Κυριακή 22 Μαΐου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Κτίριο του Ηλεκτροφωτισμού (ΟΥΗΛ)

Η Ηλεκτρική Εταιρεία Λάρισας


Το κτίριο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ΟΥΗΛ,  στη θέση όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το ημιτελές Θέατρο του ΟΥΗΛ.  Φωτογραφία του Χρ. Τσόκανου λίγο πριν την κατεδάφισή του.Το κτίριο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ΟΥΗΛ, στη θέση όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το ημιτελές Θέατρο του ΟΥΗΛ. Φωτογραφία του Χρ. Τσόκανου λίγο πριν την κατεδάφισή του.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η Λάρισα, συγκριτικά με άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας μας, άργησε πολύ να αποκτήσει αξιοπρεπή ηλεκτροφωτισμό, ικανό να καλύπτει και τις ακραίες συνοικίες της. Η ιστορία του φωτισμού της πέρασε από πολλές περιπέτειες μέχρις ότου να φθάσει σε αξιοπρεπή επίπεδα και αυτό χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία μερικών «τολμηρών» Λαρισαίων.


Στη σημερινή φωτογραφία απεικονίζεται ένα μέρος των εγκαταστάσεων, οι οποίες είχαν κατασκευασθεί πριν το 1930 επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα για να στεγάσουν τις μηχανές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ηλεκτρογεννήτριες) στη Λάρισα. Οι εγκαταστάσεις αυτές καταλάμβαναν το τετράγωνο που περικλείεται σήμερα από τους δρόμους Κουμουνδούρου - Ανθίμου Γαζή - Βελή και ανατολικά από ένα ανώνυμο μικρό σοκάκι, δίπλα από το οποίο σήμερα είναι κτισμένο το κεντρικό κτίριο της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Οι ηλεκτρικές αυτές εγκαταστάσεις, μαζί με τον Μύλο του Παππά ήταν τα μόνα μεγάλα βιομηχανικά κτίσματα που διέθετε για χρόνια η πόλη. Και ενώ ο Μύλος του Παππά αξιοποιήθηκε από τις Δημοτικές Αρχές θαυμάσια και σήμερα αποτελεί μια κυψέλη πολιτισμού για την πόλη, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του Οργανισμού Υδρεύσεως και Ηλεκτρισμού Λαρίσης (ΟΥΗΛ) κατεδαφίσθηκαν για να ανεγερθεί το Δημοτικό Θέατρο [1].
Μετά την απελευθέρωση η Δημοτική Αρχή προσπαθούσε να φωτίσει τα κεντρικά σημεία της πόλης τοποθετώντας φανάρια πετρελαίου ή οινοπνεύματος. Σε παλιές φωτογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα που απεικονίζουν την Κεντρική πλατεία, μπορεί κανείς να διακρίνει ψηλούς σιδερένιους φανοστάτες με ωραία σχέδια, στην κορυφή των οποίων τοποθετούσαν τις λεγόμενες γκαζόλαμπες. Ένα μικρό δοχείο που το εφοδίαζαν με τη φωτιστική ύλη και φυτίλι, περιβαλλόταν κυκλικά από γυαλί και κάθε βράδυ συγκεκριμένη ώρα περνούσε ειδικός υπάλληλος, καθάριζε το γυαλί, άλλαζε το φυτίλι και εφοδίαζε με πετρέλαιο ή οινόπνευμα τη συσκευή. Συνήθως την εργασία αυτήν την ανέθετε ο Δήμος σε ειδικά συνεργεία έπειτα από διαγωνισμό. Όμως οι αντιδράσεις για τη σωστή λειτουργία τους ήταν συχνές και έντονες, καθώς ο φωτισμός δεν διαρκούσε μέχρι το πρωί, άλλοτε δεν λειτουργούσαν όλοι οι φανοστάτες και κυρίως δεν εξυπηρετούσαν τις συνοικίες. Έτσι κάποιος που ήταν αναγκασμένος να βγει το βράδυ έξω, έπαιρνε μαζί του και ένα φανάρι. Το 1899 η Γαλλοελληνική Εταιρεία Ασετιλίνης ανέλαβε τον φωτισμό της Λάρισας. Όμως ηλεκτρικό φωτισμό είδε η πόλη το 1909, έπειτα από ιδιωτική πρωτοβουλία. Συγκεκριμένα το 1906 τον επάνω όροφο του Μεγάρου του Μεχμέτ Χατζημέτου [2] ενοικίασε ο Ιωάννης Ασλάνης, ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας από την Αθήνα και τον διαμόρφωσε σε πολυτελή λέσχη. Για τον λόγο αυτόν και το συγκεκριμένο κτίριο έμεινε γνωστό στην ιστορία της Λάρισας σαν Λέσχη Ασλάνη. Τα καλοκαίρια η Λέσχη άπλωνε τραπεζάκια απέναντι, στον χώρο της Κεντρικής πλατείας. Το 1909 ο Ασλάνης είχε τη φαεινή ιδέα να εγκαταστήσει στα υπόγεια του κτιρίου της Λέσχης μια μικρή μηχανή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και να φωτίσει τα τραπεζάκια της Πλατείας. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε έκπληξη για τους κατοίκους, οι οποίοι δεν είχαν δει στη ζωή τους ηλεκτρικό φως και έτρεξαν απ’ όλα τα μέρη της πόλης για να θαυμάσουν το γεγονός.
Την ίδια χρονιά το Δημοτικό Συμβούλιο επί δημαρχίας Αχιλλέα Αστεριάδη ήλθε σε συνεννόηση με τον Όμιλο «Πηνειός» από την Κέρκυρα και υπέγραψε σύμβαση, με την οποία παραχωρούσε στην εταιρεία το προνόμιο ηλεκτροδότησης και ύδρευσης της Λάρισας για πενήντα χρόνια. Όμως ο «Πηνειός» δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε σοβαρές εργασίες και τo 1913 αναγκάσθηκε να εκχωρήσει τα δικαιώματά της στη Γαλλική «Omnium», η οποία κατάφερε μέσα σε έναν χρόνο να ηλεκτροδοτήσει τα κεντρικά σημεία της πόλης, τα καταστήματα και πολλές κατοικίες. Όμως η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέστειλε τη δράση της και όταν το 1918 επανέλαβε τις εργασίες της, αυτές ήταν υποτονικές, ο φωτισμός ανεπαρκής και διακεκομμένος, με αποτέλεσμα να επισύρει την κατακραυγή του κόσμου. Την κατάλληλη στιγμή διακεκριμένοι πολίτες της Λάρισας έκριναν ότι έπρεπε να απαλλαγούν από την «Omnium» και έπειτα από διαβουλεύσεις συνέστησαν το 1924 επιτροπή με πρόεδρο τον μετέπειτα δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα και μέλη γνωστά πρόσωπα της λαρισαϊκής κοινωνίας και κήρυξαν την «Omnium» έκπτωτη. Και προκειμένου να αντιμετωπίσουν το οικονομικό πρόβλημα που απαιτούσε το θέμα του ηλεκτρισμού και της ύδρευσης της πόλης σύστησαν συνεταιρισμό καταναλωτών, στον οποίο συμμετείχε και ο Δήμος, την οποία ονόμασαν ΕΥΗΛ, δηλ. Εταιρεία Υδρεύσεως Ηλεκτρισμού Λαρίσης. Η Εταιρεία προχώρησε με γρήγορα και σταθερά βήματα. Η πόλη το 1925 απέκτησε επιτέλους φωτισμό χωρίς εμπόδια και διακοπές και στις 7 Δεκεμβρίου 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον Υδατόπυργο, άνοιξε τη στρόφιγγα και το νερό, καθαρό και υγιεινό, έφθασε σε όλα τα σπίτια της Λάρισας.
Τον Αύγουστο του 1940 η ΕΥΗΛ μετονομάσθηκε σε ΟΥΗΛ, δηλ. Οργανισμό Υδρεύσεως και Ηλεκτρισμού Λαρίσης, ο οποίος παρείχε φθηνό ρεύμα και νερό ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Λάρισας. Το 1960 το τμήμα του ηλεκτροφωτισμού του ΟΥΗΛ εξαγοράσθηκε από τη ΔΕΗ και έμεινε στον οργανισμό μόνον η ύδρευση, η οποία το 1974 περιήλθε στον Δήμο και μετονομάσθηκε σε ΔΕΥΛ, δηλ. Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης.
Το 2002 τα κτίρια της Ηλεκτρικής Εταιρείας, όπως ονόμαζαν οι Λαρισαίοι το κτιριακό συγκρότημα όπου στεγάζονταν οι ηλεκτρογεννήτριες, κατεδαφίσθηκαν και άρχισαν οι εργασίες ανοικοδόμησης του Δημοτικού Θεάτρου, το οποίο δυστυχώς δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

