Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014






Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες.
 
Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη. Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας.
 
Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό.
 
Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια.
 
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους.
 
Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
 
Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα.
 
Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.
 
Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα.
 
Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια. Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν. Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Άθως.
 
Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
 
Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι' αυτό ο Ζευς (Δίας) ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.
 
Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.
 
Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας.
 
Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη.Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών.
 
Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε.
 
Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ' αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν' ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του.
 
Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό.
 
Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.
 
Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους.
 
Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του.
 
Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).
 
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή.
 
Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ' ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά. Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.
 
Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας. Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ' ένα σπήλαιο. Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή.
 
Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε. Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.
 
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
 
Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα. Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή.
 
Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας.
 
Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί.
 
Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
 
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ' ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι. Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο.
 
Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο. Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
 
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων.
 
Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια. Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ' όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
 
Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.
Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες.
 
Μ' αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα. Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ' ένα βουνό.
 
Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ' αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο.
 
Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ' όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.
 
Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς.
 
Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν' αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Άρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους.
 
Αυτές σκότωσαν τον Άγριο και τον Θέοντα. Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους.
 
Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν' αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
 
Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους.
 
Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά. Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες.
 
Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας· νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα· βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Άλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.
 
Theseus Aegean
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Αρίσταρχος ο Σάμιος (310 π.Χ.- 230 π.Χ.)

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Φεβρουαρίου 26, 2014

Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (310 π.Χ.- περίπου 230 π.Χ.)ήταν Έλληνας αστρονόμος και μαθηματικός, που γεννήθηκε στη Σάμο. Είναι ο πρώτος καταγεγραμμένος άνθρωπος ο οποίος πρότεινε ηλιοκεντρικό μοντέλο του Ηλιακού Συστήματος, θέτοντας τον Ήλιο και όχι τη Γη, στο κέντρο του γνωστού Σύμπαντος . Οι ιδέες του περί Αστρονομίας δεν είχαν γίνει αρχικά
αποδεκτές και θεωρήθηκαν κατώτερες από εκείνες του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου, έως ότου αναγεννήθηκαν επιτυχώς και αναπτύχθηκαν από τον Κοπέρνικο περίπου 2000 χρόνια μετά.
Ηλιοκεντρισμός

Η μοναδική εργασία του Αρίσταρχου η οποία έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, «Περί μεγεθών και αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης» (Περί των μεγεθών και αποστάσεων του Ήλιου και της Σελήνης), βασίζεται σε γεωκεντρικό μοντέλο.
Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε από διάφορες παραπομπές ότι ο Αρίσταρχος είχε γράψει ένα άλλο βιβλίο στο οποίο πρότεινε την εναλλακτική υπόθεση του ηλιοκεντρικού μοντέλου.
Ο Αρχιμήδης έγραψε: «Συ βασιλιά Γέλων γνωρίζεις ότι ο κόσμος είναι το όνοµα που δίνουν οι περισσότεροι αστρονόμοι σε µία σφαίρα, που στο κέντρο της βρίσκεται η Γη και ότι η ακτίνα της σφαίρας αυτής είναι ίση προς την απόσταση µεταξύ του Ήλιου και της Γης. Αυτή είναι η εξήγηση την οποία δίνουν οι αστρονόμοι. Αλλά ο Αρίσταρχος έγραψε ένα βιβλίο, που περιέχει ορισµένες προτάσεις, από τις οποίες συµπεραίνεται ότι ο πραγµατικός κόσµος είναι πολύ µεγαλύτερος. Πιστεύεται ότι οι απλανείς αστέρες και ο Ήλιος είναι ακίνητοι, ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο σε κυκλική τροχιά, που στο κέντρο της βρίσκεται ο Ήλιος. Ακόµη ότι η σφαίρα των απλανών αστέρων, που βρίσκεται στο ίδιο µε τον Ήλιο κέντρο, είναι τόσο µεγάλη, ώστε ο κύκλος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η Γη απέχει από τους απλανείς αστέρες, όσο απέχει το κέντρο µιας σφαίρας από την επιφάνεια της… Ο Αρίσταρχος δηλαδή εννοεί το εξής: αφού πιστεύουμε ότι η Γη είναι, ας πούµε, το κέντρο του κόσμου, η σχέση της Γης προς εκείνο που ονομάζουμε «κόσμο» είναι ίση προς τη σχέση της σφαίρας, που περιέχει τον κύκλο πάνω στον οποίο διατείνεται ότι περιστρέφεται η Γη, προς τη σφαίρα των απλανών αστέρων.»
Ως εκ τούτου, ο Αρίσταρχος πίστευε ότι τα αστέρια βρίσκονται σε άπειρη απόσταση, και αυτό το θεωρούσε ως εξήγηση για την απουσία ορατής παράλλαξης, δηλαδή της παρατηρούμενης κίνησης των αστέρων καθώς η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο. Στην πραγματικότητα τα αστέρια βρίσκονται πολύ πιο μακριά από όσο είχε υποτεθεί στην αρχαιότητα, το οποίο ερμηνεύει το γεγονός ότι η αστρική παράλλαξη είναι ανιχνεύσιμη μόνο με τηλεσκόπια. Αλλά είχε υποτεθεί ότι το γεωκεντρικό μοντέλο ήταν μια απλούστερη και καλύτερη εξήγηση για την έλλειψη παράλλαξης.
Η απόρριψη της ηλιοκεντρικής άποψης ήταν κατά τα φαινόμενα αρκετά έντονη, όπως υποδεικνύει το ακόλουθο κείμενο του Πλουτάρχου (Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης):
“Ο Κλεάνθης, [ένας σύγχρονος του Αριστάρχου] πίστευε ότι ήταν το καθήκον των Ελλήνων να καταδικάσουν τον Αρίσταρχο τον Σάμιο με την κατηγορία ότι έβαζε σε κίνηση την εστία [κέντρο] του Σύμπαντος [δηλ. τη Γη] και έτσι διαταράσσει την ηρεμία των θεών: «Ως κινων τήν του κόσμου εστίαν καί ταράσσων τήν των ολυμπίων (θεών) ηρεμίαν»…, υπέθετε ότι ο ουρανός παραμένει ακίνητος και η Γη γυρίζει πάνω σε ένα επικλινή κύκλο, ενώ ταυτόχρονα περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της.”
Μέγεθος της Σελήνης
Ο Αρίσταρχος παρατήρησε την κίνηση της Σελήνης διαμέσου της σκιάς της Γης κατά τη διάρκεια μιας έκλειψης Σελήνης. Εκτίμησε ότι η διάμετρος της Γης ήταν 3 φορές μεγαλύτερη από τη διάμετρο της Σελήνης. Χρησιμοποιώντας τον υπολογισμό του Ερατοσθένους ότι η περιφέρεια της Γης ήταν 42.000 χλμ., συμπέρανε ότι η Σελήνη έχει περιφέρεια ίση με 14.000 χλμ. Σήμερα, είναι γνωστό ότι η Σελήνη έχει περιφέρεια περίπου ίση με 10.916 χλμ.
Απόσταση και μέγεθος του Ήλιου

