Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Πλατεία Ακροπόλεως (Καλλιθέας)


Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως).  Επιστολικό δελτάριο αρ. 374 των Πάλλη και Κοτζιά. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως). Επιστολικό δελτάριο αρ. 374 των Πάλλη και Κοτζιά. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή φωτογραφία της Λάρισας είναι πολύ παλιά και σπάνια. Βρίσκεται εκτυπωμένη στο επιστολικό δελτάριο αρ. 374 του βιβλιοχαρτοπωλείου των Πάλλη και Κοτζιά της Αθήνας.

Είναι γνωστό ότι στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα το συγκεκριμένο κατάστημα κυκλοφόρησε μια μεγάλη σειρά επιστολικών δελταρίων από τον ελληνικό χώρο της περιόδου εκείνης. Μάλιστα για τη Λάρισα είναι αρκετές και σε προσεχή κείμενά μας θα προσπαθήσουμε να τις παρουσιάσουμε σταδιακά όλες.

Η δημοσιευόμενη φωτογραφία αποτυπώνει, όπως αναφέρεται στο κάτω μέρος της κάρτας, την Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως). Η πλατεία αυτή βρισκόταν στο λόφο του Φρουρίου [1], στο ύψος του σημερινού πάρκου που βρίσκεται νότια του Ηρώου και ανατολικά της σημερινής Πλατείας Μητέρας, η οποία ως γνωστόν έχει καταληφθεί εδώ και λίγα χρόνια από κάποιο υπαίθριο αναψυκτήριο.
Ο φωτογράφος στάθηκε σε παράθυρο του άνω ορόφου της διώροφης κατοικίας Μακρή, η οποία βρισκόταν στη δυτική πλευρά του Λόφου και σε επαφή με το οίκημα που είχε κατασκευασθεί με δαπάνες του μητροπολίτου Λαρίσης Νεοφύτου (1875-1896). Στη φωτογραφία χαμηλά διακρίνεται μέρος της αυλής της οικίας Μακρή και η χαρακτηριστική ξύλινη περίφραξή της. Στο μέσον υπάρχει η Πλατεία Καλλιθέας, ένας ευρύς αδιαμόρφωτος χώρος, με πλήθος κόσμου κάθε ηλικίας που παρακολουθεί κάποια τελετή και συνομιλεί. Ο συνωστισμός επεκτείνεται και δεξιά σε ένα ύψωμα που αντιστοιχεί στην περιοχή του ρολογιού της πόλης. Αριστερά είναι παρατεταγμένα τμήματα στρατού, ενώ άγημα κινείται σε πομπή, η οποία πρέπει να κατευθύνεται προς την εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου [2].
Αριστερά διακρίνεται μικρό τμήμα ισόγειου κτίσματος, μεσολαβεί κενός χώρος όπου είναι παρατεταγμένα κανόνια πυροβολικού και στο βάθος προβάλλει ένα επίμηκες άσπρο ισόγειο οίκημα, με τοξωτή πύλη εισόδου, μέσω της οποίας διακρίνεται μέρος της εσωτερικής αυλής. Πάνω από την πύλη εισόδου, στη στέγη του κτιρίου και στο κέντρο της πρόσοψης, είναι κτισμένο μικρό υπερώο. Το κτίριο αυτό ήταν ο παλιός οθωμανικός στρατώνας, ο οποίος μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στον εθνικό κορμό το 1881, στέγασε τις εγκαταστάσεις του ορεινού πυροβολικού του ελληνικού στρατού, όπως δηλώνει και μια σειρά από κανόνια που ήδη αναφέρθηκαν και βρίσκονται έξω από το κτίριο. Οι εγκαταστάσεις αυτές του πυροβολικού χωροταξικά βρίσκονταν στο σημείο που σήμερα υπάρχει ο χώρος όπου έχει διαμορφωθεί το Ηρώο της πόλης [3]. Πίσω από τη σκεπή του στρατώνα μόλις διακρίνονται σαν επάλξεις, ερειπωμένα τα ψηλά τμήματα του κελύφους της κλειστής τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι).
Στο κέντρο της φωτογραφίας, αμέσως μετά τον στρατώνα και σε πολύ μακρινή απόσταση, μόλις διακρίνεται κάποιο θολωτό οίκημα με μιναρέ. Πρόκειται για το τζαμί του Ομέρ μπέη, γιου του κατακτητή της Λάρισας το 1423 Τουρχάν μπέη, το οποίο βρισκόταν πίσω από την περιοχή του Δημοτικού Ωδείου, στο ύψος της σημερινής οδού Γαριβάλδη. Το τζαμί αυτό ήταν από τα πρώτα που κτίσθηκαν μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Οθωμανούς.
Δίπλα από τον μιναρέ του υπήρχαν δύο ταφικά μνημεία (τουρμπέδες όπως ήταν γνωστοί) επιφανών Οθωμανών. Το 1907 το τζαμί κατεδαφίσθηκε από τη μουσουλμανική κοινότητα της Λάρισας καθώς θεωρήθηκε ετοιμόρροπο, ενώ τα ταφικά μνημεία ισοπεδώθηκαν μεταπολεμικά, όταν ο χώρος αυτός άρχισε να οικοδομείται.
Η φωτογραφία αυτή ασφαλώς αποτυπώνει μια μέρα γιορτής. Ο Βάσος Καλογιάννης υποστηρίζει ότι πρόκειται για τις εορταστικές εκδηλώσεις της 31ης Αυγούστου 1882, που έγιναν για την επέτειο συμπλήρωσης ενός έτους από την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους [4]. Όμως η βαριά ενδυμασία του πλήθους δεν συνηγορεί τόσο πολύ για καλοκαιρινή εκδήλωση. Η φωτογραφία αυτή ομοιάζει με ένα χαρακτικό της γαλλικής εφημερίδας Le Monde Illustre των Παρισίων της 24ης Απριλίου 1897, όπως αναφέρεται και στην υποσημείωση αρ. 2 του κειμένου. Ο συνδυασμός των δύο αυτών απεικονίσεων και η κυκλοφορία του επιστολικού δελταρίου από το βιβλιοχαρτοπωλείο Πάλλα-Κοτζιά, που δραστηριοποιήθηκε αυτή την περίοδο, μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τη φωτογραφία στα 1897, όταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος με την άφιξή του στη Λάρισα τις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου, παρακολούθησε τη δοξολογία για την επέτειο της 25ης Μαρτίου στον μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου (Βασιλική του Καλλιάρχη).

[1]. Η αναφορά στον λόφο του Φρουρίου που έχει επικρατήσει, θεωρείται σήμερα εσφαλμένη. Ποτέ δεν υπήρξε φρούριο ή κάστρο σ’ αυτόν τον χώρο παρά μόνον η ακρόπολη της αρχαίας Λάρισας. Η ονομασία Φρούριο προήλθε προφανώς από το γεγονός ότι τα υπολείμματα της τουρκικής κλειστής αγοράς, το λεγόμενο μπεζεστένι, που διατηρούνται μέχρι σήμερα, θεωρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους κατοίκους της πόλης, παλαιότερα και από αρχαιολόγους ακόμα, ότι ήταν αρχαιοελληνικό ή μεσαιωνικό κάστρο.
[2]. Ανάλογη αντίστοιχη παράταξη με συνωστισμό, υπάρχει και σε χαρακτικό που έχει εντοπισθεί στη γαλλική εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων της 24ης Απριλίου 1897 και παριστάνει την αναχώρηση του διαδόχου Κωνσταντίνου, του πρίγκιπα Νικολάου και της συνοδείας τους, από τον ναό του Αγίου Αχιλλίου, έπειτα από τη δοξολογία που έγινε στις 25 Μαρτίου 1897. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λάρισα στα χαρακτικά των ευρωπαίων περιηγητών. 16ος -19ος αιώνας, Λάρισα (2006) σελ.130-132.
[3]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη, (2007) σελ. 759, πίν. ΙΓ’.

[4]. Καλογιάννης Βάσος, Η Χρυσή Βίβλος του Δήμου Λαρίσης. Από την μακραίωνη ιστορία της Θεσσαλικής πρωτευούσης, Λάρισα (1963) σελ. 127. 

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Ο Ιπποκράτης στη Λάρισα και ο τάφος του

 
Ιπποκράτης ο Κώος. Ακριβές αντίγραφο αρχαίου ελληνικού νομίσματος που βρίσκεται στην ΚωνσταντινούποληΙπποκράτης ο Κώος. Ακριβές αντίγραφο αρχαίου ελληνικού νομίσματος που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Την Παρασκευή 3 Νοεμβρίου η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ανακήρυξε τον συμπολίτη μας Χρήστο Κίττα, καθηγητή της Ιατρικής Σχολής και διατελέσαντα πρύτανη στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε επίτιμο διδάκτορα. Παρευρέθηκα.

