Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

 

«Νοσταλγώντας την παλιά Λάρισα – Ο Πηνειός από τον Άγιο Αθανάσιο μέχρι τα Ταμπάκικα»

Γράφει ο Θωμάς Κυριάκος

Πηνειός, το δικό μας ποτάμι.  Σήμα κατατεθέν της Λάρισας, με τις τόσες ομορφιές, που ανακαλύπτουμε και χαιρόμαστε κάθε φορά που διασχίζουμε, ως  περιπατητές, τις κοίτες του.

Η Λάρισα από την αρχαιότητα ήταν κτισμένη δίπλα στον Πηνειό. Η φυσική, παλαιά κοίτη του ποταμού περνούσε από τις συνοικίες του Αγίου Αθανασίου, του Πέρα Μαχαλά, τα Ταμπάκικα για να βρει διέξοδο από την πόλη στα όρια της Νέας Σμύρνης.


Ο Πηνειός είχε διάφορες ονομασίες στο πέρασμα των αιώνων, τα καταγεγραμένα σε διάφορα κείμενα ονόματα ήταν: Αργυροδίνης (κατά τον Όμηρο), Σαλαμβριάς ή Σαλαμπριάς, Λυκόστομος, Κοστούμ, Κιουσέμ/Κιοστέμβλ. «Ο Paul Lucas δίνει δυο ονομασίες στον Πηνειό, Σαλαμπριά και Λυκόστομο (Licoustum) και μάλιστα χαρακτηρίζει τη δεύτερη τούρκικη. Όμως ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης μάς πληροφορεί ότι: «Ο ποταμός ούτος κοινώς καλείται Σαλαμπριά, προσωνυμία ην πρώτη η Άννα Κομνηνή απέδωκεν εις αυτόν κατά το έτος 1150 … εκ της λέξεως Σαλάμβη, σημαινούσης οπήν». Όσο για την ονομασία Λυκόστομο αυτή είναι παραφθορά του ονόματος Λυκοστόμιο που αποτελούσε τη Μεσαιωνική ονομασία της Κοιλάδας των Τεμπών απ’ όπου ο Οθωμανός Γεωγράφος Χατζή Κάλφας αποκαλεί τον Πηνειό Κοστούμ ή Κιοστέμ».

Συχνά το ποτάμι πλημμύριζε τις παρόχθιες συνοικίες, προκαλώντας ζημιές και θύματα. Για το λόγο αυτό τη δεκαετία του 1930 ανατέθηκε, αρχικά, στην εταιρεία ΒΟΟΤ η κατασκευή της νέας κοίτης, από την πλευρά του σημερινού Αισθητικού Άλσους , ενώ από το 1935 περίπου ανέλαβε την απ’ ευθείας εκτέλεση των έργων το Υπουργείο Δημοσίων Έργων και οδήγησε τα νερά του Πηνειού εκτός πόλης. Μετά τον πόλεμο, τη δεκαετία του ’50, κατόπιν απαίτησης και των κατοίκων, επανέφεραν μέρος του νερού στην παλιά κοίτη, με ελεγχόμενη ροή από το φράγμα που βρίσκεται στο χώρο της ΔΕΥΑΛ μετά τον Υδατόπυργο.

Ο Πηνειός καθόρισε και την οικονομική ζωή της πόλης αφού κοντά στις όχθες του οργανώθηκαν οι επαγγελματικές συνοικίες της Λάρισας. Στα Ταμπάκικα τα βυρσοδεψεία επεξεργάζονταν δέρματα, στα Μύλια λειτουργούσαν οι παραδοσιακοί νερόμυλοι, στα Σάλια γινόταν η μεταφορά και το εμπόριο ξυλείας και στον Πέρα Μαχαλά, στην αριστερή όχθη του Πηνειού, το νερό βοηθούσε στην επεξεργασία του μαλλιού και στην ανάπτυξη της υφαντικής. Αλλά και η εμπορική δραστηριότητα της πόλης, το μεγάλο εμπόριο των ζώων, οι ιππικοί αγώνες και οι εμποροπανηγύρεις, διεξάγονταν στο πάρκο Αλκαζάρ και κοντά στο ποτάμι [1].

Σας προσκαλώ σε μια περιήγηση στον Πηνειό. Σ΄ έναν περίπατο ξεκινώντας από τον Υδατόπυργο και τη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, περνώντας από την παλιά πετρόκτιστη γέφυρα, που τόσοι και τόσοι περιηγητές, ζωγράφοι, φωτογράφοι αλλά και κάτοικοι της πόλης αποθανάτισαν, έως τα Ταμπάκικα και τα παλιά Σφαγεία. Μια περιήγηση μέσα σε χωμάτινα δρομάκια, παρόχθιες διαδρομές, με λεύκες και καραγάτσια, σαν αυτά που γοήτευσαν τον Δ. Ροδόπουλο και πήρε το όνομα Καραγάτσης όταν στα 1930 έγραψε τον “Συνταγματάρχη Λιάπκιν”, ανάμεσα  από βυρσοδεψεία και μύλους, μέχρι τα νταλιάνια που ψάρευαν για χρόνια οι Λαρισαίοι.

Υδατόπυργος του ΟΥΗΛ τότε, ΔΕΥΑΛ σήμερα. Χρονολογία: 1934.
Η φωτογραφία είναι των εκδόσεων Γκινακού-Μαργαρίτη (Πειραιάς).

Το 1927, στη Λάρισα την πόλη των 24.000 κατοίκων ξεκινούν τα πρώτα έργα ύδρευσης που ολοκληρώνονται το 1930. Κόστισαν 20.000.000 δρχ. ποσό τεράστιο για την εποχή. Το 1930 μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα εγκαινιάζονται συνολικά τα έργα της ύδρευσης. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Πατώντας ένα κουμπί, ο Βενιζέλος, ξεχύθηκε νερό σε σπίτια και καταστήματα. Οι Λαρισαίοι απόκτησαν νερό, αποστειρωμένο, υγιεινό από τα καλύτερα ποιοτικά και κυρίως άφθονο. Με ένα απλό στρίψιμο της κάνουλας, οι νοικοκυρές -που υπέφεραν τα πάνδεινα από τη λειψυδρία και τη βαναυσότητα των «σακάδων»- είχαν τώρα στη διάθεσή τους όσο νερό ήθελαν να πιουν και να καθαρίσουν. Αποτελούσαν πλέον εφιαλτική ανάμνηση το μαρτύριο της έλλειψης του νερού και του τύφου.

Όπως επεσήμανε στα εγκαίνια, ο Δήμαρχος Μιχ. Σάπκας, τη δαπάνη για το έργο της ύδρευσης το κάλυψαν εξ ολοκλήρου οι κάτοικοι, χωρίς να βάλει μια δραχμή το κράτος. Το άκουσε ο Βενιζέλος και το σημείωσε. Μετά τα εγκαίνια κάλεσε τους Αθηναίους δημοσιογράφους που τον συνόδεψαν στη Λάρισα και δήλωσε:

«Να γράψητε παρακαλώ στις εφημερίδας σας, ότι τα έργα ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού της Λαρίσης ετελέσθησαν δια μόνον των οικονομικών δυνάμεων του τόπου, επί τη βάσει ενός ιδιοτύπου νόμου την έκδοσιν του οποίου προκάλεσεν ο Δήμος Λαρίσης και να καλέσητε τους Δημάρχους όλων των πόλεων της Ελλάδος να λάβουν υπόδειγμα εις την εκτέλεσιν δημοτικών έργων, την Λάρισαν». Προς γενική κατάπληξη ολόκληρης της Ελλάδας και εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης, που γνώριζε η Ελλάδα και ο κόσμος, επιτυγχάνει να πραγματοποιήσει το 1930 το όνειρο δεκάδων γενεών της Λάρισας, με το να εξασφαλίσει την παροχή άφθονου νερού.

Το εξοχικό κέντρο του Δημ. Μπαρμπούτη “Υδραγωγείο” κοντά στον Υδατόπυργο. 1946. Αρχείο Δημ. Μπαρμπούτη

Η οικογένεια Δημητρίου Μπαρμπούτη είναι από τις πιο γνωστές στη Λάρισα εδώ και έναν αιώνα. Στα 60 χρόνια εργασίας του αναφέρεται ότι άνοιξε δεκατρία (13) καταστήματα, σε δεκατρία διαφορετικά σημεία της Λάρισας.

Ένα από αυτά ήταν και το εξοχικό κέντρο με το όνομα “Υδραγωγείο”, δίπλα στις εγκαταστάσεις του ΟΥΗΛ στον Υδατόπυργο, κοντά στο ποτάμι . Μάλιστα για τη μεταφορά των πελατών του είχε μισθώσει φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ξεκινούσε από την Κεντρική πλατεία. Το κέντρο βρισκόταν σε ειδυλλιακή θέση, όμως έκλεισε πολύ γρήγορα, γιατί το καλοκαίρι του 1946 ο γιός του Μήτσου Περικλής, 18 ετών, πνίγηκε κάνοντας μπάνιο στο ποτάμι. Το πλήγμα για την οικογένεια ήταν τόσο μεγάλο ώστε ο Μπαρμπούτης σταμάτησε τη λειτουργία του.

Η συνοικία του Αγίου Αθανασίου φωτογραφημένη από τον Υδατόπυργο. Χρονολογία περίπου 1935~6. Φωτογράφος Παντελής Γκίνης (Λάρισα).

Η συνοικία του Αρναούτ μαχαλά (Αγίου Αθανασίου) ήταν επί τουρκοκρατίας συνοικία η οποία κατοικείτο από Αρβανίτες δηλ. από Αλβανούς ή κατά μία άλλη εκδοχή Ορεινός. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής Κων. Περραιβός: «Μετά την εξόντωση του Αλή πασά και των τέκνων του, οι Αρβανίτες που ήταν εγκατεστημένοι στον Αρναούτ Μαχαλά έγιναν στόχος των γενίτσαρων του Σουλτάνου, αναγκασθέντες έτσι να εγκαταλείψουν την Λάρισα. Τότε άρχισε να εποικίζεται από Έλληνες των Αγράφων, του Ολύμπου και αργότερα από τα Αμπελάκια, το Βλαχολίβαδο, το Ζάρκο και άλλες περιοχές. Οι νέοι έποικοι ίδρυσαν στην περιοχή καταστήματα τα οποία πωλούσαν προϊόντα από τις πατρίδες τους (όσπρια, τυριά κρασιά, αλλαντικά, κλπ). Επιπλέον, επειδή τον κεντρικό τομέα της Λάρισας τον κατοικούσαν τα τελευταία χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 οι Οθωμανοί γαιοκτήμονες (μπέηδες), η αστική τάξη της πόλεως, θέλησε να βρεθεί μακριά τους και εγκαταστάθηκε και αυτή στον Αρναούτ μαχαλά. Από τον πυρήνα αυτόν των εύπορων και μορφωμένων χριστιανών της συνοικίας προήλθαν τα άτομα εκείνα τα οποία έπαιξαν κατά την επανάσταση του 1878 πρωταγωνιστικό ρόλο. Μετά την απελευθέρωση έκτισαν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου τα αρχοντικά τους διάφοροι εύποροι Λαρισαίοι όπως ο γιατρός Αναστ. Ζαρμάνης, ο χρυσοχόος Νικ. Αρσενίδη, ο δικηγόρος Δημητρίου Γαλανίδη, ο έμπορος Κωνστ. Σηλυβρίδης, ο γαιοκτήμονας και επιχειρηματίας Κωνστ. Σκαλιώρας και πολλοί άλλοι. Ήταν όλα κτισμένα με στοιχεία δανεισμένα από την παραδοσιακή, αλλά και την νεοκλασική αρχιτεκτονική. Αυτά ο Γιώργος Γουργιώτης τα χαρακτηρίζει σαν «λαϊκά νεοκλασικά» κτίσματα. [2]

Στην ίδια συνοικία του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να εντάξουμε και την περιοχή Σάλια, η οποία καταλαμβάνει την παλιό τουρκικό μαχαλά Σαρατσλάρ. Η ονομασία Σάλια προήλθε από την παρουσία στην περιοχή ειδικών εργατών, που ονομάζονταν «Σαλτζίδες» και οι οποίοι είχαν την ικανότητα να αγκιστρώνουν στο σημείο αυτό πριν τη γέφυρα τις μεγάλες ντάνες υλοτομημένης ξυλείας που ταξίδευε από την Πίνδο μέσω του ρεύματος του Πηνειού. Την ανέβαζαν στις όχθες και εν συνεχεία την μετέφεραν στα καταστήματα του Ξυλοπάζαρου της πόλεως και στα διάφορα εργοστάσια ξυλείας.

Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αθανασίου. Λεπτομέρεια φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του Νικ. Κουρτίδη. Περίπου 1935.

Η λήψη της φωτογραφίας απεικονίζει ένα τμήμα της συνοικίας του Αγίου Αθανασίου και έγινε από τον Υδατόπυργο.  Στο κάτω τμήμα της φωτογραφίας διακρίνεται η δεξιά όχθη του Πηνειού και ο παρόχθιος δρόμος, ο οποίος αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Κραννώνος. Πίσω από τα πρώτα σπίτια του συνοικισμού προβάλλει μεγαλοπρεπής ο ναός του Αγίου Αθανασίου. Είχε αντικαταστήσει τον παλαιό ναό, που είχε αρχίσει να κτίζεται το 1855 επί τουρκοκρατίας και εγκαινιάσθηκε το 1869. Το 1925-26, προφανώς επειδή ο ναός ήταν μικρός μέγεθος δεν επαρκούσε για να εξυπηρετήσει τις αυξανόμενες ανάγκες της ενορίας, «ανακαινίσθηκε εκ βάθρων» στο ίδιο σημείο όπου βρισκόταν ο παλιός. Πολλές από τις εικόνες του ναού είχαν ζωγραφισθεί το 1926 από τον Αγιογραφικό Οίκο της Λάρισας των Χρυσόστομου Παπαμερκουρίου και Παντελή Γκίνη, οι οποίες σήμερα διασώζονται στο σκευοφυλάκιο του ναού. Η «ζωή» αυτού  του ναού υπήρξε σύντομη, μόνον 15 χρόνια, αφού την 1η Μαρτίου 1941 καταστράφηκε σοβαρά από τον σεισμό και κρίθηκε κατεδαφιστέος, χωρίς όμως μέχρι το 1946 τουλάχιστον να έχει ακόμα κατεδαφισθεί. Αφού ακολούθησε μια μακροχρόνια προσωρινή στέγαση του ναού σε κατάλληλα διαμορφωμένο οίκημα, που βρίσκεται έως και σήμερα εγκαταλελειμμένος στον προαύλιο χώρο, στις 3 Μαρτίου 1987 έγιναν τα εγκαίνια του σημερινού ναού. [3]

Λάρισα η παλιά πετρόκτιστη γέφυρα και πίσω της  το τζαμί του Χασάν Μπέη στο λόφο «Πευκάκια». Εκδόσεις Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), αρχές της δεκαετίας του 1900.

Το τζαμί αυτό ήταν το επισημότερο τη Λάρισας και από τα μεγαλύτερα στον Ελλαδικό χώρο. Κτίστηκε, σύμφωνα με την παράδοση, λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Οθωμανούς πάνω σε χώρο Βυζαντινής εκκλησίας αφιερωμένης στη Σοφία του Θεού, η οποία με τη σειρά της είχε κτιστεί, κατά την περίοδο των βυζαντινών χρόνων, στη θέση αρχαίου ιερού προς τιμήν της θεάς Δήμητρας που υπήρχε εκεί από τους κλασικούς χρόνους.

Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος, η μουσουλμανική κοινότητα σταμάτησε να χρησιμοποιεί και να φροντίζει το τζαμί του Χασάν μπέη, γιατί την εξυπηρετούσε καλύτερα το νεόκτιστο Γενί τζαμί που είχε κτισθεί απέναντι από την Πλατεία Ανακτόρων, εκεί που υπάρχει μέχρι σήμερα. Από την εγκατάλειψη του το τζαμί υπέστη σοβαρές φθορές και το 1908 κατεδαφίσθηκε. Άξια αναφοράς είναι η προσπάθεια που έγινε από τον εκδότη-δημοσιογράφο της εφημερίδας «ΜΙΚΡΑ» της Λάρισας Θρασύβουλος Μακρής, συνεπικουρούμενος από τον Μιχαήλ Χρυσοχόου, αγωνιστή, χαρτογράφο και συγγραφέα με συνεχή διαβήματα προς τη Νομαρχία Λαρίσης, τη Βακουφική Επιτροπή των συμπολιτών μας Οθωμανών που είχαν τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της κοινότητας τους και προς τον αρχαιολόχο κ. Αρβανιτόπουλο, γνωστό για την πρώτη ανασκαφή και αποκάλυψη του Α΄Αρχαίου θεάτρου της πόλης. Όπως ανέφερε ο  Θρασύβουλος Μακρής στις 21/1/1907: «…Συμμεριζόμεθα πάντες την γνώμην του κ. Χρυσοχόου ότι αι αρχαιότητες της Θεσσαλίας και ιδία αι της Λαρίσσης κατεστράφησαν βανδαλικώς σχεδόν υφ΄ ημών των ιδίων ως και το ότι εις τούτο συνετέλεσαν δυστυχώς εκείνοι οι οποίοι ακριβώς έπρεπε να πρωστατεύωσι τα αρχαία κειμήλια. Εις την περίπτωσιν όμως της κατεδαφίσεως του τζαμιού Ορχάν (Χασάν μπέη) δεν ηξεύρομεν ποιοι είναι οι υπεύθυνοι βεβαίως όλαι οι αρχαί από της Νομαρχίας μέχρι της Βακουφικής Επιτροπής φέρουσι μέρος της ευθύνης δια την γενομένην καταστροφήν, τούτο δε συνέβη, διότι έπρεπε προς πάσης ενέργειας η μεν Βακουφική Επιτροπή των συμπολιτών μας Οθωμανών να μη προβεί εις την πώλησιν του υλικού προτού ερωτήση τον κ. Δήμαρχον ή τον κ. Νομάρχην οι οποίοι προς πάσης εγκρίσεως ή μη της προτάσεως ταύτης θα εζήτουν βεβαίως την γνώμην του ειδικού δια την υπηρεσίαν ταύτην εφόρου των Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας κ. Αρβανιτόπουλου, και μετά την λήψιν της γνώμης να προβώσιν εις ταύτην ή εκείνην την ενέργεια…»

Δεξιότερα του τζαμιού παρατηρούμε έναν ορθογωνικό κτίριο με σκεπή και ένα λεπτό πύργο. Αυτός ο χώρος ήταν αποθήκες υλικού πολέμου μέχρι και τον πόλεμο του 1940 που βομβαρδίστηκε πριν την είσοδο των Γερμανών στην πόλη τον Απρίλιο του 1941. Σήμερα και οι δύο αυτοί χώροι (τζαμί του Χασάν μπέη και αποθήκες πολέμου) έχουν κατεδαφισθεί και σε κάποιο σημείο του χώρου αποκαλύφθηκε το Β΄ Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας.

Η γιορτή των Θεοφανίων, πιθανόν πριν το 1880. Φωτογραφία από το βιβλίο «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες» του Δήμου Λαρισαίων.

Η μοναδική ίσως φωτογραφία της γέφυρας του Πηνειού με στηθαίο. Διακρίνονται πολλοί με φέσια και οι κολυμβητές με βράκες έτοιμοι να πέσουν στο νερό. Είναι από τις παλαιότερες που έχουν διασωθεί και τοποθετείται χρονολογικά στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας (1878-1880), , ο δε φωτογράφος είναι άγνωστος. Την περίοδο εκείνη (1866) γνωρίζουμε ότι υπήρχε στη Λάρισα φωτογραφείο του Γεωργίου Φεχτζή (George Fehtsi) και Σία, με φωτογραφεία του παράλληλα στον Βόλο και τα Τρίκαλα. Επίσης στην πόλη μας δραστηριοποιείτο και ο Γεώργιος Αποστολίδης από το 1870. Λογικά λοιπόν φωτογράφος θα πρέπει να είναι ένας εκ των δύο, με πιθανότερο τον Φεχτζή.

Επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), του 1907. Η λήψη της έγινε από την πλευρά του Τσούγκαρι και απέναντι βλέπουμε τη συνοικία του Βλαχομαχαλά ή Πέρα Μαχαλά, τον τρούλο από την παλιά εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους και δεξιά τις δενδροστοιχίες από το πάρκο του Αλκαζάρ.

Για τον κατασκευαστή της γέφυρας αυτής είχαν διατυπωθεί παλαιότερα πολλές απόψεις. Πίστευαν ότι ήταν έργο των ύστερων βυζαντινών χρόνων. Σήμερα όμως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι την είχε ανεγείρει ο Χασάν μπέης, εγγονός του κατακτητή της Θεσσαλίας [1423] Τουρχάν μπέη. Επομένως πρέπει να χρονολογηθεί σαν κτίσμα του τέλους του 15ου αιώνα. Θεωρείται ότι ήταν η πρώτη γνωστή πέτρινη αμαξιτή γέφυρα του θεσσαλικού χώρου. Μέχρι τότε οι γέφυρες της περιοχής αυτής είχαν στενό οδόστρωμα με μεγάλη καμπύλη, το οποίο επέτρεπε μόνον την διακίνηση πεζών και μεμονωμένων ζώων μεταφοράς. Η γέφυρα της Λάρισας, ήταν μία από τις μεγαλύτερες και στατικά στερεότερες της χώρας. Είχε μήκος 120 μέτρα και πλάτος 4,5 μέτρα, το οποίο μόλις επέτρεπε με κάποια δυσκολία τη διασταύρωση δύο αμαξών. Εκτείνονταν επάνω σε εννέα τόξα. Πεζοδρόμια δεν υπήρχαν και στα πλάγια ο δρόμος περιχαρακώνονταν σε χαμηλό ύψος με βαριά λίθινα στηθαία, κατασκευασμένα από μεγάλες πλάκες, τοποθετημένες κάθετα. Η επιμελημένη κατασκευή που είχε η γέφυρα την κράτησε στερεή σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. Χρονολογία 1930. Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας

Το με τον τίτλο «Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Έργο του Θεοφίλου Γ. Χατζημιχαήλ 1930», το οποίο είναι αντιγραφή της καρτ ποστάλ αρ. 234 του Στέφανου Στουρνάρα, με ορισμένες διαφορές, ιδίως στην απόδοση των ατμόμυλων της περιοχής στην περιοχή των παλιών Σφαγείων. Επειδή ο Στουρνάρας ήταν από το Βόλο και πόλη διαμονής του Θεόφιλου, λογικό ήταν ότι κάποια στιγμή έφτασαν και στα χέρια του, ο οποίος και την αντέγραψε.

Ο Πηνειός πλημμυρισμένος  και στο βάθος ο Άγιος Αχίλλειος, χρονολογία περίπου 1932~3. Φωτογράφος  ο Λαρισαίος Ιωάννης Κουμουνδούρος.

