Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η Λάρισα ήταν από παλιά η πόλη του καφέ


Το Καφενείον "Νέος Κόσμος" στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας. Λεπτομέρεια φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα, ταχυδρομημένο τον Μάιο του 1909Το Καφενείον "Νέος Κόσμος" στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας. Λεπτομέρεια φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα, ταχυδρομημένο τον Μάιο του 1909
Πριν λίγες ημέρες, καθώς ο καιρός ήταν καλός, έκανα μια βόλτα γύρω από την πλατεία Ταχυδρομείου. Ήταν πρώτες μεσημβρινές ώρες και διαπίστωσα ότι οι τρεις πεζόδρομοι από τους οποίους περιβάλλεται ήταν πλημμυρισμένοι από κόσμο, ο οποίος απολάμβανε το καφεδάκι του στις διάφορες καφετέριες, κάτω από έναν ηλιόλουστο ουρανό.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι σήμερα όλη η Ελλάδα θεωρεί πως η Λάρισα είναι η πόλη του καφέ. Δεν θα μου έκαμε όμως και ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός αυτό της συσσώρευσης των καφενείων, αν την ίδια ημέρα δεν τύχαινε να ξεφυλλίσω το αρχείο μου και να διαπιστώσω ότι κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στην Κεντρική πλατεία της πόλης μας. Και στις τέσσερες πλευρές της η πλατεία αυτή είχε πολλά καφενεία, τα οποία στεγάζονταν στο ισόγειο ωραίων νεοκλασικών κτιρίων που την περιτριγύριζαν. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνον από τις διάφορες περιγραφές που διαβάζουμε, αλλά και από παλιές φωτογραφίες. Τότε ονομάζονταν συνήθως καφεζαχαροπλαστεία, στους πελάτες όμως πρόσφεραν και άλλες υπηρεσίες (χαρτιά, τάβλι, μπιλιάρδο, ορισμένα δε διέθεταν θεατρική και κινηματογραφική σκηνή). Μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών πολλοί καφενέδες, όπως ονομάζονταν λαϊκότερα τα καφενεία, διέθεταν και ναργιλέδες[1].
Θα περιγράψουμε στη συνέχεια τα καφενεία της πλατείας Θέμιδος, τα οποία λειτουργούσαν μέχρι το 1940, πολλά εκ των οποίων τους καλοκαιρινούς μήνες γέμιζαν με τραπεζοκαθίσματα και μέρος της πλατείας που τους ανήκε.
--Στη βόρεια πλευρά της και κάτω από το "Μέγα Ξενοδοχείον το Στέμμα" υπήρχε το Καφενείο του Μαλάκη, το οποίο συνδέεται άμεσα με την ιστορία της προπολεμικής Λάρισας. Ήταν λαϊκό και όταν οι θαμώνες του ήθελαν να γλεντήσουν, διέθετε και οργανοπαίκτες οι οποίοι το είχαν ως εντευκτήριό τους. Σ' αυτό σύχναζαν επίσης και πολλοί εμπορευόμενοι οι οποίο διαπραγματεύονταν αγορές και πωλήσεις. Στο ίδιο καφενείο εύρισκαν καταφύγιο και οι αμαξάδες οι οποίοι στάθμευαν τα αμάξια τους κατά μήκος της οδού Αλεξάνδρας (Κύπρου) προς την πλευρά της πλατείας. Το καφενείο διανυκτέρευε και εξυπηρετούσε όλους τους νυκτόβιους. Στο βάθος της αίθουσας ήταν εγκατεστημένα και δύο μπιλιάρδα, τα οποία συγκέντρωναν τους νέους της εποχής.
--Στο μέγαρο Χατζημέτου[2], το οποίο καταλάμβανε τη γωνία Αλεξάνδρας και Φιλελλήνων, υπήρχε ένα άλλο καφενείο, το οποίο είχε πρόσοψη στην πλατεία. Δεξιά της εισόδου προς τον άνω όροφο λειτουργούσε το ιστορικό καφενείο του Μήτσου Μπόκοτα. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν διάφοροι εργαζόμενοι και επειδή διανυκτέρευε συγκέντρωνε πολλούς αρτεργάτες, οι οποίοι έπιναν τον πρωινό τους καφέ πριν αρχίσουν τη δουλειά τους, αλλά και ταξιδιώτες οι οποίοι έφθαναν στην πόλη νύχτα.
--Αμέσως δίπλα βρισκόταν το καφενείο "Εμπορικόν". Το δούλεψαν κατά σειράν οι αδελφοί Κυπαρίσση, ο Τεκελιώτης και οι αδελφοί Πολύζου. Ήταν ένα από τα τρία καφενεία που λειτούργησαν κατά τη γερμανοϊταλική κατοχή. Συνέχισε ως καφενείο και μεταπολεμικά για λίγα χρόνια, καθώς συγκέντρωνε πολλούς εργαζόμενους, αλλά ο ιδιοκτήτης τη δεκαετία του 1960 το ενοικίασε στο υποδηματοπωλείο "Στανταρντ Αλιμπέρτη".
--Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, δίπλα από το γωνιακό κατάστημα του Καραπέτσα επί της Μ. Αλεξάνδρου, πριν ακόμα κτισθεί το ξενοδοχείο "Ολύμπιον" (1938) υπήρχε το καφεζαχαροπλαστείο του Παλάκα. Ο ιδιοκτήτης ήταν ένας θαυμάσιος πνευματώδης τύπος από τη Ραψάνη και στις καρέκλες του καταστήματός του περνούσαν ατέλειωτες ώρες διάφοροι επαγγελματίες. Παράλληλα όμως ήταν ξακουστός και για τις περίφημες πάστες του.
--Κοντά του βρισκόταν το καφενείο "Νέος Κόσμος". Ήταν το τελευταίο από τα κτίρια της Κεντρικής πλατείας το οποίο αντιστάθηκε στις "σειρήνες" της αντιπαροχής. Υπήρξε από τα παλαιότερα καφενεία της Λάρισας και ιδιοκτήτης του ήταν ο εμποροράφτης Αγγελίδης. Αρχικά το καφενείο λειτούργησε από τον επιχειρηματία Αθανάσιο Μπουσινιώτη μέχρι το 1908. Τη χρονιά αυτή την επιχείρηση ανέλαβε ο Νικόλαος Καρανίκας, ο οποίος αργότερα συνεταιρίστηκε με τον Δημήτριο Αντωνιάδη, ο οποίος υπήρξε κληρονόμος του Αγγελίδη. Από τα πρώτα χρόνια το καφενείο αυτό υπήρξε εντευκτήριο εμπόρων, επαγγελματιών και κυρίως συνταξιούχων. Κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς. Συνέχισε τη λειτουργία του και μεταπολεμικά με την ίδια πελατεία, ώσπου "μίαν ωραίαν πρωίαν" μπουλντόζες κατεδάφισαν το καφενείο με τα όμορφα τοξωτά ανοίγματα και το δαντελωτό σιδερένιο σκέπαστρο, για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή.
--Στη γωνία Μ. Αλεξάνδρου και Κούμα ήταν για πολλά χρόνια το καφενείο "Παράδεισος". Το κτίριο, μια επιμήκης ισόγεια κατασκευή με οκτώ ψηλές τοξωτές πόρτες, ήταν ιδιοκτησία του φαρμακοποιού Κωνστ. Μανεσιώτη και αρχικά στέγασε διάφορα καταστήματα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1900 μετατράπηκε σε καφενείο, το οποίο διέθετε και σκηνή από την οποία έδιναν παραστάσεις οι περαστικοί από τη Λάρισα θίασοι. Όλες οι μεγάλες δόξες της ελληνικής θεατρικής σκηνής τίμησαν το θέατρο του "Παραδείσου" μέχρι το 1940. Στο καφενείο του σύχναζαν κυρίως στρατιωτικοί και πολιτικοί συνταξιούχοι. Αποτελούσε επιχείρηση των Ζήση Τσουρέλη και Γιάννη Μπέκα και ο συνεταιρισμός τους κράτησε ως την ώρα που ο μεγάλος σεισμός του 1941 το μετέτρεψε σε μια άμορφη μάζα. Μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κτίστηκε το κινηματοθέατρο "Ορφεύς".
--Στη νότια πλευρά της πλατείας, στο ισόγειο του κτιρίου Κατσαούνη, υπήρχε κατά τη δεκαετία του 1910 το καφεζαχαροπλαστείο "Doree" του Δημητρίου Πάλτσου. Μεταπολεμικά το κτίριο λόγω των καταστροφών που υπέστη από τον σεισμό, μετατράπηκε σε ισόγειο. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Λαρισαίοι θα το θυμούνται ως καφεζαχαροπλαστείο "Παλλάδιον" και σε μία πόρτα λειτούργησε και το "Μικρό Ολύμπιον", ένα ζαχαροπλαστείο-στέκι της νεολαίας. Ονομάσθηκε έτσι σε αντιδιαστολή με το περίφημο ζαχαροπλαστείο "Ολύμπιον" του Γκονταρούλη επί της οδού Κύπρου, κάτω από το ομώνυμο ξενοδοχείο. Τα καταστήματα στο κτίριο αυτό του Κατσαούνη άλλαζαν συχνά επιχειρηματίες και χρήση. Εκτός από καφενεία στεγάστηκαν τράπεζες, κουρεία, συμβολαιογράφοι, μέχρι και κομμώτριες.
--Στο ισόγειο του ψηλότερου και επιβλητικότερου κτίσματος της πλατείας στεγάστηκε το πιο ξακουστό καφενείο της παλιάς Λάρισας, το «Πανελλήνιον». Το κτίριο ήταν τριώροφο και κτίστηκε από τους αδελφούς Αθανάσιο και Δημήτριο Μποσινιώτη το 1908. Τα τέσσερα από τα πέντε ανοίγματα του ισογείου αντιστοιχούσαν στο καφενείο. Αρχικά λειτούργησε ως ζυθοπωλείο και το 1919 ανέλαβε τη διαχείριση του ο επιχειρηματίας Κωνσταντίνος Πάλτσος, ο οποίος το λειτούργησε ως καφεζαχαροπλαστείο με το όνομα "Ντορέ". Χάρη στην πολυτελή του εμφάνιση συγκέντρωνε όλη την καλή κοινωνία της Λάρισας. Αξιοποίησε μέρος της μεγάλης αυλής και κατασκεύασε αίθουσα θεάτρου, από την οποία πέρασαν μεγάλα ονόματα καλλιτεχνών. Γύρω στα 1930 αποχώρησε ο Κων. Πάλτσος και τη διεύθυνση ανέλαβε ο Μήτσος Βρεττόπουλος αλλάζοντας την ονομασία του σε «Πανελλήνιον». Το 1937 αποχώρησε ο Βρεττόπουλος και το ανέλαβε ο Μήτσος Γάβρος. Μετά την κατοχή το κτίριο λειτούργησε ως διώροφο, με το καφενείο "Πανελλήνιον" να γνωρίζει μεγάλες δόξες, καθώς είχε καταστεί εντευκτήριο πολιτικών και δικηγόρων πολύ γνωστών στην κοινωνία της πόλης. Τους καλοκαιρινούς μήνες που έβγαιναν και τραπεζάκια στην οδό Κούμα και την πλατεία, γινόταν κοσμοσυρροή και πολλές φορές καυγάδες για την διεκδίκηση ενός τραπεζιού. Τον Απρίλιο του 1976 το "Πανελλήνιον" κατεδαφίσθηκε για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή.
--Στη δυτική πλευρά της πλατείας, στη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Γεωργάκη Ολυμπίου (Ίωνος Δραγούμη) ο γαιοκτήμονας Νικόλαος Καρανίκας έκτισε γύρω στα 1910 το αρχοντικό του. Το ισόγειο νοικιάσθηκε στους αδελφούς Ρεμπάπη, οι οποίοι άνοιξαν καφεζαχαροπλαστείον με το όνομα «Βασιλικόν». Το περίεργο είναι ότι το καφενείο αυτό ήταν εντευκτήριο αντιβασιλικών παρά τον τίτλο του. Μετά τον πόλεμο και για πολλά χρόνια στέγαζε το καφενείο "Βιεννέζικον".
Τελικά μετρήσαμε αισίως εννέα καφενεία γύρω από την Κεντρική πλατεία, τα οποία γέμιζαν από κόσμο σε μια περίοδο που η πόλη είχε γύρω στους 20-25.000 κατοίκους. Επομένως δεν είναι πρωτοφανές το σημερινό φαινόμενο της πλατείας Ταχυδρομείου.
 [1]. Σημειώνεται ότι το καφενείο "Εμπορικόν" ήταν το μοναδικό το οποίο διέθετε μεταπολεμικά ναργιλέ, ειδικά για αρειμάνιους πελάτες και ταξιδιώτες καπνιστές.
[2]. Ο όροφος στέγασε διαδοχικά τη Λέσχη Ασλάνη, το Ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία" των αδελφών Μίχου και τη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης. Την κατοχή καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς και τον σεισμό.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

