Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ludwig Koellnberger - 1834

Ενας «αφελής» Βαυαρός ζωγράφος καταγράφει τη Λάρισα - Α’

 
Άφιξις εις Λάρισαν. Η ελληνική αποστολή διέρχεται την πύλη Φαρσάλων. Υδατογραφία του Ludwig Koellnberger. 1834Άφιξις εις Λάρισαν. Η ελληνική αποστολή διέρχεται την πύλη Φαρσάλων. Υδατογραφία του Ludwig Koellnberger. 1834

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου, nikapap@hotmail.com

Την περασμένη Κυριακή σε ένθετο βιβλίο μεγάλης «Καθημερινής» εφημερίδας της πρωτεύουσας, αφιερωμένο στον πρώτο βασιλιά του νεοελληνικού κράτους Όθωνα, διαπίστωσα μεταξύ των άλλων ότι περιείχε στις σελίδες του και πολλές έγχρωμες υδατογραφίες ενός Βαυαρού αξιωματικού του Επικουρικού Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος, του Ludwig Koellnberger, χρονολογούμενες από το 1834. Ο αξιωματικός αυτός με το Σώμα του είχε επισκεφθεί την περίοδο εκείνη και τη Λάρισα και από την επίσκεψή του αυτή φιλοτέχνησε πέντε υδατογραφίες. Στο σημερινό κείμενο και στο επόμενο της άλλης Κυριακής, θα περιγράψουμε την επίσκεψη και θα δημοσιεύσουμε και δύο από τις πέντε υδατογραφίες της πόλης μας [1], τις πλέον ενδεικτικές. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Όπως είναι γνωστό, τον Ιανουάριο του 1833 αποβιβάσθηκε με τιμές στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που τότε ήταν το Ναύπλιο, ο νέος βασιλιάς των Ελλήνων, ο νεαρός Όθων. Μαζί του τον συνόδευε η τριανδρία των αντιβασιλέων (ο κόμης φον Αρμανσπέργκ, ο φον Μάουρερ και ο αντιστράτηγος φον Χάιντεκ), με μια ομάδα υψηλόβαθμων πολιτικών και στρατιωτικών από την πατρίδα του τη Βαυαρία και ένα ευάριθμο σώμα εθελοντών στρατιωτών από τη χώρα τους. Αργότερα προστέθηκαν και αρκετοί άνθρωποι των γραμμάτων, της τέχνης και των επιστημών. Ο προορισμός όλων αυτών ήταν να συμβουλεύουν τον ανήλικο ακόμα ηγεμόνα στα αρχικά του βήματα και να τον βοηθήσουν στην οργάνωση και λειτουργία του νεοελληνικού κράτους σε όλους τους τομείς.
Στη διαμόρφωση του στρατιωτικού τομέα από τους επιτελείς του Όθωνα, παράλληλα με τον τακτικό στρατό του ελληνικού κράτους, σπουδαίο ρόλο κατείχε για κάποιο διάστημα και το λεγόμενο Επικουρικό Βαυαρικό Εκστρατευτικό Σώμα που είχε φέρει μαζί του ο νεαρός εστεμμένος. Η στρατιωτική αυτή μονάδα αποτελούνταν από 5.400 ξένους εθελοντές, στην πλειοψηφία τους Βαυαροί, οι οποίοι ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένοι και κατάλληλα εξοπλισμένοι και αποτέλεσαν το πρότυπο των Ενόπλων Δυνάμεων του νέου κράτους. Ανάμεσα στα τόσα πολλά άτομα που επάνδρωναν τις τάξεις του Σώματος αυτού, φυσικό ήταν να υπηρετούν και πρόσωπα ευαίσθητα και καλλιεργημένα, τα οποία παράλληλα με τα στρατιωτικά τους καθήκοντα, ξεδίπλωναν και την προσωπική τους εσωτερική παρόρμηση και ανησυχία για λογοτεχνικές, επιστημονικές και καλλιτεχνικές δημιουργίες. Τα προικισμένα αυτά άτομα όταν ήλθαν σε επαφή με τη νεοελληνική πραγματικότητα, εντυπωσιάσθηκαν από μερικά πρωτόγνωρα και πρωτόγονα γι’ αυτούς γεγονότα, ήθη, έθιμα, θρησκευτικές ιεροτελεστίες. Επιπλέον γοητεύθηκαν από το όμορφο φυσικό τοπίο της χώρας μας και προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν τη διαφορετική προσωπικότητα των Νεοελλήνων. Επηρεασμένοι απ’ όλη αυτήν την καθημερινή διαφορετικότητα που συναντούσαν και με τις ευαίσθητες κεραίες τους αναπεπταμένες, ασχολήθηκαν αποκλειστικά για δική τους ευχαρίστηση και προσωπική αναψυχή, σε διάφορους τομείς. Μερικοί περιέγραφαν στα προσωπικά τους ημερολόγια κάθε πράγμα που τους εντυπωσίαζε. Άλλοι αποτύπωναν στο χαρτί με μολύβι ή πινέλο και σύμφωνα με τη δική τους εικαστική αντίληψη ο καθένας, σχέδια, τοπία, αρχαιολογικούς χώρους, διάφορα σημαντικά γεγονότα στα οποία συνέβαινε να είναι παρόντες. Υπήρχαν και διάφοροι που καταπιάστηκαν με γεωλογικές, γεωπονικές, μετεωρολογικές, αρχαιολογικές και άλλες επιστημονικές αναζητήσεις.
Την άνοιξη του 1834 τμήμα του Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος, με επικεφαλής τον στρατηγό Christian von Schmaltz, επικουρούμενο και από Έλληνες στρατιωτικούς, βρισκόταν στην περιοχή της Λαμίας, κοντά στα σύνορα με την τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλία, για την τακτική επιθεώρηση των ελληνικών στρατιωτικών σχηματισμών. Και ενώ η επιθεώρηση ήταν σε εξέλιξη, ο στρατηγός von Schmaltz μαζί με το επιτελείο του διατάχθηκαν από την κρατική εξουσία να μεταβεί με μυστική αποστολή στη Λάρισα, για συνομιλίες με τον πασά της πόλης. Οι συνομιλίες αυτές περιστρέφονταν γύρω από άμεσα σημαντικά θέματα τα οποία αφορούσαν τις δύο χώρες και βρίσκονταν σε εκκρεμότητα από καιρό. Το κυριότερο πρόβλημα ήταν η πλημμελής φύλαξη των συνόρων εκ μέρους των Οθωμανών, με αποτέλεσμα ληστρικές συμμορίες από τη Θεσσαλία να εισέρχονται εύκολα στο ελληνικό έδαφος, να λυμαίνονται διάφορες περιοχές και να επιστρέφουν πάλι ανενόχλητοι στην τουρκική επικράτεια. Την ελληνική αντιπροσωπεία αποτελούσαν εκτός από τον στρατηγό von Schmaltz, ο υπασπιστής του λοχαγός Max von Abel, ο λοχαγός των Γενικών Επιτελών Σκαρλάτος Σούτσος [2], ο υπολοχαγός των ιππέων κόμης Taufkirchen, ένας στρατιωτικός ιατρός και τμήμα έφιππων λογχοφόρων, οι οποίοι φρόντιζαν για την προστασία της αποστολής κατά τη διαδρομή.
Τα μέλη της αποστολής αυτής μέσω Δομοκού έφθασαν στη Λάρισα και αφού διάβηκαν την πύλη Φαρσάλων, πέρασαν εν πομπή στο εσωτερικό της πόλης, όπου έγιναν δεκτά από τον τουρκικό στρατό με μεγάλη επισημότητα. Κατευθύνθηκαν στο Διοικητήριο της πόλης, όπου εκεί τους περίμεναν οι τουρκικές αρχές. Επικεφαλής των Οθωμανών στην υποδοχή τους ήταν ο Μουσταφά Νουρή πασάς. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων για την υποδοχή της στρατιωτικής αποστολής του βασιλιά Όθωνα αποτέλεσαν η στρατιωτική παρέλαση και οι ασκήσεις μάχης που έγιναν στην περιοχή μετά τη μεγάλη λίθινη γέφυρα του Πηνειού και ονομαζόταν «Μεριάς», εκεί όπου σήμερα βρίσκονται το άλσος του Αλκαζάρ και οι αθλητικές εγκαταστάσεις. Την περίοδο εκείνη ο χώρος αυτός ήταν ένας απέραντος χέρσος τόπος και χρησίμευε για στρατιωτικά γυμνάσια. Τις εκδηλώσεις αυτές παρακολούθησαν από κοινού οι Τούρκοι επίσημοι και οι φιλοξενούμενοι στη Λάρισα αξιωματικοί και οπλίτες της ελληνικής αποστολής και πλήθος κόσμου.
[Συνέχεια]
 -----------------------------------------
[1]. Και οι πέντε υδατογραφίες, με τη σχετική ανάλυσή τους, έχουν δημοσιευθεί στο βιβλίο: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η ΛΑΡΙΣΑ στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών (16ος - 19ος αιώνας), εκδόσεις «Θετταλός», Λάρισα (2006) σελ. 96-104.
[2]. Να σημειωθεί ότι ο ίδιος, έπειτα από 47 χρόνια ως αρχιστράτηγος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, έμπαινε πρώτος στη Λάρισα στις 31 Αυγούστου 1881 ως απελευθερωτής.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο αφανισμός της παλιάς Λάρισας

Σήμερα έχει σειρά και η μεταπολεμική

 
Η αρχή της παλιάς οδού Βόλου (23ης Οκτωβρίου) με τα κτίριά της. Δεξιά το Μεγάλο Κονάκι (Σαράι). Κάτω δεξιά ο επάνω όροφος του αρχοντικού Αποστολίδη. Η πόρτα δίπλα απ’ αυτό ορίζει τη γωνία Βόλου-Λ. Κατσώνη. Φωτογραφία του Α. Αθανασόπουλου. 1933.Η αρχή της παλιάς οδού Βόλου (23ης Οκτωβρίου) με τα κτίριά της. Δεξιά το Μεγάλο Κονάκι (Σαράι). Κάτω δεξιά ο επάνω όροφος του αρχοντικού Αποστολίδη. Η πόρτα δίπλα απ’ αυτό ορίζει τη γωνία Βόλου-Λ. Κατσώνη. Φωτογραφία του Α. Αθανασόπουλου. 1933.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στα «Ψιθυριστά» της εφημερίδας μας «Ελευθερία» διαβάσαμε προχθές ότι ένα άλλο κομμάτι της μεταπολεμικής Λάρισας, στη γωνία 23ης Οκτωβρίου και Λάμπρου Κατσώνη, θα εξαφανισθεί και τη θέση του θα πάρει μια σύγχρονη πολυκατοικία.