Σύμφωνα με τον Θεοδ. Παλιούγκα οι πλημμύρες αποτελούσαν τη δεύτερη σοβαρότερη αιτία θανάτου στη Λάρισα, μετά τα λοιμώδη νοσήματα. Οι περισσότερες και καταστροφικότερες πλημμύρες σημειώνονταν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν, μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις στη δυτική Θεσσαλία ο Πηνειός υπερχείλιζε, και τα πλεονάζοντα νερά του κατέκλυζαν τις παρόχθιες συνοικίες όπως του Πέρα Μαχαλά και τα Ταμπάκικα. Όταν τα νερά αποτραβιόντουσαν, άφηναν πίσω τους περιοχές ερειπωμένες, πολλούς νεκρούς και εκατοντάδες αστέγους, αλλά και εκτεταμένες ζημιές στη γεωργική παραγωγή και στη κτηνοτροφία. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄30 όταν αρχικά η ΒΟΟΤ και στη συνέχεια το Υπουργείο Δημοσίων Έργων και οδήγησαν τα νερά του Πηνειού εκτός πόλης, οι οδυνηρές συνέπειες των πλημμυρικών φαινομένων στην πόλη μειώθηκαν.

Από τη παληά Λάρισα – Δειλινό στη γέφυρα. Καρτ ποστάλ  του Νικ. Στουρνάρα (Βόλος), του 1938~39.

Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από την κοίτη του Πηνειού από την πλευρά του Πέρα Μαχαλά, στο ύψος του σημερινού ΚΗΠΟΘΕΑΤΡΟΥ, απέναντι από την εκκλησία του Αγ. Αχιλλείου. Παρατηρώντας προσεκτικά το τοίχο πίσω από τη γέφυρα (αριστερά) διακρίνεται ο τοίχος του Κέντρου ΚΑΛΛΙΘΕΑ.

Το Καφεζυθοποιείον ΚΑΛΛΙΘΕΑ, λειτουργούσε στο κάτω του Λόφου Ακροπόλεως, στην γωνία των σημερινών οδών Κενταύρων & Καλλιθέας από το 1925, στο λόφο «Πευκάκια» που εκτεινόταν από εκείνο το σημείο έως και την περιοχή του ΤΕΕ. Παρ΄ όλο που η επίσημη ονομασία του ήταν “Καλλιθέα” ο κόσμος το ήξερε σαν “Πευκάκια”, γιατί έτσι το διαχώριζε από το κέντρο “Καλλιθέα” του Μήτσου Μπόκοτα στον Λόφο. Τα “Πευκάκια” γνώρισαν προπολεμικά μεγάλες δόξες. Τα καλοκαίρια έφερνε ορχήστρες και τραγουδίστριες και γέμιζε από κόσμο ο οποίος απολάμβανε δροσιά, ωραία μουσική και χορό.

Με την κήρυξη του πολέμου και την είσοδο των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941 στη Λάρισα, το κέντρο σταμάτησε τη λειτουργία του και λόγω της θέσης του τα στρατεύματα κατοχής το επέλεξαν  ως παρατηρητήριο. Από το σημείο αυτό μπορούσαν να ελέγξουν τον θεσσαλικό κάμπο και ιδιαίτερα την παρακείμενη γέφυρα του Πηνειού. Μετά την απελευθέρωση τα “Πευκάκια” λειτούργησαν ξανά, χωρίς όμως την παλιά αίγλη.

Η περιοχή Τσούγκαρι, κάτω από το λόφο Φρουρίου βομβαρδισμένη από του Γερμανούς και η γέφυρα του Πηνειού, ότι είχε απομείνει μετά την ανατίναξη της από του Νεοζηλανδούς. Τέλη Απριλίου του 1941. Συλλογή Βύρωνα Μήτου από το λεύκωμα του Δήμου Λαρισαίων «ΛΑΡΙΣΑ. Η μνήμη της πόλης ΚΑΤΟΧΗ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ 1941-1944.

Η παλιά πετρόκτιστη γέφυρα του Πηνειού ανατινάχτηκε από συμμαχικά χέρια. Οι Νεοζηλανδοί, κατά την οπισθοχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων προς το Νότο, είχαν αναλάβει να καθυστερήσουν την προέλαση των Γερμανών. Γι αυτό το λόγο βρέθηκαν και στην περιοχή της Λάρισας. Πριν 2,5-3 χρόνια που στάλθηκε από ένα διαδικτυακό φίλο τον εγγονό τον Jason Lowe, εγγονό του λοχία Francis Clive Lowe μια δυσανάγνωστη σελίδα από τον ημερολόγιο του παππού του που αναπαριστούσε ένα σκαρίφημα γέφυρας και τα σημεία τοποθέτησης των εκρηκτικών. Πριν μερικούς μήνες μου στάλθηκε και η μετάφραση του κειμένου, από τους διαχειριστές της σελίδας Greece at WWII Archives στο Facebook, διαφωτίζοντας εκείνες τις τελευταίες στιγμές πριν την ανατίναξη της γέφυρας. Ας μεταφερθούμε στη νύχτα της 18ης Απριλίου 1941, μια βραδιά πριν την κατάληψη της πόλης από του Γερμανούς:

Μέσα από το σκοτάδι φάνηκαν σκιές οχημάτων. Ήταν γερμανικά ή βρετανικά; Ή ήταν δικοί μας; (Νεοζηλανδοί) Η καρδιά μου χτύπαγε σαν σφυρί στο στήθος μου. Αργά σήκωσα το τουφέκι και ψιθύρισα στον εαυτό μου.
«Θα πάω κάτω με αυτό το πράγμα που φλέγεται ούτως ή άλλως.” Δεν αναγνώριζα τη δική μου φωνή.
«Γεια σας» Μια φωνή, βγήκε από το σκοτάδι.

“Δόξα το Θεό” απάντησε ο λοχίας μας: “Ποιος είναι;”
“Νεοζηλανδική Μηχανοκίνητη Μεραρχία Ιππικού” ήταν η απάντηση. Σταμάτησαν.
“Γεια σου λοχία.” είπε ένας αξιωματικός καθώς βγήκε. “Είμαστε οι τελευταίοι από τον στρατό μας, είμαστε όλοι από τη νότια πλευρά τώρα. Καλύτερα να βιαστείτε. Οι Γερμανοί είναι σχεδόν στην ουρά μας.”
“Ναι Κύριε” απάντησε ο Redmond. “Δεξιά αγόρια πίσω στο έμβολο και θα την τινάξουμε στον αέρα (την γέφυρα)”, μας φώναξε. Το Bren Carrier έφευγε μακριά καθώς σπεύσαμε πίσω στο ηλεκτρικό έμβολο.
“Μα το θεό, στοιχηματίζω ότι ανεβαίνει σε μια αποθήκη πυρομαχικών» είπε ο Τζακ
Παρακολουθούσαμε καθώς ο λοχίας πήρε τη λαβή του εμβόλου και στα δύο χέρια. Το πάτησε για μια στιγμή και έπειτα πιο δυνατά. Μια λαμπρή λάμψη φωτίζει ξαφνικά ολόκληρο τον ουρανό και μια απίστευτη έκρηξη χωρίζει στα δυο τον αέρα. Εκεί που ήμασταν, αισθανόμασταν ασφαλείς, αλλά η γη βυθίστηκε κάτω από τα πόδια μας, και σε έναν από μας ένα κομμάτι σκυροδέματος καρφώθηκε πάνω στο κράνος του. Τον τίναξε πάνω για ένα δευτερόλεπτο, αλλά μετά από λίγο το ξεπέρασε γελώντας.
Επιστρέψαμε στη γέφυρα ή εκεί που βρισκόταν κάποτε αυτή. Θα έλεγα ότι κάναμε τέλεια δουλειά. Ο λοχίας σταμάτησε κοιτάζοντας τα συντρίμμια.
“Λοιπόν, είναι μια πρωτοκλασάτη δουλειά παιδιά” είπε.
“Έλα ρε Λοχία” είπε ο Jim “Δεν είναι καλό να περιμένουμε άλλο εδώ τώρα, ας φύγουμε”.
Ακόμη και την στιγμή που ο Jim μιλούσε, ακούσαμε φορτηγά στο δρόμο, ο θόρυβος σε μια περίπτωση έμοιαζε από τάνκ. Ακούγοντας προσεκτικά ανακαλύψαμε ότι έρχονται από τη Λάρισα. Κάποιος φώναξε από ένα Bren Carrier.
“Για όνομα του Θεού! Οι Αυστραλοί έφυγαν τη νύχτα στις 9 το βράδυ και οι Γερμανοί διέσχισαν τον ποταμό στις δέκα” ήταν ο αξιωματικός από το τελευταίο όχημα Bren που μίλησε. Mετά από μια σύντομη παύση συνέχισε “Επέστρεψα για να σας προειδοποιήσω, δεν σας έμεινε καθόλου χρόνος, οι Γερμανοί περιμένουν μόνο το φως της ημέρας πριν εισέλθουν στη Λάρισα. Πρέπει να συνειδητοποιήσετε ότι δεν έχουν μείνει δικοί μας στη Λάρισα. Όλοι κατευθύνονται προς τη Λαμία, δηλαδή όσοι έμειναν.”Ακολουθήστε με τα φορτηγά σας” Είδε τη κατεστραμμένη γέφυρα. “Είναι μεγάλη δουλειά” ήταν το μόνο σχόλιό του.
“Ναι, αλλά ποιο το όφελος, αν είναι ήδη (οι Γερμανοί) πάνω από πέντε μίλια μπροστά μας.”
“Ναι, αλλά θα κρατήσει τα τάνκς τους μακριά για λίγο.”
Ήμασταν ήδη στο φορτηγό. Ξεκίνησε με ένα βρυχηθμό και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα ακολουθούσαμε τα Bren. Νομίζω ότι όλοι αφήσαμε ένα αναστεναγμό ανακούφισης, καθώς το φορτηγό πήρε ταχύτητα.
Πηγαίνοντας δίπλα από την Λάρισα στην ανατολή της αυγής δεν θα μπορούσα παρά να σκεφτώ “Λάρισα μόλις πριν λίγες εβδομάδες ήσουν μια όμορφη μικρή ελληνική πόλη, τότε ένας σεισμός σε χτύπησε! Την προηγούμενη νύχτα οι παλιο- Ιταλοί πήραν αβαντάζ στον πόνο σου και τώρα οι Γερμανοί έχουν αποτελειώσει την καταστροφή σου. Σε αποχαιρετώ…” [4 ]

Γέφυρα του Πηνειού. Ζωγράφος Δημήτριος Γιολδάσης. Συλλογή Γεωργίου Ι. Κατσίγρα. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΛΑΡΙΣΑΣ – ΜΟΥΣΕΙΟ Γ.Ι. ΚΑΤΣΙΓΡΑ.

Ο Δημ. Γιολδάσης μας μεταφέρει στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής με μια καθημερινή εικόνα στην περιοχή της γέφυρας και του παραποτάμιου δρόμου, της σημερινής οδού Καλλιθέας. Σε πρώτο πλάνο βλέπουμε την ξύλινη προσθήκη, που είχε γίνει από τους Γερμανούς ,για να μπορέσουν να συνεχιστούν απρόσκοπτα οι μετακινήσεις βαρέων οχημάτων και αυτοκινήτων από και πως τη Λάρισα.

Έντονη είναι η κίνηση όχι μόνο πάνω στο κατάστρωμα της γέφυρας, αλλά και στον παρόχθιο δρόμο, από άμαξες και πεζούς. Στο βάθος βλέπουμε το άλσος Αλκαζάρ με το σπιτάκι του φύλακα και το Ηρώο των πεσόντων του «ατυχούς» Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και τον Όλυμπο.

Γέφυρα Πηνειού και πίσω της ο λόφος Ακροπόλεως, 1957~8. Εκδότης: IRIS-Χασσίδ, φωτογράφος Κ. Στουρνάρας (Αθήνα).

