Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΑΛΚΑΖΑΡ. Το Αλσος των Νυμφών



Η ευρύτερη περιοχή του Μεριά (αργότερα Αλκαζάρ) κατά τη διάρκεια στρατιωτικών γυμνασίων και παρελάσεων επί τουρκοκρατίας. Υδατογραφία του Βαυαρού αξιωματικού Ludwig Koellnberger. 1834. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ΑθήναΗ ευρύτερη περιοχή του Μεριά (αργότερα Αλκαζάρ) κατά τη διάρκεια στρατιωτικών γυμνασίων και παρελάσεων επί τουρκοκρατίας. Υδατογραφία του Βαυαρού αξιωματικού Ludwig Koellnberger. 1834. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα
Οι όροι Μπελεντιέ Μπαχτσέ, Μεριάς, πλατεία του Άρεως, Αλκαζάρ, Άλσος των Νυμφών, προσδιορίζουν μια γνωστή και αγαπητή περιοχή της Λάρισας, η οποία από την περίοδο της τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα χρησιμοποιήθηκε για διάφορους σκοπούς.
Μπελεντιέ Μπαχτσές σημαίνει στα τουρκικά Δημοτικός Κήπος και κατά τον Γιώργο Ζιαζιά τον όρο αυτό χρησιμοποιούσαν οι μουσουλμάνοι της Λάρισας για να χαρακτηρίσουν τη συγκεκριμένη περιοχή. Μεριάς[1] συνήθως ονομαζόταν μέχρι και πρόσφατα μια εκτεταμένη, επίπεδη και άγονη έκταση. Χώροι με την ονομασία Πλατεία ή Πεδίον του Άρεως[2] συναντώνται και σε άλλες ελληνικές πόλεις (Αθήνα, Βόλος, Τρίπολις, και αλλού). Η ονομασία Αλκαζάρ, αντίθετα με τα όσα κατά καιρούς έχουν γραφεί, υπήρχε ήδη στη Λάρισα κατά την περίοδο της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος[3]. Άλσος των Νυμφών ονομάσθηκε το 1903 με εισήγηση της βασίλισσας Όλγας[4], η οποία ερχόταν τακτικά στη Λάρισα συνοδεύοντας τον σύζυγό της Γεώργιο Α’. Ο συγκεκριμένος χώρος τοπογραφικά αρχίζει από τη γέφυρα, ορίζεται μεταξύ της αριστερής όχθης του Πηνειού και του οδικού δρόμου προς Τύρναβο και εκτείνεται περίπου μέχρι το σημερινό Αισθητικό Άλσος.
Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ο χώρος αυτός, επίπεδος και γυμνός όπως ήταν, χρησίμευε για ασκήσεις του τουρκικού στρατού και παρελάσεις. Μια εικόνα του χώρου μπορεί κανείς να σχηματίσει αν διαβάσει προσεκτικά την εικόνα που συνοδεύει το σημερινό κείμενο. Προέρχεται από υδατογραφία την οποία σχεδίασε ο Βαυαρός αξιωματικός Ludwig Koellnberger, όταν την άνοιξη του 1834 μικρό τμήμα του Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος του Ελληνικού Βασιλείου επισκέφθηκε την τουρκοκρατούμενη Λάρισα για συνομιλίες με τον Τούρκο πασά της πόλης Μουσταφά Νουρή. Παρατηρούμε δεξιά έναν τεράστιο επίπεδο χώρο με συντεταγμένα στρατιωτικά τμήματα να παρελαύνουν προ των επισήμων, οι οποίοι βρίσκονται καθισμένοι μέσα και έξω από μια πολυτελή σκηνή. Στο βάθος προβάλλει ο ορεινός κώνος του Κισσάβου. Αριστερά διακρίνεται μια επιμήκης περιοχή πυκνής βλάστησης, η οποία αντιστοιχεί στην κοίτη του Πηνειού και πίσω διαγράφονται τζαμιά, μιναρέδες και τα παραπήνεια κτίσματα της Λάρισας. Το σχέδιο του Βαυαρού αξιωματικού είναι φανερό ότι δεν αποτυπώνει επακριβώς την τοπογραφία της περιοχής.
Μετά την απελευθέρωση ο Μεριάς χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινός χώρος στρατοπέδευσης μονάδων πυροβολικού του ελληνικού στρατού σε σκηνές. Διασώθηκε μάλιστα και μια φωτογραφία του 1881, η οποία αποτυπώνει την παρουσία μεγάλου αριθμού σκηνών στην περιοχή. Από τις πρώτες ενέργειες των δημοτικών αρχόντων και άλλων φιλοπρόοδων κατοίκων της Λάρισας ήταν και η αξιοποίηση του χώρου αυτού. Στα 137 χρόνια που μεσολάβησαν από το 1881 μέχρι σήμερα η περιοχή αυτή, με τις διάφορες ονομασίες που αναφέραμε, άλλαξε πολλές φορές μορφή και φιλοξένησε διάφορα κτίσματα και μνημειακούς χώρους.
Αρχίζοντας από τα σκαλάκια που οδηγούν στον κεντρικό δρόμο του άλσους, δεξιά βρίσκεται και σήμερα η αναθηματική στήλη για του πεσόντες αξιωματικούς και οπλίτες κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Για πολλά χρόνια αποτέλεσε το Ηρώο της πόλης. Δίπλα του ο ακάματος αρχίατρος Δημήτριος Παλιούρας με φροντίδα του έστησε τις χάλκινες προτομές του ήρωα του 1821 Αθανασίου Διάκου, του μακεδονομάχου Παύλου Μελά, του ιστορικού της Λάρισας Επαμεινώνδα Φαρμακίδη και του ανθρώπου που νίκησε τη μάστιγα της ελονοσίας στρατιωτικού ιατρού Εμμανουήλ Μανουσάκη. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου είναι στημένη η προτομή του Κώστα Κρυστάλλη, της οποίας τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 21 Ιανουαρίου 1940, με τη φροντίδα του Ομίλου Εκδρομέων Λαρίσης (Ο.Ε.Λ.).
Μετά τις τέσσερες προτομές που αναφέραμε, το 1883 επί δημαρχίας Αργυρίου Διδίκα (1882-1883), κατασκευάστηκε μαρμάρινη στρόγγυλη υπερυψωμένη εξέδρα, στην οποία εκτελούσε διάφορα προγράμματα η φιλαρμονική ορχήστρα (μπάντα) του στρατού σε ειδικές περιπτώσεις. Μετά από λίγα χρόνια μεταφέρθηκε στο μέσον της Κεντρικής πλατείας. Στη συνέχεια λειτούργησε το εξοχικό κέντρο "Αλκαζάρ" το οποίο βρισκόταν ακριβώς στη θέση όπου σήμερα υπάρχει το Κηποθέατρο. Στο σημείο αυτό κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας υπήρχε το τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο.
Απέναντι του κέντρου Αλκαζάρ, ο γεωπόνος της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Ιωάννης Κατσίγρας, πατέρας του μεγάλου ευεργέτη της Λάρισας ιατρού Γ. Ι. Κατσίγρα, στόλισε το 1911 την περιοχή με έναν θαυμάσιο κήπο, ενώ το 1903 η "Φιλοδασική Ένωσις" δενδροφύτευσε ολόκληρη την περιοχή.
Στο τέλος του κεντρικού δρόμου του άλσους, εκεί που σήμερα έχει στηθεί το επιβλητικό Μουσείο της Εθνικής Αντίστασης, ξεκινούσε ο χώρος όπου για πολλά χρόνια, τον μήνα Σεπτέμβριο γινόταν η περίφημη εμποροζωοπανήγυρη της Λάρισας. Το πρώτο παζάρι πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1889, έπειτα από πρωτοβουλία του τότε δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891). Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, η εμποροπανήγυρη, δηλ. οι παράγκες που στέγαζαν τα πρόχειρα καταστήματα, ξεκινούσε από τα σκαλάκια του κεντρικού δρόμου και έφθανε περίπου μέχρι το ύψος του ποδοσφαιρικού γηπέδου. Εκεί που σήμερα βρίσκεται το κολυμβητήριο και τα διπλανά γήπεδα τένις και μπάσκετ, γινόταν η ζωοπανήγυρη.
Το 1931, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα δημιουργήθηκε στην ευρύτερη περιοχή το Δημοτικό Γυμναστήριο[5], το οποίο προοριζόταν για τα αθλητικά σωματεία της Λάρισας. Ο αθλητικός αυτός χώρος με τον καιρό εξελίχθηκε στο Στάδιο Αλκαζάρ.
Στο βοηθητικό γήπεδο ποδοσφαίρου που βρίσκεται μετά τη νέα περιφερειακή οδό που κατασκευάσθηκε πρόσφατα και κοντά στην ανακουφιστική κοίτη του Πηνειού, βρισκόταν το Ιπποδρόμιο, όπου από το 1900 μέχρι το 1935, παράλληλα με το παζάρι, τελούνταν Πανελλήνιοι Ιππικοί Αγώνες με μεγάλη επιτυχία.
Κάπου εδώ τελείωνε το Πεδίον του Άρεως και υπό ευρεία έννοια ο Μεριάς ή το Άλσος των Νυμφών.
----------------------------------------------------------------
[1]. "Ως θέσις της εμποροπανήγυρεως επιλέχθηκε η περιοχή «Μεριάς», μεγάλης εκτάσεως χώρος ο οποίος εκτείνεται πέραν της μεγάλης γεφύρας του Πηνειού, παραλλήλως προς την οδόν την άγουσαν εις Τύρναβον", γράφει εφημερίδα της Λάρισας στις 15 Οκτωβρίου 1888.
