Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2024

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Ξενοδοχείον «Ολύμπιον»

 
Η κατασκευή του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» μόλις έχει αποπερατωθεί. Φωτογραφία Γεωργίου Βαλσάμη. 1937. Αρχείο Φανής Σακελλάριου.Η κατασκευή του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» μόλις έχει αποπερατωθεί. Φωτογραφία Γεωργίου Βαλσάμη. 1937. Αρχείο Φανής Σακελλάριου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κατά καιρούς αναφερθήκαμε από τη στήλη αυτή σε διάφορα μεγάλα ξενοδοχεία της Λάρισας των χρόνων του μεσοπολέμου, τα οποία βρίσκονταν στο κεντρικό τμήμα της παλιάς πόλης.

Μιλήσαμε για το «Μέγα Ξενοδοχείον Το Στέμμα», το οποίο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της Κεντρικής πλατείας και είχε κτισθεί το 1888 από τον δήμαρχο Διονύσιο Γαλάτη. Σήμερα στη θέση του υπάρχουν δύο πολυώροφες οικοδομές. Γράψαμε για το ξενοδοχείο «Πανελλήνιον», το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά της ίδιας πλατείας και κτίσθηκε το 1908 από τους αδελφούς Μπουσινιώτη. Τέλος, αναφερθήκαμε και στο ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος», το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Σκαρλάτου Σούτσου και Ίωνος Δραγούμη, και κτίσθηκε περί το 1925 από τον Ηλία Κολέσκα. Με την ευκαιρία αυτή σημειώνουμε ότι το πρώτο ξενοδοχείο, με τη σημερινή έννοια του όρου, εντοπίσαμε κατά το 1881, όταν έγινε η ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνον τα πανδοχεία (Χάνια). Βρισκόταν πίσω από το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, στη σημερινή γωνία των οδών Κύπρου και Σκαρλάτου Σούτσου και ήταν ιδιοκτησίας του Χρήστου Βαμβακά [1].
Στο σημερινό μας κείμενο θα αναφερθούμε στην τοπογραφία της γωνίας των οδών Κύπρου και Μ. Αλεξάνδρου κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, στον χώρο όπου το 1937 αναπτύχθηκε ένα άλλο μεγάλο ξενοδοχείο της πόλης, το «Ολύμπιον», το κτίριο του οποίου υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Μ. Αλεξάνδρου βρισκόταν το καπνοπωλείο του Βασιλείου Καραπέτσα. Το κατάστημα διατηρήθηκε και στο νέο κτίριο, με συνεταίρο τον Ιωάννη Δημητρόπουλο. Συγχρόνως αύξησε και τον κύκλο εργασιών του δημιουργώντας σημείο πώλησης εφημερίδων και περιοδικών, πολυτελές στιλβωτήριο ανδρικών παπουτσιών με ειδικές πολυθρόνες και πολλά άλλα. Ήταν και στέκι πολλών Λαρισαίων αστών, οι οποίοι αντλούσαν ειδήσεις από διάφορα εφήμερα περιστατικά [2].
Το αμέσως επόμενο μαγαζί επί της οδού Αλεξάνδρας ήταν το εργαστήριο του ωρολογοποιού Παπακωνσταντίνου, που ήταν περισσότερο γνωστός ως «Μαντζαφλάρας». Τα ρολόγια τσέπης προπολεμικά ήταν ένα απαραίτητο εξάρτημα για κάθε άνδρα, γι’ αυτό και οι τεχνίτες ωρολογοποιοί ήταν αρκετοί
Ακολουθούσε κατάστημα με γαλακτοκομικά προϊόντα του Κυριάκου Γκέκα. Μετά τον πόλεμο στη θέση αυτή και μέχρι το 1972 συστέγασαν οι παντοπώλες Μεν. Καρυώτης – Νικ. Πράττος τα καταστήματά τους.
Το επόμενο κατάστημα ήταν το εστιατόριο του Καλύβα, το οποίο κατόπιν το δούλεψε, επίσης, ως εστιατόριο ο Κώστας Τσακατούρας. Εκείνη την εποχή τα εστιατόρια (ξενοδοχεία φαγητού ονομάζονταν) ήταν πολλά στη Λάρισα, λόγω της μεγάλης εμπορικής κίνησης που είχε και τους πολλούς ξένους δημόσιους υπαλλήλους και στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στην πόλη. Μεταπολεμικά στη θέση του στεγάστηκε το ξακουστό Ζαχαροπλαστείο «Ολύμπιον» του Δήμου Γκουνταρούλη.
Από την πλευρά της οδού Μ. Αλεξάνδρου, δίπλα από το καπνοπωλείο Καραπέτσα, με πρόσοψη προς την πλατεία, λειτουργούσε το κουρείο του Κώστα Χαρίτου. Ήταν πολυτελέστατο και από τα λίγα που διέθετε ανακλινόμενες πολυθρόνες, όπου οι πελάτες ξάπλωναν για να ξυριστούν. Μεταπολεμικά στεγάστηκε το κομμωτήριο-κουρείο του Ξυραδάκη.
Αμέσως μετά ήταν το πασίγνωστο καφεζαχαροπλαστείο του Γεωργίου Παλάκα από τη Ραψάνη. Ο Παλάκας ήταν θαυμάσιος και πνευματώδης άνθρωπος και θεωρείτο ένας από τους παράγοντες της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής της παλιάς Λάρισας. Στο κατάστημά του σύχναζαν κατά προτίμηση επαγγελματίες, οι οποίοι περνούσαν ώρες ατέλειωτες συζητώντας θέματα που αφορούσαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
Δίπλα από του Παλάκα ήταν εγκατεστημένο το βιβλιοπωλείο και τυπογραφείο του Αλκιβιάδη Μακρή [3]. Το 1926 μετά την εγκατάσταση του τελευταίου στον Βόλο, η επιχείρησή του περιήλθε στην Εταιρεία Δημητρακοπούλου-Παρασκευοπούλου-Παναγιωτακοπούλου. Πίσω ακριβώς από το κατάστημα αυτό και κατά μήκος μιας στενής παρόδου ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία και τυπογραφεία της εφημερίδας «Ελευθερία», τα οποία επικοινωνούσαν και από την οδό Ρούσβελτ (Φαρσάλων τότε).
Πάνω από τα καταστήματα που περιγράψαμε στεγαζόταν από παλιά σε έναν όροφο το «Ξενοδοχείον Ύπνου Κεντρικόν», το οποίο αρχικά λειτούργησε ως επιχείρηση του Αγραφιώτη και στη συνέχεια του Γεωργίου Σκένδρου.
Το 1936-37 ο Ανδρέας Κουτσίνας, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκαν όλα τα καταστήματα που προαναφέραμε, τα κατεδάφισε και στη θέση τους κατασκεύασε τριώροφη οικοδομή, στην οποία το μεν ισόγειο είχε μεμονωμένα καταστήματα, οι δε όροφοι στέγασαν το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» με διευθυντή τον Γεώργιο Γάκο. Ιστορική παραμένει η διαμονή τον Απρίλιο του 1939 στο ξενοδοχείο αυτό του έκπτωτου βασιλιά της Αλβανίας Ζώγου με τη λεχωίδα σύζυγό του. Ήταν το πολυτελέστερο ξενοδοχείο της εποχής πριν ανεγερθούν οι νέες σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες της Λάρισας. Σαν κτίσμα είναι το μοναδικό από όλα τα προπολεμικά οικοδομήματα της Κεντρικής πλατείας, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Πριν από μερικά χρόνια άλλαξε χρήση και στους ορόφους λειτουργεί φροντιστήριο. Δίπλα από το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» επιζούσε μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες το καφενείο «Νέος Κόσμος», ένα από τα αρχαιότερα της Λάρισας.
————————-
[1]. Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω ότι ο Αλέξανδρος Γρηγορίου από χρόνια ερευνά και καταγράφει τα χάνια και τα ξενοδοχεία της παλιάς Λάρισας από τον 15ο αι. έως το 1940 με επιστημονικό τρόπο και είναι υπό έκδοση ομότιτλη μελέτη του.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το κατάστημα Δημητρόπουλου-Καραπέτσα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 21ης Νοεμβρίου 2021.
[3]. Ήταν αδελφός του Γεωργίου Μακρή, πατέρα του Θρασύβουλου Μακρή της εφημερίδας «Μικρά». Αλκιβιάδης και Ευθαλία Μακρή απέκτησαν τέσσερα τέκνα. Ο Φαίδων διακρίθηκε ως δημοσιογράφος, η Άρτεμις σπούδασε και εργάσθηκε ως δασκάλα, ο Άρης ήταν για χρόνια καθηγητής Μουσικής στο Ωδείο της Λάρισας και ο Κίτσος αναδείχθηκε στον γνωστό διαπρεπή λαογράφο με την πανελλήνια φήμη.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

 Ιερός Λόχος Θηβών: Μια από τις κορυφαίες πολεμικές μονάδες που έδρασαν στην Αρχαία Ελλάδα

Ο Ιερός Λόχος των Θηβών ήταν μια από τις κορυφαίες πολεμικές μονάδες που έδρασαν στην Αρχαία Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 379 π.Χ. από τον Γοργίδα και απαρτιζόταν από 150 ζευγάρια εραστών Θηβαίων οπλιτών[1] αν και πιθανολογείται πως υπήρχε και σε παλαιότερη εποχή. Στη συνέχεια αναδιοργανώθηκε και απέκτησε μέγιστη φήμη υπό τον Πελοπίδα. Καταστράφηκε ολοκληρωτικά στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.).