Στη φωτογραφία βλέπουμε τη τσιμεντένια γέφυρα του Πηνειού, με δυο ρεύματα κυκλοφορίας ένα εισόδου και ένα εξόδου από την πόλη. Η λήψη της είναι από την πλευρά του Πέρα Μαχαλά. Στο βάθος φαίνεται το παλιό ρολόι της Λάρισας, ενώ απουσιάζει από το πλάνο ο ναός του Αγίου Αχιλλίου. Ήταν η περίοδος πριν ξεκινήσει η κατασκευή του ναού, που γνωρίζουμε έως σήμερα. Τη δεκαετία του ΄50, για προσωρινή χρήση, ο ναός στεγαζόταν σε μια ξύλινη κατασκευή, την επονομαζόμενη ως «Παράγκα», στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Ηρώο της πόλης μας, δίπλα στο αναψυκτήριο «ΦΡΟΥΡΙΟ» .

Λάρισα Υδροφόρος. Καρτ ποστάλ – φωτογραφία, του 1910 περίπου,  του φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα από τον Βόλο.

Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Στο κέντρο ένα άλογο είναι φορτωμένο με ασκούς και από τις δύο πλευρές της ράχης του. Ο ιδιοκτήτης του ζώου κρατώντας ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο γεμίζει με νερό του ποταμού τους ασκούς (σακιά), για να μεταφέρει το περιεχόμενό τους στην πόλη και να το πουλήσει.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι της Λάρισας υδρεύονταν είτε από τα νεροπήγαδα που υπήρχαν σε ορισμένα σπίτια, είτε από δημόσιες κρήνες είτε από τον Πηνειό. Πιο τυχεροί οσοι κατοικούσαν στις παραποτάμιες συνοικίες γιατί το μετέφεραν, συνήθως, μόνοι τους με υδροδοχεία, ενώ οι συνοικίες στο εσωτερικό της πόλης το αγόραζαν από τους νερουλάδες, τους λεγόμενους και Σακατζήδες, προερχόμενη από την τούρκικη λέξη sakkaci.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα ΕΛΛΑΣ (τεύχος 6, στις  6/1/1908) ο ανταποκριτής της εφημερίδας ονόματι Φρύνος [5] «συναντά κανείς πολύ συχνά, ιδίως τώρα, κατά τας ημέρας του χειμώνος, εις τας οδούς της Λαρίσσης, μερικούς ρακένδυτους. Σύρουν από του χαλινού άλογα ισχνά, ενώ ο θρους της βροχής και οι μονότονοι του ίππου κωδωνισμοί αναμιγνύονται με τον τριγμόν των συγκρουόμενων οδόντων των. Είναι οι ταλαίπωροι βιοπαλαισταί, οι κατά το Θεσσαλικό ιδίωμα ονομαζόμενοι Σακαντζήδες, οι οποίοι υδρεύουν την Λάρισσαν δια του αρχέγονου συστήματος δυο ιδιότροπων ασκών, οίτινες ενίοτε αποτελούν εστίας νόσων. Οι Σακαντζήδες λοιπόν ούτοι, ή καλιακούδες (κολιοί), κατερειπωμένα τινά εναπομείντα τεμένη και η συνήθης ερημιά των οδών αδικούν την κατά τα άλλα συμπαθεστάτην Λάρισσαν, διότι της προσδίδουν κάτι τι το Τούρκικον. Η κοινωνική κίνηση είνε χαλαρά, διότι δεν υπάρχει, είτε διότι δεν φαίνεται. Ήθελα να δώσω μια εικόνα της ζωής των δεσποινίδων της Λαρίσσης. Αλλά εδώ συχνότερα συναντώμαι με κομήτην, παρά με δεσποινίδα.»

Γέφυρα Πηνειού και στο βάθος ο Άγιος Αχίλλειος. Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Καρτ ποστάλ του Στ. Στουρνάρα (Βόλος), χρονολογία δεκαετία του 1910.

Οι σακάδες ή σκατζήδες είχαν ως επάγγελμα την τροφοδοσία της πόλης με καθαρό νερό. Όπως περιγράφει ο παλιός Δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας, χάρη στις ενέργειές του η Λάρισα έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο υδρεύονταν η πόλης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων, εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων, φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν δια βυτίων, φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς, αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ».

Θεσσαλία Πηνειός. Καρτ ποστάλ του Στέφ. Στουρνάρα (Βόλος) Νο 237, της περιόδου 1907-10.

Η λήψη της φωτογραφίας είναι περίπου στο σημείο κάτω από το σημερινό Κηποθέατρο,  ανάμεσα από το Αλκαζάρ και τη συνοικία Ταμπάκικα. Στη μέση του ποταμού υπήρχε μια ξέρα που οι κάτοικοι ονόμαζαν «νησάκι», η οποία δίχαζε σ΄εκείνο το σημείο το ποτάμι και ήταν ευμεγέθης γι αυτό το λόγο και της είχε αποδοθεί το προσωνύμιο «Νησάκι». Με τα έργα διευθέτησης της κοίτης και της ροής του Πηνειού το νησάκι ενσωματώθηκε στην παρόχθια κοίτη.

«Πανόραμα της Λαρίσσης». Απεικονίζει τη σημερινή συνοικία Ταμπάκικα, όπως ήταν γύρω στα 1902 και ο φωτογράφος είναι άγνωστος.

Τα Ταμπάκικα ή Ταμπαγλί  (των Βυρσοδεψείων) είναι καταγεγραμμένη ως αμιγώς μουσουλμανική κατά τον 15ο και 16ο αιώνα. Δεν είναι ξεκάθαρο το πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν χριστιανοί στο συνοικισμό, αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι χριστιανικών συνοικιών της Λάρισας. Κύριο χαρακτηριστικό της συνοικίας είναι η στενή και άναρχη ρυμοτομία, που την ακολουθεί έως και σήμερα. Όπως είναι ευδιάκριτο και στη φωτογραφία ενώ στην πρώτη σειρά βρίσκονται στοιχισμένα τα βυρσοδεψεία με τα μεγάλα ανοίγματα, για το αέρισμα των δερμάτων, στην πίσω σειρά τα σπίτια και οι αυλές, λόγω της πυκνής δόμησης, μοιάζουν να αλληλεπικαλύπτονται από τις γειτονικές κατοικίες.

Η λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το λόφο Ακροπόλεως, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Ηρώο. Χαμηλά κάτω η γυμνή περιοχή αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Γεωργιάδου, η οποία όπως φαίνεται καθαρά στη φωτογραφία, δεν ακολουθούσε τη σημερινή ευθεία πορεία, αλλά διακόπτονταν από διάφορα εμβόλιμα κτίσματα. Επάνω δεξιά, μόλις διακρίνεται ένα μεγάλο μέρος του ναού της Ζωοδόχου Πηγής. Στο βάθος ο Πηνειός φαίνεται να «αγκαλιάζει», στη βορεινή πλευρά, τη συνοικία σαν τοίχος προστασίας.

Η συνοικία Ταμπάκικα της Λάρισας και ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Ο χωματόδρομος μπροστά μας είναι η σημερινή Γεωργιάδου. Χρονολογία: αρχές της δεκαετίας του 1930.

Σύμφωνα με την παράδοση που είναι διάχυτη από πολλά χρόνια, το 1876 ο ιδιοκτήτης του χώρου όπου σήμερα υπάρχει ο ναός της Παναγίας θέλησε να κτίσει έναν ταμπαχανέ, δηλ. βυρσοδεψείο. Κατά την εκσκαφή για την κατασκευή των θεμελίων του, οι εργάτες κάποια στιγμή έφθασαν σε σημείο όπου το έδαφος ήταν υγρό και όσο η εκσκαφή προχωρούσε άρχισε να αναβλύζει νερό, μέσα από το οποίο φανερώθηκε ξαφνικά ένα εικόνισμα της Παναγίας. Στο σημείο αυτό κτίστηκε το 1877 ένα μικρό εκκλησάκι το οποίο, όπως αναφέρει ο Θεόδωρος Παλιούγκας, αναφέρεται ως «Παρεκκλήσιον Φανερωμένης» ή ως «Παρεκκλήσιον Ταμβάκικα».  Έπειτα από τρία χρόνια (1880), στη θέση του παρεκκλησίου άρχισε η ανοικοδόμηση του γνωστού προπολεμικού ναού της Ζωοδόχου Πηγής.  Μάλιστα ο μητροπολίτης Λαρίσης Νεόφυτος Πετρίδης απηύθυνε στο ποίμνιο της μητροπόλεως παραινετική επιστολή, με την οποία τους προέτρεπε να συμβάλλουν οικονομικά στην ταχύτερη αποπεράτωση του ναού. Όλοι οι πιστοί και κυρίως οι κάτοικοι της συνοικίας ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα για την ανέγερση όχι μόνον οικονομικά, αλλά και με την προσφορά εθελοντικής εργασίας. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτή ήλθαν και οι συντεχνίες των βυρσοδεψών, των σαμαράδων, των τσαρουχάδων και σανδαλοποιών που είχαν τα εργαστήριά τους στη συνοικία.

Εν τω μεταξύ ήλθε η στιγμή της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Τούρκους και επειδή αργούσε η ολοκλήρωση του ναού λόγω οικονομικών δυσχερειών, έγινε περιφορά της εικόνας και σε όμορες επισκοπές της μητροπόλεως Λαρίσης (Δημητριάδος, Πλαταμώνος, Γαρδικίου). Ο αρχικός ναός του 1880 διατηρήθηκε ακέραιος μέχρι τον μεγάλο σεισμό του 1941. Τότε κατέρρευσε το κομψό κωδωνοστάσιο και επηρεάσθηκε σημαντικά η ακεραιότητα της τοιχοποιίας.

Οι ζημιές στην τοιχοποιία επισκευάσθηκαν σύντομα,ενώ περίπου το 1950 κατασκευάσθηκε νότια του ναού νέο ψηλό τετραώροφο κωδωνοστάσιο. Ακολούθησαν διάφορες προσθήκες και κατασκευές στα πλάγια του ναού σε τέτοιο σημείο, ώστε εσωτερικά έδινε την εντύπωση πεντάκλιτης βασιλικής.
Όλες αυτές οι διορθωτικές παρεμβολές στη χωρητικότητα του ναού κράτησαν μέχρι το 1992. Τη χρονιά αυτή ο λαβωμένος από τον σεισμό ναός κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανοικοδομήθηκε ο σημερινός ναός. [6]

Μερική άποψη της συνοικίας Ταμπάκικα φωτογραφημένη από το λόφο Ακροπόλεως. Χρονολογία: 1958. Η φωτογραφία προέρχεται από τον αγαπητό φίλο και μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας κ. Σπύρο Μπαρμπούτη.

Μια παρέα συμμαθητών  και φίλων φωτογραφίζονται στα σκαλάκια που οδηγούν στην οδό Γεωργιάδου, με φόντο τη συνοικία Ταμπάκικα στη Λάρισα.  Πρόκειται για τους (με τυχαία σειρά): Μπαρμπούτη Σπ., Ζιώτα Μ., Αλβίζο Αντ., Πασχαλίδη Κ., Πουλτσάκη Μ. & Γκαρέλη Γ. (με τυχαία σειρά).

Τμήμα της συνοικίας Ταμπάκικα και ο Μύλος του Παππά στη Λάρισα, περίπου το 1910. Από το αρχείο του Nicholson Museum. Φωτογράφος: William J Woodhouse.

