Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Το παλαιό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας


Το παλαιό κτίριο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Κεντρική πλατεία. Δεκαετία 1910-1920.Το παλαιό κτίριο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Κεντρική πλατεία. Δεκαετία 1910-1920.
Ένα από τα ομορφότερα κτίρια που υπήρχαν στην προπολεμική Λάρισα ήταν και το Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας.
Ένα πραγματικό στολίδι για την πόλη. Η Εθνική ήταν από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη Τράπεζα, που ίδρυσε υποκατάστημα στη Λάρισα. Η Κεντρική Διοίκησή της στην Αθήνα λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους το 1881 αποφάσισε να ιδρύσει υποκατάστημα στη θεσσαλική πρωτεύουσα. Κτίρια κατάλληλα για να στεγασθούν μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν υπήρχαν στην πόλη μας την εποχή εκείνη. Αρχικά ενοικιάσθηκε η κατοικία του Αχιλλέα Λογιωτάτου[1] για να στεγασθεί. Βρισκόταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο «Άνεσις». Στο ισόγειο της κατοικίας αναπτύχθηκαν τα γραφεία της Τράπεζας, ενώ στον όροφο έμενε η οικογένεια του διευθυντού του υποκαταστήματος. Επειδή το οίκημα Λογιωτάτου δεν παρείχε μεγάλη ασφάλεια για τα ταμεία της Τράπεζας, λέγεται ότι τα βράδια κατέβαζαν τις τεράστιες μπάρες πίσω από την πόρτα του ισογείου, ενώ ένας ένοπλος νυκτοφύλακας μισθωμένος από την Τράπεζα περιπολούσε τον χώρο. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων την άνοιξη του 1898 από την προσωρινή κατοχή της Λάρισας διευθυντής του υποκαταστήματος διορίσθηκε ο Γεώργιος Δεσύπρης[2], ο οποίος έμεινε στη Λάρισα μέχρι το θάνατό του το 1912.Στο οίκημα Λογιωτάτου το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας παρέμεινε μέχρι το 1907.
Όμως από τις αρχές του 20ου αιώνα η Τράπεζα αποφάσισε την κατασκευή ιδιόκτητου υποκαταστήματος στη Λάρισα. Για τον λόγο αυτό αγόρασε από τους δερβίσηδες τον τεκέ του Κουρά Εφέντη[3], ο οποίος βρισκόταν στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), καθώς και τα γύρω κτίσματα τα οποία κατεδάφισε όλα για να ανεγείρει στη θέση αυτή το νέο της κτίριο. Η εφημερίδα ΜΙΚΡΑ της Λάρισας της 23ης Οκτωβρίου 1905 αναφέρει ότι τη μελέτη του έργου κατασκευής του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας εκπόνησε ο Αθηναίος μηχανικός Μπαλάνος, ενώ η ίδια εφημερίδα δύο περίπου χρόνια αργότερα, στις 17 Ιουνίου 1907, γράφει ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 1907 και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων[4]λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν».
Όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία, η λήψη της οποίας προσδιορίζεται στη δεκαετία 1910-1920, ολόκληρο το οικοδόμημα ήταν μια τριώροφη οικοδομή με υπόγειο. Το ισόγειο φιλοξενούσε τα γραφεία και τις διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας, ενώ στον επάνω όροφο βρισκόταν η κατοικία του διευθυντού. Στους χώρους αυτούς έζησε και ο Μ. Καραγάτσης, όταν διευθυντής της Τράπεζας ήταν ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος. Πολλές φορές στα διαμερίσματα αυτά φιλοξενήθηκαν και υψηλά πρόσωπα (μέλη βασιλικής οικογένειας, πολιτικοί, αξιωματούχοι, κλπ). Ο τρίτος όροφος αποτελείτο από επίμηκες υπερώο, με τριγωνική αετωματική πρόσοψη.
Όλη όμως η ομορφιά του κτίσματος επικεντρωνόταν στο νεοκλασικό προστώο του ισογείου το οποίο έβλεπε προς την πλευρά της πλατείας. Δύο ορθογώνιοι κίονες στο κέντρο διαμόρφωναν στην κεντρική είσοδο τοξοστοιχία μέσω της οποίας, με τη βοήθεια μικρής μαρμάρινης σκάλας, εισέρχονταν οι πολίτες στα ενδότερα του κτιρίου. Πάνω απ’ αυτήν υπήρχε ο μακρόστενος εξώστης του πρώτου ορόφου, τον οποίο συγκρατούσαν τέσσερα μαρμάρινα φουρούσια. Στα μαρμάρινα κιγκλιδώματα του εξώστη αυτού υπήρχε η επιγραφή ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τα ανοίγματα του ισογείου (παράθυρα και πόρτες) ενισχύονταν με πυκνές και ισχυρές σιδεριές, ενώ των άλλων ορόφων ήταν ελεύθερα. Ολόκληρο το κτίριο αντανακλούσε αισθητική ομορφιά και κομψότητα, ιδιαίτερα στην πρόσοψη.
Ο σεισμός του 1941 επέφερε στο κτίσμα αρκετές ζημιές, οι σοβαρότερες των οποίων εμφανίσθηκαν στο υπερώο του τρίτου ορόφου, το οποίο τελικά κατεδαφίσθηκε. Από τα χρόνια της κατοχής αντίκριζε κανείς από την πλατεία πάνω στην ταράτσα του κτιρίου της Τράπεζας την σειρήνα η οποία ειδοποιούσε τους Λαρισαίους για τυχόν επικείμενες εχθρικές αεροπορικές επιδρομές και όχι μόνον. Μ’ αυτή τη μορφή λειτούργησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οπότε ή διοίκηση της Τράπεζας προχώρησε την κατεδάφιση ολόκληρου του κτιρίου. Στη θέση του οικοδομήθηκε το σημερινό τσιμεντένιο κτίριο, επενδυμένο με μαρμάρινες πλάκες, ένας τεράστιος κύβος αισθητικά αδιάφορος. Θα ήθελα να σας συστήσω να συγκρίνετε το σημερινό κτίριο της Τράπεζας με το προπολεμικό νεοκλασικό τη φωτογραφίας και να βγάλετε μόνοι τα συμπεράσματά σας…
[1]. Ο Αχιλλεύς Λογιωτάτου (1847-1896) σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών και ήταν εγγονός του λόγιου Ιωάννη Οικονόμου-Λογιωτάτου. Διετέλεσε δήμαρχος Λαρίσης από τον Σεπτέμβριο του 1895 μέχρι τον θάνατό του και το 1888 για ένα μικρό διάστημα βουλευτής.
[2]. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα και συγχρωτίσθηκε στενά με την τοπική κοινωνία σε πολλούς τομείς. Μία από τις κόρες του, η Μαρία Δεσύπρη (Αθήνα 1892-Αθήνα 1976) τελείωσε το 1909 το Αρσάκειο της Λάρισας και το 1923 παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Σβώλο, καθηγητή πανεπιστημίου και πολιτικό. Η ίδια εξελέγη μεταπολεμικά βουλευτής με την ΕΔΑτο 1958 και το 1961. Από τον καιρό που ήταν ακόμη νέα και ζούσε στη Λάρισα, πρωτοστατούσε στο φεμινιστικό κίνημα.
[3]. Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης, Επαρχία Λαρίσης, Θεσσαλικά Χρονικά, έκτακτος έκδοσις επ’ ευκαιρία της πεντηκονταετηρίδος (1881-1931) από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας. Πανηγυρικός τόμος της Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρείας Θεσσαλών, Αθήναι (1935) σ. 282 και Στεργιόπουλος Δημ., Μνημεία Μουσουλμανικής Ιστορίας και Τέχνης στο νομό Λάρισας, εφ. Λαρισαϊκή Ηχώ της 11ης Μαρτίου 1985.