Οργάνωση, τακτική και δράση

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο,[2] ο Λόχος ιδρύθηκε από τον Γοργίδα, την εποχή που η Θήβα αποτίναξε τη σπαρτιατική κυριαρχία. Όμως ο Διόδωρος Σικελιώτης μαρτυρεί ύπαρξη Ιερού Λόχου το 424 π.Χ., κατά τη μάχη του Δηλίου. Έχει εκφραστεί η άποψη ότι αυτή η διαφορά με τον Πλούταρχο εξηγείται αν θεωρηθεί πως ο Γοργίδας απλώς αναδιοργάνωσε το σώμα, μετά την απελευθέρωση της Θήβας.[3] Η ίδρυση μιας τέτοιας επίλεκτης μονάδας καλά εκπαιδευμένων στρατιωτών πρέπει να θεωρηθεί προϊόν μίμησης του επιτυχημένου σπαρτιατικού δόγματος ότι ο πόλεμος είναι τέχνη η οποία αποκτάται με την εκπαίδευση.[4]

Κατά τον James G. DeVoto η ένταξη των εκπαιδευόμενων στον Ιερό Λόχο γινόταν στην ηλικία των 20 με 21[5].

Πριν τον Πελοπίδα, ο Ιερός Λόχος χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στην πρώτη γραμμή της θηβαϊκής φάλαγγας, με αποτέλεσμα τη διασπορά των ανδρών του, ενώ ο Πελοπίδας ήταν ο πρώτος που τον χρησιμοποίησε ως αδιάσπαστη δύναμη.[6]

Οι πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε ο Ιερός Λόχος, μετά την αναδιοργάνωση από τον Πελοπίδα, δεν είναι σαφείς. Εξ αιτίας αυτού έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες ερμηνείες. Κατά μία άποψη, η μονάδα αυτή βρισκόταν πίσω από την πρώτη γραμμή του κέρατος του Επαμεινώνδα. Ωστόσο η θεωρία αυτή προσκρούει στις δυσκολίες παρακολούθησης της μάχης πίσω από σχηματισμό με μεγάλο βάθος, όπως ήταν ο θηβαϊκός. Η αντίθετη άποψη τοποθετεί τον Λόχο στην πρώτη γραμμή της πτέρυγας του Επαμεινώνδα, είτε καλύπτοντάς την ολόκληρη είτε εν μέρει.[7]

Η πρώτη μάχη όπου ο Ιερός Λόχος του Πελοπίδα είχε σημαντική συμβολή ήταν αυτή στην Τεγύρα, όπου ανέκοψε μεγαλύτερη σπαρτιατική δύναμη.

Για τη μάχη των Λεύκτρων, επικρατεί η άποψη πως ο ρόλος του Ιερού Λόχου ήταν καθοριστικός στη διατάραξη της κυκλωτικής κίνησης που επιχείρησαν οι Σπαρτιάτες, αν και μερικοί γνωστοί σύγχρονοι ιστορικοί τον έχουν αμφισβητήσει έντονα, μη δίνοντας βάση στα λεγόμενα του Πλουτάρχου και παρατηρώντας τη σιωπή άλλων αρχαίων συγγραφέων.[8]

Για 35 χρόνια έμεινε αήττητος, μέχρι τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. όπου καταστράφηκε ολοσχερώς από το Μακεδονικό Ιππικό του Φίλιππου το οποίο διοικούσε ο Μέγας Αλέξανδρος. Κατά μια υπόθεση που έχει αμφισβητηθεί, ο Λέων της Χαιρώνειας είχε ανεγερθεί προς τιμή του Ιερού Λόχου, στην περιοχή που είναι θαμμένοι οι νεκροί του.[9] Εχει επίσης διατυπωθεί η υπόθεση πως η έχει υπερτονιστεί η συμβολής του Λόχου στη μάχη αυτή (είναι χαρακτηριστικό ότι την αναφέρει μόνο ο Πλούταρχος) , προκειμένου να εξαρθεί η συμβολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.[9]

«Ιερός Λόχος». Γλυπτό του Malcolm Lidbury για το 2016 LGBT History & Art Project

Σχέσεις μεταξύ των μελών του Ιερού Λόχου

Κατά τον Πλούταρχο, «ἔνιοι δέ φασιν ἐξ ἐραστῶν καὶ ἐρωμένων γενέσθαι τὸ σύστημα τοῦτο».[10] Αυτό που οδήγησε στη δημιουργία αυτού του στρατιωτικού σώματος είναι, όπως σχολιάζει ο Πλούταρχος, το ότι μια μονάδα που βασίζεται στην αγάπη και τη φιλία του ερωμένου και του εραστή, κάνει πιο δύσκολο σε κάποιον να την εγκαταλείψει κατά τη διάρκεια της μάχης.[11] Είναι χαρακτηριστικό πως οι αρχαίοι συγγραφείς συχνά παραθέτουν τη Θήβα ως μια από τις δυο πόλεις-κράτη της ηπειρωτικής αρχαίας Ελλάδας (η άλλη ήταν η Ήλις), όπου ενθαρρύνονταν οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και εφήβων.[12][13] Επίσης, η λατρεία του Ηρακλή ήταν πολύ διαδεδομένη στη Βοιωτία ενώ ο Αριστοτέλης αναφέρει και ιερό αφιερωμένο στον Ιόλαο, σύντροφο και εραστή του Ηρακλή, όπου οι Θηβαίοι εραστές έδιναν υποσχέσεις αμοιβαίας αφοσίωσης.[13] Κατά τον Πλούταρχο, ο Ιερός Λόχος πήρε το πρώτο συνθετικό του ονόματός του από αυτό το έθιμο που αναφέρει ο Αριστοτέλης.[12] Ωστόσο, το γεγονός ότι, κατά τον Πλούταρχο, ο Θηβαίος εραστής δώριζε μια πανοπλία στον ερωμένο, με την ευκαιρία της πολιτογράφησής του, θα μπορούσε να σημειώνει το τέλος της παιδεραστικής σχέσης τους παρά την αρχή της, πρακτική που συνηθιζόταν στην αρχαία Ελλάδα.[13]

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα για την ακριβή φύση των σχέσεων μεταξύ των μελών του Ιερού Λόχου, κατά τη διάρκεια της συμμετοχής τους σ' αυτόν. Από τα 11 αρχαία κείμενα (από 9 διαφορετικούς συγγραφείς) που αναφέρονται στον Λόχο, τα έξι μιλούν για σεξουαλική σχέση αλλά, κατά την άποψη του ιστορικού David Leitão, αυτές οι πηγές είναι αρκετά μεταγενέστερες και αμφισβητήσιμης αξιοπιστίας, καθώς αναπαράγουν ερωτική παράδοση της ευρύτερης Ελλάδας η οποία φτάνει μέχρι τον Πλάτωνα. Επιπλέον, οι πηγές αυτές προέρχονται από ηθογραφικά κείμενα και όχι από την καθαρή ιστοριογραφία.[14] Υπάρχει όμως και η αντίθετη θέση, ότι το σώμα των αρχαίων πηγών που υποστηρίζουν την παιδεραστική εκδοχή είναι λιγότερο επισφαλές από άλλες πληροφορίες της αρχαίας ιστοριογραφίας τις οποίες έχουμε αποδεχθεί ως αληθινές[15] Μια άλλη κριτική στο σκεπτικισμό του Leitão υποστηρίζει πως ο όγκος των αρχαίων αναφορών στην ερωτική φύση του Λόχου, και των οποίων μεγάλο μέρος είναι σύγχρονες με την εποχή του, είναι πολύ σημαντικός για να μπορεί να απορριφθεί.[16]

