Δευτέρα 24 Απριλίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η ύδρευση στη Λάρισα τα παλιά χρόνια


Η ύδρευση  στη Λάρισα  τα παλιά χρόνια

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Mία από τις ενότητες στην έκθεση "Larissa mea dulcissima" (Γλυκυτάτη μου Λάρισα), η οποία συνεχίζεται στη Δημοτική Πινακοθήκη-Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα, αναφέρεται στον τρόπο ύδρευσης στην παλιά Λάρισα.

Εκεί διαπιστώνουμε με υλικό και φωτογραφίες ότι μέχρι το 1925 περίπου η ύδρευση γινόταν από το νερό του Πηνειού με πρωτόγονους τρόπους, οι οποίοι με τον χρόνο βελτιώνονταν. Σήμερα θα σχολιάσουμε μια χρωμολιθόγραφη φωτογραφία που βρίσκεται στο επιστολικό δελτάριο αρ. 81 του Στέφανου Στουρνάρα. Στη δεξιά όχθη του Πηνειού, κοντά στη γέφυρα, απεικονίζεται ένα άλογο φορτωμένο με ασκούς και από τις δύο πλευρές. Ο ιδιοκτήτης του ζώου κρατώντας ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο γεμίζει με νερό του ποταμού τους ασκούς (σακιά), και μεταφέρει το περιεχόμενό τους στην πόλη για να το πουλήσει.
Η Λάρισα, πόλη που διασχίζεται από ένα μεγάλο ποτάμι, τον Σαλαμπριά [1] όπως τον ονόμαζαν παλιότερα, είχε από την περίοδο των χρόνων της τουρκοκρατίας, μέχρι και το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, σοβαρό πρόβλημα ύδρευσης. Οι κάτοικοί της, αν και τα περισσότερα σπίτια είχαν πηγάδια στην αυλή τους, εφοδιάζονταν το πόσιμο νερό από τον Πηνειό. Η γειτνίαση με τους οικιακούς βόθρους καθιστούσε το νερό των πηγαδιών ακατάλληλο ως πόσιμο και το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για την καθαριότητα και το πότισμα. Το πόσιμο νερό το προμηθεύονταν από το ποτάμι, που δεν είχε πάψει ποτέ να κυλάει δίπλα στην πόλη. Αλλά όμως και αυτό δεν ήταν καθαρό, γάργαρο. Οι πηγές του ξεκινούσαν από την Πίνδο και στο μακρινό ταξίδι της διαδρομής μέχρι τη Λάρισα δεχόταν καθ’ οδόν κάθε είδους ακάθαρτα υλικά, τα οποία αυξάνονταν καθώς συνέρρεαν και άλλα από τους παραποτάμους του. Ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πλέον επιτυχημένους δημάρχους της Λάρισας κατά τον 20ο αιώνα και είναι αυτός που έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο τρόπο, σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1955 [2] περιγράφει με τον δικό του τρόπο και με τη διάλεκτο της εποχής, τη διαδικασία με την οποία υδρεύονταν οι κάτοικοι της πόλης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων, εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων [3], φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν δια βυτίων, φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς, αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ». Οι φωτογραφίες της εποχής μάς δίνουν μια ιδέα για τους σακάδες και τα φορτωμένα σε ζώα ή σε δίτροχα βυτία, που κατέβαιναν τη δεξιά όχθη του Πηνειού για να εφοδιασθούν με νερό.
Το νερό μεταφέρονταν στα σπίτια με κάποια μικρή οικονομική επιβάρυνση του νοικοκύρη και αποθηκευόταν σε μεγάλα πήλινα δοχεία, τα κιούπια, τα οποία ήταν παραχωμένα βαθιά στο χώμα. Έριχναν μέσα στα γεμάτα με νερό δοχεία μικρή ποσότητα στύψης, που σε λίγες ώρες είχε την ικανότητα να καθαρίζει το νερό από όλες τις φερτές ύλες, οι οποίες καθίζαναν στον πυθμένα του δοχείου και το νερό γινόταν διαυγές. Στη συνέχεια τα σκέπαζαν στεγανά, ώστε να διατηρείται απρόσβλητο το περιεχόμενο των δοχείων από σκόνες και διάφορα πετούμενα. Η κατανάλωση σαν πόσιμο γινόταν έπειτα από δύο και πλέον ημέρες, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η καθίζηση. Γι’ αυτό και κάθε κατοικία είχε περισσότερα από ένα κιούπια. Αυτή η διαδικασία μπορεί να εξασφάλιζε στο νερό κάποια καθαρότητα, όμως ουσιαστική αποστείρωση δεν γινόταν και η υγεία των κατοίκων ήταν επισφαλής. Ο κοιλιακός τύφος και άλλα εντερικά νοσήματα προσέβαλαν πολλούς, περισσότερο τους επισκέπτες και τους περαστικούς από την πόλη, ιδιαίτερα τους στρατιώτες, γιατί οι γηγενείς θα έλεγε κανείς ότι το είχαν κατά κάποιον τρόπο συνηθίσει. Όμως δεν υπήρχε στη Λάρισα οικογένεια που να μην είχε δοκιμαστεί από την αρρώστια αυτή και πολλοί μάλιστα είχαν χάσει και τη ζωή τους [4].
Το πρόβλημα της ύδρευσης στη Λάρισα λύθηκε το 1930. Ήταν Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, μια βροχερή μέρα πριν 93 χρόνια, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίαζε τον Υδατόπυργο και τις κεντρικές εγκαταστάσεις ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού στο κτίριο του ΟΥΗΛ, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα υψώνεται το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Έτσι η Λάρισα στον τομέα της ύδρευσης, χάρη στην αποδοτική πορεία της ΔΕΥΑΛ, μέσα σε λίγα χρόνια έγινε παράδειγμα προς μίμηση.


[1]. Οι Τούρκοι τον ονόμαζαν Κιοστέμ, που πιστεύεται ότι είναι παραφθορά της λέξεως Λυκοστόμιο.
[2]. Μιχαήλ Σάπκας. Ιστορικαί αναμνήσεις από την ανασυγκρότησιν και αναμόρφωσιν της Λαρίσης μετά την απελευθέρωσιν από την τουρκοκρατίαν. Τομ. Α'. Ύδρευσις και Ηλεκτροφωτισμός, εν Λαρίση, (Ιούνιος 1955) σ. 23-24. Είναι το ένα από τα δύο βιβλία των πολλών χειρόγραφων αναμνήσεων που κατόρθωσε να εκδώσει. Το άλλο είναι τα Πεπραγμένα του τμήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Λάρισα (1955).
[3]. Περίπου 50 κιλά νερό ο κάθε ασκός.
[4]. Κώστας Περραιβός. Σακατζήδες και Βαρελάδες μας πότιζαν, εφ. Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 9ης Μαΐου 1982.

Δευτέρα 10 Απριλίου 2023

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το φαρμακείο Ζησιάδη «Σαντράλ»


Το φαρμακείο Ζησιάδη «Σαντράλ»

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στη βορειοανατολική πλευρά της διασταύρωσης των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Κύπρου και Σία, υπήρχε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όπως αποτυπώνει και η δημοσιευόμενη φωτογραφία, το Φαρμακείο του Νικολάου Ζησιάδη και Σία.