[2]. Ευρύς και ανοικτός χώρος στην αρχαία Ρώμη αφιερωμένος στον θεό του πολέμου Άρη, όπου συνέρχονταν οι Ρωμαίοι για την εκλογή αρχόντων της πόλης και ήταν πεδίο ασκήσεων και παρελάσεων. Στο πρόγραμμα της Γεωργοκτηνοτροφικής έκθεσης του 1900 αναφέρεται: «Η έκθεσις γενήσεται εν ειδικώ Εκθετηρίω ανεγειρομένω επί της παρά τον Πηνειόν πλατείας του Άρεως».
[3]. Στις 11 Αυγούστου 1882 η εφημερίδα της Λάρισας «Ανεξαρτησία» έγραφε: «Χθες εν πλήρει μεσημβρία εγένετο παρανάλωμα του πυρός το πέραν της γεφύρας κείμενον Αλκαζάρ…». Βλέπε και: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το κέντρο Αλκαζάρ-Α’, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 29ης Ιανουαρίου 2014 .
[4]. Με πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας ιδρύθηκε και στην πόλη μας, «Φιλοδασική Ένωσις». Σκοπός της ήταν να συμβάλλει στη δημιουργία πρασίνου στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας. Με τη συμβολή μονάδων μηχανικού υπό τον λοχαγό Σαπουντζάκη και μαθητών του Γυμνασίου, δενδροφυτεύτηκε η περιοχή του Αλκαζάρ κατά μήκος της αριστερής όχθης του Πηνειού, μέχρι το κτήμα Παπασταύρου, περίπου μέχρι εκεί που αρχίζει σήμερα το Στάδιο Αλκαζάρ. Αυτός ο τεράστιος χώρος πρασίνου ονομάσθηκε από τον Δήμο «Άλσος των Νυμφών», όρος που είχε ατονήσει, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε να χρησιμοποιείται.
[5]. Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1930 διαβάζουμε: «Μετ’ εισήγησιν του Δημάρχου Μ. Σάπκα, προτείνοντος όπως εις τον πέραν της γεφύρας του Πηνειού ποταμού χώρον του Αλκαζάρ του ανήκοντος εις τον Δήμον, κειμένου πλησίον του Κήπου Παπασταύρου…καθορισθή γήπεδον 15 στρεμμάτων, ήτοι 100 χ 150 τετρ. μέτρων, προς ανέγερσιν Γυμναστηρίου δια την εγκατάστασιν των Αθλητικών Σωματείων της πόλεως…».

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ


Η οδός Ερμού όπως φαίνεται από τη διασταύρωσή της με την οδό Κύπρου. Φωτογραφία του 1980 περίπουΗ οδός Ερμού όπως φαίνεται από τη διασταύρωσή της με την οδό Κύπρου. Φωτογραφία του 1980 περίπου
Στο σημερινό μας σημείωμα θα περιγράψουμε έναν μικρό σε μήκος δρόμο της Λάρισας, αλλά από τους γνωστότερους και παλαιότερους, την οδό Ερμού. Πήρε το όνομά της από τον αρχαίο θεό Ερμή, ο οποίος μεταξύ πολλών άλλων ήταν και ο προστάτης του εμπορίου.
Σε όλες τις μεγάλες πόλεις η κεντρικότερη εμπορική οδός ονομάζεται Ερμού (παράβαλε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και αλλού). Είναι από τους λίγους δρόμους της πόλης μας ο οποίος δεν μετονομάσθηκε ούτε μία φορά στη νεότερη ιστορία της, από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881.
Απ' όσο γνωρίζουμε από παλαιότερες πηγές, κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας η εμπορική κίνηση της Γενί Σεχίρ ήταν συγκεντρωμένη γύρω από τον Τρανό μαχαλά, τη μόνη αμιγή χριστιανική συνοικία της Λάρισας, η οποία καταλάμβανε ολόκληρο τον Λόφο της Ακρόπολης, αυτόν που σήμερα ονομάζουμε Φρούριο, και τη σημερινή οδό Βενιζέλου από τη γέφυρα μέχρι και την πλατεία Μπλάνα (Λαού) και τις παρόδους της. Μαζί με την εβραϊκή κοινότητα, η οποία καταλάμβανε την περιοχή που οριζόταν από τη σημερινή Συναγωγή μέχρι τους Έξι Δρόμους, οι δύο αυτές κοινότητες διακινούσαν όλο το εμπόριο της θεσσαλικής πρωτεύουσας.
Η οδός Ερμού άρχισε να γίνεται εμπορική κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και αναπτύχθηκε από τις αρχές του 20ου. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στον δρόμο αυτόν υπήρχαν μερικά παπλωματάδικα που ανήκαν σε Ισραηλίτες, και οι λίγοι μαύροι που υπήρχαν στην πόλη είχαν καταστήματα με ξηρούς καρπούς, κυρίως στραγάλια. Το ενδιαφέρον είναι ότι επί της Ερμού, λίγα μέτρα από τη συμβολή της με την Κύπρου και στην αριστερή της πλευρά, υπήρχε μια μεγάλη είσοδος η οποία οδηγούσε σε χαμάμ (δημόσια λουτρά). Η είσοδος του χαμάμ ήταν στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το κοσμηματοπωλείο Σάπκα. Λέγεται ότι το χαμάμ αυτό ήταν για αποκλειστική χρήση των Οθωμανίδων γυναικών (χανούμισσες), εν αντιθέσει με το γειτονικό χαμάμ που διασώθηκε μέχρι σήμερα και βρίσκεται στη γωνία Φιλελλήνων και Βενιζέλου[1], το οποίο εξυπηρετούσε αποκλειστικά μόνον Οθωμανούς άνδρες. Το γυναικείο χαμάμ εκτεινόταν μέχρι την οδό Πανός, την οποία διαπερνούσε μέχρι την απέναντι πλευρά και την έφρασσε. Όπως διαπιστώνουμε, στον καιρό της τουρκοκρατίας η οδός Πανός δεν υπήρχε και διανοίχθηκε μόλις άρχισε η εφαρμογή του σχεδίου πόλεως περί το 1883. Τη διάνοιξη διευκόλυνε μια πυρκαγιά στην περιοχή του Ξυλοπάζαρου[2], η οποία επεκτάθηκε μέχρι και την Ερμού και αποτέφρωσε πολλά κτίσματα της περιοχής. Με τη διάνοιξή της αναπτύχθηκε κατόπιν στη γνωστή αγορά με τα κρεοπωλεία, οπωροπωλεία, ιχθυοπωλεία και καταστήματα αποικιακών ειδών, καταστήματα τα οποία συνέβαλαν στην ανάπτυξη της οδού σε εμπορικό δρόμο.
Θα αρχίσουμε την καταγραφή των καταστημάτων της αριστεράς πλευράς της Ερμού, έχοντας ως βασικό οδηγό τον Βαγγέλη Βοζαλή, ο οποίος θυμάται λεπτομέρειες και διάφορα χωρατά που δεν μπορούν να γραφούν από τη μεταπολεμική χρήση των καταστημάτων, ενώ για την παλαιότερη περίοδο συμβουλευτήκαμε τα γραπτά του δημοσιογράφου Κώστα Περραιβού, του δικηγόρου και ιστορικού της Λάρισας Γιώργο Ζιαζιά και τις τοπικές εφημερίδες, όσες έχουν διασωθεί. Η εκκίνηση γίνεται από την οδό Κύπρου:
--Αρχικά στη γωνία υπήρχε το κατάστημα αποικιακών των αδελφών Λέγγα. Οι τελευταίοι μεταφέρθηκαν στην οδό Πανός και εδώ μετακόμισαν το κατάστημα νεωτερισμών οι Ηλίας και Γεώργιος Βαΐτσης που βρισκόταν στο ισόγειο του μεγάρου Χατζημέτου (Λέσχη Ασλάνη). Ήταν μια τυχαία πυρκαγιά η οποία κατέστρεψε το μαγαζί τους και μερικά άλλα, χωρίς το μέγαρο να πάθει ζημιές και έτσι βρέθηκαν στην αρχή της Ερμού. Ο Ηλίας ήταν κουνιάδος του Γεωργίου Βαΐτση. Το μαγαζί αυτό το αγόρασε ο Γεώργιος Βαϊτσης και αποτέλεσε ιδιοκτησία του κληρονόμου του Χρήστου Βαΐτση. Με τον σεισμό του 1941 το κατάστημα έπαθε σοβαρές ζημιές και ο τελευταίος αναγκάσθηκε να μετακομίσει προσωρινά στην οδό Ρούσβελτ μαζί με τον Νίσκα, δίπλα από το κατάστημα του Δημητρακόπουλου. Το 1945 σε μια φωτογραφία του Τλούπα, βλέπουμε να υπάρχει στο σημείο αυτό το καθημαγμένο από τον σεισμό κατάστημα Γάτσου Αγραφιώτη, στην πινακίδα του οποίου αναγράφονται τα εξής: "Υδραυλικά - Φανοποιΐα. Επισκευαί ρολών". Λίγο αργότερα ο Χρήστος Βαΐτσης, το κατεδάφισε και στη θέση του έκτισε το νέο κατάστημα που διακρίνεται στη φωτογραφία, όπου εγκατέστησε την επιχείρησή του. Υπήρξε κάποια εποχή που τα ψαθάκια Borsalino ήταν της μόδας και ο Βαΐτσης έκανε χρυσές δουλειές. Όταν πήρε τη σύνταξη, στο κατάστημα αυτό εγκατέστησαν το χρυσοχοείο τους οι αδελφοί Νίκος και Νάκης Κωνσταντινίδης. Η οικογένεια Βαΐτση ως γνωστόν έκανε μια σπουδαία δωρεά στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας. Το κατάστημα εν συνεχεία αγόρασε ο Ιωάννης Μότσιος, ο οποίος διετέλεσε και πρόεδρος των Εμπόρων του Ιστορικού Κέντρου Λάρισας και ο οποίος το λειτουργεί μέχρι σήμερα με γυναικεία ενδύματα.