Η τελετή έγινε στο μεγάλο αμφιθέατρο των κτιρίων της Σχολής, το οποίο είναι αφιερωμένο στον σπουδαιότερο ιατρό όλων των εποχών Ιπποκράτη. Τη στιγμή της τελετής και μια-δυο μέρες μετά σκεπτόμουνα πόσοι άραγε, στη χώρα μας τουλάχιστον, γνωρίζουν ότι ο Ιπποκράτης όχι μόνον έζησε και δίδαξε, αλλά απεβίωσε και ενταφιάσθηκε στη Λάρισα; Παλαιότερα σε ιατρικό Συνέδριο στην Αθήνα είχα κάνει μια μικρή στατιστική. Για το γεγονός αυτό ρώτησα εκατό περίπου ιατρούς της ειδικότητάς μου (μαιευτήρες-γυναικολόγους) απ’ όλη την Ελλάδα, μέλη του Συνεδρίου, και μόνον οι επτά απάντησαν σωστά. Δεν ξέρω αν σήμερα έχει βελτιωθεί και μέχρι σε ποιον βαθμό η γνώση αυτή στους Έλληνες Ασκληπιάδες. Για τους υπόλοιπους; Ας μη γίνεται λόγος.
Η στήλη αυτή έχει ασχοληθεί κατά καιρούς με τον πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα, λόγω της τελετής αυτής, μου δίνεται η ευκαιρία να αναφερθώ και σε άλλα γεγονότα της ζωής του Ιπποκράτη κατά την παραμονή του στη Θεσσαλία, καθώς και την ασάφεια η οποία επικρατεί γύρω από τον τάφο του.
Ο Ιπποκράτης γεννήθηκε στην Κω το 460 π.Χ. Γονείς του ήταν ο Ηρακλείδης, ιατρός στο Ασκληπιείο της Κω και η Φαιναρέτη. Γενεαλογικά θεωρείται ο 20ός ή 19ος απόγονος του Ασκληπιού, σύμφωνα με τον Φερεκύδη από το νησί της Λέρου, τον αστρονόμο Ερατοσθένη και τον ιστορικό Απολλόδωρο, οι οποίοι έζησαν λίγα χρόνια μετά τον Ιπποκράτη και ασχολήθηκαν διεξοδικά με την εξακρίβωση των προγόνων του [1]. Την ιατρική διδάχθηκε από τον πατέρα του. Κατά τη διάρκεια του βίου του περιηγήθηκε πολλές χώρες. Από έργα του, τα οποία κατά γενική ομολογία ανήκουν σε εκείνα τα οποία έγραψε ο Ιπποκράτης, τα ονομαζόμενα «γνήσια», ο ίδιος «διέτρεξεν» τη Θεσσαλία, όπου πέρασε από πολλές πόλεις, κυρίως, όμως, παρέμεινε στη Λάρισα και τη Μελιβοία. Στη Λάρισα πιστεύεται ότι παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η μακρά παραμονή του στη Θεσσαλία φαίνεται ότι υπήρξε η αφορμή για να αναφέρεται σε ορισμένα επιγράμματα ως «Θεσσαλός».
Τη Θεσσαλία επισκέφθηκε ξανά και σε μεγάλη ηλικία και διέμενε στη Λάρισα. Η επιστροφή αυτή λέγεται ότι σχετίζεται με την επιθυμία του να βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες της ζωής του στην πατρίδα του Ασκληπιού, που ήταν η Τρίκκη της Θεσσαλίας και ένιωθε την ανάγκη να πεθάνει και να ενταφιασθεί στην πατρίδα του μεγάλου προγόνου του. Άσκησε την ιατρική μέχρι το τέλος του βίου του και έχουμε καταγεγραμμένα περιστατικά ασθενών του στη Λάρισα, στον Κραννώνα και σε άλλες πόλεις. Τα περιστατικά αυτά αναφέρονται με λεπτομέρειες από τον ίδιο, όπως η συμπτωματολογία της ασθένειας, η πορεία και η κατάληξή της.
Ο Ιπποκράτης πέθανε γύρω στα 370 π.Χ. Υπήρχε παλαιότερα μια ασάφεια ως προς τη χρονολογία θανάτου. Αρχαίοι και νεότεροι συγγραφείς αναφέρουν διάφορες ηλικίες θανάτου του, οι οποίες κυμαίνονται από 83 έως 109 ετών! Πιθανότερη χρονολογία θανάτου θεωρείται το έτος 377 π.Χ. Απέκτησε δύο γιους, τον Θεσσαλό και τον Δράκοντα, και μία θυγατέρα. Οι γιοι του παρέμειναν στη Θεσσαλία και μάλιστα ο Θεσσαλός συνέλεξε τα γραπτά του Ιπποκράτη, τα οποία είναι γνωστά ως «Βιβλία Επιδημιών» [2]. Ο Σωρανός ο Εφέσιος στο βιβλίο του «Βίοι ιατρών και αιρέσεις και συντάγματα» αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης «Τέθαπται μεταξύ Γυρτώνος και Λαρίσης και δείκνυται άχρι δεύρο το μνήμα».
Από τότε και επί αιώνες επικρατεί μια σιγή όσον αφορά τον τάφο του Ιπποκράτη. Απ’ όσα γνωρίζω, ο πρώτος που κάνει αναφορά είναι ο Άνθιμος Γαζής (1758-1828), που καταγόταν από τις Μηλιές του Πηλίου. Έγραψε: «Ο τάφος του Ιπποκράτους κείται έξω της Λαρίσης μεταξύ εις τα των Τούρκων μνήματα, επάνω εις τον δρόμον, μετά τινος επιγραφής, τον οποίον είδον και εγώ, αναγνώσας και την επιγραφήν, μη δυνηθείς δε να την αντιγράψω διά τον φόβον των περικυκλωσάντων με Τουρκοπαίδων, αναχώρησα λυπημένος και με στεναγμούς. Αυτόθι κείνται και ετέρων πολλών παλαιών μνημεία με επιγραφάς και ουδείς των εν Λαρίση λογίων ηξιώθη μέχρι τούδε να τας αντιγράψει» [3]. Η μαρτυρία του Άνθιμου Γαζή είναι σαφής. Εντόπισε τη θέση του τάφου, διάβασε την επιγραφή του, χωρίς, όμως, να προλάβει να την αντιγράφει. Εξαιρετικό ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει μια επισήμανση που ακολουθεί. Γράφει ότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν και άλλοι αρχαίοι τάφοι με επιγραφές και συμπεραίνει ο ίδιος ότι ίσως πρόκειται για αρχαία νεκρόπολη, η οποία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δέχθηκε και οθωμανικούς τάφους. Και τελειώνει με μια επώδυνη παρατήρηση ότι κανένας Λαρισαίος λόγιος δεν αξιώθηκε να τις αντιγράψει.
Υπάρχουν και άλλες δύο μαρτυρίες οι οποίες επαληθεύουν την παρουσία του τάφου του Ιπποκράτη στη Λάρισα. Η πρώτη προέρχεται από τον Ρήγα Βελεστινλή (1757-1798), ο οποίος αναφέρει ότι ο τάφος υπήρχε ανάμεσα σε οθωμανικά μνήματα, στη θέση Αρναούτ Μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου σήμερα), ο οποίος βρισκόταν τότε εκτός του οικιστικού χώρου της πόλης. Η δεύτερη προέρχεται από τον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833) και ουσιαστικά επιβεβαιώνει τον Ρήγα Φεραίο [4].
Επίσης, απ’ τους ξένους μελετητές ο λεξικογράφος της αρχαιολογίας Pauly αναφέρεται στον τάφο του Ιπποκράτη, ενώ οι Γερμανοί Gurlt, Wernich και Hirsch στο πολύτομο έργο τους «Biographisches Lexicon Hervorragender Aerzte» (Βιογραφικό Λεξικό εξεχόντων Ιατρών) σημειώνουν μετά βεβαιότητος ότι «ο τάφος του Ιπποκράτους, ο οποίος ακόμη κατά τους χρόνους του Γαληνού, δηλ. του 2ου μ.Χ. αιώνος, υπήρχε, ανευρέθη μεταξύ Λαρίσης και Γυρτώνος» [5].
Το 1826, έπειτα από μια σφοδρή νεροποντή, αποκαλύφθηκε από κάποιους χωρικούς σε μικρή απόσταση έξω από τη Λάρισα, στον δρόμο προς τον Τύρναβο, μια μαρμάρινη σαρκοφάγος η οποία έφερε πλάκα με επιγραφή. Οι λόγιοι Ιωάννης Οικονόμου Λογιώτατος και Θωμάς Ανδρεάδης καθάρισαν τη σαρκοφάγο και διέκριναν στην επιγραφή της πλάκας τα γράμματα ΙΠΠΟΚΡΑΤ. Με το άνοιγμα της σαρκοφάγου εντοπίσθηκαν στο εσωτερικό της διάφορα αρχαία νομίσματα και μια μικρή χρυσή αλυσίδα σε σχήμα όφεως. Με εντολή του Νετζήπ μπέη, ισχυρού Οθωμανού, η πλάκα με την επιγραφή μεταφέρθηκε στο σπίτι του, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα είναι κτισμένο το Δικαστικό Μέγαρο τη Λάρισας.
Την 1η Μαρτίου 1857, λίγα χρόνια μετά την εγκατάστασή του στη Λάρισα, ο ιατρός Σπυρίδων Σαμαρτζίδης με επιστολή του στο περιοδικό «Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα» ανέφερε ότι σε επίσκεψή του στο σπίτι του μπέη, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε πεθάνει, εντόπισε το κάλυμμα της σαρκοφάγου με την επιγραφή, στο λουτρό της οικίας του και αντέγραψε τα τμήματα της επιγραφής που ήταν ευδιάκριτα, μεταξύ των οποίων και την ημιτελή λέξη ΙΠΠΟΚΡΑΤ. Όπως ήταν φυσικό, η επιστολή αυτή ευαισθητοποίησε πολλούς Έλληνες και ξένους ιατροφιλοσόφους και λογίους της εποχής και αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του ευρήματος. Με σύσταση της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, η Ελληνική Κυβέρνηση απέστειλε ειδική επιτροπή στην τουρκοκρατούμενη τότε Λάρισα για την εξακρίβωση των γεγονότων. Το συμπέρασμά της ήταν ότι όσα υποστήριζε στην επιστολή του ο Σαμαρτζίδης δεν επιβεβαιώθηκαν από την αυτοψία η οποία έγινε στους αναφερόμενους απ’ αυτόν τόπους [6].
Η τύχη της ενεπίγραφης αυτής πλάκας παρέμεινε έκτοτε άγνωστη. Μια πληροφορία για την τύχη της μας δίνει ο δικηγόρος, πολιτικός και παλιός δήμαρχος της Λάρισας Δημήτριος Χατζηγιάννης, χωρίς, όμως, και να την τεκμηριώνει. Αναφέρει ότι «Η πλάξ μετεφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν» [7]. Αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε η πλάκα θα πρέπει να βρίσκεται ξεχασμένη σε αποθήκη κάποιου Μουσείου της Κωνσταντινούπολης.
Σήμερα ορισμένοι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι ο τάφος του Ιπποκράτη, βάσει της αναφοράς του Σωρανού: «Τέθαπται δε μεταξύ Γυρτώνος και Λαρίσσης», πρέπει να βρίσκεται κάπου στην περιοχή του αεροδρομίου, γιατί η αρχαία οδός Λαρίσσης-Γυρτώνης περνούσε απ’ αυτήν την περιοχή. Όσον αφορά την αλυσίδα με τον χρυσό όφη, η σύζυγος του Σαμαρτζίδη Ευφροσύνη αναφέρει ότι πωλήθηκε τελικά σε κάποιον χρυσοχόο, τα δε νομίσματα τα κατείχε Οθωμανός πολίτης της Λάρισας [8].