Ανατολικά συνόρευε με το Ξενοδοχείο «Το Στέμμα» και είχε πρόσοψη προς την πλατεία. Στο σημερινό σημείωμά μας θα περιγράψουμε τη χρήση του κεντρικού αυτού κτίσματος από την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881, μέχρι σήμερα. Η φωτογραφία τοποθετείται χρονολογικά περί το 1935 και είναι του Λαρισαίου φωτογράφου Παντελή Γκίνη. Ο φωτογράφος ανέβηκε σε εξώστη του δευτέρου ορόφου του ξενοδοχείου «Πανελλήνιον», το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας και από εκεί αποτύπωσε τα κτίρια που υπήρχαν προπολεμικά στην βορειοδυτική πλευρά της Κεντρικής Πλατείας (Θέμιδος ονομαζόταν τότε και σήμερα Μιχ. Σάπκα).
Η πρώτη αναφορά που έχουμε για το κτίριο που περιγράφουμε είναι του 1881 και προέρχεται από τον «πρύτανη» των δημοσιογράφων όπως αποκάλεσαν τον Θρασύβουλο Μακρή (1874-1952), διευθυντή και εκδότη της εφημερίδας «Μικρά», ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν μαθητής. Αναφέρει ότι στη θέση αυτή κατά την κατάληψη της Λάρισας από τα ελληνικά στρατεύματα, υπήρχε ζαχαροπλαστείο που ο καταστηματάρχης του ονομαζόταν Ευθύμιος Σαρανταένας, και καταγόταν από τη Λαμία. Θα πρέπει να ήταν κάποιος τύπος της Λάρισας γιατί ήταν γνωστός στους κατοίκους από την μεγάλη γενειάδα που έτρεφε. Ο Μακρής τον περιγράφει ως «διαπρεπή γενειοφόρο» και μάλιστα αναφέρει ένα στιγμιότυπο που είχε με τον Τούρκο διοικητή της Λάρισας Χιντέτ πασά στις 31 Αυγούστου 1881. Καθώς ο Σαρανταένας, λόγω της επικείμενης εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων, αναρτούσε μια τεράστια ελληνική σημαία στο κατάστημά του, εκείνη τη στιγμή περνούσε από το πεζοδρόμιο ο Χιντέτ πασάς και η σημαία τον περιτύλιξε ολόκληρο. Ο τελευταίος ενοχλήθηκε και είπε στον καταστηματάρχη: «Περίμενε μπρε τζάνουμ να φύγουμε και μετά κρεμάς όσες παντιέρες θέλεις» [1].
Στις αρχές του 20ού αιώνα στη γωνιά αυτή (συμβολή τότε των οδών Ακροπόλεως [2] και Αλεξάνδρας) υπήρχε ένα μικρό καφενεδάκι, στο οποίο συγκεντρώνονταν μετά τη δουλειά τους εκτός των άλλων οι κατασκευαστές πηγαδιών και οι βοθροκαθαριστές της πόλης. Τα δύο αυτά επαγγέλματα ευδοκιμούσαν στην παλιά Λάρισα, γιατί όπως είναι γνωστό, μέχρι το 1930 δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης και το μεν πόσιμο νερό το προμηθεύονταν από τον Πηνειό, ενώ τα πηγάδια λόγω της γειτνίασης με τους υπαίθριους οικιακούς βόθρους χρησίμευαν μόνον για τις ανάγκες καθαριότητας και ποτίσματος.
Όταν το καφενεδάκι αυτό έκλεισε, το κτίριο το αγόρασε ο Ισραηλίτης φαρμακοποιός Σαλβατώρ Ματαλών και άνοιξε φαρμακείο. Αν και την εποχή εκείνη τα φαρμακεία ήταν λίγα, εν τούτοις δεν είχαν πολλή δουλειά, γιατί ο πολύς κόσμος προτιμούσε να εφαρμόζει πρακτικές μεθόδους (τα «μαντζούνια») και όχι τα φάρμακα. Γι’ αυτό και Ματαλών εκτός από το φαρμακείο δημιούργησε για ένα διάστημα και μια μικρή βιομηχανία αεριούχων ποτών με πρωτόγονα μέσα.
Αργότερα ο Ματαλών μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη και το φαρμακείο περιήλθε στην ιδιοκτησία του φαρμακοποιού Νίκου Ζησιάδη από τη Ραψάνη, ο οποίος ήταν αδελφός του δικηγόρου και επί σειρά ετών διατελέσαντος βουλευτού Τυρνάβου Βασίλη Ζησιάδη [3]. Η επιγραφή στο επάνω μέρος του κτιρίου είχε την επωνυμία «Φαρμακείον Ν. Ζησιάδου και Σία», όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία. Πάνω από την επιγραφή αυτή, στο στηθαίο της στέγης, υπήρχε μια ακόμα επιγραφή με τη λέξη «Σαντράλ» με δύο σταυρούς εκατέρωθεν. Η χαρακτηριστική αυτή λέξη έδωσε την αφορμή στους Λαρισαίους να ονομάζουν το φαρμακείο ως «Σαντράλ» και μάλιστα μερικοί μετέφραζαν την ονομασία αυτή σαν «Κεντρικόν», δηλ. ότι ήταν το κεντρικότερο φαρμακείο της Λάρισας, ενώ είναι γνωστό ότι στην άλλη γωνία της πλατείας υπήρχε ένα άλλο μεγάλο φαρμακείο, του Αγαμέμνονα Αστεριάδη. Το «Σαντράλ» όμως ήταν διαφήμιση φαρμάκου της εποχής, γι’ αυτό και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία απουσιάζει η λέξη αυτή και έχουν παραμείνει μόνον οι σταυροί. Το φαρμακείο αυτό λειτούργησε μέχρι το 1941. Στην κατοχή και εξ αιτίας του σεισμού και του πολέμου καταστράφηκε και ο ιδιοκτήτης μετακόμισε στην Αθήνα όπου μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα πέθανε.
Στα πρώτα χρόνια της κατοχής και για μικρό χρονικό διάστημα ο κατεστραμμένος χώρος του παλιού φαρμακείου επιδιορθώθηκε κάπως και στη θέση του αναπτύχθηκε μια μικρή παράγκα η οποία λειτούργησε σαν καφενεδάκι. Τα γεγονότα το έφεραν ώστε να ξαναλειτουργήσει σαν καφενεδάκι, όπως ήταν και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μετά την απελευθέρωση και για πολλά χρόνια αυτός ο χώρος και δύο άλλα διπλανά καταστήματα που είχαν καταστραφεί έμειναν οικόπεδα, μέχρι στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε δόθηκαν και τα τρία με αντιπαροχή για να υψωθεί στη θέση τους η πολυώροφη γωνιακή οικοδομή που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στη φωτογραφία διακρίνονται ακόμα, αριστερά τμήμα του ξενοδοχείου «Όλυμπος», στο βάθος το προπολεμικό ρολόι της πόλης και δεξιά ένα μέρος από το ξενοδοχείο «Στέμμα».


[1]. Μακρής Θρασύβουλος, Λαρισινές σελίδες. Σειρά δημοσιευμάτων στην εφημερίδα «Θεσσαλικά Νέα» κατά το 1947.
[2]. Στα 1935, ύστερα από την παλινόρθωση της μοναρχίας, η τότε Δημοτική Αρχή με δήμαρχο τον Στέλιο Αστεριάδη, μετονόμασε την οδό Ακροπόλεως σε Βασιλίσσης Σοφίας και μετά την μεταπολίτευση επί δημαρχίας Αριστείδη Λαμπρούλη μετονομάσθηκε σε Παπαναστασίου.
[3]. Ο Βασίλης Ζησιάδης ήταν σύγαμπρος με τον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα. Η γυναίκα του Ελπινίκη (Πιπίτσα) ήταν αδελφή της Ιουλίας Σάπκα και οι δύο τους κόρες του δημάρχου Αχιλλέα Λογιωτάτου.

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

 ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Περίπατος στην αρχή της οδού Κούμα

 
Η οδός Κούμα φωτογραφημένη από τη διασταύρωσή της  με την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου. Φωτογραφία του 1930 περίπου.  Αρχείο Θανάση ΜπετχαβέΗ οδός Κούμα φωτογραφημένη από τη διασταύρωσή της με την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου. Φωτογραφία του 1930 περίπου. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ

Σύμφωνα με το Σχέδιο Πόλης το οποίο χαράχθηκε κατά το 1883-84, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, σε μία από τις κεντρικότερες οδικές αρτηρίες της Λάρισας δόθηκε η ονομασία οδός Κωνσταντίνου Κούμα, αφιερωμένη στον σπουδαίο λόγιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που γεννήθηκε στη Λάρισα το 1777 και απεβίωσε στην Τεργέστη το 1836.

