώστε να είναι έτοιμοι να επιτεθούν με το πρώτο φως της επομένης μέρας. Αντικειμενικός τους σκοπός ήταν να πετάξουν τους Αχαιούς στη θάλασσα!

Η τρίτη μάχη

Η περιγραφή της  τρίτης μάχης αρχίζει στον 1ο στίχο της Ραψωδίας Λ’ και ολοκληρώνεται στον στίχο 242 της Ραψωδίας Σ’. Οι δύο στρατοί παρασκευάστηκαν, και οι Αχαιοί πέρασαν την τάφρο και παρατάχθηκαν πέρα από αυτήν.

Εκεί το πεζικό σταμάτησε και περίμενε τα άρματα. Όταν έφτασαν και αυτά, το σύνολο της αχαϊκής στρατιάς κινήθηκε προς συνάντηση των Τρώων, οι οποίοι επίσης είχαν παραταχθεί για μάχη κοντά στις θέσεις στις οποίες είχαν στρατοπεδεύσει το βράδυ. Η συνάντηση των δύο στρατών λογικά πρέπει να πραγματοποιήθηκε στο μεσοδιάστημα, μεταξύ του αχαϊκού στρατοπέδου και του πρόχειρου τρωικού.

Η μάχη αυτή άρχισε πολύ νωρίς το πρωί, και έως τις 08.00 περίπου ήταν αμφίρροπη. Εκείνη την ώρα όμως οι Αχαιοί κατόρθωσαν να διασπάσουν την εχθρική παράταξη. Ο Αγαμέμνονας σε αυτή τη φάση σκότωσε ο ίδιος τον Βιήνορα και τον Οϊλήα, τον Ίσο, τον Άντιφο, τον Πείσανδρο και τον Ιππόλοχο.

Ο Έκτορας και οι Τρώες, μην αντέχοντας την εχθρική πίεση, οπισθοχώρησαν  και, αφού πέρασαν και τον τάφο του Ίλου, σταμάτησαν μόνο μπροστά στις Σκαιές Πύλες. Εκεί ο Έκτορας τους ανασύνταξε. Στο μεταξύ,  ο Αγαμέμνονας φονεύει τον Ιφιδάμαντα και τον Κόωνα, από τον οποίο όμως τραυματίζεται στο χέρι και εγκαταλείπει τη μάχη για να περιποιηθεί το τραύμα του. Την αναχώρησή του ακριβώς εκμεταλλεύτηκε ο Έκτορας και, με τον ανασυγκροτημένο του στρατό, αντεπιτέθηκε στους προφανώς καταδιώκοντες τους Τρώες, ακέφαλους, Αχαιούς. Βάσει της ομηρικής περιγραφής ο ίδιος σκότωσε εννέα Αχαιούς μέσα σε λίγα λεπτά.

Ευτυχώς για τους Αχαιούς, ο Διομήδης και ο Οδυσσέας ανέλαβαν τη διοίκηση και αναχαίτισαν τους Τρώες, σκοτώνοντας επτά επιφανείς Τρώες. Ο Διομήδης μάλιστα τραυμάτισε ακόμα και τον Έκτορα. Αλλά και ο Διομήδης πληγώθηκε από βέλος του Πάρη και αναγκάστηκε να αποσυρθεί για να περιποιηθεί το τραύμα του. Ο Οδυσσέας, μόνος πια, προφανώς επικεφαλής της οπισθοφυλακής, αμύνθηκε σθεναρά και σκότωσε άλλους πέντε Τρώες, αλλά τραυματίστηκε και ο ίδιος.

Αυτά συνέβαιναν στο δεξί κέρας του αχαϊκού στρατού. Στο αριστερό, όπου πολεμούσαν ο Νέστορας, ο Ιδομενέας και ο Μαχάονας, η κατάσταση εξελισσόταν υπέρ των Αχαιών, μέχρι τη στιγμή που ο Έκτορας, έστω και τραυματίας, έσπευσε και ανέλαβε τη διοίκηση του τρωικού δεξιού. Την ίδια ώρα ο Αίας ο Τελαμώνιος αναλάμβανε τη διοίκηση του αχαϊκού δεξιού, σκορπώντας το θάνατο στους Τρώες. Αλλά και ο Έκτορας από το άλλο κέρας πίεζε ισχυρά τους Αχαιούς. Ο τραυματισμός μάλιστα του Μαχάονα κλόνισε τους Αχαιούς, οι οποίοι άρχισαν να οπισθοχωρούν.


Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2024

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

31 Αυγούστου 1881. Η Λάρισα απελευθερώνεται - Β’


Το Τουρκικό Διοικητήριο της Λάρισας, στον εξώστη του οποίου ανυψώθηκε στις 30 Αυγούστου 1881 η ελληνική σημαία. Φωτογραφία του 1900 περίπου. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας.Το Τουρκικό Διοικητήριο της Λάρισας, στον εξώστη του οποίου ανυψώθηκε στις 30 Αυγούστου 1881 η ελληνική σημαία. Φωτογραφία του 1900 περίπου. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας.

Τελειώνουμε σήμερα τις εντυπώσεις από την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881 που κατέγραψε ο παλιός δημοσιογράφος της Λάρισας, εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας «Μικρά» Θρασύβουλος Μακρής (1874-1956), με τίτλο «Λαρισινές σελίδες» και τις οποίες δημοσίευσε στην εφημερίδα «Θεσσαλικά Νέα» το 1947.

Τα κείμενα αυτά σας τα παρουσιάζουμε με την ευκαιρία της 143ης επετείου από την απελευθέρωση της Λάρισας στις 31 Αυγούστου 1881.
Συνεχίζει λοιπόν ο Θρασύβουλος Μακρής:
«Τας απογευματινάς ώρας του Σαββάτου εξήχθησαν των φυλακών και υπό ισχυράν συνοδείαν ωδηγήθησαν είς Ελασσώνα –εκ των φυλακών της οποίας απέδρασαν αργότερον- οι Γεώργιος Γιαμούζης (πατήρ του άλλοτε βουλευτού μας Ιωάννου Γιαμούζη [8]) και κάποιος Μυλωνάς καλούμενος, αμφότεροι κατηγορούμενοι διά τον φόνον ενός τούρκου αξιωματικού και τριών ζαπτιέδων (χωροφυλάκων).
Εξημέρωσε τέλος η μεγάλη της απελευθερώσεως ημέρα, η Κυριακή 31η Αυγούστου 1881, και η Λάρισα με την ελληνικήν και εορτάσιμον όψιν της ευρίσκεται από βαθείας νυκτός επί ποδός. Προ του Μητροπολιτικού, πενιχροτάτου τότε, ναού του Αγίου Αχιλλείου[9], εστήθη υπερύψηλος και πλατύτοξος αψίς, διακεκοσμημένη με κλάδους ημέρου δάφνης με τα ροδόχροα άνθη της, και με ελληνικάς σημαίας και τοιαύτας των Προστάτιδων Δυνάμεων, ετέρα δε ομοία είς την Πύλην Τρικκάλων (όπου νύν το μέγα Στρατιωτικών Νοσοκομείον), δι’ ής θα εισήρχετο ο Στρατός.
Ο μακαρίτης νεαρός τότε φαρμακοποιός Κωνσταντίνος Αστεριάδης (αδερφός του ιατρού και επί σειράν ετών δημάρχου Αχιλλέως Αστεριάδου, πατήρ δε του φαρμακοποιού Αγαμ. Αστεριάδου), φορών ωραίαν φουστανέλλαν εξήλθε μετ’ άλλων νέων μέχρι της παρά το Βαϊσλάρ (Τερψιθεα) θέσεως «Νταούλια» ή «Τσατάλι» και υπεδέχθη Λόχον, εισελθόντα και παραλαβόντα την πόλιν παρά του Διοικητού αυτής, όστις μετά των λοιπών Τούρκων ανωτέρων διοικητικών υπαλλήλων, διηυθύνθη διά της όπισθεν του ερειπωμένου ήδη ναΐσκου του Αγίου Βησσαρίωνος οδού (προ της νυν Γενικής Ασφαλείας, οδός Π. Νιρβάνα) προς την γέφυραν, όπου ιππεύσας ώδευσεν εκείθεν προς τον Τύρναβον.
Είς την δεξιά της αψίδος στηθείσαν εξέδραν ανέρχονται αι μαθήτριαι (υπό την διδασκάλισσαν τότε μακαρίτιδα Αμαλίαν Κ. Παπασταύρου[10]) λευκά ενδεδυμέναι κρατούσαι μικράς σημαίας και άνθη, εις την αριστερά δε της αψίδος άλλην εξέδραν τοποθετούνται, φέροντες επί του στήθους χιαστί κυανόλευκους ταινίας και σημαίας εις τας χείρας, υπό την διδασκάλισσαν των Ζωήν Σπαούλαν καλουμένην, οι μαθηταί, μεταξύ των οποίων συγκατελέγετο και ο χαράσσων τας γραμμάς ταύτας.