***

[1]. Λαμέρας Κωνσταντίνος. Ιπποκράτης. Μετά διορθώσεων, παραλλαγών διαφόρων εκδόσεων, ερμηνειών και λεξιλογίων, Αθήναι (1930), σελ. ιε’.
[2]. Του ιδίου, σελ. μγ’-μστ’.
[3]. Άνθιμος Γαζής. Ελληνική Βιβλιοθήκη, τόμ. Α’, Βενετία (1807), σελ. 200.
[4]. Σκεύος Ζερβός, Πρακτικά Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, συνεδρία 25.5.1940, σελ. 475.
[5]. Χατζηβασιλείου Βασίλειος. Ο Τάφος του Ιπποκράτη στη Λάρισα και μια επιγραφή.
[6]. Για λεπτομέρειες βλέπε: Γεώργιος Αντωνακόπουλος - Ιωάννης Ηλιούδης: Η «ανακάλυψη» του τάφου του Ιπποκράτη στη Λάρισα (1857). περ. «Δέλτος», Αθήναι, τεύχ. 45, (Δεκέμβριος 2016), σελ. 17-33.
[7]. Δημ. Α. Χατζηγιάννης, Από την Ιστορίαν της Λαρίσης, Τμήμα Διαλέξεων της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας των Θεσσαλών, εν Αθήναις, 1951.
[8]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Σπυρίδων και Ευφροσύνη Σαμαρτζίδου. Το ζευγάρι που ανακίνησε το θέμα του τάφου του Ιπποκράτη, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2017. Του ιδίου: Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Δ’, Λάρισα (2022), σελ.187-190.

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Οι πρώτες κάρτες της Λάρισας


Η ανατολική πλευρά της Λάρισας, όπως φαίνεται από τον λόφο της Ακρόπολης. Λεπτομέρεια από  φωτογραφία επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Κυκλοφόρησε το 1902.Η ανατολική πλευρά της Λάρισας, όπως φαίνεται από τον λόφο της Ακρόπολης. Λεπτομέρεια από φωτογραφία επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Κυκλοφόρησε το 1902.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Από το 1880, μια εποχή δύσκολη στις επικοινωνίες ανάμεσα σε απομακρυσμένες περιοχές, είχε επικρατήσει στην Ελλάδα ένα νέο είδος αλληλογραφίας, πέραν των κλασικών επιστολών. Ήταν τα λεγόμενα επιστολικά δελτάρια, τα οποία είναι περισσότερο γνωστά ως cartpostal ή μονολεκτικά κάρτες.

Τα δελτάρια αυτά ήταν απλές υπόλευκες κάρτες, διαστάσεων συνήθως 15 x 10 εκ. περίπου, οι οποίες σταδιακά είχαν αρχίσει να αντικαθιστούν πολλές από τις κλειστές σε φάκελο επιστολές. Στην μια όψη έφεραν έντυπο γραμματόσημο με την κεφαλή του Ερμή, την ένδειξη «ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ/CARTE CORRESPONDENCE» και διέθεταν ειδικό χώρο για τη διεύθυνση του αποστολέα και του παραλήπτη, ενώ στην άλλη όψη ο αποστολέας έγραφε κάποιο σύντομο μήνυμα.
Όταν αργότερα στις προηγμένες χώρες η φωτογραφική τέχνη είχε πλέον εξελιχθεί, τα επιστολικά δελτάρια έγιναν εικονογραφημένα, δηλαδή από τη μια πλευρά εκτύπωναν κάποια φωτογραφία. Συνήθως απεικόνιζαν τοπία, αλλά για τους ρομαντικούς υπήρχαν και εικόνες με ερωτευμένα ζευγάρια. Από την πρώτη κιόλας στιγμή τα δελτάρια αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή και άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά.
Φυσικό ήταν να ακολουθήσει και η Ελλάδα το πνεύμα της εποχής. Λίγο πριν από το 1900 εμφανίσθηκαν διάφορες ιδιωτικές πρωτοβουλίες στον τομέα των εικονογραφημένων δελταρίων. Το 1900 όμως η Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων Ελλάδος προκήρυξε πανελλήνιο διαγωνισμό μεταξύ φωτογράφων και οι 384 καλύτερες κυκλοφόρησαν κατά διαστήματα σε αριθμημένες κάρτες με τοπία και αρχαιότητες απ’ όλη την μέχρι τότε Ελλάδα. Η πρώτη σειρά βγήκε στη αγορά τον Ιούλιο του 1901. Από τα 384 εικονογραφημένα δελτάρια της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, τα 61 απεικονίζουν τοπία της Θεσσαλίας και τα οκτώ απ’ αυτά είναι διάφορες απόψεις της Λάρισας. Τα τελευταία κυκλοφόρησαν την 1η Μαΐου 1902. Το έντονο ενδιαφέρον των Λαρισαίων για τις πρώτες εικονογραφημένες κάρτες της πόλης μας αποτυπώνεται σε δημοσιεύματα του τοπικού τύπου της εποχής [1]. Είναι λογικό οι λήψεις των φωτογραφιών στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας να έγιναν σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα από την ημερομηνία κυκλοφορίας τους, χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς. Σε ορισμένες μπορεί να εκτιμηθεί η χρονολογία τους από τη γνώση του χρόνου κατασκευής ή κατεδάφισης ορισμένων κτιρίων που απεικονίζονται. Γι’ αυτό και τοποθετούνται στην περίοδο 1899-1900. Βλέποντας κανείς τις απεικονίσεις αυτές και έχοντας κατά νουν την όψη της σημερινής Λάρισας δεν αναγνωρίζει παρά ελάχιστα σημεία της. Στα πρώτα αυτά εικονογραφημένα δελτάρια αναφέρονταν μόνον οι εκδότες οι οποίοι τα εκτύπωναν και τα διακινούσαν, χωρίς να αναφέρονται οι φωτογράφοι που είχαν κάνει τις λήψεις.
Τα πρώτα ιδιωτικά εικονογραφημένα φωτολιθογραφικά επιστολικά δελτάρια που απεικονίζουν τη Λάρισα κυκλοφόρησαν από το χαρτοπωλείο και τυπογραφείο των Πάλλη & Κοτζιά που η επιχείρησή τους βρισκόταν στην οδό Ερμού 8 στην Αθήνα από το 1880. Η εταιρεία αυτή είχε μεγάλη παραγωγή καρτών για όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας και σήμερα οι απόψεις αυτές της Λάρισας αποτελούν σημείο αναφοράς για την ιστορία της μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881. Είναι αριθμημένες, ασπρόμαυρες και μερικές έχουν επιχρωματισθεί, όμως με όχι ιδιαίτερη επιμέλεια. Η παλαιότερη απεικόνιση της Λάρισας είναι η υπ’ αριθμ. 374 και φέρει τον υπότιτλο «Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως)» και αποτυπώνει μια μέρα γιορτής πάνω στο Λόφο.
Από τους πρώτους που τύπωσαν εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια ήταν και ο εκδοτικός οίκος Κ. Ελευθερουδάκη, ο οποίος κατά το 1918 άνοιξε στην πλατεία Συντάγματος το γνωστό βιβλιοπωλείο του. Για τη Λάρισα είχε κυκλοφορήσει ελάχιστες κάρτες. Προσοχή όμως γιατί εκείνες με την ένδειξη «Θεσσαλία – Πηνειός» δεν απεικονίζουν σκηνές από το ποτάμι της Λάρισας. Προσεκτική ανάλυσή τους οδηγεί στην αποκάλυψη ότι οι λήψεις είναι από ποταμό μάλλον της Κεντρικής Ευρώπης.
Κοντά σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τον Βολιώτη ζωγράφο-φωτογράφο Στέφανο Στουρνάρα (1867-1928). Τα παλαιότερα επιστολικά δελτάρια είναι της Α’ σειράς, με φωτογραφίες του 1895-1905. Είναι ασπρόμαυρες, αριθμημένες και της Λάρισας έχουν εκτός από δικές του λήψεις και αντιγραφές άλλων. Μετά το 1905 ασχολήθηκε με τις έγχρωμες κάρτες. Αυτές ουσιαστικά ήταν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οι οποίες με μια ειδική χρωμολιθογραφική επεξεργασία εκτυπώνονταν στη Γερμανία. Οι κάρτες αυτές ήταν για τη Λάρισα πολλές και αποτελούσαν πρωτοπορία για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής.
Η δημοσιευόμενη φωτογραφία είναι μία από τις οκτώ κάρτες που είχε κυκλοφορήσει η Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία και απεικονίζουν τοπία της Λάρισας. Η λήψη της συγκεκριμένης έγινε από το ύψος της τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι) και απεικονίζει μέρος της ανατολικής περιοχής της Λάρισας. Μπροστά είναι ο χώρος της εβδομαδιαίας αγοράς (Τετάρτη) και εκείνο που διακρίνεται ανάμεσ στο χάος των χαμόσπιτων είναι προς τα δεξιά το κτίριο των ανακτόρων και πίσω του ακριβώς ο μιναρές του Γενί τζαμί.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι απόψεις της Λάρισας μέσα από τα πρώτα εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια που κυκλοφόρησαν διάφοροι εκδότες μας δίνουν την δυνατότητα να αναπλάσουμε με κάποια σχετική ακρίβεια την όψη της πόλης μας και κυρίως του κεντρικού τομέα της, έτσι όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα, μόλις είκοσι χρόνια μετά την προσάρτηση της περιοχής μας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.