[4]. Στη ΒΔ γωνία επί της Πλατείας Θέμιδος, βρισκόταν το θαυμάσιο νεοκλασικό κτίριο των Δικαστηρίων (Θέμιδος Μέλαθρον), κτίσμα της τουρκοκρατίας (1874), το οποίο αποτεφρώθηκε από πυρκαγιά στις 14 Ιανουαρίου 1905. Κατεδαφίσθηκε τον Οκτώβριο του 1907 και έτσι διαμορφώθηκε ο τεράστιος σημερινός χώρος ο οποίος αποτελεί την μεγάλη Κεντρική Πλατεία της Λάρισας.
Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΘΗΣΕΑ – ΠΕΙΡΙΘΟΥ:
 Για τη γνωριμία του ήρωα της Αττικής Θησέα και του Πειρίθου μας ιστορεί ο Πλούταρχος. Σύμφωνα μ' αυτόν τον ιστορικό, ο βασιλιάς της Λάρισας Πειρίθους, εγγονός του Φλεγύα και γιος του Ιξίωνα, ακούγοντας πολλά για τη γενναιότητα του ήρωα της Αθήνας, αποφάσισε να τον γνω-
ρίσει για να εξακριβώσει αν αληθεύει αυτή η
φήμη. Με ποιον όμως τρόπο; Πήγε κι έκλεψε
απ’ τον κάμπο του Μαραθώνα ένα κοπάδι βόδια του Θησέα, βασιλιά τότε της Αθήνας. Μόλις ειδοποίησαν οι υποτακτικοί του τον Θησέα,αυτός, χωρίς χρονοτριβή, έτρεξε να τον προφτάσει, μα ο Πειρίθους, όταν τον αντιλήφθηκε, δεν προσπάθησε να ξεφύγει αλλά επέστρεψε θαρραλέα για να τον συναντήσει. Όταν το βλέμμα του ενός έπεσε σ’ αυτό του άλλου,τόσο εντυπωσιάστηκαν απ’ την όψη τους και την αποφασιστικότητά τους, ώστε εγκατέλειψαν την πρόθεσή τους να κτυπηθούν. Ο βασιλιάς της Λάρισας έδωσε πρώτος το χέρι του στον Θησέα και υποσχέθηκε αποζημίωση,όμως ο Θησέας δεν δέχτηκε την αποζημίωση,παρά μόνο ζήτησε τη φιλία του. Στο τέλος η γνωριμία τους επισφραγίστηκε απ’ την αμοιβαία υπόσχεση για αιώνια αδελφική φιλία.Στα χρόνια που ακολούθησαν οι δυο καλοί φίλοι πάντα βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στις περιπέτειές τους.
Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ: Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Πειρίθους βοήθησε τον Θησέα στην αρπαγή της Ελένης, της πασίγνωστης ωραίας Ελένης, που ήταν κόρη του Δία και της Λήδας,μέσα από τον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Σπάρτη1. Αυτό οδήγησε σε πόλεμο την Αθήνα
με τους Διόσκουρους αδελφούς της Ελένης,Κάστορα και Πολυδεύκη, με τελικό αποτέλεσμα την ήττα των Αθηναίων, την επιστροφή της μοιραίας γυναίκας στην πατρίδα της και την αιχμαλωσία της Κλυμένης, αδελφής του Πειρίθου, η οποία έγινε προσωπική δούλα της
Ελένης, ως αντίποινο για τη συνέργεια του Θεσσαλού στην αρπαγή.
ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΗΣΕΑΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ: Όταν αργότερα πέθανε η σύζυγος
του Πειρίθου, Ιπποδάμεια, εκείνος τόλμησε να επιχειρήσει την απαγωγή της κόρης της θεάς Δήμητρας, Περσεφόνης, συζύγου ήδη του Πλούτωνα, που ήταν θεός του Κάτω Κόσμου.
Για τον σκοπό αυτό πήγαν μαζί με τον  Θησέα στον Άδη, όπου αρχικά δέχτηκαν την
ευγενική φιλοξενία του Πλούτωνα, που αγνοούσε τον σκοπό τους. Όταν όμως στην πορεία
ο Πλούτων αντιλήφθηκε τον στόχο της επίσκεψής τους, τους πρόσφερε με πονηριά θρόνους για να καθίσουν (τους θρόνους της Λήθης), όπου και κολλήθηκαν χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, ενώ στη συνέχεια τυλίχθηκαν ασφυκτικά από φίδια, τιμωρούμενοι κατ’ αυτόν
τον τρόπο για την «ύβρι» τους. Πολύ αργότερα ο Ηρακλής κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο
και ελευθέρωσε τον Θησέα (που ήταν απλός συνεργός στην προσπάθεια απαγωγής), ενώ,
όταν κατευθύνθηκε να κάνει το ίδιο και για τον Λαρισαίο βασιλιά, η γη άρχισε να τρέμει,
αναγκάζοντας τον Ηρακλή να παραιτηθεί από την προσπάθειά του2. Μετά από αυτή τη δυ-
ναμική εκδήλωση της αποφασιστικότητας των θεών, ο Ηρακλής εγκατέλειψε τον ήρωα Λα-
πίθη δεμένο με αλυσίδες ως κυρίως ένοχο για την προσπάθεια προσβολής και ατίμωσης
του θεού Πλούτωνα.
Αξίζει συμπληρωματικά να αναφερθεί ότι ο Πειρίθους έλαβε μέρος σε πανελλήνιες εκστρατείες όπως: το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, την Αργοναυτική εκστρατεία, τον
Τρωικό πόλεμο καθώς και στην αρπαγή της βασίλισσας των Αμαζόνων Αντιόπης από τον
Θησέα.
1 «ότι Θησεύς, Πειρίθω συνθέμενος Διός θυγατέρας γαμήσαι, εαυτώ μεν εκ Σπάρτης
μετ' εκείνου ήρπασεν Ελένην δωδεκαέτη ούσαν» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 150).
2. Πειρίθω δε μνηστευόμενος τον Περσεφόνης γάμον εις Αίδου κάτεισι και Διόσκουροι
μεν μετά Λακεδαιμονίων και Αρκάδων είλον Αθήνας και απάγουσιν Ελένην και μετά ταύτης
Αίθραν την Πιτθέως αιχμάλωτον􀀀(...) Θησεύς δε μετά Πειρίθου παραγενόμενος εις Άιδου
εξαπατάται, και «ος» ως ξενίων μεταληψομένους πρώτον εν τω της Λήθης είπε καθεσθήναι θρόνω, ω προσφυέντες σπείραις δρακόντων κατείχοντο. Πειρίθους μεν ουν εις αίδιον δεθείς έμεινε, Θησέα δε Ηρακλής αναγαγών έπεμψεν εις Αθήνας.” (Απολλόδωρος,Βιβλιοθήκη,154).
 * Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου
είναι δάσκαλος του 32ου Δημ. Σχ.
- συγγραφέας


Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Αχέροντας ο ποταμός των ψυχών ,της αναγέννησης και της αθανασίας «


Αχέροντας , ο μυθικός ποταμός γιός του Ουρανού και της Γαίας αναφέρεται ως , ο σπουδαιότερος ποταμός της αρχαιότητας μετά τον Ωκεανό.
Πολλές οι αναφορές και οι μύθοι για τον παράξενο και μυστήριο ποταμό που μετέφερε τις ψυχές στον Κάτω κόσμο , στο βασίλειο του Άδη .
Στην αρχαιότητα τα νερά του ήταν μαύρα και πικρά ,λέει ο μύθος και δεν φύτρωνε τίποτα στις όχθες του .