Ο Αρίσταρχος παρατήρησε / υποστήριζε ότι ο Ήλιος, η Σελήνη και η Γη σχηματίζουν σχεδόν μια ορθή γωνία τη στιγμή του πρώτου ή του τελευταίου τετάρτου της Σελήνης. Εκτίμησε ότι η γωνία ήταν 87°. Χρησιμοποιώντας σωστά τη Γεωμετρία, αλλά με λανθασμένα στοιχεία παρατήρησης, ο Αρίσταρχος συμπέρανε ότι ο Ήλιος ήταν 20 φορές πιο μακριά από ό,τι η Σελήνη. Στην πραγματικότητα ο Ήλιος είναι περίπου 390 φορές πιο μακριά.
Εντόπισε ότι η Σελήνη και ο Ήλιος έχουν σχεδόν το ίδιο φαινόμενο μέγεθος από τη Γη και συμπέρανε ότι οι διάμετροί τους θα είναι ανάλογοι με την απόστασή τους από τη Γη.
Έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Ήλιος είχε 20 φορές μεγαλύτερη διάμετρο από τη Σελήνη, κάτι που είναι υπολογιστικά λογικό και σωστό, αλλά επίσης λάθος (αφού στηρίζεται σε λάθος δεδομένα). Η εκτίμησή του όμως αυτή υποδεικνύει ότι ο Ήλιος είναι ξεκάθαρα μεγαλύτερος από τη Γη, κάτι που υποστηρίζει το ηλιοκεντρικό μοντέλο.
Η αναγέννηση της θεωρίας του Αρίσταρχου
Ο Αρίσταρχος πρώτος εισηγήθηκε την αποδεκτή σήμερα ηλιοκεντρική θεωρία και θεμελίωσε την Αστρονομία πάνω στη λογική σκέψη, άποψη την οποία, δυστυχώς, μια μερίδα της διεθνούς αστρονομικής κοινότητας, είτε δικαιολογημένα από άγνοια είτε ακόμη και αδικαιολόγητα, δεν φαίνεται να συμμερίζεται απολύτως. Δυστυχώς για την ηλιοκεντρική θεωρία, θερμοί υποστηρικτές της γεωκεντρικής θεωρίας με εισηγητή τον επίσης Σάμιο Πυθαγόρα, ήταν επιστήμονες του κύρους ενός Αριστοτέλη, ενός Ιππάρχου ή ενός Πτολεμαίου… Συνεπώς, η επαναστατική ιδέα του Αρίσταρχου δεν ήταν δυνατό να γίνει αποδεκτή. Περιέπεσε στη λήθη χωρίς πάντως να ξεχασθεί εντελώς ως την εποχή της Αναγέννησης, οπότε στα 1543, περίπου δύο χιλιετίες αργότερα, δικαιώθηκε από τον διάσημο πολωνό αστρονόμο Nicolaus Copernicus. Αν και ο Κοπέρνικος απλώς ανέσυρε από την αφάνεια την ηλιοκεντρική θεωρία, επαναλαμβάνοντας έτσι τις ιδέες του Αρίσταρχου, εν τούτοις φέρεται σήμερα ως ο εισηγητής της ηλιοκεντρικής θεωρίας, μάλιστα δε το δεκτό σήμερα ηλιοκεντρικό σύστημα εξακολουθεί να ονομάζεται διεθνώς “Κοπερνίκειο” και όχι “Αριστάρχειο”, όπως θα έπρεπε.
Η επιβίωση της ηλιοκεντρικής θεωρίας παρά την πολεμική των αντιπάλων της, οφείλεται λιγότερο στον Κοπέρνικο και περισσότερο στις συντριπτικές αποδείξεις για την ορθότητά της, που έδωσαν κατά καιρούς ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ, ο Νεύτων κ.ά. Προκύπτει αβίαστα, λοιπόν, το ερώτημα κατά πόσον το έργο του Κοπέρνικου είναι πρωτότυπο και ποια η αξία του. Για να δώσει κανείς μια υπεύθυνη απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να λάβει υπόψη τις δυσκολίες της εποχής του Κοπέρνικου, κατά την οποία επικρατούσαν τα δόγματα του Αριστοτέλη με τα οποία δεν επιτρεπόταν να διαφωνήσει κανείς. Επιπλέον η κριτική στις θεωρίες του πολωνού αστρονόμου άρχισε αμέσως και υπήρξε ιδιαίτερα έντονη.
Αν και η συνεισφορά του Κοπέρνικου στην αναβίωση της ηλιοκεντρικής θεωρίας είναι σημαντική, αυτό όμως δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί και η πατρότητα της θεωρίας αυτής. Είναι αλήθεια ότι ο Κοπέρνικος γνώριζε τις απόψεις του Αρίσταρχου. Αυτό πιστοποιείται από ένα σωζόμενο απόσπασμα του χειρογράφου της πραγματείας του με τίτλο De Revolutionibus Orbium Coelestium. Σε αυτό φαίνεται διαγραμμένη η παράγραφος που αναφέρεται στην πραγματεία του Αρίσταρχου και η οποία κατά ένα παράδοξο τρόπο δεν έχει συμπεριληφθεί στην τυπωμένη έκδοση της πραγματείας του που παρουσιάστηκε το 1543. Το γεγονός της διαγραφής χαρακτηρίζεται από μερικούς ως λογοκλοπή, ενώ άλλοι θεωρούν την παράλειψη αναφοράς στον Αρίσταρχο και στη θεωρία του ως έλλειψη θάρρους ή δειλία. Θα πρέπει πάντως να τονισθεί ότι δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο αν η διαγραφή πρέπει να αποδοθεί στον ίδιο τον Κοπέρνικο ή στον εκδότη του, δεδομένου ότι η έκδοση της πραγματείας έγινε μετά τον θάνατό του. Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι ο πολωνός αστρονόμος δεν έδινε επί μία ολόκληρη δεκαετία τη συγκατάθεσή του για την έκδοση της πραγματείας του φοβούμενος την καταδίκη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Τελικά, το 1543, εκδόθηκε στη Νυρεμβέργη ένα αντίγραφο του χειρογράφου του, το οποίο καταδικάσθηκε το 1616 από την Εκκλησία της Ρώμης.
Ο Κοπέρνικος δεν είναι λοιπόν ο εισηγητής αλλά απλώς ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη και διέδωσε την ηλιοκεντρική θεωρία, η πατρότητα της οποίας ανήκει αποκλειστικά στον Αρίσταρχο. Η συνεισφορά του Κοπέρνικου βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι εισήγαγε τον γεωμετρικό μηχανισμό του γεωκεντρικού συστήματος του Πτολεμαίου στο ηλιοκεντρικό σύστημα του Αρίσταρχου. Είναι όμως φανερό ότι, αφού η πραγματική δυσκολία δηλαδή η πεποίθηση ότι οι πλανήτες κινούνται ομαλά σε κυκλικές τροχιές δεν ήταν δυνατό να υπερνικηθεί, η όλη προσπάθειά του βρισκόταν σε λανθασμένο δρόμο. Για την αποκατάσταση της αλήθειας αλλά και για λόγους ιστορικής αυτογνωσίας, επιβάλλεται η όσο το δυνατόν ευρύτερη ενημέρωση πάνω στο έργο του μεγάλου έλληνα αστρονόμου Αρίσταρχου, ως μιας εκ των ηγετικών μορφών μέσα στον κόσμο των ελλήνων αστρονόμων, μαθηματικών και φιλοσόφων της αρχαιότητας.
1. Ο Αρχιμήδης στη μαθηματική πραγματεία του “Ψαμμίτης” γράφει: “Αρίσταρχος ο Σάμιος υποτίθεται γαρ τα μεν απλανέα των άστρων και τον Αλιον μένειν ακίνητον, ταν δε Γαν περιφέρεσθαι περί τον Αλιον κατά κύκλου περιφέρειαν, ός εστιν εν μέσω τω δρόμω κείμενος”.
2. Ο Στοβαίος στο σύγγραμμά του “Περί Φυσικής” γράφει: Αρίσταρχος τον Ηλιον ίστησι.
3. Ο Πλούταρχος στο έργο του “Περί αρεσκόντων τοις Φιλοσόφοις” αναφέρει: “Αρίσταρχος τον Ηλιον ίστησι μετά των απλανών, την δε Γην κινεί περί τον ηλιακόν κύκλον, εξελίττεσθαι δε κατά λοξού κύκλου την Γην, άμα δε και περί τον αυτής άξονα δινουμένην και κατά τας ταύτης εγκλίσεις σκιάζεσθαι τον δίσκον”.
Διαβάστε περισσότερα: http://ift.tt/1cOZHzk