Η υπάρχουσα σήμερα διώροφη οικοδομή αισθητικά έχει μια εντυπωσιακή όψη. Ο αρχιτέκτονας έχει εκμεταλλευτεί το προνόμιο της γωνίας και ιδιαίτερα ο όροφος με την καμπυλότητα και τους κίονες προσδίδει στο οίκημα αρχοντιά και ομορφιά.
Τα τελευταία χρόνια, επειδή φαίνεται ότι τελείωσαν τα προς κατεδάφιση παλιά προπολεμικά οικήματα στη Λάρισα, ο οικοδομικός οργασμός επεκτάθηκε και στα πρώτα μεταπολεμικά. Η δίψα για οικονομικό κέρδος έχει αλώσει ιδιοκτήτες και εργολάβους και καθώς η πόλη πληθυσμιακά αναπτύσσεται και η ζήτηση ιδιόκτητων διαμερισμάτων αυξάνεται, δεν υπάρχει σήμερα στη Λάρισα τετράγωνο που να μην εκτελούνται οικοδομικές εργασίες…
Το συγκεκριμένο οίκημα μας δίνει την ευκαιρία να δημοσιεύσουμε σήμερα μια όχι και τόσο παλιά προπολεμική φωτογραφία. Είναι του 1933, δηλαδή πριν από 91 χρόνια και η μελέτη της αποδεικνύει αυτό που αναφέρει ο τίτλος του σημερινού μας κειμένου, τον παντελή αφανισμό, δηλ. τη μορφή της παλιάς Λάρισας μέσα σε 90 χρόνια. Αποτυπώνει την αρχή της οδού Βόλου (23ης Οκτωβρίου). Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από τον εξώστη του μιναρέ του Μπουρμαλί τζαμί [1] το οποίο βρισκόταν στη θέση που σήμερα έχει κτισθεί ο κινηματογράφος «Βικτώρια» και ο φακός έχει στραφεί βόρεια.
Παίρνοντας ως αφετηρία τον μιναρέ του Γενί τζαμί που βρίσκεται στο αριστερό μέρος της φωτογραφίας, δεξιότερα βλέπουμε να προβάλει πίσω από τις οροφές των σπιτιών ένα τμήμα από την «πλατεία Σιάουλο», όπως λεγόταν μέχρι και τον τελευταίο πόλεμο ο ευρύς χώρος που δημιουργείται από την συμβολή των σημερινών οδών Κύπρου, Ογλ, Νικηταρά, 23ης Οκτωβρίου και 28ης Οκτωβρίου και σήμερα έχει δημιουργηθεί μια μικρή κυκλική πλατεία. Πίσω, ανάμεσα στα ψηλά δένδρα της παραπήνειας περιοχής μόλις διακρίνεται το κεντρικό βιομηχανικό κτίριο του Μύλου του Παππά και δεξιότερα τα Κουτλιμπάνειο Δημοτικό Νοσοκομείο, το οποίο την περίοδο εκείνη ήταν μονώροφο [2].
Από την πλατεία «Σιάουλο» που αναφέραμε, ξεκινάει λοξά η διαδρομή της οδού Βόλου. Στο δεξιό τμήμα της φωτογραφίας προβάλλει ένα μεγάλο σε διαστάσεις και επιβλητικό κτίσμα, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αρχιτεκτονική του σαν τούρκικο κονάκι. Εκτεινόταν στη συμβολή των οδών Βόλου και Λάμπρου Κατσώνη και καταλάμβανε μεγάλη έκταση. Το κτίσμα και η αυλή περιστοιχιζόταν από ψηλό φράχτη (μαντρότοιχο), για να αποσοβεί τα περίεργα βλέμματα των περαστικών. Στη γωνία της συμβολής των δύο οδών, ήταν η κυρία είσοδος στην αυλή του τούρκικου σπιτιού. Ήταν ευρύχωρη και ψηλή για να διέρχονται οι άμαξες και οι ίπποι. Πιο ψηλά κατά μήκος της οδού Βόλου, ο μαντρότοιχος διακόπτεται από ένα παραπόρτι. Δεν είναι γνωστή η χρονολογία κατασκευής του. Από την αρχιτεκτονική μορφή του όμως πιθανολογείται ότι ανήκει στα οθωμανικά κτίρια που κατασκευάσθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Από την έκταση της σκεπής φαίνεται ότι το κτίσμα αυτό ήταν μια μεγάλων διαστάσεων διώροφη κατοικία (κονάκι), στο οποίο στεγαζόταν η οικογένεια κάποιου Οθωμανού μπέη. Κατά τον δημοσιογράφο Κ. Περραιβό ήταν ιδιοκτησία του μουσουλμάνου μεγαλοκτηματία και τραπεζίτη Μεχμέτ Χατζημέτο, ο οποίος για ένα διάστημα υπήρξε και πρόεδρος της μουσουλμανικής Κοινότητας της Λάρισας. Αποχώρησε δε από τη Λάρισα με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924.
Αποτελούσε ένα πραγματικό Σαράι (παλάτι) όπως ονόμαζαν τότε τα κτίρια αυτά. Μεγάλο τμήμα του επάνω ορόφου προεξείχε στις τέσσερις γωνίες από το κυρίως σώμα του σπιτιού και σχημάτιζε ευρύτατα σαχνισιά (προεξοχές), τα οποία όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία, υποστηρίζονταν από πολλά ξύλινα φουρούσια. Η διάταξη της σκεπής προϊδεάζει και την εσωτερική διάταξη των χώρων του άνω ορόφου. Οι τοίχοι του ήταν διάτρητοι από διαδοχικά παράθυρα και πόρτες. Η ίδια κατανομή ανοιγμάτων επικρατούσε και στο ισόγειο. Πίσω του και σε επαφή μαζί του, διακρίνεται και ένα ακόμη κτίσμα, όπως αφήνει να εννοηθεί η κατασκευή της οροφής του. Στην αυλή διακρίνονται τα βοηθητικά κτίσματα και συστάδες δένδρων τα οποία συμπληρώνουν τον ελεύθερο χώρο. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1924, ολόκληρο το κτίσμα με τους ελεύθερους χώρους, περιήλθε στο δημόσιο. Ο Γιώργος Ζιαζιάς αναφέρει [3] ότι πριν τον πόλεμο του 1940 η τεράστια αυτή κατοικία για ένα διάστημα, λειτούργησε ως Ορφανοτροφείο.
Παρ’ όλες τις τεράστιες διαστάσεις του, δεν έπαθε σοβαρές καταστροφές από τον σεισμό του 1941, λόγω της ελαφράς κατασκευής στην τοιχοδομία του. Ο Θανάσης Μπετχαβές θυμάται ότι κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, παρ’ όλη την εγκατάλειψη που παρουσίαζε, ένα τμήμα του κατοικείτο από φτωχές οικογένειες. Μετά το 1960 κατεδαφίσθηκε και στον τεράστιο χώρο του υψώθηκε πολυώροφη οικοδομή, στη δε γωνία του κατασκευάστηκε ένα διώροφο κτίσμα. Στον όροφο στεγαζόταν το εστιατόριο «Κύαθος» και στο ισόγειο το πρακτορείο ΚΤΕΛ Αγιάς και αργότερα ιχθυοπωλείο. Αυτό είναι το κτίριο που πρόκειται σύντομα να κατεδαφισθεί.

___________________________
[1]. Μπουρμαλί σημαίνει σπειροειδής, ελικοειδής και στην περίπτωσή μας διευκρινίζει τη μορφή του μιναρέ του ομώνυμου τεμένους, ο οποίος έφερε ανάγλυφη σπειροειδή διακόσμηση στα τοιχώματά του. Από τον σεισμό του 1941 ο μιναρές κρημνίσθηκε. Το υπόλοιπο κτίσμα διατηρήθηκε σε ετοιμόρροπη κατάσταση και το 1960 κατεδαφίσθηκε.
[2]. Ο δεύτερος όροφος του Κουτλιμπάνειου Δημοτικού Νοσοκομείου προστέθηκε το 1937 με δωρεά του Λαρισαίου εμπόρου Ηλία Τριανταφύλλου. Γρηγορίου Αλέξανδρος: Ηλίας Τ. Τριανταφύλλου (1870-1945). Ένας μεγάλος ευεργέτης της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 15 Σεπτεμβρίου 2024
[3]. Ζιαζιάς Γεώργιος, Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950, Λάρισα (2004) σελ. 86.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024

 ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η παλιά πυριτιδαποθήκη

Σήμερα Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Λάρισας

 
Το κτίριο της Πυριτιδαποθήκης διαρρυθμισμένο σε φυλακή.  Κάτω δεξιά ο ναΐσκος του Αγ. Ελευθερίου εντός του περιβόλου των φυλακών.  Μεταπολεμική φωτογραφία από την εφημερίδα «Ελευθερία». Περίπου 1980Το κτίριο της Πυριτιδαποθήκης διαρρυθμισμένο σε φυλακή. Κάτω δεξιά ο ναΐσκος του Αγ. Ελευθερίου εντός του περιβόλου των φυλακών. Μεταπολεμική φωτογραφία από την εφημερίδα «Ελευθερία». Περίπου 1980

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου, nikapap@hotmail.com

Η Λάρισα με τη μακραίωνη ιστορία της θα έπρεπε να επιδεικνύει σήμερα πολλούς Ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους.