Η λήψη της φωτογραφίας είναι από το λόφο Ακροπόλεως με κατεύθυνση την βρειοανατολική πλευρά της πόλης. Μπροστά μας είναι τμήμα της συνοικίας Ταμπάκικα, η σημερινή οδός Γεωργιάδου και στο βάθος η χαρακτηριστική κορυφή της Όσσας. Ήταν από τους πρώτους μύλους που χτίστηκαν στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1881. Δεξιά μας ο μιναρές που βλέπουμε πρέπει να ανήκει στο τζαμί του Ταμπακχανέ Μαχαλεσί, όπως το ονομάζει ο θεοδ. Παλιούγκας, και το τοποθετεί με «ασφάλεια» στη βορειοανατολική γωνία της συμβολής των οδών Γεωργιάδου & Διονύσου, ενώ κυριαρχεί στο μέσο της φωτογραφίας ο Μύλος του Παππά, πριν την πυρκαγιά του 1920 που προκάλεσε σημαντικές ζημιές στο κτίριο και στα μηχανήματά του.

«Υπάρχει, όμως, κάτι μεγάλο και τρανό και ογκώδες που άντεξε σ΄ αυτές τις αλλαγές. Άντεξε στο χρόνο. Τουλάχιστον εξωτερικά. Είναι σαν σήμα κατατεθέν της Λάρισας, σαν σήμερα κατατεθέν της συνοικίας στην οποία είναι χτισμένος. Ο «Μύλος του Παππά». Που παραμένει όρθιος, μοναδικός, τεράστιος στη θέση του, δεκάδες χρόνια. Συνώνυμος της συνοικίας που ανήκει. Λες «Μύλος του Παππά» κι εννοείς Ταμπάκικα. Λες Αμπελόκηποι και χρωματίζεις το «Μύλο» ανέφερε ο Νίκος Κύρκος. Και συνεχίζει «Σαν μια τεράστια κυψέλη ήταν το εσωτερικό του. Κι ο αυλόγυρος σειόταν από γέλια, κίνηση, φωνές, βρισιές, ζωτικότητα… Όλοι ήταν ζωηροί, όλοι γελαστοί και άσπροι, με τις οπλές των αλόγων και τις ρόδες των διπλόκαρων να καλοναρχούν στην πιάτσα. Θαρρούσες πως από κει έτρωγε ψωμί η μισή Λάρισα. Εκεί χτυπούσε η καρδιά της πόλης. Δέσποτας πραγματικός, δέσποζε της περιοχής ο Μύλος. Τίποτα σπουδαίο δεν υπήρχε γύρω του. Στη δυτική πλευρά χαμόσπιτα. Στην ανατολική χαντάκια, τριβόλια, βρομούσες, βούζια, ρίχια, σκουπίδια, ατάκτως ερριμένα. Ούτε ζευγαράκια δεν τολμούσαν να βγουν ραντεβού εκεί, φοβούμενα τις ερημιές και τα βαθιά σκοτάδια. Μακρύτερα μόνο το Νοσοκομείο κι ανάμεσα ο Πηνειός, που πότε σιωπηλός και πότε τρομερός, τραβούσε – και τραβάει – την αιώνια κατηφόρα για τα Τέμπη.» [7]

Οδός Γεωργιάδου, από τα ΚΤΕΛ προς την γέφυρα.  Φωτογραφία του Τάκη  Τλούπα, του 1960. Από την ιστοσελίδα της ΔΕΥΑΛ.

Τότε που η πόλη είχε ακόμη χωματόδρομους, που όταν έβρεχε, συχνό φαινόμενο τότε, μετατρέπονταν σε λασπόδρομους. Εκεί, στα αριστερά μας, πριν τα σημερινά ΚΤΕΛ, βρισκόταν το παλιό κλωστοϋφαντουργείο της πόλης. Σήμερα στο ισόγειο της πολυώροφης οικοδομής στεγάζεται στο ισόγειο του το υποκατάστημα γνωστής αλυσίδας πώλησης ηλεκτρονικών συσκευών. Ενώ λίγο πιο κάτω στα δεξιά μας συναντάμε το χώρο του «Μύλου του Παππά».

Λάρισα, Ατμόμυλος στον Πηνειό, επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), No 233, αρχές του 1910.

Πρόκειται για την περιοχή κοντά στα Σφαγεία και ο Μύλος που φαίνεται είναι ο Μύλος του Τσιμπούκη στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το κατάστημα “ΠΛΑΙΣΙΟ” στην οδό Γεωργιάδου. Στο βάθος αριστερά το Κουτλιμπάνειο Νοσοκομείο της πόλης.

Άποψη του Πηνειού με το νταλιάνι που υπήρχε προπολεμικά στην περιοχή των Σφαγείων της Λάρισας. του Λαρισαίου φωτογράφου Παντελή Γκίνη. Χρονολογία: περίπου 1935.

Μια άλλη αγαπημένη συνήθεια των Λαρισαίων στον Πηνειό ήταν το ψάρεμα. Το ποτάμι είχε πολλά και πολύ γλυκά ψάρια, τα σαζάνια και τους γουλιανούς. Ψάρευαν καθημερινά μικροί και μεγάλοι, άλλοι με βάρκες, άλλοι από τις όχθες, ενώ πολλοί έριχναν τα δίχτυα τους στα νταλιάνια, όπως το εικονιζόμενο, που ήταν φωλιές ψαριών κατάλληλες για αναπαραγωγή φτιαγμένες με ξύλα και πέτρες.
Αν παρατηρήσετε με προσοχή τη φωτογραφία θα δείτε τις δυο εκκλησίες, πάνω αριστερά τον Άγιο Αχίλλιο και δεξιά της Παναγίας στα Ταμπάκικα, ενώ ανάμεσα τους υψώνεται η καμινάδα από τον Μύλο του Τσιμπούκη. Ο μύλος του Παππά κρύβεται από τη δενδροστοιχία.

“Δημοτικά Σφαγεία Λαρίσης”, όπως έγραφε και η παλιά ταμπέλα στην είσοδο του χώρου, στην οδό Αεροδρομίου. Χρονολογία: 12-9-1985. Φωτογράφος: Βαγγέλης Ρηγόπουλος, συνταξιούχος δημοσιογράφος και μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας.

Στους εφήβους της δεκαετίας του ΄80 ο χώρος των «Σφαγείων» ήταν περισσότερο συνυφασμένος με το διπλανό γήπεδο μπάσκετ, παρά με το κτίριο. Τόπος συνάντησης μας σχεδόν καθημερινός τα καλοκαίρια.

Ο χώρος άρχισε να αλλάζει από τις αρχές του ’90 όταν τα εγκατεστημένα Σφαγεία, τα οποία εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της περιοχής μέχρι το 1989, με απόφαση του Δημ. Συμβουλίου Λάρισας σταμάτησαν τη λειτουργίας τους, για λόγους δημόσιας υγείας. Το 1990 το κτίσμα ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο διότι, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της απόφασης, αποτελεί αξιόλογο δείγμα σιδηράς κατασκευής των αρχών του αιώνα μας, κατάλληλο για τη μελέτη της εξέλιξης της αρχιτεκτονικής στον τομέα αυτό . Συντηρήθηκε και εδώ και δυο δεκαετίες περίπου στεγάζει Δημοτικές Υπηρεσίες.

Ελπίζω να μην σας κούρασε το οδοιπορικό μας κατά μήκος του Πηνειού ποταμού και των παρόχθιων περιοχών, εξάλλου στις μέρες μας πολλοί Λαρισαίοι, περιπατητές και ποδηλάτες, κάνουν τακτικά αυτή τη διαδρομή, είτε για λόγους άθλησης, είτε αναψυχής. Ελπίζω την επόμενη φορά που θα ακολουθήσετε αυτή τη διαδρομή να σταματήσετε σε κάποια από τα σημεία που αναφέρθηκαν στη σημερινή δημοσίευση και να παρατηρήσετε, με την ματιά ενός «παλιού» Λαρισαίου, τις μεταβολές που έχουν γίνει στην πόλη μας. Να αναζητήσετε τα ψήγματα εκείνα που συνδέουν το παρελθόν με το σήμερα. Καλά αναζήτηση.

Το οδοιπορικό μας στην παλιά Λάρισα συνεχίζεται…

Οδοιπορικό στην παλιά Λάρισα Ι
Οδοιπορικό στην παλιά Λάρισα ΙΙ

Θωμάς Ζ. Κυριάκος
thomask.larissa@gmail.com
Μέλος  της Φωτοθήκης Λάρισας

[1] «Νοσταλγώντας την παλιά Λάρισα Ι – Το πάρκο Αλκαζάρ και η συνοικία του Πέρα Μαχαλά», LarissaPress 29/3/2020.

[2] Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950-Γεωργίου Ζιαζιά, κεφ. Μαχαλάδες-Εκκλησίες-Πηνειός

[3]Λάρισα-Μια εικόνα χίλιες λέξεις «Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αθανασίου» Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 8/1/2014

[4] Days of Khaki. Mainland Greece and Crete. Francis Clive Lowe. Κεφ. 7 «Η ανατίναξη μιας γέφυρας»

[5] Εκείνη την εποχή τις περισσότερες φωτογραφίες τις έστελνε ο Ιπποκράτης Κουτσίνας και ο Σωκράτης Γκολφινόπουλος.

[6] Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα «Ο ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα» Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 24/1/2015

[7] Γκρανκάσα – Νίκος Κύρκος. Στο ένθετο Reporter της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 21/11/2004. Από το βιβλίο «Λάρισα – Μια πόλη στη λογοτεχνία» επιμ. Θωμά Ψύρρα

 

Η ιστορία της Κεντρικής πλατείας της Λάρισας – Ονομαζόταν «Θέμιδος» και περιτριγυριζόταν από πανέμορφα νεοκλασικά κτήρια

Του Νίκου Παπαθεοδώρου / nikapap@hotmail.com / Φωτοθήκη Λάρισας

Η φωτογραφία παρουσιάζει μια πανοραμική άποψη μέρους της Κεντρικής πλατείας κατά τα προπολεμικά χρόνια, όταν ονομαζόταν πλατεία Θέμιδος. Η ονομασία της προήλθε από το γεγονός ότι από τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια υπήρχε μέσα στον χώρο της πλατείας, στη βορειοδυτική γωνία της, ένα όμορφο νεοκλασικό κτίριο το οποίο στέγαζε το “Θέμιδος Μέλαθρον”, δηλαδή τις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης[1]. Το 1905 πυρκαγιά από άγνωστη αιτία αποτέφρωσε το κτίσμα. Το 1908 κατεδαφίσθηκε, ελευθερώθηκε ολόκληρος ο χώρος και δημιουργήθηκε η πλατεία όπως υπάρχει μέχρι σήμερα, αλλ’ όμως η ονομασία Θέμιδος παρέμεινε για πολλά χρόνια παρά την κατεδάφιση του κτιρίου.

Η λήψη της φωτογραφίας έγινε στον εξώστη του επάνω ορόφου του Μεγάρου Αχμέτ Χατζημέτου (γνωστού ως Λέσχη Ασλάνη)[2]. Ο φωτογράφος έστρεψε τον φακό του προς την πλατεία και αποτύπωσε μεγάλο μέρος της, καθώς και τα κτίρια τα οποία βρίσκονταν στη νοτιοδυτική γωνία της. Αν αναλογισθεί κανείς ότι τέτοιου είδους κτίσματα υπήρχαν και στους τέσσερες δρόμους οι οποίοι περιτριγύριζαν την πλατεία, αντιλαμβάνεται την προπολεμική ομορφιά της. Ο φωτογράφος είναι άγνωστος, αλλά πιστεύεται ότι πρέπει να είναι ο εκδότης της κάρτας Ιωάννης Κουμουνδούρος, που διατηρούσε Βιβλιοχαρτοπωλείο στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Φιλελλήνων, με πρόσοψη προς την οδό Φιλελλήνων, στο ίδιο οίκημα όπου στεγαζόταν το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, το οποίο όμως είχε πρόσοψη προς την πλατεία. Οι λήψεις και οι εκτυπώσεις του Κουμουνδούρου δεν διακρίνονται για την αρτιότητά τους, όμως η δημοσιευόμενη είναι μία από τις καλύτερες από τη θέση αυτή, γιατί η απεικόνιση του χώρου της πλατείας και των κτιρίων είναι συμμετρική, κατατοπιστική και τοπογραφικά σωστή.