-- Σε τμήμα του καταστήματος Βαΐτση λειτούργησε παλαιότερα ένα ραφείο με τον τίτλο «Το Χρυσό Ψαλλίδι» που ανήκε στον Αθανάσιο Μαραγκόπουλο. Ο Μαραγκόπουλος δεν ήταν μόνον καλός φραγκοράφτης, αλλά και άριστος τραγουδιστής.
--Επίσης σε μια βιτρίνα του καταστήματος Βαΐτση είχε εγκαταστήσει το καπνοπωλείο του ο Γεώργιος Λάκκας και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια το ραφείο του ο Δημήτριος Σαρίμβεης, εγκαταλείποντας το κατάστημα που είχε μέχρι τότε στη Στοά Κουτσίνα. Ο Σαρίμβεης ήταν σπουδαίος κυνηγός και διετέλεσε για μεγάλο διάστημα και πρόεδρος του Κυνηγητικού Συλλόγου Λαρίσης.
--Στη συνέχεια βρισκόταν παλιά το πρώτο κομμωτήριο της Λάρισας. Ήταν του Γιάννη Ξυραδάκη. Πριν ανοίξει το κατάστημα αυτό, ο Ξυραδάκης που είχε μάθει την κομμωτική τέχνη από καλούς δασκάλους, όταν ήθελε να χτενίσει κυρίες της καλής κοινωνίας της Λάρισας, αναγκαζόταν να πηγαίνει στα σπίτια τους, γιατί τα ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν την παρουσία γυναίκας σε κατάστημα κομμωτικής, ιδιαίτερα άρρενα κομμωτή. Τις χτένιζε σύμφωνα με τη μόδα της εποχής εκείνης, όταν οι γυναίκες δεν έκοβαν εύκολα τα μαλλιά τους, τα άφηναν μακριά και το συνηθέστερο χτένισμα ήταν ο κότσος με διάφορες παραλλαγές. Ο Ξυραδάκης άνοιξε το κομμωτήριο στην οδό Ερμού μετά το 1920, όταν άρχισε να γενικεύεται η μόδα των κοντών μαλλιών, η οποία απαιτούσε τακτικά χτενίσματα. Ήταν σπουδαίος κομμωτής και σταδιακά είχε αποκτήσει αρκετή πελατεία, γιατί οι χειραφετημένες Λαρισαίες που θυσίαζαν τα μακριά τους μαλλιά ακολουθώντας τη μόδα, δεν δίσταζαν να μπαίνουν στο κατάστημά του και να περιποιούνται την εμφάνισή τους. Ο Κώστας Περραιβός[3]αναφέρει πως όταν στον καιρό του μεσοπολέμου ο Ξυραδάκης μετέφερε το κομμωτήριό του στην αρχή της οδού Κούμα, δίπλα από τη Λαρισαϊκή Λέσχη, το κατάστημα αυτό το αγόρασε ο Πάνος Σάπκας και μετέφερε σ' αυτό το κοσμηματοπωλείο του από την απέναντι πλευρά.
--Το χρυσοχοείο Σάπκα στη Λάρισα έχει μια μεγάλη και ιστορική διαδρομή, η οποία ξεκινάει πριν από το 1882. Ο Στέργιος Σάπκας, πατέρας του Μιχαήλ και του Πάνου Σάπκα, κάτοικος Λαρίσης, στις 7 Δεκεμβρίου 1882 ανανέωσε την ενοικίαση του καταστήματός του το οποίο βρισκόταν στην περιοχή Ντάρκολι[4] με την ιδιοκτήτρια Σεριφή Ρουκουγιέ χανούμ, χήρα του Αρίφ Χασήμ, για έναν ακόμη χρόνο[5]. Ο δευτερότοκος γιος του Στέργιου Σάπκα, Παναγιώτης (Πάνος) (1880-1969), από μικρός βρέθηκε στο κατάστημα του πατέρα του και κληρονόμησε το οικογενειακό επάγγελμα του αργυροχρυσοχόου. Ο πρωτότοκος γιος του Πάνου Σάπκα, Δημήτριος (Μίμης) Σάπκας (1912-1994) τον διαδέχθηκε στην επιχείρηση. Ο Πάνος Σάπκας ο νεότερος συνέχισε τη λειτουργία του χρυσοχοείου και σήμερα την επιχείρηση διευθύνει ο Δημήτριος Σάπκας ο νεότερος. Πέντε γενεές Σαπκαίων. Εντυπωσιακό!

(Συνεχίζεται)
 [1]. Σήμερα το λουτρό αυτό έχει συντηρηθεί θαυμάσια από την αρχαιολογική υπηρεσία, έχει δοθεί σε κοινή χρήση και στεγάζει το μπαρ "Χαμάμ".
[2]. Ξυλοπάζαρο λεγόταν η περιοχή η οποία περιλαμβανόταν περίπου μεταξύ των σημερινών οδών Απόλλωνος - Κύπρου - Φιλελλήνων - Βενιζέλου, και σ' αυτό γινόταν η αγορά και η επεξεργασία του ξύλου.
[3]. Βλέπε: Ολύμπιος [Κώστας Περραιβός], Η οδός Ερμού, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 9ης Ιουλίου 1973.
[4]. Ντάρκολι. Με το όνομα αυτό προσδιορίζεται η κεντρική περιοχή της Λάρισας κατά μήκος της σημερινής οδού Κύπρου, από την Κεντρική πλατεία μέχρι περίπου την Ασκληπιού και την Κούμα.
[5]. Αρ. συμβολαίου 1059 του συμβολαιογράφου Ανδρέα Ροδόπουλου με ημερομηνία 7 Δεκεμβρίου 1882.


Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

ΤΟ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΡΟΛΟΪ


Ο πυργίσκος από το προπολεμικό ρολόι της Λάρισας. Λεπτομέρεια από φωτογραφία του Γεράσιμου Δαφνόπουλου. 1928. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΟ πυργίσκος από το προπολεμικό ρολόι της Λάρισας. Λεπτομέρεια από φωτογραφία του Γεράσιμου Δαφνόπουλου. 1928. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Εδώ και 26 χρόνια η Λάρισα στερήθηκε του δημοτικού ρολογιού της, το οποίο όπως περιγράψαμε και σε άλλο σημείωμά μας, βρισκόταν συνεχώς και με διαφορετικές μορφές πριν από το 1668[1] στο Λόφο της Ακρόπολης, πάνω από τις κερκίδες του Αρχαίου Θεάτρου.
Στο διάστημα αυτό η πόλη άκουγε τους χτύπους του, οποιαδήποτε μορφή και αν είχε. Όμως το 1992 το τελευταίο ρολόι κρημνίσθηκε για να αποκαλυφθεί ο θησαυρός της πόλης μας, το μεγάλο Αρχαίο Θέατρο και έκτοτε δεν αντικαταστάθηκε.
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από λεπτομέρεια φωτογραφίας του προπολεμικού ρολογιού και απεικονίζει τον πυργίσκο του, δηλαδή το υψηλότερο τμήμα του ρολογιού, στο οποίο υπάρχουν τέσσερες δίσκοι ρολογιών που βλέπουν προς τις τέσσερες πλευρές του ορίζοντα. Φωτογράφος είναι ο Γεράσιμος Δαφνόπουλος (1877-1935), ένας πραγματικός καλλιτέχνης, ο οποίος άφησε εποχή με τις φωτογραφίες του, του απονεμήθηκε ο τίτλος του "Φωτογράφου της Βασιλικής Αυλής" και έμεινε στην ιστορία γιατί απαθανάτισε τον Παύλο Μελά δύο μήνες πριν τον θάνατό του το 1904, φορώντας τον Μακεδονικό ντουλαμά.