1878: Η επανάσταση του Ολύμπου και η πυρπόληση της Ραψάνης

1878: Η επανάσταση του Ολύμπου και η πυρπόληση της Ραψάνης
Μετά την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδος, της Πελοποννήσου και των νησιών το 1821 η Θεσσαλία παρέμεινε στον τρομακτικό ζυγό των Τούρκων ακόμη 57 χρόνια, μέχρι την επανάσταση που άρχισε στις 19 Φεβρουαρίου 1878.
Τότε η Ραψάνη ανέδειξε έναν ονομαστό αρματολό, τον Θεμιστοκλή Δομούζα, που μαζί με τα παλικάρια του Ευθύμιο Κατσιούρα, Γεώργιο Γιαννούκα, Γεώργιο Κλάψα, Χελιδωνά και άλλους τρομοκρατούσαν τους Τούρκους της γύρω περιοχής και κρατούσαν τα ορεινά χωριά ελεύθερα. Ακόμη, από την Καρυά Ολύμπου ξεφύτρωσε ένας άλλος λεβεντόκαρδος τουρκοφάγος, ο Γεώργιος Ζαχείλας. Μάλιστα, τα ονόματα αυτών των αρματολών ηλέκτρισαν και άρπαξαν τις ψυχές των Ραψανιωτών και των γύρω χωριών και αφού εγκατέλειψαν ό,τι είχαν πολύτιμο, δηλαδή γυναίκες, παιδιά, γονείς και γενικά τα πάντα, τάχτηκαν στο πλευρό τους. Έτσι, από όπου περνούσαν σκορπούσαν παντού τη φρίκη και τον τρόμο στους Τούρκους της περιοχής. Στους πατριώτες τους όμως μετέδιδαν το πυρ του ενθουσιασμού της αυταπάρνησης και της αυτοθυσίας. Έφθανε μόνο μία επίσκεψή τους σε κάθε χωριό του Ολύμπου για να ξεσηκώσει τους κατοίκους, δηλαδή της Κρανιάς, του Πυργετού, της Αιγάνης, της Πούρλιας, της Καρυάς κ.λπ. και από την ηλικία των 15 μέχρι 50 ετών.
Στα βουνά αυτά του Ολύμπου, οι δύο αυτοί καπεταναίοι έχοντας στο πλευρό τους και τον ανδρείο και μεγαλεπήβολο Μιλτιάδη Αποστολίδη (που ήταν εισαγγελέας Εφετών στην Αθήνα) οδηγούσαν τους επαναστάτες να διώξουν τους Τούρκους από τα μέρη της γύρω περιοχής.
Μόνο στον Πλαταμώνα υπήρχε ένα φρούριο και σ' αυτό ήταν κλεισμένοι κάποιοι Τούρκοι με τα γυναικόπαιδά τους και με αρχηγό έναν Τούρκο αξιωματικό που ονομαζόταν Ιμπραήμ και πίστευαν ότι ήταν απόρθητο.
Κατόπιν στις 18 Φεβρουαρίου ο Αποστολίδης με έναν μόνο επαναστάτη παρουσιάστηκε στον Ιμπραήμ και του ζήτησε την παράδοση του φρουρίου. Τότε φόβος και τρόμος κυρίευσε τους Τούρκους που βρίσκονταν εκεί. Οι δε γυναίκες έκλαιγαν και θρηνούσαν και θέλησαν να πυροβολήσουν και λίγο έλειψε να φονευθεί ο Αποστολίδης. Όμως ο Ιμπραήμ τους εμπόδισε και μάλιστα τους έβρισε στα Τούρκικα, γιατί εκείνος σκεφτόταν πώς να σώσει το χαρέμι του και για το φρούριο δεν τον έμελε καθόλου! Επειτα έγινε συμφωνία, οι πύλες του φρουρίου άνοιξαν και οι Τούρκοι, αφού παρέδωσαν τα όπλα τους, έφυγαν με σκυμμένα τα κεφάλια τους. Κατόπιν ο Αποστολίδης έκαψε τους στρατιώτες τους. Είναι αλήθεια ότι χαρά και αγαλλίαση βασίλευσε στα περίχωρα για το μεγάλο κατόρθωμα του Αποστολίδη, χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα.
Ωστόσο όμως, η χαρά των κατοίκων δεν κράτησε πολύ. Και να! στις 20 Φεβρουαρίου ημέρα Κυριακή της Τυρινής, οι Τούρκοι που κατοικούσαν στο Δερελή, στην Μπαλαμούτη, στο Κεσελλή και επιπλέον άλλες 4.000 άτακτοι που λέγονταν Ζεϊμπέκηδες και Γκέκηδες άρχισαν να έρχονται εναντίον της Ραψάνης. Τότε 1.000 περίπου επαναστάτες από τη Ραψάνη και από τα γύρω χωριά, αφού μοιράστηκαν τα χίλια περίπου όπλα, που μεταφέρθηκαν από το Άγιο Όρος και από τη Μονή του Αγίου Διονυσίου της Πέτρας από το Λιτόχωρο, κατέλαβαν τις κορυφές των λόφων του Προφήτη Ηλία μέχρι το Σελιό. Βέβαια, επικεφαλής τους ήταν οι ήρωες και οι αρχηγοί τους, δηλαδή ο Θεμιστοκλής Δομούζας, ο Γεώργιος Ζαχείλας και ο Μιλτιάδης Αποστολίδης. Είναι αλήθεια ότι πολέμησαν γενναία επί δύο ημέρες και απομάκρυναν κατά κάποιο τρόπο τους εχθρούς. Συγχρόνως δε, ακούγονταν οι βροντερές φωνές των καπεταναίων που έλεγαν "καρδιά, α,α,α, παιδιά μας, βαράτε τα σκυλιά, α,α,α". Η μάχη κράτησε τρεις ημέρες και σκοτώθηκαν τρεις επαναστάτες, ο Δημήτριος Λάμπρου και ο Ζήσης Χελιδωνάς από τη Ραψάνη και ο Γεώργιος Τσζαμαντζάς από τα Αμπελάκια. Από τους Τούρκους σκοτώθηκαν περίπου διακόσιοι! Όμως την Τρίτη ημέρα έρχονταν επανειλημμένα αγγελιοφόροι και ζητούσαν επειγόντως βοήθεια. Μετά από λίγο άρχισαν να σφυρίζουν οι σφαίρες μέσα στη Ραψάνη, που έρχονταν από το απέναντι δάσος των Αγίων Θεοδώρων. Τότε επακολούθησε μεγάλη σύγχυση και αλαλαγμός, από τους κατοίκους που έμειναν στα σπίτια τους. Οι γέροντες άρχισαν να συνοδεύουν τα γυναικόπαιδα προς τα βόρεια δάση του Ολύμπου. Ο δε Αρχιερέας Αμβρόσιος χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα, κωδωνοκρουσίες κ.λπ. δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει ενισχύσεις, γιατί δεν υπήρχαν. Έπειτα, αφού ετέλεσε τη λιτήν στην εκκλησία, πήρε το άλογό του και συνοδευόμενος από έναν ιερομόναχο από τη Μονή των Κανάλων και από τρία νεαρά παιδιά 14 και 15 ετών, πήγε στον τόπο του αγώνα με κίνδυνο της ζωής του. Εκεί συνάντησε τον οπλαρχηγό Αποστολίδη, που είχε γίνει κατάμαυρος στο πρόσωπο και στα χέρια από το ακατάπαυστο πυρ της ημέρας. Παράλληλα όμως ήταν απελπισμένος, γιατί η κυβέρνηση δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον. Κατόπιν διέταξε τον Δεσπότη να φύγει, γιατί ο αγώνας ήταν κρίσιμος και κινδύνευε.
Την δε Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου οι Τούρκοι όρμησαν σαν άγρια και λυσσασμένα θηρία και μπήκαν στο χωριό. Στο μεταξύ όμως οι κάτοικοι είχαν φύγει και είχαν διασκορπιστεί στα γύρω χωριά. Είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς το κακό που γινόταν. Οι μητέρες έκλαιγαν και θρηνούσαν, γιατί έχασαν στην πορεία τα παιδιά τους. Εκείνα πάλι έκλαιγαν γοερά, γιατί ζητούσαν τους γονείς τους. Επειτα τι να πρωτοϋποφέρουν; Το κρύο; Το χιόνι; Την πείνα; Τη γυμνότητα; Όλα τα είχαν αφήσει στη Ραψάνη. Τώρα η κατάσταση ήταν πλέον δραματική, γιατί οι Τούρκοι άρχισαν αλύπητα να σφάζουν όσους έβρισκαν μπροστά τους, δηλαδή τους γέροντες και τις γριές, γιατί δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τα γυναικόπαιδα κι έμειναν εκεί. Πρέπει να πούμε ότι μαζί με τους Τουρκοαλβανούς ήρθαν κι άλλοι Τούρκοι, που κατοικούσαν στα γύρω χωριά, οι λεγόμενοι Κονιάροι κι αυτοί άρχισαν τη λεηλασία των σπιτιών και δεν άφησαν πράγμα για πράγμα. Κατόπιν οι ίδιοι διέπραξαν και ένα άλλο έργο απαίσιο και φρικιαστικό: Εβαλαν φωτιά σε τέσσερα σημεία της Ραψάνης και την παρέδωσαν στις φλόγες. Οι δε καπνοί και οι φλόγες από τα σπίτια που καίγονταν έφθαναν μέχρι τον ουρανό και επιπλέον ο άγριος βοριάς, που φυσούσε εκείνη τη στιγμή, αποτελείωσε το κακό και σε μια νύχτα όλη η Ραψάνη μεταβλήθηκε σε στάχτη και ερείπια.
Ανάμεσα στα σπίτια και στα σχολεία που πυρπολήθηκαν ήταν και η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που ήταν τότε Μητρόπολη, επίσης η Επισκοπή και η μεγάλη βιβλιοθήκη, που περιείχε 2.000 τόμους με θρησκευτικά, ιστορικά βιβλία και χειρόγραφα.
Ωστόσο όμως ο καλός Θεός δεν επέτρεψε να χαθεί η ωραία Ραψάνη, αλλά δημιουργήθηκε ξανά και έγινε ονομαστή, γιατί οι Ραψανιώτες χαρακτηρίζονται για τη μεγάλη πίστη και την ευσέβειά τους.
Από την Πόπη Α. Χρυσοχόου, καθηγήτρια, φιλόλογο εκ Ραψάνης