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Τα αρχαία Ελληνικά πλοία

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Φεβρουαρίου 18, 2014
Τα αρχαία Ελληνικά πλοία
Η ΝΑΥΤΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΕ ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΚΑΦΟΣ ΤΗΝ ΤΡΙΗΡΗ !
Από τον 10ο αιώνα πΧ οι Κορίνθιοι ναυπηγοί άρχισαν να εισάγουν πρωτοποριακά κωπήλατα σκάφη, όπως την τριακόντορο και στη συνέχεια την πεντηκόντορο. Το κοινό σημείο αυτών των σκαφών, αλλά και η ειδοποιός διαφορά με όλα τα προηγούμενα, ήταν ο υδροδυναμικός τους σχεδιασμός, δηλαδή χαμήλωσαν την πλώρη (προικίζοντας την με το
έμβολο) και ανύψωσαν την πρύμνη, πετυχαίνοντας μικρότερο λόγο αντίστασης με την θάλασσα και τον άνεμο.
Στη συνέχεια, οι αντίπαλοι της Κορίνθου περιέλαβαν στη δύναμή τους τα πλοία αυτά και κατέστη πλέον αδήριτη ανάγκη για την Κόρινθο να δημιουργήσει ένα νέο σκάφος, το οποίο θα μπορούσε να καταναυμαχήσει όλους τους τύπους σκαφών που χρησιμοποιούσαν οι αντίπαλοι της και θα ‘ταν δύσκολο να αντιγράψουν.
Και οι Κορίνθιοι κέρδισαν το στοίχημα με τον εαυτό τους και την ιστορία.
Ναυπήγησαν «το αριστούργημα της αρχαίας ελληνικής Ναυπηγικής», την Τριήρη,το κορυφαίο κωπήλατο πολεμικό σκάφος της Αρχαιότητας, που η ισχύς, η ευκινησία, η ταχύτητα, η χάρη και η ομορφιά της, οδήγησε τους μελετητές να της απονείμουν το χαρακτηρισμό που ανέφερα, αφού πραγματικά απετέλεσε οριακό σημείο ναυπηγικής εξέλιξης των αρχαίων πολεμικών πλοίων, κυριαρχώντας για κάπου 1000 χρόνια στην Μεσόγειο.
Η τριήρης ήταν το επιστέγασμα της εξελιγμένης ναυπηγικής τεχνογνωσίας των αρχαίων Κορινθίων, αλλά και του συνόλου της τεχνογνωσίας και τεχνολογίας.
Η τέλεια υδροδυναμική κατασκευή της Τριήρους (αξεπέραστη σχεδόν έως σήμερα), εκτός από ένα πολύ όμορφο πλοίο, την καθιστούσε όπλο τεχνολογικής αιχμής και κατά συνέπειαν δε βασικότατο παράγοντα για την επικράτηση του ελληνισμού επί των Περσών και των Φοινίκων αντιπάλων του στον ευρύτερο χώρο τής Μεσογείου και για την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού στα πέρατα του γνωστού τότε κόσμου.
Η τριήρης ονομάστηκε έτσι επειδή ο εφευρέτης της, ο Κορίνθιος Αμεινοκλής, τοποθέτησε έναν τρίτο πάγκο κωπηλασίας. Επρόκειτο για τον «εξωστάτη», όχι στην ίδια κάθετη γραμμή με τους άλλους δυο, παρά με αισθητή απόκλιση προς τα έξω (πρόβολος), δίνοντας πρόσθετη δύναμη μοχλού στα κουπιά του πάγκου αυτού.
Η τοποθέτηση των κωπηλατών κατ’ αυτόν τον τρόπο αύξησε τον συνολικό αριθμό τους, επαυξάνοντας κατά συνέπεια την προωστήρια δύναμη του σκάφους χωρίς να αυξηθεί αισθητό το μήκος του, το οποίο έφθασε τα 35 μ. περίπου με πλάτος 5,20 μ. Έτσι, η τριήρης ήταν γρήγορη, εξαιρετικό γρήγορη, για δυο λόγους:
επειδή το μακρύ και στενό σκαρί της παρουσίαζε την μικρότερη δυνατή αντίσταση στα κύματα. και επειδή η ελαφρά της κατασκευή (70 τ. περίπου) και ο αριθμός των κωπηλατών της δημιουργούσε βύθισμα μόλις στο 60% τής αντίστοιχης τιμής μίας σύγχρονης αγωνιστικής οκτακώπου.
trireme2322a49dv2.jpg
Η τριήρης διέθετε 170 κουπιά εν συνόλω, με έναν κωπηλάτη σε κάθε κουπί, τα οποία ήσαν κατανεμημένα ως εξής: στην κάθε πλευρό 31 κουπιό εχείριζαν (= κινουσαν) οι «θρανίτες ερέτες» (= κωπηλάτες), 27 οι «ζυγίτες», και άλλα 27 οι «θαλαμίτες».
Για την πηδαλιούχηση, ήσαν τοποθετημένα στην πρύμνη, ένα σε έκαστη πλευρό της, δυο πλατιά κουπιά που τα χειριζόταν ο πηδαλιούχος.
Για την ιστιοπλοΐα, το πλοίο είχε έναν κύριον ιστό με μεγάλο τετράγωνο πανί, τον «μέγα», και άλλον έναν, αισθητό μικρότερον, κοντά στην πλώρη, τον «ακάτιο». Τα Πανιά αυτό αφαιρούντο κατά την διάρκεια των ναυμαχιών.
Η ξυλεία για την κατασκευή της τριήρους προερχόταν από υψηλής ποιότητας πεύκο και έλατο, τα οποία φύονταν κυρίως στις περιοχές του Αχελώου, γι’ αυτό και η ευρύτερη περιοχή είχε αποικηθεί εντατικά απ’ τους Κορινθίους.
Σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές, οι τριήρεις εβάφοντο κόκκινες. Μερικές όμως εβάφοντο κυανές (= βαθυγάλανες) στην πλώρη αποκαλούμενες «κυανόπρωρες». Το χαρακτηριστικό για τα αρχαία ελληνικό πλοία μάτι, που ζωντάνευε το πλοίο, είχε μαύρο περίγραμμα και λευκό εσωτερικά και σχεδόν πάντα ήταν μαρμάρινο.
Κάθε πόλη είχε τον δικό της πρυμναίο διάκοσμο.
Τα πανιά είχαν λευκό χρώμα, αρκετές φορές όμως βάφονταν φαιά (= γκρίζα).
Οι τριήρεις θεωρούνταν θηλυκού γένους, ήσαν για τους αρχαίους Κορίνθιους, αλλά και όλους τους άλλους Έλληνες ζωντανές και ιερές, όπως οι Πηγές, τα Βουνά, τα Άλση, και τους έδιναν συνήθως ονόματα Θεών, όπως Αφροδίτη, Άρτεμη, ή Νηριήδων, όπως Θέτις, Αμφιτρίτη.
Το όνομα κάθε πλοίου απεικονιζόταν σε πλάκα καρφωμένη στην πλώρη, ώστε να είναι εύκολα αναγνωρίσιμο στη μάχη και κατανοητό από το πλήρωμα που το είχε ως σύμβολο.