Όμορφα νεοκλασικά κτίρια περιτριγυρίζουν στη σειρά τη Ν.Δ. πλευρά την πλατείας Θέμιδος (Μιχαήλ Σάπκα). Φωτογραφία του Ιωαν. Κουμουνδούρου. Χρονολογία: Αρχές δεκαετίας 1930. Επιχρωματισμός με τεχνητή νοημοσύνη: onlarissa.gr

Στην άποψη αυτή διακρίνονται έξι κτίρια, τα οποία έχουν περιγραφεί με λεπτομέρειες σε άλλα κείμενά μας. Αρχίζοντας από αριστερά κατά σειρά είναι τα εξής:

–Το μέγαρο Κατσαούνη. Είναι γνωστό και ως “Ντορέ” ή “Παλλάδιον”. Ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο, κτισμένο στις αρχές του 20ου αιώνα. Το ισόγειο φιλοξένησε κατά διαστήματα διάφορα καταστήματα, ενώ ο όροφος στέγασε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα γραφεία της 1ης Ταξιαρχίας Ιππικού. Κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, όταν τα γαλλικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Λάρισα, στον όροφο στεγαζόταν το επιτελείο του Γάλλου στρατηγού Venel. Μετά τον σεισμό του 1941 ο όροφος θεωρήθηκε ακατοίκητος, γκρεμίσθηκε και έμεινε μόνο το ισόγειο, στις αίθουσες του οποίου μεταπολεμικά φιλοξενήθηκε το καφενείο “Παλλάδιον”. Κάποια στιγμή σε ένα τμήμα του λειτούργησε και το λεγόμενο “Μικρό Ολύμπιον”, σε αντιδιαστολή με το ζαχαροπλαστείο “Ολύμπιον” του Γκουνταρούλη στην Κύπρου, κάτω από το ομώνυμο ξενοδοχείο. Τελικά το κτίσμα κατεδάφησε και στη θέση του σήμερα δημιουργήθηκε ο πεζόδρομος Μαρίνου Αντύπα, ο οποίος βρίσκεται παραπλεύρως του Δικαστικού Μεγάρου.

–Το επόμενο χαμηλό διώροφο κτίριο είχε αγορασθεί το 1920 από την Εμπορική Τράπεζα, καλλωπίσθηκε με την προσθήκη νεοκλασικών διακοσμητικών στοιχείων στον εξωτερικό τοίχο προς την οδό Κούμα, διαρρυθμίστηκε κατάλληλα και στέγαζε μέχρι πριν λίγες δεκαετίες τις υπηρεσίες του υποκαταστήματος. Ακολουθώντας την πορεία και των άλλων κτιρίων του κέντρου της Λάρισας, η Τράπεζα μεταπολεμικά το κατεδαφίσθηκε και κατασκεύασε τη σημερινή πολυώροφη οικοδομή.

–Στη συνέχεια εικονίζεται το ψηλότερο προπολεμικά κτίριο της πλατείας Θέμιδος. Άρχισε να κτίζεται το 1908 από τους αδελφούς Δημήτριο και Αθανάσιο Μποσινιώτη. Όλο το οικοδόμημα αποτελούνταν από υπερυψωμένο υπόγειο, ισόγειο και δύο ορόφους και ονομάσθηκε “Πανελλήνιον”. Στο ισόγειο λειτούργησε το περίφημο καφεζαχαροπλαστείο από διάφορους επιχειρηματίες, ενώ παράλληλα είχε δημιουργήσει και θεατρική σκηνή. Ήταν το κοσμικότερο κέντρο της Λάρισας και οι εκδηλώσεις του (χοροί, θεατρικές παραστάσεις, προβολές κινηματογραφικών έργων) συγκέντρωναν την αφρόκρεμα του αστικού πληθυσμού της πόλης. Οι δύο επάνω όροφοι προπολεμικά στέγαζαν το ομώνυμο ξενοδοχείο. Μετά τον σεισμό του 1941 κρίθηκε ακατοίκητος ο τελευταίος όροφος, γκρεμίσθηκε και μεταπολεμικά το κτίριο μέχρι το 1978 παρέμεινε διώροφο, μέχρις ότου κατεδαφίσθηκε και οικοδομήθηκε πολυώροφη οικοδομή.

–Ακολουθεί στη φωτογραφία ένα μικρό ισόγειο κατάστημα στη γωνία με την οδό Βασ. Σοφίας (Παπαναστασίου) το οποίο λειτουργούσε ως ζαχαροπλαστείο με διάφορες ονομασίες (“Γαλλικόν”, “Ελληνικόν”, κλπ.) και από διάφορους επιχειρηματίες. Το μικρό αυτό κτίσμα ήταν το τελευταίο που αντιστάθηκε στην κατεδάφιση για την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής.

–Στην απέναντι γωνία (Παπαναστασίου και Ίωνος Δραγούμη) διακρίνεται το Μέγαρο του Γεωργίου Νικόδημου. Κτίσθηκε την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και για χρόνια στεγαζόταν στους χώρους του η Νομαρχία Λαρίσης. Το 1935 ο ιδιοκτήτης Γεώργιος Νικόδημος το κληροδότησε εν ζωή στον Δήμο και μεταπολεμικά, τραυματισμένο και αυτό από τον σεισμό, κατεδαφίσθηκε μαζί με τη διπλανή κατοικία του ιατρού Κωνσταντίνου Βλάχου και στη θέση του κατασκευάσθηκε το σημερινό Δημαρχιακό Μέγαρο.

–Τελευταίο κτίριο της φωτογραφίας είναι το Μέγαρο του Νικ. Καρανίκα. Κτισμένο σε σπουδαία θέση περί το 1910, κόσμησε με τη χαρακτηριστική εξωτερική του διακόσμηση την Κεντρική πλατεία της Λάρισας. Κατεδαφίσθηκε τη δεκαετία του 1960 και στη θέση του κατασκευάσθηκε και εδώ πολυώροφη οικοδομή, η οποία μέχρι πρόσφατα στέγαζε την Α’ Οικονομική Εφορία και το Ταμείο.

Τελειώνοντας θέλω να επισημάνω ότι η μεγάλη πληγή της κατεδάφισης έπληξε και τα έξι κτίρια της φωτογραφίας και να θέσω ένα ρητορικό ερώτημα. Πότε ήταν ομορφότερη η περιοχή αυτή της Κεντρικής πλατείας. Προπολεμικά ή σήμερα;

———————————————

[1]. Το κτίριο αυτό είχε κατασκευαστεί το 1876 επί τουρκοκρατίας και στέγαζε, μέχρι την απομάκρυνση των Τούρκων το 1881, το Τουρκικό Διοικητήριο.

[2]. Στο σημείο αυτό στεγάζεται σήμερα η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης, ενώ κατά τη λήψη της φωτογραφίας, η οποία χρονολογείται στις αρχές της δεκαετίας του 1930 στεγαζόταν το ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…: Πορτραίτα σαλών [*] της παλιάς Λάρισας – Α’


Νοτιοανατολική άποψη της Κεντρικής Πλατείας (Θέμιδος),
όπως ήταν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου.
Επιστολικό δελτάριο του Ιωάννη Κουμουνδούρου. Αρχές δεκαετίας του 1930.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Από τα παλιά χρόνια κυκλοφορούσαν συχνά στη Λάρισα άτομα, τα οποία με μια ιδιόμορφη και περίεργη συμπεριφορά υποβάθμιζαν την ανθρώπινη προσωπικότητά τους. Όλοι αυτοί αντιμετώπιζαν τη χλεύη των μικρών και τη διακωμώδηση των μεγάλων. Ο κόσμος τούς είχε δώσει τη γενική ονομασία «τύποι». Συνήθως ήταν άκακοι άνθρωποι, με μηδενική αυτοεκτίμηση και με ψυχολογικές ή και ψυχιατρικές ανωμαλίες, οι οποίες μόλις απείχαν από τα παθολογικά όρια. Μερικοί περιέργως διέθεταν και ικανές δεξιότητες και γνώσεις σε διάφορους τομείς (μαθηματικά, φιλοσοφία, κλπ.).

Όλοι αυτοί οι ονομαζόμενοι και σαλοί [*] είναι συνήθως μοναχικά άτομα, τα οποία κυκλοφορούν ανάμεσα στον κόσμο, και κάνουν πράξεις παράλογες και ανόητες τρελού ανθρώπου, οι οποίες μερικές φορές αποκαλύπτουν μια ψυχική και ανισόρροπη πραγματικότητα την οποία όμως θέλουν να κρύψουν με διάφορους τρόπους που ενστικτωδώς επινοούν.

Ιατρικά μπορούμε να πούμε ότι οι τύποι αυτοί είναι άνθρωποι σχιζοφρενικοί που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στη ζωή και ο βίος τους πορεύεται έξω από την πραγματικότητα. Ακόμα μπορεί να είναι και πλάσματα ονειροπαρμένα που δεν βλέπουν παρά μονάχα την ομορφιά και στέκονται πάνω από τα κοινά μέτρα των ανθρώπων. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι πολλές φορές ο Θεός επιλέγει και χρησιμοποιεί τα «μωρά του κόσμου, τα ασθενή, τα αγενή, τα εξουθενωμένα ίνα καταισχύνη» εκείνους που δεν θέλουν να εκτιμήσουν το χάρισμα του Θεού, όταν αυτό δίνεται στους ταπεινούς, τους απλοϊκούς και τους καταφρονεμένους [1]. Κυκλοφορούν ελεύθερα στην αγορά ανάμεσα στους ανθρώπους και αναζητούν παρέες σε ταβέρνες και καφενεία.

Ο Γιώργος Ζιαζιάς, ένας σπουδαίος ιστορικός της Λάρισας, τον οποίο δυστυχώς η πόλη γρήγορα τον λησμόνησε, ενώ το πολύτιμο αρχείο του «καθεύδει», έχει αφιερώσει σε ένα από τα βιβλία του, ολόκληρο κεφάλαιο για τους «Αλησμόνητους “τύπους” της Λάρισας που χάθηκαν» [2]. Βασισμένος σε γραπτές μαρτυρίες του δημοσιογράφου και διευθυντή της εφημερίδας «Μικρά» Θρασύβουλου Μακρή, αναφέρει μέχρι και Οθωμανούς τύπους του 19ου αι. στην τουρκοκρατούμενη Λάρισα. Λ. χ. ο Χατζηριφάτ. Προφανώς άτομο ζωόφιλο, είχε την ιδιορρυθμία να περιμαζεύει αδέσποτα γατάκια τα οποία κάποια στιγμή είχαν φθάσει σε αριθμό πάνω από πενήντα, τα οποία διέτρεφε πλουσιοπάροχα και ζούσε και «συνομιλούσε» μ’ αυτά. Ο Καντήλ εφέντης πάλι, ανώτατος Οθωμανός δικαστής, δεν έδενε ποτέ τα κορδόνια από τα ποδονάρια του εσώρουχου, με αποτέλεσμα να σέρνονται στο έδαφος όταν περπατούσε. Το περίεργο σ’ αυτόν ήταν ότι αν βρίσκονταν κάποιοι να διακωμωδήσουν το γεγονός ή να του συστήσουν να τα δέσει, όχι μόνο δέχονταν αισχρό υβρεολόγιο, αλλά πολλές φορές τους δίκαζε, με αιτιολογία την ανάρμοστη συμπεριφορά προς το δικαστικό του αξίωμα.