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…για την πλατεία Ταχυδρομείου

4096
Η πλατεία Ταχυδρομείου. Έγχρωμο επιστολικό δελτάριο του Κλέαρχου Γρηγορούδη από τη Θεσσαλονίκη. Δεκαετία του 1970
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει από ψηλά την πλατεία Ταχυδρομείου. Η λήψη της τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και λίγο-πολύ η ανάγνωσή της είναι εύκολη.
 
Η οδός Παπακυριαζή δεν έχει ακόμα πεζοδρομηθεί. Οι πολυώροφες οικοδομές στην ανατολική πλευρά της δεν έχουν όλες οικοδομηθεί. Το εσωτερικό της πλατείας διατηρεί τη μεταπολεμική της διαρρύθμιση και με το σιντριβάνι του ΟΥΗΛ στο κέντρο. Η πλατεία Ταχυδρομείου θεωρείται ότι είναι η δεύτερη σε μέγεθος από τις παλιές πλατείες της Λάρισας[1].
Πριν όμως προχωρήσουμε, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αν και πάνω από 130 χρόνια η πλατεία αυτή έχει καθιερωθεί στη συνείδηση των κατοίκων της ως Ταχυδρομείου, ουδέποτε υπήρξε επίσημη αναγνώριση της ονομασίας αυτής. Απλώς η παρουσία του πρώτου μετά την απελευθέρωση του 1881 Ταχυδρομείου-Τηλεγραφείου της Λάρισας στη βορειοανατολική γωνία της, έδωσε το όνομα που υπάρχει στα χείλη όλων μέχρι και σήμερα, παρά τις πολλαπλές αλλά ανεπιτυχείς προσπάθειες μετονομασίας της, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, η πλατεία Ταχυδρομείου δεν είχε ακόμη οριοθετηθεί όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Ήταν ένας μεγάλος, γυμνός και αδιαμόρφωτος χώρος, χωρίς καμία καλλωπιστική επέμβαση. Από παλιές εφημερίδες των αρχών του 20ου αιώνα μαθαίνουμε ότι στον χώρο αυτό στεγάζονταν προσωρινά τα διάφορα περιοδεύοντα τσίρκα, τα οποία προσέφεραν θεάματα και μουσικές απολαύσεις στους Λαρισαίους.
Από το Αρχείο Σχεδίων της πόλεως του Γραφείου Πολεοδομίας του Δήμου Λαρισαίων πληροφορούμαστε ότι το 1931 σχεδιάσθηκαν έργα καλλωπισμού στην πλατεία αυτή. Αφορούσαν στην ισοπέδωση και ασφαλτόστρωση του κεντρικού χώρου, ενώ περιμετρικά τα πεζοδρόμια πλακοστρώθηκαν και δενδροφυτεύτηκαν.
Το 1936 επί δημαρχίας Στυλιανού Αστεριάδη, δημιουργήθηκε στην ανατολική πλευρά του ειδικός βωμός, ο οποίος φιλοξένησε το ολυμπιακό φως που για πρώτη φορά στην ιστορία των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων είχε ανάψει στην Ολυμπία. Ταξιδεύοντας προς το Βερολίνο σταμάτησε στην πόλη μας και στην Κεντρική πλατεία έλαβε χώρα ειδική τελετή. Μετά το τέλος της η φλόγα μεταλαμπαδεύθηκε στον βωμό της πλατείας Ταχυδρομείου, όπου παρέμεινε αναμμένη καθ’ όλη τη διάρκεια των αγώνων.
Το 1939 αναφέρεται ότι έγινε κάποια τροποποίηση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή της πλατείας, η οποία της προσέδωσε νέα μορφή.
Από την περίοδο της Κατοχής οι περίοικοι της πλατείας Ταχυδρομείου διατηρούσαν στη μνήμη τους ανεξίτηλη την εικόνα των συχνών απαγχονισμών αντιστασιακών που γίνονταν στα δένδρα της πλατείας από τους Γερμανούς κατά τις νυκτερινές ώρες, όταν η κυκλοφορία απαγορευόταν.
Μετά τον σεισμό του 1941 η πλατεία γέμισε από παραπήγματα τα οποία προσωρινά στέγασαν διάφορες υπηρεσίες (δημόσιες, δικαστικές, Ελληνικής Μέριμνας, κ.λπ.), μέχρις ότου μεταστεγασθούν σε κτίρια τα οποία επέζησαν από τη μανία του Εγκέλαδου με ηπιότερες και διορθώσιμες βλάβες.
Μετά την κατοχή, επειδή τα κτίρια των Δικαστηρίων στην Κεντρική πλατεία είχαν σχεδόν ισοπεδωθεί, είχε προταθεί ένας ελεύθερος χώρος ιδιοκτησίας του στρατηγού Ιωάννη Άρτη στη βόρεια πλευρά της πλατείας, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το κτίριο της Ιατρικής Σχολής, για την κατασκευή του νέου Δικαστικού Μεγάρου που τόσο είχε ανάγκη η πόλη. Η πρόταση αυτή τελικά δεν ευοδώθηκε και το νέο Δικαστικό μέγαρο άρχισε να κτίζεται ως γνωστόν τη δεκαετία του 1960 στην προπολεμική του θέση.
Στα νεωτεριστικά σχέδια της μεταπολεμικής περιόδου ήταν και η πρόταση πολλών Λαρισαίων μέσω του Δημοτικού Συμβουλίου, ο κατεστραμμένος μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αχιλλίου να εγκαταλείψει την προαιώνια θέση του στον λόφο της Ακροπόλεως και να κτισθεί στην ευρύχωρη πλατεία Ταχυδρομείου, μέσα στο εμπορικό κέντρο της Λάρισας. Ευτυχώς όμως υπήρξαν αρκετές νηφάλιες φωνές μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο και η πρόταση αυτή δεν υλοποιήθηκε.
Μεταπολεμικά η πορεία της πλατείας Ταχυδρομείου είναι λίγο-πολύ γνωστή. Ο ΟΥΗΛ ενδιαφέρθηκε για τον καλλωπισμό της πλατείας σε πράσινο και έκτισε στο κέντρο της ένα ωραίο σιντριβάνι, το οποίο διατηρήθηκε για πολλά χρόνια. Επί δημαρχίας Χριστόδουλου Καφφέ η Λαρισαία Νέλλα Γκόλαντα δημιούργησε το σύμπλεγμα του «Γλυπτού ποταμού», το οποίο συνδέει διαδοχικά τις δύο πλατείες με το Αρχαίο Θέατρο, μια σύνθεση που θαυμάζεται από πολλούς.
–Η επίσημη ονομασία της πλατείας τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση ήταν πλατεία ταγματάρχου Κωνσταντίνου Λώρη[2]προς τιμήν ενός ηρωικού αξιωματικού που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων τον Μάιο του 1886 στα σύνορα. Ο θάνατός του είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο και κατά την εξόδιο ακολουθία του που έγινε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, παρευρέθηκε όλη η πόλη.
–Το 1900, έπειτα από πρόταση του Δημοτικού Συμβουλίου μετονομάσθηκε σε πλατεία Ρήγα Φεραίου[3]. Η επίσημη αυτή ονομασία διατηρήθηκε μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, άσχετα αν τα γραφεία του Ταχυδρομείου (ΤΤΤ) είχαν μετακομίσει από την περιοχή της πλατείας στις αρχές της δεκαετίας του 1930
–Το 1944 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να τη μετονομάσει σε πλατεία Herford, από το όνομα μια πόλης της Αγγλίας, η οποία υιοθέτησε και προσπάθησε να βοηθήσει τη Λάρισα κατά τα σκληρά πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Η μετονομασία αυτή ήταν συμβολική, δεν ευαισθητοποίησε τους Λαρισαίους και ξεχάσθηκε σύντομα.
–Μετά τον θάνατο του Δημητρίου Χατζηγιάννη προτάθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η μετονομασία σε πλατεία Δημητρίου Χατζηγιάννη, προς τιμήν του δημάρχου που διέγραψε μια ενδιαφέρουσα πολιτική πορεία και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην πόλη.
–Σήμερα επίσημα ονομάζεται πλατεία Εθνάρχου Μακαρίου, για να τιμηθεί ο αγωνιστής αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος, αλλά έχω την εντύπωση ότι ελάχιστοι το γνωρίζουν. Έχει καθιερωθεί πανελλήνια πλέον ως πλατεία Ταχυδρομείου και έχει συσχετισθεί με τα πάμπολλα καφέ που την περιτριγυρίζουν.
1]. Με τη μεγάλη επέκταση της Λάρισας σήμερα προς όλες τις κατευθύνσεις, έχουν δημιουργηθεί και άλλες μεγάλες σε έκταση πλατείες, όπως π. χ. είναι η πλατεία Εργατικής Πρωτομαγιάς στη συνοικία Νεράιδα.
[2]. Ο Κωνσταντίνος Λώρης (1837-1886) το 1886 ήταν διοικητής του 9ου ευζωνικού τάγματος με έδρα το Ζάρκο. Σε μεθοριακές συγκρούσεις στην περιοχή της Άνω Κούτρας του Ζάρκου, ο ταγματάρχης Κων. Λώρης πληγώθηκε σοβαρά και μετά από τρεις ημέρες υπέκυψε στα τραύματά του.
[3]. «Η προ του Ταχυδρομείου πλατεία Λώρη, συστάσει του κ. Πονηροπούλου μετονομάζεται “Πλατεία Ρήγα Φεραίου”, του οποίου μαρμαρίνη προτομή θα στηθή εις το μέσον αυτής». εφ. «Μικρά», Εν Λαρίσση τη 6η Φεβρουαρίου 1900. Όμως ούτε η ονομασία της πλατείας ως Ρήγα Φεραίου επικράτησε, ούτε στήθηκε η προτομή του. Σήμερα πλατεία Ρήγα Φεραίου ονομάζεται η μικρή έκταση μπροστά από το κτίριο της περιφέρειας Θεσσαλίας, όπου τοποθετήθηκε έπειτα από πολλές περιπέτειες το άγαλμά του..
 Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (eleftheria.gr)