 

[1]. «Έφθασαν ήδη από τινος εις το Ταχυδρομείον εις αρκετήν ποσότητα και τα εικονογραφημένα δελτάρια της πόλεώς μας, των οποίων μεγάλη, ως πληροφορούμεθα, γίνεται ζήτησις …», εφ. «Όλυμπος», Λάρισα, φύλλο της 7 Ιουλίου 1902.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το προπολεμικό ρολόι

Φωτογραφία του Ιωάν. Κουμουνδούρου


«Ωρολόγιον Λαρίσης». Επιστολικό δελτάριο Ιω. Κουμουνδούρου. 1935 περίπου.«Ωρολόγιον Λαρίσης». Επιστολικό δελτάριο Ιω. Κουμουνδούρου. 1935 περίπου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή εικόνα που δημοσιεύουμε είναι πολύ σπάνια, αν και το θέμα της είναι τόσο οικείο.

Είναι σπάνια διότι ενώ ανήκει στην κατηγορία των επιστολικών δελταρίων, δεν κυκλοφόρησε σε πολλά αντίτυπα. Είναι η μοναδική που έχω συναντήσει όλα αυτά τα χρόνια. Θα γίνω πιο σαφής. Η κάρτα με την άποψη αυτή της Λάρισας ανήκει στον φωτογράφο Ιωάννη Κουμουνδούρο, έναν επιχειρηματία ο οποίος την πρώτη πενταετία του 1930 κυκλοφόρησε αρκετές φωτογραφίες του στο εμπόριο εν είδει επιστολικού δελταρίου, που όμως μειονεκτούσαν κατά πολύ από τις υπόλοιπες που κυκλοφορούσαν. Ήταν τυπωμένες σε πιο λεπτό χαρτί, σε σημείο ώστε με την πάροδο του χρόνου από επίπεδες που ήταν να κυρτώνουν. Η περιγραφή του τοπίου ήταν λιτή και ανεπαρκής. Μερικές κάρτες μαζί με την περιγραφή αναφέρουν και το όνομα του εκδότη: Έκδοσις Κουμουνδούρου. Δεν ήταν τυπωμένη, αλλά χειρόγραφη στο κατώτερο σημείο της φωτογραφίας και χωρίς καμία καλλιγραφική επιμέλεια. Και το κυριότερο δεν ήταν αριθμημένες, όπως άλλων εκδοτών που κυκλοφορούσαν. Γι’ αυτό και δεν γνωρίζουμε ακόμα και σήμερα πόσες ακριβώς έχει κυκλοφορήσει ο συγκεκριμένος εκδότης. Αισθητικά η ποιότητα των φωτογραφιών ήταν ως επί το πλείστον πολύ καλή, όπως η δημοσιευόμενη σήμερα, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο φωτογράφος είχε κάποια εμπειρία. Ήταν ασπρόμαυρες και αφορούσαν αποκλειστικά περιοχές της Λάρισας. Όμως υστερούσαν τρομερά στην εκτύπωση. Μερικές ήταν σκοτεινές, άλλες υπερφωτισμένες ή άτεχνα καδραρισμένες. Παράδειγμα η σημερινή. Στο πρωτότυπό της είναι σκοτεινή, αλλά με τα υπάρχοντα σήμερα τεχνικά μέσα, αποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό η επάρκειά της. Δεν γνωρίζουμε αν φωτογράφος ήταν ο ίδιος ο Ιωάν. Κουμουνδούρος ή κάποιος άλλος.
Το κατάστημά του βρισκόταν σε κτίριο της βόρειας πλευράς της Κεντρικής πλατείας (Θέμιδος), κτισμένο στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου σήμερα) και Φιλελλήνων, απέναντι από τη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης. Στο γωνιακό αυτό ισόγειο κτίσμα, η πλευρά που έβλεπε στην οδό Αλεξάνδρας (οδός των Έξ αργότερα) στέγαζε το τοπικό υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, ενώ η πλευρά η οποία έβλεπε στην οδό Φιλελλήνων είχε τρία καταστήματα, ένα εκ των οποίων στέγαζε την επιχείρηση του Ιωάννου Κουμουνδούρου. Γράφω επιχείρηση, γιατί από τη φωτογραφία του εξωτερικού του καταστήματος αυτού δεν απομονώνεται κάποιο στοιχείο που να υποδηλώνει ότι είναι αποκλειστικά φωτογραφείο. Το κτίριο αυτό, όπως και τόσα άλλα στη Λάρισα, υπέστη μικρές βλάβες από τον φονικό ιταλικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940 [1], κυρίως όμως καταστράφηκε από τον ισχυρό σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941. Μεταπολεμικά στη θέση αυτή οικοδομήθηκε πολυώροφο κτίριο. Το ισόγειο στέγασε υποκατάστημα της ίδιας Τράπεζας, οι δύο όροφοι τη γυναικολογική κλινική Βασίλα, ενώ στο υπόγειο θυμάμαι καλά ότι μεταξύ των άλλων στεγάστηκαν και τα γραφεία του Μορφωτικού Εκδρομικού Συλλόγου Λαρίσης (Μ.Ε.Σ.Λ.) «Αριστεύς», με πρόεδρο τον δημοσιογράφο Κωνσταντίνο Ξιφαρά [2].
Η φωτογραφία του σημερινού επιστολικού δελταρίου έχει καταγραμμένες χειρόγραφα τις λέξεις: «Ωρολόγιον Λαρίσης». Η λήψη της έγινε μια χιονισμένη ημέρα. Δεξιά διακρίνεται η σιλουέτα του προπολεμικού ρολογιού και αριστερά το πάρκο με τα δένδρα που υπήρχε μπροστά του, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία Μητέρας και ένα γειτονικό ψυχαγωγικό κέντρο που τους θερινούς μήνες αναπτύσσει τραπεζοκαθίσματα. Με την ευκαιρία που πρόσφατα είδαμε στο τοπικό τύπο τρία διαφορετικά σχέδια τού υπό σκέψιν να αναβιώσει ρολογιού της πόλης μας, θα αναφέρουμε λίγα λόγια για το ομορφότερο ρολόι που είχε μέχρι σήμερα η Λάρισα.
Το 1923, επί δημαρχίας Δημητρίου Παπαγεωργίου (1922-1924), το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε πίστωση 45.000 δραχμών «…δια την κατασκευήν και ανύψωσιν του παλαιού κτιρίου του πρώην Ωρολογίου της πόλεως». Σύμφωνα με τον Επαμ. Φαρμακίδη, στην κατασκευή του συνέβαλε οικονομικά εκτός του Δήμου και ο Λαρισαίος έμπορος Ηλίας Κολέσκας. Σ’ αυτή την κατασκευή ουσιαστικά ο κορμός του ρολογιού διατηρήθηκε ο εξαγωνικός του παλιού ρολογιού, άλλαξε όμως εντελώς ο πυργίσκος της κορυφής, όπως φαίνεται και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία. Κατασκευάσθηκε λιθόκτιστος, τετράγωνος και έφερε πολλά νεοκλασικά στοιχεία στην αρχιτεκτονική του. Δεν είχε καμπάνες όπως το προηγούμενο, αλλά τέσσερα μεγάλα κυκλικά ρολόγια, ένα σε κάθε πλευρά, με ωροδείκτη, λεπτοδείκτη και με λατινικούς αριθμούς. Ο πυργίσκος στο κάτω μέρος προστατευόταν περιμετρικά από μεταλλικό κιγκλίδωμα, το οποίο έδινε τη δυνατότητα προσπέλασης και παραμονής εργατών ή και επισκεπτών μέχρι το ύψος αυτό. Ο πυργίσκος ήταν στεγασμένος με έναν ιδιότυπο τρούλο και από πάνω υπήρχε αλεξικέραυνο. Η όλη κατασκευή του πυργίσκου οδηγούσε τελικά σε «ανύψωση», δηλαδή στην καθ’ ύψος αύξηση του ρολογιού, το οποίο δέσποζε λόγω και της θέσεώς του, απ’ όλες τις πλευρές της πόλης. Η ζωή του υπήρξε δυστυχώς σύντομη. Διήρκησε λιγότερο από μια εικοσαετία. Με τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 κατέπεσε εντελώς ο πυργίσκος και μέρος από το επάνω τμήμα του κορμού. Μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε. Όμως τα υπολείμματα της θεμελίωσής του παρέμειναν και τελικά εντοπίσθηκαν το 1992, όταν καθαρίσθηκαν όλες οι επιχωματώσεις οι οποίες κάλυπταν το αρχαίο θέατρο.