Στη σημερινή ιστορική μας αφήγηση για την παλιά Λάρισα θα κάνουμε έναν μικρό περίπατο στην αρχή της οδού Κούμα, ξεκινώντας από τη διασταύρωσή της με την οδό Μεγ. Αλεξάνδρου. Η δημοσιευόμενη φωτογραφία θα μας βοηθήσει μόνον εν μέρει προς τούτο, καθώς οι φυλλωσιές των δένδρων καλύπτουν πολλά από τα κτίρια.
Στη δεξιά γωνία Κούμα και Μ. Αλεξάνδρου καθώς βλέπουμε τον δρόμο στη φωτογραφία, υπήρχε το Φαρμακείο των Δημητρίου Επιτρόπου και Φώτη Παπαζήση. Κάποια στιγμή ο τελευταίος αποχώρησε και ο Επιτρόπου έμεινε μόνος μέχρι το 1935 περίπου, οπότε μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο φαρμακείο λίγο πιο κάτω, στη διασταύρωση των οδών Παπακυριαζή και Μεγ. Αλεξάνδρου. Κατόπιν το κατάστημα αυτό και ένα διπλανό, που ήταν πρατήριο βενζίνης, τα πήρε ο Σπύρος Σιμιτσής και τα διαμόρφωσε σε δύο μεγάλες σάλες όπου λειτούργησε το Εστιατόριο «Ερμής» [1]. Η λειτουργία του ξεκίνησε με υψηλές ποιοτικές προδιαγραφές και συναγωνίσθηκε το θρυλικό για την εποχή του εστιατόριο «Αβέρωφ», που βρισκόταν εκεί κοντά, στην πλατεία. Η κουζίνα του ήταν θαυμάσια γι’ αυτό και συγκέντρωνε τις προτιμήσεις μιας μόνιμης πελατείας που αποτελούνταν από άτομα της αστικής τάξης της πόλης και πολλούς ξένους. Τα καλοκαίρια τοποθετούσε τραπέζια στον δροσόλουστο κήπο που διέθετε, καθώς και στο απέναντι πεζοδρόμιο, έξω από τον περίβολο των παλιών Δικαστηρίων. Ο Μήτσος Σιμιτσής δεν κράτησε για πολύ την επιχείρησή του και την μεταβίβασε στους υπαλλήλους του Μήτσο Χατζηδήμο, Νίκο Μπαράτσιο και Πέτρο Σταματάκο. Μετά από λίγο καιρό και για λόγους άγνωστους, οι δύο πρώτοι από τους συνεταίρους διαφώνησαν με τον Σταματάκο, ο οποίος αποχώρησε και συνεταιρίστηκε με τον Χαράλαμπο Παπαϊωάννου στην επιχείρηση του εστιατορίου «Αβέρωφ». Όμως ο νέος συνεταιρισμός δεν ευοδώθηκε και ο Σταματάκος ξαναγύρισε στον «Ερμή», όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, οπότε τον διαδέχθηκε στο εταιρικό του μερίδιο ο αδελφός του Νικόλαος Σταματάκος [2]. Το 1969 ο «Ερμής» έκλεισε και το κτίριο κατεδαφίσθηκε. Στη θέση του οικοδομήθηκε ισόγειο κτίσμα το οποίο στέγασε το Γαλακτοζαχαροπλαστείο «Σερραϊκόν», το οποίο έμεινε ιστορικό για τα επεισόδια μετά τον αγώνα Πανσερραϊκού - ΑΕΛ για την άνοδο στην Α’ Εθνική κατά τη διάρκεια της επταετίας, επί εποχής υπουργού Αθλητισμού του περιβόητου Ασλανίδη. Δίπλα του κτίσθηκε πολυώροφη οικοδομή η οποία στέγασε για ένα διάστημα την Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική του Κλέωνα Κατσίγρα, μέχρις ότου να οικοδομήσει την ιδιόκτητη κλινική του επί της Παπακυριαζή, δίπλα από το παλιό Ταχυδρομείο. Από την ίδια πλευρά του δρόμου και πιο κάτω, στη γωνία με την οδό Φαρσάλων (Ρούσβελτ) ήταν το νεοκλασικό αρχοντικό των αδελφών Καρανίκα.
Στην αριστερή γωνία Κούμα και Μ. Αλεξάνδρου καθώς βλέπουμε τον δρόμο στη φωτογραφία, βρισκόταν το καφενείο «Παράδεισος». Πριν ακόμη ανεγερθεί ο «Παράδεισος» και στην ίδια ακριβώς θέση υπήρχαν δύο κτίσματα ισόγεια με πρόσοψη προς την πλατεία, στο ένα από τα οποία στεγαζόταν το Συμβολαιογραφείο του Ανδρέα Ροδόπουλου, παππού του προέδρου της Βουλής Τάκη Ροδόπουλου. Η οικογένεια Ροδόπουλου καταγόταν από την Πάτρα και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας στα 1881. Ως γνωστόν την ίδια εποχή εγκαταστάθηκαν στην πόλη μας και άλλες οικογένειες που ήρθαν από την Πελοπόννησο, όπως του Πιπινόπουλου, του Ιατρόπουλου και άλλων. Δίπλα από το Συμβολαιογραφείο του Ανδρέα Ροδόπουλου βρισκόταν το τυπογραφείο και τα γραφεία της εφημερίδας «Σάλπιγξ». Ήταν εβδομαδιαία και εκδότης της ήταν ο Μιχαήλ Τσόγκας. Όταν ο χώρος που βρισκόταν τα προηγούμενα καταστήματα καθώς και μερικά άλλα διπλανά περιήλθαν γύρω στα 1910 στην ιδιοκτησία του φαρμακοποιού Μανεσιώτη, κατεδαφίσθηκαν και στη θέση τους κτίστηκε το καφενείο «Παράδεισος». Προς την πλευρά της οδού Κούμα το καφενείο διέθετε και θεατρική σκηνή. Την ανάγκη δημιουργίας θεατρικής σκηνής διαπίστωσαν οι ενοικιαστές του καφενείου, όταν απέκτησε παρόμοια σκηνή το «Πανελλήνιον» και διαπίστωσαν ότι συγκέντρωνε το θεατρόφιλο κοινό της Λάρισας. Μάλιστα σε διπλανό χώρο του καφενείου ιδρύθηκε και θερινή θεατρική σκηνή, η οποία είχε και αυτή την είσοδό της από την Κούμα. Αναφέραμε και παλαιότερα ότι η Λάρισα στα παλιά χρόνια, και ενώ ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τις 20-25 χιλιάδες κατοίκους, μπορούσε να συντηρεί τρεις θιάσους στη διάρκεια του καλοκαιριού.