Όμως η συνεχής κατοίκηση επί αιώνες στην ίδια ακριβώς περιοχή, οι κατά διαστήματα διάφοροι κατακτητές (βαρβαρικής συνήθως προέλευσης), ο χρόνος, η καταστροφική ενέργεια φυσικών φαινομένων (πλημμύρες, σεισμοί), αλλά και η αβελτηρία των κατοίκων της (ιδιοκτήτες, κατασκευαστές, ακόμα και οι εκάστοτε τοπικές αρχές και οργανώσεις), έχουν επιφέρει σοβαρές καταστροφές, μέχρι εξαλείψεως πολλών εκλεκτών υπολειμμάτων της ιστορίας της. Έτσι μια εξέχουσα πόλη με τόσο μεγάλη σε χρονική διάρκεια διαδρομή, η οποία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ήκμαζε και υπερτερούσε σε ανάπτυξη πολλών άλλων, να διαθέτει συγκριτικά τα λιγότερα ιστορικά μνημεία, αντιπροσωπευτικά όλων των εποχών και αυτά χάρη στο έργο ευαίσθητων αρχαιολόγων και μερικών φωτεινών χαρισματικών ανθρώπων της πόλης. Δεν θα αναφερθώ στη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλλαν οι κάτοικοι και οι αρχές της πόλης μετά την απελευθέρωση του 1881, να αποτινάξουν την τουρκική χροιά της Λάρισας. Κατασκεύαζαν δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική μορφή, η οποία ήταν εναρμονισμένη με το ρεύμα του νεοκλασικισμού που είχε επικρατήσει στην ελληνική πρωτεύουσα. Πόσα έμειναν απ’ αυτά; Δύο, ίσως τρία. Θα αναφέρω ένα ηχηρό παράδειγμα. Προπολεμικά η Κεντρική πλατεία της Λάρισας ήταν ένα «χάρμα δέσθαι». Περιτριγυριζόταν από μια πλειάδα όμορφων κτιρίων, όπως ένα πολυτελές περιδέραιο στο λαιμό μιας όμορφης κυρίας, τα οποία της έδιναν μια αρχοντιά. Σήμερα απ’ όλα αυτά τα κτίρια έχει απομείνει μόνο το παλιό ξενοδοχείο «Ολύμπιον» το οποίο είχε κτισθεί 2-3 χρόνια πριν τον πόλεμο.
Η εισαγωγή του σημερινού κειμένου ίσως είναι εκτενής, αλλά πραγματικά θλίβομαι όταν όλα αυτά τα χρόνια ακούω και βλέπω να κατεδαφίζονται όμορφα ή ιστορικά κτίσματα και μάλιστα τώρα τελευταία διαπιστώνω ότι μια ανάσα μακριά από το Αρχαίο μας Θέατρο, αυτό το στολίδι και το τοπόσημο της πόλης μας, ότι υψώνονται ενδεκαώροφες οικοδομές…
Στο σημερινό μας σημείωμα θα επικεντρωθούμε σε ένα κτίσμα της τουρκοκρατίας, το οποίο λόγω της ισχυρής και επιμελημένης κατασκευής και της θέσης του έξω από τον κεντρικό ιστό της πόλης για μεγάλο διάστημα, άντεξε στις δοκιμασίες των καιρών, των διαφορετικών χρήσεων και δεν υπήρξε δέλεαρ ορισμένων επιτήδειων για κατεδάφιση. Πρόκειται για το κτίριο της παλιάς πυριτιδαποθήκης (τοπ χανέ), κοντά στην Πύλη Φαρσάλων. Όπως αναφέρθηκε, είναι κτίσμα των χρόνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κτισμένο πιθανότατα γύρω στο 1750-1800, για να χρησιμοποιηθεί ως πυριτιδαποθήκη. Ο περιβάλλων χώρος του την εποχή εκείνη ήταν κενός, καθώς η κατοίκηση δεν έφθανε μέχρι αυτό το σημείο[1], βρισκόταν δηλαδή μέσα στα όρια της πόλης και μέσα από την τάφρο[2]. η οποία όμως κατασκευάστηκε αργότερα, γύρω στα 1830. Το κτίσμα της πυριτιδαποθήκης βρίσκεται επί της οδού Ιουστινιανού και διατηρείται έτσι όπως το αποκατέστησαν με επιμέλεια τα συνεργεία της αρχαιολογικής υπηρεσίας της πόλης μας. Την περιγράφουν ως ένα λιθόκτιστο επίμηκες κτίσμα αποτελούμενο από τρεις καμαροσκέπαστες αίθουσες, δύο κάθετες και μία εγκάρσια. Μάλιστα πιστεύεται ότι το κτίσμα αυτό αποτελεί ίσως το μοναδικό δείγμα πυριτιδαποθήκης με δίδυμη αίθουσα, που σώζεται σε τόσο καλή κατάσταση.
Μέχρι λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο του 1940 το κτίσμα αυτό ήταν γνωστό στην περιοχή και στους παλιούς Λαρισαίους ως «Πυριτιδαποθήκη». Όμως στο τέλος της δεκαετίας του 1930 στις τοπικές αρχές είχε εδραιωθεί η αντίληψη ότι οι ποινικές φυλακές της Λάρισας οι οποίες στεγάζονταν σε ένα μεγάλο κτίριο στις νότιες παρυφές του Λόφου[3], αποτελούσε παραφωνία και στίγμα σε μια προβεβλημένη και πολυσύχναστη περιοχή και υπήρχαν διάφορες σκέψεις για τη μεταφορά τους. Στη σκέψη τους αυτή απρόσμενος βοηθός ήλθε ο …σεισμός του Μαρτίου του 1941, ο οποίος κατέστρεψε το κτίριο και το κατέστησε ακατοίκητο. Η λύση εν συνεχεία βρέθηκε με τη μεταφορά των καταδίκων στην πυριτιδαποθήκη, έπειτα από ορισμένες απαραίτητες διαρρυθμίσεις του κτίσματος ως προς την ασφάλεια και τη διαμονή των φυλακισμένων.
Η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό κείμενο απεικονίζει πανοραμικά τον χώρο των φυλακών όπως ήταν περί το 1980 και έχει δημοσιευθεί στην τοπική εφημερίδα «Ελευθερία». Το όλο συγκρότημα καταλαμβάνει έναν τεράστιο ορθογώνιο χώρο, περιτειχισμένο απ’ όλες τις πλευρές. Ο ψηλός τοίχος καταλήγει σε συρματοπλέγματα. Στο κέντρο βρίσκεται το κυρίως κτίριο των φυλακών, το οποίο στέγαζε τους φυλακισμένους. Μεγάλων διαστάσεων, καλύπτει το κεντρικό σημείο του χώρου, με την είσοδο βόρεια και τα λίγα σιδερόφρακτα παράθυρα. Η σκεπή είναι δικλινής, κεραμοσκεπής και κάπως απότομη. Περιφερικά στον χώρο και εφαπτόμενα με τον τοίχο υπάρχουν διάφορα μικρότερα κτίσματα, τα οποία στεγάζουν προφανώς τις διάφορες διοικητικές υπηρεσίες. Στον ελεύθερο χώρο κυκλοφορούν ελεύθεροι ορισμένοι φυλακισμένοι. Στη βορειοανατολική γωνία διακρίνεται η στέγη με το μικρό καμπαναριό του ναΐσκου του Αγ. Ελευθερίου, του αγίου των φυλακισμένων. Σ’ αυτό εκκλησιάζονταν κάθε Κυριακή όσοι ήθελαν. Επάνω αριστερά στην εικόνα διακρίνεται η οδός Θεσσαλονίκης (Πολυτεχνείου σήμερα).
Όμως το κτίριο αυτό σαν φυλακή έχει πολύ μεγάλη ιστορία. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στο κτίριο αυτό φυλακίσθηκε πλήθος αντιστασιακών πατριωτών. Προσωπικότητες της Λάρισας, αγωνιστές και διώκτες των κατακτητών φυλακίσθηκαν σε ένα κτίριο χωρίς τις στοιχειώδεις υποδομές. Η κατάσταση έγινε χειρότερη ως προς τον αριθμό των καταδικασμένων και των συνθηκών φυλάκισης μετά το 1945, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
Το 1984 οι φυλακισμένοι μεταφέρθηκαν στο νέο μεγάλο κτίριο των σημερινών φυλακών και τα κτίσματα εγκαταλείφθηκαν, με προοπτική να κατεδαφισθούν και στη θέση τους να οικοδομηθούν το 5ο Γυμνάσιο και Λύκειο. Κατά τη διαδικασία της κατεδάφισης εντοπίσθηκε η ύπαρξη του παλιού τουρκικού κτιρίου, για το οποίο ενδιαφέρθηκαν διάφοροι ευαισθητοποιημένοι πολίτες της Λάρισας και το τοπικό Συμβούλιο Μουσείων Θεσσαλίας στη συνεδρία της 26ης Μαρτίου 1985, γνωμοδότησε ομόφωνα και χαρακτήρισε το κτίσμα ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Το κτίριο αποκαταστάθηκε με χρηματοδότηση του Δήμου Λαρισαίων και επίβλεψη της Εφορείας Αρχαιοτήτων της πόλης μας.
Το 2003 με ομόφωνη απόφαση του Δημοτ. Συμβουλίου της Λάρισας παραχωρήθηκαν οι παλιές φυλακές για τη δημιουργία Μουσείου Εθνικής Αντίστασης (1941-1944). Η αναστήλωση ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2010 και από τότε άρχισε η λειτουργία του με διάθεση και αγώνα για τον εμπλουτισμό των εκθεμάτων και για την γνωριμία του με το ευρύτερο κοινό της πόλης μας. Η μόνιμη έκθεση του Μουσείου περιέχει εκθέματα που προέρχονται κυρίως από την Εταιρεία Συλλογής και Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1944, από το Αρχείο Θεσσαλών Αντιστασιακών, αλλά και από ιδιώτες και φορείς.