Με την ίδια προσοχή πρέπει να αξιολογούνται και οι πηγές που μιλούν για μη ερωτική σχέση μεταξύ των Ιερολοχιτών, οι οποίες φαίνεται να υπερβάλλουν στον υποτίθεται καθοριστικό ρόλο του Λόχου στις μάχες της Τεγύρας και των Λεύκτρων. Οι τελευταίες αυτές πηγές φαίνεται να αντλούν αποκλειστικά από τον Καλλισθένη και τον Έφορο.[17]

Παραπομπές

Hunt (2007), σ. 144. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας. Anderson, John Kinloch (1970). Military Theory and Practice in the Age of Xenophon, University of California Press, σ. 312. ISBN 0-520-01564-9. Hunt (2007), σ. 503. 3. The Theban Paradigm. Ithaca, NY: Cornell University Press. 31 Δεκεμβρίου 2019. σελίδες 47–62. Hunt (2007), σ. 144-145. Buckler, Beck (2008), σ. 113-115. Buckler, Beck (2008), σ. 115-117, όπου οι συγγραφείς υιοθετούν την εκδοχή του Πλουτάρχου. Στο ίδιο έργο αναφέρεται και η αμφισβήτηση του Πλουτάρχου, από τους Hans Delbrück και J. Wolter, στην οποία συνηγορεί και ο D. Leitao (2002), σ. 148, αναφέροντας τη σιγή του Ξενοφώντα και του Εφόρου για τη δράση του Λόχου στη μάχη αυτή. Leitao (2002), σ. 149. Σε ελεύθερη μετάφραση, «μερικοί λένε ότι ο λόχος δημιουργήθηκε έχοντας μέλη εραστές και ερωμένους», Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας, 18.2. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας, 18.3. Crompton (2006), σ. 69. Leitao (2002), σ. 145. Leitao (2002), σ. 145, 151 Percy (2006), σ. 37. ISBN 1-560-23604-3. Davidson, James, London Review of Books, 12/06/2005, όπως παρατίθεται σε υποσημείωση στον Wardy (2007), σ. 159. Leitao (2002), σ. 147-148.

Πηγές

el.wikipedia

Buckler, John και Beck, Hans (2008). Central Greece and the Politics of Power in the Fourth Century BC, Cambridge University Press. ISBN 0-521-83705-7. Crompton, Louis (2006). Homosexuality και Civilization, Harvard University Press, ISBN 0-674-02233-5. Hunt, Peter (2007). Military Forces, στο P. Sabin, H. Van Wees, M. Whitby (επιμ.), The Cambridge History of Greek and Roman Warfare, Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-782739. Leitão, David (2002). «The Legend of the Sacred Band» στο Nussbaum Craven, Martha και Sihvola, Juha (επιμ.), The sleep of reason: erotic experience and sexual ethics in ancient Greece and Rome, University of Chicago Press, ISBN 0-226-60915-4. Percy, William Armstrong (2006). «Reconsiderations in Greek Homosexualities», στο B.C.Verstraete, V.Provencal (επιμ.), Same-sex desire and love in Greco-Roman antiquity and in the classical tradition of the West, Routledge, ISBN 1-560-23604-3. Wardy, Robert (2007). «Virgil's sacred duo», στο D. Scott (επιμ.), Maieusis: essays on ancient philosophy in honour of Myles Burnyeat, Oxford University Press, ISBN 0-199-28997-2.

 Πυθαγόρας: Ο πρώτος διδάσκαλος της αυτογνωσίας



Ο μέγας αυτός μύστης επέβαλε πρακτικά στους μαθητές του την άσκηση της αυτογνωσίας.

Κατά τον Ιάμβλιχο (του 3ου μ.Χ. αιώνα), οι μαθητές του ήσαν:

– Οι ακουστικοί (άκουγαν μόνο, δεν ρωτούσαν τίποτε, δεν έλεγαν τίποτε).

– Οι μαθηματικοί (η φιλοσόφηση γινόταν με αριθμούς, ως σύμβολα ερμηνευόμενα).

– Οι φυσικοί (ανώτερου βαθμού, εισάγονταν σε πληρέστερη γνώση της φύσης και των όντων) και

– Η τέταρτη τάξη: αυτοί που κατείχαν την ανώτατη μύηση και γνώση.

Ασκούντο σε μυστηριακές αρετές, πρώτα της σιγής (να σιωπούν) και της εχεμύθειας (να κρατούν απόλυτα μυστικά απ” τους άλλους ό,τι άκουγαν ή διδάσκονταν και μάθαιναν).

Μ” αυτά κατόρθωναν τη θεληματική χρήση του Νου, ηρεμία, αταραξία, αυτόβουλη κατεύθυνση της σκέψης, όπου η ηθική και η λογική απαιτούν και όχι όπου το συναίσθημα (η συγκίνηση) και η τυχαία παρόρμηση απ” τους ερεθισμούς. Επιδίωκαν και την καταστολή των ορμών, των επιθυμιών, των ορέξεων και γενικά των παθών και όλων όσων αποτελούν εμπόδιο στην αυτογνωσία.

Επέβαλε έπειτα ο Πυθαγόρας στους μαθητές του να εφαρμόζουν στη ζωή τους τις αρετές:

α) της ευσέβειας. «Θεόν τίμα, πρώτα και σέβου».

β) της ευορκίας. «Σέβου όρκον» που θα πει συνέπεια και ακριβή τήρηση του όρκου που δόθηκε, αλλά και κάθε υπόσχεσης.

γ) τιμή προς τους γονείς. «Τους γονείς τίμα».

δ) της εγκράτειας. «Ειθίζεο, γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείας, θυμού…», δηλ. να συνηθίζεις να κυριαρχείς στις επιθυμίες πρώτα, πρώτα του φαγητού και του ποτού, του ύπνου, των αφροδισίων, της οργής (θυμού). Απόφευγε τις αισχρές πράξεις και με άλλους και μόνος.

ε) της δικαιοσύνης. «Δικαιοσύνην ασκείν έργω τε λόγω τε».

στ) να γνωρίζουν ότι πεπρωμένο είναι όλοι ανεξαιρέτως να πεθαίνουν. `Αρα να είναι πάντα έτοιμοι, αγνοί και ενάρετοι. «Γνώθι θανέειν, πέπρωται άπασι».

ζ) της λιτότητας. «Υγείας της περί το σώμα χρη έχειν· αλλά μέτρον (το κανονικό ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο) ποτού, σίτου, γυμνασίων». `Αριστη συμβουλή και προτροπή.

η) η ελευθερία, μεγάλο αγαθό· αρετή η διαφύλαξή της. «Μηδέ ανελεύθερον ίσθι· επί πάσι μέτρον άριστον».

θ) δια της προσευχής κατάκτησε μεγάλες δυνάμεις. Αλλά αναλάμβανε με θάρρος το έργο αφού προσευχηθείς στο Θεό να σε βοηθήσει να τελειώσεις. «Αλλ” έρχου επ” έργον θεοίσιν επευξάμενος τελέσαι».

ι) Δια της καθάρσεως του σώματος και της ψυχής σώζεται το Εγώ.

ια) συνεχής επιδίωξη της φρόνησης. «Ηνίοχον γνώμιν στήσας καθύπερθεν αρίστην» δηλ. πάνω απ” όλα ας έχεις άριστο κυβερνήτη το νου.