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Πόσοι από εμάς ξέρουμε τι σημαίνει η ονομασία «Λάρισα» και πόσα γνωρίζουμε για την ιστορία της;

Πόσοι από εμάς ξέρουμε τι σημαίνει η ονομασία «Λάρισα» και πόσα γνωρίζουμε για την ιστορία της;

Είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας. Άλλοι την γνωρίζουν ως την πρωτεύουσα του Θεσσαλικού κάμπου, άλλοι ως την πρωτεύουσα του καφέ και άλλοι απλά ως «Σούζα το αλογάκι» για την ομάδα της φυσικά την ΑΕΛ.
Οι Λαρισαίοι πάλι την αγαπούν για όλα τα παραπάνω, αλλά και για πολλά άλλα που οι υπόλοιποι ανά την Ελλάδα δεν γνωρίζουν ότι διαθέτει όπως τα πολλά χιλιόμετρα παραλίας!
Άραγε όμως από που προέρχεται η ονομασία Λάρισα και τι σημαίνει; Πόσα γνωρίζουμε για την ιστορία της και τα μνημεία της;
Πόσοι από εμάς ξέρουμε ότι στην οδό Λαπιθών στο υπόγειο πολυκατοικίας βρίσκεται τμήμα τείχους και τετράγωνος οχυρωματικός πύργος που ανήκει πιθανότατα στην ανακαίνιση της εποχής του Ιουστινιανού;

Προέλευση και ετυμολογία ονόματος

Το όνομα της Λάρισας είναι προελληνικό πελασγικής προέλευσης και ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στον ελλαδικό χώρο και σημαίνει ισχυρά οχυρωμένος λόφος ή ακρόπολη, το όνομα αυτό είχε και η ακρόπολη του Άργους. Επίσης σύμφωνα με τη μυθολογία η πόλη της Λάρισας χτίστηκε στην πελασγική περίοδο από τον ήρωα Λάρισο, γιο του Πελασγού.
Σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο, η νύμφη Λάρισα παίζοντας με τη μπάλα της δίπλα στον Πηνειό γλίστρησε και πνίγηκε στα νερά του και από αυτή πήρε το όνομα της η πόλη. Η Λάρισα, κατά τη μυθολογία, ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και μητέρα του Αχαιού, του Φθία και του Πελασγού ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ήταν κόρη του Πελασγού.
Μακριά από τους θρύλους και τις παραδόσεις για την όμορφη νύμφη οι ειδικοί στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν την ονομασία της πόλης θεωρούν ότι αυτή προήλθε από αλλού και δόθηκε κατ’ευφημισμό, μιας και ο χαμηλός γήλοφoς του Φρουρίου με τίποτα δεν ταιριάζει στη σημασία της λέξης Λάρισα, δηλαδή αυτής της λίθινης ακρόπολης ή οχυρού.

Ιστορία

Η Λάρισα είναι πανάρχαια πόλη και κατοικείται εδώ και σχεδόν 4.000 χρόνια. Οι αρχαιολογικές έρευνες μαρτυρούν ότι η περιοχή της Λάρισας κατοικείτο κατά την Παλαιολιθική περίοδο. Την εξουσία της πόλης μέχρι το τέλος της κυριαρχίας των Μακεδόνων κατείχαν οι Θεσσαλοί Αλευάδες. Κατά τους χρόνους των Περσικών πολέμων οι κάτοικοί της εμήδισαν και πολέμησαν εναντίον των άλλων Ελλήνων στο πλευρό των ξένων επιδρομέων. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου μάχονταν στο πλευρό των Αθηναίων. Η Λάρισα είχε κόψει νόμισμα και αρκετά αρχαία κέρματα έχουν διασωθεί. Στη Λάρισα έζησε και πέθανε, περίπου στην ηλικία των ενενήντα χρόνων, ο Πατέρας της Ιατρικής, ο Ιπποκράτης, ο οποίος τάφηκε κάπου μεταξύ Γυρτώνης, Τυρνάβου και Λαρίσης.

Μακεδονική και Ρωμαϊκή περίοδος

Τον 4ο αιώνα π.Χ. η Λάρισα με τη βοήθεια δυνάμεων από την Κεντρική Ελλάδα πολέμησε με την πόλη Φάρσαλο για να διατηρήσει την δύναμη της και την νίκησε. Ωστόσο ο πόλεμος αυτός εξουθένωσε τους στρατιώτες της, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να αμυνθούν στην εισβολή των Μακεδόνων υπό τον Φίλιππο Β΄ το 344 π.Χ. Η πόλη ήταν υποταγμένη στους Μακεδόνες από το 344-196 π.Χ. περίοδο κατά την οποία είχε οικονομικά και δημογραφικά προβλήματα. Κατά την ελληνιστική εποχή, Λαρισαίοι ιππείς του Μεγάλου Αλεξάνδρου (είχαν ικανή φήμη τότε) ίδρυσαν την Λάρισα στην Συρία και την Λάρισα στην Αραβία.
Το 197 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την πόλη. Κατά την Ρωμαϊκή Κυριαρχία η Λάρισα γνώρισε μια σύντομη περίοδο ακμής. Το 2ο αιώνα π.Χ. ιδρύθηκαν τα Ελευθέρια, μια πανθεσσαλική γιορτή προς τιμήν του Ελευθερίου Διός, τα οποία περιελάμβαναν ιππικούς αγώνες καθώς και φιλολογικούς, χορευτικούς, γυμνικούς, μουσικούς αγώνες. Με την συγκρότηση μεγάλων ιδιοκτησιών γης των Ρωμαίων στη Θεσσαλία, υποβαθμίστηκε ο θεσμός του κοινού των Θεσσαλών και ακολούθησε μια περίοδος παρακμής για την Λάρισα. Υπήρξε μείωση του πληθυσμού της και η ζωή των κατοίκων δυσκόλεψε. Ωστόσο, η Λάρισα καταφέρνει να ξεπεράσει την κρίση με μετοικήσεις πληθυσμών από τις γύρω πόλεις ενώ παράλληλα απελευθερώθηκαν δούλοι.

Βυζαντινή περίοδος

Μετέπειτα η πόλη περιήλθε στο Βυζάντιο και σε όλους αυτούς τους αιώνες δέχτηκε αλλεπάλληλες επιδρομές. Στα τέλη του 6ου αιώνα υπήρξε μια μεγάλη περίοδος ταραχών και αναστατώσεων, κατά την οποία οι πόλεις της Θεσσαλίας παύουν να αναφέρονται στις πηγές. Το φαινόμενο αυτό δημιουργήθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος από τις βαρβαρικές επιδρομές.
Σλαβικά φύλα εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας κατά την διάρκεια των επιδρομών τους, τα οποία με την κατάλληλη πολιτική των βυζαντινών αυτοκρατόρων εκχριστιανίστηκαν και ενσωματώθηκαν στο ντόπιο πληθυσμό. Για να αντιμετωπιστούν νέοι κίνδυνοι, έγινε διοικητική αναδιοργάνωση του κράτους με τη Θεσσαλία να ανήκει πλέον στο Θέμα Ελλάδος. Η Λάρισα αποτέλεσε την πρωτεύουσα του Θέματος για κάποια διαστήματα, κυρίως την εποχή των Βουλγαρικών πολέμων. Η Θεσσαλία απειλήθηκε από τις επιδρομές των Βουλγάρων (τέλη 10ου αιώνα) υπό τον τσάρο Σαμουήλ, οι οποίες οποίες κορυφώθηκαν με την κατάληψη της Λάρισας το 982 μ.Χ. μετά από τρίχρονη πολιορκία. Την ίδια περίοδο μεταφέρθηκαν τα λείψανα του Αγίου Αχιλλίου από τη Λάρισα στην Πρέσπα, όπου κτίσθηκε ναός προς τιμή του.
Μετά την ήττα των Βουλγάρων το 966 μ.Χ. από τον στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό στη μάχη του Σπερχειού. Ακολούθησε μια εποχή ειρήνης και αναδιοργάνωσης του Βυζαντίου από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β’, ο οποίος φρόντισε για την ανόρθωση των κατεστραμμένων φρουρίων της Θεσσαλίας.
Την εποχή του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1082-1118 μ.Χ.), οι Νορμανδοί με ηγεμόνα τον Βοημούνδο, λεηλάτησαν την περιοχή και πολιόρκησαν για μεγάλο διάστημα τη Λάρισα, αλλά οι επιθέσεις τους αντιμετωπίσθηκαν επιτυχώς με την εκστρατεία του Αλεξίου το 1083 μ.Χ.
Τον 12ο αιώνα αρχίζει η διάσπαση της κεντρικής οργάνωσης του κράτους και η εμφάνιση μικρών περιφερειών με διάφορα ονόματα. Το σύστημα αυτό διαδόθηκε στη Θεσσαλία, η οποία έχοντας τεράστιες πεδινές εκτάσεις προκάλεσε το ενδιαφέρον των ισχυρών της εποχής.