[1]. Μία ιταλική βόμβα έπεσε ακριβώς επάνω στον τρούλο της γειτονικής Στρατιωτικής Λέσχης και τα μεταλλικά φολιδωτά επικαλύμματά του εκσφενδονίσθηκαν σε μεγάλη απόσταση και υπήρξαν για πολλούς θανατηφόρα.
[2]. Στα υπόγεια αυτά γραφεία ιδρύθηκε και η ομάδα μπάσκετ του «Αριστέα», με επικεφαλής τα μέλη του Μενέλαο Κονταξή, έμπορο υποδημάτων και Αριστοτέλη Παρασκευά, γενικό γραμματέα του Δήμου.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

 Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΙΓΡΑΣ ΩΣ ΙΑΤΡΟΣ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ

 
Γεώργιος Ιω. Κατσίγρας (1914-1998)Γεώργιος Ιω. Κατσίγρας (1914-1998)

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

«Οκόσα φάρμακα ουκ ίηται, σίδηρος ίηται…». Όσες ασθένειες δεν μπορούν να θεραπεύσουν τα φάρμακα, τα θεραπεύει ο σίδηρος, εννοώντας την επέμβαση με το χειρουργικό νυστέρι.

Αυτή τη ρήση του Ιπποκράτη, πανάρχαια εμπειρία των γιατρών όλων των εποχών, έχουν ως οδηγό και έμβλημά τους οι χειρουργικές ειδικότητες. Ο Γεώργιος Κατσίγρας, πιστός οπαδός της ιπποκρατικής σκέψης, είχε αναρτήσει το επίγραμμα αυτό στην είσοδο της μεγάλης κλινικής του στη Λάρισα, για να του υπενθυμίζει κάθε πρωί που ανέβαινε τις μαρμάρινες βαθμίδες της εισόδου προς το χειρουργείο, ότι κάθε του ιατρική πράξη έπρεπε να βασίζεται στο «ωφελίην ή μη βλάπτειν» του μεγάλου ιατρού της αρχαιότητας, δηλαδή να προσπαθείς να ωφελήσεις τον ασθενή, και αν δεν το καταφέρεις, τουλάχιστον να μην τον βλάψεις.
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τον Γεώργιο Κατσίγρα. Προικισμένος άνθρωπος, έντονη προσωπικότητα, λατρεμένος γιατρός, με χιλιάδες χειρουργικές επεμβάσεις, με φιλάνθρωπες αρετές και ειλικρινή αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο, ευρυμαθής, με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, συνειδητός συλλέκτης, και ανιδιοτελής δωρητής. «Αν δεν γινόμουν γιατρός, θα ήμουνα ζωγράφος», έλεγε.
Η οικογένεια Κατσίγρα έχει βαθιές ρίζες, οι οποίες φύτρωσαν πριν πολλά χρόνια στη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας και έδωσαν αγλαόκαρπους απογόνους. Ο πατέρας του Ιωάννης, γεωπόνος, με συμπληρωματικές σπουδές στην Ευρώπη γύρω από την ανθοκομία, λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην Ανατολική Ρωμυλία μετακόμισε οικογενειακά το 1902 στη Λάρισα. Εδώ νυμφεύθηκε την Λαρισαία Ελένη Καραμπίλια, με την οποία απέκτησε τρία τέκνα, κατά σειράν τον Γεώργιο, την Ευγενία και τον Βασίλειο. Ο Ιωάννης Κατσίγρας άφησε έντονο το επαγγελματικό του στίγμα στην πόλη. Καθηγητής δενδροκομίας στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή, συνεργάσθηκε στενά με τους δημάρχους της Λάρισας, την οποία προίκισε με άφθονο πράσινο.
Ο Γεώργιος Κατσίγρας γεννήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1914 στη Νέα Φιλιππούπολη της Λάρισας, απέναντι από το κτίριο του Γεωργικού Συνεταιρισμού. Οι Μοίρες από την πρώτη στιγμή τον σπαργάνωσαν με τις αρετές τους. Μεγάλωσε σε οικογενειακό περιβάλλον όπου τα μέλη του διακρίθηκαν στις επιστήμες, συναναστράφηκαν με τη διανόηση της εποχής τους και εμφορούνταν με ηθικές αξίες και προοδευτικές αντιλήψεις. Δεν ήταν δύσκολο επομένως να επιλέξει τον δρόμο του. Κατά τα μαθητικά του χρόνια αναζήτησε επίμονα και την εξωσχολική μάθηση. Αγάπησε με πάθος τη φύση. Ήταν μόλις 16 ετών όταν ανέβηκε με τον πατέρα του στον μυθικό Όλυμπο. Επιδόθηκε στον αθλητισμό και τον είλκυσε ιδιαίτερα ο ακοντισμός. Μέσα σ’ όλα αυτά έβρισκε χρόνο να μελετάει ξένες γλώσσες και να συλλέγει γραμματόσημα, φωτογραφίες, βιβλία και άλλα αντικείμενα. Εντάχθηκε στους προσκόπους το 1927 και με ιδιαίτερο ζήλο ενστερνίσθηκε τις ιδέες του προσκοπισμού.
Το 1930 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την περίοδο των σπουδών του οικοδόμησε με υπομονή την πολύπλευρη προσωπικότητά του. Με προτεραιότητα πάντα την ιατρική, παρακολουθούσε συγχρόνως την πνευματική ζωή της Αθήνας, επισκεπτόταν εκθέσεις ζωγραφικής, διάβαζε λογοτεχνικά βιβλία και περιοδικά και ενίσχυε την πολυμάθειά του. Είχε την τύχη να διαμένει στο σπίτι της θείας του Άννας Κατσίγρα που είχε σπουδάσει γιατρός, με ειδίκευση στη μαιευτική-γυναικολογία και ήταν για ένα διάστημα παντρεμένη με τον γνωστό λογοτέχνη και δημοσιογράφο Σπύρο Μελά. Ήταν φυσικό στο σπίτι της να σύχναζαν σπουδαίες προσωπικότητες και είχε την ευκαιρία να συναναστρέφεται και να συζητά με ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Νομίζω ότι δεν θα είναι καθόλου άστοχη η παραδοχή ότι κατά την διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων αναδύθηκε η λανθάνουσα καλλιτεχνική του ροπή προς την ζωγραφική.
Τον Ιανουάριο του 1938 αναγορεύθηκε διδάκτορας της χειρουργικής και τον Μάρτιο του ίδιου έτους κατατάχθηκε στον στρατό ως οπλίτης ιατρός. Για ένα μικρό διάστημα πέρασε και από το δικό μας Στρατιωτικό Νοσοκομείο, στο οποίο επανήλθε, ως επιστρατευμένος αυτήν τη φορά, στον πόλεμο του 1940. Τον Απρίλιο του 1941, μετά την κατάληψη της χώρας μας από τους Γερμανούς έφυγε για την Αθήνα, όπου τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και στο Γερουλάνειο Ίδρυμα (κλινική Σμπαρούνη) την ειδικότητα της χειρουργικής κοντά σε σπουδαίους χειρουργούς. Αυτό δεν τον εμποδίσει να αναπτύξει αντιστασιακή δράση, για την οποία συνελήφθη το 1942 από τους Ιταλούς, καταδικάσθηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση, αλλά πάνω στον χρόνο αποφυλακίσθηκε. Συνέχισε ως επιμελητής στον «Ευαγγελισμό» στο πλευρό του καθηγητού Νικολάου Σμπαρούνη, όπου γνωρίσθηκε με την διπλωματούχο νοσοκόμο Καίτη Καζατζή, προϊσταμένη της χειρουργικής κλινικής, την οποία νυμφεύθηκε το 1946.