Σήμερα τα νερά του είναι γλυκά και πεντακάθαρα με περισσότερα από 600 είδη βλάστησης στις όχθες του .
Κάποτε δεν μπορούσε κανείς να διασχίσει τις πύλες του Άδη, τις φύλαγε ο Κέρβερος ο φοβερός και τρομερός τερατόμορφος σκύλος με τα τρία κεφάλια και την φιδίσια ουρά.
Σήμερα οι πύλες είναι ανοιχτές , προσβάσιμες σε όλους και Κέρβερος δεν υπάρχει.
Αργότερα στα χρόνια της πρώτης χριστιανικής περιόδου, φτιάχτηκε ένας άλλος μύθος που λέει , ότι στις πηγές ζούσε ένας δράκος , τον σκότωσε όμως ο ‘Αγιος Δονάτος , πολιούχος της περιοχής και τα νερά του Αχέροντα μετατράπηκαν σε γλυκά. Έτσι άλλαξε και το όνομα της κοντινότερης πόλης που λεγόταν Ισορεία κι έγινε Γλυκή. Η δε πηγή και πύλη του Κέρβερου που λεγόταν Ομφαλός , λέγεται πλέον Πηγές Αχέροντα .
Τις διασχίζει όποιος θέλει σχετικά εύκολα , αρκεί να αντέξει τα παγωμένα νερά , που αναβλύζουν βρυχώμενα μέσα απο τα βουνά , δημιουργώντας «αχό» ή βρυχηθμό που σύμφωνα με μια ερμηνεία έχει πάρει το όνομά του ο ποταμός.
Το φαράγγι και οι πηγές έγιναν προσβάσιμες μετά το 1996 , όταν άνοιξε το μονοπάτι απο το χωριό προς τις πηγές. Μέχρι τότε η πρόσβαση στις πηγές ήταν δύσβατη κι επικίνδυνη. Το κρυφό πέρασμα το γνώριζαν μόνο οι Σουλιώτες, κάποιοι κυνηγοί και βοσκοί ή εκπαιδευμένοι ορειβάτες και πεζοπόροι αργότερα.
Οι Σουλιώτες ζούσαν ανάμεσα στα ψηλά βουνά , γνωστά ως βουνά Σουλίου ή Κασσόπεια όρη που βρίσκονται πάνω απο τις πηγές του Αχέροντα και το χωριό Γλυκή . Σ΄ένα κρυφό σημείο ανάμεσα τους , όπου τα βουνά σχεδόν διπλώνουν ,σχηματίζοντας ένα φυσικό τοίχος , βρίσκεται το Σούλι και τα άλλα Σουλιοτοχώρια.
Στο κατέβασμα του απο το Σούλι, ο ποταμός σχηματίζει ένα ελικοειδές φαράγγι που πλαισιώνεται απο πανύψηλα απότομα κι επιβλητικά βράχια . Οι πολλές εναλλαγές και χρωματικές αντιθέσεις με σπάνια και πολύ πλούσια χλωρίδα και πανίδα σχηματίζουν ένα παραδεισένιο τοπίο που σου κόβει την ανάσα. Ανεβαίνοντας απο τις πηγές ή πύλες του
Άδη , αν καταφέρεις και περάσεις τα δύσκολα σημεία , γιατί υπάρχουν κάποια , αυτό που αντικρύζεις μπορείς να το παρομοιάσεις μόνο με παράδεισο .

Ίσως γιαυτό είχε τοποθετηθεί απο τον Άδη εκεί ο Κέρβερος για να φυλάει αυτόν τον πλούτο απο τους παρείσακτους ή τους ασεβείς.
Κάποτε ο Αχέροντας έδωσε νερό στους Τιτάνες ,λέει ο μύθος, ο Δίας θύμωσε και τον καταράστηκε να έχει μαύρα και πικρά νερά .
Στην πιο πρόσφατη ιστορία , ο Αχέροντας έδωσε νερό και προστάτεψε και τους Σουλιώτες . Τιτάνες και κείνοι μιας άλλης εποχής , προστάτεψαν το τόπο τους και την ελευθερία τους , με τίμημα την ίδια τους την ζωή και έμειναν στην ιστορία ως ήρωες.
Κατά μια έννοια νίκησαν τον θάνατο κι έγιναν αθάνατοι. Όπως οι ήρωες των αρχαίων μύθων , ο Οδυσσέας, ο Θησέας, ο Ηρακλής και ο Ορφέας, που ήταν οι μόνοι που κατέβηκαν στον κάτω κόσμο και γύρισαν ζωντανοί, έτσι και οι Σουλιώτες , διέσχιζαν τον Αχέροντα και το βασίλειο του Άδη – Βεζύρη παραμένοντας ζωντανοί .
Ανεβοκατεβαίνοντας μέσα από τα δύσβατα και κρυφά μονοπάτια του Αχέροντα, οι Σουλιώτες μετέφεραν τρόφιμα από τον κάμπο για τις οικογένειές τους και τα ζώα τους και κατάφερναν να επιβιώνουν στα άγονα βουνά σε πείσμα όλων των Αγάδων της εποχής που πάσχιζαν να τους υποτάξουν και δεν τα κατάφερναν επι 250 χρόνια , δίνοντας συνεχώς σκληρές μάχες.
Οι Σουλιώτες και το Σούλι έγιναν γνωστοί για το θάρρος και την ανδρεία τους όσο και για την αυτοθυσία τους. Λίγο πολύ όλοι έχουν ακούσει για το Κούγκι ή το Ζάλογγο αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν την πραγματική ιστορία του Σουλίου .
Το Σούλι και τα 11 χωριά του, ήταν μια ανεξάρτητη κι ελεύθερη Συμπολιτεία που άντεξε 250 χρόνια ελεύθερη επί Τουρκοκρατίας .
Οι Σουλιώτες δεν πολεμούσαν για να ελευθερωθούν αλλά πολεμούσαν για να μην σκλαβωθούν. Είχαν κερδίσει ήδη την ελευθερία τους , όταν αποφάσισαν να ανέβουν και να ζήσουν στα βουνά δημιουργώντας το δικό τους αυτόνομο και αυτοδιοικούμενο κράτος.
Αυτό που έκανε διαφορετικούς αυτούς τους γενναίους πολεμιστές ήταν η δύναμη της ψυχής τους και η μεγάλη τους πίστη στο Θεό. Πίστευαν στην αθανασία των ψυχών κι αυτό ήταν το πιο ισχυρό τους όπλο που τους έκανε ανίκητους.
Οι Σουλιώτες λέγεται ότι ήταν απόγονοι των Σελλών , εξ ου και το όνομα Σούλι , κατά μια ερμηνεία και Σελλοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Ηπείρου που αργότερα ονομάστηκαν Έλληνες . (wikipedeia)
Σύμφωνα μ΄ αυτήν την ερμηνεία , μπορεί να εξηγηθεί και η σημασία του Αχέροντα ως ο μοναδικός δρόμος για τον τότε Κάτω κόσμο. Μιά και οι Σελλοί κατοικούσαν ψηλά στα βουνά της Ηπείρου ( Πάνω Κόσμος) και ο Αχέροντας κατέβαινε απο κει καταλήγοντας στην θάλασσα, ίσως ήταν ο μόνος δρόμος που υπήρχε , συνδέοντας τον Πάνω και Κάτω Κόσμο , τα βουνά με τη θάλασσα. Γι αυτούς μάλλον άλλος κόσμος δεν θα υπήρχε , δεν θα γνώριζαν άλλον , εκτός από τη δική τους περιοχή.