 

[1]. Γνωστά κτίρια τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως πυριτιδαποθήκη και αποθήκες όπλων κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας μετά την επανάσταση του 1821 ήταν τρία. Το πρώτο ήταν ο ναός του Αγ. Αχιλλίου. Γράφει ο Ιωάννης Λεονάρδος το 1836 σε υποσημείωση στο βιβλίο του «Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία» «Εις την εν Λαρίσση διατριβήν μου κατά το έτος 1823, φιλοτιμούμενος δια να ιδώ τούτον το άγιον Ναόν και να προσκυνήσω, εμβήκα εις αυτόν. Πλην κατά δυστυχίαν, εύρον παρ’ ευχήν μου τούτον τον ιερόν Ναόν μεταμορφωμένον υπό των Οθωμανών εις οπλοφυλακείον και πυριτιδοφυλακείον, δια τον μεσολαβούντα τότε πόλεμον». Το δεύτερο, η παλιά τουρκική κλειστή αγορά (μπεζεστένι) πάνω στον Λόφο. Αφού είχε γίνει παρανάλωμα πυρός το 1799 και είχε παραμείνει μόνον το κέλυφός του, χρησιμοποιήθηκε κάποια στιγμή κατά τον 19ο αιώνα ως πυριτιδαποθήκη. Το τρίτο κτίριο ήταν στην περιοχή του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου), για το οποίο δεν γνωρίζουμε περισσότερα. Συμπληρωματικά θα πρόσθετα ότι και τα στρατιωτικά αρτοποιεία πίσω από το Αρχαίο Θέατρο χρησιμοποιήθηκαν για ένα μικρό διάστημα σαν πυριτιδαποθήκη κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13.
[2]. Τη διαδρομή της τάφρου κατέλαβε αργότερα η οδός Θεσσαλονίκης (Ηρώων Πολυτεχνείου σήμερα).
[3]. Το κτίριο αυτό είχε κτισθεί κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας από τα αδέλφια Σαχίνη από τη Σιάτιστα, με σκοπό να στεγάσει το μεγάλο πανδοχείο τους (χάνι). Αρχές του 1900 οι αδελφοί Σαχίνη μετέφεραν το πανδοχείο τους σε κτίριο εκεί κοντά, στην οδό Πολυκάρπου, ενώ στο παλιό κτίριό τους μεταφέρθηκαν οι ποινικές φυλακές της Λάρισας οι οποίες βρίσκονταν μέχρι τότε στο κέντρο της πόλης, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Στρατιωτική Λέσχη.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ριψοκίνδυνες διαδρομές

Ενα αυτοκίνητο κατεβαίνει τις σκάλες του Αγ. Αχιλλίου


Kάθοδος των βαθμίδων της μεγάλης σκάλας του Αγίου Αχιλλίου με αυτοκίνητο.  Όρθιος έξω από τη θέση του οδηγού ο Μιχάλης Ζέικος. Χρονολογία: 7 Οκτωβρίου 1932. Αρχείο Γιάννη Χατζάκου.Kάθοδος των βαθμίδων της μεγάλης σκάλας του Αγίου Αχιλλίου με αυτοκίνητο. Όρθιος έξω από τη θέση του οδηγού ο Μιχάλης Ζέικος. Χρονολογία: 7 Οκτωβρίου 1932. Αρχείο Γιάννη Χατζάκου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου, nikapap@hotmail.com

Μέχρι το 1894 η πρόσβαση στον Λόφο από τη νοτιοδυτική πλευρά γινόταν από ένα στενό, ανηφορικό, λιθόστρωτο και ελικοειδές δρομάκι, το οποίο ξεκινούσε από την αυλή του Ιερού Ναού του Αγ. Αχιλλίου, περνούσε ανάμεσα από παλιά σπίτια του Τρανού Μαχαλά, άφηνε αριστερά το μεγάλο χάνι των αδελφών Σαχίνη και κατέληγε στον ανοιχτό χώρο πριν από την είσοδο της μεγάλης γέφυρας. Ήταν μια σύντομη διαδρομή, όμως αρκετά δύσκολη, ώστε να εξυπηρετεί την πρόσβαση κατά τις διάφορες τελετές, οι οποίες πραγματοποιούνταν στη Μητρόπολη.

Για τον λόγο αυτόν η συνήθης διαδρομή ήταν από την οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), ανάμεσα από τα οικήματα τα οποία κάλυπταν τότε το Αρχαίο Θέατρο.
Για να γίνεται πιο εύκολη η πρόσβαση στον Λόφο, αποφασίσθηκε από τον δήμαρχο Αχιλλέα Αστεριάδη, ο οποίος ήταν συγχρόνως και επικεφαλής του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού του Αγίου Αχιλλίου [1] «…η κατασκευή κλίμακος και λοιπών έργων προς εξωραϊσμόν του ενταύθα Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αχιλλίου», όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό της κατασκευής της. Η διεκπεραίωση όλων αυτών των έργων ανατέθηκε κατόπιν δημοπρασίας στον Αντώνιο Ν. Ρίζου [2], ο οποίος ήταν εργολάβος δημόσιων και δημοτικών έργων. Η κλίμακα αυτή συνέδεε τη δυτική πλευρά του προαύλειου χώρου του καθεδρικού ναού, με τον δρόμο που δημιουργήθηκε κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόταν ευκολότερη η προσπέλαση της γέφυρας του ποταμού, ειδικά κατά την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων και της κατάδυσης του Σταυρού στα νερά του. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το ύψος της κλίμακας ήταν μεγάλο και ο αριθμός των βαθμίδων αρκετός. Δε γνωρίζω επακριβώς τον αριθμό τους, αλλά υπολογίζονται περίπου σε πενήντα. Κάθε δέκα βαθμίδες (σκαλοπάτια) υπήρχε πλατύσκαλο, για να ξεκουράζονται κυρίως όσοι την ανέβαιναν. Επίσης, το εύρος της ήταν αρκετά μεγάλο, περίπου έξι μέτρα, ικανό για να διέρχεται η θρησκευτική πομπή των Θεοφανείων χωρίς να αλλοιώνεται ο σχηματισμός της.
Η σπουδαίας σημασίας αυτή σκάλα είχε διάρκεια ζωής 78 ετών. Ενώ η παλιά εκκλησία του Αγ. Αχιλλίου του 1794, η γνωστή ως Βασιλική του Καλλιάρχη, άρχισε σταδιακά να κατεδαφίζεται μετά το 1898 για να ανεγερθεί νέα, μεγαλύτερη, ψηλότερη και εγνωσμένης αρχιτεκτονικής μορφής (σταυροειδής με τρούλο και δύο ψηλά καμπαναριά), η κλίμακα διατηρήθηκε μέχρι το 1972, όταν ήδη είχε ανεγερθεί και ο σημερινός μητροπολιτικός ναός. Τη χρονολογία αυτήν, επί δημαρχίας Θάνου Μεσσήνη (1969-1974), άρχισαν εργασίες εξωραϊσμού της δυτικής πλευράς του λόφου. Αποκαθηλώθηκε η παλιά κλίμακα και εκτός από νέα σκαλοπάτια δημιουργήθηκε και οδική προσπέλαση, στοιχεία τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό και θα υπάρχουν πολλοί παλιοί Λαρισαίοι, οι οποίοι την ανεβοκατέβηκαν πολλές φορές και θα τη θυμούνται ακόμη.
Η σκάλα αυτή έχει περάσει στη σφαίρα του μύθου από δύο σημαντικά και ριψοκίνδυνα γεγονότα. Το πρώτο συνέβη στις 7 Οκτωβρίου του 1932, όταν ο τολμηρός Μιχάλης Ζέικος, οδηγός αγοραίου αυτοκινήτου, κατόρθωσε να κατεβεί τα σκαλοπάτια με το αυτοκίνητό του. Το δεύτερο συνέβη μεταπολεμικά. Το 1949 ένας ανήσυχος και μποέμ νέος, ο Γιάννης Δαλθανάσης, κατόρθωσε έφιππος να ανεβεί τη σκάλα. Και τα δύο αυτά αξιοθαύμαστα συμβάντα διαδόθηκαν στη μικρή τότε κοινωνία της Λάρισας και οι πρωταγωνιστές τους έγιναν τοπικοί ήρωες. Μάλιστα, οι προσπάθειες αυτές αποθανατίστηκαν φωτογραφικά και ο Τάκης Τλούπας δημοσίευσε τις φωτογραφίες αυτές στο βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες» [3].
Η φωτογραφία που δημοσιεύεται σήμερα είναι από το επικίνδυνο κατόρθωμα το οδηγού Μιχάλη Ζέικου, αλλά διαφορετική από αυτήν που δημοσίευσε ο Τάκης Τλούπας στο βιβλίο του. Ο οδηγός στέκεται όρθιος έξω από τη θέση του, με το αυτοκίνητο σταματημένο, προφανώς για τη φωτογράφηση και μεταφέρει δύο τουλάχιστον… ατρόμητους επιβάτες. Ένας χωροφύλακας, ορισμένοι στρατιώτες και αρκετά μικρά παιδιά παρακολουθούν με δέος την προσπάθεια. Το άτομο μπροστά από το αυτοκίνητο, με τη ρεπούμπλικα, μου είναι άγνωστο.
Τον Μιχάλη Ζέικο έτυχε να τον γνωρίσω προσωπικά. Ήταν ο προσωπικός ταξιτζής του Μητροπολίτη Δωροθέου. Ο τελευταίος δεν είχε προσωπικό αυτοκίνητο, επειδή για λόγους υγείας έμενε αρκετό διάστημα στην Αθήνα. Όταν ερχόταν στη Λάρισα και ήταν προσκεκλημένος σε διάφορα πανηγύρια σε γειτονικές κωμοπόλεις και χωριά, χρησιμοποιούσε τον Ζέικο. Τον συνόδευε, ελλείψει διάκου, ο πατέρας μου, ιερέας στον Άγ. Νικόλαο, ενώ εγώ, μαθητής τότε, βοηθώντας στη μεταφορά της στολής (άμφια) του Μητροπολίτη, καθόμουν στη θέση του συνοδηγού. Έχω, λοιπόν, προσωπικές εμπειρίες της ικανότητας του Ζέικου ως οδηγού.
————————————————
[1]. Η πρώτη θητεία του Αχιλλέα Αστεριάδη ως δημάρχου ήταν την τετραετία (1891-1895), όταν διαδέχθηκε τον Διονύσιο Γαλάτη (1887-1891). Η αναφορά στο συμφωνητικό του Αχιλλέα Αστεριάδη ως προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Αγίου Αχιλλίου απορρέει και από την ιδιότητά του ως δημάρχου, καθ’ όσον πρόκειται περί του μητροπολιτικού ναού, αλλά και ως ενορίτη, αφού η κατοικία του βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κούμα και Ασκληπιού.
[2]. Ο Αντώνιος Ρίζου (όπως υπέγραφε) ήταν πατέρας του γυναικολόγου ιατρού Αθανασίου (Νάσου) Ρίζου και της Ευφροσύνης (Φρόσως) Σάπκα, συζύγου του Πάνου Σάπκα, μικρότερου αδελφού του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα και παππούς της Λίλας Ρίζου. Ο ίδιος έκτισε και το αρχοντικό του Μιχαήλ Σάπκα το 1913 στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου-Παναγούλη, που δεν υπάρχει πια.
[3]. Λάρισα. Εικόνες του χθες. Φωτογραφίες: Τάκης Τλούπας, Κείμενα: Νίκος Νάκος, Λάρισα. Έκδοση Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα. Το πολύτιμο αυτό βιβλίο είχε τρεις συνεχόμενες εκδόσεις από τους δημάρχους Αριστείδη Λαμπρούλη (1986), Χριστόδουλο Καφφέ (1994) και Κωνσταντίνο Τζανακούλη (2003).