Στον χώρο όπου βρισκόταν το θερινό θέατρο «Παράδεισος» κτίστηκε αργότερα ένα διώροφο κτίριο το οποίο στέγασε για πολλά χρόνια τη «Λαρισαϊκή Λέσχη», την εκμετάλλευση της οποίας είχε ο Γιάννης Ξυραδάκης. Ο τελευταίος ήταν ένας ωραίος, ανοιχτοχέρης και γλεντζές άνδρας. Υπήρξε ο πρώτος κουρέας που άνοιξε και κομμωτήριο στη Λάρισα, την εποχή που σταμάτησε να θεωρείται αμάρτημα η έξοδος των γυναικών από τα σπίτια. Πιο μπροστά δεν διανοείτο καμιά γυναίκα να καταφύγει για τον καλλωπισμό της κεφαλής της σε κομμωτή. Κομμώτριες φυσικά και δεν υπήρχαν. Οι μόνες γυναίκες οι οποίες παρακολουθούσαν τη μόδα ήταν εκείνες που ανήκαν στην εύπορη τάξη και συγκροτούσαν την υψηλή κοινωνία της πόλης. Ο Γιάννης Ξυραδάκης ασκούσε στην αρχή την κομμωτική τέχνη με επισκέψεις κατ’ οίκον, όταν τον καλούσαν οι κυρίες και οι δεσποινίδες της καλής κοινωνίας στα σπίτια τους. Αυτές οι επισκέψεις αυξήθηκαν, γι’ αυτό μετά το 1922 αποφάσισε και άνοιξε στην οδό Ερμού το πρώτο κομμωτήριο. Τώρα πλέον τις περίμενε στο κομμωτήριό του. Στην αρχή ήταν κάπως διστακτικές, αλλά σιγά-σιγά αναθάρρησαν και παράλληλα είχαν αρχίσει να χειραφετούνται και οι γυναίκες της μεσοαστικής τάξης, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η δουλειά του ακόμα περισσότερο, να αναγκασθεί να προσλάβει γυναίκες βοηθούς και κατά το 1934 να μεταφέρει το κομμωτήριό του στην οδό Κούμα, σε ένα κτίριο δίπλα από τη Λαρισαϊκή Λέσχη. Το κτίριο το χώρισε στα δύο. Το μισό ήταν κομμωτήριο και το άλλο μισό κουρείο. Όταν το 1938 ο έμπορος Ανδρέας Κουτσίνας έκτισε το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» στη γωνία των οδών Κύπρου και Μεγ. Αλεξάνδρου, μετέφερε και τις δύο επιχειρήσεις του σε ένα κατάστημα του ισογείου του «Ολύμπιον» με πρόσοψη προς την πλατεία, αλλά με διαφορετικές εισόδους.
Το κτίριο της «Λαρισαϊκής Λέσχης», όπως αναφέρθηκε, κτίσθηκε στη θέση του θερινού θεάτρου «Παράδεισος». Στον επάνω όροφο υπήρχε τις βραδινές ώρες χαρτοπαικτική λέσχη, ενώ τις υπόλοιπες ώρες της ημέρες ήταν εντευκτήριο επιφανών Λαρισαίων. Πιο πριν, στο βάθος του θερινού θεάτρου «Παράδεισος», σε ένα μικρό διώροφο κτίριο, λειτουργούσε χαρτοπαικτική λέσχη. Η πελατεία αυτής της λέσχης μεταφέρθηκε κατόπιν στη νέα που υψώθηκε επί της οδού Κούμα. Δεν ήταν όμως η μόνη. Μία ακόμη λειτουργούσε στο βάθος της αυλής του καφενείου «Νέος Κόσμος», η οποία διατηρήθηκε, όπως και η πρώτη, για πολλά χρόνια. Τακτικότατος θαμώνας της χαρτοπαικτικής λέσχης ήταν μεταξύ των άλλων και ο Γιάννης Ξυραδάκης. Ήταν μανιώδης χαρτοπαίκτης και η νοσηρή αυτή αδυναμία δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.
Δεξιά από την είσοδο της «Λαρισαϊκής Λέσχης Λαρίσης» υπήρχε ένα μικρό υπόγειο στο οποίο λειτουργούσε το ζαχαροπλαστείο του Κώστα Μπελούλη. Ο Μπελούλης ήταν ένας γραφικός τύπος της παλιάς Λάρισας. Καταγόταν από ένα χωριό της Λαμίας και αποτελούσε βασικό στέλεχος του Συλλόγου Ρουμελιωτών της Λάρισας. Καθώς ήταν άνθρωπος αγαθός, απονήρευτος και εύπιστος, και ο χώρος του καταστήματος υπόγειος και υποφωτισμένος, το ζαχαροπλαστείο αυτό αποτελούσε συνήθως στέκι παράνομων ζευγαριών.
Αμέσως μετά τη Λέσχη ήταν παλαιότερα ισόγειο κατάστημα, το οποίο κατά το 1925 στέγαζε το Φωτογραφείο του Αθανασόπουλου. Κατόπιν λειτούργησε εκεί το μικρό Ζαχαροπλαστείο του Δεληγιάννη. Όταν αυτό έκλεισε, μεταφέρθηκε εκεί το Κομμωτήριο και το Κουρείο του Γιάννη Ξυραδάκη, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η αίθουσα χωρίστηκε στα δύο και δεξιά εγκαταστάθηκε το κομμωτήριο και αριστερά το κουρείο. Το χώρισμα ήταν ξύλινο και δεν έφθανε μέχρι την οροφή. Γι’ αυτό όταν οι πελάτισσες ή οι πελάτες μιλούσαν κάπως δυνατά, ακούγονταν και στις δύο αίθουσες. Μεταξύ των δύο αιθουσών υπήρχε ένα άνοιγμα προς την έξοδο όπου είχε εγκατεστημένο το ταμείο ο ιδιοκτήτης.
Πιο κάτω, στη γωνία με την οδό Ρούσβελτ, ήταν μια ημιδιώροφη κατοικία, ιδιοκτησίας του Χαράλαμπου Βουζίκα. Σ’ αυτό κατοίκησαν οι οικογένειες του Θωμά Χαρίτου, του Στράτου Βαλάκη και του Πέτρου Βούλγαρη. Μεταπολεμικά επειδή το ξενοδοχείο «Όλυμπος» του Βουζίκα που βρισκόταν απέναντι από την Εθνική Τράπεζα, αχρηστεύθηκε από τους σεισμούς, μετέφερε εδώ για ένα διάστημα το ξενοδοχείο «Όλυμπος». Τη δεκαετία του 1960 οι κληρονόμοι του το κατεδάφισαν και στη θέση του ανήγειραν πολυώροφη οικοδομή, στο ισόγειο της οποίας στεγάζονται διάφορα καταστήματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Εστιατόριο «Ερμής», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 10ης Ιουνίου 2018.
[2]. Ολύμπιος [Περραιβός Κώστας]. Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 4ης Σεπτεμβρίου 1972.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)