Το 1923, επί δημαρχίας Δημητρίου Παπαγεωργίου (1922-1924), το Δημοτικό Συμβούλιο έκρινε ότι το παλιό τούρκικο ρολόι, το οποίο δεν είχε ωροδείκτες και ανήγγειλε τις ώρες με καμπάνα, έπρεπε να αντικατασταθεί με σύγχρονο. Για τον σκοπό αυτό ενέκρινε πίστωση 45.000 δραχμών «…δια την κατασκευήν και ανύψωσιν του παλαιού κτιρίου του πρώην Ωρολογίου της πόλεως»[2]. Σύμφωνα με τον Επαμεινώνδα Φαρμακίδη, στην κατασκευή αυτού του ρολογιού συνέβαλε οικονομικά εκτός του Δήμου και ο Λαρισαίος έμπορος Ηλίας Κολέσκας[3]. Σ’ αυτή την κατασκευή διατηρήθηκε ο εξαγωνικός κορμός του ρολογιού όπως ήταν. Από τις υπάρχουσες φωτογραφίες διαπιστώνουμε ότι η εξαγωνική περίμετρός του εκ κατασκευής εμφανιζόταν ελαφρά μειωμένη όσο ο κορμός έφθανε στο ψηλότερο σημείο Ουσιαστικά λοιπόν η μεταβολή στο νέο ρολόι περιοριζόταν στην αλλαγή του πυργίσκου, ο οποίος εδραζόταν πάνω στον κορμό. Στη θέση του παλαιού κατασκευάσθηκε λιθόκτιστος, τετράπλευρος πυργίσκος, διακοσμημένος αρχιτεκτονικά με πολλά νεοκλασικά στοιχεία, όπως ήταν η μόδα της εποχής. Τοποθετήθηκαν τέσσερα μεγάλα κυκλικά ρολόγια, ένα σε κάθε πλευρά, με ωροδείκτη, λεπτοδείκτη και αριθμούς με λατινικά στοιχεία. Ο πυργίσκος στο κάτω μέρος προστατευόταν περιμετρικά από μεταλλικό κιγκλίδωμα, το οποίο έδινε τη δυνατότητα προσπέλασης και παραμονής εργατών ή και επισκεπτών μέχρι το ύψος αυτό. Ο πυργίσκος ήταν στεγασμένος με έναν ιδιότυπο τρούλο, στη μέση του οποίου υπήρχε τετράπλευρη κατασκευή με ανοίγματα και τρούλο, στην κορυφή του οποίου ήταν πακτωμένο ένα αλεξικέραυνο. Η παρατιθέμενη φωτογραφία του Γεράσιμου Δαφνόπουλου δείχνει όλες τις λεπτομέρειές του. Η κατασκευή του νέου πυργίσκου οδήγησε τελικά σε «ανύψωση», δηλαδή στην καθ’ ύψος αύξηση του ρολογιού, το οποίο δέσποζε λόγω και της θέσεώς του, απ’ όλες τις πλευρές της πόλης και εκτός από την ηχητική αναγγελία της ώρας, υπήρχε και η απ' ευθείας οπτική προσέγγιση. Η ηχητική αναγγελία γινόταν ανά ώρα και οι κρούσεις ήταν τόσες όσες και η αναγγελλόμενη ώρα. Ενδιάμεσα με μία μόνον κρούση γινόταν η αναγγελία της μισής ώρας. Το κομψό αυτό ρολόι έχει αποτυπωθεί σε όλα σχεδόν τα επιστολικά δελτάρια και τις φωτογραφίες της περιόδου, όσα αποτυπώνουν τον Λόφο από το 1923 μέχρι την κατοχή.
Η ζωή του ρολογιού αυτού υπήρξε δυστυχώς σύντομη. Διήρκησε λιγότερο από μια εικοσαετία. Με τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 κατέπεσε εντελώς ο πυργίσκος και μέρος του επάνω τμήματος του κορμού. Έχουν διασωθεί φωτογραφίες από αθηναϊκά φωτογραφικά γραφεία που κάλυψαν ειδησεογραφικά για τις εφημερίδες της πρωτεύουσας τους σεισμούς, τα οποία δείχνουν την παντελή καταστροφή του πυργίσκου και τους δίσκους των ρολογιών πεσμένους στο έδαφος, να έχουν σταματήσει στην ώρα του σεισμού (5 και 54΄ πρωινή ώρα). Μεταπολεμικά ο κορμός του ρολογιού, όσος απόμεινε από τον σεισμό, κατεδαφίσθηκε και η πόλη έμεινε χωρίς ρολόι. Όμως τα υπολείμματα της θεμελίωσής του παρέμειναν ενταφιασμένα και εντοπίσθηκαν το 1992, όταν καθαρίσθηκαν όλες οι επιχωματώσεις οι οποίες βρίσκονταν στην περιοχή και κάλυπταν το αρχαίο θέατρο.
Ο καταστροφικός σεισμός στάθηκε η αιτία να μείνει επί μία δεκαετία και πλέον η Λάρισα χωρίς ρολόι. Μεσολάβησε η κατοχή, η πείνα, ο εμφύλιος και επί δημαρχίας Δημητρίου Καραθάνου[4] (1951-1954) τέθηκε το ζήτημα ανέγερσης νέου. Κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 1951, συζητήθηκε μεταξύ άλλων θεμάτων και το ζήτημα της «…κατασκευής Ωρολογίου της πόλεως, το οποίον είχε κρημνισθεί από τον σεισμόν». Η μελέτη του ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό Νικόλαο Βασ. Μίχο. Έτσι το 1952, δίπλα από τα θεμέλια του πύργου του παλιού, υψώθηκε το νέο λευκό ψηλόλιγνο ρολόι.
--------------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το ρολόι της Λάρισας. Ιστορική διαδρομή, εφ. ¨Ελευθερία¨, Λάρισα, φύλλο της 17ης Σεπτεμβρίου 2014.
[2]. Καλογιάννης Βάσος, Η χρυσή Βίβλος του Δήμου Λαρίσης. Από τη μακραίωνη ιστορία της θεσσαλικής πρωτευούσης, Λάρισα (1963) σελ.221. Από τα Πρακτικά της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 1923.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ηλίας Κολέσκας, εφ. Larissanet, φύλλο της 24ης Ιουλίου 2015.
[4]. Ο Δημήτριος Καραθάνος γεννήθηκε το 1899 στην Καρδίτσα, αλλά σε νεαρή ηλικία μετακόμισε στη Λάρισα οικογενειακώς. Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός και ο ίδιος ακολούθησε τα επαγγελματικά βήματά του, διατηρώντας φαρμακείο στην πόλη μας. Συγχρόνως όμως αναμίχθηκε έντονα στην κοινωνική και αθλητική ζωή της, αλλά και σε κάθε φιλοπρόοδη κίνηση της Λάρισας. Στις δημοτικές εκλογές του 1951 πλειοψήφησε ο συνδυασμός του και εξελέγη δήμαρχος. Πέθανε στις 17 Μαρτίου 1954, σε ηλικία 55 ετών ως δήμαρχος, από καρδιακό νόσημα.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΥ


Η βόρεια πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου. Άποψη των κτισμάτων της περιοχής. Φωτογραφία του 1970-71. Από το αρχείο του Γιώργου Κίττα.Η βόρεια πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου. Άποψη των κτισμάτων της περιοχής. Φωτογραφία του 1970-71. Από το αρχείο του Γιώργου Κίττα.
Η σημερινή φωτογραφία, με το κείμενο που τη συνοδεύει ας θεωρηθούν επετειακά. Και εξηγούμαι. Η στήλη αυτή δημοσιεύει σήμερα Κυριακή 29 Ιουλίου 2018 τη διακοσιοστή (200ή) φωτογραφία από την εμφάνισή της.
Ήταν 31 Αυγούστου 2014 όταν στην 4η σελίδα της Κυριακάτικης έκδοσης της εφημερίδας "Ελευθερία" πρωτοπαρουσιάσθηκε στους αναγνώστες της. Δράστης ο "συνήθης ύποπτος"[1], ο αρχισυντάκτης τότε της "Ελευθερίας" Χρήστος Τσαντήλας, ο οποίος είχε την έμπνευση της δημιουργίας της στήλης. Διακόσιες φωτογραφίες της παλιάς Λάρισας, οι περισσότερες σπάνιες, έχουν δημοσιευθεί, περιγραφεί και αναλυθεί μέσα σε τέσσερα περίπου χρόνια. Μια ολόκληρη παρακαταθήκη, ένα φωτογραφικό συναξάρι από την πρόσφατη ιστορία της Λάρισας.
Για τη σημερινή επετειακή ημέρα επιλέξαμε μια φωτογραφία από το αρχείο του φίλου και ευαίσθητου συμπολίτη μας, του Γιώργου Κίττα, ο οποίος συγκατένευσε με προθυμία να δώσει, μέσω του Θωμά Κυριάκου στη Φωτοθήκη Λάρισας, την άδεια να αντιγραφούν φωτογραφίες από το οικογενειακό του αρχείο. Η λήψη της συγκεκριμένης φωτογραφίας έγινε από την ταράτσα της πολυώροφης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στη γωνία των οδών Πρωτοπαπαδάκη και Ασκληπιού. Ο φακός στράφηκε προς τον βορά και αποτύπωσε ένα μεγάλο κομμάτι της πλατείας Ταχυδρομείου, τα κτίσματα της βόρειας πλευράς και της γύρω περιοχής.
Η φωτογραφία εμφανίζει τρία επίπεδα. Το κάτω απεικονίζει την πλατεία Ταχυδρομείου έτσι όπως ήταν πριν τη σημερινή διαμόρφωσή της ως μέρος του συμπλέγματος Γλυπτός Ποταμός της Νέλλυς Γκόλαντα.
Στο δεύτερο επίπεδο διακρίνεται μέρος από τα κτίρια της βόρειας πλευράς της πλατείας. Αρχίζοντας από αριστερά διαγράφεται η οδός Ασκληπιού σκοτεινή, από τη σκιά των πολυώροφων οικοδομημάτων της, καθώς φαίνεται ότι η λήψη έγινε μια απογευματινή ηλιόλουστη ημέρα. Το πρώτο κτίριο είναι του Δημητρίου Πουλιάδη. Ήταν διώροφο με υπερυψωμένο υπόγειο και ως χρονολογία κατασκευής του αναφέρεται το 1910. Ο Πουλιάδης ήταν εμπειροτεχνίτης και εργολήπτης δημοσίων και ιδιωτικών κατασκευών. Μετά τον θάνατό του το αρχοντικό περιήλθε στην κυριότητα του ανεψιού του Αθανασίου Γουνιτσιώτη, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα ψιλικών επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου σήμερα). Απ’ αυτόν το αγόρασε το 1952 ο ιατρός Γεώργιος Κατσίγρας, με την προοπτική να το χρησιμοποιήσει για να στεγάσει την οικογένειά του, γεγονός το οποίο τελικά δεν ευοδώθηκε. Έπειτα από τη σεισμική δόνηση του 1953 το κτίριο θεωρήθηκε επικίνδυνο, έμεινε για πολλά χρόνια ακατοίκητο και το 1978 ο ιδιοκτήτης το κατεδάφισε και κατασκευάσθηκε η πολυώροφη οικοδομή που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Μεσολαβεί ένας χώρος πρασίνου που προέρχεται από τις αυλές των δύο γειτονικών κτισμάτων και ακολουθεί το κτίριο του οδοντιάτρου Νικολάου Παρίση. Κτίσθηκε το 1931. Η οικογένεια στεγάσθηκε στον επάνω όροφο, ενώ στο ισόγειο αναπτύχθηκε το οδοντιατρείο του. Το 1941 από τον σεισμό καταστράφηκε ο επάνω όροφος, το κτίριο διαμορφώθηκε ως ισόγειο και το 1952 προστέθηκε εκ νέου ο επάνω όροφος. Με την κατασκευή αυτή το κτίριο επανήλθε οικοδομικά στην αρχική του κατάσταση. Και αυτό κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κατασκευάσθηκε πολυώροφο κτίριο.