Τον Μάρτιο του 1947, όταν είχε φουντώσει ο εμφύλιος, επιστρατεύθηκε εκ νέου και πέρασε από πολλές περιοχές της Μακεδονίας, υπηρετώντας σε χειρουργικές μονάδες εκστρατείας κοντά στην πρώτη γραμμή του πυρός. Σ’ αυτές τις μετακινούμενες ιατρικές μονάδες, βρήκε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει το ταλέντο της χειρουργικής επιδεξιότητάς του. Χειρουργούσε νυχθημερόν κάθε είδους πολεμικά τραύματα, από τα πιο απλά μέχρι και τα πολύ βαριά. Χωρίς καμιά άλλη επιστημονική συνδρομή, βρισκόταν με τον τραυματία ενώπιος-ενωπίω και έπρεπε αποκλειστικά με τις δικές του γνώσεις και την επιστημονική αρτιότητα να τον αντιμετωπίσει. Είναι οι στιγμές που ο γιατρός προσπαθεί να απογειώσει το αίσθημα ευθύνης που η επιστήμη τού εμπιστεύθηκε. Και φαίνεται ότι σ’ αυτόν τον τομέα τα πήγε πολύ καλά, γιατί το όνομά του είχε γίνει πλέον θρύλος ανάμεσα στους στρατιώτες που πέρασαν από τα χέρια του με επιτυχία, και ανάρρωσαν.
Εκεί γνωρίστηκε και συνεργάστηκε με τον στρατιώτη που εκτελούσε χρέη νοσοκόμου Ιωάννη Παπαστεργίου, την οξυδέρκεια του οποίου διέκρινε από νωρίς, γι’ αυτό και τον πήρε αργότερα μαζί του στη Λάρισα, τον έχρισε αναντικατάστατο βοηθό του και η συνεργασία τους διατηρήθηκε ανέφελη μέχρι την συνταξιοδότηση του τελευταίου.
Με το πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων του εμφυλίου επέστρεψε για λίγο στην Αθήνα, αλλά τον Αύγουστο του 1949, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λάρισα. Σε μια διώροφη κατοικία που βρισκόταν επί της οδού Γαληνού εγκατέστησε την πρώτη κλινική του. Όμως το 1950, μόλις μέσα σε έναν χρόνο, η κλινική αποδείχθηκε μικρή για να χωρέσει την ολοένα αυξανόμενη πελατεία του. Ενοικίασε τους δύο επάνω ορόφους του τριώροφου κτιρίου του Ιωάννη Αλεξάνδρου που βρίσκεται και σήμερα στην οδό Βενιζέλου, απέναντι από το Αρχαίο Θέατρο. Τον Σεπτέμβριο του 1952 αγόρασε το αρχοντικό του Δημητρίου Πουλιάδη που βρισκόταν στην πλατεία Ταχυδρομείου στη γωνία των οδών Παπακυριαζή και Ασκληπιού, με την προοπτική να το χρησιμοποιήσει για να στεγάσει την οικογένειά του. Μάλιστα στο εσωτερικό του προέβη σε πολλές μετατροπές. Τελικά επειδή και στη δεύτερη κλινική της οδού Βενιζέλου επικράτησε το αδιαχώρητο, χρησιμοποίησε το σπίτι αυτό ως αναρρωτήριο, όπου μετέφερε τους ασθενείς του λίγες ημέρες μετά το χειρουργείο, μέχρι την πλήρη ίαση.
Εν τω μεταξύ η φήμη που είχε αποκτήσει, αύξησε κατακόρυφα την προσέλευση των ασθενών. Το γεγονός αυτό τον ανάγκασε να συζητάει από το 1952 την δυνατότητα ανέγερσης μεγάλης ιδιόκτητης κλινικής στο κέντρο της πόλης. Για τον σκοπό αυτόν αγόρασε ένα ανεκμετάλλευτο οικόπεδο απέναντι από το αρχοντικό του Πουλιάδη, το οποίο ανήκε στον στρατηγό Ιωάννη Άρτη, εκτάσεως χιλίων περίπου τετραγωνικών μέτρων και την μελέτη κατασκευής ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή από την Αθήνα. Τα εγκαίνια της κλινικής έγιναν τον Σεπτέμβριο του 1955. Στους μεγάλους, άνετους και εξοπλισμένους χώρους αυτού του θεραπευτηρίου ο Γεώργιος Κατσίγρας, με τη βοήθεια και της συζύγου του Καίτης, είχε δημιουργήσει μια χειρουργική κλινική υψηλού επιστημονικού επιπέδου για την εποχή του, η οποία προσείλκυε ασθενείς απ’ όλη την Ελλάδα, ακόμα και από το εξωτερικό, ιδίως από την ομογένεια και τον κύκλο των μεταναστών. Η οργανωτική δομή της άγγιζε το τέλειο, χάρη και στους δύο πιστούς βοηθούς συνεργάτες του, τον Ιωάννη Παπαστεργίου στο χειρουργείο και την προϊσταμένη Βούλα Ματαραγκιώτου. Μέσα στα 33 χρόνια λειτουργίας της κλινικής αυτής ο Γεώργιος Κατσίγρας βρήκε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει όλο το διαγνωστικό και χειρουργικό του ταλέντο. Οι επιτυχίες διαλαλούνταν και έξω από τα ελληνικά σύνορα και είχε αποκτήσει τη φήμη του χειρουργού με το μαγικό χέρι. Η κλινική ήταν σχεδόν πάντοτε γεμάτη από χειρουργημένους. Γι’ αυτό και πολλοί τη βάπτισαν «σύγχρονο Ασκληπιείο», ενώ άλλοι της έδωσαν την βιβλική ονομασία «Κολυμβήθρα του Σιλωάμ».
Το 1988 η κλινική εξαγοράσθηκε από το νεοσύστατο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και με την προσθήκη ενός ακόμη ορόφου στεγάσθηκαν σ’ αυτήν τα πρώτα κτίρια της Ιατρικής Σχολής. Και μπορεί τη χρονολογία αυτή να σταμάτησε η χειρουργική δραστηριότητά του, όμως δεν συνταξιοδοτήθηκε ποτέ και μέχρι τον θάνατό του τον Μάρτιο του 1998 διατήρησε την ιατρική του ιδιότητα, δεχόμενος επιλεκτικά σε ιατρείο συναδέλφου του, συγγενείς, φίλους και παλιούς πελάτες.
Η σημαντική και σπάνια συλλογή του δωρίθηκε στον Δήμο Λαρισαίων, ο οποίος φρόντισε να δημιουργηθεί το επιβλητικό κτίριο της Δημοτικής Πινακοθήκης. Έκτοτε ο πολύτιμος θησαυρός του εκτίθεται μόνιμα, είναι προσιτός σε κάθε επισκέπτη και αποτελεί για την πόλη μας κορυφαίο πολιτιστικό απόκτημα.
Την προσωπικότητα του μεγάλου τέκνου της Λάρισας την περιέγραψε με λίγα και περιεκτικά λόγια, ο συμπολίτης μας δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Αντώνης Καρκαγιάννης: «Ως άνθρωπος προκαλούσε δέος, ως γιατρός θαυμασμό και ως φιλότεχνος σεβασμό».