 

Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το παρεκκλήσι των Ανακτόρων της Λάρισας


Ναός Αγ. Βησσαρίωνος. Παρεκκλήσι των Ανακτόρων της Λάρισας.  Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο αρ. 12 του Γεωργίου Βελόνη. Αρχές δεκαετίας του 1920.Ναός Αγ. Βησσαρίωνος. Παρεκκλήσι των Ανακτόρων της Λάρισας. Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο αρ. 12 του Γεωργίου Βελόνη. Αρχές δεκαετίας του 1920.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η εικόνα που δημοσιεύεται είναι έκδοση του Γεωργίου Βελώνη, ο οποίος διατηρούσε βιβλιοχαρτοπωλείο και τυπογραφείο στη Λάρισα, στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και Ασκληπιού, απέναντι από το φαρμακείο του Στέφανου Κυλικά.

Ο Γεώργιος Βελώνης (1881-1946) ήταν Πελοποννήσιος. Στη Λάρισα εγκαταστάθηκε τη δεκαετία του 1920 και περί το 1925 άνοιξε το βιβλιοχαρτοπωλείο, το οποίο κράτησε μέχρι τα πρώτα χρόνια της κατοχής [1]. Η παρουσία του Βελώνη στη Λάρισα θα μείνει παντοτινή χάρη κυρίως σε μια σειρά από 25 χρωμολιθόγραφα επιστολικά δελτάρια άριστης ποιότητας. Οι φωτογραφίες (τα κλισέ) δεν είναι δικά του, γιατί ο Βελώνης δεν ήταν φωτογράφος. Εκτός αυτού υπάρχουν απόψεις από χρονικές περιόδους που δεν είχε ακόμα εγκατασταθεί στη Λάρισα (1897, 1900, 1905, κλπ). Ο φωτογράφος των καρτών είναι άγνωστος, η δε θεματολογία τους περιλαμβάνει απόψεις από Λάρισα, Μπαμπά (σημερινά Τέμπη), Αγιά, Τρίκαλα, Μετέωρα.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει ένα μικρό εκκλησάκι με τρούλο και επιγράφεται «Εκκλησία Ανακτόρων Λαρίσσης», φέρει δε στη σειρά τον αριθμό 12. Πρόκειται για το παρεκκλήσι των βασιλικών ανακτόρων, τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή όπου σήμερα έχει ανεγερθεί το Δημοτικό Ωδείο. Ήταν αφιερωμένο στον άγιο Βησσαρίωνα, μητροπολίτη Λαρίσσης. Σύμφωνα με προφορική παράδοση, την οποία καταγράφει ο δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Μικρά» Θρασύβουλος Μακρής [2], στον χώρο αυτόν υπήρχε πολύ πριν από την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους (1881) μεγάλη οικία, αληθινό ανάκτορο, του οποίου οικοδέσποινα ήταν η Νουριέ χανούμ, στενή συγγενής του Αλή πασά και κρυπτοχριστιανή. Επέτρεψε λοιπόν στο υπηρετικό προσωπικό του αρχοντικού, το οποίο προέρχονταν από τη χριστιανική κοινότητα της πόλης, να χρησιμοποιήσουν ένα από τα δωμάτια όπου στεγάζονταν τα «οτζάκια», δηλαδή οι βοηθητικοί χώροι του σπιτιού (μαγειρεία, πλυσταριά, καταλύματα του προσωπικού, κλπ.) και να το μετατρέψουν σε πρόχειρη εκκλησία. Ήταν η περίοδος κατά την οποία είχε επικρατήσει κάποια σχετική θρησκευτική ελευθερία εκ μέρους των Οθωμανών. Στο μέσον του δωματίου είχαν τοποθετήσει μια παλιά εικόνα του Αγίου Βησσαρίωνος, μπροστά από την οποία έκαιγε μέρα-νύχτα κανδήλα. Οι χριστιανοί του αρχοντικού και αρκετοί γείτονες, προσέρχονταν τις Κυριακές και τις εορτές για να ανάψουν λαμπάδα και να προσκυνήσουν την εικόνα του αγίου. Κάποια νύχτα όμως του Νοεμβρίου του 1872 μια πυρκαγιά αποτέφρωσε όλους τους βοηθητικούς χώρους του αρχοντικού. Η οικοδέσποινα απέδωσε το καταστρεπτικό γεγονός σε ολιγωρία του υπηρετικού προσωπικού. Όμως οι ζημιές αποκαταστάθηκαν γρήγορα και η λειτουργία του παρεκκλησίου συνεχίσθηκε.
Μετά τον θάνατο της Νουριέ χανούμ το μεγάλο αυτό αρχοντικό περιήλθε στην κατοχή του ανεψιού της Χουσνή μπέη, ο οποίος αρχές Οκτωβρίου του 1881, ένα μήνα περίπου μετά την απελευθέρωση της Λάρισας, πρόσφερε το αρχοντικό του για να καταλύσει ο βασιλέας Γεώργιος ο Α΄ όταν επισκέφθηκε επίσημα τη Λάρισα. Ικανοποιημένος από την ευρυχωρία του κτιρίου και την απέραντη αυλή, ο Γεώργιος το αγόρασε στις 11 Οκτωβρίου 1881. Η βασίλισσα Όλγα, προσωπικότητα έντονα θρησκευόμενη, γοητευμένη από την παράδοση του υποτυπώδους ναΐσκου του Αγίου Βησσαρίωνος σε ένα απόμερο μέρος του κονακιού, αποφάσισε το 1898 να ανεγείρει νέο ναό προς τιμήν του αγίου. Γράφει σχετικά η εφημερίδα «Ελλάς»: «Από πολλών ημερών ήρχισεν η ανέγερσις του μικρού ναϊσκου εις τον περίβολον των ενταύθα ανακτόρων. Εις τον ναόν τούτον θα εκκλησιάζονται τα μέλη της βασιλικής οικογενείας, οσάκις μας επισκέπτονται» [3]. Ο ναός διακοσμήθηκε με αγιογραφίες ρώσων ζωγράφων, εμπλουτίσθηκε με αφιερώματα φιλόθρησκων Λαρισαίων και φιλοξένησε τις εικόνες και τα ιερά σκεύη του κατεδαφισθέντος το 1898 παρεκκλησίου του αγίου Βησσαρίωνος στο ναό του Αγίου Αχιλλίου (Βασιλική του Καλλιάρχη). Αρχιτεκτονικά ήταν μονόχωρη σταυροειδής κατασκευή, αρκετά ψηλή για τις διαστάσεις της, με τρούλο ο οποίος ήταν μολυβδοσκέπαστος, δηλ. καλύπτονταν με παχιά φύλλα μολύβδου. Η τοιχοποιία, όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία, ήταν από πελεκημένη πέτρα, με κεραμοπλαστικές διακοσμήσεις στα ανοίγματα.
Όταν το 1918 κατεδαφίσθηκε το ανάκτορο, ο ναός του Αγίου Βησσαρίωνος διατηρήθηκε. Την ίδια χρονιά μάλιστα ο εστιάτορας Κωνσταντίνος Γεωργ. Νατάκιας, με δαπάνες του ανακαίνισε το εκκλησάκι. Κάλυψε με επίχρισμα τους εξωτερικούς τοίχους, ολοκλήρωσε την αγιογράφησή του και έτσι ο ναός του αγίου αποδόθηκε στη χρήση των πιστών της περιοχής.
Όμως ο καταστρεπτικός σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 ισοπέδωσε μεταξύ άλλων και το εκκλησάκι. Αναγκαστικά κατεδαφίσθηκε και στη θέση του στήθηκε προσωρινά ξύλινο παράπηγμα, για να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των περιοίκων. Το 1955, χάρη στην οικονομική υποστήριξη του ΟΥΗΛ, προδρόμου της σημερινής ΔΕΥΑΛ, άρχισε η ανέγερση του σημερινού ναού τα εγκαίνια της οποίας έγιναν στις 13 Οκτωβρίου 1957. Το 1961 αγιογραφήθηκε, πάλι με δαπάνη του ΟΥΗΛ, από τον δικό μας ζωγράφο Αγήνορα Αστεριάδη και τους μαθητές του με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Σήμερα ο ναός αυτός στολίζει την πλατεία του Δημοτικού Ωδείου και είναι σημείο αναφοράς για πολλούς συμπολίτες μας.