Το βασικό όπλο της τριηρους ήταν το κατασκευασμένο από ορείχαλκο (= μπρούντζος) η σιδηρό έμβολο τριών συνήθως αιχμών, τοποθετημένο στο επίπεδο της ισάλου γραμμής στην πρύμνη. Σχηματιζόταν από την προέκταση των δοκαριών του σκελετού ώστε να είναι ενσωματωμένο στην δομή του σκάφους. Με το σύστημα αυτό αυξανόταν η ισχύς του εμβολισμού και διαχεόταν η δύναμη της πρόσκρουσης αφ’ ενός. Αφ’ ετέρου εξαλειφόταν πρακτικά ο κίνδυνος αποκόλλησης του μετά η κατά τον εμβολισμό των εχθρικών πλοίων, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε βύθιση και την ίδια την επιτιθεμένη τριήρη.
Για να εξαλειφθεί και ο κίνδυνος βαθειάς εισχώρησης του εμβόλου στο εχθρικό πλοίο τόσο ώστε να μην μπορεί να αποκολληθεί με ανάστροφη κωπηλασία, τοποθετήθηκε στο σημείο της στείρας (= κοράκι της πλώρης) όπου έσμιγαν οι επωτίδες (= οριζόντια σανίδια στις πλευρές της τριηρους, τα οποία καταλήγουν στη στείρα και τα οποία δέχονται την τρομακτική πίεση απ’ την σύγκρουση η οποία λαμβάνει χωρά κατά τον εμβολισμό) το προεμβόλιον.
Με το έμβολο σαν κύριο όπλο, ο σχηματισμός μάχης είχε κυρτή η κoίλη γραμμή προ τον εχθρό, όπου οι τριήρεις παρετάσσοντο κατά μέτωπον.
Εκτός του εμβόλου, ο οπλισμός της τριηρους περιελάμβανε εκηβόλα όπλα (τόξα, δόρατα, ακόντια, σφενδόνες) τα οποία χειρίζονταν οι ψιλοί και οι επιβάτες, ενώ κατά τον Δ’ π.Χ. αιώνα προστίθενται οι δελφίνες (= αιχμηρά και βαριά μεταλλικά κομμάτια, τα οποία κρεμούσαν από τις κεραίες κι εξαπέλυαν στο κατάστρωμα των εχθρικών, το οποίο και διατρυπούσαν, φτάνοντας έως το κύτος) και ο καταπέλτης.
Η τριηρης, σε κανονικό ταξίδι χωρίς στάση και χρησιμοποίηση πανιού, μπορούσε ν’ αναπτύξει μέση ταχύτητα 8 περίπου κόμβων, καθιστάμενη δύο φορές ταχύτερη από την μεταγενέστερη ρωμαϊκή γαλέρα. Η ταχύτητα αυτή επιτυγχανόταν με την συντονισμένη κωπηλασία των ερετών, οι οποίοι εχείριζαν βάσει των εξής παραγγελμάτων του Κελευστή:
Η ανώτατη ταχύτητα τής τριήρους αναπτυσσόταν κατά τούς ελιγμούς στη ναυμαχία και ιδιαίτερα όταν το σκάφος εφορμούσε για εμβολισμό, οπότε έφτανε τούς 12 κόμβους (περίπoυ 20 χλμ την ώρα).
Ο τρόπος ναυπηγήσεως τής τριήρους της επέτρεπε Κάθε είδους ελιγμό: να κινηθεί προς τα εμπρός και προς τα πίσω, να σταματήσει, να στραφεί αριστερά – δεξιά, να εκτελέσει στροφές εξαιρετικά μικρής ακτίνας, σχεδόν-επιτόπιες. Παράλληλα, χάρη στο μικρό της βύθισμα, η τριηρης εκινείτο με άνεση και χάρη στα αβαθή νερά, προσέγγιζε χωρίς δυσκολία ακτές κάθε μορφολογίας, έβγαινε δίχως ιδιαίτερο κόπο στη στεριά, και πραγματοποιούσε πολύ εύκολα ελιγμούς σε στενές θάλασσες.
Η κορυφαία στιγμή για την τριήρη ήταν η ναυμαχία τής Σαλαμίνας την 22α (κατ’ άλλους 28η η 29η) Σεπτεμβρίου τού 480 π.χ., οπότε 370 περίπου ελληνικές τριήρεις κατατρόπωσαν τον τεράστιο περσοφοινικικό στόλο και έδιωξαν οριστικά απ’ την Ελλάδα τους Πέρσες.
Αρχαιολόγος Κος Παρασκευάς Νταβαρίνος.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Θεσσαλία: Υστερη αρχαιότητα και μεσαίωνας
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Η Θεσσαλία υπό το ηπειρωτικό δεσποτάτο
Η λατινική εξουσία δεν κατόρθωσε να εδραιωθεί στη Θεσσαλία κυρίως λόγω των αντιδράσεων των Ελλήνων κατοίκων της. Έτσι ο Μιχαήλ Α’ Δούκας της Ηπείρου επιχείρησε, με επιτυχία, να εκμεταλλευθεί την κατάσταση. Το ηπειρωτικό κράτος περιελάμβανε αρχικά τη λε γόμενη Παλαιά Ήπειρο και τη Δυτική Θεσσαλία, έχοντας πρωτεύουσα την Άρτα. Το καλοκαίρι του 1210 ο Μιχαήλ εισέβαλε στη Θεσσαλία, αιχμαλώτισε και σταύρωσε (!) τον Λατίνο κυρίαρχο του Δομοκού, Αμμαδαίο Μπούφα, και μέσα σε δύο χρόνια απελευθέρωσε τις κυριότερες θεσσαλικές πόλεις (Λάρισα,Βελεστίνο, Δημητριάδα). Από τη χρονιά σταθμό, 1210,υπό την ηγεσία του Μιχαήλ Δούκα, έως το 1224, με το διάδοχό του Θεόδωρο Δούκα, το κράτος της Ηπείρου επεκτεινόταν συνεχώς, αποκτώντας, με τη δύναμη των όπλων του, εδάφη από τους Βουλγάρους (Αχρίδα,Πρίλεπ, Αξιός, Στρώμνιτσα, Σκόπια) και από τους Λατίνους (Ν. Πάτρες, Λαμία, Λάρισα, Γρεβενά, Καστοριά,Πλαταμώνας, Σέρρες). Στο αποκορύφωμα αυτής της
εξάπλωσης, το 1224, καταλήφθηκε και η Θεσσαλονίκη.
Την επόμενη χρονιά οι Φράγκοι έκαναν μια προσπάθεια να ανακτήσουν τα θεσσαλικά εδάφη αλλά, όταν το εκστρατευτικό τους σώμα αποβιβάστηκε στον Αλμυρό(σημερινό Τσιγκέλι), και πριν καλά, καλά προλάβει να επιχειρήσει κάτι, χτυπήθηκε από φονική δυσεντερία.
Το 1226 ή την επόμενη χρονιά ο Θεόδωρος Δούκας στέφθηκε αυτοκράτορας της Θεσσαλονίκης και άρχισε ένα αγώνα δρόμου με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας για την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας. Όμως τα σχέδιά του ναυάγησαν καθώς στη μάχη της Κλοκότνιτσας
(Μάρτιος του 1230) ηττήθηκε από τον τσάρο του βουλγαρικού κράτους Ιωάννη Β’ Ασάν. Ο ίδιος ο Θεόδωρος συνελήφθη και τυφλώθηκε. Διάδοχός του, και  φυσικά κυρίαρχος και του θεσσαλικού χώρου, ανέλαβε  ο αδελφός του Μανουήλ Δούκας. Από το 1230 παρατηρείται μια άτυπη διάσπαση του κράτους της Θεσσαλονίκης. Το βόρειο τμήμα του με έδρα τη Θεσσα-
λονίκη, εξουσιαζόταν από το Μανουήλ Δούκα και το νοτιοδυτικό από το δεσπότη Μιχαήλ Β’ Δούκα, που ήταν γιος του Μιχαήλ Α’. Οι ιστορικοί δεν απαντούν με βεβαιότητα για το ποιος από τους δυο ηγεμόνες ήλεγχε τη Θεσσαλία, πιθανότερο φαίνεται πως εξαρτιόταν από το κράτος της Θεσσαλονίκης. Στα 1237 ο Ιωάννης Ασάν της Βουλγαρίας νυμφεύτηκε την κόρη του τυφλού, όπως αναφέραμε πιο πριν, Θεοδώρου Δούκα, Ειρήνη, και έτσι ο Θεόδωρος επέστρεψε στη