————————————————————
[1]. Αν ανατρέξει κανείς στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου της Λάρισας από το 1881, έτος απελευθέρωσης της Θεσσαλίας, μέχρι σήμερα, θα διαπιστώσει ότι κατά καιρούς είχε προταθεί σχεδόν από όλους τους δημάρχους της η κατασκευή Δημοτικού Θεάτρου, όμως οι προτάσεις αυτές έμεναν προσδοκίες ανεκπλήρωτες. Πέρασαν από τότε 141 χρόνια και η Λάρισα, μία από τις μεγαλύτερες και ραγδαία αναπτυσσόμενες πόλεις της χώρας, δεν έχει ακόμη ένα ολοκληρωμένο Δημοτικό Θέατρο.
[2]. Ο Μεχμέτ Χατζημέτου ήταν ένας πλούσιος μουσουλμάνος της Λάρισας, ο οποίος δεν εγκατέλειψε το 1881 τη Λάρισα όπως πολλοί άλλοι Οθωμανοί. Ήταν γαιοκτήμονας και κάτοχος πολλών ακινήτων μέσα στην πόλη. Διετέλεσε πρόεδρος της Μουσουλμανικής Κοινότητας της Λάρισας και για ένα διάστημα ήταν και Μουφτής. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ιωάννης Ασλάνης, ο λεσχάρχης, εφ. Larissanet, Λάρισα, φύλλο της 1ης Ιουλίου 2016.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Δημοτική (Νέα) Αγορά

 
Το κτίριο της Νέας Δημοτικής Αγοράς, στα πρώτα χρόνια  της λειτουργίας του. Αρχείο Μιχαήλ Σάπκα 1934Το κτίριο της Νέας Δημοτικής Αγοράς, στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του. Αρχείο Μιχαήλ Σάπκα 1934

Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει τη Δημοτική Αγορά της Λάρισας ή Νέα Αγορά όπως ήταν η κοινή ονομασία της.

Η λήψη της έγινε αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της το 1933. Προέρχεται από το αρχείο του παλιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα και συμπεριλήφθηκε μαζί με άλλες σε προεκλογικό φυλλάδιο, το οποίο κυκλοφόρησε τις παραμονές των δημοτικών εκλογών (Φεβρουάριος 1934). Ο φωτογράφος δεν μας είναι γνωστός. Πιθανολογείται όμως ότι μπορεί να είναι ο ζωγράφος-αγιογράφος Παντελής Γκίνης (1888-1988), καθώς τα παλιά χρόνια πολλοί ζωγράφοι διέπρεψαν και στην τέχνη της φωτογραφίας. Πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή του κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς, θα παρακολουθήσουμε εν συντομία τη διαδοχική χρήση του χώρου αυτού από το 1881 μέχρι σήμερα.
Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους, ο χώρος αυτός της Νέας Αγοράς ήταν ενιαίος με το διπλανό κονάκι του Τούρκου Χουσνή μπέη, το οποίο είχε αγοράσει το 1881 ο βασιλιάς Γεώργιος Α’. Το 1897 χαρακτικό της εποχής[1] απεικονίζει τον χώρο γυμνό, αδιαμόρφωτο και εγκαταλειμμένο. Με την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως του 1884 και τη δημιουργία της οδού Μακεδονίας (σήμερα Βενιζέλου) ο χώρος τετραγωνίστηκε, ισοπεδώθηκε, πεζοδρομήθηκε και διαμορφώθηκε σε πλατεία. Δένδρα φυτεύτηκαν περιφερειακά σε διπλή σειρά, ενώ ο υπόλοιπος χώρος ήταν ακάλυπτος. Το κατάστρωμα της πλατείας, όπως άλλωστε και όλοι οι δρόμοι της Λάρισας, δεν είχαν γνωρίσει ακόμη την πολυτέλεια της ασφάλτου. Σκέτο πατημένο χώμα, που με την ελαφρότερη πνοή του ανέμου η σκόνη διαχεόταν ενοχλητική στην ατμόσφαιρα. Οι καταστηματάρχες μάταια προσπαθούσαν να μετριάσουν το κακό, καταβρέχοντας το έδαφος με ποτιστήρια, κάνοντας οικονομία στο νερό, γιατί το αγόραζαν από τους σακατζήδες νερουλάδες που το μετέφεραν από τον Πηνειό. Σε φωτογραφίες της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα του Στέφανου Στουρνάρα, παρατηρούμε ότι ο χώρος αυτός διαμορφώθηκε σε μια ευρύχωρη πλατεία η οποία λόγω της γειτνίασης με τα ανάκτορα ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Η πλατεία αυτή δεν ήταν σαν την Κεντρική πλατεία Θέμιδος (Μιχαήλ Σάπκα σήμερα), η οποία είχε κίνηση όλη την ημέρα και συγκέντρωνε τους κοσμικούς της παλιάς Λάρισας. Εδώ ήταν η πλατεία όπου συναντιόνταν οι εργαζόμενοι, οι οποίοι έπειτα από τον ολοήμερο κάματο πήγαιναν εκεί για να ξεκουραστούν, πίνοντας το αναψυκτικό ή το τσιπουράκι τους και συζητώντας επαγγελματικά ζητήματα ή επίκαιρα θέματα. Αν περνούσε κανείς τις απογευματινές ή τις βραδινές ώρες, θα έβλεπε την πλατεία να σφύζει από ζωή.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν η πλατεία, όταν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή εν συνεχεία των πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών, άρχισαν να καταφθάνουν κατά κύματα οι πρόσφυγες, οι οποίοι στεγάστηκαν πρόχειρα σε τουρκόσπιτα που είχαν εγκαταλειφθεί από τους ενοίκους τους ή και σε άλλα κτίσματα, δημόσια ή ιδιωτικά, που ήταν διαθέσιμα. Στη Λάρισα σχεδόν αμέσως προέκυψε και θέμα επαγγελματικής στέγης για τους πρόσφυγες. Ο Δήμος για να διευκολύνει την κατάσταση, παραχώρησε την πλατεία Ανακτόρων και με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, δημιουργήθηκαν πρόχειρα παραπήγματα κατασκευασμένα από ξύλα και λαμαρίνες, όπου λειτούργησαν κάθε είδους μικρομάγαζα, άναρχα χωροθετημένα. Μπακάλικα, μανάβικα, ψαράδικα, καφενεία και άλλες μικροεπιχειρήσεις κάθε είδους ξεπρόβαλλαν ξαφνικά από ανθρώπους που προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν τα προς το ζην. Όμως κάποια στιγμή η συσσώρευση των παραγκών είχε δημιουργήσει το αδιαχώρητο, ενώ συγχρόνως η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη καθώς απουσίαζαν οι χώροι υγιεινής. Τον χειμώνα οι λάσπες και η υγρασία επιβάρυναν την υγεία των επαγγελματιών και δυσχέραιναν την επίσκεψη των αγοραστών.
Εν τω μεταξύ το 1925 εκλέχθηκε δήμαρχος ο Μιχαήλ Σάπκας, ο οποίος μεταξύ των άλλων έργων που είχε προγραμματίσει ήταν και η ανοικοδόμηση μεγάλης Δημοτικής Αγοράς. Σαν χώρο ανέγερσης προτάθηκαν διάφορα οικόπεδα. Τελικά, έπειτα από παλινωδίες και αντεγκλήσεις ετών επιλέχθηκε η Πλατεία Ανακτόρων και ύστερα από μεγάλες δυσκολίες τα παραπήγματα απομακρύνθηκαν.
Η Δημοτική Αγορά άρχισε να οικοδομείται κατά τη διάρκεια της δεύτερης δημαρχιακής θητείας του Σάπκα (1929-1934). Το κτίριο είχε εμβαδόν 49,50 Χ 42,50 μέτρα και προσαρμόστηκε στο σχήμα της πλατείας. Τα καταστήματα ήταν στη σειρά περιμετρικά, μέσα και έξω, ενώ στο κέντρο υπήρχε αίθριο. Η αρχιτεκτονική και στατική μελέτη του είχε εκπονηθεί από το υπουργείο Δημοσίων Έργων, ενώ την εργολαβία ανέλαβε ο μηχανικός Κωνσταντίνος Μιχαλέας. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε το κτίριο να έχει υπόγειο και δύο ορόφους, ενώ στην περιοχή του αίθριου θα στεγαζόταν από υαλόφρακτη διαφανή στέγη. Η μεγάλη δαπάνη όμως που απαιτούσε η κατασκευή του, υποχρέωσε τον Δήμο να κατασκευάσει αρχικά μόνο το ισόγειο, ενώ η ολοκλήρωσή του προβλεπόταν να γίνει σε μια δεύτερη φάση. Το έργο κατασκευάστηκε με σιδηροπαγές σκυρόδεμα και τα εγκαίνια έγιναν με επισημότητα τον Δεκέμβριο του 1933, δύο περίπου μήνες πριν από τις δημοτικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 1934, δηλαδή προεκλογικά. Όπως είναι γνωστό, στις εκλογές αυτές ο εμπνευστής του έργου Μιχ. Σάπκας απέτυχε να επανεκλεγεί και ο διάδοχός του Στυλιανός Αστεριάδης, ο επιλεγόμενος Πατόφλας, δεν το ολοκλήρωσε.
Όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία του 1934, η Δημοτική αγορά ήταν ένα κτίριο μεγάλων διαστάσεων. Είχε συνολικά στη σειρά 56 καταστήματα, κατανεμημένα στην εξωτερική και εσωτερική πλευρά του. Όλα διέθεταν ευρύχωρα υπόγεια. Η πρόσβαση στο εσωτερικό του γινόταν από τέσσερις μεγαλοπρεπείς εισόδους, μία σε κάθε πλευρά. Υπόστεγα πλάτους τεσσάρων μέτρων κάλυπταν περιμετρικά όλα τα καταστήματα, ώστε να διευκολύνεται η διακίνηση του κόσμου και με δυσμενείς καιρικές συνθήκες[2]. Στα καταστήματα στεγάστηκαν κατά προτεραιότητα οι πρόσφυγες, καθώς και τα κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, οπωροπωλεία και άλλα καταστήματα τροφίμων που βρίσκονταν κυρίως στη ρυπαρή τότε οδό Πανός.
Η ζωή της Δημοτικής Αγοράς υπήρξε σύντομη, μόλις 45 χρόνια. Το καλοκαίρι του 1978, επί δημαρχίας Αγαμέμνονα Μπλάνα, με την κατεδάφιση έκλεισε τον κύκλο της[3], με την προοπτική να γίνει χώρος πρασίνου.