Το κορύφωμα όμως της πρακτικής εφαρμογής της αυτογνωσίας απ” τους Πυθαγόρειους κατορθωνόταν με τον αυτοέλεγχο κάθε βράδυ πριν τον ύπνο με τα πολυθρύλητα τρία ερωτήματα: Οι περίφημοι αυτοί στίχοι των «χρυσών επών» (στίχ. 40-45) έχουν ως εξής:

«Μηδ” ύπνον μαλακοίσιν επ” όμμασι προσδέξασθαι. Πριν των ημερινών έργων λογίσασθαι έκαστον·΄Πη παρέβην; Τι δ” έρεξα; Τι μοι δέον ούκ ετελέσθη; Αρξάμενος δ” από πρώτου επέξιθι και μετέπειτα. Δεινά μεν εκπρήξας επιπλήσσεο· χρηστά δε τέρπου. Ταύτα πόνει· ταύτ” εκμελέτα· τούτων χρη εράν σε».
Δηλ. κατά πιστή και κατά λέξη μετάφρασή μας: μη δεχθείς ποτέ στα μάτια σου τον ύπνο πριν εξετάσεις προσεκτικά ένα ένα τα έργα της ημέρας εκείνης ρωτώντας τον εαυτό σου: σε ποια έσφαλα; Τι καλό έκανα; Τι έπρεπε να κάνω και το παρέλειψα;

Αφού αρχίσεις από το πρώτο έργο της ημέρας προχώρα μέχρι το τελευταίο. Έπειτα από τον έλεγχο να επιπλήττεις (καταδικάζεις) τον εαυτό σου για τις κακές πράξεις για δε τις καλές να ευχαριστιέσαι ολόψυχα. Μ” αυτά ασχολήσου, αυτά μελέτα με προσοχή, αυτά είναι ανάγκη να αγαπήσεις με ζήλο. Τα σχόλια περιττεύουν.

Μόνο η περικοπή αυτή, απ” τη διδασκαλία των Πυθαγορείων αν παρέμενε, θα ήταν ικανή να δείξει το υπέροχο ηθικό της ύψος. Κι όμως πέρασαν 2500 χρόνια και τη θαυμάσια αυτή μέθοδο, της ανύψωσης του Εγώ σε μεγαλειώδη θέση, με τον αυτοέλεγχο και την καθημερινή αυτοκριτική, δεν επιχείρησαν να εφαρμόσουν οι παιδαγωγοί στην εκπαίδευση των νέων.

Δεν είναι παράδοξο. Η καθολίκευση της εκπαίδευσης μόλις απ” τις αρχές του 19ου αιώνα άρχισε και στον 20ό επιβλήθηκε συστηματικότερα. Έπειτα κατά τους δυο αυτούς τελευταίους αιώνες οι επιστημονικές επιτυχίες των ερευνητών στις θετικές λεγόμενες επιστήμες θάμπωσαν τους συντάκτες των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και πίστεψαν στην παντοδυναμία της ετερογνωσίας και για την αυτογνωσία δεν έμεινε θέση…
Να μια σημαντική και κεφαλαιώδης ατέλεια των εκπαιδευτικών μας προγραμμάτων όλων των βαθμίδων.

Είναι ακατανόητο όσο και απαράδεκτο να αφιερώνονται τόσοι κόποι και μόχθοι και δαπάνες και αγωνίες και να δοκιμάζονται πικρίες και απογοητεύσεις για την ετερογνωσία και για την αυτογνωσία, αυτό τούτο το «νοούν», το εκλεκτό και το μεγάλο και το θείο Εγώ, να μη διατίθενται ούτε λίγα λεπτά της ώρας κάθε μέρα.

Επιβάλλεται σήμερα, όταν ο άνθρωπος έχει τέτοιες καταπληκτικές επιτυχίες στην ετερογνωσία, να στραφεί και στην αυτογνωσία. Τι ωφελεί αν οι επιστήμονες πέτυχαν να «ζυγίσουν» τα άστρα και να υπολογίζουν το βάρος τους ή να μετρούν τον αριθμό των πρωτονίων και των ηλεκτρονίων των ατόμων της ύλης και με τη διαταραχή της αναλογίας της σύνθεσής τους να αποδεσμεύουν την γιγάντια ενέργεια που εκλύουν, αν δεν αποκαλύψουν και δεν αξιοποιήσουν και την μέσα στο Εγώ, εξίσου αξιοθαύμαστη δυναμικότητα;

Κάθε πνευματική ή ηθική κατάκτηση συντελείται με τον ανθρώπινο νου. Το Εγώ νοεί, επινοεί, θαυματουργεί στις αποκαλύψεις των νόμων της φύσης.
Δεν θα αποκάλυπταν περισσότερα και ωφελιμότερα οι επιστήμονες ερευνητές, αν διέθεταν ισόρροπο χρόνο για τη μελέτη της φύσης του Εγώ του ανθρώπου και υπεδείκνυαν σε κάθε άνθρωπο την αυτοπροσπάθεια για αυτομελέτη και αυτοκαλλιέργεια των δυνατοτήτων του;

«Εις εαυτόν συνελού…» (στον εαυτό σου συγκεντρώσου) παραγγέλει ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, «ένδον βλέπε» (μέσα σου βλέπε) «ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη εάν αεί σκάπτης».

Ώστε, η πηγή του αγαθού (αυτού δηλ. που σώζει και ωφελεί) αναβλύζει μέσα απ” το Εγώ, αν όμως πάντοτε ανασκάπτεται (επίμονα προσπαθεί το ίδιο το Εγώ, δια του στοχασμού να αυτοαποκαλυφθεί) και αυτοκαλλιεργείται και αξιοποιεί τις ικανότητές του και αυτοδιερευνάται και καταστέλλει τις ορμές και τα πάθη του.
Αν γίνεται συνεχώς αυτή η προσπάθεια, τότε και διαυγής σαν την πηγή του νερού, θα αναβλύζει από μέσα του και θα πλημμυρίζει το Είναι του από χαρά και ευτυχία.

Το κλειδί, λοιπόν, της θύρας δια της οποίας διερχόμενος ο άνθρωπος κατευθύνεται στην ευδαιμονία είναι η αυτογνωσία.

Με την αυτογνωσία φερόμαστε ταχύτερα και σταθερότερα στη γνώση και στη μάθηση, των οποίων την ακρότατη βαθμίδα κατέχει η απροσπέλαστη για τον άνθρωπο Σοφία. Φτάνουμε στη δυνατή γαλήνη και ηρεμία πνεύματος και ψυχής, προϋποθέσεων της ευτυχίας. Οδηγούμαστε με την ηθική διαβίωση, στην τελείωση, τον μοναδικό αλλά και ύψιστο σκοπό της γήινης ύπαρξης του ανθρώπου.

arxaia-ellinika.blogspot.com

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

 

Όμηρος & Iστορία: Το Ομηρικό Ζήτημα

Οι Αρχαίοι Έλληνες δέχονταν το Τρωικό Πόλεμο ως απολύτως ιστορικό γεγονός. Όλοι οι ιστορικοί, από τον ρομαντικό Ηρόδοτο έως τον ορθολογιστή Θουκυδίδη, δεν διανοήθηκαν ποτέ να αμφισβητήσουν την ιστορικότητα του γεγονότος, και κατ’ επέκταση και των ομηρικών περιγραφών. Πότε όμως έζησε ο Όμηρος και -το κυριότερο- πότε έγραψε τα έπη του; Τα ερωτήματα αυτά συνθέτουν ήδη από τον 18ο αιώνα μ.Χ. το λεγόμενο ομηρικό ζήτημα



Οι φιλόλογοι από όλον τον κόσμο επιχειρούν να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα βάσει των κειμένων των επών και μόνο. Έτσι έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο Όμηρος έζησε περί τον 8ο αιώνα π.Χ.. Αν και οι περισσότεροι δέχονται ότι τα έπη αναφέρονται σε γεγονότα παλαιότερα, κατά 500 τουλάχιστον χρόνια, εντούτοις υποστηρίζουν ότι τα κατορθώματα των Αχαιών και Τρώων Ελλήνων διεσώθησαν προφορικώς επί 500 χρόνια, μέχρι που ο Όμηρος, βασιζόμενος στη λαϊκή παράδοση, θα λέγαμε, τα τυποποίησε με τη μορφή επικών ποιημάτων.

Τα έπη, υποστηρίζουν, κατεγράφησαν για πρώτη φορά από τον Πεισίστρατο τον 6ο αιώνα π.Χ. Έως τότε περνούσαν από γενιά σε γενιά προφορικά! Ένα άλλο επίσης ζήτημα αφορά την Οδύσσεια, η οποία από πολλούς δεν θεωρείται έργο του Ομήρου, αλλά κάποιου άλλου ποιητή, άγνωστου.

Η ουσία λοιπόν του ομηρικού ζητήματος συμπυκνώνεται στο εξής απλό ερώτημα: Πότε συντέθηκαν τα έπη; Γύρω στον 8ο αιώνα, κατά την επικρατούσα άποψη. Υποστηρίζουν λοιπόν οι συγκεκριμένοι «φοινικιστές» επιστήμονες ότι τα έπη δεν μπορεί να συντέθηκαν νωρίτερα, αφού οι Έλληνες δεν είχαν αλφάβητο (!).