Στο μέσον περίπου του ποταμού , κάποτε υπήρχε και μια λίμνη που σχηματιζόταν απο τον Αχέροντα και τους παραποτάμους του , Κοκκυτό και Περιφλεγέθοντα , η Αχερουσία λίμνη , που έκρυβε το βασίλειο του Άδη στα επίσης μαύρα νερά και έγκατά της .Στο σημείο που συναντιόταν τα τρία ποτάμια ήταν η φοβερή και τρομερή Στύγα , στα νερά της οποίας λέγεται , ότι βούτηξε τον Αχιλλέα η μητέρα του , για να γίνει αθάνατος.
Σήμερα μετά την αποστράγγιση της που έγινε το 1960 έχει μετατραπεί σ ΄έναν καταπράσινο κι εύφορο κάμπο . Το επιβλητικό Νεκρομαντείο που ανασκάφτηκε το 1958 και βρίσκεται ψηλά σ΄ ενα λόφο , ειναι το μόνο που έμεινε για να μας θυμίζει εκείνες τις εποχές , του μύθους ,τους θρύλους , την ιστορία αλλά και της πεποιθήσεις της Αρχαίας Ελλάδας περί ψυχών και θανάτου.
Ήταν το πιο φημισμένο Νεκρομαντείο της αρχαιότητας και ίσως το μοναδικό , όπου κατέφευγαν οι συγγενείς για να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς τους και να πάρουν πληροφορίες για το μέλλον τους μια και πίστευαν ότι οι ψυχές των νεκρών ήταν αθάνατες και είχαν την ικανότητα να βλέπουν το μέλλον μετά το θάνατό τους.
Κάθε νεκρός δε για να διασχίσει το ποτάμι και να οδηγηθεί στον Κάτω κόσμο έπρεπε να πληρώσει τον βαρκάρη Χάροντα με έναν οβολό .
Από τότε είναι γνωστή και η ρήση «ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος» η οποία λέγεται ότι ειπώθηκε από τον Μένιππο , γνωστό φιλόσοφο της εποχής , στον Χάροντα επειδή δεν είχε να πληρώσει .
Το ίδιο επανέλαβαν και οι Σουλιώτες αργότερα στον Σουλτάνο , αρνούμενοι να πληρώνουν τους αβάστακτους φόρους της Οθωμανικής αυτοκρατορίες . Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που τους οδήγησε να ζήσουν στα βουνά και να δημιουργήσουν εκεί τη δική τους αυτόνομη και αυτοδιοικούμενη πολιτεία .
Στην αρχαιότητα λέγεται επίσης , ότι το βάθος του ποταμού ήταν μεγάλο και κάτω από τα πανύψηλα βράχια σχηματιζόταν στοές, λαβύρινθοι και σύραγγες που ήταν αδύνατον να διασχίσει κάποιος χωρίς οδηγό. Αυτόν τον ρόλο έπαιζε ο ψυχοπομπός Ερμής , βοηθούσε τις ψυχές να βρούν τον δρόμο και τους παρέδιδε στον Χάροντα που τους οδηγούσε στο βασίλειο του Άδη όπου εκείνος έκρινε που έπρεπε να πάει η καθεμιά .
Με την πάροδο των αιώνων , ο Αχέροντας κατέβασε χαλίκια και πέτρες απο τα βουνά και το βάθος καλύφτηκε , οι σύραγγες και οι λαβύρινθοι θάφτηκαν και τίποτα δεν θυμίζει πιά τις θλιβερές εκείνες ιστορίες .
Τα νερά είναι ρηχά στο ύψος των πηγών , ανεβαίνοντας το φαράγγι κατά τόπους βαθαίνουν ή δημιουργούν μικρούς καταρράκτες και νερόλακκους καθώς κατεβαίνουν ορμητικά απο τα βουνά.
Κάποτε ήταν ο ποταμός της λύπης και της μεγάλης θλίψης , ο ποταμός του «αχ».
Σήμερα είναι ο ποταμός της χαράς και της αναζωογόνησης μια και τα νερά του περιέχουν πολύ οξυγόνο ,άργιλο και θειάφι και θεωρούνται ιαματικά.
Κάποτε τον Αχέροντα τον διέσχιζε ο Χάροντας ο βαρκάρης .
Σήμερα έχει πολλούς βαρκάρηδες που κάνουν ράφτινγκ, ή ξεναγήσεις και βόλτες αναψυχής.
Α-χέροντας και Χάροντας , λέξεις σχεδόν ομόρριζες, μας υπενθυμίζουν πως για τους Αρχαίους Έλληνες θάνατος και ζωή ήταν όμορες λέξεις, συγγενείς σημασίες. Δεν είναι αντίθετες, όπως επικράτησε αργότερα , αλλά αλληλένδετες έννοιες.
Μια άλλη ερμηνεία της λέξης λέει ότι Αχ – έρων , «ερών» σημαίνει κι αυτός που αγαπά (με περισπωμένη στα αρχαία ελληνικά ), αυτό το «αχ» ως πρώτο συνθετικό μπορεί να σημαίνει και το «αχ» του ερωτευμένου. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε του έρωτα να σε ταξιδεύει στην κόλαση και στον παράδεισο. Ή αλλιώς έρωτας είναι ή άλλη όψη του θανάτου , το πάθος για ζωή , η άλλη όψη του Αχέροντα.
Οι μύθοι μπλέκονται με την ιστορία και τη γλώσσα υφαίνοντας μια πολυδιάστατη πραγματικότητα με πολλές ερμηνείες και σημασίες.
Ανεβοκατεβαίνοντας τον Αχέροντα και τις στενές του πύλες, βιώνεις αυτήν την πολυδιάστατη πραγματικότητα . Έχεις την αίσθηση ότι μια βρίσκεσαι στον Πάνω Κόσμο και τον Παράδεισο , όταν ο ποταμός ειναι ήρεμος , τα καλοκαίρια , αλλά πολύ εύκολα μπορεί να βρεθείς στον Κάτω κόσμο τον χειμώνα που αγριεύει και ξεχειλίζει η οργή του. Πολλοί έχουν πνιγεί κατά καιρούς αγνοώντας τα μηνύματά του.
Όπως ο έρωτας που τη μια σε ανεβάζει στα ύψη και την άλλη σε ρίχνει στα τάρταρα.
Περπατώντας στα στενά του Αχέροντα , στο φαράγγι , βιώνεις αυτήν την αίσθηση, το δέος . Αισθάνεσαι σαν να κινείσαι μεταξύ ζωής και θανάτου.
Στον Αχέροντα με το πέρασμα των αιώνων πάντως η ζωή νίκησε το θάνατο , αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Το βεβαιώνει η μεγάλη ποικιλία ζωής κι ευφορίας της περιοχής που ποτίζεται απο το ποτάμι.
Ο Αχέρων , αχός +ρέων . Ο ποταμός που συμβολίζει τη ροή της ζωής, τη ζωή που γεννιέται ορμητικά κάνοντας θόρυβο, με βουή, αχό , αυτό είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό του και άλλη μια ετυμολογική ερμηνεία του.
Είναι αυτό το πάθος για ζωή που κάνει θόρυβο .Είναι η ζωή που όταν τη ζείς με έρωτα ,όταν της δίνεσαι με πάθος γίνεσαι σαν τους Σουλιώτες, σαν τον Οδυσσέα, τον Θησέα, τον Ηρακλή, τον Αχιλλέα . Υπερβαίνεις τον θάνατο και κερδίζεις την αθανασία της ψυχής σου.
Αυτήν την υπέρβαση διδάσκει ο Αχέροντας , ο ποταμός των ψυχών , των ηρώων και των τιτάνων.
Γιατί πάνω απ΄όλα, απ΄όλες τις ερμηνείες και σημασίες αυτού του μυθικού ποταμού , αυτό που μας δίδαξε μέσα απο τους μύθους και την ιστορία , είναι η αθανασία της ψυχής .