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η τύχη του Χασάν Μπέη Τζαμί-Β’

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ ΥΠΟ ΤΑ ΟΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ


«Ένα τζαμί και η πόλη της Λάρισας». Σχηματική απεικόνιση από τη γαλλική  έκδοση του περιηγητικού βιβλίου του Edward Brown. 1674 «Ένα τζαμί και η πόλη της Λάρισας». Σχηματική απεικόνιση από τη γαλλική έκδοση του περιηγητικού βιβλίου του Edward Brown. 1674

Με το σημερινό μας δημοσίευμα ολοκληρώνουμε ένα σημαντικό κείμενο που εντοπίσθηκε στην εφημερίδα «Μικρά» της Λάρισας, στα φύλλα της 14ης και της 17ης Ιανουαρίου 1907, του γνωστού χαρτογράφου Μιχαήλ Χρυσοχόου.

Μέσα από τις γραμμές του δημοσιεύματος διαπιστώνουμε το σθένος με το οποίο ο συντάκτης του υπερασπιζόταν την άποψη της παραμονής για ιστορικούς λόγους του τεμένους του Χασάν μπέη, σε αντίθεση με την άποψη της Βακουφικής Επιτροπής των μουσουλμάνων της πόλης μας που για δικούς της λόγους ήθελε την κατεδάφισή του. Είναι χαρακτηριστική η επιμονή του να πείσει άρχοντες και τοπικούς παράγοντες, να διατηρηθούν τα ιστορικά μνημεία που άφησε η μακροχρόνια οθωμανική κατοχή στη Λάρισα.
Συνεχίζει ο Μιχαήλ Χρυσοχόου: «Καίτοι εν τω μέσω της πεδιάδος κειμένη [Η Λάρισα], ήτο πόλις οχυρά και επί έτη αντέστη κατά του κατακτητού Τουρχάν, τον οποίον ηνάγκασεν επί έτη να στήση την έδραν του εις το προς βορράν κείμενον χωρίον Τατάρ, όπου και το πρώτον ανήγειρε τέμενος, όπερ και μέχρι σήμερον σώζεται [1], και πολλά άλλα σημεία της εκεί επί πολύ διαμονής του κατέλιπε. Πανταχόθεν πολιορκηθείσα δεν ηλώθη, αλλά παρεδόθη συνθηκολογήσασα, και δεν ετράπη εις αισχράν φυγήν. Ο Τουρχάν άμα τη καταλήψει της Λαρίσσης, ήν ονόμασε Γενί–Σιείρ [Νέα Πόλις], διότι η πόλις εγκατελείφθη ή εξηνδραποδίσθη [οι κάτοικοί της πωλήθηκαν ως δούλοι], κατέλαβε τον λόφον εφ’ ού ήτο ο ναός του Αγ. Δημητρίου [2] βυζαντινού ρυθμού και μετέβαλεν αυτόν εις οθωμανικόν τέμενος, εγείρας τον πρώτον επ’ αυτού μιναρέν εν Λαρίσση. Προς ανταλλαγήν του, επέτρεψε την ανέγερσιν χριστιανικού ναού εις το άκρον του απέναντι λόφου, Τρανού μαχαλά, ονομασθέντος ούτω, είτε διότι έκειτο υψηλότερον, είτε διότι κατωκείτο υπό της τότε αρχοντιάς της εποχής εκείνης, ούς θελήσας να περιποιηθή, επέτρεψεν την ανέγερσιν ναού.
Ο ναός του Αγ. Δημητρίου και το σημερινόν βανδαλικώς καταστρεφόμενον τέμενος, έκειντο επί αρχαίου ναού της Δήμητρας, πολιούχου θεάς των αγρών, ώστε ο καταστρεφόμενος ούτος ναός έχει τριπλήν μεγάλης σπουδαιότητος αξίαν. Αρχαιολογικήν, αποβλέπουσαν την πέραν του χριστιανισμού εποχήν, χριστιανικήν και θρησκευτικήν επί 1400 έτη και ιστορικήν αξίαν από εθνικής απόψεως και ενθύμημα του καρτερικώς δουλεύοντος έθνους επί 450 και πλέον έτη, του απολυτρωθέντος εσχάτως ελαχίστου του Ελληνισμού τμήματος.
Επί τουρκοκρατίας η Λάρισσα ήτο η έδρα απάσης της Θεσσαλίας [3] και της Ελασσώνος συμπεριλαμβανομένης. Ενταύθα ήσαν συγκεντρωμέναι άπασαι αι αρχαί πολιτικαί και στρατιωτικαί και τοιαύτη έπρεπε να μείνη μετά την προσάρτησιν ως πόλις πλησιεστέρα εις τα νέα της Ελλάδος σύνορα κειμένη, χωρίς να πάθουν αι άλλαι πόλεις και θεωρούμεν σφάλμα μέγα την διαίρεσιν της Θεσσαλίας εις τέσσαρας Νομούς ανεξαρτήτως αλλήλων και αντιπραττόντων των μεν κατά των δε. Δυστυχώς η Λάρισσα εθεωρήθη εξ αρχής ως τόπος εξορίας [4] και επέμποντο ενταύθα υπάλληλοι, οι δυσμενώς προς την επικρατούσαν πολιτικήν διακείμενοι και πολιτικοί και στρατιωτικοί, μη εξαιρουμένου και αυτού του Τρικούπη, όστις εχρεώστει εις την Θεσσαλίαν την επικράτησίν του [5].
Το πρώτον κυβερνητικόν έργον ήτο το σχέδιον της πόλεως και η ρυμοτομία αυτής υπό μηχανικών μη μελετησάντων το αρχαίον αυτής σχέδιον και παρασκευασάντων τον κυκεώνα και την πρώτην της Λαρίσσης καταστροφήν δια της πλημμύρας, καταστρέψαντες τα αντιπλημμυρικά έργα, τα οποία εξέλαβον μόνον ως οχυρωματικά αυτής έργα, παραγεμίσαντες τας τάφρους.
Δευτέρα βανδαλική πράξις αυτής ήτον η μέχρι της επιφανείας της Ακροπόλεως ανάβασις της οδού, δια της οποίας και χάριν αυτής ανέσκαψαν, διχοτομήσαντες εις δύο το μόνον σωζόμενον αρχαίον μνημείον, το θέατρον των Αλευαδών [6]. Το θέατρον τούτο επί πεντακόσια έτη εσεβάσθησαν οι κατακτηταί και αυστηρώς απηγόρευον την μεταφοράν εκείθεν λίθων. Εντός δε 25ετούς ελευθέρου βίου, οι ελεύθεροι βάνδαλοι επροξένησαν τας μεγαλυτέρας και περισσοτέρας καταστροφάς. Ευρέθη δε και υπουργός επισκεφθείς την Λάρισσαν, να δώση την άδειαν εις ψηφοφόρους Βολιώτας, αληθείς εβραίους κερδοσκόπους, να κτίσουν επί του θεάτρου [7], οίτινες δια νυκτός ανέσκαψαν αυτό και μετέβαλον αυτό εις σωρούς λόφων αχρήστων, τα εδώλια του θεάτρου!
Και τρίτη έρχεται τώρα η καταστροφή του κομψού βυζαντινού ρυθμού εκ των αρίστων, ναού του Αγ. Δημητρίου, τον οποίον ο Τουρχάν ο κατακτητής δεν κατέστρεψεν, αλλά μετάβαλεν εις τέμενος μουσουλμανικόν, επί το ανατολικώτερον μετασκευάσας αυτό.
Και τώρα, καθ’ ήν στιγμήν γράφομεν ταύτα, η πόλις άπασα εν φρικτή αδιαφορία μετ’ απαθείας, ουχί ανθρωπίνης, βλέπει την καταστροφήν του ιερού τούτου τεμένους, όπερ κατέχει θέσιν εν Λαρίσση οίαν το Θησείον, ίνα μη είπομεν η Ακρόπολις [8], και δεν ευρέθη είς άνθρωπος να προλάβη τοιαύτην καταστροφήν, τοιαύτην ιεροσυλίαν! Και υπουργοί και βουλευταί και νομάρχαι και δήμαρχοι και ανώτεροι υπάλληλοι, ξένοι εντελώς προς τον τόπον, μικροί δε ν’ αποβλέψουν προς το μέλλον της πόλεως, επί 25ετίαν όλην ουδέν έπραξαν και θα ήτο τούτο αρκετόν, εάν δεν κατέστρεφον ό,τι καλόν είχεν η πόλις αύτη.
Περί της Βακουφικής Επιτροπής φέροντες τον λόγον, λυπούμεθα πολύ δια την απόφασίν της ταύτην, την οποίαν αποδίδομεν εις εντελή χαλάρωσιν και φοβεράν κατάπτωσιν παντός εθνικού και θρησκευτικού αισθήματος. Είναι ακατανόητον πώς μουσουλμάνοι την θρησκείαν και επί πεντακόσια έτη κύριοι της χώρας, ιδίαις χερσί καταστρέφουσι τα μνημεία της δόξης των και της ιστορίας των! Και να ευρίσκωνται δε και άρχοντες της πόλεως ταύτης και Λαρισσαίοι να βλέπουν μετ’ ανηκούστου αδιαφορίας την καταστροφήν τόσων μνημείων και να μην εννοώσιν ότι η ιστορία των Τούρκων είναι και ιστορία του Ελληνισμού αναπόσπαστος!
Ως επληροφορήθημεν, προ διετίας ο κ. Δήμαρχος [9] είχεν εξουσιοδοτηθεί υπό του Δημοτικού Συμβουλίου δια την αγοράν του τεμένους αντί πάσης θυσίας. Εάν τούτο είναι αληθές, ο δήμαρχος έπραξεν έγκλημα ασυγχώρητον κατά της πόλεως ής άρχει και κατά του Έθνους αυτού εν συνόλω. Δια της αγοράς ταύτης και της ευπρεπούς διατηρήσεώς του, ηθέλομεν καταδείξει εις τους συμπολίτας και συμπατριώτας ημών και εις τους πέραν των συνόρων ακόμη, ότι εν Ελλάδι η εξάσκησις της θρησκείας είναι ελευθέρα και σεβαστή και ιδίως εις τους μουσουλμάνους, οίτινες όταν εκράτουν της χώρας εσέβοντο μεν τους χριστιανικούς ναούς, εκράτουν όμως δι’ εαυτούς την υπεροχήν. Οι Λαρισαίοι δεν πρέπει να λησμονώσιν ότι όλα τα τεμένη των συμπολιτών μας μουσουλμάνων ήσαν ναοί χριστιανών [10] και δεν έχασαν ποτέ την ιερότητα, διότι εν αυτοίς ελατρεύετο και εξυμνείτο είς μόνον θεός, αδιάφορον υπό ποίους τύπους.
Η καταστροφή αύτη θα είναι δια την πόλιν και τους κατοίκους αυτής μαύρη κηλίς της ιστορίας της ανεξίτηλος».

 

[1]. Τατάρ ή Τατάρι είναι η τουρκική ονομασία του οικισμού της σημερινής Φαλάνης (Φάλλανας). Η μετονομασία αυτή έγινε το 1916. Το αναφερόμενο τέμενος δεν σώζεται σήμερα.
[2]. Σύμφωνα με την παράδοση το τζαμί του Χασάν μπέη είχε ανεγερθεί πάνω στο χώρο βυζαντινής εκκλησίας, αφιερωμένης στη Σοφία του Θεού και όχι του Αγ. Δημητρίου. Η ίδια παράδοση αναφέρει ακόμη ότι κατά την κλασική περίοδο στη θέση αυτή υπήρχε αρχαίο ιερό προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Βλέπε: Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α’, Λάρισα (1996) σ. 340 - 341. Φαίνεται ότι ο Χρυσοχόου αναφέρει τον χριστιανικό ναό ως αφιερωμένο στον Άγ. Δημήτριο, επηρεασμένος από το προϋπάρχον αρχαίο ιερό της ομόηχης μυθολογικής θεάς Δήμητρας, θεότητας της γεωργίας.
[3]. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και μέχρι τα μέσα του 18ου αι. πρωτεύουσα της Θεσσαλίας ήταν τα Τρίκαλα (σαντζάκι Τρικάλων). Από το 1739 ως πρωτεύουσα της Θεσσαλίας αναγνωρίσθηκε η Λάρισα.
[4]. Πράγματι, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881 και μέχρι το 1912 η Λάρισα ήταν ακριτική πόλη, απέχουσα λίγα χιλιόμετρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Δοθέντος δε του γεγονότος ότι δεν είχε αποβάλλει ακόμη οικοδομικά και χωροταξικά την όψη της τουρκόπολης, η μετάθεση σ’ αυτήν δημοσίου υπαλλήλου θεωρούνταν την περίοδο εκείνη δυσμενής.
[5]. Στις 20 Δεκεμβρίου 1881 έγιναν γενικές εκλογές για την είσοδο και των Θεσσαλών βουλευτών στη Βουλή, παρά την αντίδραση του Χαρίλαου Τρικούπη, φοβούμενος ότι θα επικρατήσει ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος ο οποίος πρωτοστάτησε στην προσάρτηση της Θεσσαλίας. Οι φόβοι του όμως δεν επαληθεύθηκαν και εκλέχθηκε πρωθυπουργός χάρη στις ψήφους των Θεσσαλών. Ο Κουμουνδούρος δεν ανέχθηκε τέτοια αχαριστία και παραιτήθηκε.
[6]. Το Α’ Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας οικοδομήθηκε το α’ μισό του 3ου αι. π.Χ. στα χρόνια του βασιλιά της Μακεδονίας Αντιγόνου Γονατά. Ο οίκος των Αλευάδων ήταν κατά 2-3 αιώνες αρχαιότερος.
[7]. Είναι γνωστό ότι στο ανηφορικό τμήμα της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), πάνω στο Αρχαίο Θέατρο, υπήρχαν στα τέλη του 19ου αι. καταστήματα ελαιοπαραγωγών κατοίκων του Πηλίου.
[8]. Η σύγκριση που κάνει εδώ ο συντάκτης είναι οπωσδήποτε υπερβολική.
[9]. Δήμαρχος ήταν ο ιατρός Αχιλλεύς Αστεριάδης.
[10]. Η αναφορά αυτή του Χρυσοχόου μας υπενθυμίζει ότι την ίδια τακτική είχαν εφαρμόσει οι Οθωμανοί και στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμη και σήμερα παρατηρούμε ότι διατηρούνται στην Βασιλεύουσα πολλοί βυζαντινοί ναοί, οι οποίοι είχαν μετατραπεί σε τζαμιά και με τον τρόπο αυτό διασώθηκαν ως κτίσματα μέχρι τις ημέρες μας