Εις την πύλην καταφθάνει μετ’ ολίγον ο αοίδιμος Μητροπολίτης Νεόφυτος Πετρίδης (αποβιώσας τον Σεπτέμβριον του 1896), συνοδευόμενος υπό του εν Τυρνάβω Εξάρχου του Πανάγιου Τάφου αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Δροσινά, και σύμπαντος του ιερού της πόλεως κλήρου, όλοι φέροντες πολυτελείς στολάς.
Μετά την όπισθεν του Μητροπολίτου τοποθέτησιν του ιερού Κλήρου, προσήλθον και κατέλαβον δεξιά τούτου θέσιν πάντες οι προύχοντες Λαρισαίοι. Η στιγμή είναι ιερά, και το εθνικόν αίσθημα εκσπά είς ταχείς και ζωηρούς της καρδίας παλμούς. Και όταν μετ’ όλιγον ο Στρατός επλησίασεν, όλοι δακρύουσιν, ενώ συγχρόνως εκσπώσιν εις ουρανομήκεις ζητωκραυγάς, εν συνεχεία των οποίων διέρχεται κατά πρώτον τμήμα ευσταλών ευζώνων, το οποίον διευθύνεται προς την μακαρίτιδα γέφυραν[11], προς χαιρετισμόν των τελευταίων αναχωρούντων Τούρκων.
Προηγούνται επί λευκών ίππων και με τας επισήμους στρατιωτικάς στολάς των οι αντιπρόσωποι των Δυνάμεων, ακολουθεί η Μουσική του Στρατού, έπονται οι σαλπισταί και είτα ελαφρώς κυματίζουσα η Σημαία και ο αρχηγός της καταλήψεως Σούτσος, επί λευκού μεγαλοσώμου ίππου. Απερίγραπτος ο επικρατήσας την στιγμήν εκείνην πανζουρλισμός, φέσια κατέρυθρα ξεσκίζονται και πετώνται εις τον αέρα, οι μαθηταί και αι μαθήτριαι ζητωκραυγάζοντες υψώνουσι και κινούσι δαιμονιωδώς τας σημαίας, ρίπτωσιν άνθη, και μετ’ ολίγον άδουσιν ωραίον εμβατήριον, εις την απελευθερωθείσαν Θεσσαλίαν αφιερωμένον.
Ο στρατηγός Σούτσος κατελθών του ίππου, ασπάζεται το Ευαγγέλιον και την δεξιάν του Μητροπολίτου, η δε διδασκάλισσα Αγγελική Σκόρδα με ηχηράν φωνήν προσφωνεί τον Στρατηγόν, τον οποίον και στεφανώνει δι’ εκ δάφνης στεφάνου (Διά να μη ξεχάσωμεν, σημειούμεν τώρα ότι η διδασκάλισσα Σκόρδα υπανδρεύθη τον εκ Νεμβεγλερίου [Νίκαιας] ζωγράφον και αγιογράφον Νικόλαον Αργυρόπουλον, απέθανε δε εις τα Παρίσια, όπου τω 1925 μετέβη μετά του συζύγου της, ίνα γνωρίση τα εκεί εγκατεστημένα τέκνα αυτού, προγόνια της).
Το πλήθος έξαλλον δεν παύει διατόρως (με διαπεραστική φωνή) ζητωκραυγάζον, οι δε κατά σειράν ιστάμενοι υδροφόροι (σακατζήδες) προσφέρουσι νερό εις τους κουρασμένους και κάθιδρους στρατιώτας. Ενώ δε ο κόσμος προχωρεί συνοδεύων τον στρατόν, ακούεται διαλαλούμενη η πρώτη εκδοθείσα την ημέραν εκείνην εν τη πόλει μας εφημερίς «Αστήρ της Θεσσαλίας», γενομένη ανάρπαστος υπό του πλήθους. (Διά την εφημερίδα αυτήν και τας μετ’ αυτήν μέχρι της σήμερον εκδοθείσας αλλάς τοιαύτας εν τη πόλει μας, θα αναφέρωμεν εκτενώς, προϊούσης της αφηγήσεως μας).
Πάντες κατευθύνονται εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, όπου μετά την δοξολογίαν ψάλλεται υπό του καλλιφώνου πρωτοψάλτου Μιχαλάκη Γαλανίδου (πατρός του πρότινος θανόντος δικηγόρου Δημητρίου Γαλανίδου) διά πρώτην φοράν ο Πολυχρονισμός του αειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου του Α’. Ο Στρατός παρουσιάζει όπλα, ή Μουσική ανακρούει ειδικόν εμβατήριον, και ο Μητροπολίτης μετά σύντομον ενθουσιωδέστατον λόγον ζητωκραυγάζει υπέρ του Έθνους, του Στρατού, του Στρατηγού Σούτσου, όστις κατόπιν διευθύνεται μετά του Επιτελείου του εις το Διοικητήριον, εις τον εξώστην του οποίου είχεν υψωθή από της προτεραίας υπερμεγέθης σημαία.