Στη συνέχεια υπάρχει μια σειρά από χαμηλά κτίρια μέχρι την οδό Παναγούλη, τα οποία αρχικά υπάγονταν στο συγκρότημα του Ταχυδρομείου. Όταν κατά το 1930 οι υπηρεσίες των ΤΤΤ (τριών Τ, δηλ. Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο) μετακόμισαν, τα κτίρια νοικιάσθηκαν σε πολλούς επαγγελματίες, από τους οποίους πιο ξακουστός υπήρξε ο Θανασάκης Παπαθανασίου, γνωστός και ως Πασσαδάκιας με την ομώνυμη ταβέρνα του. Το διάστημα 1948-1952 οι αδελφοί Νικόλαος και Νικήτας Μάρκας αγόρασαν σταδιακά τα τέσσερα μερίδια των κληρονόμων, στους οποίους ανήκε το κτίσμα, μαζί με το αντίστοιχο οικόπεδο και δημιούργησαν το Grand Hotel.
Το τελευταίο κτίριο δεξιά είναι το αρχοντικό του δικηγόρου Νικολάου Καραστεργίου, ο οποίο διετέλεσε βουλευτής, πρόεδρος του Δικηγορικούς Συλλόγου και περιέργως επιτυχημένος επιχειρηματίας. Κτίσθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν διώροφο με ημιυπόγειο και είχε άφθονα νεοκλασικά στοιχεία κυρίως στην πρόσοψη. Τελευταία ιδιοκτήτρια ήταν η Βίνα Μαντζανή. Κατεδαφίσθηκε την τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων του 1999 και στη θέση του δημιουργήθηκε πολυώροφη οικοδομή.
Στο τρίτο επίπεδο απεικονίζονται διάφορα εμβληματικά κτίσματα της Λάρισας. Πίσω από το σπίτι του Νικολάου Παρίση και των υπολειμμάτων του Ταχυδρομείου διακρίνεται η καμπύλη σκεπή του κινηματοθεάτρου "Πάλλας" του Μιχαήλ Τζεζαϊρλίδη, με το περίφημο συρόμενο άνοιγμα της οροφής, κατασκευή η οποία στο παιδικό μας μυαλό φάνταζε σαν κατασκευαστικό θαύμα. Το οικοδόμημα του "Πάλλας", έργο του 1936, έχει κατασκευασθεί από τον περίφημο αρχιτέκτονα Κολονέλο, ο οποίος κατά τη διάρκεια της προπολεμικής περιόδου έκτισε και άλλες όμορφες κατοικίες στη Λάρισα. Απ' αυτές κάποιες επιβιώνουν μέχρι σήμερα, όπως και ο κινηματογράφος. Το "Πάλλας" τα τελευταία χρόνια κηρύχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως διατηρητέο μνημείο. Δεξιότερα αναγνωρίζεται η ισόγεια κατοικία της οικογένειας Παντοστόπουλου, την οποία είχε κτίσει στις αρχές του 20ού αιώνα ο περίφημος φωτογράφος-ζωγράφος της Λάρισας Ιωάννης Παντοστόπουλος. Πίσω απ' αυτήν διακρίνεται η πολυκατοικία Κίττα, η οποία καταλαμβάνει τη γωνία Κούμα και Παναγούλη και βρίσκεται στο τελευταίο κατασκευαστικό στάδιο.
Τελευταίο αναγνωρίσιμο και εμβληματικό κτίριο της φωτογραφίας είναι το εκπαιδευτικό συγκρότημα του Ιάκωβου Μπόκαρη, το οποίο στη φωτογραφία βρίσκεται δεξιότερα από την οικοδομή Κίττα. Ήταν ένα ιστορικό ιδιωτικό εκπαιδευτήριο από το οποίο αποφοίτησαν πολλές προσωπικότητες της σημερινής Λάρισας.
Πιστεύω ότι η προσεκτική μελέτη της σημερινής εικόνας θα ευαισθητοποιήσει πολλούς συμπολίτες, αφού η λήψη της είναι μεταπολεμική και χρονολογείται γύρω στα 1970-71.
----------------------------------
[1]. Ο Χρήστος Τσαντήλας ήταν και ο εμπνευστής της ιστορικής στήλης "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα", η οποία δημοσιεύεται κάθε Τετάρτη ανελλιπώς από την 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι σήμερα, δηλ. εδώ και 4,5 και πλέον χρόνια.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις..

Η ΓΕΦΥΡΑ ΜΕ ΤΟ ΤΖΑΜΙ ΤΟΥ ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗ


Το τζαμί του Χασάν μπέη όπως διακρίνεται από την έξοδο της γέφυρας προς τον Πέρα μαχαλά. Φωτογραφία από το περιοδικό της Νέας Υόρκης Harper's Weekly της 9ης Μαΐου 1897. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΤο τζαμί του Χασάν μπέη όπως διακρίνεται από την έξοδο της γέφυρας προς τον Πέρα μαχαλά. Φωτογραφία από το περιοδικό της Νέας Υόρκης Harper's Weekly της 9ης Μαΐου 1897. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 ήταν μια προαναγγελθείσα εχθρική διαμάχη μεταξύ δύο γειτονικών κρατών, έπειτα από τα γεγονότα της Κρήτης που είχαν προηγηθεί.
Περίεργες πολιτικές διαδικασίες, στρατιωτικές προετοιμασίες και συγκέντρωση υπερβολικά μεγάλου αριθμού ένοπλων δυνάμεων κοντά στη μεθοριακή γραμμή Ελλάδας - Τουρκίας, ανάγκασαν τα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία και τις εφημερίδες της Ευρώπης και της Αμερικής να αποστείλουν στη Θεσσαλία δημοσιογράφους και φωτογράφους για να καλύψουν τις αναμενόμενες πολεμικές εχθροπραξίες. Οι τελευταίοι, παράλληλα με την ενημέρωση γύρω από την εξέλιξη του πολέμου, περιέγραφαν στους αναγνώστες τους και τα παραλειπόμενα από τη διαμονή τους στη Λάρισα, η οποία τότε είχε κατακλυστεί από την παρουσία τους. Με την πληθώρα των πληροφοριών που υπάρχουν από τα δημοσιεύματα αυτά και από τις εικόνες που τα συνόδευαν, έχει δημιουργηθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορική και απεικονιστική φιλολογία, η οποία μέχρι πρότινος έμενε αναξιοποίητη. Η ομάδα της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας εδώ και μερικά χρόνια, μεταξύ των άλλων, έχει αρχίσει να αναζητεί σε όλες τις μεγάλες βιβλιοθήκες του κόσμου βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, φυλλάδια και φωτογραφίες, τα οποία αναφέρονται στην περίοδο εκείνη, τα ψηφιοποιεί, τα ταξινομεί και τα αποθηκεύει.
Η σημερινή εικόνα έχει αποδελτιωθεί από το εβδομαδιαίο περιοδικό της Νέας Υόρκης Harper's Weekly, με ημερομηνία 9 Μαΐου 1897, την οποία εντόπισε ο Θανάσης Μπετχαβές. Απεικονίζει δύο Οθωμανούς με τη χαρακτηριστική ενδυμασία τους, να στηρίζονται στα ξύλινα στηθαία της μεγάλης λίθινης γέφυρας του Πηνειού, με φόντο το τζαμί του Χασάν μπέη. Στη φωτογραφία η μορφή της γέφυρας παραμένει εκείνη που είχε μετασκευάσει το 1886 ένα τάγμα μηχανικού του ελληνικού στρατού, με σκοπό να την διαπλατύνει και να απομακρύνει τα ογκώδη και αντιαισθητικά πέτρινα στηθαία, τα οποία διατηρούσε από την περίοδο της τουρκοκρατίας[1]. Με τις βελτιώσεις αυτές και τη διαπλάτυνση δόθηκε η ευκαιρία να κατασκευασθούν εκατέρωθεν πεζοδρόμια και επιπλέον να γίνει ασφαλής η διασταύρωση αμαξών μέσα στη γέφυρα. Στη θέση των λίθινων στηθαίων τοποθετήθηκαν και από τις δύο πλευρές ισχυρά ξύλινα κιγκλιδώματα σε σχήμα Χ.