Θεσσαλονίκη. Όμως, μη έχοντας τη δυνατότητα, λόγω της αναπηρίας του, να διεκδικήσει την εξουσία, όρισε αυτοκράτορα το γιο του Ιωάννη(1). Τότε ο Μανουήλ αναγκάστηκε να αναχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη και να καταφύγει στον αυτοκράτορα της Νίκαιας. Ο Ιωάννης Γ’ Βατάτζης πήρε το μέρος του και του πρόσφερε πέντε επανδρωμένα πλοία για να κατακτήσει αρχικά, τουλάχιστο, τη Θεσσαλία. Πράγματι, το 1239, μ’ αυτά τα πλοία ο Μανουήλ αποβίβασε το στρατό του κάπου κοντά στη Δημητριάδα και κατευθύνθηκε προς την ενδοχώρα. Γρήγορα, με τη συμπαράσταση του Θεσσαλού άρχοντα Κων/νου Κομνηνού Μελισσηνού Δούκα Βρυέννιου, κατέλαβε τα Φάρσαλα και τη Λάρισα και, αφού ήλθε σε συνεννόηση με τα αδέλφια του Κωνσταντίνο και Θεόδωρο, διέλυσε τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Βατάτζη. Κύριος σκοπός του Μανουήλ ήταν η εξασφάλιση της διοίκησης της Θεσσαλίας. Ο αιφνίδιος όμως θάνατός του (1241) ανέτρεψε τα σχέδιά του και η Θεσσαλία έμεινε ακέφαλη. Ο δεσπότης της Ηπείρου
Μιχαήλ Β’ άδραξε την ευκαιρία και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας(2), ενώ κάποιοι Λατίνοι βαρόνοι εξασφάλισαν, για λογαριασμό τους περιοχές γύρω από τον Αλμυρό. Ο άρχοντας όμως της Μαγνησίας Κων/νος Μαλιασηνός, που δεν μπορούσε να ανεχθεί στο ζωτικό του χώρο μια ξένη ηγεμονία-βαρονία, ζήτησε τη βοήθεια του Μιχαήλ Δούκα και ο δεσπότης
διέλυσε το λατινικό κρατίδιο. Το 1256 ο νέος αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ξεκίνησε εκστρατεία κατάληψης της Θεσσαλίας, θέλοντας να δείξει ότι η αυτοκρατορία του δίκαια έπρεπε να θεωρηθεί συνεχιστής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ της Ηπείρου, βλέποντας τη δύναμη του Λάσκαρη, φάνηκε διαλλακτικός και ήρθε σε συμφωνία με τον αντίπαλο του. Έτσι αποφεύχθηκε η εμφύλια αιματοχυσία και η πιθανή ήττα του δεσπότη. Αντάλλαγμα για τη συμφωνία αυτή ήταν η παραχώρηση των κάστρων του Δυρραχίου και των Σερβίων στον ηγεμόνα της Νίκαιας. Μετά τον θάνατο του Λάσκαρη, ο Μιχαήλ της Ηπείρου έκλεισε συμφωνία με το Μανφρέδο της Σικελίας και το Γουλιέλμο Β’ Βιλλεαρδουίνο της Αχαΐας για να αντιμετωπίσουν από κοινού τον νέο πανίσχυρο και ικανότατο αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, που έμελλε να γίνει ο νέος αυτοκράτορας του Βυζαντίου.
Έτσι οι Λατίνοι πέρασαν από το νότο στη Θεσσαλία κι αφού συναντήθηκαν με το στρατό του δεσπότη της Ηπείρου, συνέχισαν την πορεία τους προς τη Δυτική Μακεδονία. Μαζί τους ενώθηκε και στρατός αποτελούμενος κυρίως από Βλάχους της Θεσσαλίας υπό την ηγεσία του νόθου γιου του Μιχαήλ Β’, Ιωάννη. Η καθοριστική μάχη δόθηκε το 1259 στην Καστοριά. Ο βυζαντινός στρατός υπό τη διοίκηση του Ιωάννη Παλαιολόγου, αδελφού του Μιχαήλ Η’, με διάφορα τεχνά-
σματα και με τη βοήθεια του «νόθου» Ιωάννη, που άλλαξε στρατόπεδο (!), έτρεψε το στρατό των αντιπάλων του σε φυγή. Αυτή η νίκη έδειξε τη δύναμη των Παλαιολόγων και αναδείχτηκε προάγγελος ενός μοναδικού κατορθώματος που σύντομα θα πραγματοποιούσε: Την ανάκτηση της Πόλης (1261).
Κι ενώ φαινόταν το ηπειρωτικό Δεσποτάτο αδύναμο να αντιδράσει και η Θεσσαλία είχε περάσει στα χέρια των Παλαιολόγων, μια «παρασπονδία» και πάλι του «νόθου» γιου του Μιχαήλ, Ιωάννη που άλλαξε και πάλι στρατόπεδο, ήρθε να ανατρέψει την κατάσταση. Τότε ο πατέρας του Ιωάννη ανακατέλαβε την πρωτεύουσά του Άρτα και το 1260 το Τρίκορφο της Φωκίδας, συντρίβοντας το βυζαντινό στρατό που είχε επικεφαλής τον σπουδαίο στρατιωτικό Αλέξιο Στρατηγόπουλο. Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης την 25η Ιουλίου 1261 (παλαιό ημερολόγιο) από τους Παλαιολόγους, ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος διατάχτηκε να χτυπήσει το κράτος της Ηπείρου με απώτερο στόχο να επανενωθεί η κατακερματισμένη Αυτοκρατορία.
Όμως η εκστρατεία του απέτυχε παταγωδώς, ενώ συνελήφθη ο ίδιος αιχμάλωτος. Τότε ήρθε η ώρα να αναλάβει ο ίδιος ο αυτοκράτορας και απελευθερωτής της Πόλης Μιχαήλ Η’Παλαιολόγος τα «ηνία» του στρατού του και στο τέλος του 1264 ξεκίνησε μια εκστρατεία προς τη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Το 1265 ο Μιχαήλ Β’ της Ηπείρου ηττήθηκε και υποχώρησε δυτικά της Πίνδου, αναγνωρίζοντας συγχρόνως την αυτοκρατορική εξουσία του μεγάλου του αντιπάλου, υποτασσόμενος σ’ αυτόν. Το 1271 ο δεσπότης της Ηπείρου πέθανε και το κράτος του μοιράστηκε και τυπικά στους δυο γιους του. Λέμε τυπικά επειδή ήδη από το 1268 οι γιοι του είχαν γεωγραφικά μοιρασμένη την εξουσία.
Ο νόμιμος γιος του Νικηφόρος πήρε το δυτικό τμήμα, την Ήπειρο δηλαδή, με διοικητικό κέντρο την Άρτα,ενώ ο Ιωάννης, ο λεγόμενος Σεβαστοκράτωρ(3), που ήταν νόθος γιος του αποθανόντος, πήρε τη Θεσσαλία και χρησιμοποίησε τη μικρή πόλη των Νέων Πατρών (Υπάτη), που ήταν κτισμένη σε σαφώς πιο οχυρή θέση από οποιαδήποτε άλλη θεσσαλική πόλη, όπως για παράδειγμα από τη Λάρισα, ως πρωτεύουσά του.