Από της 10ης πρωϊνής μέχρι της 4ης απογευματινής ώρας της αλησμόνητου εκείνης Κυριακής, 31ης Αυγούστου 1881 (το όνομα της οποίας φέρει ήδη η προ της βορείου πλευράς της Νέας Αγοράς διερχομένη και εις Αγυιάν άγουσα οδός), εξηκολούθει η είσοδος των άλλων τμημάτων του απελευθερωτικού Στρατού, τα οποία κατηυλίσθησαν: το Ορειβατικόν Πυροβολικόν εντός του περιφραγμένου τότε χώρου του Φρουρίου, εφ’ ου ανυψώθη τεράστια Κυανόλευκος, το Πεδινόν τοιούτον εις τον «Πέραν Μαχαλάν» και το αναπεπταμένον πεδίον του Αλκαζάρ, το Ιππικόν εις τα «Σάλια»(όπου είναι τώρα το Κεραμοπλινθοποιείον Κολέσκα)[12], και το Πεζικόν προ του Διοικητηρίου και εις τους προ του Φρουρίου και του Κυλινδρομύλου Φώτη Παππά ανοικτούς τότε χώρους.
Πρέπει εδώ, διά την ιστορικήν ακρίβειαν της αφηγήσεώς μας, να προσθέσωμεν ότι, σημαιοφόρος του εισελθέντος Στρατού ήτο ο Δημήτριος Γιάννακας (Πουτούλης τουπίκλην [καλούμενος]), θείος των συμπολιτών μας αδελφών Γιάννακα), ευσταλής και ασίκης τότε λοχίας των ευζώνων, καλλίφωνος δε, λαβών μέρος εις τον πρώτον πολυχρονισμόν του αείμνηστου Βασιλέως Γεωργίου του Α’. Εκ των υπασπιστών του Στρατηγού Σούτσου ήτο ο εκ της Στρατ. Ακαδημίας του Μονάχου νεωστί τότε εξελθών ανθυπίλαρχος. Εμμαν. Μεταξάς, γνωστός τοις πάσι διά τα αλτρουϊστικά του αισθήματα, και την κυνηγετικήν του δεινότητα, ανώτερος δε διοικητής της Στρατ. Αστυνομίας μας κατά το 1897 διατελέσας.
Μεταξύ των σαλπιστών του εισελθόντος Στρατού συγκατελέγεντο οι: Δημ. Γραφειάδης και Γεώργιος Φαρμάκης, οίτινες αφυπηρετήσαντες του Στρατού αργότερον παρέμειναν ενταύθα, ο μεν ως βιβλιοδέτης, ο δε ως μάγειρας, ονομαστός διά την τέχνην του και σωστός … Λούκουλος. Εις την Μουσικήν υπηρέτει τότε ο αλησμόνητος χωρατατζής κουρεύς Κώστας Χαρίτος, αδελφός του φαρμακοποιού Θωμά Χαρίτου.
Ένα μήνα από της ιστορικής 31ης Αυγούστου, περατωθείσης της καταλήψεως της Θεσσαλίας υπό των ελληνικών στρατευμάτων, ο στρατηγός Σούτσος απήλθεν είς Αθήνας, διορισθέντος στρατιωτικού Διοικητού της νεοελευθερωθείσης χώρας του στρατηγού Αλεξ. Γρίβα, επί των ημερών του οποίου ο πέραν της γεφύρας «Μπελεντιέ μπαχσέ» (δημοτικός κήπος) εδενδροφυτεύθη τελείως με λεύκας και πλατάνια (τα οποία κατέκοψαν οι αγριοκατακτηταί Ιταλοί και μερικοί δικοί μας υπάνθρωποι), και μετωνομάσθη «Αλκαζάρ». Διαταγή του Στρατηγού, επαιάνιζεν εκεί τρίς της εβδομάδος η Μουσική, καταστάντος ούτω του μαγευτικού Αλκαζάρ μοναδικού κέντρου αναψυχής των Λαρισαίων.
Εις τον κήπον τούτον ήτο άλλοτε μέγα κτίριον, χρησιμεύον ως Νοσοκομείον. Εις τούτο, κατόπιν διαταγής του Τούρκου διοικητού, ενοσηλεύοντο δωρεάν και Χριστιανοί, του οποίους εκουράριζαν εναλλάξ οι νεαροί τότε ασκληπιάδαι Αναστ. Ζαρμάνης, Παναγ. Θεοχαρίδης, Δ. Αστεριάδης (Παππούς) και Κωνστ. Μαρκίδης.
Ούτω κατελήφθη η Θεσσαλική Μητρόπολις και τοιουτοτρόπως εισήλθεν ο Στρατός μας εις την Λάρισαν, γενόμενος αντικείμενον και εκτάκτων περιποιήσεων επί πολλάς ημέρας υπό των κατενθουσιασμένων κατοίκων.
Η Θεσσαλία, μέρος πλέον του Ελληνικού Κράτους, εχρησίμευσεν ως βιτρίνα του εκπολιτιστικού έργου τούτου, έναντι των γειτονευουσών αδελφών της Μακεδονίας και Ηπείρου, η δε Λάρισα έσχε την τιμήν να καταστή το ορμητήριον του Στρατού μας διά την απελευθέρωσιν των χωρών αυτών, κατά τους ενδόξους πολέμους του 1912 και 1913».