[1]. Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας, Επιστολικά δελτάρια (1900-1960), Συλλογή Γεωργίου και Λένας Γουργιώτη, Λάρισα (2007) σελ. 19.
[2].Μακρής Θρασύβουλος. Ο Άγιος Βησσαρίων, εφ. Λαρισαϊκός Τύπος, Λάρισα, φύλλο της 15ης Σεπτεμβρίου 1943. Η εφημερίδα αυτή ήταν κοινή έκδοση της «Ελευθερίας» και του «Ημερήσιου Κήρυκα» της Λάρισας κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου.
[3]. εφ. Ελλάς, φύλλο της 29ης Ιουνίου 1898.

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2023

 

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Τα «δίδυμα σπίτια» κρίθηκαν διατηρητέα

 
Τα "Δίδυμα σπίτια" της οδού 31ης Αυγούστου.  Φωτογραφία προ του 1990, όταν κατοικούνταν.Τα "Δίδυμα σπίτια" της οδού 31ης Αυγούστου. Φωτογραφία προ του 1990, όταν κατοικούνταν.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 2023 δημοσιεύθηκε από την έγκριτο δημοσιογράφο Λένα Κισσάβου στην εφημερίδα «Ελευθερία», η εξής χαροποιός είδηση: «Το Τμήμα Διατηρητέων Κτιρίων του Υπουργείου Περιβάλλοντος απέστειλε στο Υπουργείο Πολιτισμού αιτιολογική έκθεση για τον χαρακτηρισμό ως διατηρητέων, των κτιρίων που βρίσκονται επί των οδών 31ης Αυγούστου 9 και 31ης Αυγούστου και Λορέντζου Μαβίλη, στο Ο.Τ. 984Β, στον Δήμο Λαρισαίων, την οποία και διαβίβασε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Λαρισαίων». Πρόκειται για τη δήλωση που έκανε ο αντιδήμαρχος Πολεοδομίας της πόλης μας κ. Νίκος Καλτσάς μόλις έγινε γνωστή η υπουργική απόφαση. Το γεγονός αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα, εκτός των άλλων, τους φίλους της τοπικής ιστορίας, τη Φωτοθήκη του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Λάρισας και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος-Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας.
Τα δύο αυτά σπίτια της προπολεμικής Λάρισας τα οποία βρίσκονται σε έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της Λάρισας και παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, είχαν από χρόνια μπει στο στόχαστρο του Δήμου, των Συλλόγων που αναφέρθηκαν και πολλών υγιώς σκεπτόμενων Λαρισαίων πολιτών. Έπρεπε με κάθε θυσία να διασωθούν, ιδιαίτερα από το 1994 και μετά, όταν το τρίτο απ’ αυτά, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Μαβίλη και Δροσίνη, είχε κατεδαφισθεί και στη θέση του είχε οικοδομηθεί σύγχρονη οικοδομή.
Σήμερα μιλάμε για «δίδυμα σπίτια», αλλά μέχρι το 1994 ήταν τρίδυμα. Και τα τρία είχαν την ίδια αρχιτεκτονική εξωτερικά και σχεδόν την ίδια διαρρύθμιση και εσωτερικά. Μάλιστα σύμφωνα με ορισμένους παλιούς κατοίκους της περιοχής πρέπει να υπήρχε και τέταρτο σπίτι, το οποίο έβλεπε επί της 31ης Αυγούστου, δίπλα στου Οικονόμου, το οποίο όμως δεν είχε την ίδια αρχιτεκτονική με τα άλλα τρία, δεν κατασκευάσθηκε από τον ίδιο ιδιοκτήτη κατεδαφίσθηκε λίγο μετά το 1960 και στη θέση του ανυψώθηκε πολυώροφη οικοδομή, η οποία υπάρχει μέχρι και σήμερα. Σε μια αεροφωτογραφία της Λάρισας της δεκαετίας του 1950 διακρίνεται πολύ χαρακτηριστικά η ομοιομορφία των τριών κτιρίων όσον αφορά τη στέγη και κατ’ επέκταση την κάτοψή τους, ενώ για το τέταρτο μπορεί να είναι ισομέγεθες με τα τρία, αλλά διαφέρει αισθητά απ’ αυτά ως προς το γενικό σχέδιο.
Στα δίδυμα σπίτια έχουμε αναφερθεί και παλαιότερα από τις στήλη αυτή της εφημερίδας και συγκεκριμένα στο φύλλο της 9ης Μαΐου 2018. Σήμερα θα δώσουμε ορισμένα στοιχεία για τα τρία αυτά ομοιόμορφα σπίτια και συγχρόνως δημοσιεύουμε και παλιές φωτογραφίες τους.
Η ακριβής χρονολογία κατασκευής τους δεν είναι γνωστή. Πιθανολογείται ότι είναι κτίσματα της τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Ιδιοκτήτης και κατασκευαστής ήταν ο Γεώργιος Νατάκιας, ο οποίος διατηρούσε από το 1915 επί της οδού Πανός εστιατόριο-ταβέρνα με το όνομα «Η Αφθονία».
Όσοι διασχίζουν την οδό της 31ης Αυγούστου ξεκινώντας από την πλατεία του Αγ. Βησσαρίωνος, θα συναντήσουν στο Νο 9 την πρώτη από τις κατοικίες που έκτισε ο Γεώργιος Νατάκιας. Αρχικά περιήλθε στην ιδιοκτησία του έμπορου της Λάρισας Ηλία Τριανταφύλλου. Ο τελευταίος καταγόταν από τον Τύρναβο, αλλά κάποια στιγμή μετέφερε την επαγγελματική του στέγη στη Λάρισα όπου και απέκτησε σημαντική περιουσία. Παρέμεινε άγαμος και έγινε γνωστός στην κοινωνία της Λάρισας ως ευεργέτης του Δημοτικού Νοσοκομείου. Με δική του δαπάνη κτίσθηκε το 1937 ο επάνω όροφος του νοσηλευτικού αυτού ιδρύματος, που ως γνωστόν άρχισε να λειτουργεί το 1890 με δωρεά του Ιωάννη Κουτλιμπανά. Όταν το 1954, επί δημαρχίας Σωτηρίου Ζιαζιά, αποφασίσθηκε με Βασιλικό Διάταγμα η κρατικοποίηση του Νοσοκομείου, από Δημοτικό μετονομάσθηκε σε "Κουτλιμπάνειο και Τριανταφύλλειο Γενικό Νοσοκομείο Λαρίσης". Στις 12 Απριλίου 1938 ο Τριανταφύλλου πούλησε την κατοικία αυτή στην Ελένη χήρα του Γεωργίου Γκουλιάμα. Η τελευταία με διαθήκη της την μεταβίβασε στις 27 Αυγούστου 1946 στην ανεψιά της Αντωνία χήρα Ιωάννη Οικονόμου. Με τη σειρά της η Αντωνία Οικονόμου την πούλησε στις 7 Φεβρουαρίου 1989 στον ανεψιό της Νικόλαο Οικονόμου του Στάμου, στην κυριότητα του οποίου υπάρχει μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς, το οικόπεδο με την κατοικία είχε ως όρια: νότια την οδό 31η Αυγούστου, ανατολικά την οικία Αντωνίου Γκαρανέ (το άλλο δίδυμο σπίτι), βόρεια την οικία Ηλία Τσιτσιά (το τρίτο ομοιόμορφο σπίτι) και δυτικά "την ιδιοκτησίαν πρώην Σοφού και ήδη πολυκατοικίαν". Ολόκληρο το κτίσμα περιγράφεται ως εξής: Τόσο το ισόγειο (ημιυπόγειο), όσο και ο όροφος διαθέτουν τέσσερα δωμάτια με τους απαραίτητος βοηθητικούς χώρους και επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική ξύλινη σκάλα. Στον όροφο έμεναν οι ιδιοκτήτες, ενώ στο ισόγειο συνήθως στεγάζονταν οι οικιακοί βοηθοί. Μέχρι το 2004 κατοικείτο από την οικογένεια Νικολάου Οικονόμου και έκτοτε παραμένει ακατοίκητο. Η σοφίτα πάνω από την κεντρική είσοδο του ορόφου στο ύψος της στέγης σε αψιδωτή μορφή, με την πόρτα, τον εξώστη και τα απλά σιδερένια κάγκελα, αποτελεί αρχιτεκτονικό εύρημα που χαρακτηρίζει τα δίδυμα σπίτια και τα "ντύνει" με χάρη και ομορφιά.
Η επόμενη κατοικία στο Νο 11 της οδού, καταλαμβάνει τη γωνία των οδών 31 Αυγούστου και Μαβίλη, πουλήθηκε στις 30 Απριλίου 1928 από τον ιδιοκτήτη Γεώργιο Νατάκια στον ιατρό Κοσμά Κατσίγρα του Γεωργίου. Ο Κοσμάς Κατσίγρας ήταν θείος του μεγάλου δωρητή της Λάρισας Γεωργίου Κατσίγρα. Αρχικά εργάσθηκε ως δάσκαλος στην περιοχή της Φιλιππούπολης της Βουλγαρίας. Σε μεγάλη ηλικία σπούδασε ιατρική στην Αθήνα με εξειδίκευση στη γυναικολογία και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα. Νυμφεύθηκε τη Βασιλική Κάλλιου και το 1943 μεταφερόμενος ως όμηρος στην Ιταλία, βρήκε τραγικό θάνατο μαζί με πολλούς άλλους Λαρισαίους, όταν το πλοίο “Cita di Genova” που τους μετέφερε τορπιλίστηκε στην Αδριατική από αγγλικό υποβρύχιο. Γιός του ήταν ο γνωστός χειρουργός και κλινικάρχης Κλέων Κατσίγρας. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς, το οικόπεδο με την κατοικία είχε ως όρια: νότια την οδό 31η Αυγούστου, ανατολικά "ανώνυμον δημοτικήν πάροδον άγουσαν εις ατμόμυλον" (δεν είχε ακόμη ονοματοθετηθεί η οδός Λορέντζου Μαβίλη), βόρεια την οικία Ιωάννου Τσιτσιά (το τρίτο από τα όμοια σπίτια του Νατάκια) και δυτικά την οικία Ηλία Τριανταφύλλου (δεύτερο δίδυμο σπίτι). Στις 17 Αυγούστου 1933 ο Κοσμάς Κατσίγρας το πούλησε στον κτηματία Αντώνιο Γκαρανέ του Ιωάννου (Μεγαλόβρυσο Αγιάς 1888-Νέα Υόρκη 1978). Το κτίσμα αυτό χρησιμοποιήθηκε για αρκετά χρόνια είτε ως κατοικία είτε ως επαγγελματική στέγη. Σήμερα ανήκει στους Ζήση-Απόστολο, Ιωάννη και Άννα Γκαρανέ, τέκνα του αγοραστού, άτομα μεγάλης ηλικίας, τα οποία κατοικούν στη Νέα Υόρκη και ουσιαστικώς δεν ενδιαφέρονται για την τύχη του.
Μέχρι το 1994 τα όμοια κτίσματα στην περιοχή ήταν τρία. Το τρίτο βρισκόταν στη γωνία των οδών Μαβίλη και Δροσίνη, πίσω ακριβώς από το γωνιακό από τα δίδυμα. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Ηλίας Τσιτσιάς. Διαφοροποιείται από τα άλλα δύο μόνον επειδή ο αύλειος χώρος του οριοθετούνταν από ψηλή συμπαγή περίφραξη και διέθετε δευτερεύουσα ξύλινη είσοδο. Την άνοιξη του 1994 κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κατασκευάσθηκε σύγχρονη οικοδομή. Στον ακάλυπτο χώρο ο οποίος βρισκόταν ανάμεσα από τα τρία όμοια σπίτια (ιδίως στο πίσω σπίτι που κατεδαφίσθηκε το 1994), υπήρχε καταφύγιο, του οποίου οι αεραγωγοί διευθύνονταν και στα τρία κτίσματα.
Το 1994 Ομάδα Εργασίας για την "Καταγραφή των Αξιόλογων Κτισμάτων της Λάρισας" του Τεχνικού Επιμελητηρίου της πόλης μας, που αποτελούνταν από τα μέλη του Αντωνούλη Α., Γιοβρή Ε., Ιωαννίδης Γ., και Παπαδόπουλος Κ., αναφέρει για τα κτίσματα αυτά: "Είναι ισόγεια με ημιυπόγειο και το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η σοφίτα στο κεντρικό τμήμα της όψης, με συμμετρικά ανοίγματα με παραστάδες και η στέγη του καταλήγει σε γείσο που στηρίζεται σε πυκνή σειρά από φουρούσια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίφραξη του αύλειου χώρου με πέτρινο τοίχο, κολώνες εκατέρωθεν της αυλόπορτας και παραδοσιακά κάγκελα
Σήμερα και τα δύο σπίτια που έχουν απομείνει , είναι εγκαταλειμμένα και καθώς μένουν χωρίς καμιά φροντίδα, κάθε μέρα που περνάει αυτοκαταστρέφονται. Επομένως τώρα ο Δήμος έχει πολλή δουλειά όχι μόνο να τα συντηρήσει, αλλά και να τα αξιοποιήσει ως «χώρο Πολιτισμού-Εκπαίδευσης-Πρόνοιας-Διοίκησης», όπως αναφέρεται στη δημοσιευθείσα είδηση.