[1]. Στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde Illustree» των Παρισίων της 17ης Απριλίου 1897.
[2]. Γουργιώτης Γεώργιος, Μικρά μελετήματα. Η μικρή ιστορία της Δημοτικής μας Αγοράς, έκδοση του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας, Αθήνα (2000), σελ. 97-100.
[3]. Η ιδέα της κατεδάφισης είχε τεθεί από την περίοδο της επταετίας (1971), αλλά το προεδρικό διάταγμα δημοσιεύθηκε το 1977. Η απόφαση κατεδάφισης διαίρεσε το κοινό της πόλης, αλλά τελικά τον Αύγουστο του 1978 η καταστροφή της είχε ολοκληρωθεί.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

 

Ιστορικά

«Αλευάδες»: Οι αριστοκράτες της Λάρισας


Αλευάς ο Πυρρός (νόμισμα 4ου αι. π.Χ.)Αλευάς ο Πυρρός (νόμισμα 4ου αι. π.Χ.)

Aπό τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο


* Στην αρχαιότητα οι Αλευάδες ήταν μια μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια μεγαλοκτηματιών με έδρα τη Λάρισα.

Για πολλούς αιώνες ήταν ο ευγενέστερος και ισχυρότερος οίκος σ’ όλη τη Θεσσαλία. Ηγεμόνευε σχεδόν συνεχώς από τον 7ο αι. π.Χ. Ο Ηρόδοτος τους αναφέρει ως «Κυβερνήτες»και «Βασιλείς».
Γενάρχης τους ήταν ο Αλευάς ο Πυρρός (κοκκινομάλλης). Αναφέρεται σαν «Ταγός της Θεσσαλίας». Καταγόταν από τον μυθικό Θεσσαλό (είναι ο ήρωας που κατέκτησε κάποτε τη Θεσσαλία κι έδωσε στην περιοχή το όνομά του). Η περίοδος που κυβέρνησε ο Αλευάς ο Πυρρός τοποθετείται ανάμεσα στην κάθοδο των τελευταίων Δωριέων και την εποχή που ήταν τύραννος των Αθηναίων ο Πεισίστρατος. Ο Αριστοτέλης, στο απολεσθέν έργο του «Θεσσαλών Πολιτεία», σημειώνει πως ο Πυρρός χώρισε τη Θεσσαλία σε 4 περιοχές.
* Ο σχηματισμός του «Κοινού»: Αυτές ονομάστηκαν «Τετράδες» ή «Μοίρες»: Πελασγιώτιδα - Εστιαιώτιδα - Θεσσαλιώτιδα - Φθιώτιδα (Λάρισα, Τρίκαλα, Καρδίτσα, Φάρσαλα). Η διαίρεση αυτή είχε κυρίως γεωγραφικό, οικονομικό και διοικητικό χαρακτήρα. Τον 6ο αι. π.Χ. οι θεσσαλικές πόλεις συγκροτούν ομόσπονδο κράτος με πολιτικό και οικονομικό γνώρισμα, το «Κοινόν των Θετταλών». Πρωτοστατούν οι 4 σπουδαιότερες οικογένειες στη Θεσσαλία: Αλευάδες στη Λάρισα - Σκοπάδες στην Κραννώνα - Εχεκρατίδες (Αντιοχίδες) στα Φάρσαλα και η οικογένεια Κινέα στους Γόνους.
Διοικούνταν από 6μελές διευθυντήριο που εκλεγόταν μεταξύ των ευγενών σε εκλογές που γίνονταν στη Λάρισα. Μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις, όπως πολεμική σύγκρουση, εξέλεγαν έναν κοινό άρχοντα που ονομαζόταν «Ταγός» (αυτός που «τάσσει» τους άνδρες, ο ηγήτορας). Αυτός είχε εξουσία ανάλογη μ’ αυτή του δικτάτορα και θύμιζε τους βασιλείς τού περασμένου αιώνα. Ως πρώτος Ταγός αναφέρεται ο Αλευάς ο Πυρρός. Αυτός οργάνωσε στρατιωτικά το «Κοινόν». Κάθε «Τετράδα» τής Θεσσαλίας ήταν διαιρεμένη κατά κλήρους, ο καθένας από τους οποίους πρόσφερε 40 ιππείς και 80 οπλίτες. Ο Ξενοφών αναφέρει ότι σε πολεμικές περιόδους συγκεντρώνονταν 6.000 ιππείς και 10.000 οπλίτες.
* Η σύμπραξη με τον Ξέρξη: Η κυριαρχία των Αλευάδων δεν περιορίστηκε στη Λάρισα, αλλά επεκτάθηκε σ’ ολόκληρη τη Θεσσαλία, δημιουργώντας μια ισχυρή αριστοκρατία. Όταν ήταν Ταγός ο Αλευάς Β’, ο ποιητής Σιμωνίδης υπήρξε προσωπικός του φίλος. Ο Αλευάς Β’ είχε 3 γιους: τον Θώρακα (υπάρχει η «ΟΔΟΣ ΘΩΡΑΚΑ» στην περιοχή Ηπειρώτικα), τον Ευρύπολο και τον Θρασίδαιο. Με την επίθεση τού Ξέρξη οι τρεις αυτοί γιοι πήγαν απεσταλμένοι στον βασιλιά για να δηλώσουν υποταγή. Με το πέρας των Περσικών πολέμων, ο βασιλιάς τής Σπάρτης Λεωτυχίδας, έκανε εκστρατεία για να τιμωρήσει τους Θεσσαλούς. Μπορούσε να τους κατακτήσει, αλλά οι Αλευάδες τον δωροδόκησαν και δεν το έκανε. Αυτό δείχνει ότι οι Αλευάδες είχαν ακόμη την εξουσία στη Θεσσαλία.
* Η αποδυνάμωση του Οίκου: Μια άλλη θεσσαλική δυναστεία, η δυναστεία των Φερών, άρχισε αργότερα να περιορίζει και να εκτοπίζει τους Αλευάδες από την εξουσία. Γίνεται τώρα Ταγός ο Ιάσων ο Φεραίος και μετά ο Αλέξανδρος ο Φεραίος. Όμως οι Αλευάδες κάλεσαν τον γιο τού Αμύντα Γ’ της Μακεδονίας και μετά τον γνωστό Θηβαίο στρατηγό Πελοπίδα, που τους αποκατέστησαν στην εξουσία. Όταν ο Φίλιππος έγινε βασιλιάς τής Μακεδονίας, κατέστησε τους Αλευάδες υποτελείς, αλλά και συμμάχους. Τους χρησιμοποίησε τελικά για να ισχυροποιήσει την κυριαρχία του στη Θεσσαλία.
* Η αγάπη τους για τις καλές Τέχνες: Οι Αλευάδες ήταν φιλόμουσοι και στην αυλή τους φιλοξενούσαν προσωπικότητες τού πνεύματος τής τότε εποχής: Σιμωνίδης, Γοργίας, Ανακρέων, Πίνδαρος, Βακχυλίδης, σοφιστής Γοργίας, ιατρός Ιπποκράτης. Μάλιστα ο Σιμωνίδης και ο Πίνδαρος ύμνησαν τις νίκες των Αλευάδων στους ιππικούς αγώνες και στα Πύθια. Διατηρούσαν ανάκτορα στη Λάρισα και εντυπωσίαζαν τους καλεσμένους τους με την πολυτελή ζωή, το πλήθος των δούλων, τα αναρίθμητα φημισμένα άλογα και τις γεμάτες χλιδή γιορτές τους...
* Στη συνοικία τής Φιλιππούπολης στη Λάρισα υπάρχει η «ΟΔΟΣ ΑΛΕΥΑΔΩΝ»...