Στο επόμενο (13ο) άρθρο μας, θα ασχοληθούμε με την αυτόνομη Βυζαντινή Θεσσαλία.
* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δάσκαλος
στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας – συγγραφέας
konstantinosa.oikonomou@gmail.com
www.scribd.com/oikonomoukon
(1) Γεώργιος Ακροπολίτης, 60.1.
(2) Νικηφόρος Γρηγοράς, 􀀀, 98,99.
(3) Τίτλος που δινόταν από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα σε υψηλά ιστάμενους συγγενείς του εξ αγχιστείας.

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014


Θεσσαλία: Υστερη αρχαιότητα και μεσαίωνας
*Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Η Θεσσαλία στις αρχές του 13ου αιώνα

Α' ΛΟΜΒΑΡΔΙΚΗ ΣΤΑΣΗ– ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΤΗ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ: Στα 1207 (4 Σεπτεμβρίου)οι Βούλγαροι, που επανέκαμψαν, δύο αιώνες μετά την κατάλυση του κράτους τους από τον Βουλγαροκτόνο, ισχυροποιημένοι στο ιστορικό προσκήνιο, στη διάρκεια μιας εισβολής τους στη Μακεδονία, σκότωσαν τον Βονιφάτιο, που
όπως αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο μας ήταν κύριος της Θεσσαλίας, και έστειλαν το κεφάλι του ως τρόπαιο στο βασιλιά τους Ιωαννίτση. Ο θάνατος του κυβερνήτη της Θεσσαλίας ήταν η απαρχή μεγάλων αναταραχών. Η εξουσία πέρασε στα χέρια της χήρας του Βονιφάτιου, Μαρίας, η οποία θα κυβερνούσε στο όνομα του ανήλικου γιου της Δημητρίου, υπό την εποπτεία βέβαια του Λατίνου αυτοκράτορα της Κων/λης Ερρίκου Α΄. Μια μεγάλη μερίδα των Λομβαρδών ιπποτών στην Ελλάδα δεν αποδέχτηκαν τη διαδοχή και το 1208 στασίασαν καταλαμβάνοντας περιοχές της Θεσσαλίας και τη Θήβα. Ο αυτοκράτορας δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια και επικεφαλής ισχυρής στρατιωτικής δύναμης εκστράτευσε εναντίον τους, ενώ οι Λομβαρδοί
της Λάρισας συμμαχώντας με τον Αμμαδαίο Μπούφα του Δομοκού προετοιμάστηκαν για σύγκρουση. Στη μάχη που δόθηκε νότια της Λάρισας, νικήτριες αναδείχτηκαν οι δυνάμεις του αυτοκράτορα,ενώ όσοι Λομβαρδοί ξέφυγαν οχυρώθηκαν όπως - όπως στο κάστρο της ολιγαν-
θρώπου τότε Λάρισας. Ο Ερρίκος τους πολιόρκησε ανεπιτυχώς. Η λύση τελικά δόθηκε με συμφωνία μεταξύ του Γουλιέλμου της Λάρισας, που θεωρείτο προστάτης και πιθανός υποκινητής των Λομβαρδών, και του αυτοκράτορα, σύμφωνα με τους όρους της οποίας ο πρώτος δέχτηκε την επικυριαρχία του αυτοκράτορα και ο δεύτερος διατηρούσε τις κτήσεις
του στη Θεσσαλία. Επίσης, μετά τη συμφωνία, οι επτακόσιοι περίπου Λομβαρδοί
υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Λάρισα. Οι διωχθέντες κατευθύνθηκαν μέσω Φαρσάλων στη Νότια Ελλάδα. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας υποδέχτηκαν με τιμές τον Λατίνο αυτοκράτορα γιατί επιθυμούσαν την ειρήνευση. Ο Ερρίκος έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα στον Αλμυρό, που ήταν η μεγαλύτερη πόλη στην Ανατολική Θεσσαλία. Το Μάρτιο του 1209 έγινε μια συνάντηση των Λατίνων φεουδαρχών της περιοχής και του αυτοκράτορα στο κάστρο του Ρεβένικου, ίσως κάπου βόρεια των Φαρσάλων, με την οποία ρυθμίστηκαν αναλυτικά οι μεταξύ τους σχέσεις.Έτσι όλοι οι βαρόνοι και ιππότες παραιτούμενοι από τις φιλοδοξίες τους για ανε-
ξαρτησία των περιοχών που ήλεγχαν,αναγνώρισαν την κυριαρχία του αυτοκράτορα.

ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΤΟΥ 13ου ΑΙ.: 
 Η εκκλησιαστική κυριαρχία της Ρώμης στα θεσσαλικά πράγματα κράτησε περίπου μια δεκαετία. Τα κυριότερα εκκλησιαστικά κέντρα ήταν η Λάρισα και οι Νέες Πάτρες,που ήταν από το 10ο αιώνα το όνομα της αρχαίας Υπάτης. Ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Λάρισας είχε υπό την επίβλεψή του τους επισκόπους της Δημητριάδας, του Αλμυρού, του Γαρδικίου, του Ζητουνίου
(όπως ήταν η μεσαιωνική ονομασία της Λαμίας), του Εζερού και του Δομοκού.
Σύμφωνα με τον σπουδαίο ιστορικό της εξεταζόμενης περιόδου, D.M. Nicol, στη λατινική αρχιεπισκοπή της Λάρισας υπάγονταν ακόμα και οι επισκοπές Φαρσάλων, Σταγών, Θερμοπυλών και Βελεστίνου(1). Ιστορική πηγή για την εποχή αποτελεί η επιστολή του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ την οποία απέστειλε την 19/4/1213 στον Λατίνο αρχιεπίσκοπο της Λάρισας σχετικά με τις προετοιμασίες για τη Σύνοδο του Λατερανού, που θα γινόταν τέσσερα χρόνια αργότερα. Ο πρώτος (αγνώστου ονόματος) Λατίνος επίσκοπος της Λάρισας ήρθε σε σύγκρουση με τον Γουλιέλμο di Larsa κι έτσι ο πάπας του επέτρεψε τη μεταφορά της έδρας του στα Φάρσαλα. (1208)(2). Πάντως ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Λάρισας φαίνεται πως είχε μεγάλη δύναμη, αφού ο πάπας Ονώριος Γ΄ στα 1218 όρισε τον ίδιο μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών ως επικεφαλής της επιτροπής που θα ήλεγχε τις καταγγελίες για κάποια παραπτώματα του αρχιεπισκόπου των Νέων Πατρών. Το 1212, που η μεγαλύτερη έκταση της Θεσσαλίας και πιθανώς και η ίδια η πρωτεύουσά της, ελεγχόταν από τον δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄
Δούκα, ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος κρατούσε ακόμα τον τίτλο του, έστω κι αν η έδρα του ήταν σε άλλη πόλη. Άλλοι Λατίνοι επίσκοποι της εποχής ήταν: στο Γαρδίκι ο Βαρθολομαίος (1210-1217) και στον Δομοκό κάποιος Βαλόν ντε Νταμπιέρ(3). Ορθόδοξοι επίσκοποι την ίδια εποχή ήταν στη μεν Λάρισα ο Καλοσπίτης (1212) στις δε Νέες Πάτρες, μετά την απελευθέρωσή της από το Θεόδωρο Α΄της Ηπείρου, ο Κοστομύρης, στη Δημητριάδα ο Αρσένιος και στον Δομοκό ο Συμεών.

Στο επόμενο άρθρο μας, την επόμενη Κυριακή, θα ασχοληθούμε με τη Θεσσαλία υπό το Δεσποτάτο της Ηπείρου.
* Ο Κωνστανίνος Αθ. Οικονόμου
είναι δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας– συγγραφέας

(1) D. M. Nicol, Το δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1991, σελίδα 329-346.
(2) Χρήστος Ντάμπλιας, Η Ιστορία της Θεσσαλίας τον 13ο αιώνα μ.Χ., Ηρόδοτος, 2002,, σελίδες 38,39.
(3) Χρήστος Ντάμπλιας, ό.π., σελίδες 38-42.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Η Ευρωπαϊκή εκστρατεία του Μεγ. Αλεξάνδρου