Οθωμανική περίοδος

Το φρούριο Μπεζεστένι
Η παρακμή που επικράτησε το 14ο αιώνα διευκόλυνε την εδραίωση της οθωμανικής κυριαρχίας με διάφορους Έλληνες και ξένους δυνάστες να εκμεταλλεύονται οικονομικά μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού. Η οθωμανική κυριαρχία συνέβαλε στο μαρασμό της ήδη παρηκμασμένης οικονομίας, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να μετακινηθεί προς τα ορεινά για μεγαλύτερη ασφάλεια, μακριά από την οθωμανική εξουσία. Το 1881 η Θεσσαλία ελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό και προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος. Μέχρι την προσάρτηση της Θεσσαλίας η πόλη έφερε το όνομα Γενί Σεχίρ Φενερί, σε αντιδιαστολή με τη Γενί Σεχίρ Εγιαλετή που αποτελούσε το όνομα της ευρύτερης περιοχής, περίπου του σημερινού νομού.

Σύγχρονη ιστορία

Στην πόλη της Λάρισας και στις γειτονικές περιοχές εγκαταστάθηκε τεράστιος πληθυσμός προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, την Μικρά Ασία, την Καππαδοκία και τον Πόντο με αποτέλεσμα την δημιουργία νέων γειτονιών σε διαστάσεις μικρών πόλεων. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η πόλη υπέστη μεγάλες καταστροφές από τους βομβαρδισμούς των ιταλικών αεροπλάνων το 1941.

Αξιοθέατα – Πολιτιστικοί χώροι

Στην πόλη υπάρχουν πολλά σημαντικά μνημεία της αρχαιότητας, της βυζαντινής και της οθωμανικής περιόδου. Στο κομμάτι του ιστορικού κέντρου που περιλαμβάνει την ευρύτερη περιοχή από τον λόφο του Φρουρίου εως και την κεντρική πλατεία και από την πλατεία Λαού μέχρι το ποτάμι, βρίσκεται ένα τμήμα της παλιάς Λάρισας, κυρίως της παλιάς αγοράς, με παλαιά κτήρια που στεγάζουν εμπορικά καταστήματα, ταβέρνες και καφέ-μπαρ. Σε αυτό το κομμάτι της πόλης βρίσκονται συγκεντρωμένα τα σημαντικότερα ιστορικά μνημεία της. Ο λόφος του Φρουρίου είναι ο χώρος στον οποίο έχουν βρεθεί οι πρώτες ενδείξεις κατοίκησης της πόλης από τη νεολιθική ακόμα περίοδο και ο οποίος αποτέλεσε την αρχαία ακρόπολη της πόλης. Κατά την βυζαντινή περίοδο ήταν το θρησκευτικό κέντρο και κατά την οθωμανική, εμπορικό και αμυντικό κέντρο. Σήμερα σώζονται τα εξής μνημεία: Α’ Αρχαίο θέατρο, Τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική, Παλαιοχριστιανικό λουτρό, Μεσοβυζαντινός ναός, Μπεζεστένι. Επίσης ευρήματα από την αρχαία ακρόπολη της Λάρισας έχουν βρεθεί σε ανασκαφές στον λόφο. Στην βόρεια πλευρά του λόφου σε σημείο με θέα προς το ποτάμι και την βόρεια πλευρά της πόλης, βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Αχιλλείου, πολιούχου της Λάρισας.

Αρχαία μνημεία

  • Α΄ Αρχαίο θέατρο Λάρισας. Χτισμένο τον 3ο αιώνα π.Χ., στη νότια πλευρά του λόφου Φρούριο, όπου κατά την αρχαιότητα δέσποζε η οχυρωμένη ακρόπολη της πόλης, είναι ένα από τα σημαντικότερα και μεγαλύτερα θέατρα της περιόδου. Εκτός από τη χρήση του για ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων χρησιμοποιήθηκε και για τις συνελεύσεις του κοινού των Θεσσαλών. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο μετατράπηκε σε αρένα, και έγινε μεταφορά των θεατρικών δρώμενων της πόλης στο Β΄ Αρχαίο θέατρο. Οι ανασκαφές το έφεραν στην επιφάνεια στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το Α’ Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας οικοδομήθηκε το α’ μισό του 3ου αι. π.Χ. στα χρόνια του βασιλιά της Μακεδονίας Αντιγόνου Γονατά με προσανατολισμό προς την αρχαία αγορά στο σημείο των σημερινών περίπου πλατειών Κεντρικής και Ταχυδρομείου. Στο Αρχαίο Θέατρο πραγματοποιούνταν λατρευτικές εκδηλώσεις, θεατρικά έργα, μουσικά δρώμενα, ωδικοί αγώνες και πολιτικές εκδηλώσεις που σχετίζονται με το κορυφαίο διοικητικό όργανο της πόλης, το Κοινό των Θεσσαλών. Σύμφωνα με αρχαιολογικές ενδείξεις και επιγραφές φέρεται σε κάποιο χώρο κοντά στο θέατρο να υπήρχε το ιερό του Διόνυσου. Το μνημείο έχει τα χαρακτηριστικά του ελληνιστικού θεάτρου με τα τρία βασικά στοιχεία: κοίλο, ορχήστρα, σκηνή. Κοίλο του αρχαίου θεάτρου αποτελούσε η πλαγιά του λόφου «Φρούριο». Ένας διάδρομος, το διάζωμα, για την διακίνηση των θεατών χωρίζει το κοίλο σε δύο τμήματα, το κυρίως θέατρο και το επιθέατρο. Το Α΄ Αρχαίο Θέατρο αποτελεί μεγαλοπρεπές οικοδόμημα και υπολογίζεται πως είχε χωρητικότητα περίπου 12.000 θεατών. 
  • Β΄ Αρχαίο θέατρο Λάρισας. Πρόκειται για το θέατρο που αντικατέστησε το Α΄ Αρχαίο θέατρο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Είναι κτισμένο στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου Πευκάκια, που όμως δεν υπάρχει σήμερα λόγω ισοπέδωσής του λόφου το 1950 για πολεοδομικούς λόγους. Η ανακάλυψή του έγινε το 1978 κατά τη διάρκεια εκσκαφής για ανέγερση οικοδομής. Οι αρχαιολόγοι το ανέσκαψαν οριστικά το 1985 -1986 και έφεραν στο φως τη σκηνή, την ορχήστρα, το κοίλο, καθώς και τη δεξιά πάροδο και τμήμα της αριστερής. Το κοίλο του θεάτρου χωρίζεται με δεκατέσσερις κλίμακες σε δεκατρείς κερκίδες. Δύο σειρές εδωλίων αντιστοιχούν σε κάθε κερκίδα. Στο υπόλοιπο τμήμα του υπήρχαν τοποθετημένα ικρία. Η διάμετρος της ορχήστρας υπολογίζεται σε 29,70 μ. Από τις τρεις βαθμίδες σώζεται η βάση και η κατώτερη βαθμίδα. Στα νότια της έχει αποκαλυφθεί μαρμάρινος κυβόλιθος, ενώ τα μάρμαρα που χρησιμοποιήθηκαν για τα εδώλια και τις κλίμακες του κοίλου αποτελούνται από χρησιμοποιημένο οικοδομικό υλικό παλιότερου κτιρίου. Εικάζεται πως το Β΄ Αρχαίο Θέατρο εξυπηρετούσε συγκεκριμένες πολιτιστικές ανάγκες των Λαρισαίων πολιτών και αποτελεί τον ιδανικό χώρο για το ανέβασμα ποιοτικών καλλιτεχνικών δρωμένων, όπως το 1987 που ανέβηκε η τραγωδία «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Ακολούθησαν παραστάσεις του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας, όπως οι «Χοηφόροι» του Αισχύλου (1992) και ο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή (2004). Λόγω οικονομικής δυσπραγίας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ η μαρμάρωσή του και συνεπώς το κοίλον διαθέτει μόνο δύο σειρές μαρμάρινων εδωλίων.
  • Αναθηματική στήλη Ποσειδώνα. Το μνημείο του Ποσειδώνα βρίσκεται στη συμβολή των οδών Δήμητρας και Νίκης. Αποκαλύφθηκε όρθιο στην αρχική του θέση το καλοκαίρι του 1955, μετά από μικρή ανασκαφή που διεξήγαγε ο αρχαιολόγος Νίκος Βερδελής. Πρόκειται για αναθηματική στήλη από λευκό μάρμαρο με διαστάσεις, ύψους 2,63 μ. και πλάτους 0,50 μ. Η στήλη στεφανώνεται από αέτωμα. Ήταν στερεωμένη μέσα σε ορθογώνια μαρμάρινη πλίνθο, η οποία στηριζόταν σε λίθινο υπόβαθρο. Στο μέσο της περίπου είναι χαραγμένη η τρίστιχη επιγραφή: «Ποτείδωνι Κρανναίωι Πυλαίωι» (η κρήνη, στην αχαϊκή – αιολική διάλεκτο στην οποία είναι χαραγμένη η επιγραφή, λέγεται κράν(ν)α, λέξη από την οποία προέρχεται το επίθετο Κρανναίος). Η στήλη χρονολογείται στις αρχές του 4ου αι.π.Χ. και με αυτή οι Θεσσαλοί τίμησαν τον Ποσειδώνα ως θεό των πηγαίων υδάτων. Το 2010 αποφασίστηκε, λόγω της μεγάλης αξίας του μνημείου, αυτό να μεταφερθεί σε μουσειακό χώρο και στη θέση του να τοποθετηθεί ακριβές αντίγραφο μαζί με πινακίδες με πληροφορίες τόσο για το ίδιο όσο και για την ανασκαφή του και ευρύτερα την περιοχή.