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Μια διεισδυτική ματιά στην «Πολιτεία» του Αγ. Αστεριάδη

 
«Η Πολιτεία». Έργο μεγάλων διαστάσεων του Αγ. Αστεριάδη. 1969. Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα.«Η Πολιτεία». Έργο μεγάλων διαστάσεων του Αγ. Αστεριάδη. 1969. Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Στην ιστορία της τέχνης υπάρχουν ορισμένα έργα τα οποία «στιγματίζουν» θετικά την πορεία του δημιουργού τους, ασχέτως εάν η καλλιτεχνική τους διαδρομή έχει να επιδείξει αισθητικά σπουδαιότερα επιτεύγματα.

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι με την «Τζιοκόντα», ο Μιχαήλ Άγγελος με την αγιογράφηση της Καπέλλα Σιξτίνα, ο Πικάσο με την «Γκουέρνικα», είναι ιστορικά ταυτισμένοι ακατάλυτα με τα διάσημα αυτά έργα τους. Στην πόλη μας, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, η «Πολιτεία» είναι το έργο που χαρακτηρίζει τον δικό μας Αγήνορα Αστεριάδη. Είναι ένας πίνακας μέσα στον οποίο ο καλλιτέχνης έχει συμπυκνώσει την ομορφιά της παλιάς Λάρισας όπως την έζησε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Στο σημερινό κείμενό μας θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε τοπογραφικά εκείνα τα σημεία του πίνακα που αναβιώνουν μνήμες της Λάρισας που χάθηκε και δεν ξαναγυρίζει πια. Με τη σειρά του ο αναγνώστης ας προσπαθήσει να αντιπαραβάλλει κάθε επιμέρους εικόνα της με τη σημερινή της μορφή και ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Δε θα αναφέρουμε βιογραφικά του ζωγράφου. Το έχουμε κάνει επανειλημμένα από τη στήλη αυτήν. Ούτε θα κάνουμε αισθητική ανάλυση του πίνακα, γιατί είναι έργο ειδικών ατόμων, κυρίως ιστορικών της Τέχνης. Θα εντοπίσουμε εκείνα τα στοιχεία του πίνακα τα οποία απεικονίζουν παλαιά κτίσματα, τα περισσότερα των οποίων δεν υπάρχουν πια και θα προσανατολίσουμε τον αναγνώστη στην απεραντοσύνη του έργου, ώστε εκτός της αισθητικής απόλαυσης να αποκτήσει και την εικόνα από πολλά χαμένα ιστορικά κτίσματα της πόλης μας, έστω και με το αισθητικό βλέμμα του καλλιτέχνη.
Το έργο του Αστεριάδη «Πολιτεία» είναι απλωμένο σε τρία συνεχόμενα μεγάλα τελάρα, τα οποία συνενωμένα αποτελούν έναν μεγάλο πίνακα διαστάσεων 165x270 εκατοστά. Φιλοτεχνήθηκε το 1969. Ενώ έχει ως θέμα τη Λάρισα, δεν την κατονομάζει, απλώς την αναφέρει σαν «Πολιτεία», την οποία απεικονίζει με τον δικό του καλλιτεχνικό τρόπο έκφρασης, όπως περίπου μια σύγχρονη αεροφωτογραφία. Μετά τον θάνατο του ζωγράφου το 1977, το έργο περιήλθε στην κατοχή των κληρονόμων του Νικ. και Κων. Αστεριάδη, οι οποίοι το δώρισαν στον Δήμο Λαρισαίων, γιατί έκριναν ότι η θέση του ήταν στην πόλη μας. Σήμερα, όπως γνωρίζουμε, εκτίθεται εδώ στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισα-Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα σε περίοπτη θέση, ενώ αντίγραφό του στολίζει το γραφείο του Δημάρχου.
Τρία χαρακτηριστικά στοιχεία της Λάρισας, ο Πηνειός, η Κεντρική πλατεία και οι γραμμές των τρένων χωρίζουν το έργο σε τρεις άνισες οριζόντιες ζώνες. Η επάνω ζώνη καταγράφει την περιοχή πέρα από το ποτάμι, η μεσαία, η οποία είναι και η ευρύτερη, περιλαμβάνει το κέντρο της πόλης, ενώ η κάτω ζώνη απεικονίζει την περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού, με την αντίστοιχη συνοικία της. Επίσης, κάθετοι και οριζόντιοι άξονες χωρίζουν την πόλη κατά τμήματα. Στα επιμέρους αυτά τμήματα περιλαμβάνονται πολλά αναγνωρίσιμα κτίσματα της Λάρισας, τα οποία χαρακτηρίζουν την ταυτότητά της και θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια με λεπτομέρειες.

ΕΠΑΝΩ ΖΩΝΗ
Στην επάνω ζώνη από αριστερά ο καλλιτέχνης καταγράφει τον Υδατόπυργο, ένα εμβληματικό κτίσμα της πόλης μαζί με τα συνωδά κτίριά του. Περιβάλλεται από την πορεία του ποταμού και αμέσως μετά απεικονίζεται ο Πέρα Μαχαλάς, η σημερινή συνοικία Ιπποκράτης. Δύο στοιχεία της συνοικίας μας δίνει ο Αστεριάδης. Τη σκηνή του θεάτρου «Απόλλων» δίπλα στη γέφυρα και πιο πάνω στον δρόμο προς τον Τύρναβο τον τρούλο του παλιού ναού του Αγ. Χαραλάμπους. Στη συνέχεια η πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Το Αλκαζάρ με το Ηρώο και σκηνές του λούνα παρκ του παζαριού και πιο πέρα το εξοχικό κέντρο «Η Κιβωτός» και ζώα σε βοσκότοπο με φόντο πυκνά δάση.
Πιο κάτω διαγράφεται η ροή του Πηνειού, μέσα στον οποίο πλέουν δύο ψαρόβαρκες. Στο τοίχωμα της αριστερής όχθης του ποταμού ο καλλιτέχνης βρίσκει τον χώρο να αναπτύξει ένα απόσπασμα από τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη που έχει σχέση με τη Λάρισα. Η γραφή είναι μεγαλογράμματη, συνεχόμενη και εκτείνεται σε δύο σειρές. Όμως είναι θολή, γι’ αυτό και δε γίνεται εύκολα αντιληπτή. Διαβάζεται ως εξής:
ΤΑΝ ΠΗΝΕΙΟΥ ΣΕΜΝΑΝ ΧΩΡΑΝ ΚΡΗΠΙΔ’ ΟΥΛΥΜΠΟΥ ΚΑΛΛΙΣΤΑΝ
ΟΛΒΩ ΒΡΙΘΕΙΝ ΦΑΜΑΝ ΗΚΟΥΣ ΕΥΘΑΛΕΙ Τ’ ΕΥΚΑΡΠΕΙΑ.
Το επίγραμμα αυτό αναφέρεται στη σεμνή και όμορφη χώρα που απλώνεται στους πρόποδες του Ολύμπου. Είναι οι στίχοι 214-217 από το έργο του Ευριπίδη και κατά την παράσταση απαγγέλλεται από τον χορό.