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Ιανουαρίου 29, 2014

Αφού διασφάλισε τη θέση του στο μακεδονικό θρόνο και την Ηγεμονία της Ελλάδος, ο Αλέξανδρος έπρεπε να αντιμετωπίσει τον τρίτο σε σοβαρότητα κίνδυνο, τους βαρβάρους των Βαλκανίων. Έπρεπε να διεξαγάγει προληπτικό πόλεμο εναντίον τους, διότι ήταν απόλυτα βέβαιο ότι δεν είχε τη νομιμοφροσύνη όλων των Μακεδόνων ευγενών, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τους Ιλλυριούς, τους Παίονες και τους Θράκες, προκειμένου να υλοποιήσουν τις επιδιώξεις τους. Άλλωστε και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, όταν συγκρούσθηκε με τον πατέρα του, κατέφυγε στους Ιλλυριούς και όχι στους Μολοσσούς, τους συγγενείς της μητέρας του.
Οι Ιλλυριοί, πριν από 25 χρόνια είχαν αποσπάσει από τους Μακεδόνες αρκετά από τα εδάφη, που αρχικά ανήκαν στους Παίονες
και θα τους είχαν περιορίσει στα εδάφη γύρω από τη Μακεδονία, αν δεν προλάβαινε να ανέβει στον θρόνο ο Φίλιππος. Η αναταραχή, που προκάλεσε στη Μακεδονία η δολοφονία του Φιλίππου και οι εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων εταίρων, δημιούργησαν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους βόρειους γείτονες των Μακεδόνων να επιδιώξουν αναθεώρηση των συνόρων. Από τις αρχαίες πηγές δεν προκύπτει κάποια συμμαχία μεταξύ Ιλλυριών, Παιόνων και Θρακών εναντίον των Μακεδόνων, όμως μία τέτοια συμμαχία δεν ήταν αναγκαία. Αρκούσε η γενική πεποίθηση ότι οι Μακεδόνες έχασαν τον ισχυρό τους ηγέτη και ότι ξεκινούσε μία περίοδος εσωτερικής αναστάτωσης, για να σπεύσουν οι βόρειοι γείτονες να τους αποσπάσουν τα στρατηγικής σημασίας εδάφη.
Με βάση τις διατάξεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων η εξωτερική ασφάλεια της Μακεδονίας “τύποις” ήταν ζήτημα ασφαλείας όλων των Ελλήνων. Τα στρατεύματα του Κοινού Συνεδρίου, που είχαν ήδη συγκεντρωθεί στη Μακεδονία για την εισβολή στην Ασία, αριθμούσαν περίπου 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. Ως στρατηγός αυτοκράτωρ την άνοιξη του 335 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε επικεφαλής αυτών των στρατευμάτων από την Αμφίπολη και προχωρώντας ανατολικά από την πόλη των Φιλίππων και το όρος Όρβηλος (βόρειο όριο της Μακεδονίας προς τη Θράκη), εισέβαλε στη χώρα των αυτόνομων Θρακών. Πέρασε τον ποταμό Νέστο, κατευθύνθηκε βόρεια μέσα από το βασίλειο των Οδρυσών και σε 10 ημέρες έφτασε στον Αίμο (Μπαλκάν). Σ’ αυτήν την οροσειρά συνέβη ένα περιστατικό, που τονίζει την πειθαρχία, την αποτελεσματικότητα και την εν γένει διαφορά ενός τακτικού στρατεύματος από ένα απλό σύνολο πολεμιστών. Σε κάποιο σημείο πολλοί Οδρύσες είχαν καταλάβει τη μοναδική ορεινή διάβαση και σκόπευαν να ρίξουν τις άμαξές τους εναντίον της φάλαγγας, που πλησίαζε. Όσοι φαλαγγίτες βρίσκονταν σε ομαλό έδαφος αραίωσαν τις γραμμές τους και οι άμαξες πέρασαν ανάμεσά τους. Όσοι βρίσκονταν σε τραχύ έδαφος και δεν μπορούσαν να ελιχθούν, έπεσαν κατά γης, ένωσαν τις ασπίδες τους και οι άμαξες πέρασαν από πάνω τους χωρίς να σκοτωθεί κανείς. Ο Αλέξανδρος υπό την κάλυψη των τοξοτών και επικεφαλής του αγήματος, των υπασπιστών και των Αγριάνων απέκρουσε την πρώτη επίθεση και μόλις πλησίασε η φάλαγγα, οι άσχημα οπλισμένοι και ψιλοί Θράκες, τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 1.500 νεκρούς, τα γυναικόπαιδα και (κυρίως) τα εφόδιά τους. Οι Οδρύσες δεν προέβαλαν άλλη αντίσταση. Τον προηγούμενο αιώνα ήταν πανίσχυροι και κρατούσαν σε καθεστώς φόρου υποτέλειας όλους τους γείτονές τους, αλλά ο Φίλιππος είχε συρρικνώσει την ισχύ τους, ενώ η χώρα τους δεν έφτανε πια ως τις εκβολές του Ίστρου (Δούναβη).
Προελαύνοντας βορείως του Αίμου, ο Αλέξανδρος διέσχισε τη χώρα των Τριβαλλών και έφτασε στον ποταμό Λύγινο, σε απόσταση τριών σταθμών (ένας σταθμός ισούται με 27,5 χλμ) από τον Ίστρο. Οι Τριβαλλοί μαζί με άλλους γειτονικούς Θράκες μετέφεραν για ασφάλεια τα γυναικόπαιδα σε ένα νησάκι του Ίστρου, την Πεύκη, και κινήθηκαν προς τον Λύγινο σκοπεύοντας να χτυπήσουν τον Αλέξανδρο εκ των όπισθεν. Ο Αλέξανδρος το πληροφορήθηκε και αντί να αιφνιδιασθεί, τους αιφνιδίασε την ώρα που στρατοπέδευαν. Οι Τριβαλλοί υποχώρησαν σε δασωμένη χαράδρα κοντά στον ποταμό και ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον τους τα τμήματα των τοξοτών και των σφενδονητών. Οι Τριβαλλοί μόλις χτυπήθηκαν από τα τοξεύματα, βγήκαν από το δασωμένο μέρος της χαράδρας κι επιτέθηκαν στους ψιλούς θεωρώντας τους εύκολη λεία. Τότε ο Αλέξανδρος διέταξε τους Φιλώτα, Ηρακλείδη και Σώπολη να επιτεθούν με τους ιππείς της Άνω Μακεδονίας, της Βοττιαίας και της Αμφίπολης αντίστοιχα. Οι Τριβαλλοί δεν άντεξαν την πίεση και τράπηκαν σε φυγή, καταδιωκόμενοι από τους Μακεδόνες ως το σούρουπο. Σύμφωνα με τον Πτολεμαίο οι νεκροί των Μακεδόνων 11 ιππείς και 40 πεζοί και των Τριβαλλών ήταν συνολικά 3.000, αλλά δεν συνελήφθησαν πολλοί αιχμάλωτοι, διότι τα δάση της περιοχής προσέφεραν καταφύγιο στους καταδιωκόμενους.
Τρεις μέρες αργότερα ο Αλέξανδρος έφθασε στον Ίστρο, στο δέλτα του οποίου τον περίμεναν μερικά πολεμικά πλοία από το Βυζάντιο. Δεν επαρκούσαν όμως, για να κάνει απόβαση στην Πεύκη, και αποφάσισε να περάσει στη βόρεια όχθη του Ίστρου, όπου είχαν συγκεντρωθεί περί τις 4.000 ιππείς και πάνω από 10.000 πεζοί Γέτες. Για τη διάβαση του Ίστρου χρησιμοποίησε τα πλοία, τα μονόξυλα των Θρακών και για πρώτη φορά την τεχνική των ασκοσχεδιών, την οποία αργότερα θα χρησιμοποιούσε συχνότατα για την διάβαση των ποταμών της Ασίας. Πέρασε στην απέναντι όχθη 1.500 ιππείς και 4.000 πεζούς και επιτέθηκε στους Γέτες, που σάστισαν από την ευκολία του εγχειρήματος, αλλά και από την ορμή του ιππικού και την πυκνότητα της φάλαγγας των πεζών. Με την πρώτη έφοδο του μακεδονικού ιππικού υποχώρησαν στην πλησιέστερη πόλη τους σε απόσταση 1 παρασάγγη (περίπου 5,5 χμ). Όταν είδαν τη στρατιά να κινείται με προσοχή εναντίον τους, εγκατέλειψαν την πόλη και με τα γυναικόπαιδα σκόρπισαν στις ερημιές. Ο Αλέξανδρος κατέσκαψε την άσχημα οχυρωμένη πόλη, πήρε όσα λάφυρα βρήκε και στις όχθες του Ίστρου έκανε ευχαριστήριες θυσίες στο Δία Σωτήρα, στον Ηρακλή και στον Ίστρο.