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο πρόχειρος ναός του Αγ. Βησσαρίωνος


Η μεταπολεμική παράγκα του ναΐσκου του Αγ. Βησσαρίωνος στον Κήπο των Ανακτόρων. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Τάκη Τλούπα στο βιβλίο του με κείμενα του Νίκου Νάκου «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες», Λάρισα (2003)3, σελ. 99.Η μεταπολεμική παράγκα του ναΐσκου του Αγ. Βησσαρίωνος στον Κήπο των Ανακτόρων. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Τάκη Τλούπα στο βιβλίο του με κείμενα του Νίκου Νάκου «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες», Λάρισα (2003)3, σελ. 99.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ο άγιος Βησσαρίων (1490-1541) λατρεύεται από τους πιστούς σε ολόκληρη τη Θεσσαλία, γι’ αυτό και έχουν ανεγερθεί ναοί στη μνήμη του. Υπήρξε μητροπολίτης Λαρίσης στο διάστημα 1527-1541. Στη Λάρισα η πρώτη, ιστορικά τεκμηριωμένη, παρουσία ναού του αγίου εντοπίζεται στα 1794, όταν ο μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Καλλιάρχης (1791-1806) ανήγειρε την ομώνυμη βασιλική του Αγ. Αχιλλίου. Επρόκειτο για παρεκκλήσιο το οποίο ήταν ενσωματωμένο στη νοτιοανατολική πλευρά της βασιλικής. Το 1896 κατεδαφίσθηκε μαζί με την υπόλοιπη βασιλική του αγίου Αχιλλίου και στη θέση του υψώθηκε ο προπολεμικός αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής μητροπολιτικός ναός. Έτσι ο πρώτος ναός της Λάρισας, ο αφιερωμένος στον άγιο Βησσαρίωνα, είχε ζωή εκατό περίπου χρόνων. Αργότερα υπήρξε ένας άλλος ναΐσκος του Αγ. Βησσαρίωνος στον κήπο των Ανακτόρων.

Ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης γράφει σχετικά [1] για την ίδρυση του ναού αυτού: «Εν αποκέντρω μέρει του κονακίου του τούρκου ευπατρίδου Χουσνή Βέη, ένθα νυν ο δημοτικός κήπος, υπήρχε δωμάτιόν τι περιέχον παλαιάν εικόνα του αγίου Βησσαρίωνος, μεταβληθέν εις ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματί του, κατ’ εντολήν του αγοραστού του κονακίου βασιλέως Γεωργίου Α’, συμπληρωθέντα, βελτιωθέντα και διακοσμηθέντα δια των απαιτουμένων εικόνων κατά το έτος 1918 τη αξιεπαίνω μερίμνη και δαπάναις κατά το πλείστον του φιλοθρήσκου ημετέρου συμπολίτου Γ. Νατάκια» [2].
Σύμφωνα λοιπόν με τον ιστορικό της Λάρισας Επαμ. Φαρμακίδη και σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης μας, είχε αρχίσει από τα τελευταία ακόμα χρόνια της τουρκοκρατίας (πριν από το 1870), να λατρεύεται μακριά από τα βλέμματα των Τούρκων, ο άγιος Βησσαρίων. Ήταν στον χώρο του σημερινού Δημοτικού Ωδείου. Σύμφωνα με ευρέως διαδεδομένη προφορική παράδοση, υπήρχε στο σημείο αυτό πολύ πριν από την απελευθέρωση του 1881 μεγάλη κατοικία που ανήκε στη Νουριέ χανούμ, η οποία ήταν στενή συγγενής του Αλή πασά και κρυπτοχριστιανή. Αυτή επέτρεψε στο υπηρετικό προσωπικό που ήταν χριστιανοί να μετατρέψουν ένα από τα δωμάτια όπου στεγάζονταν οι βοηθητικοί χώροι του σπιτιού, σε πρόχειρη εκκλησία [3]. Στο μέσον του δωματίου είχαν τοποθετήσει μια παλιά εικόνα του αγίου Βησσαρίωνος και οι χριστιανοί της περιοχής προσέρχονταν κρυφά να ανάψουν λαμπάδα και να προσκυνήσουν την εικόνα του.
Μετά τον θάνατο της Νουριέ χανούμ το μεγάλο αυτό αρχοντικό περιήλθε στην κατοχή του ανεψιού της Χουσνή μπέη, ο οποίος το προσέφερε ευγενικά για να καταλύσει ο βασιλέας Γεώργιος όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Λάρισα τον Οκτώβριο του 1881. Ικανοποιημένος από το κτίριο ο Γεώργιος Α΄, το αγόρασε και το χρησιμοποιούσε για ανάκτορο κάθε φορά που επισκεπτόταν τη Λάρισα για να παρακολουθεί τα ετήσια γυμνάσια του ελληνικού στρατού.
Με προτροπή του Γεωργίου Α΄, η σύζυγός του βασίλισσα Όλγα, Ρωσίδα στην καταγωγή, αποφάσισε το 1898 να ανεγείρει στον χώρο όπου υπήρχαν τα δωμάτια του προσωπικού, ναό μικρών διαστάσεων. Γράφει μια εφημερίδα της εποχής: «Από πολλών ημερών ήρχισεν η ανέγερσις του μικρού ναϊσκου εις τον περίβολον των ενταύθα ανακτόρων. Εις τον ναόν τούτον θα εκκλησιάζονται τα μέλη της βασιλικής οικογενείας, οσάκις μας επισκέπτονται [4)». Ο ναός αυτός ουσιαστικά αποτελούσε το παρεκκλήσιο των ανακτόρων. Εμπλουτίσθηκε με τις εικόνες και τα άλλα ιερά κειμήλια του παρεκκλησίου του αγίου Βησσαρίωνος που υπήρχε στη βασιλική του αγίου Αχιλλίου και ο οποίος είχε πρόσφατα κατεδαφισθεί. Αρχιτεκτονικά ήταν μονόχωρη σταυροειδής κατασκευή με τρούλο και αρκετά ψηλή για τις διαστάσεις της. Η τοιχοποιία του αρχικά ήταν από πελεκημένη πέτρα, αλλά το 1918 καλύφθηκε με επίχρισμα.
Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α΄ το 1913, ο χώρος των παλαιών ανακτόρων περιήλθε στην κατοχή του γιου του, πρίγκιπα Νικολάου, ο οποίος τον πούλησε το 1916 τον Δήμο. Το 1918 κατεδαφίσθηκε το ανάκτορο και διαμορφώθηκε μια μεγάλη αυλή με κήπους, αλλά ο ναός του αγίου Βησσαρίωνος διατηρήθηκε και όπως αναφέρθηκε, ανακαινίσθηκε από τον Λαρισαίο εστιάτορα Κωνσταντίνο Νατάκια. Έτσι ο μικρός αυτός ναός περιήλθε στην κατοχή των Λαρισαίων και αποδόθηκε στη χρήση των πιστών της περιοχής. Τον υπόλοιπο χώρο του κήπου των Ανακτόρων ο Δήμος τον εκχώρησε στον επιχειρηματία Πέτρο Χαλήμαγα για να δημιουργήσει χώρους αναψυχής.
Όμως ο καταστρεπτικός για την πόλη μας σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 τραυμάτισε ανεπανόρθωτα το εκκλησάκι του Αγίου Βησσαρίωνος. Αναγκαστικά κατεδαφίσθηκε και στη θέση του στήθηκε προσωρινά το ξύλινο παράπηγμα που βλέπουμε στη φωτογραφία.
Η λήψη της φωτογραφίας που δημοσιεύεται έγινε από το ύψος του διπλανού μιναρέ του Γενή τζαμί το 1950. Φωτογράφος είναι ο Τάκης Τλούπας. Η παράγκα του ναού αναγνωρίζεται στο κέντρο της εικόνας. Ήταν μονόχωρος δρομικός, οι τοίχοι ξύλινοι και η χαμηλή του στέγη δίρριχτη, σκεπασμένη με κεραμίδια. Δυτικά υπήρχε ένας υποτυπώδης υπαίθριος νάρθηκας καλυμμένος από λαμαρίνες και χωρίς πλάγιους τοίχους. Όλη η κατασκευή ήταν πρόχειρη και είχε σαν σκοπό να εξυπηρετήσει τις άμεσες θρησκευτικές ανάγκες των περιοίκων. Ο χώρος της πλατείας μπροστά είχε μια μικρή σε διαστάσεις και χαμηλή σε βάθος πισίνα (παιδική) χωρίς νερό, ενώ οι δημοτικές υπηρεσίες είχαν διαμορφώσει όμορφα τον υπόλοιπο χώρο με άφθονες νησίδες πρασίνου. Αριστερά διακρίνεται ένα μέρος από τις παλιές εγκαταστάσεις του Ωδείου που ήταν περιορισμένες σε διώροφο οίκημα και πίσω διακρίνονται τα σπίτια της οδού Νιρβάνα.
Από το 1955, με πρωτοβουλία δύο Λαρισαίων του Κώστα Ταμπασούλη και του Γιώργου Ζιαζιά και την ένθερμη οικονομική υποστήριξη του τότε ΟΥΗΛ (σήμερα ΔΕΥΑΛ) άρχισε να υλοποιείται σχέδιο ανέγερσης νέου ναού από πέτρα. Είναι αυτός που υπάρχει μέχρι και σήμερα και ο οποίος υπάγεται εκκλησιαστικά στον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου. Τα επίσημα εγκαίνια του ναού αυτού έγιναν στις 13 Οκτωβρίου 1957. Το 1961 κοσμήθηκε εσωτερικά με αγιογραφίες του Αγήνορα Αστεριάδη και των μαθητών του και σήμερα έχει καταστεί ένα σημαντικό μνημείο νεώτερης τέχνης.

