Ε Χ Ε Τ Λ Α Ι Ο Σ - Ποιός ἦταν ὁ μυστηριώδης ἥρωας τῆς Μάχης τοῦ Μαραθῶνα ποὺ ἐξόντωνε μαζικὰ τοὺς Πέρσες μὲ ἕνα ἄγνωστο ὅπλο ποὺ εἶχε τὴν ἐμφάνιση ἀρότρου (Ἐχέτλης) ;
Σάββατο 17 Μαΐου 2025
Πέμπτη 15 Μαΐου 2025
Ο διαχρονικός εορτασμός του Αγίου Αχιλλίου από το 1902
1963-1964: Η πομπή κατέρχεται την οδό Βασιλίσσης Σοφίας, στο ύψος του παλιού Επισκοπείου.
Πίσω από τους ιερείς ο δήμαρχος Δ. Χατζηγιάννης, ο νομάρχης και βουλευτές (Αρχείο Φωτοθήκης).
Η γιορτή του πολιούχου Αγίου Αχιλλίου στη Λάρισα ποτέ δεν ήταν μια απλή θρησκευτική τελετή. Διαχρονικά, γίνονταν προσπάθειες να λαμπρυνθεί περισσότερο. Αν και πάντα υπήρχαν σκαμπανεβάσματα, ανάλογα με τις επικρατούσες γενικότερες συνθήκες της χώρας.
Το 1954 συμμετείχε στον εορτασμό ο πρωθυπουργός στρατάρχης Παπάγος, αλλά και στα δικά μας χρόνια, το 2008, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος. Κατά καιρούς, ο εορτασμός περιελάμβανε επιδείξεις αεροσκαφών, κανονιοβολισμούς, αθλητικές εκδηλώσεις, δεήσεις για την ανομβρία, αλλά και μια ηρωική ομιλία στην Κεντρική πλατεία, του Μητροπολίτη Ζιχνών Κυρίλλου το 1944, επί γερμανικής ναζιστικής κατοχής.
Μέσα από την έρευνα αρχείων εφημερίδων, από μέλη της Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, αντλούμε στοιχεία παλαιότερων εορτασμών, με τις αντιξοότητες και τις βελτιώσεις που γίνονταν για πιο λαμπρή γιορτή:
Στις 19 Μαΐου 1902 η εφημερίδα «Σάλπιγξ» μας πληροφορεί ότι στην περιφορά της εικόνας στους δρόμους της πόλης συμμετείχε, για δεύτερη χρονιά, η Φιλαρμονική του Δήμου. Εύλογη και η ευχή της εφημερίδας «να καθιερωθεί το έθιμον και να γίνηται τακτικώς, καθ΄ έκαστον έτος, ίνα και ο του πολιούχου της πόλεως μας εορτασμός, καταστή μάλλον πάνδημος και μεγαλοπρεπέστερος, ως συμβαίνει διά τους πολιούχους, όχι μόνον της Επτανήσου, αλλά και άλλων πολλών πόλεων της Ελλάδος…». Στις 13 Μαΐου 1907 η εφημερίδα «Μικρά» του Θρασ. Μακρή ανακοινώνει ότι την επομένη θα πωλείται στους δρόμους από τους εφημεριδοπώλες, βιβλιαράκι με τον βίο και την ακολουθία του Αγίου Αχιλλίου.
Κόστος 10 λεπτά. Το έτος 1919 υπήρξε και αλλαγή της ημερομηνίας εορτασμού. Όπως γράφει η «Ελευθερία» του Βόλου, η γιορτή αναβλήθηκε για την Κυριακή 18 Μαΐου, επειδή την Πέμπτη 15 Μαΐου γινόταν η εβδομαδιαία αγορά. Το βράδυ της Κυριακής εμφανίστηκε και η στρατιωτική μουσική στη Λαρισαϊκή Λέσχη, η οποία έπαιξε «εκλεκτά μουσικά κομμάτια». Το 1924, όπως γράφει στις 14 Μαΐου η εφημερίδα «Θεσσαλία» του Βόλου, ενεργοποιήθηκε έντονα ο Εμπορικός Σύλλογος, ώστε να δοθεί μεγαλύτερη λαμπρότητα στον εορτασμό. Όλα τα σωματεία κλήθηκαν με τα λάβαρά τους στη δοξολογία και οργάνωσε δεξίωση στην αίθουσα του συλλόγου.
Το 1931, εκτός από τη δεξίωση των εμπόρων και της ομοσπονδίας επαγγελματιών, εντάχθηκε και ποδοσφαιρικός αγώνας, μεταξύ της μικτής Πελασγιώτιδας-Ηρακλέους και της μικτής Ομίλου Εκδρομέων-Δήμητρας και Άρεως. Φαίνεται, όμως, ότι παρατηρήθηκε απουσία των αρχών κατά τη θρησκευτική τελετή και την περιφορά της εικόνας. Η «Ελευθερία» στις 14 Μαΐου 1932 ζητά να λάβει η γιορτή παλλαρισαϊκό χαρακτήρα. Αναφέρεται στο δημοσίευμα ότι θα πάρει μέρος και η στρατιωτική μουσική «τιμής και σεβασμού ένεκεν». Επιπροσθέτως, εκείνη τη χρονιά έγινε και λιτανεία για την κατάπαυση της ανομβρίας και υπέρ της «ευκρασίας αέρων και ευφορίας των καρπών της γης».
Το έτος 1934 ο δήμαρχος Αχ. Αστεριάδης, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Γ. Οικονομίδης και ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Π. Αστερίου, με κοινό έγγραφό τους προς τους Θεσσαλικούς Σιδηροδρόμους ζήτησαν έκπτωση στα εισιτήρια των τρένων, ώστε να μπορούν να κατέρχονται στη Λάρισα και κάτοικοι των χωριών. Το αίτημα έγινε δεκτό και η τιμή του εισιτηρίου μειώθηκε κατά 30%, με επιστροφή.
Οι εκπτώσεις θα ισχύουν μέχρι και τις 20 Μαΐου. Επιπλέον, για διευκόλυνση των προσκυνητών, το τελευταίο δρομολόγιο από Λάρισα προς τα χωριά το βράδυ της 15ης Μαΐου θα έφευγε πιο αργά. Ακόμη, στάλθηκαν προσκλήσεις στους βουλευτές και γερουσιαστές του νομού, αλλά και στους δημάρχους των θεσσαλικών πόλεων και τους κοινοτάρχες των μεγάλων κοινοτήτων. Η πρωτοτυπία εκείνης της χρονιάς ήταν ότι ζητήθηκε από το Υπουργείο Αεροπορίας η διάθεση σμήνους αεροπλάνων, για να κάνει θεαματικές πτήσεις πάνω από την πόλη, την ώρα της περιφοράς της εικόνας. Στον εορτασμό συμπεριλαμβάνονταν και 21 κανονιοβολισμοί, την ώρα της περιφοράς της εικόνας, από ουλαμό της Β΄ Μοίρας, σε χώρο ανατολικά του Φρουρίου. Χαρακτηριστικό της ημέρας ήταν και ο γενικός σημαιοστολισμός καταστημάτων και οικιών.