ΜΕΣΑΙΑ ΖΩΝΗ
Ξεκινώντας από αριστερά διακρίνουμε πάνω-πάνω οικήματα από τον συνοικισμό της Νέας Φιλιππούπολης και εν συνεχεία το κύριο κτίριο της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής, πνιγμένο μέσα στα δέντρα. Πιο κάτω βλέπουμε τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Οι στρατώνες και το ιπποδρόμιο με τους ιππείς επάνω στα άλογα, στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το επιβλητικό κτίριο της 1ης Στρατιάς. Πιο κάτω διαγράφεται η πισίνα και ο στρατιωτικός ναός της Μεταμορφώσεως, τον οποίο σημειωτέον ότι αγιογράφησε ο Αγήνορας Αστεριάδης με τους μαθητές του. Δεξιότερα απλώνεται ολόκληρο το κεντρικό μέρος της Λάρισας. Επάνω στην αρχή διακρίνεται το εργοστάσιο των Κουκουτάρα-Καζαντζή και μετά τη γέφυρα όλα τα χαρακτηριστικά σημεία του Λόφου της Ακρόπολης. Η μεγάλη σκάλα που οδηγεί από τη δεξιά όχθη πάνω στον Λόφο, το ρολόι, η Μητρόπολη του Αγ. Αχιλλίου, το Μπεζεστένι και τα υπόστεγα της λαϊκής αγοράς της Τετάρτης.
Πιο χαμηλότερα προβάλλει ο ναός του Αγ. Αθανασίου και εν συνεχεία μια σειρά οικημάτων απροσδιόριστου χαρακτήρα. Το σημείο, όμως, που προσελκύει την προσοχή είναι η Κεντρική πλατεία. Βόρεια υπερέχει το μέγαρο του Χατζημέτο (Λέσχη Ασλάνη) με τον χαρακτηριστικό τρούλο του και ακολουθούν το καφενείο «Εμπορικόν» και το φαρμακείο του αδελφού του Αγαμέμνονα Αστεριάδη. Ανατολικά καταγράφει τα καφενεία «Νέος Κόσμος» και «Παράδεισος». Στο κέντρο της πλατείας ζωγραφίζει την εξέδρα περιτριγυρισμένη από πολλά δέντρα. Εδώ έπαιζαν μουσικά κομμάτια για ψυχαγωγία του κοινού κάθε Πέμπτη και Κυριακή η Φιλαρμονική του Δήμου και η μπάντα του Στρατού. Δεν παραλείπει ο καλλιτέχνης να απεικονίσει και τους τόπους στάθμευσης των αμαξών (λαντώ) και των αυτοκινήτων κοινής χρήσεως πέριξ της πλατείας. Τα αυτοκίνητα βρίσκονται ανατολικά, όπως και σήμερα και οι άμαξες δυτικά, όπως κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Χαμηλότερα ο καλλιτέχνης έδωσε μεγάλο χώρο στην προπολεμική εκκλησία του Αγ. Νικολάου. Το γεγονός εξηγείται γιατί ήταν ο ναός της ενορίας του. Διακρίνεται η αρχιτεκτονική μορφή του (βασιλική) με επέκταση στα πλάγια της δυτικής πλευράς και το χαρακτηριστικό καμπαναριό, το οποίο υπέστη σοβαρές βλάβες από τον σεισμό. Περιβάλλεται από άφθονα δέντρα, όπως ήταν μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν κατεδαφίστηκε για να κτιστεί ο σημερινός περίλαμπρος ναός. Άλλο κτίριο που αναγνωρίζεται στη ζώνη αυτή χαμηλά είναι το 3ο Δημοτικό Σχολείο. Είναι το σχολείο όπου φοίτησε ο καλλιτέχνης όταν ήταν μαθητής του Δημοτικού, αφού το σπίτι του (το Αστεριαδαίικο όπως το ονόμαζαν) βρισκόταν επί της οδού Φαρσάλων (Ρούσβελτ σήμερα), κοντά στη συμβολή της με την οδό Γρηγορίου Ε’.

ΚΑΤΩ ΖΩΝΗ
Στη ζώνη αυτή αριστερά καταγράφεται η συνοικία Φάληρο. Η συνοικία αυτή βρισκόταν δίπλα από τους στρατώνες και κατοικούσαν κυρίως στρατιωτικοί. Ήταν φημισμένη γιατί διέθετε το εξοχικό κέντρο «Φάληρο», από το οποίο πήρε και η συνοικία το όνομα. Το κέντρο αυτό ήταν πνιγμένο στο πράσινο και κατά τους θερινούς μήνες ήταν πολύ δροσερό. Δεξιότερα ο Αστεριάδης απεικόνισε την περιοχή του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου. Από τις φωτογραφίες που σώθηκαν και από το αντίστοιχο κτίριο στον Σιδηροδρομικό Σταθμό του Βόλου, το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα και αρχιτεκτονικά ήταν πανομοιότυπο με τον Σταθμό της Λάρισας, αναπολούμε την ομορφιά του. Την εικόνα συμπληρώνουν ο σιδηροδρομικός συρμός, το μηχανοστάσιο, οι γραμμές και οι άμαξες, οι οποίες περίμεναν να μεταφέρουν τους ταξιδιώτες στο κέντρο της Λάρισας. Καθώς η απόσταση ήταν μεγάλη και η πόλη προπολεμικά αραιοκατοικημένη (μόλις έφθανε μέχρι τη σημερινή οδό Πολυτεχνείου), ήταν αδύνατη με άλλον τρόπο η προσπέλασή της. Όλα αυτά τα κτίρια, οι εκκλησίες, οι πλατείες, οι δρόμοι, ο αργυροδίνης Πηνειός, τα νοσταλγικά μόνιππα, χαραγμένα βαθιά στη μνήμη του από την παιδική ηλικία και τις συχνές επισκέψεις του στη γενέθλια πόλη, ο Αστεριάδης τα «αναστήλωσε» στον πίνακα. Ο ενδιάμεσος χώρος καλύφθηκε από μικρές και μεγάλες πολύχρωμες κατοικίες. Όπως είναι γνωστό, αυτήν την πολιτεία της νοσταλγικής εφηβείας του, σεισμοί και βομβαρδισμοί δυστυχώς την αφάνισαν. Ωστόσο, με το έργο του αυτό ο ζωγράφος την αποκατάστησε έντεχνα, βάζοντας τη δική του εκφραστική πινελιά σε κάθε κτίσμα και την παρέδωσε ακέραια στους συμπολίτες του σαν παρακαταθήκη. Γι’ αυτό και η χειρονομία των κληρονόμων του να δωρίσουν την «Πολιτεία» σ’ αυτούς που πράγματι ανήκει, στους δημότες της πόλης του καλλιτέχνη, της Λάρισας, πιστεύω ότι θα δικαιωθεί διαχρονικά.
Το έργο αυτό του Αγήνορα Αστεριάδη αποτελεί κόσμημα για την Πινακοθήκη μας και έχω τη γνώμη ότι πάνω σ’ αυτό το έργο που ακτινοβολεί «Λάρισα», όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες των σχολείων της πόλης μας πρέπει κατά την επίσκεψή τους στην Πινακοθήκη να εντρυφούν πάνω στο έργο από ειδικούς και έμπειρους ξεναγούς και να μην το προσπερνούν αναξιοποίητα.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2024

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Ξενοδοχείον «Ολύμπιον»

 
Η κατασκευή του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» μόλις έχει αποπερατωθεί. Φωτογραφία Γεωργίου Βαλσάμη. 1937. Αρχείο Φανής Σακελλάριου.Η κατασκευή του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» μόλις έχει αποπερατωθεί. Φωτογραφία Γεωργίου Βαλσάμη. 1937. Αρχείο Φανής Σακελλάριου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κατά καιρούς αναφερθήκαμε από τη στήλη αυτή σε διάφορα μεγάλα ξενοδοχεία της Λάρισας των χρόνων του μεσοπολέμου, τα οποία βρίσκονταν στο κεντρικό τμήμα της παλιάς πόλης.