[1] Φαρμακίδης Επαμεινώνδας. Η Λάρισα. Τοπογραφική και Ιστορική μελέτη, Εισαγωγή-Σχόλια-Επιμέλεια Κώστας Σπανός, Λάρισα (2001) σελ. 91.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ξενοδοχείον φαγητού «Η Αφθονία» του Γεωργίου Νατάκια. εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 21ης Φεβρουαρίου 2018.
[3]. Μακρής Θρασύβουλος. Ο Άγιος Βησσαρίων, εφ. Λαρισαϊκός Τύπος, Λάρισα, 15 Σεπτεμβρίου 1943. Η εφημερίδα αυτή ήταν συνέκδοση των εφημερίδων «Ελευθερία» και «Κήρυξ» της Λάρισας κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου, έπειτα από απαίτηση των γερμανών κατακτητών.
[4]. εφ. Ελλάς, Αθήναι, φύλλο της 29 Ιουνίου 1898.

Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Οι τοπικές ιδιωτικές τράπεζες της Λάρισας


Το Μέγαρο Κατσαούνη στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας στέγασε κατά διαστήματα  διάφορα υποκαταστήματα τραπεζών, όπως στη συγκεκριμένη φωτογραφία τη Λαϊκή Τράπεζα.  Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1935. Συλλογή Αντώνη Γαλερίδη.Το Μέγαρο Κατσαούνη στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας στέγασε κατά διαστήματα διάφορα υποκαταστήματα τραπεζών, όπως στη συγκεκριμένη φωτογραφία τη Λαϊκή Τράπεζα. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1935. Συλλογή Αντώνη Γαλερίδη.

Είναι γνωστό ότι ολόκληρη η Θεσσαλία (πλην της επαρχίας Ελασσόνος) και από την Ήπειρο η περιοχή της Άρτας ενσωματώθηκαν το 1881 με την υπόλοιπη Ελλάδα, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βερολίνου. Από την εποχή αυτή πολλά άλλαξαν στην πόλη μας. Ήταν επόμενο νόμοι και δομές του ελληνικού κράτους να αντικαταστήσουν άμεσα τη μακροχρόνια οθωμανική διοίκηση στη νεοπροσαρτηθείσα περιοχή. Εκκλησιαστικές, διοικητικές, δικαστικές, στρατιωτικές και πολλές άλλες μεταβολές παρατηρήθηκαν στη Λάρισα, η οποία είχε επιλεγεί από τότε ως πρωτεύουσα πόλη του θεσσαλικού χώρου.


Στο σημερινό σημείωμα θα αναφερθούμε στην εμφάνιση πολλών χρηματοπιστωτικών γραφείων και τραπεζικών καταστημάτων ή υποκαταστημάτων τοπικής εμβέλειας που εμφανίσθηκαν στη Λάρισα από τα πρώτα χρόνια της ελεύθερης ζωής της. Από τις πρώτες ήταν η «Προνομιούχος Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας». Ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1882 με έδρα τον Βόλο και υποκαταστήματα στην Αθήνα, τη Λάρισα και άλλες θεσσαλικές πόλεις. Το υποκατάστημα της Λάρισας ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1882, τα δε επίσημα εγκαίνια έγιναν στις 14 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Διευθυντής της διορίσθηκε ο επτανήσιος Κωνσταντίνος Τραυλός [1]. Το υποκατάστημα στεγάσθηκε αρχικά σε νεόδμητη κατοικία του Παράσχου μαχαλά (συνοικία Αγ. Νικολάου), ιδιοκτησίας του ιερέα Άνθιμου Πρωτοσύγκελου και του κτηματία Δημήτριου Πρωτοσύγκελου. Από τους μεγαλύτερους κεφαλαιούχους της Τράπεζας αυτής υπήρξε ο Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος σύμφωνα με την τοπική παράδοση πιστεύεται ότι συνέβαλε και στην ανέγερση του κατεστραφέντος κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ναού του Αγίου Χαραλάμπους στον Πέρα Μαχαλά. Το 1899 λόγω σοβαρών οικονομικών ζημιών της από τον προηγηθέντα πόλεμο, αλλά και του θανάτου του Ανδρέα Συγγρού συγχωνεύθηκε με την Εθνική Τράπεζα.
Ένα άλλο τοπικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ήταν η Τράπεζα Θεσσαλίας. Ιδρύθηκε το 1921 από τον Γεώργιο Παπαγεωργίου, γιο του επιχειρηματία Στυλιανού Παπαγεωργίου (1848-1925) [2] και τον Αλέξανδρο Χρυσοχοΐδη, πρώην διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας στον Βόλο. Το κεντρικό κατάστημά της βρισκόταν στον Βόλο και διοικητής ήταν ο Αλ. Χρυσοχοΐδης, ενώ ο Γεώργιος Παπαγεωργίου ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας. Το 1923 η Τράπεζα Θεσσαλίας ίδρυσε κατάστημα και στην Αθήνα. Διευθυντής στο υποκατάστημα της Λάρισας διορίσθηκε ο Νικόλαος Φίλιος [3]. Στεγαζόταν στο Μέγαρο Κατσαούνη, το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος, δίπλα από το κτίριο των Δικαστηρίων. Το Μέγαρο αυτό είναι περισσότερο γνωστό επειδή στον επάνω όροφο κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού εγκατέστησαν το αρχηγείο τους οι Γάλλοι στρατιωτικοί της Αντάντ που κατέλαβαν τη Λάρισα, με επί κεφαλής τον στρατηγό Venel. Aργότερα και για αρκετά χρόνια φιλοξένησε το στρατηγείο του ελληνικής ταξιαρχίας Ιππικού που είχε έδρα τη Λάρισα. Τα γραφεία της Τράπεζας Θεσσαλίας κατελάμβαναν τα δύο από τα τρία καταστήματα του ισογείου του Μεγάρου. Η τράπεζα χρεοκόπησε μετά το μεγάλο παγκόσμιο τραπεζικό κραχ του 1929.
Άλλη τοπική τράπεζα που λειτούργησε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ήταν η Τράπεζα Λαρίσης. Κατά το 1925 μια μικρή ομάδα ατόμων από γνωστές οικογένειες της πόλης αποφάσισε την ίδρυση τραπεζικού καταστήματος με την ως άνω επωνυμία. Ως ιδρυτικά μέλη αναφέρονται οι οικογένειες των αδελφών Οικονομίδη (Κωνσταντίνος, Γεώργιος και Κίτσος), του Μιλτιάδη Ζαρίμπα, Κωνσταντίνου Σκαλιώρα, Βασιλείου Αρσενίδη, Κωνσταντίνου Δημητριάδη [4], οι οποίες συνεισέφεραν το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού εταιρικού κεφαλαίου που ανερχόταν σε 9.500.000 δραχμές και ουσιαστικά την ήλεγχαν. Βέβαια υπήρχαν και πολλά άλλα άτομα, τα οποία είχαν μετοχές, όμως την πλειοψηφία τη διατηρούσαν οι προαναφερθέντες κύριοι μέτοχοι.
Στην πρώτη Γενική Συνέλευση των μετόχων που έγινε ευθύς αμέσως επέλεξαν ως διοικητή και γενικό διευθυντή της Τράπεζας τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Οικονομίδη. Προϊστάμενος Λογιστηρίου τοποθετήθηκε ο Κώστας Δημητριάδης, ο οποίος είχε χρηματίσει και δημοτικός σύμβουλος. Τα επίσημα εγκαίνια της Τραπέζης Λαρίσης έγιναν στις 31 Αυγούστου 1926. Στεγάσθηκε σε ένα ιδιόκτητο κομψό κτίριο, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Μακεδονίας (Βενιζέλου) και Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), το οποίο κτίσθηκε γύρω στα 1925 σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του εμπόρου Ιωάννου Αλεξάνδρου. Το 1929 όταν ξεκίνησε η παγκόσμια οικονομική κρίση φυσικά δεν άφησε ανεπηρέαστη και τις μικρές τράπεζες της χώρας μας. Ο αντίκτυπος για τους καταθέτες των τραπεζών ήταν τραγικός. Στην αρχή η Τράπεζα Λαρίσης μπόρεσε να ανταποκριθεί κατά μεγάλο μέρος προς τους καταθέτες της, αλλά αργότερα κατέρρευσε και το 1932 οριστικά χρεοκόπησε.
Την ίδια τύχη είχε και η Τράπεζα Χολέβα – Μαρκατά. Ο Ιωάννης Χολέβας [5] (1844-1922) βρέθηκε από μικρός στη Ρουμανία, όπου απέκτησε μεγάλη περιουσία. Το 1886 εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, όπου άνοιξε τραπεζιτικό γραφείο, το οποίο αργότερα, με τη συνεργασία του Μαρκατά, εξελίχθηκε στην ιδιωτική Τράπεζα Χολέβα-Μαρκατά. Στεγαζόταν σε κτίριο απέναντι από την Τράπεζα Λαρίσης. Μετά το 1930 ακολούθησε και αυτή τη μοίρα των άλλων μικρών τραπεζών της Λάρισας.
Η Τράπεζα Καρακίτη ήταν μία ακόμα από τις πολλές βραχύβιες τοπικές τράπεζες που λειτούργησαν στη Λάρισα την πρώτη 25ετία του 20ού αιώνα. Ιδρυτής και διευθυντής της ήταν ο Κωνσταντίνος Καρακίτης [6], σύζυγος της Ελένης Τέτση, γνωστής στα δημοσιογραφικά δεδομένα της Λάρισας ως «La Rebelle». Η τράπεζα αυτή ιδρύθηκε έπειτα από επιμονή της συζύγου του Κων. Καρακίτη, αμέσως μετά τον γάμο τους, περί το 1912-13 και στεγάσθηκε σε ισόγειο οίκημα στην αρχή της σημερινής οδού Ρούσβελτ, κοντά στη διασταύρωση με την Κύπρου. Όμως η ανεκτική πολιτική της στους αγρότες δανειστές γρήγορα την οδήγησε σε χρεοκοπία.
Και άλλες τοπικές Τράπεζες είχαν λειτουργήσει παλιότερα στη Λάρισα για μικρό χρονικό διάστημα. Θα αναφέρουμε την Τράπεζα Σαμπετάι, την Τράπεζα Καραστεργίου, αλλά και μερικές άλλες που είχαν πολύ περιορισμένο κύκλο εργασιών. Όλες αυτές όμως μετά το μεγάλο οικονομικό κραχ του 1929 άρχισαν βαθμιαία να χρεοκοπούν και έκλεισαν ή συγχωνεύθηκαν με τις κρατικές τράπεζες.