Η ύπαρξή της και μετά τον θάνατο . Αυτή ήταν η βασική διδαχή των μύθων του Αχέροντα και του Νεκρομαντείου .
Η γνώση εκείνων των ανθρώπων που κατοίκησαν για πρώτη φορά τα βουνά της Ηπείρου, των Σελλών , των πρώτων Ιερέων του Αρχαίου Μαντείου της Δωδώνης , όπως αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα.
Κάποτε ήταν ο ποταμός των νεκρών .
Σήμερα είναι ο ποταμός των ζωντανών .
Κάποτε ήταν ο ποταμός του θανάτου .
Σήμερα είναι ο ποταμός της αναγέννησης , ο ποταμός της αθανασίας.


Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.
Λένε, λοιπόν, πως κάποτε έγινε ένας αγώνας ανάμεσα στον Όμηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους Έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος.
Η επιτροπή κρίσης, εκεί κάπου στην Αυλίδα ή στις Θήβες, κάθισε με σεβασμό τους δύο σοφούς στο θρονί τους, και άρχισε να τους ερωτά. Ήθελαν να μετρήσουν, ποιος θα δώσει τις πιο φρόνιμες αποκρίσεις στα ζητήματα.
Ρωτήσανε τον Ησίοδο, και αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Οι θέσεις που έλαβε, φανέρωναν τον άνθρωπο με την πλούσια πείρα που έζησε στον κόσμο ζωντανός. Που έκαμε, και έπαθε, και έμαθε.
Ρωτήσανε και τον Όμηρο. Ο γλυκός αοιδός με τη λευκή κεφαλή και τα άδεια μάτια, που κάποια ερμηνεία θέλει να επιμένει πως έχασε το φως του γιατί δεν άντεξε το πολύ κακό που αντίκρυσε στον κόσμο, τους άκουσε μειλίχια.
Πες μας, λοιπόν, αστέρι στις θάλασσες και ήλιε στα βουνά, του είπανε. Πες μας, ποιο το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. Άριστο σε όλους και σε όλες, αποκρίθηκε ο Όμηρος, είναι ο άνθρωπος ποτέ να μη γεννιέται!.
Η επιτροπή έμεινε καγκελόξυλο. Ένας πονηρός όμως ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, σκόρπισε την ταραχή που γέννησε η σπαθιά του Ομήρου με μια δεύτερη ερώτηση.
Κανένας, του λέει, δε μας ζήτησε γνώμη, αν θέλουμε να μας γεννήσει ή όχι. Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άνθρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. Τό πάντων αιρετώτατον. Εκείνο που να μπορούμε δηλαδή να το διαλέγουμε κιόλας.
Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό, είπε ο Όμηρος, είναι όταν γεννηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει.
Αυτή η απόκριση κρύβει τη βία της ανάγκης και την αλυπησιά του χάρου. Και κάνει τον Όμηρο να γίνεται ο πρώτος τιμητής του θεού, όπως ο Κάϊν είναι ο πρώτος φονιάς του ανθρώπου.
Όσο και να εξερευνά κανείς στη χώρα του θρήνου, δε θα βρει πικρότερη θέση. Όπως δεν πρόκειται να βρε γυναίκα πιο ωραία από την ωραία Ελένη, που και κείνη την έπλασε ο Όμηρος.
Ωστόσο εμείς μπορούμε να γνωρίζουμε πως πίσω από τον Όμηρο δε μιλάει ο Όμηρος , αλλά το συλλογικό πνεύμα της Ελλάδας.
Τα λόγια του είναι η δημοτική απήχηση του πνεύματος ενός λαού απάνου σε ένα ερώτημα που αγωνίζεται να κλείσει όλα του ανθρώπου τα υπάρχοντα. Είναι μια απόκριση ίδια με τη λύση που προσπαθεί να δώσει σήμερα η θεωρία του ενιαίου πεδίου,, όπου μέσα σ’ ένα τύπο οι φυσικοί αγωνίζονται να κλείσουν όλους τους νόμους της φύσης.
Άλλωστε το ξέρουμε, διακοσίους χρόνους τώρα κοντά, πως ο Όμηρος δεν υπήρξε. Το αθάνατο όνομά του είναι το δημοτικό τραγούδι των παλαιών Ελλήνων.
Στα ίδια πατήματα βρίσκεται και η ιστορία που σώθηκε στα Αποσπάσματα του Αριστοτέλη, και σ’ ένα κείμενο του Πλούταρχου. Είναι μάλιστα σημαδιακό, που η ιδέα αρχίζει με τον Όμηρο, την εκκίνηση, περνάει από τον Αριστοτέλη, το τέρμα της κλασσικής Ελλάδας, και τελειώνει στον Πλούταρχο, την κατακλείδα του ελληνικού κόσμου.
Και να μη λησμονούμε ότι ο Πλούταρχος είναι μια επιβλητική μορφή στην Ελλάδα. Ρουσσώ, Γκαίτε, και Ναπολέων τον είχαν ολοζωής στο μαξιλάρι τους.
Κυνηγούσε, λέει η αφήγηση, ο βασιλιάς Μίδας αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας. Εκεί, αποσταμένος, έγειρε στη ρίζα ενού δρυ να συνεφέρει. Τότες ήταν που είδε δίπλα του το Σιληνό να κοιμάται.
Έχω την ευκαιρία, συλλογίστηκε ο ξύπνιος βασιλιάς. Και πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει:
– Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.
-Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος. Κι ούτε χρειαζόταν να με δέσεις, για να σου ειπώ.
– Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν φτάνει ανθρώπου νους. Εξήγα μου, γιατί χρόνους τώρα τυραννιέμαι, και πάω να κρεπάρω. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό;
Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοίταξε πέρα.
–Λύσε με να πηγαίνω, του λέει, και τράβα στο καλό σου. Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.
Ο Μίδας εστάθηκε.
-Κι αν δε μου αποκριθείς, του λέει, σ’ αυτό που σ’ ερωτή, δεν έχεις λευτεριά. Εδώ στο δέντρο θα μείνεις δεντρωμένος. Όσο να σε λύσει ο λιμός, και να σε κατελύσει ο λύκος.
Θύμωσε τότε ο δαίμονας. Τίναξε βίαια τα χέρια του ψηλά, πέσανε τα δεσμά. Έστρεψε και κοίταξε τον άνθρωπο βλοσυρά, κι όλα γύρω του μυρίσανε θειάφι. Το θείο συνέπηρε τον τόπο. Ο Μίδας, του πάρθηκε η μιλιά, κι έπεσε κατά γης. Και τότε ο Σιληνός, ο κορυφαίος στα όργια και ο σύντροφος του Διονύσου, τον επιτίμησε:
-Δαίμονος επιμόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, τι με βιάζεσθε λέγειν, ά υμίν άρειον μη γνωναι; μ’ερωτάς, συνεχίζει, τι εστί το βέλτιστον τοις ανθρώποις, και τι των πάντων αιρετώτατον- μάθε το λοιπόν, και σκάσε:
μετ’αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γάρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα.