Όντως, στην εκδήλωση συμμετείχαν, αρχικά τέσσερα αεροπλάνα [1] και μετέπειτα τρία, τα οποία έκαναν ελιγμούς πάνω από την πόλη. Επιπλέον, εκείνη τη χρονιά, την ώρα της πομπής, έγινε έρανος από συνεργεία γυναικών, υπέρ του ναού του Αγίου Αχιλλίου. Συγκεντρώθηκαν 14.261 δραχμές. Το επίσημο γεύμα έγινε στον κήπο του Αλκαζάρ. Εκείνη τη χρονιά, έγιναν τα Α΄ Αχίλλια, δηλαδή αθλητικοί αγώνες στο γήπεδο Αλκαζάρ. Το 1938 αναφέρεται και η συμμετοχή των φαλαγγιτών [2] στον εορτασμό του Πολιούχου. Επίσης, το απόγευμα δόθηκε διάλεξη από τον Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Συνέσιο, στην αίθουσα τελετών του Γυμνασίου Αρρένων με θέμα «Πόθεν η ζωή»[3].
Η γιορτή επί ναζιστικής κατοχής, το 1944, συνοδεύτηκε από μια ιστορική ομιλία στην Κεντρική πλατεία της Λάρισας, από τον τοποτηρητή της μητρόπολης Λάρισας – Μητροπολίτη Ζιχνών Κύριλλο. Το πρωί της Κυριακής 14 Μαΐου βρέθηκαν εκτελεσμένοι άγρια σε δρόμους και πλατείες της Λάρισας δεκαπέντε άτομα, από μέλη της ΕΑΣΑΔ, με την ανοχή των Γερμανών. Την ίδια ημέρα επιτροπή από κατοίκους της Λάρισας επισκέφθηκε τον τοποτηρητή μητροπολίτη, του εξέφρασε την αγανάκτησή της και του ζήτησε να πάρει θέση. Την επομένη, εορτή του Αγ. Αχιλλίου, στην Κεντρική πλατεία και κατά τη διάρκεια της περιφοράς της εικόνας του πολιούχου της πόλης, ο Κύριλλος μέσα σε νεκρική σιγή εκφώνησε έναν «εκκωφαντικό» κατηγορηματικό λόγο [4], ο οποίος ήχησε σαν κεραυνός στους παριστάμενους Γερμανούς και στις αντιμαχόμενες και σπαρασσόμενες ελληνικές ομάδες. Ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Καλώ τον λαό της Λαρίσης να καταθέση εν ονόματι του πολιτισμού μας, εν ονόματι της ιστορίας μας, εν ονόματι αυτού του μέλλοντος της φυλής μας, να καταθέση λέγω τα όπλα, τα οποία εναντίον αλλήλων έστρεψε και να αδελφωθή, να δώση τας χείρας, να συνεργασθή […].
Δεν είναι δυνατόν, η ψυχή μου επαναστατεί, η αρχιερατική μου συνείδησις εξεγείρεται, όταν εξερχόμενος διά μεν των χειρών να ευλογώ τον λαόν, διά δε των ποδών να πατώ πτώματα ελληνικά και αίμα ελληνικόν, το οποίον από ελληνικά εχύθη ξίφη […]». Η ομιλία του τοποτηρητή-μητροπολίτη αναστάτωσε τους Γερμανούς και τα ΕΑΣΑΔ. Οι τελευταίοι αποφάσισαν να συλλάβουν τον Κύριλλο, παρενέβησαν, όμως, οι Γερμανοί και η σύλληψή του ματαιώθηκε.
Ο πρώτος μετακατοχικός εορτασμός του πολιούχου, στις 15 Μαΐου 1945, έγινε με τον κλασικό τρόπο, δηλαδή τη θρησκευτική τελετή στον ναό του Πολιούχου Αγίου, την πομπή στην Κεντρική πλατεία και τη δεξίωση από εμπόρους και επαγγελματίες [5]. Το 1946, όπως αναφέρει στις 15 Μαΐου η «Ε», ανήμερα της γιορτής, έγινε τελετή με «την ευκαιρία της ενάρξεως λειτουργίας του νέου στρατού». Το 1952 στον εορτασμό συμμετείχαν και οι υπουργοί Συντονισμού Γεώργιος Καρτάλης και Γεωργίας Στέλιος Αλλαμανής [6].
Δόθηκαν δύο δεξιώσεις, μία από τον Εμπορικό Σύλλογο στο «Πικαντίλλυ» και άλλη από την Ομοσπονδία Επαγγελματιών στο ζαχαροπλαστείο «Ολύμπιον». Επίσης, εκείνη τη χρονιά παραδόθηκε η Φιλαρμονική του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας από τον αρχιμουσικό Γεώργιο Καμηλιέρη προς τον διευθύνοντα του ΔΩΛ Β. Κυλικά, σε επίσημη τελετή, ανήμερα του Αγίου Αχιλλίου.
Ήταν η πρώτη επίσημη εμφάνιση της Φιλαρμονικής, μετά τον πόλεμο, στην πομπή του Αγίου Αχιλλίου [7].
Το 1954 στον εορτασμό του Αγίου Αχιλλίου συμμετείχε και ο πρωθυπουργός [8] στρατάρχης Παπάγος.
——————————————
[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία», 16 Μαΐου 1934.
[2.] Ανήκαν στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ) του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά και είχαν ιδρυθεί το 1936, Βικιπέδια.
[3.] Εφημερίδα «Κήρυξ», 17 Μαΐου 1938.
[4]. Νικ. Παπαθεοδώρου, 14 Μαΐου 2019, «Ελευθερία» στήλη « Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», «Η εορτή του Αγίου Αχιλλίου κατά το 1944 – Η ομιλία του μητροπολίτου Ζιχνών στην πλατεία της Λάρισας».
[5]. Εφημερίδα «Ελευθερία», 16 Μαΐου 1945.
[6]. Εφημερίδα «Ελευθερία», 16 Μαΐου 1952.
[7]. Νικ. Παπαθεοδώρου 15 Δεκεμβρίου 2021, «Ελευθερία», άρθρο «Γεώργιος Καμηλιέρης, ο αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής του ΔΩΛ».
[8]. Εφημερίδα «Θεσσαλικά Νέα», 16 Μαΐου 1954.
Τρίτη 6 Μαΐου 2025
ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…
Μια μόνιμη έκθεση φωτογραφιών της παλιάς Λάρισας
«Λιχνειοποτείο ο Σπανός»

Μια άποψη του εσωτερικού της ταβέρνας του Σπανού, με τους τοίχους καλυμμένους από φωτογραφίες.
Δεν είναι μόνο τα καφενεία τα οποία προσδιορίζουν τη Λάρισα σαν την πόλη του καφέ. Είναι και τα ουζερί ή κοινώς τσιπουράδικα. Βέβαια σ’ αυτά ο γειτονικός Βόλος κατείχε ανέκαθεν τα πρωτεία, αλλά και εμείς εδώ δεν πηγαίναμε πίσω. Ας μη ξεχνάμε ότι από την πρώτη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα το Τσούγκαρι δεν ήταν μόνον ο χώρος όπου κυριαρχούσαν τα «πατσατζίδικα», αλλά και τα «τσιπουράδικα».
Στο σημερινό μας σημείωμα θα σας περιγράψουμε ένα μεταπολεμικό ουζερί της Λάρισας κάπως διαφορετικό, μακριά από το Τσούγκαρι, το οποίο άφησε εποχή όχι μόνο για την ποιότητα των υπηρεσιών του και τον φιλοσοφημένο ιδιοκτήτη, αλλά και για την εσωτερική του διακόσμηση. Βρισκόταν στην αρχή της οδού Νιρβάνα, στον αριθμό 5, πίσω από το κτίριο του Δημοτικού Ωδείου και ιδιοκτήτης του ήταν ο Παναγιώτης Σπανός. Ένας θυμόσοφος άνθρωπος και στοχαστής της ιστορίας της Λάρισας. Άρχισε να λειτουργεί την άνοιξη του 1975 και ο δημιουργός του είχε την έμπνευση σαν διακοσμητικό στοιχείο να καλύψει εσωτερικά στους τοίχους του με διάφορες παλιές φωτογραφίες της πόλης μας.