[1]. Γρηγορίου Αλέξανδρος, Κωσταντίνος Π. Τραυλός (1840-1890). Ο πρώτος διευθυντής της «Τράπεζας Ηπειροθεσσαλίας» στη Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 7ης Φεβρουαρίου 2016.
[2]. Η οικογένεια Στυλιανού Παπαγεωργίου έγινε επί πλέον γνωστή και από το μεγάλο αγρόκτημα της Γυρτώνης (Μπάκραινα), υπολείμματα του οποίου υπάρχουν μέχρι σήμερα. Επίσης από το κατάστημα γεωργικών μηχανημάτων και εργαλείων που βρισκόταν στην οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου σήμερα), εκεί όπου τώρα στεγάζεται η Alpha Bank και από το μεγάλο κατάστημα υφαντουργίας που ίδρυσε στον Βόλο το 1905-1906.
[3]. Ο Νικόλαος Φίλιος (1876-1959) σπούδασε ιατρική, αλλά εξάσκησε την επιστήμη του για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Στην κοινωνία της Λάρισας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα τον συναντάμε περισσότερο σαν τραπεζικό και πολιτευτή. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1876 και το 1881, σε ηλικία πέντε ετών, εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στη Λάρισα. Τον Απρίλιο του 1909 νυμφεύθηκε τη Ματθίλδη Ν. Παπαγεωργίου από τη Χαλκίδα, ανιψιά του Γεωργίου Δεσύπρη, διευθυντού του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα. Εκλέχθηκε από το 1907 μέχρι το 1923 τρεις φορές δημοτικός σύμβουλος, ενώ διετέλεσε και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου. Επίσης αναδείχθηκε δύο φορές βουλευτής, το 1915 και το 1920. Όταν η Τράπεζα Θεσσαλίας σταμάτησε να λειτουργεί, διορίσθηκε το 1929 διευθυντής του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στη Λάρισα. Το 1928 εκλέχθηκε πρώτος πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της νεοσύστατης Εταιρείας Ύδρευσης και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης (ΕΥΗΛ), όπου παρέμεινε μέχρι το 1940. Πέθανε το 1959. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Το Α’ Δημοτικό νεκροταφείο της Λάρισας (1899-1993), Θεσσαλονίκη (2013), σελ. 105.
[4]. Οι οικογένειες που ίδρυσαν την Τράπεζα Λαρίσης διατηρούσαν στενούς συγγενικούς δεσμούς μεταξύ τους. Λ.χ. η αδελφή του κτηματία και εργολάβου Κωνσταντίνου Σκαλιώρα, Φανή, είχε παντρευτεί το 1874 τον χρυσοχόο Νικόλαο Αρσενίδη, πατέρα του Βασιλείου Αρσενίδη. Ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Οικονομίδης είχε νυμφευθεί το 1909 την Κλεοπάτρα, κόρη του Νικ. Αρσενίδη και αδελφή του κτηματία Βασιλείου Αρσενίδη. Ο τελευταίος κάποια στιγμή διορίσθηκε δήμαρχος Λαρίσης.
[5]. Η αρχοντική κατοικία της οικογένειας Ιωάννη Χολέβα αγοράσθηκε μαζί με την πλούσια επίπλωσή της από τους Τούρκους που εγκατέλειπαν τη Λάρισα μετά την απελευθέρωση και επέστρεφαν στην Κωνσταντινούπολη. Με τη χρεοκοπία της Τράπεζας Μαρκατά-Χολέβα, το σπίτι αυτό περιήλθε το 1932 στην κατοχή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία το κατεδάφισε και οικοδόμησε το κτίριο που υπάρχει σήμερα και στεγάζει το τοπικό υποκατάστημά της. Τα στοιχεία αυτά έθεσε στη διάθεσή μας ο εγγονός του Ιωάννη Χολέβα, Δημήτριος Αλεξάνδρου.
[6]. O Κωνσταντίνος Καρακίτης ήταν γόνος πλούσιας και αρχοντικής οικογένειας γαιοκτημόνων της Λάρισας. Έκανε ανώτερες σπουδές στην Αθήνα, τις οποίες συμπλήρωσε με επιτυχία στην Ευρώπη. Στις εκλογές του 1902 και του 1905 εκλέχθηκε βουλευτής, ενώ στις επόμενες εκλογές του 1906 δεν κατόρθωσε να εκλεγεί και αποσύρθηκε από την κεντρική πολιτική σκηνή. Το 1911 νυμφεύθηκε την Ελένη, κόρη του δικηγόρου Γεωργίου Τέτση, η οποία ήταν μία από τις πιο χειραφετημένες γυναίκες (σουφραζέτες) της Λάρισας.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

 

ΥΒΡΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ

Ο Τάλως (ένα … ρομπότ της π.Χ. Εποχής!)