Πολλοί όμως εξ αυτών υποστηρίζουν ακόμα και ότι τα έπη πρωτογράφηκαν τον 6ο αιώνα π.Χ., κατόπιν εντολής του Πεισίστρατου. Στο διάστημα από τον 8ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ., υποστηρίζουν ότι τα έπη διασώθηκαν στην προφορική παράδοση των αοιδών και των ραψωδών.

Τις απόψεις τους αυτές τις τεκμηριώνουν τόσο βασιζόμενοι σε ορισμένους αναχρονισμούς του κειμένου των επών, όσο και στην  εισαγωγή στην Ελλάδα, τον 8ο αιώνα π.Χ., του «φοινικικού» αλφαβήτου. Και οι μεν αναχρονισμοί του κειμένου αφορούν κυρίως στη χρήση σιδήρου, η οποία, όμως, βάσει των νέων ευρημάτων, γινόταν στον ελλαδικό χώρο από το 17ο αιώνα π.Χ. To «Πάριο Χρονικό», μάλιστα, αναφέρει ότι η κατεργασία σιδήρου στην Ελλάδα άρχισε περί το 1440 π.Χ.

Το δε «φοινικικό» αλφάβητο, πρώτον δεν ήταν φοινικικό, αλλά εξέλιξη του υπάρχοντος ελληνικού και, δεύτερον, ποτέ δεν ήρθε από την Ανατολή, αφού τεκμηριωμένα οι Έλληνες έγραφαν, έστω και με ιδεογράμματα, από την 6η χιλιετία π.Χ. – οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες άλλωστε έως και σήμερα γράφουν με ιδεογράμματα, αλλά κανείς δεν έχει τολμήσει να τους χαρακτηρίσει αναλφάβητους.

Και πώς είναι άλλωστε δυνατόν ένας λαός, οι Φοίνικες, ο οποίος δεν είχε καν εθνικό όνομα –το εθνικό «Φοίνικας» τούς το έδωσαν οι Έλληνες, αφού οι ίδιοι δεν είχαν καν την αίσθηση ότι αποτελούσαν ξεχωριστό έθνος– να έχει επινοήσει το αλφάβητο, χωρίς να έχει προηγηθεί η απαραίτητη ζύμωση και η ύπαρξη πρωτογραφών; Και πού βρίσκονται εν τέλει τα κείμενα των επινοητών του αλφαβήτου, οι οικονομικοί και στρατιωτικοί τους κατάλογοι, τα λογοτεχνικά τους έργα, τα δημοτολόγια τους, έστω;

Μάταια θα τα αναζητήσετε. Δεν θα τα βρείτε πουθενά. Και δεν θα τα βρείτε, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το περίφημο Α, το λεγόμενο Άλεφ (βόδι), υπήρχε ως σύμβολο στις ελληνικές πρωτογραφές από το 4500 π.Χ., όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα του καθηγητή Αδαμάντιου Σάμψων στο σπήλαιο του Κύκλωπα στην Αλόννησο, στις βόρειες Σποράδων.

Ή είναι τυχαίο ότι το σύμβολο της Γραμμικής Γραφής Β’, που αντιστοιχεί στο φθόγγο Α, παριστάνεται ως κεφαλή βοδιού; Μόνο που η Γραμμική Γραφή Β’ χρονολογείται από το 17ο αιώνα π.Χ., ενώ το λεγόμενο «φοινικικό» αλφάβητο από το 10ο αιώνα π.Χ., στην καλύτερη περίπτωση.

Ένα τρίτο ζήτημα, τέλος, το οποίο αναδεικνύουν οι «ειδικοί», αφορά καθαυτή την ιστορικότητα των επών. Υποστηρίζεται ότι απλά τα έπη δεν είναι παρά ποιήματα, η αξία των οποίων ως ιστορικές πηγές είναι τουλάχιστον αμφισβητήσιμη. Η θεώρηση αυτή φυσικά δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Τα έπη, τα πρώτα γραπτά κείμενα της Ευρώπης, ακόμα και αν τα χρονολογήσουμε στον 8ο αιώνα π.Χ., σαφώς και αποτελούν ιστορικές πηγές, τεράστιας αξίας, παρά τις κάποιες, ποιητική αδεία, υπερβολές ή θεϊκές επεμβάσεις.

Ακόμα και πίσω από τέτοια λογοτεχνικά σχήματα, όμως, κρύβεται μια πραγματικότητα. Άλλωστε, πέρασε πια ο καιρός από τότε που η Ιλιάδα θεωρούνταν παραμύθι για μικρά παιδιά.

Ο Ερρίκος Σλήμαν επιβεβαίωσε με αυτά που έφερε στο φως η σκαπάνη του στοιχεία που αναφέρονται στα έργα του Ομήρου, ο οποίος, το πιθανότερο, και σύμφωνα με τη γνώμη και αυτού ακόμα του Μεγάλου Ναπολέοντα, ήταν πολεμιστής και κατά πάσα πιθανότητα αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Ο μεγάλος αυτός στρατηλάτης, όπως και ο Αλέξανδρος, κοιμόταν με την Ιλιάδα κάτω από το προσκεφάλι του.

Ο Μέγας Ναπολέοντας δεν ήταν όμως ο μόνος που διδάχθηκε από την Ιλιάδα. Όλοι οι μεγάλοι στρατηγοί της Ευρώπης από το 16ο έως και τον 20ό αιώνα μ.Χ. αντέγραψαν κατά κόρον τις τακτικές που ο Όμηρος περιγράφει στην Ιλιάδα. Ειδικά η τέταρτη μάχη της Ιλιάδας, στην οποία ο Αχιλλέας κατατροπώνει τη στρατιά του Έκτορα, αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε όλα τα ευρωπαϊκά στρατιωτικά εγχειρίδια της εποχής. Τον αυτό ελιγμό εφάρμοσε ο Μάρλμπορο στη μάχη του Μπλενχάιμ το 1704 και ο Ναπολέοντας στο Αούστερλιτς το 1805. Η Ιλιάδα λοιπόν, που είναι ένα κατ’ εξοχήν στρατιωτικό σύγγραμμα, δεν μπορεί να αναλύεται μόνο από φιλολόγους, οι οποίοι, πέραν των καλών ή κακών προθέσεών τους, στερούνται της «στρατιωτικής τριβής» για να μελετήσουν το συγκεκριμένο έργο.

Είναι κατά συνέπεια παντελώς αδύνατον οι εκπληκτικές περιγραφές που Ομήρου στις σκηνές μαχών της Ιλιάδας να αποτελούν απλώς προϊόντα της γόνιμης ποιητικής του φαντασίας. Ο Όμηρος «…αποκλείεται να πέρασε τα χρόνια του καθήμενος σε ένα βράχο της Χίου», έλεγε ο Ναπολέοντας. Ακόμα και οι «τεχνικές» περιγραφές των πληγμάτων φανερώνουν ότι ο ποιητής είχε πολεμική εμπειρία, την οποία ενδεχομένως να απέκτησε πολεμώντας ο ίδιος στο Σκαμάνδριο πεδίο, εφόσον, κατά μια άποψη ο Όμηρος δεν ήταν άλλος από τον Οδυσσέα.

Όσον αφορά τα έπη καθαυτά, κατά την ταπεινή μας άποψη ήταν αδύνατο να διασωθούν αναλλoίωτα επί 500 τουλάχιστον χρόνια, μεταφερόμενα προφορικά από γενιά σε γενιά. Και εφόσον οι Έλληνες είχαν αποδεδειγμένα γραφή από τους νεολιθικούς χρόνους και συλλαβογράμματη γραφή ήδη από τους μινωικούς χρόνους (2200-1700 π.Χ.), αδυνατούμε να αντιληφθούμε γιατί ήταν αδύνατο να είχε ασχοληθεί μια έστω ειδική ομάδα γραφέων με την καταγραφή των επών, τα οποία άλλωστε εκθείαζαν τη δράση της ηγετικής ομάδας της μυκηναϊκής  κοινωνίας.

Περίληψη της Ιλιάδας

Ραψωδία Α΄ (Λοιμός-Μήνις)

Περιγράφεται η αιτία αποχώρησης του εκλεκτότερου πολεμιστή των Αχαιών, του Αχιλλέα, από τη μάχη, εξαιτίας της αρπαγής της σκλάβας του Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα. Ο Αχιλλέας δεν θα επανακάμψει στον αγώνα παρά μόνο μετά το θάνατο του προσφιλούς του Πατρόκλου.