Η επίσημη ονομασία του καταστήματος ήταν αρχαιοπρεπής. «Λιχνειοποτείο ο Σπανός». Λιχνειοποτείο είναι σύνθετη λέξη η οποία παράγεται από δύο επιμέρους λέξεις: λιχνείο + ποτείο. Λιχνεία σύμφωνα με το Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας των Liddell & Scott σημαίνει λαιμαργία, λιχουδιά, επιθυμία. Λιχνειοποτείο λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο χώρος ο οποίος συνδυάζει τις λιχουδιές με την απόλαυση του ποτού. Τακτικοί θαμώνες του υπήρξαν άνθρωποι κάθε λογής, χωρίς να απουσιάζουν και ηχηρά ονόματα από την αστική τάξη και από διάφορους αξιωματούχους της πόλης.
Η ιδιομορφία της διακόσμησης με φωτογραφίες ήταν συνήθως το κύριο θέμα όσων επισκέπτονταν το ναό αυτό της οινοποσίας για πρώτη φορά, και καθήκον του ιδιοκτήτη ήταν να τον ξεναγήσει. Με τις φωτογραφίες που γέμιζαν τους τοίχους παντού, αντίκριζε κανείς πρώτα-πρώτα κάτι σπουδαίο. Μια Λάρισα ανθρώπινη, φωτεινή, η οποία από τα χρόνια που πέρασαν είχε χαθεί, γιατί αντικαταστάθηκε από μια άλλη πόλη γκρίζα, ψυχρή και αισθητικά αδιάφορη.
Οι διαδοχικές εικόνες αφηγούνταν την παλιά ιστορία της πόλης¸ όταν δεν χρειάζονταν πολεοδόμοι και ρηξικέλευθοι κατασκευαστές να τη στολίσουν, όταν η ζωή πολιτικών και αρχόντων ήταν απλή και ανεπιτήδευτη, όταν τη ζωή στους δρόμους της πόλης την έδιναν τα παιχνίδια και οι φωνές των μικρών παιδιών και όχι τα τροχοφόρα, όταν οι επαγγελματίες διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους χωρίς αστυνομικούς περιορισμούς, όταν οι απόμαχοι της ζωής λιάζονταν ολημερίς στις πλατείες και οι νοικοκυρές τα βραδάκια συντηρούσαν ομαδικά την παραφιλολογία της γειτονιάς στα πεζοδρόμια των σπιτιών τους, όταν τα καλοκαίρια στον πεζόδρομο της Κούμα νέοι και νέες πηγαινοέρχονταν επί ώρες όπως το κύμα της θάλασσας, για να συναντήσουν το βλέμμα του ιδεατού έρωτά τους, όταν, όταν…
Οι φωτογραφίες αυτές, επανέφεραν μνήμες της παλιάς Λάρισας και μ’ αυτόν τον τρόπο έδιναν μια αύρα αρχοντιάς, μια άλλη γνήσια εικόνα της πόλης. Ο Σπανός είχε αφιερώσει το κεντρικότερο τμήμα του τοίχου σε φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα, έργα και μεράκι του αυτοδίδακτου αυτού καλλιτέχνη και φρόντισε να μένουν μόνιμα εκεί, τιμώντας έτσι τη μεγαλοφυΐα του και δίνοντας ερέθισμα στους πολυπληθείς επισκέπτες να θαυμάζουν την αισθητική ματιά του φωτογράφου και την εικόνα της αγαπημένης τους πόλης, της παλιάς Λάρισας.
Με αρχή αυτές τις φωτογραφίες του Τλούπα, δόθηκε η αφορμή να προστεθούν και άλλες, οι οποίες αποκάλυπταν την πόλη που χάθηκε. Συγκεντρώθηκαν και αποτέλεσαν μια ιδιαίτερη ενότητα φωτογραφίες με πολιτικές προσωπικότητες. «Εκεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να εγκαινιάζει την Εθνική Οδό, εκεί ο Γέρος της Δημοκρατίας Γεώργιος Παπανδρέου με τους τοπικούς πολιτευτές Καρδάρα, Γεωργίου, Γραμματίδη, εκεί και ο Ανδρέας, εκεί η Μεγάλη Μελίνα καθώς υπογράφει την αποκάλυψη του Αρχαίου Θεάτρου, εκεί και ο σπουδαίος Μίκης Θεοδωράκης με τους Λαμπράκηδες δίπλα του» [1].
Σε άλλες θέσεις των τοίχων φιλοξενούνταν φωτογραφίες θεατρικών παραστάσεων, με το πρωτοποριακό για τη χώρα Θεσσαλικό Θέατρο, παλιά και όμορφα κτίρια τα οποία άφηναν τον ορίζοντα ανοικτό, όμορφα ακόμα και μέσα στη φτώχεια τους, με γλάστρες που άνθιζαν και μοσχοβολούσαν την άνοιξη.
Ιδιαίτερη προσήλωση απαιτούσε και ένα άλλο τμήμα τοίχου του καταστήματος, με φωτογραφίες προσωπικοτήτων της καθημερινότητας της Λάρισας. Αφορούσε τους «τύπους» της πόλης, τους σαλούς. Τον Τοτό, τον Βασιλάκη τον Βήτα, τον Φιλιππάκο τον λούστρο, τον αξιαγάπητο Μάχο ή von Telemach και άλλους για τους οποίους θα αφιερώσουμε ένα άλλο ιδιαίτερο κείμενο.
———————————————————
[1]. Πετρουλάκης Άγγελος. Ιστορία γραμμένη με φωτογραφίες, εφ. «Ελευθερία», ένθετο «Επιλογές» μηνός Ιανουαρίου 2007, σελ. 26.
Ο ιδιοκτήτης του ουζερί Παναγιώτης Σπανός. Φωτογραφία του 2007 μέσα στο κατάστημά του.
Τρίτη 29 Απριλίου 2025
ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…: Ναός του Αγ. Βησσαρίωνος

Η πρόχειρη μετασεισμική παράγκα
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
Η επισκοπική ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης μέσα σε μια διαδρομή 17 περίπου αιώνων μέχρι σήμερα, έχει καταγράψει σπουδαίες εκκλησιαστικές μορφές, οι οποίες λάμπρυναν τον αρχιερατικό θρόνο της. Μερικοί απ’ αυτούς τους επισκόπους με τον ενάρετο βίο τους αγιοποιήθηκαν, αρκετοί με τις ικανότητές τους αναρριχήθηκαν στον Οικουμενικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, άλλοι για την εθνική τους δράση μαρτύρησαν ένδοξα, ορισμένοι αναδείχθηκαν προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας και κάποιοι ευεργέτησαν το ποίμνιό τους με σημαντικά έργα. Από τους αγιοποιηθέντες επισκόπους ο Αγιος Βησσαρίων είναι μαζί με τον πολιούχο Αγιο Αχίλλιο, οι δύο πιο γνωστοί.
Ο Αγιος Βησσαρίων λατρεύεται από τους πιστούς σε ολόκληρη τη Θεσσαλία, γι’ αυτό και έχουν ανεγερθεί ναοί στη μνήμη του. Στη Λάρισα η πρώτη, ιστορικά τεκμηριωμένη, παρουσία ναού του αγίου εντοπίζεται στα 1794, όταν ο μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Καλλιάρχης (1791-1806) ανήγειρε την ομώνυμη βασιλική του Αγίου Αχιλλίου. Βρισκόταν ενσωματωμένος ως παρεκκλήσιο στη νοτιοανατολική πλευρά της βασιλικής. Περί το 1900 μαζί με την υπόλοιπη βασιλική του Καλλιάρχη κατεδαφίσθηκε και το παρεκκλήσιο του Αγίου Βησσαρίωνος, για να ανοικοδομηθεί ο προπολεμικός ναός του Αγίου Αχιλλίου. Έτσι ο αφιερωμένος στον Αγιο Βησσαρίωνα ναός είχε ζωή εκατό περίπου χρόνων και μετά χάθηκε.