Μιλήσαμε για το «Μέγα Ξενοδοχείον Το Στέμμα», το οποίο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της Κεντρικής πλατείας και είχε κτισθεί το 1888 από τον δήμαρχο Διονύσιο Γαλάτη. Σήμερα στη θέση του υπάρχουν δύο πολυώροφες οικοδομές. Γράψαμε για το ξενοδοχείο «Πανελλήνιον», το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά της ίδιας πλατείας και κτίσθηκε το 1908 από τους αδελφούς Μπουσινιώτη. Τέλος, αναφερθήκαμε και στο ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος», το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Σκαρλάτου Σούτσου και Ίωνος Δραγούμη, και κτίσθηκε περί το 1925 από τον Ηλία Κολέσκα. Με την ευκαιρία αυτή σημειώνουμε ότι το πρώτο ξενοδοχείο, με τη σημερινή έννοια του όρου, εντοπίσαμε κατά το 1881, όταν έγινε η ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνον τα πανδοχεία (Χάνια). Βρισκόταν πίσω από το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, στη σημερινή γωνία των οδών Κύπρου και Σκαρλάτου Σούτσου και ήταν ιδιοκτησίας του Χρήστου Βαμβακά [1].
Στο σημερινό μας κείμενο θα αναφερθούμε στην τοπογραφία της γωνίας των οδών Κύπρου και Μ. Αλεξάνδρου κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, στον χώρο όπου το 1937 αναπτύχθηκε ένα άλλο μεγάλο ξενοδοχείο της πόλης, το «Ολύμπιον», το κτίριο του οποίου υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Μ. Αλεξάνδρου βρισκόταν το καπνοπωλείο του Βασιλείου Καραπέτσα. Το κατάστημα διατηρήθηκε και στο νέο κτίριο, με συνεταίρο τον Ιωάννη Δημητρόπουλο. Συγχρόνως αύξησε και τον κύκλο εργασιών του δημιουργώντας σημείο πώλησης εφημερίδων και περιοδικών, πολυτελές στιλβωτήριο ανδρικών παπουτσιών με ειδικές πολυθρόνες και πολλά άλλα. Ήταν και στέκι πολλών Λαρισαίων αστών, οι οποίοι αντλούσαν ειδήσεις από διάφορα εφήμερα περιστατικά [2].
Το αμέσως επόμενο μαγαζί επί της οδού Αλεξάνδρας ήταν το εργαστήριο του ωρολογοποιού Παπακωνσταντίνου, που ήταν περισσότερο γνωστός ως «Μαντζαφλάρας». Τα ρολόγια τσέπης προπολεμικά ήταν ένα απαραίτητο εξάρτημα για κάθε άνδρα, γι’ αυτό και οι τεχνίτες ωρολογοποιοί ήταν αρκετοί
Ακολουθούσε κατάστημα με γαλακτοκομικά προϊόντα του Κυριάκου Γκέκα. Μετά τον πόλεμο στη θέση αυτή και μέχρι το 1972 συστέγασαν οι παντοπώλες Μεν. Καρυώτης – Νικ. Πράττος τα καταστήματά τους.
Το επόμενο κατάστημα ήταν το εστιατόριο του Καλύβα, το οποίο κατόπιν το δούλεψε, επίσης, ως εστιατόριο ο Κώστας Τσακατούρας. Εκείνη την εποχή τα εστιατόρια (ξενοδοχεία φαγητού ονομάζονταν) ήταν πολλά στη Λάρισα, λόγω της μεγάλης εμπορικής κίνησης που είχε και τους πολλούς ξένους δημόσιους υπαλλήλους και στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στην πόλη. Μεταπολεμικά στη θέση του στεγάστηκε το ξακουστό Ζαχαροπλαστείο «Ολύμπιον» του Δήμου Γκουνταρούλη.
Από την πλευρά της οδού Μ. Αλεξάνδρου, δίπλα από το καπνοπωλείο Καραπέτσα, με πρόσοψη προς την πλατεία, λειτουργούσε το κουρείο του Κώστα Χαρίτου. Ήταν πολυτελέστατο και από τα λίγα που διέθετε ανακλινόμενες πολυθρόνες, όπου οι πελάτες ξάπλωναν για να ξυριστούν. Μεταπολεμικά στεγάστηκε το κομμωτήριο-κουρείο του Ξυραδάκη.
Αμέσως μετά ήταν το πασίγνωστο καφεζαχαροπλαστείο του Γεωργίου Παλάκα από τη Ραψάνη. Ο Παλάκας ήταν θαυμάσιος και πνευματώδης άνθρωπος και θεωρείτο ένας από τους παράγοντες της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής της παλιάς Λάρισας. Στο κατάστημά του σύχναζαν κατά προτίμηση επαγγελματίες, οι οποίοι περνούσαν ώρες ατέλειωτες συζητώντας θέματα που αφορούσαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
Δίπλα από του Παλάκα ήταν εγκατεστημένο το βιβλιοπωλείο και τυπογραφείο του Αλκιβιάδη Μακρή [3]. Το 1926 μετά την εγκατάσταση του τελευταίου στον Βόλο, η επιχείρησή του περιήλθε στην Εταιρεία Δημητρακοπούλου-Παρασκευοπούλου-Παναγιωτακοπούλου. Πίσω ακριβώς από το κατάστημα αυτό και κατά μήκος μιας στενής παρόδου ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία και τυπογραφεία της εφημερίδας «Ελευθερία», τα οποία επικοινωνούσαν και από την οδό Ρούσβελτ (Φαρσάλων τότε).
Πάνω από τα καταστήματα που περιγράψαμε στεγαζόταν από παλιά σε έναν όροφο το «Ξενοδοχείον Ύπνου Κεντρικόν», το οποίο αρχικά λειτούργησε ως επιχείρηση του Αγραφιώτη και στη συνέχεια του Γεωργίου Σκένδρου.
Το 1936-37 ο Ανδρέας Κουτσίνας, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκαν όλα τα καταστήματα που προαναφέραμε, τα κατεδάφισε και στη θέση τους κατασκεύασε τριώροφη οικοδομή, στην οποία το μεν ισόγειο είχε μεμονωμένα καταστήματα, οι δε όροφοι στέγασαν το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» με διευθυντή τον Γεώργιο Γάκο. Ιστορική παραμένει η διαμονή τον Απρίλιο του 1939 στο ξενοδοχείο αυτό του έκπτωτου βασιλιά της Αλβανίας Ζώγου με τη λεχωίδα σύζυγό του. Ήταν το πολυτελέστερο ξενοδοχείο της εποχής πριν ανεγερθούν οι νέες σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες της Λάρισας. Σαν κτίσμα είναι το μοναδικό από όλα τα προπολεμικά οικοδομήματα της Κεντρικής πλατείας, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Πριν από μερικά χρόνια άλλαξε χρήση και στους ορόφους λειτουργεί φροντιστήριο. Δίπλα από το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» επιζούσε μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες το καφενείο «Νέος Κόσμος», ένα από τα αρχαιότερα της Λάρισας.
————————-
[1]. Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω ότι ο Αλέξανδρος Γρηγορίου από χρόνια ερευνά και καταγράφει τα χάνια και τα ξενοδοχεία της παλιάς Λάρισας από τον 15ο αι. έως το 1940 με επιστημονικό τρόπο και είναι υπό έκδοση ομότιτλη μελέτη του.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το κατάστημα Δημητρόπουλου-Καραπέτσα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 21ης Νοεμβρίου 2021.
[3]. Ήταν αδελφός του Γεωργίου Μακρή, πατέρα του Θρασύβουλου Μακρή της εφημερίδας «Μικρά». Αλκιβιάδης και Ευθαλία Μακρή απέκτησαν τέσσερα τέκνα. Ο Φαίδων διακρίθηκε ως δημοσιογράφος, η Άρτεμις σπούδασε και εργάσθηκε ως δασκάλα, ο Άρης ήταν για χρόνια καθηγητής Μουσικής στο Ωδείο της Λάρισας και ο Κίτσος αναδείχθηκε στον γνωστό διαπρεπή λαογράφο με την πανελλήνια φήμη.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

 Ιερός Λόχος Θηβών: Μια από τις κορυφαίες πολεμικές μονάδες που έδρασαν στην Αρχαία Ελλάδα

Ο Ιερός Λόχος των Θηβών ήταν μια από τις κορυφαίες πολεμικές μονάδες που έδρασαν στην Αρχαία Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 379 π.Χ. από τον Γοργίδα και απαρτιζόταν από 150 ζευγάρια εραστών Θηβαίων οπλιτών[1] αν και πιθανολογείται πως υπήρχε και σε παλαιότερη εποχή. Στη συνέχεια αναδιοργανώθηκε και απέκτησε μέγιστη φήμη υπό τον Πελοπίδα. Καταστράφηκε ολοκληρωτικά στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.).

Οργάνωση, τακτική και δράση

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο,[2] ο Λόχος ιδρύθηκε από τον Γοργίδα, την εποχή που η Θήβα αποτίναξε τη σπαρτιατική κυριαρχία. Όμως ο Διόδωρος Σικελιώτης μαρτυρεί ύπαρξη Ιερού Λόχου το 424 π.Χ., κατά τη μάχη του Δηλίου. Έχει εκφραστεί η άποψη ότι αυτή η διαφορά με τον Πλούταρχο εξηγείται αν θεωρηθεί πως ο Γοργίδας απλώς αναδιοργάνωσε το σώμα, μετά την απελευθέρωση της Θήβας.[3] Η ίδρυση μιας τέτοιας επίλεκτης μονάδας καλά εκπαιδευμένων στρατιωτών πρέπει να θεωρηθεί προϊόν μίμησης του επιτυχημένου σπαρτιατικού δόγματος ότι ο πόλεμος είναι τέχνη η οποία αποκτάται με την εκπαίδευση.[4]

Κατά τον James G. DeVoto η ένταξη των εκπαιδευόμενων στον Ιερό Λόχο γινόταν στην ηλικία των 20 με 21[5].