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Η Λάρισα στα 1897

Η φωτογραφία που δημοσιεύεται σήμερα είναι από τις παλαιότερες που υπάρχουν με απεικονίσεις της Λάρισας. Είναι δημοσιευμένη στο αγγλικό εβδομαδιαίο πε- ριοδικό “The Illustrated London News”, στο τεύχος της 24ης Απριλίου 1897, σελ. 567, όταν δηλαδή η περιοχή μας ζούσε τον «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η φω- τογραφία φέρει τον υπότιτλο: “Bridge over the Peneios at Larissa” (Γέφυρα επί του Πηνειού στη Λάρισα). Είναι γνωστό ότι η διεθνής κοινή γνώμη παρακολουθούσε τις φάσεις του «πολέμου των 33 ημερών», όπως έμεινε στην ιστορία για την ταχύτατη έκβασή του, με μεγάλο ενδιαφέρον. Εφημερίδες και περιοδικά από την Ευρώπη κυρίως, αλλά και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν στείλει πολεμικούς ανταποκριτές, για να καλύψουν ειδικά τις διάφορες φάσεις του πολέμου. Μαζί τους είχαν φθάσει καλλιτέχνες σχεδιαστές και φωτογράφοι, οι οποίοι κατέγραφαν εκτός από πολεμικά στιγμιότυπα και τοπία των περιοχών όπου γίνονταν οι μάχες. Οι εικόνες αυτές εμπλούτιζαν τα κείμενα των ξένων εφημερίδων και έτσι οι αναγνώστες είχαν αμεσότερη επαφή με τα γεγονότα. Βάση όλων αυτών των απεσταλμένων, οι οποίοι κάλυπταν τις πολεμικές επιχειρήσεις από την ελληνική πλευρά, ήταν η Λάρισα, γι’ αυτό και υπάρχουν πολλές απει- κονίσεις της πόλεώς μας από την περίοδο εκείνη. Βέβαια μαζί με τις εικόνες θα βρει κανείς στον ξένο Τύπο της εποχής και περιγραφές της Λάρισας πολύ ενδιαφέρουσες από κάθε άποψη και νομίζω ότι αξίζει τον κόπο κάποια στιγμή να τις αναφέρουμε. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από την αριστερή όχθη του ποταμού, περίπου στο ύψος της σημερινής δεύτερης οδικής γέφυρας του Πηνειού, στην περιοχή της λαϊκής της Τετάρτης. Στην κάτω ζώνη της εικόνας διακρίνουμε μέσα στην κοίτη του ποταμού δύο τροχοφόρα (σούστες) με τα άλογά τους και τους οδηγούς όρθιους στο κέντρο της καρότσας. Η πρώτη αίσθηση είναι μήπως είναι βαρελάδες, δηλαδή να συλλέγουν νερό από το κέντρο της ροής του ποταμού, για την μεταφορά τους στην πόλη. Όμως η στάση των οδηγών (μάλιστα ο ένας φοράει και καπέλο)[1]και η έλλειψη βαρελιών από την καρότσα, μας οδηγεί σε απορίες για την εκεί παρουσία τους. Στην επάνω ζώνη απλώνεται όλη η δυτική πλευρά της Λάρισας. Η αριστερή όχθη είναι κατάφυτη. Ανάμεσα στα δένδρα, ιδίως κοντά στη γέφυρα, διακρίνονται διάφορα κτίσματα, σε ένα από τα οποία στεγαζόταν το θέατρο Γκουλιάμα και Νωλέσσα[2]. Επίσης πίσω από τα δένδρα, ψηλά στον λόφο του Φρουρίου μόλις εντοπίζεται ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αχιλλίου[3]. Στη συνέχεια απεικονίζεται η μεγάλη λίθινη γέφυρα, ένα από τα χαρακτηριστικότερα σημεία της Λάρισας την περίοδο εκείνη. Εδώ η γωνία λήψεως είναι τέτοια ώστε αποτυπώθηκαν μόνον οι τρεις από τις εννέα μεγάλες καμάρες της γέφυρας. Σε άλλα κείμενα την έχουμε περιγράψει με λεπτομέρειες. Εκείνο που μπορούμε να προ- σθέσουμε εδώ είναι ότι το κατάστρωμα της γέφυρας φαίνεται καθαρά ότι έχει διαπλατυνθεί, κατασκευή η οποία είναι γνωστό ότι έγινε από Τάγμα Μηχανικού του Στρατού το 1886. Πάνω καιπίσω από τη γέφυρα απεικονίζεται η δυτική πλευρά του λόφου του Φρουρίου. Έχουν ήδη αρχίσει να απομακρύνονται βαθμηδόν οι παλιές κατοικίες του Τρανού Μαχαλά και να αντικαθίστανται με νέα μεγάλα κτίρια. Πολύ αχνά διακρίνεται στο βάθος το τριώροφο αρχοντικό του Γιάννη Βελλίδη και δεξιότερα το χάνι των αδελφών Σαχίνη ή Χάνι των Ηπειρομακεδόνων, το οποίο εκείνη την εποχή εξυπηρετούσε τους ταξιδιώτες οι οποίοι μετακινούνταν από την Ήπειρο προς την Μακεδονία και αντιθέτως. Δεξιότερα φαίνεται επίσης με δυσκολία ο πύργος του ρολογιού της πόλεως και αμέσως μετά σε πρώτο πλάνο, επάνω σε μια υπερυψωμένη περιοχή, το τζαμί του Χασάν μπέη. Το τέμενος αυτό ήταν επί τουρκοκρατίας το επίσημο, το μητροπολιτικό θα λέγαμε, της Γενή-σεχήρ(Λάρισας) και ένα από σπουδαιότερα του ελληνικού χώρου[4]. Σε αντιπαράθεση με παλαιότερη φωτογραφία του 1884 φαίνεται ότι έχει αναμορφωθεί το πρόπυλο του τζαμιού. Μετά το 1881, όταν πολλές τουρκικές οικογένειες εγκατέλειψαν τη Λάρισα, το τέμενος αυτό είχε σταματήσει να λειτουργεί και τις θρησκευτικές ανάγκες όσων μουσουλμάνων είχαν απομείνει στην πόλη εξυπηρετούσε το νέο τέμενος (Γενή τζαμί) που βρισκόταν στην πλατεία Ανακτόρων. Είναι αυτό που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Το τζαμί του Χασάν μπέη κατεδαφίσθηκε το 1908 από την Μουσουλμανική Κοινότητα της Λάρισας και στη θέση του προπολεμικά λειτούργησε το εξοχικό κέντρο «Πευκάκια». Πριν μερικές δεκαετίες ο λοφίσκος αυτός ισοπεδώθηκε και στην θέση του υψώθηκαν, τι άλλο; πολυκατοικίες.
 [1]. Ορισμένες λεπτομέρειες της φωτογραφίας στο δημοσιευόμενο κείμενο δεν μπορεί να διακριθούν. Είναι όμως προσιτές με μεγεθυντικό φακό ή κατά την επεξεργασία της εικόνας στον υπολογιστή.
 [2]. Κυλικάς Βάσος, Η Μουσική κίνηση της Λάρισας από το 1881 μέχρι σήμερα, Αύγουστος 1935. Ανέκδοτο χειρόγραφο του μουσικόφιλου φαρμακοποιού στο οποίο καταγράφει τη μουσική ζωή της πόλεως κατά τη διάρκεια των πενήντα χρόνων από την απελευθέρωσή της.
 [3].Πρόκειται για την Βασιλική του Καλλιάρχη όπως έμεινε γνωστή, επειδή το 1974, έπειτα από πολλές προσπάθειες, ο μητροπολίτης Διονύσιος ο Καλλιάρχης φρόν- τισε για την ανοικοδόμησή της.
 [4].Το ονόμαζαν πράσινο τζαμί, προφανώς από την παρουσία πράσινων κιόνων ατρακηνού λίθου, οι οποίοι προέρχονταν από τα λατομεία της γειτονικής Χασάμ- παλης. nikapap@hotmail.com

ελευθερία λάρισας


     

Σύμφωνα με μια παράδοση που υπάρχει στο Άγιο Όρος η εικόνα αυτή δεν πρέπει να βγεί ποτέ εκτός Αγίου Όρους. Αν θα γίνει κάποια στιγμή αυτό, θα σημάνει και το τέλος του Αγίου Όρους. Θεωρείται μια από τις πιο θαυματουργές εικόνες.Τα τάματα που γίνονται για την χάρη της σε καθημερινή βάση από την Ελλάδα, αλλά και όλο τον κόσμο είναι πάρα πολλά..»Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς».