Όμως και σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης, είχε αρχίσει από τα τελευταία ακόμα χρόνια της τουρκοκρατίας (πριν από το 1870), να λατρεύεται ο Αγιος Βησσαρίων. Ήταν στον χώρο του σημερινού Δημοτικού Ωδείου. Σύμφωνα με προφορική παράδοση, υπήρχε στο σημείο αυτό πολύ πριν από το 1881 μεγάλη κατοικία που ανήκε στην Νουριέ χανούμ, η οποία ήταν στενή συγγενής του Αλή πασά και κρυπτοχριστιανή. Αυτή επέτρεψε στο υπηρετικό προσωπικό που ήταν χριστιανοί να μετατρέψουν ένα από τα δωμάτια όπου στεγάζονταν οι βοηθητικοί χώροι του τούρκικου κονακιού, σε πρόχειρη εκκλησία
[1]. Στο μέσον του δωματίου είχαν τοποθετήσει παλιά εικόνα του Αγίου Βησσαρίωνος και οι χριστιανοί της περιοχής προσέρχονταν να ανάψουν μια λαμπάδα και να την προσκυνήσουν.
Μετά τον θάνατο της Νουριέ χανούμ το μεγάλο αυτό αρχοντικό περιήλθε στην κατοχή του ανεψιού της Χουσνή μπέη, ο οποίος αρχές Οκτωβρίου του 1881, το προσέφερε για να καταλύσει ο βασιλέας Γεώργιος Α΄ όταν επισκέφθηκε τη Λάρισα. Ικανοποιημένος από το κτίριο ο Γεώργιος το αγόρασε και το χρησιμοποιούσε για ανάκτορο κάθε Φθινόπωρο που επισκεπτόταν τη Λάρισα για να παρακολουθεί τα ετήσια γυμνάσια του ελληνικού στρατού.
Με την προτροπή του Γεωργίου Α΄, η σύζυγός του βασίλισσα Όλγα, Ρωσίδα την καταγωγή, αποφάσισε το 1898 να ανεγείρει στο χώρο όπου υπήρχαν τα δωμάτια του προσωπικού, ναό μικρών διαστάσεων. Γράφει μια εφημερίδα της εποχής: «Από πολλών ημερών ήρχισεν η ανέγερσις του μικρού ναϊσκου εις τον περίβολον των ενταύθα ανακτόρων. Εις τον ναόν τούτον θα εκκλησιάζονται τα μέλη της βασιλικής οικογενείας, οσάκις μας επισκέπτονται [2)».
Ο ναός αυτός αποτελούσε το παρεκκλήσιο των ανακτόρων και εμπλουτίσθηκε με τις εικόνες και τα άλλα ιερά σκεύη του παρεκκλησίου του αγίου Βησσαρίωνος από τη βασιλική του Αγίου Αχιλλίου, η οποία ήταν τότε υπό κατεδάφιση. Αρχιτεκτονικά ο ναΐσκος αυτός ήταν μονόχωρη σταυροειδής κατασκευή με τρούλο και αρκετά ψηλός για τις διαστάσεις του. Η τοιχοποιία του αρχικά ήταν από πελεκημένη πέτρα.
Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α΄ το 1913, ο χώρος των παλαιών ανακτόρων περιήλθε στην κατοχή του γιού του, πρίγκιπα Νικολάου, ο οποίος το πούλησε το 1916 τον Δήμο. Στη συνέχεια ο Δήμος το εκχωρήθηκε στον επιχειρηματία Χαλήμαγα για να δημιουργήσει χώρους αναψυχής.
Το 1918 κατεδαφίσθηκε το ανάκτορο και διαμορφώθηκε μια μεγάλη αυλή με κήπους, αλλά ο ναός του αγίου Βησσαρίωνος διατηρήθηκε και ανακαινίσθηκε από τον Λαρισαίο εστιάτορα Κωνσταντίνο Νατάκια και καλύφθηκε με επίχρισμα. Έτσι ο μικρός ναός του Αγίου Βησσαρίωνος περιήλθε στην κατοχή των Λαρισαίων και αποδόθηκε στη χρήση των πιστών της περιοχής.
Όμως ο καταστρεπτικός για την πόλη μας σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 τραυμάτισε ανεπανόρθωτα το εκκλησάκι αυτό. Αναγκαστικά κατεδαφίσθηκε και στη θέση του στήθηκε προσωρινά το ξύλινο παράπηγμα που βλέπουμε στο κέντρο.
Η λήψη της φωτογραφίας που δημοσιεύεται έγινε από το ύψος του διπλανού μιναρέ του Γενί τζαμί το 1950, από τον Τάκη Τλούπα.
Η παράγκα του ναού διακρίνεται στο κέντρο της εικόνας. Είναι μονόχωρος, οι τοίχοι ξύλινοι και η χαμηλή του στέγη είναι δίρριχτη, σκεπασμένη με κεραμίδια. Δυτικά υπάρχει ένας υποτυπώδης υπαίθριος νάρθηκας. Όλη η κατασκευή ήταν πρόχειρη και είχε σαν σκοπό να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των περιοίκων.
Ο χώρος της πλατείας μπροστά είχε μια παιδική πισίνα χωρίς νερό, ενώ οι δημοτικές υπηρεσίες διαμόρφωσαν τον υπόλοιπο χώρο με άφθονες νησίδες πρασίνου. Αριστερά διακρίνεται ένα μέρος από τις προπολεμικές εγκαταστάσεις του Ωδείου, πίσω εντοπίζεται η βόρεια είσοδος στον χώρο του κήπου των ανακτόρων και σπίτια της οδού Νιρβάνα.
Από το 1955, με πρωτοβουλία δύο Λαρισαίων του Κώστα Ταμπασούλη και του Γιώργου Ζιαζιά και την ένθερμη οικονομική υποστήριξη του τότε ΟΥΗΛ (σήμερα ΔΕΥΑΛ) άρχισε να υλοποιείται το σχέδιο ανέγερσης του σημερινού ναού, τα επίσημα εγκαίνια του οποίου έγιναν στις 13 Οκτωβρίου 1957. Το 1961 ο ναΐσκος αγιογραφήθηκε από τον Αγήνορα Αστεριάδη και τους μαθητές του και σήμερα έχει καταστεί ένα σημαντικό μνημείο νεώτερης τέχνης.
[1]. Μακρής Θρασύβουλος. Ο Άγιος Βησσαρίων, εφ. Λαρισαϊκός Τύπος, Λάρισα, 15 Σεπτεμβρίου 1943. Η εφημερίδα αυτή ήταν κοινή έκδοση των εφημερίδων «Ελευθερία» και «Κήρυξ» της Λάρισας κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου, λογοκρινόμενη από τους κατακτητές.
[2]. εφ. Ελλάς, Αθήναι, φύλλο της 29 Ιουνίου 1898.