Στο βάθος της φωτογραφίας προβάλλει το τζαμί του Χασάν μπέη, το πιο παλιό απ’ όλα τα τζαμιά και το πιο επιβλητικό. Βρισκόταν σε μια ελαφρώς υπερυψωμένη τοποθεσία, στην είσοδο της πόλης, δεξιά καθώς έβγαινε κανείς από την όμορφη λίθινη γέφυρα του Πηνειού, για να οδηγηθεί στο κέντρο της. Είχε κτισθεί στις αρχές του 16ου αιώνα από τον Χασάν μπέη, εγγονό του Τούρκου κατακτητή της Θεσσαλίας (1423) Τουρχάν μπέη. Σύμφωνα με την παράδοση είχε ανεγερθεί πάνω στο χώρο βυζαντινής εκκλησίας, αφιερωμένης στη Σοφία του Θεού, στη θέση της οποίας κατά την κλασική περίοδο υπήρχε αρχαίο ιερό προς τιμήν της θεάς Δήμητρας[2]. Ένα ακόμη παράδειγμα χρονικής αλληλουχίας των θρησκειών από τα πολλά που συναντάμε τις τελευταίες χιλιετίες και σε άλλες περιοχές της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Δωδεκάθεο – Χριστιανισμός – Μωαμεθανισμός στην ίδια θέση λατρείας, αλλά με διαφορετική αρχιτεκτονική μορφή. Και μάλιστα πολλές φορές οικοδομικό υλικό από το παλαιότερο κτίσμα ενσωματωνόταν έντεχνα στο νεότερο. Χαρακτηριστική ήταν η παρουσία στο εσωτερικό του τεσσάρων κιόνων από το περίφημο πράσινο θεσσαλικό μάρμαρο της Χασάμπαλης (ατρακηνός λίθος). Πολλοί πίστευαν ότι οι κίονες αυτοί στόλιζαν και τη βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας που προϋπήρχε και απλώς οι μουσουλμάνοι τούς διατήρησαν και στο τζαμί που έκτισαν στην ίδια θέση.
Το τζαμί αυτό ήταν το επισημότερο της Λάρισας και ένα από τα σπουδαιότερα του ελληνικού χώρου. Διατηρήθηκε εν λειτουργία επί τετρακόσια και πλέον χρόνια. Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και την αποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους του μουσουλμανικού στοιχείου από τη Λάρισα εγκαταλείφθηκε εντελώς, με αποτέλεσμα να υποστεί σημαντικές φθορές. Έτσι το 1906 το περίλαμπρο τζαμί του Χασάν Μπέη, που σχεδίασαν όλοι σχεδόν οι περιηγητές-ζωγράφοι οι οποίοι επισκέφθηκαν τη Λάρισα, άρχισε να κατεδαφίζεται.
Ήταν ένα κομψό κτίριο, όχι πολύ μεγάλο, με συμμετρικές αναλογίες, που η θέση του σε ύψωμα του πρόσδιδε ύψος και μεγαλοπρέπεια. Είχε τετράγωνη κάτοψη και καλυπτόταν από τρούλο χωρίς παράθυρα (τυφλό). Ο μιναρές ήταν πολύ ψηλός και η κωνική του απόληξη ήταν ορατή απ' όλα τα σημεία της πόλης καθώς λόγχιζε τον ουρανό της Λάρισας. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε στοά με τρία ανοίγματα. Το τρίτοξο αυτό προστώο, το οποίο στη στέγη του έφερε τρεις μικρούς ημισφαιρικούς τρούλους, ομοιάζει με το αντίστοιχο προστώο που υπήρχε και στο Γενί τζαμί, αλλά σήμερα έχει αλλοιωθεί από σύγχρονες επεμβάσεις. Από τη θέση της στοάς είχε κανείς μια υπέροχη θέα στη μεγάλη λίθινη εννιάτοξη γέφυρα του Πηνειού, στο Αλκαζάρ και με καθαρή ατμόσφαιρα μπορούσε να διακρίνει με τηλεσκόπιο τα υψώματα της Μελούνας και τον Κάτω Όλυμπο.
Δεξιά στη φωτογραφία, δίπλα στο τζαμί, διαγράφεται ένας περιτοιχισμένος χώρος, στο κέντρο του οποίου υψώνεται μία καπνοδόχος. Είναι ο χώρος όπου στεγαζόταν μέχρι το 1941 η Αποθήκη Υλικού Πολέμου. Αριστερά το απεικονιζόμενο κτίριο διατηρείτο μέχρι πριν λίγα χρόνια, σήμερα όμως "ανακαινίσθηκε εκ βάθρων". Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι σε ολόκληρη την έκταση της φωτογραφίας δεν παρατηρούνται άλλα πρόσωπα, πλην των δύο εμπρός και η πόλη φαίνεται άδεια. Είναι οι πρώτες ημέρες μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Τούρκους το 1897, και φαίνεται ότι όλοι σχεδόν οι Λαρισαίοι προφανώς την είχαν ήδη εγκαταλείψει.
----------------------------------------------
[1]. Παπασταύρου Αμαλία, Ημερολόγιον του πολέμου ανευρεθέν εν Λαρίσση, από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια (1897) σελ. 3: «... κατά την επιστρατείαν εκείνην (1886), το μόνον περιφανές έργον της [πολιτείας] ήτο η γέφυρα της Λαρίσσης, ήτις ηυξύνθη υπό του λόχου του μηχανικού επί στρατηγίας Σαπουντσάκη».
[2]. Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α΄, Λάρισα (1996) σ. 340 - 341.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η Λάρισα του Βλάση Γαβριηλίδη (1890)

Τμήμα της Λάρισας δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση. Εμφάνιση αμιγώς τουρκική. Φωτογραφία από την πλημμύρα της 15ης Οκτωβρίου 1883. Συλλογή ΔΕΥΑΛ
Τμήμα της Λάρισας δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση. Εμφάνιση αμιγώς τουρκική. Φωτογραφία από την πλημμύρα της 15ης Οκτωβρίου 1883. Συλλογή ΔΕΥΑΛ
Το 1890 ο δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης[1] επισκέφθηκε τη Θεσσαλία και λίγους μήνες αργότερα (Μάρτιος-Απρίλιος 1891) δημοσίευσε σε συνέχειες στην εφημερίδα "Ακρόπολις" τις εντυπώσεις του από τη νεοπροσαρτηθείσα περιοχή στο ελληνικό βασίλειο.
Τα κείμενά του επιγράφονταν "Ανά την Θεσσαλίαν", έφεραν τον υπότιτλο "Εντυπώσεις - Κρίσεις - Πληροφορίαι - Αντιλήψεις - Πρόσωπα - Πράγματα - Τόποι - Αρχαί", και τα υπέγραφε ως "Έλλην".
Το οδοιπορικό του στη Θεσσαλία είναι ένα μείγμα πολύτιμων περιγραφών, αλλά και ενσυνείδητων (δημοσιογραφική αδεία) υπερβολών. Προσπαθεί να καταγράψει όλα τα χαρακτηριστικά της αναδυόμενης θεσσαλικής κοινωνίας μετά την απελευθέρωση από τον μακραίωνο τουρκικό ζυγό, να προβάλει την προσπάθεια που καταβάλλεται για την οικονομική ανάπτυξή της και να αναφέρει ασήμαντες πληροφορίες, αλλά για τον ίδιο περίεργες και ενδιαφέρουσες. Χαίρεται γιατί βλέπει τη Λάρισα να αναγεννιέται και να εξελίσσεται σε μια σύγχρονη πολιτεία, χωρίς όμως να παραλείπει να καυτηριάζει και να ειρωνεύεται τα κακώς κείμενα. Τον εντυπωσιάζει "ο ανακαινιστικός άνεμος που φυσούσε στην πολυάνθρωπη επαρχιώτικη, αλλά και κοσμοπολίτικη Λάρισα". Δεν υστερεί επίσης να αναφέρει και τους τρόπους αναδιοργάνωσης της νέας Λάρισας, η οποία αναζητά να απαλλαγεί όσο το δυνατόν συντομότερα από την τουρκογενή κληρονομιά της.
Ο Γαβριηλίδης παρουσιάζεται εδώ σαν ένας κοσμοπολίτης περιηγητής, ο οποίος έχει σαν κίνητρο να αποκαλύψει τη μυστική ομορφιά του ανεξερεύνητου. Θεωρώ ότι είναι ένα κείμενο το οποίο πρέπει να διαβαστεί από τους σύγχρονους Λαρισαίους, γιατί βλέπει την πόλη από άλλη οπτική γωνία, σαν ένας καθημερινός επισκέπτης, και τα αναφερόμενά του αποστασιοποιούνται από την αυστηρή ματιά ενός ιστορικού ερευνητή.