— Αναφέρονται από τον Γιώργο Ζιαζιά και πολλοί άλλοι, αλλά εμείς θα σταθούμε στη συνέχεια σε τύπους της Λάρισας της εποχής του μεσοπολέμου. Και σαν πρώτο θα αναφέρουμε τον Ζουλιέ ντε Ζαμπακώ, ο οποίος αυτοαποκαλούνταν «Καθηγητής Γαλλικών».

Ισχυριζόταν ότι ήταν Γάλλος, αλλά άτομα που ερεύνησαν το παρελθόν του έλεγαν ότι οι μακρινοί του πρόγονοι κρατούσαν από τους Φράγκους της Κύπρου. Μερικοί από αυτούς μετοίκησαν στη Σύρο και εν συνεχεία βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιούλιος Ζαμπάκας και τα μέλη της οικογένειάς του ήταν περιπλανώμενοι πολυτεχνίτες.

Στη Λάρισα βρέθηκε το 1913 ως μέλος Ιταλικού τσίρκο που ήρθε και έδωσε μια σειρά παραστάσεων. Διείδε όμως ότι η παρουσία του εδώ θα του έδινε τη δυνατότητα να αναδειχθεί σε κάτι καλύτερο. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει το τσίρκο και να παραμείνει στην πόλη μας. Μιλούσε άλλωστε άριστα τη γαλλική και την ελληνική γλώσσα. Ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος, αλλά όμως είχε το χάρισμα του γοητευτικού συνομιλητή. Για τον λόγο αυτό οι Τούρκοι μπέηδες του έκαναν την πρόταση και ανέλαβε τη διδασκαλία της Γαλλικής στο «Εκόλ Οτομάν», όπως αποκαλούσε το Τούρκικο Σχολείο.

Ως εκ της θέσεώς του φρόντιζε να είναι πάντα άψογα ντυμένος. Φορούσε συνήθως σκούρα κουστούμια με σκληρά λευκά κολάρα και αντί για παλτό είχε μια μακριά τσόχινη μπλε μπέρτα. Στο κεφάλι του φορούσε μαύρη πλατύγυρη ρεπούμπλικα, και στο χέρι κρατούσε μπαστουνάκι με ασημένια λαβή. Είχε πάντα στη συμπεριφορά του καλούς τρόπους, ιδιαίτερα στις κυρίες προς τις οποίες φερόταν ιπποτικά με βαθύτατες υποκλίσεις και τρυφερά χειροφιλήματα [3].

— Άλλος πάλι τύπος της ίδιας εποχής ήταν ο Σεραφίδης, ελαιοχρωματιστής το επάγγελμα. Αυτός γνώριζε ότι ο Χίτλερ ξεκίνησε σαν σοφατζής, όπως και ο ίδιος, και του είχε «καρφωθεί» στο νου η επιθυμία να τον μιμηθεί και να γίνει ο …σωτήρας των Ελλήνων.

Κρατώντας πάντα μια ταβανόβουρτσα και απαγγέλλοντας ορισμένα ακατάληπτα γερμανικά, έβγαζε ενώπιον πυκνού και θορυβώδους ακροατηρίου από νεαρά κυρίως άτομα …πύρινους λόγους πότε μέσα στο καφενείο «Πανελλήνιον» και πότε στην πλατεία, προκαλώντας μέχρι και αστυνομικές παρεμβάσεις.
(Συνέχεια)

———————————————
[*]. Σαν σαλούς θεωρούμε εκείνα τα άτομα που έχουν σαλεμένο μυαλό. Τους αποδίδουμε και με άλλα επίθετα, όπως μωρός, αλαφροΐσκιωτος, χαζός, τρελός. Οι «δια Χριστόν σαλοί» ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κατηγορία μοναχών.
[1]. «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενωμένα εξελέξατο ο Θεός και τα μη όντα ίνα τα όντα καταργήση». Από την Α’ προς Κορινθίους επιστολή.
[2]. Ζιαζιάς Γιώργος. Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950. Λάρισα (2004) σελ.198-201.
[3]. Για περισσότερα βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ζουλιέ ντε Ζαμπακώ. Καθηγητής Γαλλικών στην παλιά Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 30ης Ιουνίου 2021.



Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

 

ΑΡΧΕΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ: Το 1975 ο πρώτος πεζόδρομος της Λάρισας στην Κούμα





Εργασίες ασφαλτόστρωσης στην οδό Κούμα το 1971, περίπου στο ύψος με τον κινηματογράφο «Πάλλας».
Η φωτογραφία προέρχεται από το περιοδικό «Όλυμπος» της Νομαρχίας Λαρίσης 1ο – 2ο τεύχος
(Αρχείο Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας)


Ακριβώς πενήντα χρόνια συμπληρώνονται αυτόν τον μήνα από την ημέρα που εφαρμόστηκε στη Λάρισα ο θεσμός των πεζοδρόμων. Έστω, σε νηπιακή μορφή, από τον Ιούνιο του 1975. Ο πρώτος δρόμος που ορίστηκε ως πεζόδρομος, αλλά για ορισμένες ώρες της ημέρας ήταν η οδός Κούμα [1]. Για τρεις ώρες τα βράδια, με την τοποθέτηση μεταφερόμενων εμποδίων και της σχετικής σήμανσης, ο δρόμος μετατρεπόταν σε πεζόδρομο, σε ένα ορισμένο μήκος. Από τη διασταύρωση με την οδό Παναγούλη έως τη διασταύρωση με την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου.

Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Η οδός Κούμα τη δεκαετία του ‘70 είχε γίνει στέκι της νεολαίας. Τριγύρω υπήρχαν καφετέριες και άλλα καταστήματα αναψυχής. Βρίσκεται μεταξύ των δύο κεντρικών πλατειών της Λάρισας, Ταχυδρομείου και Μ. Σάπκα. Στον άξονα από την Κεντρική πλατεία μέχρι το τέρμα της Κούμα, στην οδό Λ. Κατσώνη, υπήρχαν πέντε κινηματογράφοι. Ήταν ο πιο «ζωντανός» δρόμος της Λάρισας. Σε παρέες, πολλές φορές οι νέοι κατέβαιναν από τα πεζοδρόμια, λόγω αδιαχώρητου. Ήταν η εποχή, κατά την οποία οι Λαρισαίοι μετέβαιναν μαζικά στην Ιταλία για σπουδές. Τα καλοκαίρια και τις περιόδους των γιορτών γέμιζε από φοιτητές εσωτερικού και εξωτερικού, κυρίως από την Ιταλία. Οπότε, χάριν αστειότητας, την αποκαλούσαν και «βία Κούμα» (οδός Κούμα). Για όλα αυτά, ο δρόμος επιλέχτηκε πειραματικά, να δοκιμασθεί ως πεζόδρομος.

Η καινοτομία δεν πέρασε «αβρόχοις ποσί». Υπήρχαν και αντίθετες απόψεις, κυρίως από καταστηματάρχες και μετά από διαβουλεύσεις με τις αρχές, υπήρξαν μετατροπές. Στις 5 Ιουνίου 1975 δημοσιεύτηκε στην «Ε» ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Στέλιου Πούσιου, το οποίο προανήγγειλε ότι υπήρχαν σκέψεις να γίνουν πεζόδρομοι στον κεντρικό τομέα της Λάρισας.

Το δημοσίευμα ανέφερε τα εξής: «Η ασφυκτική κυκλοφοριακή κίνησις στο κέντρο της πόλεως της Λαρίσης, καθιστά επιβεβλημένη την καθιέρωσιν πεζοδρόμων. Επικρατεί στη σκέψη των διαφόρων παραγόντων της Λαρίσης η μετατροπή κεντρικών οδικών αρτηριών εις πεζοδρόμους. Δηλαδή εις τους δρόμους αυτούς δεν θα επιτρέπεται η κυκλοφορία τροχοφόρων, πράγμα που θα καταστήση ελευθέρα την κίνησιν των πεζών. Τονίζεται ότι με αυτόν τον τρόπο, η Λάρισα θα προσλάβη όψιν πόλεως Ευρωπαϊκής. Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν την άποψίν των αυτήν, εις το γεγονός ότι σε πολλές πόλεις της Ευρώπης έχουν καθιερωθεί πεζόδρομοι. Ο πεζός δύναται να περιδιαβάζη, ανενόχλητος και χωρίς να φοβήται μήπως τον παρασύρη κανένα τροχοφόρο. Έτσι, θα επιτύχουμε δύο πράγματα: Την ελευθέραν κυκλοφορίαν των πεζών και την κυκλοφοριακήν αποσυμφόρησιν. Το ποιες θα είναι οι αρτηρίες, που θα μετατραπούν σε πεζοδρόμους, δεν έχουν επιλεγή ακόμη. Ο αριθμός αυτός θα είναι 3-4 . Μάλιστα, οι παράγοντας αυτοί θα το εισηγηθούν αρμοδίως, μετά σύμφωνον γνώμην και της Τροχαίας Κινήσεως Λαρίσης.

Πιθανόν, να υπάρξουν αντιδράσεις εκ μέρους ωρισμένων, οι οποίοι θα θεωρήσουν την απαγόρευσιν της κυκλοφορίας των οχημάτων από τους δρόμους, ως μέτρο που στρέφεται εναντίον των μικοροσυμφερόντων των.

Κατά βάθος, όμως, το κέρδος θα είναι και για αυτούς και για την πόλι μεγάλο, διά τον λόγον ότι θα είναι δυνατή η ελευθέρα και απρόσκοπτος κυκλοφορία των πεζών. Συγκεκριμένα, προ ημερών, οι καταστηματάρχες της οδού Ερμού και Ρούσβελτ διεμαρτύροντο, γιατί θορυβούντα οχήματα διέρχονται όλες τις ώρες της ημέρας από μπροστά από τα καταστήματά τους, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η προσέλευσις των πελατών. Είναι ή δεν είναι προς ζημία των καταστηματαρχών; Γι’ αυτό ζητήθηκε να απαγορευτή η διάβασις και η στάθμευσις των τροχοφόρων. Καθημερινώς αυξάνει η κυκλοφοριακή συμφόρησις, τόσο στο κέντρο της πόλεως όσο και πέραν αυτού. Το μεγάλο ερώτημα είναι: Πώς θα επιτευχθή η αποσυμφόρησις, για να «αναπνεύση» η Λάρισα, που έχει γίνει μια ευρωπαϊκή μεγαλούπολις; Την απάντησι θα δώσουν τα αρμόδια όργανα που αντιμετωπίζουν ήδη το θέμα και τους έχει γίνει «βραχνάς».