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
Στην Ιερά Μονή των Ιβήρων βρίσκεται η θαυματουργή Εικόνα Πορταΐτισσα, η οποία κατά την παράδοση είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Έχει διαστάσεις 137 εκατοστά ύψος και 94 πλάτος, το δε βάρος 96 κιλά, μαζί με τα αναθήματα και τα λοιπά. Η αυστηρή έκφραση του ιερού προσώπου Της, τονιζόμενη από την επιβλητική, καθηλωτική ματιά Της, προξενεί το δέος.
Δόθηκε το προσωνύμιο τούτο στην Παναγία, επειδή είναι τοποθετημένη η ιερά εικόνα στο παρεκκλήσιο της μονής Ιβήρων που ευρίσκεται αριστερά της κεντρικής Πύλης.
Αυτή η εικόνα ήταν κτήμα μιας ευλαβούς χήρας στη Νίκαια, όταν εικονομάχοι στρατιώτες την ανακάλυψαν στο σπίτι της, μπροστά απ’ την οποία έκαιγε ακοίμητη καντήλα. Με την υπόσχεση χρημάτων η σώφρων χήρα πήρε μια μέρα παράταση και τη νύχτα έριξε, με το γιό της μαζί, την Εικόνα στη θάλασσα, η οποία ξαφνικά στάθηκε όρθια και έπλεε προς την Ελλάδα. Εκείνος ο γιος, για να μη τον συλλάβουν, ήρθε στη Θεσσαλονίκη και μετά στο Άγιο Όρος. Κανείς δεν ξέρει που βρισκόταν 170 χρόνια η Εικόνα, απ’ το 829 που έπεσε στη θάλασσα ως το 1004 που βγήκε στην Ιβήρων.
Iviron3
Κάθονταν οι παλαιοί άγιοι Γέροντες της Ιβήρων και μιλούσαν περί σωτηρίας ψυχής, όταν ξαφνικά βλέπουν μέσα στη θάλασσα μια λάμψη. Μαζεύτηκαν όλοι οι Μοναχοί του Όρους, και με βάρκες θέλησαν να πάνε στο περίεργο και θαυμαστό σημείο. Μπόρεσαν μόνο να διακρίνουν ότι ήταν μία εικόνα της Θεοτόκου, διότι όσο πλησίαζαν τόσο η εικόνα απομακρυνόταν. Όποτε οι Πατέρες συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία και ικέτευαν θερμώς τον Πανάγαθο να τους επιτρέψει να πάρουν την αγία Εικόνα. Πράγματι ο Θεός άκουσε τη δέηση τους και απάντησε ως έξης.
Έξω απ’ το Μοναστήρι ασκήτευε κάποιος Μοναχός Γαβριήλ από  την Ιβηρία. Ήταν απλός, αναχωρητής, αδιαλείπτως έλεγε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό και ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η τροφή του ήταν τα βότανα του βουνού και ποτό του το νερό και μέρα-νύχτα μελετούσε το νόμο του Κυρίου. Ενώ προσευχόταν, νύσταξε λίγο, έκλεισε τα μάτια του και βλέπει την αγία Θεοτόκο με ιδιαίτερη λαμπρότητα και του λέει «πήγαινε στο Μοναστήρι σου και πες στον ηγούμενο ότι ήρθα για να τους δώσω την εικόνα μου» μετά βάδισε στη θάλασσα, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη και πρόνοια που έχω στο Μοναστήρι σας. Μόλις είπε αυτά η Παναγία, χάθηκε απ’ τα μάτια του Γαβριήλ.
Μετά πήγε στο Μοναστήρι, είπε το νέο και οι Πατέρες με πομπή και Θεομητορικούς ύμνους πήγαν προς την παραλία. Ο Γέρων Γαβριήλ περπάτησε λίγο στη θάλασσα και αμέσως η εικόνα ήρθε στην αγκαλιά του. Οι Πατέρες με πολλή ευλάβεια και χαρά την υποδέχτηκαν και έκαμαν ολονύκτιες αγρυπνίες και δεήσεις και Λειτουργίες επί τρία μερόνυχτα, για να ευχαριστήσουν τον Θεό και την Παναγία. Την έβαλαν στο ναό της Μονής, αλλά εκείνη έφευγε και στεκόταν πάνω από την πύλη του Μοναστηριού. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές, ώσπου ξαναπαρουσιάστηκε η Παναγία στον Γέροντα Γαβριήλ και του λέει:
«Πες στον ηγούμενο να παύσετε να με πειράζετε, διότι δεν ήρθα στο Μοναστήρι για να με φυλάτε σεις, αλλά ήρθα για να γίνω εγώ φύλακας και φρουρός σας και σ’ αυτήν και στην μέλλουσα ζωή και όσοι θα ζήσουν με ευλάβεια και φόβο Θεού και δεν αμελούν στην απόκτηση των αρετών, και τελειώσουν την πρόσκαιρη ζωή τους σ’ αυτόν τον τόπο, ας έχουν θάρρος και να μη φοβούνται την κόλαση διότι αυτή τη χάρη ζήτησα από τον Θεό και Υιό μου και την πήρα. Ως επιβεβαίωση των λόγων μου σας δίνω αυτό το σημείο, όσο βλέπετε την εικόνα μου στο Μοναστήρι σας, δεν θα λείψει απ’ το Όρος τούτο η χάρις και το έλεος του Υιού μου και Θεού».
Όταν τα άκουσε αυτά ο ασκητικός και θεοφόρος πατήρ Γαβριήλ έρχεται βιαστικά στο Μοναστήρι και τα αναφέρει στον ηγούμενο ο όποιος χάρηκε πολύ, συνάθροισε την αδελφότητα και διατάζει να κτισθεί στην είσοδο της Μονής ειδικό παρεκκλήσιο για την φύλακα της Μονής θαυματουργή Εικόνα.
Λέγεται, μάλιστα, ότι εάν χαθεί η εικόνα από την θέση της, τότε θ’ αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την δευτέρα παρουσία του Κυρίου μας. Η Αγία αυτή εικόνα φέρει στο κάτω μέρος της σιαγόνος της Θεοτόκου μία ουλή από το μαχαίρι ενός πειρατή. Από την ουλή αυτή έρευσε αίμα, το οποίο πηγμένο διακρίνεται και σήμερα επάνω στην εικόνα.