____________________

[8]. Ο Ιωάννης Γιαμούζης εξελέγη βουλευτής Ελασσόνας σε τρεις εκλογές το 1915, το 1923, και το 1928. Καζάκης Φοίβος: Δημήτριος Αστερ. Καζάκης, βουλευτής και γερουσιαστής και οι Θεσσαλοί βουλευταί-γερουσιασταί. 1881-1946. Λάρισα (2006) σελ. 32 κ.ε.
[9]. Πρόκειται για την εκκλησία η οποία έμεινε γνωστή ως Βασιλική του Καλλιάρχη, η οποία κτίστηκε το 1794 (κατά την τουρκοκρατίας) μέσα σε 33 ημέρες, χάρη στις ενέργειες του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου Η’ Καλλιάρχη (1791-1806).
[10]. Το πατρικό της επίθετο ήταν Χρυσοχόου, αδελφή του χαρτογράφου Μιχαήλ Χρυσοχόου, είχε καταγωγή από τη Ζίτσα της Ηπείρου και μετά το 1881 παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Κων. Παπασταύρου.
[11]. Ως γνωστόν είχε ανατιναχθεί δύο φορές κατά την διάρκεια της κατοχής.
[12]. Είναι η περιοχή της σημερινής δεύτερης οδικής γέφυρας του Πηνειού, στον χώρο όπου πραγματοποιείται η λαϊκή αγορά της Τετάρτης.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Μια σημαντική επέτειος


Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως). επιστολικό δελτάριο των Πάλλη – Κοτζιά, (P&C, αρ. 374).  Μάρτιος 1897. Η πρώτη εικόνα που δημοσιεύθηκε στη σειρά «ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…»Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως). επιστολικό δελτάριο των Πάλλη – Κοτζιά, (P&C, αρ. 374). Μάρτιος 1897. Η πρώτη εικόνα που δημοσιεύθηκε στη σειρά «ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…»

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Χθες 31 Αυγούστου, σε μια περίοδο όπου η είδηση της αναστολής κατεδάφισης της οικίας Τλούπα και η συναυλία του μουσικού Στέφανου Κορκολή στο Α΄ Αρχαίο Θέατρο κυριαρχούν στην πολιτιστική ζωή της Λάρισας, συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια συνεχούς παρουσίας αυτής της στήλης στην εφημερίδα, που την ονομάσαμε με τον τότε αρχισυντάκτη της Χρήστο Τσαντήλα «ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις».