Ραψωδία Β΄ (Νεών κατάλογος)

Η ραψωδία αυτή αποτελεί την αρχαιότερη σωζόμενη διαταγή επιχειρήσεων στα παγκόσμια στρατιωτικά χρονικά. Ο Όμηρος καταγράφει εδώ τις αντίπαλες δυνάμεις που έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, και ειδικότερα στην τελευταία φάση του, στην κατά του Ιλίου εκστρατεία.

Ραψωδία Γ΄ (Αλεξάνδρου και Μενελάου μονομαχία)

Πριν την έναρξη της πρώτης περιγραφόμενης στην Ιλιάδα μάχης. Ο Πάρης προκαλεί σε μονομαχία τον Μενέλαο, με έπαθλο την Ελένη. Οι αντίπαλοι στρατοί και οι ηγέτες τους ορκίζονται να σεβαστούν το αποτέλεσμα της μονομαχίας, όποιο και αν είναι αυτό. Διεξάγεται κατόπιν η μονομαχία, στην οποία ο Μενέλαος κατατροπώνει τον Πάρη, ο οποίος όμως σώζεται την τελευταία στιγμή.

Ραψωδία Δ΄ (Ορκίων σύγχυσις)

Οι Αχαιοί ζητούν να τηρήσουν οι Τρώες τους όρκους, μετά τη νίκη του Μενέλαου, και να παραδώσουν την Ελένη και τους θησαυρούς που άρπαξαν. Οι Τρώες όμως καταπατούν τους όρκους και τοξεύουν τον Μενέλαο, κατά παράβαση της ανακωχής. Οι Αχαιοί ετοιμάζονται να τους επιτεθούν. Ο Αγαμέμνων επιθεωρεί το παραταγμένο στράτευμα και απευθύνει παραινέσεις  προς τις κεφαλές του στρατού, θυμίζοντάς τους τα ηρωικά κατορθώματα των πατέρων τους.

Ραψωδία Ε΄ (Διομήδους αριστεία)

Η μάχη αρχίζει και οι Αχαιοί, με πρώτο τον Διομήδη, συντρίβουν τους Τρώες, ο ηγέτης των οποίων, Έκτορας, δεν έχει εισέλθει ακόμα στον αγώνα.

Ραψωδία Ζ΄ (Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία)

Ο Έκτορας εισέρχεται στη μάχη και ισορροπεί την πίεση των Αχαιών. Ο Διομήδης συναντά τον αντίπαλό του Γλαύκο, με τον οποίο τον συνδέει παλαιά οικογενειακή φιλία. Οι δύο αντίπαλοι ήρωες, όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά ανταλλάσσουν πανοπλίες, ανανεώνοντας τους παλαιούς φιλικούς δεσμούς!

Ραψωδία Η΄ (Έκτορος και Αίαντος μονομαχία)

Μετά από μια σύντομη συνάντησή του με την Ανδρομάχη στις Σκαιές Πύλες, ο Έκτορας επανέρχεται στη μάχη και μονομαχεί με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο. Η μονομαχία λήγει άκριτη. Αχαιοί και Τρώες συνάπτουν ανακωχή για να συλλέξουν τους νεκρούς τους. Οι Αχαιοί περιτειχίζουν το παράκτιο στρατόπεδο τους.

Ραψωδία Θ΄ (Κόλος μάχης)

Η μάχη ξαναρχίζει στο Σκαμάνδριο πεδίο. Έκτορας και Διομήδης ανδραγαθούν. Τελικά, οι Τρώες υπερισχύουν και οι Αχαιοί κλείνονται στο οχυρωμένο τους στρατόπεδο, ενώ οι Τρώες στρατοπεδεύουν στην πεδιάδα.

Ραψωδία Ι΄ (Πρεσβεία προς Αχιλλέα, Λίται)

Το δυσμενές αποτέλεσμα της προηγούμενης μάχης κλονίζει το ηθικό των Αχαιών. Αντιπροσωπεία των κεφαλών επισκέπτεται τον Αχιλλέα και τον παρακαλά να ξεχάσει τη οργή του. Αυτός υπόσχεται να βοηθήσει εάν το στρατόπεδο κινδυνεύσει πραγματικά.

Ραψωδία Κ΄ (Δολώνεια)

Ο Διομήδης και ο Οδυσσέας εκτελούν νυχτερινή περιπολία στις τρωικές θέσεις. Εκεί συλλαμβάνουν τον κατάσκοπο Δόλωνα, τον οποίο ανακρίνουν και κατόπιν θανατώνουν. Από αυτόν έμαθαν ότι νέες ενισχύσεις Θρακών είχαν έρθει στην Τροία. Μέσα στη νύχτα επιτίθενται στους Θράκες αιφνιδιαστικά, σκοτώνουν τον ηγεμόνα τους και αρπάζουν τα πολεμικά τους άλογα.

Ραψωδία Λ΄ (Αριστεία Αγαμέμνονος)

Το επόμενο πρωί αρχίζει και πάλι η μάχη. Ο Αγαμέμνων αριστεύει, αλλά ο Διομήδης και ο Οδυσσέας τραυματίζονται και αποχωρούν από τη σύγκρουση. Οι Αχαιοί κλονίζονται.

Ραψωδία Μ΄ (Τειχομαχία)

Ο Έκτορας, αναφωνώντας το περίφημο «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πατρίς», εφορμά με το στρατό στο αχαϊκό οχυρό στρατόπεδο. Διασπά την άμυνα και εισέρχεται εντός. Η μάχη πλέον έχει μεταφερθεί στο αγκυροβόλιο των αχαϊκών πλοίων, με μόνο τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον βασιλιά της Κρήτης Ιδομενέα να έχουν απομείνει όρθιοι και να πολεμούν απεγνωσμένα.

Ραψωδία Ν΄ (Μάχη επί ταίς ναυσίν)

Η μάχη συνεχίζεται άγρια. Οι Τρώες κατορθώνουν να πυρπολήσουν μερικά πλοία των Αχαιών.

Ραψωδία Ξ΄ (Διός απάτη)

Οι Αχαιοί απωθούν τελικά τους Τρώες και σώζουν προσωρινά τα πλοία. Η κατάστασή τους όμως είναι κρίσιμη. Όλοι προσβλέπουν πια μόνον στον Αχιλλέα.

Ραψωδία Ο΄ (Παλίωξις παρά των νεών)

Οι Τρώες επανακάμπτουν και απειλούν και πάλι τα αχαϊκά πλοία. Μόνο ο Τελαμώνιος Αίας έχει πλέον απομείνει να τους πολεμά.

Ραψωδία Π΄ (Πατρόκλεια)

Ο Πάτροκλος ενώπιον του κινδύνου πείθει τον Αχιλλέα να του επιτρέψει να δανειστεί τα όπλα του και να οδηγήσει τους Μυρμιδόνες σε αντεπίθεση. Η αντεπίθεση εκτελείται και επιτυγχάνει απόλυτα. Οι Τρώες τρέχουν πανικόβλητοι να σωθούν, καταδιωκόμενοι από τον Πάτροκλο. Κοντά στα τείχη της Τροίας όμως ο Έκτορας σκοτώνει τον Πάτροκλο.

Ραψωδία Ρ΄ (Μενελάου αριστεία)

Γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο διεξάγεται άγρια μάχη. Ο Μενέλαος, ο Μηριόνης και οι δύο Αίαντες πολεμούν σκληρά και επιτυγχάνουν η σορός του Πατρόκλου να διασωθεί από τα χέρια των αντιπάλων τους. Οι Τρώες όμως και πάλι τους πιέζουν και τους αναγκάζουν να επιστρέψουν στο στρατόπεδο.

Ραψωδία Σ΄ (Οπλοποιία)

Ο Αχιλλέας θρηνεί τον νεκρό συμπολεμιστή και ζητά από τη μητέρα του Θέτιδα νέα όπλα. Αυτή παρακαλεί τον Ήφαιστο να τα ετοιμάσει.

Ραψωδία Τ΄ (Μήνιδος απόρρησις)

Ο Αχιλλέας συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα και αναλαμβάνει τη διοίκηση του στρατού. Συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο και δίδει διαταγές για την επικείμενη μάχη, για το πώς πρέπει να πολεμήσουν οι Αχαιοί.

Ραψωδία Υ΄ (Θεομαχία)

Αρχίζει η τέταρτη και τελευταία μάχη της Ιλιάδας. Ο Αχιλλέας εφορμά ακάθεκτος. Επιχειρεί να σκοτώσει τον Αινεία, ο οποίος σώζεται με θεϊκή παρέμβαση.