Δεν ήταν μόνο η προσωπική φιλοδοξία, που τον έκανε να περάσει τον Ίστρο, το μεγαλύτερο ποτάμι της Ευρώπης, ήταν πάνω απ’ όλα μία ψυχολογική επιχείρηση εναντίον των πιο μακρινών λαών, η οποία αποδείχθηκε αποτελεσματική. Η ισχυρή και νικηφόρα στρατιά του δημιούργησε τον φόβο ότι στόχος του ήταν η Ευρώπη. Αυτός ο φόβος οδήγησε στο στρατόπεδο του Αλεξάνδρου πρεσβείες από τους Τριβαλλούς, τα αυτόνομα έθνη του Ίστρου και τους Κέλτες του Ιονίου, για να συνάψουν συνθήκες ειρήνης. Ο Αρριανός καταγράφει σ’ αυτό το σημείο το εξής πολύ ενδιαφέρον: οι Κέλτες ήταν ο πιο απομακρυσμένος λαός, που έστειλε πρέσβεις και ο Αλέξανδρος τους ρώτησε ποιόν θνητό φοβούνται περισσότερο ελπίζοντας να ακούσει το δικό του όνομα. Προς κατάπληξή του οι Κέλτες του έδωσαν την απάντηση, που καταγράφουν πολλές φορές στα έργα τους οι κωμικοί μυθιστοριογράφοι (συγγραφείς του Αστερίξ) Uderzo και Gosciny ότι το μόνο που φοβόντουσαν ήταν μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι τους!
Ο Ίστρος ήταν πλέον η βορειότερη οριογραμμή της κυριαρχίας του Αλεξάνδρου, ο οποίος τράφηκε πάλι προς νότο και μπήκε στις χώρες των Αγριάνων και των άλλων Παιόνων. Εκεί έμαθε ότι ο υποτελής Ιλλυριός βασιλιάς Κλείτος, που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του τον Βάρδυλι, συμμάχησε με το Γλαυκία, το βασιλιά των Ταυλαντίων, και επαναστάτησε. Οι σύμμαχοι του Αλεξάνδρου Αγριάνες τον ενημέρωσαν ότι οι Αυταριάτες είχαν ξεσηκωθεί, αλλά δεν χρειαζόταν να ανησυχεί καθόλου, διότι δεν ήταν καθόλου αξιόμαχοι και θα τους αντιμετώπιζαν οι ίδιοι για λογαριασμό του. Ο Αλέξανδρος ευχαρίστησε τον βασιλιά των Αγριάνων Λάγγαρο για την πίστη του και υποσχέθηκε ότι θα του έδινε ως σύζυγο μία ετεροθαλή αδελφή του, την Κύνα, αλλά ο Λάγγαρος πέθανε πριν γίνει ο γάμος.
Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος κινήθηκε κατά μήκος του ποταμού Ερίγωνα (Τσέρνα) εναντίον του Πελλίου, της καλύτερα οχυρωμένης πόλης της περιοχής, στο οποίο είχε οχυρωθεί ο Κλείτος του Βάρδυλι. Ο Κλείτος περίμενε ενισχύσεις από τον Γλαυκία και σκέφτηκε να μην παραμείνει αδρανής, μέχρι τότε. Θυσίασε τρία αγόρια, τρία κορίτσια, τρία μαύρα κριάρια και επιτέθηκε στους Μακεδόνες, αλλά τελικά υποχρεώθηκε να κλειστεί στα τείχη. Ο Αλέξανδρος είχε στρατοπεδεύσει στον ποταμό Εορδαϊκό (Ντεβόλλ) και σκόπευε να κατασκευάσει άλλο τείχος γύρω από το Πέλλιο, για να αποκλείσει τους Ιλλυριούς μέσα στην πόλη, αλλά την επομένη πρόλαβε κι έφτασε ο Γλαυκίας με ισχυρές δυνάμεις. Ο Αλέξανδρος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα σχέδια της πολιορκίας και άφησε επί τόπου ένα τμήμα της στρατιάς, για να κρατά τον Κλείτο εγκλωβισμένο στο Πέλλιο. Με την υπόλοιπη στρατιά, τα σκευοφόρα και τις πολεμικές μηχανές κινήθηκε εναντίον των Ταυλαντίων μέσα από τα πυκνά δάση, τα δύσβατα εδάφη και τα στενά περάσματα της σημερινής Βορείου Ηπείρου.
Η προέλαση της στρατιάς μέσα από τις στενωπούς και τις άλλες παγίδες ήταν δύσκολη, επικίνδυνη και στα εδάφη εκείνα ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε τις μεγαλύτερες δυσκολίες όλης της εκστρατείας. Επιπλέον αντιμετώπισε σοβαρότατο πρόβλημα επισιτισμού και ο Φιλώτας χρειάσθηκε να αποσπασθεί από τη στρατιά, για να αναζητήσει τρόφιμα. Κάποια στιγμή μάλιστα διακόπηκε η επικοινωνία ανάμεσα στο Φιλώτα και τον Αλέξανδρο και ο καθένας τους νόμισε ότι ο άλλος είχε έρθει σε δυσχερή θέση από τους Ιλλυριούς, με τους οποίους αψιμαχούσαν συνεχώς. Το έδαφος ήταν τόσο δύσβατο και οι ανταρτικού τύπου επιθέσεις των Ιλλυριών τόσο ενοχλητικές, ώστε σε μία φάση ο Αλέξανδρος διέταξε τους σωματοφύλακες και μερικούς από «τους περί αυτόν» εταίρους (της βασιλικής ίλης) να καταλάβουν ένα ύψωμα και, αν η αντίσταση των εχθρών ήταν σημαντική, οι μισοί απ’ αυτούς να ξεπεζέψουν, να αναμιχθούν με τους έφιππους και να πολεμήσουν σαν οπλίτες. Αυτό είναι ένα από τα τρία περιστατικά, που καταγράφει ο Αρριανός και τα οποία έδωσαν στον Κούρτιο το έναυσμα για να … κατατάξει στο στρατό του Αλεξάνδρου τους διμάχους.
Όταν πέρασαν τρεις ημέρες χωρίς αψιμαχίες και χωρίς καμία επαφή με τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου, ο Γλαυκίας πίστεψε ότι η εισβολή είχε τελειώσει. Αποδεικνύοντας την κατωτερότητα των δυνάμεών του έναντι τακτικού στρατεύματος, στρατοπέδευσε χωρίς φυλακές έγκαιρης προειδοποίησης και χωρίς τάφρο ή χάρακα γύρω από το στρατόπεδο. Ο Αλέξανδρος εντόπισε το στρατόπεδο και με μία νυχτερινή επιδρομή τους κατέλαβε εξαπίνης, τους προξένησε βαρείες απώλειες, συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, ενώ όσοι γλύτωσαν κατέφυγαν πανικόβλητοι στα βουνά της πατρίδας τους σκορπίζοντας πίσω τους τον οπλισμό τους. Μετά την παραδειγματική συντριβή του ισχυρότερου ιλλυρικού έθνους ο Κλείτος του Βάρδυλι δεν είχε διέξοδο. Πυρπόλησε το Πέλλιο με προφανή σκοπό να καταστρέψει τα αποθηκευμένα τρόφιμα, για να μην τα πάρει ο Αλέξανδρος, και με τις δυνάμεις του ζήτησε καταφύγιο στη χώρα των Ταυλαντίων.
Βιβλιογραφία
Αρριανός Α.3-6,Διόδωρος 17.9.3,Στράβων Ζ.36