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Πλατεία Θέμιδος. Νοτιοδυτική Γωνία


Τα κτίρια της νοτιοδυτικής πλευράς της Κεντρικής πλατείας (Θέμιδος). Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου από τον Βόλο. Περίπου 1920.Τα κτίρια της νοτιοδυτικής πλευράς της Κεντρικής πλατείας (Θέμιδος). Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου από τον Βόλο. Περίπου 1920.

Η σημερινή φωτογραφία προέρχεται από χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του βιβλιοχαρτοπώλη του Βόλου Κων. Παρασκευόπουλου. Την περίοδο εκείνη, τέλη της δεύτερης και αρχές της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, μεσουρανούσε στη γειτονική μας πόλη ως εκδότης καρτποστάλ ο Στέφανος Στουρνάρας και ακολουθούσε από απόσταση ο Κωνσταντίνος Παρασκευόπουλος. Ο τελευταίος διατηρούσε ένα από τα καλύτερα βιβλιοχαρτοπωλεία και τυπογραφεία της χώρας στην οδό Ιάσονος και από το 1924 ανέλαβε μαζί με τον δημοσιογράφο Τάκη Οικονομάκη και τη διεύθυνση της εφημερίδας «Θεσσαλία».

Μεταπολεμικά και μετά τον θάνατο του Οικονομάκη κατά την Κατοχή, η εφημερίδα περιήλθε στην κατοχή των γιων του Κων. Παρασκευόπουλου, Τάκη και Γεωργίου, μέχρι το 1990. Τα επιστολικά δελτάρια του Κων. Παρασκευόπουλου είναι λίγα και χρωμολιθόγραφα. Για τη Λάρισα έχω υπ’ όψιν μου τρία. Στην πίσω πλευρά αναγράφουν μέσα σε περιθώριο τις λέξεις «Stampato in Italia», δηλαδή εκτυπώθηκαν στην Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η αισθητική τους εμφάνιση υπολείπεται κατά πολύ των αντίστοιχων του Στ. Στουρνάρα. Η δημοσιευόμενη κάρτα είναι ταχυδρομημένη στις 9 Σεπτεμβρίου του 1923.
Η λήψη της φωτογραφίας τοποθετείται γύρω στα 1920 και απεικονίζει ένα μέρος της Κεντρικής πλατείας (Θέμιδος ονομαζόταν τότε), καθώς και τα κτίρια της νοτιοδυτικής πλευράς της. Το έδαφος της πλατείας είναι χωμάτινο και αδιαμόρφωτο και μόνο μια δενδροστοιχία περιφερικά διακόπτει την ερημία της. Επί της πλατείας κυκλοφορούν ορισμένα άτομα, μεταξύ των οποίων δύο εφημεριδοπώλες και ένας λαχειοπώλης.
Τα κτίσματα της φωτογραφίας είναι επτά. Ξεκινώντας από αριστερά, το πρώτο είναι το κομψό διώροφο νεοκλασικό μέγαρο του Κατσαούνη, κρυμμένο πίσω από τη φυλλωσιά ενός δέντρου. Προπολεμικά το ισόγειο στέγασε διάφορες υπηρεσίες και καταστήματα, όπως την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας των αδελφών Παπαγεωργίου [1], το 1917 το ζαχαροπλαστείο του Δημ. Α. Πάτσου με την επωνυμία «Doree» και άλλα. Από τον εξώστη του επάνω ορόφου τον Ιούνιο του 1917 χαιρέτισε το συγκεντρωμένο πλήθος στην πλατεία ο Γάλλος στρατηγός Sarrail, όταν τα στρατεύματα της Αντάντ κατέλαβαν κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού τη Λάρισα. Αργότερα και για πολλά χρόνια εγκαταστάθηκε το Στρατηγείο της Ταξιαρχίας Ιππικού, της οποίας κάποια στιγμή διοικητής διετέλεσε ο Παπάγος και κατόπιν στεγάσθηκε το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» των αδελφών Μίχου. Μεταπολεμικά, όταν το κτίριο λόγω του σεισμού διαμορφώθηκε σε ισόγειο, στέγασε το καφενείο «Παλλάδιον».
Το επόμενο κτίριο μέχρι το 1920 στέγαζε μια δημόσια υπηρεσία. Τη χρονολογία αυτή αγοράσθηκε από την Εμπορική Τράπεζα με σκοπό να στεγάσει το τοπικό υποκατάστημά της και εξωτερικά τουλάχιστον δέχθηκε ορισμένες βελτιώσεις με την προσθήκη στον όροφο νεοκλασικών στοιχείων.
Ακολουθεί το τριώροφο κτίριο που είναι γνωστό ως «Πανελλήνιον». Ο θεμέλιος λίθος του τέθηκε το 1908 από τους ιδιοκτήτες του χώρου αδελφούς Μποσινιώτη και έμελλε να είναι για χρόνια ένα από τα ψηλότερα κτίρια στο κέντρο της Λάρισας [2]. Στο ισόγειο υπήρχε μεγάλη αίθουσα, η οποία φιλοξένησε κατά διαστήματα, καφεζαχαροπλαστείο, θεατρικά σχήματα, χορούς και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, ενώ οι δύο όροφοι λειτούργησαν ως ξενοδοχείο με το όνομα «Πανελλήνιον». Μετά τον σεισμό του 1941 διαμορφώθηκε σε διώροφο, ενώ το 1976 κατεδαφίσθηκε και στη θέση του υψώθηκε πολυώροφη οικοδομή.
Το επόμενο τέταρτο στη σειρά κτίριο είναι ισόγειο και στέγαζε ζαχαροπλαστείο με διάφορα κατά καιρούς ονόματα (Κόκκαλη, Γαλλικόν, Ελληνικόν, κ.λπ.).
Ακολουθεί το κτίριο του Ιωάννη Νικόδημου. Βρισκόταν στη νοτιοδυτική γωνία της πλατείας, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Δημαρχείο. Ο επώνυμος αυτός Λαρισαίος μετά τον θάνατό του το 1925 κληροδότησε το κτίριο στον Δήμο.
Αμέσως μετά μόλις διακρίνεται χαμηλά η ισόγεια κατοικία του ιατρού Κωνσταντίνου Βλάχου [3]. Μεταπολεμικά οι χώροι που στέγαζαν το κτίριο του Νικόδημου και την κατοικία του Κων. Βλάχου ενσωματώθηκαν, για την ανέγερση του σημερινού Δημαρχιακού Μεγάρου, το οποίο οικοδομήθηκε επί δημαρχίας Δημητρίου Χατζηγιάννη.
Το τελευταίο προς τα δεξιά κτίσμα βρισκόταν στη δυτική πλευρά της πλατείας και ανήκε στον γαιοκτήμονα Νικόλαο Καρανίκα. Είχε αγοράσει τον χώρο από τον Ισραηλίτη Μουσόν Αβραάμ και έκτισε στα 1910 μια πολύ όμορφη διώροφη οικοδομή που υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του 1960 στη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Ίωνος Δραγούμη. Στον επάνω όροφο έμεινε ο ιδιοκτήτης με την οικογένειά του και για ένα διάστημα στέγασε τη Στρατιωτική Λέσχη. Στο ισόγειο λειτουργούσε καφεζαχαροπλαστείο με το όνομα «Βασιλικόν». Εκείνο, όμως, που έδινε χάρη και ομορφιά στο κτίσμα ήταν ένα θαυμάσιο σύμπλεγμα, τοποθετημένο στην πρόσοψη, πάνω από το κεντρικό τμήμα του στηθαίου της στέγης και το οποίο μόλις διακρίνεται στη φωτογραφία [4].

-----------------------------
[1]. Οι αδελφοί Παπαδημητρίου ήταν μεγαλοκτηματίες. Παραμένει μέχρι και σήμερα ερειπωμένο το αρχοντικό ενός εκ των αδελφών στον συνοικισμό Γυρτώνη (Μπάκραινα), λίγο έξω από τη Λάρισα, στον δρόμο για τα Τέμπη.
[2]. Ψηλό τριώροφο κτίριο και μάλιστα χρονικά παλαιότερο από το «Πανελλήνιον», ήταν και το αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη, στον λόφο της Ακρόπολης, απέναντι από τον ναό του Αγίου Αχιλλίου.
[3]. Ο Κωνσταντίνος Βλάχος το 1917, κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού, μετά την καθαίρεση το αιρετού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα από την Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, διορίσθηκε δήμαρχος Λαρίσης μέχρι το 1920.
[4]. Παρόμοιο σύμπλεγμα και μάλιστα στην ίδια θέση παρατηρούμε ότι υπήρχε και στο αρχοντικό του Στεφάνοβικ, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Παπακυριαζή και 28ης Οκτωβρίου, εκεί όπου μέχρι πριν από λίγα χρόνια στεγαζόταν το στρατιωτικό πρατήριο.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2023

 «ΤΟ ΑΛΚΑΖΑΡ, ΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ…»