Μέσα σ’ αυτά τα δέκα χρόνια η στήλη δεν σταμάτησε ποτέ. Στο διάστημα αυτό γράφηκαν περίπου 520 κείμενα και δημοσιεύθηκε αντίστοιχος αριθμός φωτογραφιών. Προσωπικά το θεωρώ ως άθλο, γιατί παρ’ όλες τις αντιξοότητες που αφορούσαν τον συγγραφέα σε διάφορα θέματα, η στήλη δεν σιώπησε ποτέ και συνέχισε την αφιλοκερδή παρουσία της. Ευτύχησε όμως η 4η σελίδα της Κυριακάτικης «Ελευθερίας» να έχει όλο αυτό το διάστημα και έναν άλλο ιστορικό εργάτη της Λάρισας, μεγάλης εμβέλειας, τον Αλέξανδρο Γρηγορίου, ο οποίος με τις «Προσωπογραφίες» του γνώρισε στους σημερινούς Λαρισαίους, όλους σχεδόν τους σημαντικούς προγόνους τους. Με την προσθήκη και μιας στήλης γεμάτης παλιές οικογενειακές φωτογραφίες που έστελναν στην εφημερίδα οι αναγνώστες της, συμπληρωνόταν ολόκληρη η σελίδα. Έτσι σιγά-σιγά δημιουργήθηκε ένα ιστορικό αρχείο για την πόλη, η αξία του οποίου πιστεύω ότι θα εκτιμηθεί δεόντως μετά από πολλά χρόνια, όταν οι δημιουργοί τους θα λείπουν…
Στη συνέχεια θα σταθώ στην Κυριακή 31 Αυγούστου 2014, όταν η εφημερίδα δημοσίευε το πρώτο κείμενο της σειράς «ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…». Ήταν μια σημαδιακή ημέρα, γεμάτη εκδηλώσεις και ευχάριστα απρόοπτα. Το πρωί της Κυριακής, μετά τη Θεία Λειτουργία στο ναό της Αναλήψεως, όπου χοροστάτησε ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, επακολούθησε η κατάθεση στεφάνων στο μνημείο της πλατείας όπου βρίσκεται ο ναός. Ήταν η επέτειος της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Οθωμανούς το 1881, μια επέτειος η οποία συνεχίζεται να εορτάζεται με επισημότητα κάθε χρόνο. Εκείνη τη χρονιά εκπρόσωπος της πολιτείας στις εορτές ήταν ο τότε υπουργός Πολιτισμού Κωνσταντίνος Τασούλας (ο σημερινός πρόεδρος της Βουλής), επικεφαλής των τοπικών αρχών και οργανώσεων.
Αμέσως μετά, το ιερατείο, οι επίσημοι και πολύς κόσμος κατευθύνθηκαν στο κτίριο του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας. Το κτίριο και οι φορείς του ήταν έτοιμοι από καιρό για την τελετή των εγκαινίων. Στην τελετή προέστη ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, παρουσία του υπουργού Πολιτισμού, τον οποίο πλαισίωναν οι βουλευτές Μάξιμος Χαρακόπουλος, Χρήστος Κέλλας, ο περιφερειάρχης Κώστας Αγοραστός, ο απερχόμενος δήμαρχος Κώστας Τζανακούλης και ο νέος Δήμαρχος Απόστολος Καλογιάννης. Έλειπε δυστυχώς η ψυχή του Λαογραφικού Μουσείου, η μεγάλη «Δέσποινα» της Λάρισας Λένα Γουργιώτη, η οποία βαριά άρρωστη καθώς ήταν, δεν είχε καν γνώση της τελετής. Την αντικαθιστούσε ο υποφαινόμενος, αντιπρόεδρος τότε του Λαογραφικού Μουσείου.