Τα αποσπάσματα των εντυπώσεων του Βλάση Γαβριηλίδη από τη Θεσσαλία που θα ακολουθήσουν, εστιάζονται αποκλειστικά στη Λάρισα. Διατηρείται η γλώσσα του κειμένου του, η καθαρεύουσα της εποχής εκείνης, την οποία μόνον ο ίδιος μπορεί να χειρισθεί με τόσο γοητευτικό τρόπο και σαγηνευτική απόδοση. Αυτός ο ίδιος που πρωτοστάτησε το 1901 κατά τη μετάφραση στη δημοτική γλώσσα του κειμένου των Ευαγγελίων κατά τα αιματηρά "Ευαγγελικά". Γράφει ο Βλάσης Γαβριηλίδης:
"Εφθάσαμεν εις Λάρισσαν! Αληθής από του σταθμού φαντασμαγορία. Πεδιάς, σπίτια, ποταμός, δένδρα, μιναρέδες και εις το βάθος ο Όλυμπος! Το σύνολον της εικόνος απαράμιλλον… Δύο χιλιάδες οικοδομαί και είκοσι ή εικοσιπέντε μιναρέδες παρέχουσιν εις την Λάρισσαν ποίησιν και πανηγυρικότητα και γραφικότητα όσον ολίγαι κέκτηνται πόλεις. Αφαιρέσατε τους μιναρέδες, κ' έχετε πόρρωθεν πολυπληθές χωρίον. Προσθέσατέ τους κ' έχετε την Λάρισσαν. Την Λάρισσαν την νέαν, την ανοιχτόδρομον, την ρυμοτομηθείσαν, την με γραμμάς ευρείας, τολμηράς, την υποστάσαν αληθές ξεκοίλιασμα[2], την ξετουρκωθείσαν, την εξελληνισθείσαν, την Λάρισσαν με το ευρύ της μέλλον … Η Λάρισσα υπέστη το φοβερόν της ξεκοίλιασμα και ήνοιξεν, ηύρυνε δρόμους εις παρισινά μπουλεβάρ, εκανόνισεν ευθείας, εμόφωσε πλατείας, έκοψεν, έρραψεν, έκαψεν, εκρήμνισεν, ηύθυνεν, όλα αυτά με έν δάνειον δημοτικόν 500.000 δραχμών, του οποίου αι 250,000 δεν εδαπανήθησσν, εκ δε των δαπανηθεισών, αντικρύσθησαν μεν αι δαπάναι της ρυμοτομίας, επληρώθησαν δέ αι αποζημιώσεις και εξεφύτρωσαν συνοικίαι ολόκληροι μαγαζειών δημοτικών, προς δε και Ξενοδοχείον του δήμου[3], διότι στερείται τοιούτων ευπρεπών η Πηνειούπολις …
Ενδιαφέρουσα δια την ποικιλίαν των φυλών της, την ζωήν της την πολλήν, δια την δημιουργικήν της κίνησιν, δια το παράδοξον της εικόνος της, δια την γοργότητα της αναπτύξεώς της, δια το μέλλον της το εύελπι. Είναι πόλις εν ζυμώσει. Όστις θέλει να ιδή κυοφορουμένας πόλεις, ας την επισκεφθή. Παρουσιάζει το θέαμα οικίας κτιζόμενης. Η Λάρισσα κτίζεται. Όλα γίνονται τώρα. Δρόμοι, πλατείαι, καταστήματα, οικοδομαί, ξενοδοχεία, εμπορικά, αγοραί. Σχεδόν και άνθρωποι. Διότι η Λάρισσα είναι χωρίς Λαρισσηνούς. Βλέπεις Αθηναίους, Πελοποννησίους, Στερεοελλαδίτας, Οθωμανούς, Εβραίους, Βλάχους, Γκέγκηδες, Ιταλούς, Φράγκους, Κωνσταντινουπολίτας, μόνον Λαρισσηνούς δεν βλέπεις. Πού είναι; Γίνονται. Βράζουν …
[Η Λάρισα είναι κάτι] μεταξύ Τουρκοπόλεως, Χριστιανουπόλεως, Εβραιοπόλεως, Ευρωποπόλεως. Δικασταί ανακατωμένοι με στρατιωτικούς, στρατιωτικοί με πολίτας, χανούμισσαι με Εβραίας. Διερμηνείς του Κορανίου με δεσποτάδες, χαμάμηδες με ελληνοδιδασκάλους, Ταλμούδ[4] και Ροβινσών, Εσθήρ και φουστανέλα, μελωδία εβραϊκή και απαγγελία ελληνική, αμανές και Τροβατόρε, γιαούρτι και κρέμα, αρνί αλά παλληκάρ και σαπουνοχαλβάς, Τσάμης[5] ξενοδόχος πρώην αρματωλός και Κωτσάκης εφέτης με όλον τον "μη μου άπτου" νεοπολιτισμόν του, λησταί εις τας φυλακάς και λησταί έξω των φυλακών, Όλυμπος δεξιά και αριστερά μουσική στρατιωτική με καδρίλιες του Όφενμπαχ, βλαχόκαλτσα και πτερνιστήρες, οικοδέσποιναι γαλλίδες ψωνίζουσαι εις την αγοράν και σαρακοντούτιδες χαλβαδόπλασται Λαρισσηναί ερωμέναι ληστών, έν μέγα καφενείον… χρυσοχοεία εγχώρια και χρυσοχοεία Ευρώπης, Δημαρχείον το οποίον καταρρέει και ξενοδοχείον του δημαρχείου το οποίον κτίζεται, δήμαρχος όστις είνε Ιθακήσιος[6] και πολιτευταί Λαρίσσης φαινόμενοι ως Ανατολίται, δικηγόροι από κάθε καρυδιάς καρύδι και ιατροί των οποίων ουδείς είνε εκ Λαρίσσης[7], μία Γέφυρα ήτις αριθμεί αιώνας και εφ' ής βλέπω χαραγμένον το σύγχρονον όνομα του στρατηγού Σαπουντζάκη, ποταμός όστις είνε πλωτός αλλ' άνευ ουδενός πλοιαρίου, σακκάδες οίτινες πωλούν νερό εφ' ίππων εντός δερματίνων σάκκων, στρατώνες πολυάριθμοι προσδίδοντες εις την πόλιν όψιν στρατοπέδου άνευ στρατού και ιππικόν άνευ ίππων. Ιδού η Λάρισα au vol d' oiseau (όπως βλέπουν τα πουλιά και μεταφορικά, με μια ματιά).
Το μεγαλύτερόν της θέλγητρον ο Πηνειός! Αι πόλεις ή παρά θάλασσαν ή με ποταμόν. Ο φίλος μεθ' ού περιδιάβαζον, εκ της από της γεφύρας θέας προς την δενδρόφυτον παρά τον Πηνειόν πλατείαν[8]…όπου μουσική, καφενείον εν κομψώ περιπτέρω, δένδρα πυκνά, ενόμισεν ότι ευρίσκεται εις τον Δούναβιν, παρά γερμανικήν κωμόπολιν… νεαροί βέηδες με τα πυργωτά φέσια των επί θυμοειδών ευμόρφων ίππων, διεσταύρουν και εκύκλουν τον κάμπον, ενώ Λαρισσόπουλα άρρενα και θήλεα εξώρμουν από του σχολείου ως ατίθασοι πώλοι εις το λιβάδι, μετά φωνών, γελώτων, κυνηγητού, πόρρωθεν δε ανεμίγνυεν αρκετά αηδείς και ασυναρτήτους μελωδίας η ανακρουομένη μουσική του Συντάγματος[9].
Εξ όλων αυτών, ο παρά τον Πηνειόν περίπατος μοί εφάνη ως το αναψυκτικώτερον των ατμοφαιρικών λουτρών".
----------------------------------------------
[1]. Ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848 Κωνσταντινούπολη-1920 Αθήνα) μαθήτευσε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και συνέχισε τις σπουδές του στη φιλολογία και τις πολιτικές επιστήμες στη Λειψία. Από το 1868 βρέθηκε στην Πόλη όπου δημοσιογραφούσε σε περιοδικά και εφημερίδες, αλλά το 1877 αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Αθήνα ώστε να αποφύγει τη σύλληψή του από τους Οθωμανούς για την επαναστατική του αρθρογραφία. Στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε διακεκριμένο δημοσιογράφο και τον Οκτώβριο του 1883 κυκλοφόρησε την εφημερίδα "Ακρόπολις", στην οποία μεταξύ των άλλων δημοσίευε σε συνέχειες πολλά κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων.
[2]. Ξεκοίλιασμα: μετάφραση του ιταλικού όρου sventramento, ο οποίος καθιερώθηκε για τις πόλεις εκείνες που εξυγιαίνονται ριζικώς οικοδομικά και ρυμοτομικά. Βλέπε: Βλασίου Γαβριηλίδου, Ανά την Θεσσαλίαν, εισαγωγή-επιμέλεια Γιάννης Α. Σακκελίων, Καίτη Γιαννούλου-Γιαννουκάκου, εκδ. "Έλλα", Λάρισα [1998] σελ. 83. Πρόκειται για μια ευπρεπή ανατύπωση με Προοίμιο, Εισαγωγή και Σχόλια, από τον εκδοτικό οίκο της πόλης μας "Ελλα" του αείμνηστου Αλέκου Ζούκα.
[3]. Ο Γαβριηλίδης αναφέρεται στο ξενοδοχείο "Το Στέμμα", το οποίο άρχισε να κτίζεται το 1887, επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη.
[4]. Το Ταλμούδ είναι το δεύτερο σε σπουδαιότητα ιερό κείμενο των Εβραίων και αποτελεί τη συνέχεια της Ιουδαϊκής Βίβλου.
[5]. Τσάμης ονομαζόταν ο κάτοικος της Τσαμουριάς, περιοχής της Θεσπρωτίας. Προέρχεται από παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις, του γνωστού σήμερα ως Καλαμάς.
[6]. Αναφέρεται στον Διονύσιο Γαλάτη από την Ιθάκη, ο οποίος βρέθηκε στη Λάρισα κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας εμπορευόμενος τον θεσσαλικό σίτο και ο οποίος διετέλεσε δήμαρχος κατά τα έτη 1877 - 1891.
[7]. Όσον αφορά τους ιατρούς ο Γαβριηλίδης δεν είναι καλά ενημερωμένος. Τη χρονολογία της επίσκεψής του (1890) η πλειονότητά τους ήταν Λαρισαίοι (Αναστάσιος Ζαρμάνης, Αχιλλεύς Λογιωτάτου, Αχιλλεύς Αστεριάδης, Γεώργιος Σακελλαρίδης και άλλοι).
[8].Εννοεί την αριστερή παρόχθια περιοχή του Πηνειού και το Άλσος των Μουσών (Αλκαζάρ), όπου σήμερα βρίσκεται το Κηποθέατρο.
[9]. Το 1883 επί δημαρχίας Αργυρίου Διδίκα, κατασκευάστηκε στην περιοχή του Αλκαζάρ μαρμάρινη στρόγγυλη υπερυψωμένη εξέδρα, στην οποία εκτελούσε διάφορα μουσικά προγράμματα η στρατιωτική μπάντα, για να ψυχαγωγούνται οι περιπατητές. Το 1896 επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Αναστασιάδη η εξέδρα μεταφέρθηκε στην Κεντρική πλατεία.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Δρόμος της Λάρισας (1851)

Δρόμος της Λαρίσσης. Χαρακτικό από το οδοιπορικό του Hippolyte Lapeyre,"Journal d‘ un voyageur en Egypte, en Grèce et en Turquie". 1851. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Δρόμος της Λαρίσσης. Χαρακτικό από το οδοιπορικό του Hippolyte Lapeyre,"Journal d‘ un voyageur en Egypte, en Grèce et en Turquie". 1851. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.
Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Γάλλος Hippolyte Lapeyre, γραμματέας της Α. Ε. του Σαμί Πασά, με παρέα λιγοστών φίλων του, πραγματοποίησε ένα μακρινό και πολυμηνο ταξίδι.
Περιηγήθηκε την Αίγυπτο, την Τουρκία και ολοκλήρωσε το οδοιπορικό του με την Ελλάδα, η οποία είχε μόλις τρεις περίπου δεκαετίες ελεύθερου βίου και η έκτασή της προς βορράν έφθανε μέχρι τον Δομοκό. Όπως ήταν τότε η συνήθεια, ολοκληρώνοντας το ταξίδι του ο Lapeyre κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα λεπτομερές οδοιπορικό που είχε τον τίτλο: Journal d‘ un voyageur en Egypt, en Grece et en Turquie [Το ημερολόγιο ενός ταξιδιώτη στην Αίγυπτο, την Ελλάδα και την Τουρκία].
Το 1851 στην εβδομαδιαία εφημερίδα των Παρισίων L’ Illustration Journal Universel[1], δημοσιεύθηκε ένα μέρος των εντυπώσεών του που έχει σχέση με την περιοχή μας, με τίτλο: «Larisse, le mont Olymp, le mont Ossa. Aly Tchucca, Histoire d’ un chef de Brigands» [Λάρισα, Όλυμπος, Όσσα. Ο Αλή Τσούκα, η ιστορία ενός λήσταρχου]. Το κείμενο είναι εμπλουτισμένο και με τέσσερα χαρακτικά, εκ των οποίων τα τρία αφορούν απόψεις της Λάρισας, ενώ το τέταρτο είναι μια απεικόνιση του λήσταρχου Αλή Τσούκα.
Από το κείμενο αυτό απομονώσαμε τις εντυπώσεις του Lapeyre που έχουν σχέση με τη Λάρισα. Είναι γενικές, κυρίως ιστορικές και μάλιστα οι περισσότερες λανθασμένες, γι' αυτό και αναφέρονται ελάχιστες. Ερχόμενος από τη Μακεδονία, πέρασε από τη γραφική Κοιλάδα των Τεμπών και στάθμευσε στο χάνι που υπήρχε δίπλα από τον τεκέ του Χασάν Μπαμπά. Η μετάφραση είναι της Χριστίνας Polese.
"Αφήσαμε τα τελευταία άλση της κοιλάδας των Τεμπών. Βαδίζαμε πάνω σε μια γη αμμώδη και πετρώδη, πολύ κουραστική για τα άλογα. Οι δρόμοι γίνονταν άσχημοι, όμως το τοπίο δεν έχανε τίποτε από το επιβλητικό του μεγαλείο. Τεράστια βουνά περιέσφιγγαν τον ορίζοντά μας. Διακρίναμε ήδη τις στρογγυλεμένες κορυφές του Ολύμπου και ένα μικρό ύψωμα[2) στο οποίο σκαρφαλώσαμε με καλπασμό, μας επέτρεψε να θαυμάσουμε την απέραντη και καταπράσινη πεδιάδα της Λάρισας. Ποτέ δεν προσφέρθηκε στα μάτια μας παρόμοιο θέαμα. Η πόλη του Αχιλλέα[3], βυθισμένη στην πρωινή ομίχλη, εμφανιζόταν στο βάθος μακριά με το φωτοστέφανο των μεγάλων αναμνήσεων, που η ιστορία και η ποίηση κάνουν να ακτινοβολούν ζηλευτά πάνω από το όνομά της.
Η Λάρισα, νάτη μπροστά μας! Ο Πηνειός, σήμερα Σαλαμπριά, ο μυθολογικός πατέρας της Δάφνης, κυλούσε μπροστά στα πόδια της πόλης σαν ασημένια κορδέλα, τα νερά του που φωτίζονταν από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Είναι τα νερά πλάι στα οποία ο Απόλλων σταμάτησε νικημένος κατά την ερωτική του καταδίωξη και τα οποία πότισαν τα καλάμια από τα οποία ο θεός Πάνας κατασκεύασε τη φλογέρα του. Οι ψηλόλιγνοι κώνοι των μιναρέδων διέγραφαν αόριστα, μέσα στο γαλάζιο του ουρανού τη λυγερή και κομψή σιλουέτα τους! Στα δεξιά ο μεγαλοπρεπής Όλυμπος ύψωνε πάνω από την πεδιάδα τις περήφανες κορυφές του, ορφανές σήμερα από τους θεούς τους. Στο βάθος του πίνακα, ανάμεσα στη Θεσσαλία και την αρχαία Ήπειρο, αναδύονταν η μακριά οροσειρά της Πίνδου, της οποίας η ηχώ αδυνατεί να επαναλάβει τα άσματα του Απόλλωνα και των Μουσών, των αλλοτινών ιερών φιλοξενουμένων της. Η εντύπωση του μεγαλειώδους και όμορφου αυτού τοπίου μας συνεπήρε με κυριαρχική δύναμη, δανεισμένη από τη συγκίνηση των αναμνήσεων".
Σε άλλο πάλι σημείο ο Lapeyre γράφει: "Η Λάρισα είναι μια άσχημη πόλη με δρόμους βρώμικους και γεμάτους στροφές. Μπήκαμε στην πόλη από ένα προάστιο, όπου μας περίμενε ένα παράξενο θέαμα. Κάπου εκατό νέγρες συγκεντρωμένες σε μια μεγάλη πλατεία, κάτω από τον καυτό ήλιο, επιδίδονταν σε απίστευτα παιχνίδια. Άλλες πέφτοντας μπρούμυτα, περπατούσαν με τα γόνατα και έσκαβαν το χώμα με τα δόντια τους. Κάποιες άλλες μωλώπιζαν τη ράχη τους κτυπώντας τη με ραβδί. Ενώ τέλος κάποιες άλλες έκαναν κύκλο και γύριζαν γύρω-γύρω, μέχρι να πέσουν κάτω από την εξάντληση. Τότε γριές νέγρες μέγαιρες μαστίγωναν τις χορεύτριες, οι οποίες μόλις συνέρχονταν άρχιζαν ξανά την ίδια άσκηση με ξέφρενο ρυθμό. Κάποιοι μας είπαν ότι ο νέγρικος πληθυσμός της Λάρισας είχε τη συνήθεια να συγκεντρώνεται κάθε Παρασκευή, προκειμένου να επιδοθεί σ’ αυτή τη φανταστική διασκέδαση, στην οποία πιστέψαμε πως διακρίναμε πρωτίστως ένα δείγμα μακάβριου χορού.
Η Λάρισα, το σημερινό Γενί Σεχίρ, δεν παρουσιάζει κανένα αξιοσημείωτο μνημείο. Μάταια αναζητήσαμε κάποιο ερείπιο που να μας μιλάει για την αλλοτινή ζωή της. Ένα όνομα, μόνον ένα όνομα! Να τι απέμεινε από την πόλη του Αχιλλέα. Όμως τα ενθύμια με τα οποία επιβραβεύθηκε το πνεύμα σβήνουν πιο δύσκολα από τα πέτρινα μνημεία. Γι’ αυτό οι ενθυμήσεις δεν μας έλειψαν. Εξάλλου κάθε φορά που αισθανόμαστε να μας βαραίνει υπερβολικά η φθηνή πραγματικότητα, δεν έχουμε παρά να ανοίξουμε τα παράθυρά μας και να κοιτάξουμε, πέρα μακριά τον Όλυμπο κι’ εδώ κοντά τον Πηνειό, δυο μνημεία άφθαρτα, των οποίων η παρουσία βοηθούσε μοναδικά τις περιπλανήσεις τη σκέψης μας μέσα στις υπέροχες παραδόσεις, όπου ο μύθος μπερδεύεται τόσο ποιητικά με την ιστορία".
Το σημερινό χαρακτικό απεικονίζει κάποιον δρόμο της Λάρισας και στο βάθος διακρίνεται ένα τζαμί της πόλης με τρούλο και τον μιναρέ του. Δεν έχει ταυτισθεί ποιο τζαμί είναι. Γνωρίζουμε όμως ότι κατά την ύστερη τουρκοκρατία στη Λάρισα υπήρχαν μόνον δύο τζαμιά με τρούλο, του Χασάν μπέη κοντά στη γέφυρα και του Ομέρ μπέη, κοντά στη σημερινή οδό Γαριβάλδη. Μορφολογικά όμως δεν μοιάζει με κανένα από τα δύο.
---------------------------------------------------
[1]. L’ Illustration Journal Universel, Παρίσι, τεύχος 459, της 13ης Δεκεμβρίου 1851, σελ. 375-379.
[2]. Είναι το ύψωμα στην περιοχή του Μακρυχωρίου καθώς έρχεται κάποιος από τα Τέμπη στη Λάρισα. Πραγματικά ο οδοιπόρος καθώς εγγίζει στο ψηλότερο σημείο του λόφου, εκεί ακριβώς όπου σήμερα τα αυτοκίνητα εκτρέπονται από την εθνική οδό, έχει μια απέραντη θέα σε όλη την πεδιάδα της Κεντρικής Θεσσαλίας.
[3]. Εδώ ο Γάλλος περιηγητής συγχέει τη Λάρισα με την αρχαία Φάρσαλο, η οποία ήταν η πόλη του Αχιλλέα. Την ίδια πληροφορία επαναλαμβάνει στο κείμενο αρκετές φορές.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com