Πριν τον Πελοπίδα, ο Ιερός Λόχος χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στην πρώτη γραμμή της θηβαϊκής φάλαγγας, με αποτέλεσμα τη διασπορά των ανδρών του, ενώ ο Πελοπίδας ήταν ο πρώτος που τον χρησιμοποίησε ως αδιάσπαστη δύναμη.[6]

Οι πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε ο Ιερός Λόχος, μετά την αναδιοργάνωση από τον Πελοπίδα, δεν είναι σαφείς. Εξ αιτίας αυτού έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες ερμηνείες. Κατά μία άποψη, η μονάδα αυτή βρισκόταν πίσω από την πρώτη γραμμή του κέρατος του Επαμεινώνδα. Ωστόσο η θεωρία αυτή προσκρούει στις δυσκολίες παρακολούθησης της μάχης πίσω από σχηματισμό με μεγάλο βάθος, όπως ήταν ο θηβαϊκός. Η αντίθετη άποψη τοποθετεί τον Λόχο στην πρώτη γραμμή της πτέρυγας του Επαμεινώνδα, είτε καλύπτοντάς την ολόκληρη είτε εν μέρει.[7]

Η πρώτη μάχη όπου ο Ιερός Λόχος του Πελοπίδα είχε σημαντική συμβολή ήταν αυτή στην Τεγύρα, όπου ανέκοψε μεγαλύτερη σπαρτιατική δύναμη.

Για τη μάχη των Λεύκτρων, επικρατεί η άποψη πως ο ρόλος του Ιερού Λόχου ήταν καθοριστικός στη διατάραξη της κυκλωτικής κίνησης που επιχείρησαν οι Σπαρτιάτες, αν και μερικοί γνωστοί σύγχρονοι ιστορικοί τον έχουν αμφισβητήσει έντονα, μη δίνοντας βάση στα λεγόμενα του Πλουτάρχου και παρατηρώντας τη σιωπή άλλων αρχαίων συγγραφέων.[8]

Για 35 χρόνια έμεινε αήττητος, μέχρι τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. όπου καταστράφηκε ολοσχερώς από το Μακεδονικό Ιππικό του Φίλιππου το οποίο διοικούσε ο Μέγας Αλέξανδρος. Κατά μια υπόθεση που έχει αμφισβητηθεί, ο Λέων της Χαιρώνειας είχε ανεγερθεί προς τιμή του Ιερού Λόχου, στην περιοχή που είναι θαμμένοι οι νεκροί του.[9] Εχει επίσης διατυπωθεί η υπόθεση πως η έχει υπερτονιστεί η συμβολής του Λόχου στη μάχη αυτή (είναι χαρακτηριστικό ότι την αναφέρει μόνο ο Πλούταρχος) , προκειμένου να εξαρθεί η συμβολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.[9]

«Ιερός Λόχος». Γλυπτό του Malcolm Lidbury για το 2016 LGBT History & Art Project

Σχέσεις μεταξύ των μελών του Ιερού Λόχου

Κατά τον Πλούταρχο, «ἔνιοι δέ φασιν ἐξ ἐραστῶν καὶ ἐρωμένων γενέσθαι τὸ σύστημα τοῦτο».[10] Αυτό που οδήγησε στη δημιουργία αυτού του στρατιωτικού σώματος είναι, όπως σχολιάζει ο Πλούταρχος, το ότι μια μονάδα που βασίζεται στην αγάπη και τη φιλία του ερωμένου και του εραστή, κάνει πιο δύσκολο σε κάποιον να την εγκαταλείψει κατά τη διάρκεια της μάχης.[11] Είναι χαρακτηριστικό πως οι αρχαίοι συγγραφείς συχνά παραθέτουν τη Θήβα ως μια από τις δυο πόλεις-κράτη της ηπειρωτικής αρχαίας Ελλάδας (η άλλη ήταν η Ήλις), όπου ενθαρρύνονταν οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και εφήβων.[12][13] Επίσης, η λατρεία του Ηρακλή ήταν πολύ διαδεδομένη στη Βοιωτία ενώ ο Αριστοτέλης αναφέρει και ιερό αφιερωμένο στον Ιόλαο, σύντροφο και εραστή του Ηρακλή, όπου οι Θηβαίοι εραστές έδιναν υποσχέσεις αμοιβαίας αφοσίωσης.[13] Κατά τον Πλούταρχο, ο Ιερός Λόχος πήρε το πρώτο συνθετικό του ονόματός του από αυτό το έθιμο που αναφέρει ο Αριστοτέλης.[12] Ωστόσο, το γεγονός ότι, κατά τον Πλούταρχο, ο Θηβαίος εραστής δώριζε μια πανοπλία στον ερωμένο, με την ευκαιρία της πολιτογράφησής του, θα μπορούσε να σημειώνει το τέλος της παιδεραστικής σχέσης τους παρά την αρχή της, πρακτική που συνηθιζόταν στην αρχαία Ελλάδα.[13]

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα για την ακριβή φύση των σχέσεων μεταξύ των μελών του Ιερού Λόχου, κατά τη διάρκεια της συμμετοχής τους σ' αυτόν. Από τα 11 αρχαία κείμενα (από 9 διαφορετικούς συγγραφείς) που αναφέρονται στον Λόχο, τα έξι μιλούν για σεξουαλική σχέση αλλά, κατά την άποψη του ιστορικού David Leitão, αυτές οι πηγές είναι αρκετά μεταγενέστερες και αμφισβητήσιμης αξιοπιστίας, καθώς αναπαράγουν ερωτική παράδοση της ευρύτερης Ελλάδας η οποία φτάνει μέχρι τον Πλάτωνα. Επιπλέον, οι πηγές αυτές προέρχονται από ηθογραφικά κείμενα και όχι από την καθαρή ιστοριογραφία.[14] Υπάρχει όμως και η αντίθετη θέση, ότι το σώμα των αρχαίων πηγών που υποστηρίζουν την παιδεραστική εκδοχή είναι λιγότερο επισφαλές από άλλες πληροφορίες της αρχαίας ιστοριογραφίας τις οποίες έχουμε αποδεχθεί ως αληθινές[15] Μια άλλη κριτική στο σκεπτικισμό του Leitão υποστηρίζει πως ο όγκος των αρχαίων αναφορών στην ερωτική φύση του Λόχου, και των οποίων μεγάλο μέρος είναι σύγχρονες με την εποχή του, είναι πολύ σημαντικός για να μπορεί να απορριφθεί.[16]

Με την ίδια προσοχή πρέπει να αξιολογούνται και οι πηγές που μιλούν για μη ερωτική σχέση μεταξύ των Ιερολοχιτών, οι οποίες φαίνεται να υπερβάλλουν στον υποτίθεται καθοριστικό ρόλο του Λόχου στις μάχες της Τεγύρας και των Λεύκτρων. Οι τελευταίες αυτές πηγές φαίνεται να αντλούν αποκλειστικά από τον Καλλισθένη και τον Έφορο.[17]

Παραπομπές

Hunt (2007), σ. 144. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας. Anderson, John Kinloch (1970). Military Theory and Practice in the Age of Xenophon, University of California Press, σ. 312. ISBN 0-520-01564-9. Hunt (2007), σ. 503. 3. The Theban Paradigm. Ithaca, NY: Cornell University Press. 31 Δεκεμβρίου 2019. σελίδες 47–62. Hunt (2007), σ. 144-145. Buckler, Beck (2008), σ. 113-115. Buckler, Beck (2008), σ. 115-117, όπου οι συγγραφείς υιοθετούν την εκδοχή του Πλουτάρχου. Στο ίδιο έργο αναφέρεται και η αμφισβήτηση του Πλουτάρχου, από τους Hans Delbrück και J. Wolter, στην οποία συνηγορεί και ο D. Leitao (2002), σ. 148, αναφέροντας τη σιγή του Ξενοφώντα και του Εφόρου για τη δράση του Λόχου στη μάχη αυτή. Leitao (2002), σ. 149. Σε ελεύθερη μετάφραση, «μερικοί λένε ότι ο λόχος δημιουργήθηκε έχοντας μέλη εραστές και ερωμένους», Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας, 18.2. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας, 18.3. Crompton (2006), σ. 69. Leitao (2002), σ. 145. Leitao (2002), σ. 145, 151 Percy (2006), σ. 37. ISBN 1-560-23604-3. Davidson, James, London Review of Books, 12/06/2005, όπως παρατίθεται σε υποσημείωση στον Wardy (2007), σ. 159. Leitao (2002), σ. 147-148.

Πηγές

el.wikipedia

Buckler, John και Beck, Hans (2008). Central Greece and the Politics of Power in the Fourth Century BC, Cambridge University Press. ISBN 0-521-83705-7. Crompton, Louis (2006). Homosexuality και Civilization, Harvard University Press, ISBN 0-674-02233-5. Hunt, Peter (2007). Military Forces, στο P. Sabin, H. Van Wees, M. Whitby (επιμ.), The Cambridge History of Greek and Roman Warfare, Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-782739. Leitão, David (2002). «The Legend of the Sacred Band» στο Nussbaum Craven, Martha και Sihvola, Juha (επιμ.), The sleep of reason: erotic experience and sexual ethics in ancient Greece and Rome, University of Chicago Press, ISBN 0-226-60915-4. Percy, William Armstrong (2006). «Reconsiderations in Greek Homosexualities», στο B.C.Verstraete, V.Provencal (επιμ.), Same-sex desire and love in Greco-Roman antiquity and in the classical tradition of the West, Routledge, ISBN 1-560-23604-3. Wardy, Robert (2007). «Virgil's sacred duo», στο D. Scott (επιμ.), Maieusis: essays on ancient philosophy in honour of Myles Burnyeat, Oxford University Press, ISBN 0-199-28997-2.