Δύο σημαντικά γεγονότα σημάδεψαν την τελετή. Το πρώτο ήταν η σύγχρονη παρουσία του νέου δημάρχου Απόστολου Καλογιάννη, ο οποίος την επόμενη ημέρα 1η Σεπτεμβρίου 2014 αναλάμβανε τα ηνία της νέας δημοτικής αρχής και του απερχόμενου δημάρχου Κώστα Τζανακούλη, ο οποίος εκείνη την ημέρα, 31 Αυγούστου, διήγε την τελευταία ημέρα της πολυετούς θητείας του. Ήταν ένας οιωνός άριστος, να βρίσκονται δίπλα-δίπλα οι αντίπαλοι των πρόσφατων αυτοδιοικητικών εκλογών.
Το δεύτερο ήταν πιο σημαντικό. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του υπουργού Κων. Τασούλα στο Λαογραφικό Μουσείο και πριν την έναρξη της τελετής των εγκαινίων, έφθασε μια χαρμόσυνη είδηση από την ομάδα αρχαιολόγων η οποία έκανε την περίοδο εκείνη ανασκαφές στον τύμβο Καστά στην Αμφίπολη. Είχαν ανακαλύψει επιδαπέδιο ψηφιδωτό με την παράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα και ενημέρωναν τον υπουργό Πολιτισμού. Από τον εκτυπωτή του Λαογραφικού Μουσείου έφθασε στα χέρια του υπουργού ασπρόμαυρο αντίγραφο της παράστασης του ψηφιδωτού και μια χαρμόσυνη ατμόσφαιρα δημιουργήθηκε σε όσους είχαν την ευκαιρία να το δουν.
Αυτή την Κυριακή λοιπόν, γεμάτη από σπουδαία γεγονότα, η εφημερίδα «Ελευθερία» δημοσίευε το πρώτο κείμενο της σειράς «ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις.». Είχε τίτλο «Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως)». Τα κείμενο ξεκινούσε ως εξής: «Κάθε Κυριακή υπάρχει η πρόθεση από την εφημερίδα μας να δημοσιεύεται κάποιο χαρακτικό ή μια πολύ παλιά φωτογραφία της Λάρισας. Συγχρόνως να ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή του, και όπου αυτό είναι δυνατό, να γίνεται συσχέτιση με τη σημερινή μορφή της ίδιας άποψης. Παράκληση απευθύνεται προς τους αναγνώστες να μη διστάζουν να διορθώνουν τα λάθη μας, αλλά και να συνεισφέρουν δικές τους παλιές απόψεις της πόλης μας προς δημοσίευση». Προηγείτο η φωτογραφία που αναδημοσιεύεται στο σημερινό κείμενο και ακολουθούσε η περιγραφή της εικόνας ως εξής: «Στο μέσον υπάρχει η Πλατεία Καλλιθέας, ένας ευρύς αδιαμόρφωτος χώρος, με πλήθος κόσμου κάθε ηλικίας που παρακολουθεί κάποια τελετή και συνομιλεί. Ο συνωστισμός επεκτείνεται και δεξιά σε ένα ύψωμα που αντιστοιχεί στην περιοχή του ρολογιού της πόλης. Αριστερά είναι παρατεταγμένα τμήματα στρατού, ενώ άγημα κινείται σε πομπή, η οποία πρέπει να κατευθύνεται προς την εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου.
Στο βάθος αριστερά εντοπίζεται επίμηκες ισόγειο οίκημα, με τοξωτή πύλη, εσωτερική αυλή και μικρό υπερώο στη στέγη στο κέντρο της πρόσοψης. Το κτίριο αυτό ήταν παλιός οθωμανικός στρατώνας, που τότε στέγαζε εγκαταστάσεις πυροβολικού του ελληνικού στρατού, όπως φαίνεται από μια σειρά κανόνια που μόλις διακρίνονται αριστερά και έξω απ’ αυτό. Οι εγκαταστάσεις αυτές καταλαμβάνουν τη σημερινή περιοχή του Ηρώου». Η φωτογραφία χρονολογείται, με κάποια σχετική επιφύλαξη, τον Μάρτιο του 1897.
Αλήθεια. Ποιος θα το πίστευε τότε ότι αυτή η στήλη θα συμπλήρωνε σήμερα δέκα χρόνια ιστορικής ενημέρωσης;