Ραψωδία Φ΄ (Μάχη Παραποτάμιος)

Η μάχη έχει πλέον φουντώσει. Το σχέδιο του Αχιλλέα επιτυγχάνει και η τρωική παράταξη διασπάται. Οι μισοί Τρώες καταφεύγουν στην πόλη και οι υπόλοιποι παγιδεύονται μεταξύ του Σκάμανδρου ποταμού και των Μυρμιδόνων. Παγιδευμένοι οι Τρώες σφαγιάζονται. Ο Αχιλλέας τούς θερίζει μόνο με το σπαθί, για να εκδικηθεί τον νεκρό φίλο του.

Ραψωδία Χ΄ (Έκτορος αναίρεσις)

Ο Έκτορας παραμένει στον κάμπο και μονομαχεί με τον Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας κατορθώνει να τον σκοτώσει. Αμέσως μετά σέρνει το πτώμα του γύρω από την πόλη, δεμένο στο άρμα του.

Ραψωδία Ψ΄ (Άθλα επί Πατρόκλω)

Η νεκρική τελετή του Πατρόκλου. Οι Αχαιοί τιμούν τον νεκρό με αθλητικούς αγώνες, ενώ ο Αχιλλέας για να εκδικηθεί το θάνατο του φίλου του εκτελεί 12 Τρώες αιχμαλώτους.

Ραψωδία Ω΄ (Έκτορος λύτρα)

Ο Αχιλλέας δέχεται να παραδώσει το σώμα του νεκρού Έκτορα στον πατέρα του, Πρίαμο, προκειμένου να τύχει όλων των απαραίτητων τιμών.

Οι δύο πρώτες μάχες

Οι  πολεμικές συγκρούσεις της Ιλιάδας αρχίζουν στην την 21η ημέρα εξιστόρησης του ποιήματος και λήγουν με το θάνατο του Έκτορα. Η περιγραφή της πρώτης μάχης αρχίζει από τον 48ο στίχο της Ραψωδίας Β’ και λήγει στον 312ο της Ραψωδίας Η’. Ο Αγαμέμνων συνεγείρει το στρατό του και παράλληλα συγκαλεί συνέλευση των κεφαλών του στρατεύματος. Ο αρχιστράτηγος εμφανίζεται διστακτικός και ζητά τη συμβουλή των ηγεμόνων για τη σκοπιμότητα της συνέχισης του πολέμου. Αντιλαμβανόμενος ότι οι λοιποί βασιλείς διατηρούν το ηθικό τους, διατάσσει το στρατό να ετοιμαστεί για μάχη. Οι Αχαιοί, αφού πρώτα γευμάτισαν, για να μπορούν να αντέξουν στον κάματο της μάχης, κίνησαν από το στρατόπεδό τους και παρατάχθηκαν στο Σκαμάνδριο πεδίο. Οι Τρώες από την πλευρά τους, πληροφορούμενοι τις κινήσεις των Αχαιών από έναν σκοπό που είχαν εγκαταστήσει σε παρακείμενο λόφο, εξέρχονται και αυτοί από την πόλη για να αντιμετωπίσουν τους αντιπάλους τους σε ανοιχτό πεδίο, μη περιοριζόμενοι σε παθητική άμυνα, όπως ήδη αναφέρθηκε. Οι Τρώες παρατάχθηκαν κατά πάσα πιθανότητα κοντά στον Βατίειο λόφο, όχι μακριά από τα τείχη της πόλης, οπότε σε περίπτωση ατυχήματος να είναι σε θέση υποχωρήσουν με ασφάλεια εντός των τειχών.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όμηρος βάζει τώρα την Ελένη να συνομιλεί με τον Πρίαμο στις επάλξεις των τειχών και από εκεί να του δείχνει έναν προς έναν του Αχαιούς ηγέτες. Πριν όμως οι δύο στρατοί έλθουν σε επαφή, προτείνεται να επιλυθεί η διαφορά με μονομαχία μεταξύ του άρπαγα Πάρη και του προσβεβλημένου Μενέλαου. Ο νικητής θα πάρει την Ελένη και τους αρπαγμένους θησαυρούς. Οι Τρώες δέχονται τους όρους, και η μονομαχία αρχίζει. Ο Μενέλαος κατανικά τον Πάρη, τον αρπάζει από το λοφίο του κράνους του, τον πατά στο έδαφος και ετοιμάζεται να τον σκοτώσει. Ο Πάρης σώθηκε, όμως, όχι από θεϊκή επέμβαση, βεβαίως, όπως αναφέρει αρχικά ο Όμηρος, αλλά από τον Πάνδαρο, ο οποίος, καταπατώντας τα συμφωνηθέντα, τόξευσε και πλήγωσε τον Μενέλαο.

Οργισμένος ο Αγαμέμνων, διατάσσει τον στρατό του να επιτεθεί, αφού πρώτα ο ίδιος βάδισε εμπρός από τις τάξεις του και ενθάρρυνε τους μαχητές και τους αρχηγούς τους. Ο Αντίλοχος σκοτώνει πρώτος τον Εχέπωλο, και ο Αγήνορας φονεύει τον Ελεφήνωρα. Αμέσως ο Αίας ο Τελαμώνιος σπέυδει να «διαφεντέψει» τον νεκρό Ελεφήνωρα, για να μην πέσει η σορός του στα χέρια των εχθρών, γεγονός που θεωρούνταν η έσχατη ατίμωση. Τον άγραφο αυτό νόμο τηρούσαν οι Έλληνες για αιώνες.

Το ίδιο έπρατταν και οι αρματολοί και οι κλέφτες, οι οποίοι έπαιρναν το κεφάλι του νεκρού πολεμιστή, αν δεν μπορούσαν να μεταφέρουν το σώμα του, για να μην το «μαγαρίσει» ο εχθρός. Το ίδιο έκαναν και οι Βυζαντινοί Έλληνες. Αυτό το νόημα είχε η απελπισμένη κραυγή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου «δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» όταν η Πόλη κυριεύτηκε.

Οι πρωτοπόροι λοιπόν του ελληνικού ηρωικού έθους Μυκηναίοι Έλληνες ήταν αυτοί που έθεσαν τα δεδομένα. Ο Αίας, καλύπτοντας τη σορό του συμπολεμιστή με την ασπίδα του, κατόρθωσε να σκοτώσει τον Σιμοείσο. Ο Τρώας Άντιφος τότε εξαπολύει το ακόντιό του κατά του Αίαντα, αλλά αστοχεί και σκοτώνει τον Λεύκο. Ο Οδυσσέας απαντά αμέσως, και σκοτώνει με μια βολή τον Δημοκώοντα. Οι Τρώες υποχώρησαν, και οι Αχαιοί πήραν τους νεκρούς τους και τους τράβηξαν πίσω από τις γραμμές της μάχης.

Η μάχη όμως μαινόταν άγρια. Ο Θράκας Πείροος σκότωσε τον Αχαιό Αμαρυγκίδη, αλλά θανατώθηκε από τον Θόαντα (= ταχύς). Οι Αχαιοί τώρα άρχισαν να πιέζουν τους Τρώες. Ο Αγαμέμνων σκότωσε τον Όδιο και ο Ιδομενέας τον Φαίστο – παράξενο πράγματι, εφόσον ο Ιδομενεύς ήταν βασιλιάς της Κρήτης και το όνομα του Φαίστου παραπέμπει επίσης στην Κρήτη. Ο Μενέλαος, παρά το τραύμα του, σκότωσε κατόπιν τον Σκαμάνδριο και ο Μηριόνης τον Φέρεκλο, τον αρχιναυπηγό των Τρώων, ο οποίος, πολύ μακριά από το υγρό στοιχείο, πολεμούσε ως απλός πεζός. Τότε τραυματίστηκε ο Διομήδης από βέλος του Πάνδαρου. Χάρη στην πανοπλία του, όμως, απέφυγε το πλήγμα, και ο ήρωας, αφού έβγαλε το βέλος, επέστρεψε αμέσως στη μάχη. Οργισμένος μάλιστα σκοτώνει οκτώ Τρώες στη σειρά!