Σάββατο 19 Απριλίου 2025
ΑΡΧΕΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ
Η γέφυρα Αλκαζάρ ανατιναγμένη τις πρώτες ημέρες μετά την είσοδο των ναζί Γερμανών κατακτητών (από το βιβλίο «Μνήμη της Πόλης» της συλλογής Μήτου του Δήμου Λαρισαίων)
Από τον Βαγγέλη Ρηγόπουλο, rigo18@otenet.gr
Οι σαμποτέρ της γέφυρας του Αλκαζάρ τον Απρίλιο του 1941
Μεγάλο Σάββατο 19 Απριλίου 1941, ξημερώματα… Λίγες ώρες πριν μπουν οι Γερμανοί κατακτητές στη Λάρισα. Η πόλη συγκλονίστηκε από την έκρηξη στη γέφυρα Αλκαζάρ (Πηνειάδων νυμφών σήμερα). Οι τελευταίοι εναπομείναντες από τους υποχωρούντες Νεοζηλανδούς συμμάχους την είχαν ανατινάξει. Στόχος, να καθυστερήσουν, όσο γινόταν, την εισβολή των ναζί κατακτητών. Τα υπολείμματα της κραταιάς γέφυρας ανατινάχτηκαν και πάλι τον Οκτώβριο του 1944, μαζί με όλη την ξύλινη κατασκευή τους. Οι υποχωρούντες κατακτητές ανταπέδωσαν τα ίσα.
Τα χρόνια του πολέμου πέρασαν. Στις 20 Ιουλίου 1970 εμφανίστηκε στην πιάτσα των ταξί στην Κεντρική πλατεία [1] ο 50άρης Νεοζηλανδός Τζέιμς Τζ. Χήλι από το Βονγκενουί της Νέας Ζηλανδίας και η σύζυγός του. Ήταν ο 20χρονος στρατιώτης, ο οποίος μαζί με έναν ακόμα συμπατριώτη του, τον Francis Clive Lowe [2], έβαλαν τις βόμβες και ανατίναξαν δύο γέφυρες της Λάρισας στις 19 Απριλίου 1941. Πρώτα αυτή στο σημερινό Αισθητικό Άλσος και μετά τη γέφυρα του Αλκαζάρ. Είχε πει τότε: «Σ’ εμένα και σ’ έναν άλλον στρατιώτη ανέθεσαν να τοποθετήσουμε ωρολογιακές βόμβες και να ανατιναχθή η μεγάλη γέφυρα του Πηνειού, κοντά στη Γιάννουλη, για να μην περάσουν οι Γερμανοί. Για τη γέφυρα του Αλκαζάρ μας ανέθεσαν και τοποθετήσαμε πολλές εκρηκτικές ύλες, σε δύο καμάρες της, για να την ανατινάξουμε με φιτίλι…».
Γιατί ξανάρθε στη Λάρισα ο Νεοζηλανδός σαμποτέρ ως «προσκυνητής»; Για να επιστρέψει τις 50 δραχμές, τις οποίες είχε δανειστεί από τον ουζοπώλη Στέργιο Κούτσικο! Ο οποίος το 1941 είχε κατάστημα δίπλα από τη γέφυρα Αλκαζάρ. Τα γεγονότα εκείνα καταγράφηκαν στο εκτενές ρεπορτάζ του 1970, απ’ όπου και αντλούμε σήμερα ξεχασμένες, σημαντικές και συγκινητικές πληροφορίες: Ο Νεοζηλανδός πήγε με ταξί στο Αλκαζάρ. Εκεί, στην κορυφή της σκάλας του πάρκου, έψαχνε να βρει το μικρομάγαζο-ουζερί του Στέργιου Κούτσικου, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Γρηγ. Λαμπράκη (Κοζάνης) και Καρανάσιου. Βρήκε τον γιο του Νίκο, στο παντοπωλείο πλέον, που διατηρούσε, περίπου στο ίδιο σημείο. Εξήγησε στον έκπληκτο Έλληνα ότι όταν τελείωσαν τη ναρκοθέτηση της γέφυρας, οι δύο στρατιώτες πήγαν κατάκοποι και νηστικοί στο μαγαζί του Στέργιου Κούτσικου. Εκείνος τους κέρασε καφέ κι όταν του είπαν ότι πεινούσαν, τους πρόσφερε φαγητό και ποτά. «Διψούσαμε τόσο, που ήπιαμε ένα μεγάλο μπουκάλι ούζο, κρασί και μπύρα. Και όταν ο Κούτσικος κατάλαβε ότι δεν είχαμε μαζί μας χρήματα για να πληρώσουμε, όχι μόνο δε θύμωσε, αλλά έβγαλε και μας έδωσε ένα πενηντάρι ελληνικό, για «χαρτζιλίκι». Αυτό, δεν το ξεχάσαμε ποτέ».

Κι ο Τζέιμς Τζ. Χήλι συνέχισε: «Όταν εκείνος μας περιποιήθηκε, από τη Λάρισα είχαν φύγει όλοι οι Νεοζηλανδοί και όλοι οι Άγγλοι στρατιώτες και είχαμε μείνει μόνο εγώ και ο συνάδελφός μου στρατιώτης, με αποστολή να ανατινάξουμε, την κατάλληλη στιγμή, τη γέφυρα και να πάμε κατόπιν να τους συναντήσουμε». Σχετικά με την ανατίναξη, ανέφερε -σύμφωνα πάντα με το ρεπορτάζ- τα εξής: «Για κάποια αιτία, που δεν ξέρω, δεν πήραν «φωτιά» όλες οι εκρηκτικές ύλες, που είχαμε βάλει στις δύο κάμαρες και έτσι δεν έπεσε όλη η γέφυρα, αλλά ένα μέρος της. Αλλά, και με την ανατίναξη αυτήν, οι Γερμανοί δυσκολεύτηκαν να περάσουν και καθυστέρησαν κάμποσες ώρες. Αυτές, άρκεσαν σε μας να συμπτυχθούμε». Ο Τζέιμς Χήλι ζήτησε να μάθει για τη συμπεριφορά των κατακτητών και εξέφρασε χαρά, που βρήκε τη Λάρισα αγνώριστη και ανασυγκροτημένη σε σύγχρονη πολιτεία. Προπαντός, για την καινούρια γέφυρα Αλκαζάρ, με την οποία ένιωθε «δεμένος». Ώστε, επί πολλή ώρα την κοιτούσε περπατώντας την πάνω-κάτω, σαν να ήταν δική του… Και το ρεπορτάζ καταλήγει: «Οι Λαρισινοί δεν τους γνωρίζουν, αλλά, ωστόσο, νοιώθουν να συνδέονται μαζί τους, ιδίως με τον «Νεοζηλανδό στρατιώτη», που σε κάποια μεγάλη στιγμή, επιτελώντας υπέρτατο καθήκον, ανατίναξε και κατάστρεψε τη γέφυρα που αποτελούσε ιστορικό μνημείο της πόλεως. Φυσικά, ποτέ κανένας από τους Λαρισινούς δεν ένιωσε την παραμικρή μνησικακία για την ανατίναξη, γιατί όλοι ξέρουν ότι αυτήν επέβαλε η λογική του πολέμου. Ενός πολέμου, στον οποίο οι Έλληνες ερρίφθησαν υπερασπίζοντες την πατρίδα και τα πανανθρώπινα δημοκρατικά ιδεώδη, χωρίς να λογαριάσουν αίμα και θυσίες».