Η Λάρισα του 1936 σε περιγραφή ταξιδιώτη


«Το Αλκαζάρ, το Ζάππειο της Λαρίσης, εντελώς απεριποίητο  και εγκαταλελειμμένο στη φροντίδα της φύσεως».  Επιστολικό δελτάριο Μαργαρίτη-Γκηνάκου. Περίπου 1935. «Το Αλκαζάρ, το Ζάππειο της Λαρίσης, εντελώς απεριποίητο και εγκαταλελειμμένο στη φροντίδα της φύσεως». Επιστολικό δελτάριο Μαργαρίτη-Γκηνάκου. Περίπου 1935.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Πολλές φορές μέχρι σήμερα έχουμε μεταφέρει στη στήλη αυτή της εφημερίδας, περιγραφές της Λάρισας από επισκέπτες ημεδαπούς ή αλλοδαπούς. Η παλαιότερη είναι του 1545 και φθάνουν χρονικά μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Στο σημερινό σημείωμά μας καταγράφουμε μια πιο πρόσφατη περιγραφή της πόλης μας, όπως ήταν πριν ογδόντα επτά χρόνια από κάποιον επισκέπτη του οποίου η ματιά δείχνει να είναι αρκετά ανιχνευτική. Ήταν η περίοδος που η Λάρισα, έπειτα από 55 χρόνια ελεύθερου βίου, είχε οριστικά αποβάλλει τον τίτλο της τουρκόπολης ρυμοτομικά, οικοδομικά και αισθητικά και αποκτούσε τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης ελληνικής πολιτείας. Είχαν φροντίσει οι δημοτικοί άρχοντες, και ιδιαίτερα ο Μιχαήλ Σάπκας, να της προσδώσουν μια όμορφη εικόνα, ιδιαίτερα σε πολλά σημεία του κεντρικού ιστού της και η τοπική κοινωνία να μιμηθεί πολιτιστικά κατά το δυνατόν τους εκλεπτυσμένους τρόπους ζωής της ελληνικής πρωτεύουσας. Η χρονική περίοδος 1925-1940 είναι για τη Λάρισα μια εποχή αλματώδους ανάπτυξης σε πολλούς τομείς, στους οποίους προηγουμένως δραματικά υστερούσε, όπως ήταν η ύδρευση, ο ηλεκτροφωτισμός, οι ασφαλτοστρώσεις, ο πολιτιστικός τομέας, η εκπαίδευση και τόσα άλλα. Όμως, όλη αυτήν την πρόοδο ήλθε να διακόψει δραματικά ο πόλεμος του 1940, ο καταστρεπτικός σεισμός του 1941 και η κατοχή του 1941-1944.
Την άνοιξη του 1936, περίοδο μετάπλασης της Λάρισας σε μεγαλούπολη, την επισκέφθηκε ένας Πειραιώτης ταξιδιώτης. Εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά και τη μεταλλαγή της, αλλά και από τη ζωντάνια και τη φιλοξενία των κατοίκων της, ώστε θεώρησε υποχρέωση να δημοσιεύσει τις εντυπώσεις του στην τοπική εφημερίδα της Λάρισας «Κήρυξ» στο φύλλο της 16ης Ιουνίου 1936 [1]. Υπογράφει με το όνομα «Ρωσσέτος» και στην επικεφαλίδα του κειμένου αυτοπροσδιορίζεται ως «Πειραιώτης εκδρομεύς». Προσκλήθηκε από κάποιο συγγενικό του πρόσωπο που τον φιλοξένησε κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα. Επισκέφθηκε και τα Τρίκαλα και πιθανότατα έφθασε μέχρι τα Μετέωρα. Το κείμενό του είναι απλό, γλαφυρό και τα συμπεράσματά του αντικειμενικά, καθώς δεν αποφεύγει να καταγράψει με ευγενικό ή και χιουμοριστικό τρόπο όλα τα κακώς κείμενα, όσα υποπίπτουν στην αντίληψή του, αλλά και να επαινεί όσα τον γοητεύουν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κείμενο που αναφέρεται στην επίσκεψή του στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή. Γράφει, λοιπόν, για την πόλη ο ταξιδιώτης μας:
«Η Λάρισα δεν είναι πια η παλιά τουρκόπολη που δεν έβλεπε κανείς παρά μιναρέδες, ξιφολόγχες και …πελαργούς. Είναι τελείως αλλαγμένη, με δρόμους καλούς, με πλατείες εξωραϊσμένες, με κτίρια καινούργια και προπαντός με κατοίκους φιλόξενους και υποχρεωτικότατους. Νιώθει κανείς έναν άνεμο πολιτισμού να πνέει εδώ. Αν κρίνω απ’ όσους έτυχε να γνωρίσω -χάρις σ’ ένα συγγενικό μου σπίτι που φιλοξενήθηκα- πρέπει το πλείστο των νέων της Λαρίσης νά ‘ναι ευγενικοί και μορφωμένοι, όσο δε για τις νέες είναι αφελέστατες, χωρίς σεμνοτυφίες και υποκρισίες, που με τόση επιμονή φύλαγε άλλοτε κατά παράδοσιν η ελληνική επαρχία. Πολλά από τα κορίτσια αυτά, αν και ζουν σε περιορισμένο περιβάλλον, δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους εργαζόμενα. Τούτο δείχνει αναμφισβήτητα μια εξέλιξη. Ένα ελάττωμα έχουν μόνο, να μιλάνε …Γαλλικά και όταν ακόμα δεν πρέπει ή να ανακατεύουν στην ελληνική συζήτησή τους φράσεις γαλλικές!...
Όσο για τα σπίτια, όλα σχεδόν έχουν τον κήπο τους, πλημμυρισμένο αυτήν την εποχή από ανθισμένες πασχαλιές που μοσχοβολούν όπου περάσεις. Και επειδή περάσαμε το πρωί του Πάσχα, το άρωμα τούτο ανακατευόταν με την ...τσίκνα του οβελία. Όλη η πόλη είχε μεταβληθεί σε μια μεγάλη ψησταριά. Απ’ όλες τις αυλές ο καπνός υψωνόταν, αλλά δεν πρόφταινε να σκορπισθεί γιατί οι …ρώθωνες των διαβατών αμέσως τον απορροφούσαν λαίμαργα. Κατά τη συνήθεια του τόπου αλλάζουν την ημέρα αυτήν επισκέψεις για να ευχηθούν τα χρόνια πολλά, να τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό, να γευτούν το τσουρέκι, να δοκιμάσουν το κοκορέτσι και τα …γλυκαδάκια και να φύγουν για να …κουτσομπολέψουν σε άλλη αυλή το αρνί του γείτονά τους ότι ήταν άπαχο, άψητο, κ.λπ. Θα υπάρχουν και εξαιρέσεις βέβαια, αλλά δεν πρόκειται γι’ αυτές, λέμε μόνον τον κανόνα. Όσοι, λοιπόν, από τους αγαπητούς Λαρισείς [2] τύχει να διαβάσουν αυτές τις εντυπώσεις μου, να ‘χουν υπόψη τους ότι δεν ανήκουν στον κανόνα, αλλά στην εξαίρεση. Έτσι, δε θα τους κακοφανεί, αφού ο κανών θα αφορά τους άλλους και όχι αυτούς.
Εντελώς ιδιαίτερη χάρη στην πόλη δίνει και ο Πηνειός, που κάποτε, όμως, γίνεται η αιτία να πλημμυρίζουν οι χαμηλές συνοικίες. Η γέφυρα προς το Αλκαζάρ είναι μεγάλη και γραφικότατη και η θέα απ’ αυτήν προς τον Άγιο Αχίλλιο, την Μητρόπολη, μεγαλοπρεπής. Αμέσως μετά τη γέφυρα είναι το Αλκαζάρ, το Ζάππειο να πούμε της Λαρίσης, με δενδροστοιχίες και πανύψηλα πεύκα, λεύκες, πλατάνια, κυπαρίσσια, κ.λπ., όλα, όμως, εντελώς απεριποίητα και εγκαταλελειμμένα στη φροντίδα της φύσεως. Αν προχωρήσετε περί τα τρία τέταρτα μετά το Αλκαζάρ και πάντα στην αριστερή όχθη του ποταμού από δρομάκι γραφικό και ευχάριστο, ανάμεσα στις βατομουριές και στα πράσινα χωράφια γεμάτα από αγριολούλουδα, όπου αναπνέεται διάχυτο παντού το λεπτό τους άρωμα και πλάι στο ήρεμο θέαμα του ποταμού που κυλάει ήσυχα και αθόρυβα τα θολά νερά του, θα βγείτε σε μια όμορφη τοποθεσία με ψηλά πλατάνια και αφάνταστα πλούσια βλάστηση. Λούνα Παρκ [3] το λένε. Ασφαλώς κάποια από τις …Γαλλίζουσες θα το βάπτισε έτσι! Ωστόσο, θα αγαπούσα τη Λάρισα και μόνο για τούτο το όμορφο κομμάτι της [4].
Γυρίζοντας από τα Τρίκαλα και λίγο πριν μπούμε στη Λάρισα αντικρίσαμε ένα φωτεινό ρολόι. Μάθαμε πως ήταν η Γεωργική Σχολή. Την επομένη την επισκεφθήκαμε. Δεν πήγε χαμένη η ώρα, γιατί εκτός που είδαμε τις διάφορες ράτσες όλων των ειδών ζώων και πουλερικών, από το κουνέλι μέχρι το ευγενικό άλογο της κούρσας με τα χαρακτηριστικά ονόματα -Πηνειός, Κένταυρος, κ.λπ.- και από το κοτόπουλο μέχρι το παγώνι, που καλλιεργούν επιστημονικά εδώ για ζωντανή διδασκαλία, ικανοποιηθήκαμε και από τα φροντισμένα καλαίσθητα παρτέρια με τα όμορφα άνθη, φυτεμένα συμμετρικά, που συμπληρώνουν αρμονικά τα κτήρια των Σχολών, τα διαμονητήρια, εργαστήρια, κ.λπ., και αποτελούν ένα νοικοκυρεμένο σύνολο που αφήνει τον επισκέπτη τέλεια ικανοποιημένο. Έξω υπάρχει ένα απέραντο αγροκήπιο με διαρρυθμισμένα γραφικά δρομάκια, μοναδικά για περίπατο, διάβασμα και …ρέμβασμα.
Ένα άλλο συνηθισμένο και χαρακτηριστικό θέαμα στη Λάρισα και γενικά στη Θεσσαλία είναι οι πελαργοί, οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι της Θεσσαλίας. Τα συμπαθητικά και ωφέλιμα τούτα πουλιά -τα λελέκια αλλιώς καλούμενα από τους αρχαίους Λέλεκας- δίνουν μια νότα γραφική στον θεσσαλικό κάμπο. Τα βλέπει κανείς στις στέγες των σπιτιών και των εκκλησιών να στέκονται πάνω στο ένα πόδι τους πλάι στη φωλιά τους ή τα συναντά στα χωράφια να κυνηγούν σκουλήκια. Λένε πως σε ορισμένη ημέρα -της Μεταμορφώσεως- μαζεύονται οι πελαργοί της Θεσσαλίας σε ένα χωριό, το Καζακλάρ, και από εκεί παραλαμβάνοντας στα δυνατά φτερά τους όσα άλλα μικρά μεταναστευτικά πουλιά νιώθουν αδύνατο τον εαυτό τους για ταξίδι, ξεκινούν εν σώματι πάνω από θάλασσες και πολιτείες για χώρες μακρινές, θερμές, ώσπου νά ‘ρθει πάλι η άνοιξη και να ξαναγυρίσουν στην παλιά φωλιά τους…
Τελειώνω τις εντυπώσεις μου νιώθοντας την ίδια θλίψη που αφήνει σαν τελειώνει ένα όμορφο όνειρο. Χιλιοειπωμένη αυτή η παρομοίωση, τι τα θέλετε, όμως; Μοιάζει τόσο πολύ με όνειρο κάθε τέτοια εκδρομή, ώστε είναι δύσκολο να βρεθεί πιο επιτυχημένη. Όπως, λοιπόν, το ζωηρό όνειρο αφήνει κάποτε ανεξίτηλη εντύπωση στη μνήμη μας, έτσι και η εκδρομή αυτή δεν θα ξεχασθεί εύκολα. Οι μη ρομαντικοί ας με γελάσουν…».
------------------
[1]. Γενικά για την εφημερίδα της Λάρισας «Κήρυξ» βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η εφημερίδα «Κήρυξ», Εκδότης-Διευθυντής: Αδαμάντιος Νικολαΐδης, Διευθυντής Συντάξεως: Κώστας Περραιβός, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 29ης Μαΐου 2018.
[2]. Λαρισείς: Πρόκειται για την απόδοση της λέξεως Λαρισαίοι στην καθαρεύουσα, η οποία δεν ακούγεται και άσχημα.
[3]. Οι λέξεις «Λούνα Παρκ» είναι ξένες και σημαίνουν το άλσος του φεγγαριού.
[4]. Σήμερα η περιοχή αυτή, η οποία ονομαζόταν τουρκικά Ορμάν τσιφλίκ, με την αποψίλωση των δέντρων που έγινε κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα του 1942 από Ιταλούς και Έλληνες, δυστυχώς, έχασε την τόσο πλούσια βλάστηση.