Βυζαντινά Μνημεία

Μωσαϊκά της βασιλικής του Αγίου Αχιλλίου
  • Βασιλική Αγίου Αχιλλίου, η βασιλική αυτή βρίσκεται στον λόφο του Φρουρίου. Πιθανολογείται πως πρόκειται για την πρώτη εκκλησία της πόλης, αφιερωμένη στον πολιούχο Άγιο Αχίλλειο (ή Αχίλλιο), πρώτο μητροπολίτη της πόλης. Χτίστηκε τον 6ο μ.Χ. αιώνα, πάνω σε τάφο που ανήκει στον Άγιο Αχίλλειο και υπάρχει ακόμη. Σήμερα διατηρείται μόνο στο επίπεδο της θεμελίωσης, Ο νάρθηκας κοσμείται με βυζαντινό ψηφιδωτό δάπεδο.
  • Παλαιοχριστιανικά λουτρά (βαλανεία), έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορα σημεία του ιστορικού κέντρου της πόλης. Σε καλή διατήρηση βρίσκονται αυτά στην πλατεία Μπλάνα και στην πλατεία Λαμπρούλη.
    • Το Λουτρό της πλατείας Μπλάνα χρονολογείται στον 5ο αι. μ.Χ. Διέθετε τρεις χώρους και φαίνεται να σχετίζεται με το εκκλησιαστικό συγκρότημα της βασιλικής της οδού Κύπρου, λόγω του μεγέθους του και της γειτνίασής του με αυτήν. Θεωρείται πιθανό πως σταμάτησε να λειτουργεί μετά την ολοκλήρωση της παλαιοχριστιανικής οχύρωσης.
    • Το Λουτρό της πλατείας Λαμπρούλη πιθανώς εντάσσεται σε κτιριακό συγκρότημα που σχετίζεται με τη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, καθώς βρίσκεται στα βορειοανατολικά της. Ήταν μικρό λουτρό με δύο χώρους, χρονολογούμενο στον 6ο αι. μ.Χ. 
  • Βυζαντινός ναός. Μονόχωρος με περίστωο ναός, κτισμένος στα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Από τη βασιλική προέρχεται τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου, βάσεις και κορμοί κιόνων από τις κιονοστοιχίες της. Ο ναός διατηρείται στο επίπεδο σχεδόν των θεμελίων με υπολείμματα δαπέδων από πήλινες πλάκες στο εσωτερικό των κογχών του Ιερού Βήματος. Στην κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε άφθονο αρχαίο υλικό. Εκτεταμένο νεκροταφείο από κιβωτιόσχημους και κεραμοσκεπείς καλυβίτες τάφους αποκαλύφθηκε μέσα και γύρω από το ναό. Στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική γωνία του περιστώου ήταν ενσωματωμένα δύο καμαρωτά οστεοφυλάκια, από τα οποία διατηρείται το νότιο. Ο αρχικός μονόχωρος ναΐσκος χρονολογείται στον 10ο αι., ενώ η προσθήκη του περιστώου στον 12ο αι. Βυζαντινά νεκροταφεία εντοπίστηκαν σε διάφορα σημεία της σημερινής πόλης, όπως στο κέντρο και στις παρυφές της, στη συνοικία Ταμπάκικα, στην οδό Αεροδρομίου, στην οδό Νικηταρά και στη συνοικία Ιπποκράτη.
  • Ιουστινιάνεια οχύρωση. Η οχύρωση αυτή, εποχής αυτοκράτορα Ιουστινιανού (6ος αιώνας π.Χ.), περιέκλειε μικρή έκταση γύρω από το λόφο του Φρουρίου και μικρή έκταση στα νότια μέχρι και τη σημερινή Κεντρική Πλατεία. Πρόκειται για ισχυρή οχύρωση, από τείχος (πάχ. 2,20-2,40μ.) και προτείχισμα (πάχ. 1μ.), ενισχυμένα με πύργους. Μεταξύ του τείχους και του προτειχίσματος παρεμβάλλεται τάφρος, πλάτους 15μ. Τμήματά της έχουν έρθει στο φως μετά από σωστικές ανασκαφές των τελευταίων χρόνων και βρίσκονται σε διάφορα σημεία του κέντρου της πόλης.
    • Στην Πλατεία Αγαμέμνονα Μπλάνα, όπου μετά από ανασκαφές για τη δημιουργία υπόγειου χώρου στάθμευσης αποκαλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος της οχύρωσης μήκους 30 μέτρων μαζί με λουτρό της ίδιας εποχής, τα οποία ανέβηκαν στη στάθμη της σημερινής πόλης και ενσωματώθηκαν στην πλατεία. Τα ευρήματα μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια εικόνα για την ανατολική οχύρωση της πόλης στην παλαιοχριστιανική περίοδο, καθώς το τείχος τοποθετήθηκε αυτούσιο με τους πύργους και το προτείχισμα που το περιέβαλε.
    • Στην οδό Λαπιθών όπου στο υπόγειο πολυκατοικίας βρίσκεται τμήμα του τείχους και τετράγωνος οχυρωματικός πύργος που προστέθηκε σε δεύτερη φάση για ενίσχυσή του και ανήκει πιθανότατα στην ανακαίνιση της εποχής του Ιουστινιανού. Το τείχος δεν είναι ορατό, αλλά υπάρχει ενημερωτική πινακίδα στην είσοδο της πολυκατοικίας.
  • Στην συμβολή των οδών Δήμητρας και Νίκης όπου ήρθε στο φως μεγάλο τμήμα από το προτείχισμα, καθώς και τμήμα ρωμαϊκού δρόμου πιθανόν τμήμα cardo (κάθετου οδικού άξονα) του ρωμαϊκού πολεοδομικού ιστού, παράλληλου προς τον άξονα που σχηματίζουν οι σημερινές οδοί Δήμητρας, Ερμού και Ρούσβελτ. Κατά μήκος της δυτικής πλευράς του ρωμαϊκού δρόμου αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα που ανήκουν σε μία στοά, τμήματα τεσσάρων οικιών που χτίστηκαν στα μέσα του 5ου αι. στον χώρο της στοάς, ενώ ο δρόμος εξακολουθούσε να είναι σε χρήση και το περιτείχισμα της ιουστινιάνειας οχύρωσης της Λάρισας. Τα ευρήματα συνιστούν τμήμα μιας γειτονιάς από τις ανατολικές συνοικίες της Λάρισας, στους πρόποδες του λόφου της ακρόπολης. Η στοά έχει μήκος 18,80 μ. και πλάτος 5 μ. η στέγη της στηριζόταν σε κιονοστοιχία από την οποία διατηρούνται οι τρεις λιθόκτιστες υποθεμελιώσεις των βάσεων των κιόνων. Χρονολογείται στον 4ο αι. μ. Χ. Το περιτείχισμα της ιουστινιάνειας οχύρωσης σώζεται σε μήκος 18 μ., πάχος 1,10 μ. και ύψος από 0,60 μ. – 0,90 μ. Στα μέσα του 6ου αι. οι οικίες εγκαταλείπονται καθώς από το σημείο αυτό διέρχεται η νέα – ιουστινιάνεια – οχύρωση και συγκεκριμένα το προτείχισμα αυτής. Ο δρόμος και τα σπίτια σταδιακά καλύπτονται με επιχώσεις. Το 12ο αι. εκτός του τειχισμένου χώρου ανεγείρονται σπίτια, όπως υποδηλώνεται από τμήμα μεσοβυζαντινής οικίας δίπλα στο δρόμο. 
    • Στην οδό Αλεξάνδρου Παπαναστασίου όπου αναδείχθηκαν υπολείμματα του τείχους της Λάρισας στα θεμέλια πολυκαταστήματος στην Κεντρική Πλατεία. Πρόκειται για τμήμα ευθύγραμμου τείχους και τους δύο ορθογώνιους πύργους της παλαιοχριστιανικής οχύρωσης της Λάρισας που αποκαλύφθηκαν στην ανατολική και στη δυτική πλευρά του οικοπέδου επί της οδού Παπαναστασίου 52 και της Κύπρου και φτάνει συνολικά στα είκοσι ένα μέτρα ενώ έχει πλάτος πάνω από δύο μέτρα διατηρημένο σε πολύ χαμηλό ύψος. Τα ευρήματα θεωρούνται ίδιας εποχής και μέρος του ίδιου συνόλου, με αυτά που βρέθηκαν στο υπέδαφος της πλατείας Αγαμέμνονα Μπλάνα.
  • Κεντρική δεξαμενή Λάρισας του 3ου αιώνα μ.Χ. Αποκαλύφθηκε το 2003 στην οδό Μανωλάκη της Λάρισας, στο υπόγειο μιας οικοδομής κατά τις ανασκαφές. Αποτελούσε την κεντρική δεξαμενή της Λάρισας κατά την ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο. Οι διαστάσεις της είναι 20 με 33 μέτρα και η χωρητικότητα της 2.350 κ.μ., περίπου. Χρησίμευε για τον καθαρισμό του νερού στην πρώιμη Βυζαντινή εποχή. Το μέγεθός της και η χωρητικότητά της την κατατάσσουν ανάμεσα στα μεγάλα δημόσια κοινωφελή έργα που υλοποιήθηκαν στη Λάρισα κατά την όψιμη ρωμαϊκή περίοδο και συνέβαλαν αναμφίβολα στην ανάδειξή της σε πρωτεύουσα της Επαρχίας Θεσσαλίας στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (285-305). Αποτελείται από τρεις καμαροσκεπείς ορθογώνιους χώρους, μέγιστου ύψους 6μ., που επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω στενών τοξωτών ανοιγμάτων. Πρόκειται για ιδιαίτερο οικοδόμημα που χαρακτηρίζεται από την τήρηση των αναλογιών και την επιμέλεια της κατασκευής. Οι ισχυροί τοίχοι του κτιρίου είναι κτισμένοι με αργολιθοδομή που ενισχύεται από ζώνες πλινθοδομής. Στην πρόσοψή της διαμορφώνεται το πολυτελές νυμφαίο με τις ορθογώνιες και ημικυκλικές κόγχες που χρησίμευαν για την τοποθέτηση αγαλμάτων τα οποία σχετίζονταν με την φύση και το νερό. Η πρόσοψη της δεξαμενής και το νυμφαίο έφεραν επένδυση από μαρμάρινες πλάκες λευκού και πράσινου χρώματος, οι οποίες αποκολλήθηκαν επιμελώς μετά από την καταστροφή και εγκατάλειψη του κτιρίου. 
ilarissa.gr της Φανής Γιαννιώτη
Με πληροφορίες από wikipedia και μέρος των φωτογραφιών από την σελίδα του 7ου Γυμνασίου Λάρισας