Στις 14 Δεκεμβρίου 2017 δημοσιεύτηκε στην «Ε» άρθρο του μηχανικού, ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα Χαράλαμπου Βόγια, με τίτλο «Η αλήθεια για την ανατίναξη της παλαιάς πέτρινης γέφυρας της Λάρισας το 1941 και το 1944». Οι απόψεις του «δένουν» με το ρεπορτάζ της «Ε», σημειώνοντας τα εξής:
«… Το Μηχανικό των Νεοζηλανδών δεν άφησε γεφύρι για γεφύρι άθικτο, μετά την οπισθοχώρηση των Βρετανών. Και έτσι όλα τα σημαντικότερα γεφύρια, του Νομού της Λάρισας, ανατινάχτηκαν και λιγότερο ή περισσότερο καταστράφηκαν. Το γεγονός αυτό το μαρτυρεί και ένας χάρτης, όπου σημειώνονται τα ανατιναγμένα γεφύρια, μεταξύ 12 – 18 Απριλίου 1941, που δημοσιεύτηκε σε ένα βιβλίο, που μέρος του περιγράφει τη δράση του Μηχανικού των Νεοζηλανδών στην Ελλάδα, το 1941. Μεταξύ άλλων γεφυριών που αναφέρονται στον χάρτη που καταστράφηκαν στην περιοχή μας, είναι και η παλιά τοξωτή γέφυρα της Λάρισας. Μπορούμε να προσδιορίσαμε την ακριβή μέρα και ώρα που ανατίναξαν οι Νεοζηλανδοί, τη δική μας γέφυρα. Πρέπει να έγινε στις 19 Απριλίου 1941, μετά τη 1:30 το πρωί και πριν εισβάλλουν οι Γερμανοί 6 το πρωί στη Λάρισα, και μπορούμε να διασταυρώσουμε αυτά τα στοιχεία, με έναν άλλον χάρτη που δείχνει τις μονάδες των Βρετανών που οπισθοχωρούν μέσω Λάρισας, το πρωί της 19ης Απριλίου, 1941. Η προετοιμασία και η ανατίναξη των δύο γεφυριών έχει ανατεθεί από τον διοικητή των μονάδων του Μηχανικού, συνταγματάρχη Clifton, στον 19ο Λόχο. Ο διοικητής του 19ου Λόχου, ο ταγματάρχης Langbein έστειλε τους ανθυπολοχαγούς H. C. Page και R.J. Collins, διοικητές της 2ης και 3ης Διμοιρίας, για να φροντίσουν τις προετοιμασίες ανατίναξης της παλιάς γέφυρας του Αλκαζάρ και της γέφυρας της νέας κοίτης του Πηνειού, όπως και τη δολιοφθορά των δρόμων, που όδευαν στη Λάρισα. Μετά την ανατίναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας των Τεμπών, στις 18 Απριλίου, από την 1η και 4η Διμοιρία, υπό τη διοίκηση του λοχαγού F.W.O. Jones και ανθυπολοχαγού D.M. Patterson, αυτές οι μονάδες του 19ου Λόχου επέστρεψαν στη Λάρισα, για να βοηθήσουν το έργο της ολοκλήρωσης των εργασιών τοποθέτησης των εκρηκτικών, στις γέφυρες και στη συνέχεια στην ανατίναξη».
Το πρωινό της ανατίναξης στο Αλκαζάρ, λίγες ώρες μετά, το τμήμα των οπισθοχωρούντων Νεοζηλανδών δέχτηκε επίθεση Γερμανικών «Στούκας» και ορισμένοι σκοτώθηκαν. Το μνημείο τους βρίσκεται και σήμερα κοντά στις Νέες Καρυές, στην άκρη του δρόμου Λάρισας-Φαρσάλων. Μια πλάκα αναγράφει στην αγγλική τη φράση: «New Zealander officers and soldiers killed when fighting during the German invasion 19-4-1941 G.B.U.O. Branch of New Karyes» (Νεοζηλανδοί αξιωματικοί και στρατιώτες σκοτώθηκαν πολεμώντας, κατά τη Γερμανική εισβολή στις 19 Απριλίου 1941. G.B.U.O. Τμήμα Νέων καρυών). Κατά καιρούς γίνονται εκδηλώσεις μνήμης στο συγκεκριμένο σημείο.
Παλιότερα, ο κ. Χαρ. Βόγιας, με σειρά άρθρων του κι ως μέλους του Συλλόγου Φίλων του Πηνειού [3] και του Παραποτάμιου Πολιτισμού, πρότεινε να ξανακτιστεί η παλιά πέτρινη γέφυρα. Παράλληλα, προκάλεσε μελέτες 80 φοιτητών του Πανεπιστημίου του Ντάρμσταντ το 1997, εκ των οποίων επιλέχτηκαν τέσσερις. Αλλά το θέμα δεν προχώρησε.
[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία» 22 Ιουλίου 1970.
[2]. Για τον συγκεκριμένο, διαθέτει αντίγραφο του ημερολογίου του, το οποίο αναφέρεται και στην ανατίναξη στο Αλκαζάρ, το μέλος της Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας Θωμάς Κυριάκος. Το ημερολόγιο παραχώρησε μέσω Facebook ο εγγονός του Jason Lowe.
[3]. «Ελευθερία», Ιούνιος 1997, ρεπορτάζ Κατερίνας Ζησοπούλου, «Ελευθερία», 5 Φεβρουαρίου 2004, «Ημερήσιος Κήρυκας», 8 Φεβρουαρίου 2004.
Τρίτη 15 Απριλίου 2025
Για μια νέα ΑΕΛ
(Μνήμη Αδάμου Τσιάχα)
Τι να σου κάνει κι ο κόσμος; Έχει ανάγκη από λίγη χαρά. Να φουσκώσει υπερήφανος για την ομάδα του, να πανηγυρίσει πέντε γκολ και μετά να βγει στους δρόμους και να φωνάξει, να χειροκροτήσει, να τραγουδήσει, να εκτονωθεί. Δύο μόλις μήνες πριν, 28 Φλεβάρη ήτανε, ημέρα Παρασκευή, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, είχαν βγει στους ίδιους δρόμους για να κλάψουν και να σπαράξουν για τα Τέμπη. Μια πάνω, μια κάτω, η ζωή αυτή είναι, το ξέρεις.
Πανηγυρίζει η πόλη. Την πέμπτη άνοδο της ΑΕΛ. Λίγοι θα σου πουν τέτοιες ώρες ότι πέντε άνοδοι σημαίνει και πέντε υποβιβασμοί. Και γιατί να το πουν; Δε θέλω ρε αδερφέ να θυμάμαι. Δε θέλω άλλη πίκρα, πάει, δώκαμε. Οικονομική κρίση, κορονοϊοί, «Ντάνιελ», Τέμπη, η παλέτα της ζωής μας έχει ξεχειλίσει από γκρι και μαύρο… Επιτέλους λίγο χρώμα… Λίγο βυσσινί…
Και να που το ανοιχτό λεωφορείο έχει πιάσει κιόλας πλατεία Νομαρχίας. Για μας, τους παλαιότερους, τη γενιά του ‘88, ίσως και να φαντάζει υπερβολικό το να περιφέρεις ποδοσφαιριστές σε ανοιχτό λεωφορείο, σε μια τελετή με χαρακτηριστικά ρωμαϊκού θριάμβου. Εντάξει, μια άνοδος είναι, μια επιστροφή στα αυτονόητα, δεν είναι η ΑΕΛ για Καμπανιακούς και Εθνικούς Νέου Κεραμιδίου, οπότε…
Αλλά δεν υπάρχει κανένα «οπότε», κανένα «τι», κανένα «γιατί». Υπάρχει στην πόλη μια συσσωρευμένη από χρόνια «τσατίλα», ένας θυμός και μια αναμονή. Στα εσωτερικά του δοχείου ασκούταν τρομερή πίεση. Προχθές κάποιος έβγαλε την τάπα και ο καπνός βγήκε με ορμή να πάει ψηλά στον ουρανό. Κι αυτό που χαίρεσαι είναι ότι οι δρόμοι είναι γεμάτοι παιδιά. Ορμάνε στο λεωφορείο και χαιρετάνε σχεδόν με υστερία τους ποδοσφαιριστές. «Λαυρέντηηηη, σ’ ευχαριστώ ρε που με ανέβασες…» κραυγάζει δίπλα μου το δεκατετράχρονο χαιρετώντας τον Κοσσονού.