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

ΓΕΝΙΚΑ – ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: Ο Τάλως ήταν ο μυθικός φύλακας της Κρήτης. Ήταν ένας ανθρωπόμορφος γίγαντας με σώμα από χαλκό. Διέθετε μία και μοναδική φλέβα, η οποία ξεκινούσε από το λαιμό και κατέληγε στον αστράγαλό του, όπου ένα χάλκινο καρφί ή μια βίδα έκλεινε την έξοδό της. Μέσα στη φλέβα του Τάλω κυλούσε ο ιχώρ, δηλαδή “το αίμα των αθανάτων”, θείο υγρό που του έδινε ζωή. Για την προέλευσή του υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η πιο γνωστή, αυτή που διασώζει ο Απολλόδωρος, υποστηρίζει πως τον κατασκεύασε ο θεός Ήφαιστος στη Σαρδηνία και τον δώρισε στο βασιλιά Μίνωα για να φυλάει την Κρήτη. Ο Πλάτων τον θεωρεί υπαρκτό πρόσωπο, λέγοντας μάλιστα ότι ήταν αδελφός του Ροδάμανθυ και του Μίνωα. Αντιθέτως, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, ισχυρίζεται ότι το “ρομπότ” αυτό ήταν δώρο του Δία στην Ευρώπη, για να φυλάει την ίδια και τα παιδιά της, που γεννήθηκαν από την ερωτική τους σχέση. Αργότερα η Ευρώπη με τη σειρά της το πρόσφερε στο γιο της, το Μίνωα. Προσφάτως, ο Ι. Κακριδής, εξέφρασε την άποψη ότι ο Τάλως ήταν ηλιακή θεότητα, που αργότερα μεταπλάστηκε σε ήρωα. Μάλιστα ο Ησύχιος1 γράφει πως ταλς σήμαινε ήλιος2. Αξίζει πάντως να αναφέρουμε πως ακόμη και το όνομα του Δία στην Κρήτη, που ήταν Ταλαιός, προέρχεται από την ίδια ρίζα. Τέλος ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν ότι ο γίγαντας αυτός ήταν ο στερνός απόγονος του χάλκινου γένους πού αναδύθηκε από τις στάχτες των δένδρων.

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΤΑΛΩ: Ο Τάλως, κατά τον Πλάτωνα, ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να επιτηρεί την εφαρμογή των νόμων στην Κρήτη. Μάλιστα πάντοτε κουβαλούσε μαζί του τους γραπτούς νόμους. Οι περισσότερες μυθικές πηγές αναφέρουν ότι ήταν άγρυπνος φύλακας της Κρήτης που γύριζε τις ακτές του νησιού τρεις φορές τη μέρα3. Κατ΄ άλλους ήταν φτερωτός και εκτελούσε τα καθήκοντά του πετώντας. Κρατούσε σε απόσταση τα άγνωστα πλοία που πλησίαζαν την Κρήτη πετώντας τους τεράστιες πέτρες. Αν οι άγνωστοι είχαν ήδη αποβιβαστεί, τους έκαιγε με την ανάσα του ή αφού πυράκτωνε το χάλκινο σώμα του με φωτιά, τους αγκάλιαζε σφιχτά πάνω του κι έτσι τους έκαιγε.

ΤΑΛΩΣ ΚΑΙ ΣΑΡΔΟΝΙΟ ΓΕΛΩΣ: Κάποτε, όταν οι Σαρδηνοί προσπάθησαν να εισβάλουν στο νησί, ο Τάλως πυρακτώνοντας το σώμα του μέσα στη φωτιά, τούς έσφιγγε πάνω του και, γελώντας βροντερά με υπερηφάνεια, τούς εξόντωσε όλους. Από εδώ προέρχεται και η έκφραση «Σαρδόνιος γέλως».

ΤΟ ΤΕΛΟΣ: Το τέλος του Τάλω ήρθε όταν συναντήθηκε με τους Αργοναύτες, όταν αυτοί επέστρεφαν από την Κολχίδα. Θέλοντας να δέσουν οι άνδρες του Ιάσονα στο νησί, αντιμετώπισαν τον γίγαντα που τους κρατούσε σε απόσταση. Τότε η Μήδεια, που ταξίδευε μαζί τους, μάγεψε με τα λόγια της τον Τάλω, υποσχόμενη σ΄αυτόν αθανασία, κι έτσι μπόρεσε πονηρά ο Ιάσων να του αφαιρέσει το καρφί στη φτέρνα του που έκλεινε τη μια και μοναδική φλέβα που διέτρεχε όλο το κορμί του, θανατώνοντάς τον. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Τάλως “σκοτώθηκε” από τον Ποίαντα, τον πατέρα του Φιλοκτήτη, ο οποίος τον χτύπησε με βέλος στο ίδιο μοναδικό αδύνατο σημείο του.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Όλες οι προδιαγραφές του μύθου για τον Τάλω δείχνουν ή καλύτερα θυμίζουν ένα υπερφυσικό ρομπότ με μεγάλη ταχύτητα, τεράστια δύναμη εκτόξευσης βαρών, υγρά που θυμίζουν υγρά μπαταρίας και αυτοθέρμανση! Ακόμη, σκοπός του ήταν να αναχωρεί από την βάση του στην Φαιστό και να κάνει τον γύρο του νησιού τρεις φορές την ημέρα, να εκσφενδονίζει βράχους σε οιοδήποτε ξένο πλοίο που θα προσπαθούσε να φτάσει στην Κρήτη ή να βγάζει φωτιά από το σώμα του καίγοντας εχθρούς. Εάν σκεφτούμε ότι η ακτογραμμή της Κρήτης είναι πάνω από 1.000 χιλιόμετρα, τότε θα έπρεπε να τρέχει με 150 χιλιόμετρα την ώρα! Για κάποιους άλλους ο Τάλως παρουσιάζεται με φτερά σαν συμβολισμός για την ταχύτητα με την οποία διέτρεχε το νησί. Η αναφορά στην χάλκινη κατασκευή του μυθικού ήρωα έχει σχέση και με μυθολογικές παραδόσεις που αναφέρουν ότι η τεχνική της δημιουργίας χάλκινων αγαλμάτων ήταν ήδη γνωστή στην Κρήτη από το 16 αιώνα π.χ., ειδικά στην Φαιστό, εκεί όπου ήταν και ο τόπος προέλευσης του χαλκού αυτού γίγαντα. Κατά καιρούς υπήρχε αναφορά σε άλλο πρόσωπο της μυθολογίας με το όνομα Τάλως, ο οποίος ήταν ανιψιός του Δαίδαλου και είχε ταλέντο στις εφευρεύσεις4. Γι΄αυτόν μάλιστα λέγεται πως ανακάλυψε το πριόνι, τον διαβήτη και τον κεραμικό τροχό. Τέλος αξίζει να αναφερθεί, πως ο Τάλως εμφανίζεται σε αρκετά νομίσματα της Φαιστού [όπως στο δίδραχμο της φωτογραφίας], ενώ η ομοιότητα του Τάλω με ρομπότ και οι εντυπωσιακές δυνατότητές του, δίνουν τροφή σε συζητήσεις από μειοψηφία ερευνητών περί της κατοχής εξελιγμένης τεχνολογίας απ’ τους αρχαίους Έλληνες.

  1. Ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς ήταν Έλληνας γραμματικός που έζησε τον 5ο μ.Χ. αι. και συνέγραψε το γνωστό «Λεξικό Ησυχίου» -”Γλώσσαι” που θεωρείται απ΄ όλα τα σωζόμενα το πλουσιότερο και σπουδαιότερο της ευρύτερης Αρχιότητας.
  2. Ησύχιος, Γλώσσαι.
  3. Ούτος ο Τάλως τρις εκάστης ημέρας την νήσον περιτροχάζων ετήρει” [Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 1.9, 26.4].“Τρις περί χαλκείοις Κρήτην ποσί δινεύοντα” [Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά 4, 1644]. “Τον δε Τάλων τον φύλακα του Μίνω τρις μεν εν ημέρα πάσαν περιπολείν την Κρήτην, τηλικαύτην ούσαν.”. [Φώτιος, Βιβλιοθήκη 250].“Τρις δε εκάστης ημέρας την νήσον περιερχόμενος ο Τάλως ετήρει.” [Ζηνόβιος, Επιτομή των Ταρραίου και Διδύμου παροιμιών, Σαρδόνιος γέλως].
  4. Στο εργαστήρι του Δαίδαλου μαθήτεψαν πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες, γλύπτες, ζωγράφοι και τεχνίτες. Μεταξύ άλλων και ο νεαρός Τάλως, γιος της αδερφής του Δαίδαλου Πέρδικας.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Κεντρική πλατεία της Λάρισας πριν 100 χρόνια


Η Κεντρική πλατεία  της Λάρισας πριν 100 χρόνια

Η Κεντρική πλατεία της Λάρισας (σημερινή επίσημη ονομασία πλατεία δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα), κατά τη διάρκεια των 141 χρόνων ελεύθερου βίου της πόλης μας, άλλαξε διάφορες ονομασίες.