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΑΛΗ


ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΑΛΗ
Το ζαχαροπλαστείο του Κόκκαλη στη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Κούμα. Αριστερά μέρος από το ξενοδοχείο και καφενείο «Πανελλήνιον» και δεξιά το κτίριο του Γεωργίου Νικόδημου, όπου στεγαζόταν η Νομαρχία Λαρίσης. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Δημητρακόπουλου. Φωτογραφία του 1930 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές στα διάφορα κτίρια τα οποία περιτριγύριζαν την Κεντρική πλατεία της Λάρισας, το πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης ανέκαθεν. Δεν έχουμε αναφέρει όμως πολλά λόγια για το ισόγειο κτίσμα το οποίο καταλάμβανε τη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου σήμερα) και Κούμα, το οποίο ήταν από τα τελευταία που κατεδαφίσθηκε μεταπολεμικά (1977) στην περιοχή της πλατείας, για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή.
Ήταν κτιριακά ένα ταπεινό κτίσμα, το οποίο καθ' όλη τη μακροχρόνια διάρκεια της λειτουργίας του από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1977, νοικιαζόταν σε καταστηματάρχες οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν συνήθως ως ζαχαροπλαστείο. Στις αρχές του 20ού αιώνα είχε γίνει ευρύτατα γνωστό ως ζαχαροπλαστείο του Κόκκαλη. Ήταν ένα από τα παλαιότερα της Λάρισας, και ίσως το δημοφιλέστερο στη μαθητική νεολαία της εποχής.
Ο Γεώργιος Κόκκαλης προερχόταν από φτωχή οικογένεια και σε νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε αναζητώντας τη «γη της επαγγελίας», την οποία βρήκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, Αμερική και Αίγυπτος πρόσφεραν τη δυνατότητα σε πολλούς νέους της χώρας μας να βρουν την τύχη τους, εργαζόμενοι σκληρά σε ξένες χώρες. Την Αίγυπτο είναι γνωστό ότι την επέλεγαν πολλοί Πηλιορείτες και κοντά σ' αυτούς ακολούθησε και ο Κόκκαλης. Εκεί εργάσθηκε για κάποια χρόνια σκληρά σε κατάστημα ζαχαροπλαστικής και όταν πλέον διαπίστωσε ότι ήταν έτοιμος, γύρισε στην Ελλάδα για να ανοίξει δικό του κατάστημα και να κάνει οικογένεια.
Εγκαταστάθηκε στη Λάρισα και εδώ θέλησε να ασκήσει την τέχνη που έμαθε στην Αλεξάνδρεια. Μίσθωσε το μεγαλύτερο μέρος από ένα ισόγειο κατάστημα της Κεντρικής πλατείας, στη γωνία Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Κούμα, ακριβώς δίπλα και σε επαφή με το ξενοδοχείο και καφενείο "Πανελλήνιον". Το οίκημα είχε πρόσοψη επί της Κούμα και η μία πόρτα, αυτή που ήταν δίπλα από την είσοδο του διπλανού ξενοδοχείου, οδηγούσε στο Συμβολαιογραφείο του Αγαθάγγελου Ιωαννίδη[1]. Ο Κώστας Περραιβός, βαθύς γνώστης της Λάρισας του Μεσοπολέμου, αναφέρει ότι ο εν λόγω συμβολαιογράφος ήταν πεθερός του αλευροβιομήχανου Φώτη Παππά[2]. Ο εσωτερικός χώρος του ζαχαροπλαστείου του Κόκκαλη ήταν σχετικά μικρός, αλλά αρκετός για να χωρέσει την πελατεία του, η οποία κατά ένα μεγάλο ποσοστό αποτελούνταν από μαθητές του Γυμνασίου. Καθώς τελείωναν την προετοιμασία τους για τα μαθήματα της επόμενης ημέρας, αρκετοί εξ αυτών συγκεντρώνονταν εδώ τις βραδινές ώρες, καθώς ήταν το μοναδικό σημείο της πόλης στο οποίο επιτρεπόταν στους μαθητές του Γυμνασίου[3] όχι μόνο να το επισκέπτονται, αλλά και να συχνάζουν "συναινέσει και εγκρίσει του Συλλόγου των αξιοτίμων κ. κ. καθηγητών, ένεκα της ανεπιλήπτου συμπεριφοράς του ζαχαροπλάστου κ. Γεωργίου Κόκκαλη", όπως έγραφαν οι χρονογράφοι των εφημερίδων στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο καταστηματάρχης παρακολουθούσε τη συμπεριφορά τους, τις διάφορες συζητήσεις οι οποίες θα έπρεπε να περιστρέφονται σε θέματα τα οποία αφορούσαν τον σχολικό τους χώρο και να μην εκτρέπονται σε απρέπειες. Με τους περιοριστικούς αυτούς όρους τα μαθητικά τους αστεία και η κριτική στους καθηγητές τους ήταν ελεγχόμενα και μόνον σιωπηρά εξομολογούντο τις εφηβικές τους ανησυχίες.
Είναι γνωστό στους παλιούς Λαρισαίους ότι μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το σώμα των καθηγητών κάθε σχολείου παρακολουθούσε τη διαγωγή των μαθητών όχι μόνο στις αίθουσες και στον αύλειο χώρο κατά τις ώρες λειτουργίας του, αλλά και εξωσχολικά. Υπήρχαν στην αρχή οι λεγόμενοι παιδονόμοι, τους οποίους κατόπιν τους είπαν επιστάτες ή κλητήρες, οι οποίοι είχαν ως καθήκον να παρακολουθούν τους μαθητές και κατά τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας κυρίως σε πολυσύχναστους και ακατάλληλους για τους νέους χώρους (καφενεία, κέντρα, θέατρα, κινηματογράφοι, κλπ.). Τα άτομα αυτά αποτελούσαν τον φόβο και τον τρόμο των μαθητών, γιατί όταν οι τελευταίοι κατά τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες αθετούσαν τις παραινέσεις και οδηγίες των καθηγητών και παρεκτρέπονταν, αναφέρονταν στη σχολική επιτροπή και το γεγονός αυτό είχε δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στη βαθμολογία των μαθημάτων όσο και στη διαγωγή τους.
Αναφερόμαστε στους μαθητές αποκλειστικά, γιατί παρεκτροπές μαθητριών τα παλιά χρόνια ήταν αδιανόητες. Η εξωσχολική τους δραστηριότητα βρισκόταν πάντα υπό την αυστηρή εποπτεία της οικογένειας και περιοριζόταν μόνον κατά τις Κυριακές και τις εορτές, όταν η οικογενειακή έξοδος κατέληγε σε κάποια ανεπίληπτα ζαχαροπλαστεία. Σαν τέτοια λογίζονταν το "Κυβέλεια" των αδελφών Βρεττόπουλου, το οποίο βρισκόταν στην οδό Ακροπόλεως (απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο "Διβάνη Παλλάς") ή στα καφεζαχαροπλαστεία της Κεντρικής πλατείας (Ντορέ, Πανελλήνιον, Παράδεισος, Παλάκα κ.ά.), για να απολαύσουν οικογενειακώς τις καταπληκτικές "πάστες" τους.
Ο Γεώργιος Κόκκαλης συντηρούσε μόνος του το ζαχαροπλαστείο. Κατασκεύαζε τα γλυκά, καθάριζε το κατάστημα, έπαιρνε παραγγελίες και σερβίριζε. Ήταν μικρό το μαγαζί και τον χειμώνα δεν είχε ανάγκη βοήθειας. Το καλοκαίρι όμως, λόγω θέσεως, άπλωνε τραπεζοκαθίσματα στο πεζοδρόμιο, σε ένα τμήμα της οδού Κούμα[4] και στην πλατεία, οπότε ο ίδιος έμενε μέσα και για την εξυπηρέτηση των πελατών προσλάμβανε σερβιτόρους.
Κάποια στιγμή ο Κόκκαλης κατάλαβε ότι πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε, άρχισαν να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις και η εξυπηρέτηση των μαθητών δεν ήταν η πρέπουσα. Από την άλλη οι τελευταίοι άρχισαν να αραιώνουν, καθώς τα αυστηρά μέτρα του σχολείου ατόνησαν και έτσι είχαν την ευκαιρία να βρουν νέα και σύγχρονα "στέκια" για τις συναντήσεις τους. Αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων ο Κόκκαλης να παραδώσει τη σκυτάλη του καταστήματος στον Βασίλη Μέγα, ο οποίος συνέχισε και αυτός τη λειτουργία του ως ζαχαροπλαστείου. Ο Μέγας είχε το χάρισμα να είναι σπουδαίος στην τέχνη της ζαχαροπλαστικής και τα γλυκά του ήταν περιζήτητα σε όλη την πόλη. Το 1977 το μικρό αυτό κτίσμα κατεδαφίσθηκε και μαζί του ενταφιάσθηκαν οι αναμνήσεις περίπου ενός αιώνος που το συνόδευαν.
Κατά διαστήματα το ζαχαροπλαστείο είχε διαφορετικές ονομασίες. Όταν το είχε ο Κόκκαλης δεν μπόρεσα να εντοπίσω ποια ήταν η ονομασία του. Όμως από παλιές φωτογραφίες, από διαφημίσεις στον τοπικό Τύπο και από μεγάλους σε ηλικία Λαρισαίους μαθαίνουμε ότι το συγκεκριμένο ζαχαροπλαστείο ονομαζόταν πότε "Γαλλικόν", άλλοτε "Ελληνικόν" και άλλες ονομασίες που μπορεί οι αναγνώστες της εφημερίδας να θυμούνται και να μας το αναφέρουν στο τηλέφωνο 2410 287450.
Στη φωτογραφία που δημοσιεύεται διακρίνεται μόνον η επιγραφή "Ζαχαροπλαστείον", ενώ ο τίτλος του καλύπτεται από τα δένδρα της πλατείας και δεν μπορεί κανείς να έχει μια πλήρη εικόνα της μορφής του.
-------------------------------------------------
[1]. Ο Αγαθάγγελος Ιωαννίδης ήταν από τους πρώτους συμβολαιογράφους της Λάρισας. Εγκαταστάθηκε στην πόλη μας στις αρχές του 1882. Άλλαξε πολλές φορές συμβολαιογραφικό γραφείο και το 1891 στεγάσθηκε σε κατάστημα ιδιοκτησίας του παντοπώλη Αναστασίου Αποστολίδη, το οποίο βρισκόταν "παραπλεύρως της πλατείας Σεραγίου", δηλ. της σημερινής Κεντρικής πλατείας, η οποία ονομαζόταν Σεραγίου από την παρουσία εντός του χώρου της του τουρκικού Διοικητηρίου, το οποίο αργότερα έγινε το "Θέμιδος Μέλαθρον" δηλ. το Δικαστικό Μέγαρο. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Αγαθάγγελος Α. Ιωαννίδης (1856-1927). Δικηγόρος και συμβολαιογράφος της Λάρισας, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 2017.
[2]. Βλέπε: Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός), Η Λάρισα που χάθηκε, Το ανεπίληπτο ζαχαροπλαστείο του Κόκκαλη, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 9ης Μαΐου 1977. Την πληροφορία αυτή δεν την επιβεβαιώνει ο Αλέξανδρος Γρηγορίου στη δημοσίευση που αναφέρεται στην προηγούμενη σημείωση.
[3]. Κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ήταν το μοναδικό Γυμνάσιο της Λάρισας και ως εκ τούτου ήταν μεικτό, αν και οι άρρενες μαθητές του αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία, ενώ οι μαθήτριες ήταν στην αρχή απούσες ή ελάχιστες.
[4]. Το μισό κατάστρωμα της οδού Κούμα τις απογευματινές και βραδινές ώρες έμενε κενό από όλα στη σειρά τα καφεζαχαροπλαστεία (Κόκκαλη, Πανελλήνιον, Παλλάδιον) ώστε να επιτρέπεται η βόλτα από παρέες νεαρών κυρίως ατόμων, από αγόρια και κορίτσια. Επί ώρες ολόκληρες ανεβοκατέβαιναν με σιγανό βάδισμα τη διαδρομή από την οδό Παπαναστασίου μέχρι τη Μ. Αλεξάνδρου, ελπίζοντας να συναντήσουν τα βλέμματα μιας αδελφής ψυχής. Η διαδρομή αυτή είχε πάρει την ονομασία "νυφοπάζαρο" και είχε μείνει ιστορική ακόμα και κατά τα μεταπολεμικά χρόνια.


Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019


Κένταυροι

Η Θεσσαλία του Μύθου
Α’ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ: Οι Κένταυροι κατά μία εκδοχή εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μυθικής Θεσσαλίας, από την ένωση του Ιξίωνα και της Νεφέλης. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή γι’ αυτούς. Σύμφωνα μ’ αυτήν,όταν ο Ιξίων ήταν ακόμα βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας, ένα κοπάδι εξαγριωμένων ταύρων, που είχαν καταφύγιο στο Πήλιο, άρχισε να εξορμά και να καταστρέφει τις αγρο-
τικές καλλιέργειες των Θεσσαλών. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ιξίων, επικήρυξε τους ταύρους, υποσχόμενος μεγάλες αμοιβές. Τότε παρουσιάστηκε μια ομάδα δυνατών νέων που επέβαιναν σε άλογα. Αυτοί λοιπόν με τα ακόν-
τιά τους και τα τόξα τους εξολόθρευσαν τους ταύρους. Γίνονται λοιπόν στον μύθο οι πρώτοι που επινόησαν την «ιππικήν τέχνην» και πήραν την ονομασία Ιπποκένταυροι ή Κένταυροι (από το «κεντώ»- τρυπώ και το «ταύρος»),επειδή κέντησαν ή τρύπησαν (χτύπησαν) τους ταύρους. Εδώ βλέπουμε ότι ο μύθος ουσιαστικά καλύπτει, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι μύθοι, ένα ιστορικό γεγονός: την εξημέρωση των αλόγων. Οι Κένταυροι παρουσιάζονταν από τη μέση και πάνω σαν άνθρωποι και στο κάτω μέρος σαν άλογα (ίπποι). Αρχικός
τόπος κατοικίας τους ήταν οι νότιες υπώρειες της Όσσας και η περιοχή του Πηλίου ως το Τισσαίον όρος, λίγο πιο βόρεια από το σημερινό Τρίκερι. Αργότερα, στην τελευταία φάση της μυθικής μεταομηρικής εποχής, τους εν-
τοπίζουμε στη νότια Πελοπόννησο, όπου είχαν καταφύγει, κυνηγημένοι από τον Ηρακλή,κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας μέχρι και το όρος Πάρνωνας. Θεωρούνταν κακόψυχοι, κλέφτες και μισάνθρωποι, πλην ελαχίστων εξαι-
ρέσεων, όπως αυτή του μυθικού δασκάλου του Αχιλλέα, Κενταύρου Χείρωνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα του Κενταύρου Νέσσου, γνωστού από τον θάνατο του Ηρακλή,δόθηκε σε λίμνη της ανατολικής Θεσσαλίας (Νεσσωνίτις).
Β’ ΚΕΝΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ: Επόμενος βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας είναι ο Πειρίθους.Στα χρόνια της βασιλείας του οι Κένταυροι είχαν επεκταθεί σε όλη την περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, από τη λίμνη Βοιβηίδα μέχρι τις ακτές του Αιγαίου. Στη γαμήλια εορτή του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια,
την κόρη του Άτραγα, ήρθαν ως καλεσμένοι πολλοί, ανάμεσά τους και οι Κένταυροι, καθώς και ο αδελφικός φίλος του Πειρίθου, ο γνωστός Θησέας. Όμως, αυτός ο γάμος έμελλε να γίνει η αφορμή του μακροχρόνιου πολέμου
Λαπιθών - Κενταύρων, που έμεινε γνωστός με το όνομα Κενταυρομαχία.      Στο τραπέζι αυτό του γάμου, κι ενώ οι συνδαιτημόνες είχαν έρθει σε κατάσταση ευθυμίας, ένας από τους σημαντικότερους Κενταύρους, ο Ευρυτίων,έχοντας μεθύσει, προσπάθησε να αρπάξει την ίδια τη νύφη. Όμως ο Θησέας κατάφερε με αποφασιστική γρηγοράδα να διασώσει την Ιπποδάμεια. Οι υπόλοιποι Κένταυροι, επειδή φοβήθηκαν τα αντίποινα που θα ακολουθούσαν, αποχώρησαν απ’ τη Λάρισα. Δυστυχώς ο Ευρυτίων παρέμεινε αιχμάλωτος των Λαπιθών και δέχτηκε ατιμωτική ποινή απ’ αυτούς.
Του κόψανε τη μύτη και τα αυτιά. Μετά από αυτό του επέτρεψαν να φύγει ταπεινωμένος για το Πήλιο. Αυτή ήταν η αφορμή των συγκρούσεων Θεσσαλών - Κενταύρων, που κατέληξε στην οριστική εκδίωξη των τελευταίων, με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ως τη νότια Πίνδο. Αξίζει να αναφέρουμε τα δια-
σωθέντα ονόματα των ηρώων αυτής της σύγκρουσης, όπως διασώθηκαν από αρχαίους συγγραφείς. Απ’ την πλευρά των Λαπιθών: Οιλέας, Εξάδιος, Φάληρος, Πρόλοχος, Μόψος,καθώς και ο φίλος του Πειρίθου Θησέας. Απ’
τους Κενταύρους: Πετραίος, Άσβολος, Άρκτος,Ούρειος, Περιμήδης, Μίμας, Δρύαλος και οι δυο γιοι του Πευκέα.
Γ’ Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΧΕΙΡΩΝ: Αναφερθήκαμε στην ωμότητα και βιαιότητα των Κενταύρων,σημειώνοντας παράλληλα την εξαίρεση του Χείρωνα. Ο Χείρων θεωρούνταν γιος του Κρόνου και της Φιλλύρας και λόγω ακριβώς της πατρικής του καταγωγής ανήκε στη γενιά των θεών. Γεννήθηκε στις όχθες της Βοιβηίδας
λίμνης και ζούσε στο Πήλιο, απομονωμένος απ’ τους άλλους Κενταύρους, στο Χειρώνιον άντρον, δηλαδή σε μια σπηλιά, που βρισκόταν σε μεγάλο ύψομετρο του βουνού. Παντρεύτηκε μια Ναϊάδα, τη Χαρικλώ, και γέννησε τέσσερα παιδιά. Στη σπηλιά του ανατράφηκε και ανδρώθηκε μια σειρά Ελλήνων ηρώων
όπως οι: Ακταίων, Ιππόλυτος, Κέφαλος, Αμφιάραος, Κάστορας και Πολυδεύκης, Νέστορας, Θησέας, Μελέαγρος, Τελαμώνας, Αίαντας,Διομήδης, Οδυσσέας, Πρωτεσίλαος, Ιάσονας και ο κορυφαίος Θεσσαλός ήρωας Αχιλλέας.
Ήταν σοφός, πράος, δίκαιος και αγαπούσε τους ανθρώπους, ενώ ήταν σπουδαίος στην ανακούφιση των πόνων και γενικά στην ιατρική. Βρήκε όμως τον θάνατο απρόσμενα στο ακρωτήρι του Μαλέα από τον Ηρακλή, ο οποίος τον τραυμάτισε κατά λάθος στο γόνατο με βέλος. Παρ’ όλο που ήταν αθάνατος, δεν άντεχε τους πόνους και ζήτησε απ’ τον Προμηθέα να ανταλλάξει την αθανασία του με τη δική του θνητή ζωή. Έτσι έγινε ο Προμηθέας αθάνατος, ενώ τα βάσανα του Χείρωνα πήραν τέλος με τον ηθελημένο θάνατό του.