Υπό κανονικές συνθήκες, το λες και κωμικό, αλλά είπαμε, η πίεση πρέπει να εκτονωθεί και το κυριότερο η πόλη να αποκτήσει μια νέα γενιά οπαδών, γιατί εδώ και χρόνια φτάσαμε να πανηγυρίζουμε στις καφετέριες τα γκολ των μεγάλων του κέντρου.
Και δεν είναι καθόλου αστείο πράγμα η τοπική συνείδηση. Το να έχει μια πόλη οπαδούς, είναι πολύ βαθύτερο από όσο νομίζεις. Είναι μέγεθος κοινωνικό, πολιτισμικό, χώρια που παράγει και σοβαρό οικονομικό αποτέλεσμα. Η Λάρισα πρέπει να συναντηθεί ξανά με τον… κόσμο της και να ξαναβρεί τη χαμένη της αυτοπεποίθηση. Ναι, αυτή που είχε το ‘80 και που έχασε στο μεταξύ πολλές φορές από τότε, με τελευταία τη… σχιζοφρενική περίοδο του μακαρίτη του Κούγια.
Βασικά η ΑΕΛ, η Λάρισα και όλοι εμείς που την αγαπάμε πρέπει να επιστρέψουμε στις… εργοστασιακές μας ρυθμίσεις. Στην παλιά κλασική συνταγή που μας έδωσε κάποτε το αλησμόνητο πρωτάθλημα του ‘88 και την οποία εσχάτως ανακάλυψε ακόμη και ο… Μαρινάκης του Ολυμπιακού. Η συνταγή των «Καντωναίων» δεν ήταν καμιά… μεγάλη ανακάλυψη. Οι άνθρωποι ήταν απλώς νοικοκύρηδες και ρεαλιστές. Κάποτε, ο ευπατρίδης πρόεδρος της ΑΕΛ Αδάμος Τσιάχας, που χάσαμε πρόσφατα, με αφοπλιστική ειλικρίνεια μού είχε πει ότι ο στόχος της χρυσής εκείνης διοικητικής εποχής, όπως προσδιοριζόταν στις ιδιωτικές συζητήσεις της οικογένειας Καντώνια, ήταν η ομάδα να τερματίσει κάπου στο μέσον του βαθμολογικού πίνακα. «Ήταν λίγο νομίζεις να είσαι πάντα μέσα στην πρώτη οκτάδα; Κι από κει και πέρα… ό,τι καθόταν…».
Είχαν καταλάβει ποιο το οικονομικό μέγεθος της Λάρισας και ποια τα όριά τους. Αν οι εφοπλιστές της Αθήνας (Νταϊφάδες, Βαρδινογιάννηδες, Κοσκωτάδες…) έβαζαν στη μια πλευρά της ζυγαριάς ακριβοπληρωμένες βεντέτες «αεροδρομίου», τι μπορούσες να βάλεις εσύ πέρα από το ντόπιο ταλέντο, τη φρεσκάδα και τη φιλοδοξία; Και κυρίως -κατέληξε στην κουβέντα μας ο κ. Αδάμος- φροντίζαμε να πληρώνουμε τα παιδιά ακριβώς στην ώρα τους και να τηρούμε τα συμφωνηθέντα στο έπακρον. Αυτό έφερνε ηρεμία. Και η ηρεμία έφερνε πρόοδο…».
Άλλα χρόνια, θα μου πεις, τότε… Να, όμως, που ξαναγυρίζουμε στα παλιά. Κάτι φαίνεται να αλλάζει στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Μαρινάκηδες, Αλαφούζοι, Σαββίδηδες και άλλοι του είδους κατάλαβαν πως το κλασικό μοντέλο των ακριβοπληρωμένων «βεντετών» («βεντέτες», να τις πει ο Θεός!) δε βγάζει πουθενά. Κατάλαβαν ακόμη πως ελέγχοντας την ΕΠΟ και τη διαιτησία το πολύ-πολύ να εξασφαλίσεις ένα ακόμα εγχώριο Πρωτάθλημα. Ε, και; Στην Ευρώπη πάντα ένας τενεκές ξεγάνωτος θα είσαι, ένας δευτερότριτος, χωρίς καμιά υπόληψη. Εισήγαγαν έτσι το VAR και το Πρωτάθλημα άρχισε να αποκτά μια αξιοπιστία και ένα νέο ενδιαφέρον. Επιπλέον, ήλθαν δυο – τρία γεγονότα να ανατρέψουν την παλιά οπτική τους. Πρώτον, ότι τα ταλαντούχα πιτσιρίκια του Ολυμπιακού πήραν Κύπελλο Ευρώπης στην κατηγορία τους. Δεύτερον, ότι ο Ολυμπιακός κατέκτησε τον πρώτο του ευρωπαϊκό τίτλο, το Conference League. Μεγάλη ηδονή, αλλά και συνειδητοποίηση ορισμένων πραγμάτων. Τρίτον, βλέπεις μια Εθνική Ομάδα γεμάτη από ελληνάκια του εξωτερικού με τεράστια ποιότητα. Κι εκεί την ψυλλιάζεσαι. Γιατί τα 17χρονα της Μπαρτσελόνα βγάζουν μάτια και τα δικά μου όχι; Γιατί -επιστρέφω στα δικά μας- τα 17χρονα της ΑΕΛ (η πολύ καλή φουρνιά της Κ-19) δεν μπορεί να αποτελέσει τον αυριανό κορμό της ομάδας και να εγγυηθεί μελλοντικές επιτυχίες;
Η ΑΕΛ επέστρεψε. Επέστρεψε σπίτι της μετά από μια μεγάλη ταλαιπωρία. Χαμένη για χρόνια στο δάσος των προβλημάτων, των εντάσεων, των συγκρούσεων, των διχασμών, ξαναβρήκε το μονοπάτι. Και η επιστροφή αυτή σβήνει πολλά. Σβήνει τη διχόνοια και την τοξικότητα που ξένοι ιδιοκτήτες έφεραν στην πόλη.
Μια νέα ΑΕΛ πρέπει τώρα να χτιστεί ξανά με βασικό όπλο -το έχουμε γράψει κι άλλοτε σ’ αυτήν τη στήλη- την υπομονή πρώτα, τη σύνεση μετά. Πρέπει να εξηγήσει κανείς στη νέα γενιά φιλάθλων της ΑΕΛ πως η ύπαρξη και μόνο της ομάδας στα λεγόμενα «μεγάλα σαλόνια» είναι από μόνη της μια επιτυχία για τα δεδομένα μιας επαρχιακής πόλης. Στη Λάρισα, όποιον και να ρωτήσεις σήμερα θα σου πει πως η ομάδα πρέπει να βασιστεί στα ταλέντα του κάμπου. Να γίνεις μια «μηχανή» παραγωγής και… πώλησης ταλέντων που θα σου εξασφαλίζουν την οικονομική ευρωστία που είναι το άπαν στο σημερινό απαιτητικό ποδόσφαιρο.