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο λόφος της Ακρόπολης απ’ το ρολόι


Ένα μέρος του Λόφου της Ακρόπολης με το Β’ Δημοτικό Σχολείο και τον χώρο  όπου στήθηκε το Ηρώο της πόλης. Μεταπολεμική φωτογραφία. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Ένα μέρος του Λόφου της Ακρόπολης με το Β’ Δημοτικό Σχολείο και τον χώρο όπου στήθηκε το Ηρώο της πόλης. Μεταπολεμική φωτογραφία. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Αφιερώνεται στον αλησμόνητο φίλο της Φωτοθήκης Βαγγέλη ΒοζαλήΟ Λόφος της Ακρόπολης θεωρείται ότι είναι ο ιστορικότερος χώρος της Λάρισας.

Η πόλη μας, αν και έχει μια διάρκεια ζωής 8.000 ετών, όπως αναφέρουν διάφοροι ερευνητές των προϊστορικών χρόνων, και θεωρείται από τις αρχαιότερες του ελλαδικού χώρου, δυστυχώς δεν είχε ευτυχήσει μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να επιδείξει αρχαία μνημεία ή έστω και ορατά ίχνη της μακροχρόνιας αυτής ιστορικής της πορείας. Όμως διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων χρόνων εντοπίζονταν σε τοίχους, κοιμητήρια, αυλές, ακόμα και στα λιθόστρωτα (καλντερίμια). Ο Λόφος αυτός, του οποίου η δυτική πλευρά βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον Πηνειό ποταμό, τον ακοίμητο σύντροφο και ζωοδότη της Λάρισας, αποτελούσε κέντρο της ζωής της πόλης για χιλιάδες χρόνια. Πάνω του κτίσθηκαν κατά καιρούς διάφορα περίλαμπρα οικοδομήματα, τα οποία όμως ο χρόνος, η σεισμικότητα της περιοχής, οι επιδρομές αλλοφύλων και οι πολλοί κατά καιρούς κατακτητές του τα εξαφάνισαν και δεν είχε να επιδείξει τίποτε από την αρχαία αίγλη της. Μεταπολεμικά, όταν η πόλη μεγάλωνε, η ευφορία των καρπών της θεσσαλικής γης παρήγαγε πλούτο, η θέση της στο κέντρο της χώρας αποτέλεσε συγκοινωνιακό κόμβο και διάφορα άλλα πλεονεκτήματά της που προστέθηκαν, την βοήθησαν να αποκαλύψει σταδιακά σ’ αυτό τον χώρο ψήγματα από τον μνημειακό πλούτο της. Προηγήθηκε η αποκάλυψη των ερειπίων της παλαιοχριστιανικής βασιλικής του Αγ. Αχιλλίου, ακολούθησε η αποκατάσταση του αρχαίου θεάτρου που άλλαξε ριζικά τη χωροταξία της πόλης σ’ αυτή την περιοχή, πρόσφατα εντοπίσθηκε ο χώρος όπου βρισκόταν κατά τους κλασικούς χρόνους ο περίλαμπρος ναός της Πολιάδος Αθηνάς και πολλά άλλα αρχαία και διάσπαρτα τοπόσημα. Πόσα άλλα μπορεί ακόμα να κρύβει στα σπλάχνα του ο Λόφος της Ακρόπολης της Λάρισας, το Φρούριο όπως είναι γνωστό στους συμπολίτες μας, δεν το ξέρουμε ακόμα!
Τα γράφω όλα αυτά επηρεασμένος από τη φωτογραφία που θα μελετήσουμε σήμερα. Απεικονίζει τμήμα του Λόφου, όπως ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Πέρασαν από τότε εξήντα περίπου χρόνια και οι αλλαγές στο σημείο αυτό της Ακρόπολης είναι σημαντικές. Ήδη η δημοσιευόμενη φωτογραφία αποτελεί μαρτυρία ότι κατά το χρονικό εκείνο διάστημα εκτελούνταν σημαντικές εργασίες ανακατασκευής του χώρου.
Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από το ύψος του ρολογιού. Ήταν πρόσφατη η κατασκευή του (1952) επί δημαρχίας Δημητρίου Καραθάνου, σε αντικατάσταση του καταστραφέντος από τον σεισμό του 1941. Ο φωτογράφος έστρεψε τον φακό του βόρεια και εκτός από μέρος του Λόφου, αποτύπωσε και τον θεσσαλικό κάμπο μέχρι τον Τύρναβο και τις υπώρειες του μυθικού Ολύμπου. Χαμηλά διακρίνεται η σημερινή οδός μητροπολίτου Αρσενίου, στο οδόστρωμα της οποίας υπάρχουν πέτρες, προφανώς για την κατασκευή του περιτοιχίσματος στο ύψωμα του ρολογιού. Στο μέσον μόλις έχει διαμορφωθεί ένα όμορφο πάρκο που καλύπτει την περιοχή και το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα.
Πιο πάνω αριστερά διακρίνεται διώροφη οικοδομή η οποία ήταν γνωστή ως κατοικία Μακρή. Αργότερα κατεδαφίσθηκε και στο σημείο εκείνο διαμορφώθηκε η πλατεία Μητέρας, σήμερα δε υπάρχει γνωστό ψυχαγωγικό κέντρο. Στη συνέχεια διακρίνεται το κτίριο του Β’ Δημοτικού Σχολείου με τον αύλειο χώρο του. Ήταν το πρώτο από τα οκτώ νέα διδακτήρια που με φροντίδα του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα κατασκευάσθηκαν την περίοδο 1929-1932 [1]. Η τελετή θεμελιώσεως του διδακτηρίου αυτού έγινε στις 10 Μαρτίου 1929 και μεταξύ των άλλων παρέστη και ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου, ως εκπρόσωπος του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο άνω όροφος του διδακτηρίου αυτού υπέστη από τον σεισμό του 1941 ζημιές και έκτοτε το σχολείο χρησιμοποίησε μόνον τον κάτω όροφο.
Ακολούθως διακρίνεται μέρος ενός μεγάλου χώρου υπό διαμόρφωση. Στο σημείο αυτό υπήρχε προπολεμικά χώρος διασκέδασης με το όνομα «Καλλιθέα», στον πολύ κόσμο όμως ήταν γνωστό ως «Κάτω Φρούριο», σε αντιδιαστολή με το «Επάνω Φρούριο» ή απλώς Φρούριο, ένα εστιατόριο και ψυχαγωγικό κέντρο που καταλάμβανε τον εξωτερικό χώρο της τουρκικής αγοράς. Επιχειρηματίας της «Καλλιθέας» ήταν ο Μήτσος Μπόκοτας, ενώ του «Φρουρίου» ο Ζήσης Δημητρίου, ονόματα γνωστά στην προπολεμική Λάρισα. Από το 1960 στον χώρο αυτό είχε αποφασισθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο με δήμαρχο τον Δημήτριο Χατζηγιάννη, να τοποθετηθεί το Ηρώο της πόλης. Είχε ανατεθεί στον διακεκριμένο γλύπτη Λάζαρο Λαμέρα[2]. Τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου έγιναν την Κυριακή 7 Οκτωβρίου 1962 σε επίσημη τελετή.
Πίσω από το κτίριο του Σχολείου και τον χώρο του Ηρώου διακρίνεται ένα μέρος της συνοικίας Αμπελοκήπων, τα παλιά Ταμπάκικα. Καθώς η ατμόσφαιρα είναι ηλιόλουστη και καθαρή διακρίνεται στο βάθος ο δρόμος που οδηγεί στη Γιάννουλη και στον Τύρναβο και δεξιότερα μόλις γίνεται ορατή η οροσειρά της Μελούνας.

[1]. Αναφέρει χαρακτηριστικά στις ανέκδοτες μέχρι σήμερα «Αναμνήσεις» του ο Μιχαήλ Σάπκας: «Μετά την πλήρη συμπλήρωσιν των μελετών προεκηρύχθη δημοπρασία διά την ανοικοδόμησιν του 2ου Δημοτικού Σχολείου παρά την Πλατείαν του Φρουρίου, όπερ ήτο εκ των μεγαλυτέρων, με ενσφραγίστους προσφοράς. Τελευταίος μειοδότης ανεδείχθη ο μηχανικός Κωνστ. Μιχαλέας με συμφερούσας τιμάς και κατεκυρώθη εις αυτόν, εγκριθείσης ταύτης και υπό του Δημοτικού Συμβουλίου».
[2]. Λάζαρος Λαμέρας (1913-1998). Καταγόταν από την Τήνο και προερχόταν από οικογένεια με παράδοση στη μαρμαρογλυπτική. Διετέλεσε καθηγητής του Μετσόβειου Πολυτεχνείου στην έδρα της Πλαστικής.