Για να σταματήσουν τον μανιασμένο Διομήδη, ο Αινείας και ο Πάνδαρος του επιτίθενται μαζί, επιβαίνοντας στο πολεμικό άρμα του πρώτου. Ο Διομήδης, αν και πεζός, καταφέρνει να σκοτώσει τον Πάνδαρο και να τρέψει σε φυγή τον Αινεία. Ο Έκτορας και ο Σαρπηδόνας, ο ηγέτης των πλέον πιστών συμμάχων των Τρώων, των Λυκίων, κατάφεραν να ανασυντάξουν τους Τρώες, και να τους οδηγήσουν σε αντεπίθεση. Ακολούθησε νέα σφοδρή συμπλοκή, στην οποία έπεσαν πολλοί και από τις δύο παρατάξεις.

Φαίνεται ότι η αντεπίθεση του Έκτορα εξαπολύθηκε την κατάλληλη στιγμή, με άφθαρτες εφεδρικές δυνάμεις. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται από τον μεγάλο αριθμό Αχαιών νεκρών που αναφέρει ο Όμηρος ότι έπεσαν από τον Τρώα ηγέτη εκείνη τη στιγμή. Είναι η στιγμή που ο Αγαμέμνονας, βλέποντας τους άνδρες του να υποχωρούν, τους φώναξε το περίφημο «Αιδώς, Αργείοι» («Ντροπή σας, Αργίτες»). Τα λόγια του αρχιστρατήγου πλήγωσαν το φιλότιμο των πολεμιστών, οι οποίοι άρχισαν και πάλι να πιέζουν τους Τρώες, με πρωτοστάτες τον Διομήδη και τον Τελαμώνιο Αία. Από τα γραφόμενα του Ομήρου φαίνεται ότι η μάχη σε εκείνη τη φάση διεξαγόταν μεταξύ των ποταμών Σιμόη και Σκάμανδρου.

Η μάχη εξακολουθούσε να μαίνεται. Ο Διομήδης συνάντησε τότε τον Γλαύκο, ο οποίος, αν και αντίπαλος στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, ήταν φίλος από παλαιά. Αντί να επιδιώξει λοιπόν να σκοτώσει ο ένας τον άλλο, οι δύο ήρωες αντάλλαξαν δώρα και χώρισαν. Την ίδια ώρα, ο Έκτορας και ο Πάρης οδήγησαν νέα τρωική αντεπίθεση κατά των Αχαιών, η οποία δεν φαίνεται να πέτυχε και σπουδαία αποτελέσματα. Τελικά, η μάχη σταμάτησε και αποφασίστηκε να κριθεί με νέα μονομαχία μεταξύ του Έκτορα και του Αίαντα Τελαμώνιου. Η μονομαχία αυτή έληξε άκριτη, και τους δύο αντιπάλους χώρισε η νύχτα. Οι αντίπαλοι συμφώνησαν στη σύναψη διήμερης ανακωχής για να θάψουν τους νεκρούς τους. Με τον τρόπο αυτό έληξε η πρώτη μάχη, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, με 18 Αχαιούς και 38 Τρώες νεκρούς.

Η δεύτερη μάχη

Η δεύτερη  μάχη αρχίζει από τον 1ο στίχο της Ραψωδίας Θ’ και λήγει στον 488ο της ίδιας ραψωδίας. Μετά τη διήμερη ανακωχή, οι δύο στρατοί παρατάχθηκαν εκ νέου στο σκαμάνδριο πεδίο. Η ομηρική περιγραφή της δεύτερης μάχης είναι, θα λέγαμε, πτωχότερη, σε σχέση με την προηγούμενη, αλλά και από τις επόμενες.

Γενικά, η δεύτερη μάχη δεν φαίνεται να διεξάγεται με το ίδιο πάθος και από τα δύο μέρη. Οι Τρώες πάντως, μετά το μεσημέρι, άρχισαν να πιέζουν τους Αχαιούς, εξαναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση έως τα πλοία σχεδόν. Οι Αχαιοί αντιμετωπίζουν την αντίπαλη έφοδο και σκοτώνουν 12 Τρώες. Η μάχη σταματά με το τελευταίο φως της μέρας, άκριτη, με τους Τρώες να θεωρούν ότι νίκησαν. Γι’ αυτό στρατοπέδευσαν, με διαταγή του Έκτορα, στο Σκαμάνδριο πεδίο, και όχι στην πόλη τους, ώστε να είναι έτοιμοι να επιτεθούν με το πρώτο φως της επομένης μέρας. Αντικειμενικός τους σκοπός ήταν να πετάξουν τους Αχαιούς στη θάλασσα!

Η τρίτη μάχη

Η περιγραφή της  τρίτης μάχης αρχίζει στον 1ο στίχο της Ραψωδίας Λ’ και ολοκληρώνεται στον στίχο 242 της Ραψωδίας Σ’. Οι δύο στρατοί παρασκευάστηκαν, και οι Αχαιοί πέρασαν την τάφρο και παρατάχθηκαν πέρα από αυτήν.

Εκεί το πεζικό σταμάτησε και περίμενε τα άρματα. Όταν έφτασαν και αυτά, το σύνολο της αχαϊκής στρατιάς κινήθηκε προς συνάντηση των Τρώων, οι οποίοι επίσης είχαν παραταχθεί για μάχη κοντά στις θέσεις στις οποίες είχαν στρατοπεδεύσει το βράδυ. Η συνάντηση των δύο στρατών λογικά πρέπει να πραγματοποιήθηκε στο μεσοδιάστημα, μεταξύ του αχαϊκού στρατοπέδου και του πρόχειρου τρωικού.

Η μάχη αυτή άρχισε πολύ νωρίς το πρωί, και έως τις 08.00 περίπου ήταν αμφίρροπη. Εκείνη την ώρα όμως οι Αχαιοί κατόρθωσαν να διασπάσουν την εχθρική παράταξη. Ο Αγαμέμνονας σε αυτή τη φάση σκότωσε ο ίδιος τον Βιήνορα και τον Οϊλήα, τον Ίσο, τον Άντιφο, τον Πείσανδρο και τον Ιππόλοχο.

Ο Έκτορας και οι Τρώες, μην αντέχοντας την εχθρική πίεση, οπισθοχώρησαν  και, αφού πέρασαν και τον τάφο του Ίλου, σταμάτησαν μόνο μπροστά στις Σκαιές Πύλες. Εκεί ο Έκτορας τους ανασύνταξε. Στο μεταξύ,  ο Αγαμέμνονας φονεύει τον Ιφιδάμαντα και τον Κόωνα, από τον οποίο όμως τραυματίζεται στο χέρι και εγκαταλείπει τη μάχη για να περιποιηθεί το τραύμα του. Την αναχώρησή του ακριβώς εκμεταλλεύτηκε ο Έκτορας και, με τον ανασυγκροτημένο του στρατό, αντεπιτέθηκε στους προφανώς καταδιώκοντες τους Τρώες, ακέφαλους, Αχαιούς. Βάσει της ομηρικής περιγραφής ο ίδιος σκότωσε εννέα Αχαιούς μέσα σε λίγα λεπτά.

Ευτυχώς για τους Αχαιούς, ο Διομήδης και ο Οδυσσέας ανέλαβαν τη διοίκηση και αναχαίτισαν τους Τρώες, σκοτώνοντας επτά επιφανείς Τρώες. Ο Διομήδης μάλιστα τραυμάτισε ακόμα και τον Έκτορα. Αλλά και ο Διομήδης πληγώθηκε από βέλος του Πάρη και αναγκάστηκε να αποσυρθεί για να περιποιηθεί το τραύμα του. Ο Οδυσσέας, μόνος πια, προφανώς επικεφαλής της οπισθοφυλακής, αμύνθηκε σθεναρά και σκότωσε άλλους πέντε Τρώες, αλλά τραυματίστηκε και ο ίδιος.

Αυτά συνέβαιναν στο δεξί κέρας του αχαϊκού στρατού. Στο αριστερό, όπου πολεμούσαν ο Νέστορας, ο Ιδομενέας και ο Μαχάονας, η κατάσταση εξελισσόταν υπέρ των Αχαιών, μέχρι τη στιγμή που ο Έκτορας, έστω και τραυματίας, έσπευσε και ανέλαβε τη διοίκηση του τρωικού δεξιού. Την ίδια ώρα ο Αίας ο Τελαμώνιος αναλάμβανε τη διοίκηση του αχαϊκού δεξιού, σκορπώντας το θάνατο στους Τρώες. Αλλά και ο Έκτορας από το άλλο κέρας πίεζε ισχυρά τους Αχαιούς. Ο τραυματισμός μάλιστα του Μαχάονα κλόνισε τους Αχαιούς, οι οποίοι άρχισαν να οπισθοχωρούν.