Πηγή: Σημεία των Καιρών


ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Ο στρατιωτικός ναός της Μεταμορφώσεως Η σημερινή εικόνα είναι οικεία για τους Λαρισαίους. Απεικονίζει τον στρατιωτικό ναό της Μεταμορφώσεως, που κτίσθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στους στρατώνες Πεζικού-Ιππικού του Β’ Σώματος Στρατού. Σήμερα στον χώρο αυτόν βρίσκεται το στρατόπεδο της Ιης Στρατιάς. Η φωτογραφία προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Βολιώτη φωτογράφου Νικολάου Στουρνάρα και φέρει τον αριθμό 481. Ο Νικόλαος Στουρνάρας γεννήθηκε στο Βόλο το 1918. Ήταν το δεύτερο αγόρι τού πολύ γνωστού ζωγράφου, φωτογράφου Στέφανου Κ. Στουρνάρα, ο οποίος ήταν από τους σπουδαιότερους εκδότες επιστολικών δελταρίων στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικές οι κάρτες σε απόψεις του Βόλου με την παρουσία των δύο παιδιών του να στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο και κοντά τους ο σκύλος της οικογένειας. Με τον θάνατο του Στέφανου Στουρνάρα το 1928, η επιχείρηση περιήλθε στη σύζυγό του Μαρία, μέχρις ότου τα ανήλικα παιδιά του ο Κωνσταντίνος (1914-1965) και ο Νικόλαος(1918-1993) ενηλικιωθούν και αναλάβουν από κοινού το φωτογραφείο του πατέρα τους. Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής ο Νικόλαος Στουρνάρας κατέγραψε με το φωτογραφικό του φακό σκηνές και γεγονότα από την παρουσία των κατακτητών στην χώρα μας και από την αντίσταση, που παραμένουν ιστορικά ντοκουμέντα. Το 1948 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, ενώ στον Βόλο συνέχισε ο μεγαλύτερος αδελφός του μέχρι το 1965 που πέθανε. Στην Αθήνα ο Νικόλαος Στουρνάρας άνοιξε φωτογραφείο και μετά από λίγο καιρό όργωσε την Θεσσαλία και πολλές περιοχές της Ελλάδας και κατέκλυσε την αγορά με δικές του κάρτες. Οι κάρτες της Λάρισας είναι πολλές, αριθμημένες, με επανειλημμένες εκδόσεις και χρονολογούνται στη δεκαετία 1950-1960. Στη Λάρισα είχε στενούς φιλικούς και πνευματικούς δεσμούς με τον φωτογράφο Γεώργιο Βαλσάμη, ο οποίος βάπτισε το ένα παιδί του. Με την σύζυγό του Αικατερίνη απέκτησε δύο παιδιά, το 1948 τον Στέφανο και τον 1953 την Μαρία. Πέθανε στην Αθήνα το 1993, αφού παρέδωσε τη σκυτάλη στα παιδιά του. Η φωτογραφία που δημοσιεύεται μαζί με το σημερινό κείμενο, αποτυπώνει τη νοτιοδυτική πλευρά του ναού της Μεταμορφώσεως λίγα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Η εκκλησία προβάλλεται ανάμεσα από κλαδιά δένδρων, δεξιά μόλις διακρίνεται ένα τμήμα του τοιχίου της πισίνας που υπήρχε στη θέση αυτή και η οποία την περίοδο εκείνη γνώριζε τα καλοκαιρινά βράδια μεγάλη κοσμική κίνηση, με χορούς και ορχήστρα ελαφράς μουσικής από στρατιώτες. Το κωδωνοστάσιο δεν έχει ακόμα κατασκευασθεί. Εκείνο όμως που προ- καλεί εντύπωση είναι το κομμάτι της Λάρισας που διακρίνεται στο βάθος. Χαμηλά, φτωχικά σπίτια προβάλλουν στον ορίζοντα και η σημερινή λεωφόρος Πολυτεχνείου δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί. Η ιστορία του ναού είναι ενδιαφέρουσα. Η ιδέα για την ανέγερσή του μέσα στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Β’ Σώματος Στρατού ήταν του αρχιμανδρίτη Αυγουστίνου Καντιώτη[1], ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν στρατιωτικός ιεροκήρυκας στο Γραφείο Χριστιανικής Διαφωτίσεως (Β-10) του Β’ Σώματος Στρατού. Από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στο μεγάλο αυτό στρατόπεδο, είχε διαπιστώσει την έλλειψη ναού. Απευθύνθηκε στο στρατηγό Π. Καλογερόπουλο, διοικητή τότε του Β’ Σώματος Στρατού και αυτός ανταποκρίθηκε αμέσως στην πρότασή του. Συνέστησε επιτροπή από τους αξιωματικούς Λέκκα και Βενιέρη του μηχανικού κλάδου, Ζήση και Κωστόπουλου του οικο- νομικού κλάδου και Φαληρέα του Ιππικού, οι οποίοι μέσω εράνων μεταξύ των αξιωματικών και των στρατιωτών του Β’ Σώματος Στρατού, του λαού του θεσσαλικού χώρου και διαφόρων προσφορών από ιδρύματα και οργανισμούς, συγκέντρωσαν χρήματα για την ανέγερσή του. Τα σχέδια του ναού έγιναν από τον αρχιτέκτονα-στρατιωτικό Αλέξανδρο Παπαγεωργίου ενώ μηχανικός ανέλαβε ο Σταύρος Τσάκωνας και αφιερώθηκε στη Μεταμόρφωση του Χριστού. Αρχιτεκτονικά το σχέδιό της ακολουθούσε τα βυζαντινά πρότυ- πα, με μεγάλο τρούλο και ωραίες καμπύλες γραμμές. Η τελετή θεμελιώσεως του ναού έγινε με επισημότητα στις 4 Απριλίου του 1948 και μέσα σε 16 μήνες, χρόνο ρεκόρ για τις συνθήκες της εποχής εκείνης, αποπερατώθηκεπλήρως η κτιριακή κατασκευή εξωτερικά όπως την αντικρίζουμε σήμερα. Συγχρόνως διαρρυθμίστηκε το εσωτερικό του με την κατασκευή των απαραίτητων στοιχείων κάθε ναού(τέμπλο, εικόνες, προσκυνητάρια, στασίδια και λοιπά ιερά σκεύη). Στις 6 Αυγούστου 1949, ημέρα που η εκκλησία εορτάζει την Μεταμόρφωση του Χριστού, εγκαινιάσθηκε από τον μητροπολίτη Λαρίσης Δωρόθεο [2] (1935-1956) με μεγάλη επισημότητα. Σήμερα ο ναός αυτός αποτελεί ένα από τα σπουδαι- ότερα θρησκευτικά μνημεία της Λάρισας γιατί με πρωτοβουλία του διοικητού του Β’ Σ. Σ. στρατηγού Καλογερόπουλου διακοσμήθηκε ολόκληρος με τοιχογραφίες και εικόνες του διακεκριμένου Λαρισαίου ζωγράφου και αγιογράφου Αγήνορα Αστεριάδη, φιλοτεχνημένες σύμφωνα με ταπαλαιά βυζαντινάπρότυπα, όπως ακριβώς είναι και ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του. Στη συνέχεια κατασκευάσθηκε κομψό καμπαναριό σε μικρή απόσταση από την νοτιοδυτική γωνία του ναού, στον ίδιο ρυθμό με τον ναό και από τότε μαζί με τους στρατιωτικούς, προσέρχονται σ’ αυτόν καιπολλοί Λαρισαίοι για ναπροσευχηθούν, καθώς εξυπηρετείται τακτικά από ιερείς που ανήκουν στο στρατιωτικό σώμα. [1]. Ο Αυγουστίνος Καντιώτης (1907-2010) είχε κάνει αισθητή την παρουσία του τότε στην πόλη μας με τα φλογερά κηρύγματά του στους ναούς της Λάρισας και οι παλαιότεροι θα τον θυμούνται σαν έναν μαχητικό ιεροκήρυκα. Το 1950 βρέθηκε στην Αθήνα και διετέλεσε ιεροκήρυκας της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Το 1967 εκλέχθηκε από την αριστείνδην Ιερά Σύνοδο της επτα- ετίας μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας, διακρινόμενος πάντοτε από την ίδια δυναμική ιδιοσυγ- κρασία. Πέθανε το 2010 σε ηλικία 103 ετών. [2]. Ο Δωρόθεος Κοτταράς μετατέθηκε στη Λάρισα το 1935 και έπειτα από θητεία 21 ετών στο θρόνο της, εκλέχθηκε το 1956 από την Ιερά Σύνοδο αρχιεπίσκοπος Αθηνών καιπάσης Ελλάδος. Όμως την επόμενη χρονιά (26 Ιουλίου 1957) απεβίωσε σε νοσοκομείο της Στοκχόλμης από ανίατη ασθένεια



ελευθερία λάρισας