Αυτά στη θεωρία… Η πράξη μένει να αποδειχτεί. Η πράξη… Αυτή η τόσο δύσκολη, σύνθετη και επώδυνη διαδικασία. …
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΕΣΗΣ
alexiskalessis@yahoo.gr
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025
Ο Λαρισαίος διδάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836)

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…
Την Παρασκευή 21 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στο Αμφιθέατρο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της πόλης μας εκδήλωση, αφιερωμένη στην προσωπικότητα και το έργο του μεγάλου δασκάλου του Γένους, του Λαρισαίου Κωνσταντίνου Κούμα. Μεταξύ των ομιλητών ήταν και ο γράφων, ο οποίος σκιαγράφησε την προσωπικότητά του ως Λαρισαίου. Επειδή από το ακροατήριο ζητήθηκε η δημοσίευση του κειμένου, για πληρέστερη κατανόηση, τη δημοσιεύουμε σε δύο συνέχειες από τις στήλες της εφημερίδας:
«Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά απόψε Κυρίες και Κύριοι, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος γιατί οι οργανωτές της εκδήλωσης για τον Κωνσταντίνο Κούμα, μου έκαναν την τιμή να με συμπεριλάβουν ως συνομιλητή, με δύο ηχηρές προσωπικότητες του ελλαδικού χώρου, τον αξιότιμο πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας και εξέχον μέλος της χορείας των ακαδημαϊκών διδασκάλων κ. Προκόπη Παυλόπουλο, και τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό διδάσκαλο κ. Αθανάσιο Ευσταθίου. Ο δεύτερος λόγος; Γιατί βρίσκομαι και πάλι σε έναν χώρο πολύ οικείο για μένα από παλιά. Όσοι γνωρίζουν την μέχρι σήμερα πορεία μου στην πόλη, θα καταλάβουν.
Για τους Λαρισαίους δεν είναι άγνωστο το όνομα Κούμας, αφού ένας από τις κεντρικότερους δρόμους της πόλης μας, και μάλιστα πολύ κοντά στο κτίριο όπου βρισκόμαστε, φέρει το όνομά του και η Κεντρική πλατεία κοσμείται από το 1930 με την προτομή του. Όμως ελάχιστοι γνωρίζουν ποιος πραγματικά ήταν ο Κωνσταντίνος Κούμας και ακόμα γιατί η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της φέρει το όνομα του συντοπίτη λόγιου των προεπαναστατικών χρόνων. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους «Διδασκάλους του Γένους», ο οποίος εργάσθηκε με ακατάβλητο σθένος για την πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου ελληνισμού. Ιστορικά είναι γνωστή η λογιοσύνη και το έργο του σημαντικού αυτού Λαρισαίου. Το τεράστιο συγγραφικό του έργο και η πλούσια εκπαιδευτική του δράση, προετοίμασαν πνευματικά τη γενιά των Ελλήνων, αυτή που πραγματοποίησε την Επανάσταση του 1821.
Οι συνομιλητές μου θα σας πουν αρκετά πάνω σ’ αυτό το θέμα. Η δική μου συμβολή στη σημερινή εκδήλωση είναι να προβάλλω τον Κωνσταντίνο Κούμα ως Λαρισαίο. Από τα βιογραφικά του θα σταθούμε περισσότερο μόνο σε εκείνα που έχουν σχέση με την πόλη μας. Ο ίδιος φρόντισε στον 12ο τόμο του έργου του «Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων» να γράψει την αυτοβιογραφία του μέχρι το 1832, χρονολογία έκδοσης του βιβλίου. Είναι γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο, δηλαδή σαν να το έγραψε κάποιος άλλος, σε γλώσσα απλή και κατανοητή. Καταλαμβάνει τις σελίδες 583-599 αυτού εδώ του τόμου που σας δείχνω και προσωπικά πιστεύω ότι θα πρέπει η βιογραφία του να διδάσκεται στα Σχολεία της περιοχής μας τουλάχιστον.
Θα ξεκινήσουμε ένα νοερό ταξίδι στο χρόνο με αφετηρία την 26η Σεπτεμβρίου 1777, ημερομηνία γέννησης του Κούμα στον Τρανό Μαχαλά της Λάρισας. Τρανός μαχαλάς κατά την τουρκοκρατία ονομαζόταν η συνοικία του Αγ. Αχιλλίου. Εκτεινόταν κυρίως στο Λόφο της Ακρόπολης, αυτόν που σήμερα ονομάζουμε Φρούριο και ήταν κυρίως χριστιανική συνοικία. Πατέρας του ήταν ο Μιχαήλ Κούμας, ένας ευκατάστατος γουναράς το επάγγελμα, μητέρα του μια απλή γυναίκα, η Αβραμική.
Η Γενή Σεχίρ, όπως ονομαζόταν η Λάρισα από τους Οθωμανούς, κατοικούνταν εκείνη την περίοδο από Τούρκους «μισόχριστους και εις άκρα θηριώδεις», όπως τους περιγράφουν οι Δημητριείς (Γρηγόριος Κωνσταντάς-Δανιήλ Φιλιππίδης) στη «Νεωτερική Γεωγραφία» που εκδόθηκε εκείνη την περίοδο (1791). Οι γονείς του επειδή ήταν αγόρι τον είχαν έγκλειστο, φοβούμενοι μήπως τον συλλάβουν οι γενίτσαροι. Γι’ αυτό και μέχρι την ηλικία των δέκα ετών δεν είχε πάει καθόλου στο σχολείο, ούτε κάν στην εκκλησία. Έτσι και αλλιώς σχολείο και χριστιανικός ναός δεν υπήρχαν στην πόλη από το 1769, μέχρι το 1794, για 25 ολόκληρα χρόνια. Ο μοναδικός ναός της Λάρισας, ο Άγ. Αχίλλιος, και το επίσης μοναδικό ελληνικό σχολείο, είχαν καταστραφεί από τον μαινόμενο μουσουλμανικό όχλο το 1769 κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών. Οι χριστιανοί της πόλης κατά το διάστημα αυτό εκκλησιάζονταν αναγκαστικά είτε στην εξοχική Αγ. Μαρίνα, εκκλησία τότε του οικισμού Καλύβια ή σε πλησιόχωρους οικισμούς, όπως η Νίκαια.
Τα προτερήματα τα οποία στόλιζαν τον Κούμα από νεαρή ακόμα ηλικία, ήταν πολλά. Αν και είχε εύθραυστη υγεία, εξ απαλών ονύχων έδειχνε ότι ήταν προορισμένος για να ανέλθει σε ανώτατα πνευματικά αξιώματα.
Το 1787 έπληξε τη Λάρισα επιδημία πανώλης, η οποία ήταν τόσο σοβαρή ώστε ανάγκασε την οικογένεια να μετακομίσει προσωρινά στον Τύρναβο. Ο Κούμας ήταν τότε 10 ετών. Επειδή εκεί το χριστιανικό στοιχείο υπερείχε, ο τουρκικός ζυγός ήταν ελαφρότερος. Ο Τύρναβος είχε τότε εν λειτουργία επτά ναούς και μόνο δύο τζαμιά, ο δε μητροπολίτης Λαρίσης έμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στον Τύρναβο, αντί για τη Λάρισα. Εδώ ο μικρός Κούμας κατόρθωσε να μάθει τα πρώτα του γράμματα.
Οι γονείς του, αντιλαμβανόμενοι τη φιλομάθειά του, τον εμπιστεύθηκαν το 1790 να μαθητεύσει για έξη χρόνια κοντά στον περίφημο ιεροδιδάσκαλο του Τυρνάβου Ιωάννη Πέζαρο, τον Σωκράτη του Τυρνάβου, όπως τον ονόμαζαν. Όταν άρχισε τα μαθήματα, ο δάσκαλος τού φάνηκε άγγελος μάλλον παρά άνθρωπος, όπως έλεγε. Το διάστημα αυτό της μαθητείας κοντά του απεδείχθη τόσο αποφασιστικό για την πνευματική του συγκρότηση, ώστε προσδιόρισε ολοκληρωτικά τη μετέπειτα ζωή του.