 

 Η οδός Κούμα το 1932 και πάλι στο ύψος του κινηματογράφου «Πάλλας»

(Αρχείο Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας)

Στις 8 Ιουνίου 1975 δημοσιεύτηκε η απόφαση της Διοίκησης Χωροφυλακής Λαρίσης, σύμφωνα με την οποία: Καθημερινά και για τις τρεις βραδινές ώρες 7-10 μ.μ. θα απαγορεύεται η κίνηση κάθε οχήματος στο τμήμα της Κούμα, μεταξύ των οδών Παναγούλη και Μ. Αλεξάνδρου, για το χρονικό διάστημα από 1η Μαρτίου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου. Από 1η Οκτωβρίου μέχρι 28 Φεβρουαρίου, ο δρόμος θα έκλεινε νωρίτερα, από τις 5.30 το απόγευμα. Η κάθετος διάβαση της Κούμα από τις οδούς Ρούσβελτ και Ασκληπιού επιτρεπόταν για τα οχήματα. Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόστηκε για πολλές ημέρες. Έμποροι της οδού Κούμα, συνοδευόμενοι από τον γενικό γραμματέα του Εμπορικού Συλλόγου Λάρισας Αθαν. Κουτσούκη, επισκέφθηκαν [2] τον διοικητή χωροφυλακής Λάρισας αντισυνταγματάρχη Παϊζάνο και ζήτησαν μετατροπή της απόφασης. Δηλαδή τις ημέρες λειτουργίας της αγοράς των καταστημάτων, να μην εφαρμόζεται ο πεζόδρομος, αλλά να ισχύει τις ημέρες Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή. Σαν επιχείρημα προέβαλαν ότι η κίνηση οχημάτων είναι περιορισμένη, τα απογεύματα τα οποία η αγορά είναι ανοιχτή. Υπογράμμισαν ότι κατ’ αρχάς δεν είναι αντίθετοι στην εφαρμογή του μέτρου και είναι διατεθειμένοι να βοηθήσουν σε κάθε ενέργεια για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας. Ο διοικητής έδειξε κατανόηση, η πρόταση των εμπόρων έγινε δεκτή και εφαρμόστηκε αμέσως.

Στη συνέχεια, η Λάρισα ήταν από τις πρώτες πόλεις της χώρας, που θέσπισε μαζικά πεζόδρομους, με αρχή την περίοδο της δημαρχίας Αριστ. Λαμπρούλη κι ακολούθησαν και οι επόμενοι δήμαρχοι. Η οδός Πανός, γνωστή ως «παλιά χασάπικα» προπολεμικά, ήταν ο πρώτος δρόμος, στον οποίο έγιναν εργασίες μετατροπής του σε κανονικό πεζόδρομο. Βέβαια, όπως και στην περίπτωση της οδού Κούμα, πάντα υπήρχαν αντιδράσεις επαγγελματιών, οι οποίες σιγά-σιγά εξέλιπαν, με την επέκταση των πεζοδρόμων και τα οφέλη που προέκυπταν, για όλους. Για την οδό Κούμα, τα καταστήματα και τους επαγγελματίες που στέγαζε, είχε γράψει σειρά άρθρων στη στήλη του στην «Ε» ο κ. Νικ. Παπαθεοδώρου [3].

 

[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία», 8 Ιουνίου 1975.

[2]. Εφημερίδα «Ελευθερία», 15 Ιουνίου 1975.

[3]. Εφημερίδα «Ελευθερία», «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», 21 Ιουλίου 2020, 2 Νοεμβρίου 2021, 23 Νοεμβρίου 2021 και 4 Απριλίου 2023.





Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

 


ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…: Προπολεμική περιγραφή τού υπό κατεδάφιση οικοδομικού τετραγώνου προ του Αρχαίου Θεάτρου


Σχηματική αναπαράστασή του προς κατεδάφιση οικοδομικού τετραγώνου, προ του Αρχαίου Θεάτρου

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Με την ευκαιρία της επικείμενης (επιτέλους) κατεδάφισης του προ του Αρχαίου Θεάτρου οικοδομικού τετραγώνου, το οποίο ορίζεται μεταξύ των οδών Απόλλωνος-Βενιζέλου-Παπαναστασίου-Ύδρας, στο σημερινό μας σημείωμα θα κάνουμε μια περιήγηση στα διάφορα καταστήματα που υπήρχαν στο σημείο αυτό τα παλιά χρόνια. Το κείμενο βασίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος σε δημοσιεύματα του παλιού δημοσιογράφου Κώστα Περραιβού, ο οποίος με το ψευδώνυμο «Ολύμπιος» κατέγραφε ιστορικά και άλλα γεγονότα πάνω από μια δεκαετία στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Λάρισα», κατά τη δεκαετία του ‘70. Εμείς θα σταθούμε στους δρόμους Ύδρας και Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και θα αναφερθούμε σε ορισμένα καταστήματα τα οποία λειτούργησαν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου και είχαν κάνει αισθητή την παρουσία στους κατοίκους της Λάρισας.

* Στη γωνία των οδών Ακροπόλεως και Ύδρας, νότια της μικρής πλατειούλας που διαμορφώνεται στο σημείο αυτό, υπήρχε ένα από τα παλαιότερα φαρμακεία-φαρμακαποθήκη της Λάρισας, του Γεωργίου Μαυρομάτη. Τα προπολεμικά φαρμακεία ήταν διαφορετικά απ’ ό,τι τα σημερινά, καθώς η μορφή τους άλλαξε τελείως. Τα εργαστήρια σχεδόν καταργήθηκαν και τα φάρμακα προσφέρονται προκατασκευασμένα από τις φαρμακοβιομηχανίες. Την εποχή του Μεσοπολέμου το φαρμακείο Μαυρομάτη έκλεισε και μίσθωσε το δίπλωμά του στον Δημήτριο Σολωμό, ο οποίος διατηρούσε ως τότε φαρμακαποθήκη. Στη συνέχεια το κατάστημα αυτό στέγασε το Γραφείο Ασφαλειών του Αρτανιάν Κουρσούμη.

* Στην ίδια πλευρά, αλλά στη γωνία των οδών Απόλλωνος και Ύδρας, βρισκόταν το κατάστημα το οποίο στέγαζε το ποτοποιείο των αδελφών Κατσάρου. Πριν μετακομίσουν στο σημείο αυτό το ποτοποιείο τους στεγαζόταν σε άλλο κατάστημα επί της οδού Ακροπόλεως, ανάμεσα στο φαρμακείο του Νίκου Ζησιάδη (Σεντράλ) και του αρτοποιείου του Αντωνιάδη. Βασικό ποτό παραγωγής ήταν το ούζο. Οι προπολεμικές εφημερίδες το διαφήμιζαν συχνά: «Πίνετε ούζο Τυρνάβου αδελφών Κατσάρου».

* Στην απέναντι από το ποτοποιείο αδελφών Κατσάρου γωνία Ύδρας και Απόλλωνος είχε το συμβολαιογραφείο του ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης. Στους σημερινούς Λαρισαίους είναι περισσότερο γνωστός σαν ο «Ιστορικός της Λάρισας», παρά σαν συμβολαιογράφος. Γεννήθηκε στη το 1861. Πατέρας του ήταν ο εμποροτραπεζίτης Γεώργιος Φαρμακίδης, άτομο που είχε ενεργό συμμετοχή στην επανάσταση της Θεσσαλίας του 1878. Μητέρα του ήταν η Μαριγώ Λεονάρδου, κόρη του Ιωάννη Λεονάρδου, ιατρού από τα Αμπελάκια και συγγραφέα του βιβλίου «Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία». Όταν σταμάτησε να εργάζεται ως συμβολαιογράφος, παρέδωσε το συμβολαιογραφείο και το πλούσιο αρχείο του στον συνάδελφό του Χρήστο Μαλάκη, ο οποίος προπολεμικά συνεργάσθηκε και με άλλα συμβολαιογραφεία.

Παράλληλα με τις επαγγελματικές ενασχολήσεις του, ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης αφιέρωνε πολλές ώρες της ημέρας στην ιστορική έρευνα και στη συγκέντρωση υλικού, με το οποίο συνέθεσε τη συνοπτική ιστορία της Λάρισας από τον καιρό της αρχαιότητος, μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας [1].

* Δίπλα από το συμβολαιογραφείο του Φαρμακίδη είχε το κατάστημά του ο υποδηματοποιός Στέργιος Σακελλαρίου, πατέρας του μετέπειτα προϊσταμένου της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Λάκη Σακελλαρίου. Το υποδηματοποιείο του ήταν ένα από τα καλύτερα της Λάρισας και δούλευε μόνο με παραγγελία. Η ειδικότητά του, όμως, η οποία τον έκανε γνωστό και τον προτιμούσαν ιδιαίτερα, ήταν ότι κατασκεύαζε γυναικείες παντόφλες με ιδιαίτερη τέχνη. Επιπλέον, εκτελούσε με παραγγελία τις νυφιάτικες και γαμπριάτικες παντόφλες. Ο Στέργιος Σακελλαρίου έφυγε από τη ζωή πρόωρα, γιατί έπεσε μεταπολεμικά θύμα δυστυχήματος.

* Στη γωνία ακριβώς λειτούργησε αρχικά το φαρμακείο του Ηρακλή Καραθάνου. Καταγόταν από την Καρδίτσα, αλλά όταν πήρε το πτυχίο του προτίμησε να ανοίξει φαρμακείο στη Λάρισα. Ο Ηρακλής Καραθάνος δεν κάθισε για μεγάλο διάστημα στο κατάστημα αυτό και μεταστεγάστηκε στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Βενιζέλου, εκεί που πριν την αποκάλυψη του Αρχαίου Θεάτρου στεγαζόταν το ζαχαροπλαστείο του Έξαρχου. Ήταν πατέρας του μετέπειτα δημάρχου Δημητρίου Καραθάνου, ο οποίος τον διαδέχθηκε επαγγελματικά στο φαρμακείο.

Όταν άφησε ο Ηρακλής Καραθάνος το κατάστημα αυτό, ο Γιώργος Χριστιανός στέγασε την αντιπροσωπεία τσιγάρων Καραβασίλη και ύστερα απ’ αυτόν συνέχισαν οι αδελφοί Γιάννης και Μένιος Αγραφιώτης, που το κράτησαν μέχρις ότου άρχισε ο πόλεμος του 1940.

* Δίπλα του, επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), στεγαζόταν το κουρείο του Φώκου Μαλιχόβα. Όπως σχεδόν οι περισσότεροι κουρείς, έτσι και ο Φώκος απασχολούσε τους πελάτες του με γενικότερα εγκυκλοπαιδικά θέματα, αν και δεν ήταν μορφωμένος.

* Στη συνέχεια βρισκόταν το καφενείο του Μπακάλμπαση, το οποίο εξυπηρετούσε με καφέδες όλα τα μαγαζιά της οδού Ακροπόλεως από την Κύπρου μέχρι τη Βενιζέλου. Όταν ο Μπακάλμπασης έκλεισε το καφενείο, το ενοικίασε η «Υφαντουργική Βιομηχανία Γ. Πατσάλης» για να το χρησιμοποιήσει ως πρατήριο του εργοστασίου της, το οποίο αρχικά λειτούργησε στον «Ξενώνα των Ζαρκινών» επί της οδού Κραννώνος. Όταν το 1925 το εργοστάσιο αυτό κάηκε, στεγάστηκε σε νέες κτιριακές εγκαταστάσεις στην περιοχή ανάμεσα στον Μύλο του Παππά και το Δημοτικό Νοσοκομείο.

* Ακολουθούσε το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια», το οποίο συγχρόνως πρόσφερε και ποτά με διάφορους μεζέδες. Ιδρυτές του υπήρξαν οι αδελφοί Βρεττόπουλοι [2].

* Στη γωνία των οδών Βενιζέλου και Παπαναστασίου βρισκόταν ένα από τα παλαιότερα και μεγαλύτερα παντοπωλεία της παλιάς Λάρισας, του Ξεφτέρη.

Δεν αναφέραμε σήμερα τα καταστήματα επί της οδού Απόλλωνος. Επιφυλασσόμαστε σε προσεχές σημείωμά μας.

——————————————————-

[1]. Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου ήταν: «ΛΑΡΙΣΑ. Από των Μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881). Τοπογραφική και Ιστορική μελέτη», τυπώθηκε το 1926 στον Βόλο και επανεκδόθηκε το 2001 από το βιβλιοπωλείο «Γνώση», με εισαγωγή και σχόλια του Κώστα Σπανού.

[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος: Το Ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια» των αδελφών Βρεττόπουλου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 25ης Ιουλίου 2018.