Είναι ατυχώς ένα φαινόμενο συχνό στην ιστορία των ονομασιών οδών και πλατειών της. Κατά τα πρώτα μετά την απελευθέρωση του 1881 χρόνια η ονομασία της ήταν πλατεία Σεραγίου. Την ονομασία αυτήν τη συναντάμε συχνά στα πρώτα συμβόλαια που έχουν συνταχθεί μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, ήταν ανεπίσημη και οφείλεται στην παρουσία του επιβλητικού τουρκικού Διοικητηρίου, το οποίο είχε οικοδομηθεί το 1876 και βρισκόταν στη βορειοδυτική γωνία της πλατείας. Όταν λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση στο κτίριο αυτό στεγάστηκαν οι δικαστικές υπηρεσίες της πόλης, ονομάσθηκε πλατεία Δικαστηρίων και αργότερα πλατεία Θέμιδος. Μετά την πυρπόληση των Δικαστηρίων το 1905 και την κατεδάφιση το 1908 των ερειπίων των, μετονομάσθηκε σε πλατεία Απελευθερώσεως για να τιμηθεί προφανώς η απελευθέρωση της Λάρισας μετά από 458 χρόνια οθωμανικής κατάκτησης. Μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 και για να τιμηθεί ο δαφνοστεφής βασιλιάς Κωνσταντίνος, η πλατεία αλλάζει όνομα το 1920 σε πλατεία Κωνσταντίνου του Νικητού [1]. Με την εγκατάσταση του Β’ Σώματος Στρατού στη Λάρισα και τη συμβολή του σε αποτυχία κάποιου πραξικοπήματος που έγινε στην Αθήνα μετονομάσθηκε τώρα σε πλατεία Β’ Σώματος Στρατού. Πρέπει να πούμε ότι προπολεμικά, παρ’ όλες αυτές τις επίσημες ονομασίες, η πλατεία ήταν γνωστή όλα αυτά τα χρόνια ως πλατεία Θέμιδος. Τον Νοέμβριο του 1959, με ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου μετονομάσθηκε εκ νέου σε πλατεία δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα, ονομασία η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα. Όμως η πλειονότητα των Λαρισαίων την αποκαλεί εδώ και χρόνια, ανεπίσημα βέβαια, Κεντρική πλατεία. Συμπερασματικά η επισημότερη πλατεία της Λάρισας μέσα σε 141 χρόνια έχει αλλάξει επίσημα και ανεπίσημα οκτώ διαφορετικές ονομασίες.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει τμήματα της δυτικής και της βόρειας πλευράς της Κεντρικής πλατείας. Ανήκει στον Βόλιώτη φωτογράφο Στέφανο Στουρνάρα, είναι χρωμολιθόγραφη [2] και προέρχεται από το επιστολικό δελτάριο με τον αριθμό 245, είναι ταχυδρομημένο και η σφραγίδα του έχει ημερομηνία αποστολής 6 Δεκεμβρίου 1915.
Ο φωτογράφος στάθηκε στην ανατολική πλευρά της πλατείας και επικέντρωσε τον φακό του στη βορειοδυτική πλευρά της. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας απεικονίζεται ένα μεγάλο μέρος της πλατείας, η οποία είναι χωμάτινη, επίπεδη και χωρίς ίχνος στολισμού. Στον χώρο της διακρίνουμε μικρές ομάδες ατόμων, κάθε μία με τη δική της αμφίεση. Μπροστά δύο μεσήλικες με χωριάτικη ενδυμασία και σκούφο (καλπάκι) κοιτάζουν τον φακό του φωτογράφου. Στο κέντρο η άλλη ομάδα αποτελείται από τέσσερις κομψά ντυμένους κυρίους με παλτά και ρεπούμπλικα, οι οποίοι φαίνεται να συζητούν. Στο βάθος δεξιά είναι αραιά απλωμένα τραπεζοκαθίσματα από το απέναντι καφενείο, που βρισκόταν στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Το Στέμμα». Οι θαμώνες είναι λίγοι, καθώς απ’ ό,τι συμπεραίνεται και από τις ενδυμασίες, ήταν απλώς μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη ημέρα.
Στο επάνω μέρος της φωτογραφίας διακρίνουμε πέντε κτίρια. Το πρώτο από αριστερά είναι ένα θαυμάσιας ομορφιάς νεοκλασικό κτίσμα, το οποίο στέγαζε το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Είχε κτισθεί στη θέση μουσουλμανικού τεκέ του Κουρά εφέντη [3] που είχε αγοράσει η Τράπεζα, τα σχέδια ήταν του Αθηναίου μηχανικού Νικολάου Μπαλάνου (1860-1942) και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1907. Ο κάτω όροφος φιλοξενούσε τα γραφεία της Τράπεζας, ενώ ο επάνω όροφος ήταν προορισμένος για κατοικία του διευθυντή. Στο μέγαρο αυτό πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια οι κόρες του επί σειρά ετών διευθυντή του υποκαταστήματος Γεωργίου Δεσύπρη. Από αυτές η Μαρία μετά τον θάνατο του πατέρα της το 1912 μετακόμισε στην Αθήνα, παντρεύτηκε τον συνταγματολόγο και πολιτικό Αλέξανδρο Σβώλο και μεταπολεμικά εκλέχθηκε βουλευτής με την ΕΔΑ. Επίσης στα διαμερίσματα αυτού του ορόφου έζησε αργότερα και ο Μ. Καραγάτσης όταν διευθυντής ήταν ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος. Ο σεισμός του 1941 επέφερε στο κτίσμα αρκετές ζημιές, οι σοβαρότερες των οποίων εμφανίσθηκαν στο υπερώο του τρίτου ορόφου, το οποίο και κατεδαφίσθηκε. Με τη μορφή αυτή λειτούργησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οπότε ή διοίκηση της Τράπεζας υποχρεώθηκε να το κατεδαφίσει.
Αμέσως μετά και στο βάθος μπορούμε να διακρίνουμε μέρος παλιάς τουρκικής κατοικίας, η οποία περιήλθε, μαζί με τα πολύτιμα έπιπλα που περιείχε, στην ιδιοκτησία της οικογένειας Ιωάννη Χολέβα, κατόπιν αγοράς από τον Τούρκο ιδιοκτήτη, ο οποίος εγκατέλειψε τη Λάρισα μετά την προσάρτηση. Μετά τη χρεoκοπία της ιδιωτικής «Τράπεζας Μαρκατά-Χολέβα» το 1932, το σπίτι περιήλθε στην κατοχή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία το κατεδάφισε και οικοδόμησε το σημερινό κτίριο που στεγάζει το τοπικό υποκατάστημά της.
Το επόμενο διώροφο κτίσμα στέγαζε στον επάνω όροφο το ξενοδοχείο «Όλυμπος», ενώ το ισόγειο διέθετε καταστήματα σε διάφορους επαγγελματίες. Στο γωνιακό στεγαζόταν για χρόνια το κατάστημα αποικιακών «Η Κρήτη» του Κ. Μακρυγιάννη.
Απέναντί του το ισόγειο κατάστημα στη γωνία Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Αλεξάνδρας (Κύπρου) στέγαζε την περίοδο εκείνη το φαρμακείο του ο Ισραηλίτης Μουσόν Ματαλών και εν συνεχεία το λειτούργησε ο Νικόλαος Ζησιάδης από τη Ραψάνη, αδελφός του δικηγόρου και βουλευτή Τυρνάβου Βασιλείου Ζησιάδη [4], ο οποίος και το διατήρησε με την επωνυμία «Φαρμακείον Ν. Ζησιάδου και Σία» μέχρι το 1941. Ήταν χαρακτηριστική η διαφημιστική επιγραφή του φαρμάκου «Σαντράλ» που έφερε σε στηθαίο στο ύψος της στέγης, στην πρόσοψη που έβλεπε προς την Πλατεία. Το γεγονός αυτό οδήγησε τον κόσμο να ονομάζει το συγκεκριμένο κτίριο σαν Φαρμακείο Σαντράλ.
Το επόμενο επιβλητικό οικοδόμημα είναι το δημοτικό ξενοδοχείο «Το Στέμμα», το οποίο κτίστηκε το 1888 επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη και ήταν το πολυτελέστερο κατάλυμα των επισκεπτών της Λάρισας για χρόνια.


[1]. Ζιαζιάς Γεώργιος. Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950. Λάρισα (2004) σελ. 93.
[2]. Χρωμολιθογραφία είναι ειδική τεχνική έγχρωμης εκτύπωσης εικόνων, οι οποίες έχουν χαραχθεί σε λίθινες πλάκες.
[3] Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης, Επαρχία Λαρίσης, Θεσσαλικά Χρονικά, έκτακτος έκδοσις επ’ ευκαιρία της πεντηκονταετηρίδος (1881-1931) από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας. Πανηγυρικός τόμος της Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρείας Θεσσαλών, Αθήναι (1935) σελ. 282 και Στεργιόπουλος Δημ., Μνημεία Μουσουλμανικής Ιστορίας και Τέχνης στον νομό Λάρισας, εφ. Λαρισαϊκή Ηχώ της 11ης Μαρτίου 1985.
[4]. Ο Βασίλειος Ζησιάδης νυμφεύθηκε την Πιπίτσα Λογιωτάτου, αδελφή της Ιουλίας Σάπκα-Λογιωτάτου και επομένως ήταν σύγαμπρος με τον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com