Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Οι «Βαρελάδες» του Πηνειού


Οι "Βαρελάδες" στη δεξιά όχθη του Πηνειού γεμίζουν τα δοχεία τους με νερό. Επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα αριθ. 246. Περίπου 1910. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΟι "Βαρελάδες" στη δεξιά όχθη του Πηνειού γεμίζουν τα δοχεία τους με νερό. Επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα αριθ. 246. Περίπου 1910. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η φωτογραφία αυτή προέρχεται από το χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο αριθμ. 246 του φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα από τον Βόλο.
Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Στα ρηχά νερά του ποταμού και στα διπλανά χαμηλά σημεία της όχθης διακρίνονται τρία δίτροχα. Στο καθένα απ' αυτά είναι φορτωμένο ένα μεγάλο βαρέλι. Ο ιδιοκτήτης του δίτροχου κατευθύνει το άλογο που το έλκει, προς την κοίτη του ποταμού. Εκεί, με ένα ευρύστομο δοχείο γεμίζει το βαρέλι με νερό, οδηγεί το δίτροχο στην όχθη μέχρι ψηλά στην οδό Καλλιθέας και εν συνεχεία το μεταφέρει στην πόλη για να το πουλήσει σε σπίτι και καταστήματα.
Η Λάρισα, η οποία από αρχαιοτάτων χρόνων διασχίζεται από τον Πηνειό[1], το μεγαλύτερο ποτάμι της Θεσσαλίας, είχε από την περίοδο των χρόνων της τουρκοκρατίας, μέχρι και το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, σοβαρό πρόβλημα ύδρευσης. Οι κάτοικοί της, αν και τα περισσότερα σπίτια είχαν πηγάδια στην αυλή τους, το πόσιμο νερό το εφοδιάζονταν από τον Πηνειό. Η γειτνίαση με τους οικιακούς βόθρους καθιστούσε το νερό των πηγαδιών ακατάλληλο ως πόσιμο και το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά και μόνο για την ατομική και την οικιακή καθαριότητα. Αλλά όμως και το ποταμίσιο νερό δεν ήταν καθαρό, γάργαρο. Οι πηγές του ως γνωστόν ξεκινούσαν από την Πίνδο και στο μακρινό ταξίδι της διαδρομής μέχρι τη Λάρισα δέχονταν κάθε είδους ακάθαρτα υλικά, τα οποία αυξάνονταν καθώς δεχόταν καθ’ οδόν και άλλα από τους παραποτάμους του, οι οποίοι κάθε άλλο παρά καθαροί ήταν. Με την ανακάλυψη των ηλεκτροκίνητων αντλιών τρεις Λαρισαίοι επιχειρηματίες, τα αδέλφια Οικονομίδη και ο Αθανάσιος Κατσαούνης, ανέλαβαν να αντλήσουν το νερό του Πηνειού με ευκολότερο τρόπο. Τοποθέτησαν σωλήνες στο κέντρο της κοίτης του ποταμού, όπου η ροή του ήταν ταχύτερη και ως εκ τούτου το αντλούμενο νερό πιο καθαρό και το αποθήκευαν σε μεγάλες μεταλλικές δεξαμενές που είχαν τοποθετήσει στις όχθες. Οι δεξαμενές αυτές διέθεταν κάνουλες, από τις οποίες οι οδηγοί των δίτροχων γέμιζαν χωρίς κόπο τα βαρέλια με νερό.
Ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πλέον επιτυχημένους δημάρχους της Λάρισας κατά τον 20ό αιώνα και είναι αυτός ο οποίο έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο τρόπο, σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1955[2] περιγράφει με τον δικό του τρόπο και με τη διάλεκτο της εποχής, τη διαδικασία με την οποία υδρεύονταν οι κάτοικοι της πόλης από την τουρκοκρατία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων[3], εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων[4], φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν διά βυτίων, φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς, αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ».
Το νερό μεταφερόταν στην πόλη και με κάποια μικρή οικονομική επιβάρυνση του νοικοκύρη γέμιζαν τα μεγάλα πήλινα δοχεία, τα κιούπια, τα οποία είχε κάθε σπίτι. Τα τελευταία ήταν παραχωμένα μέχρι τον λαιμό τους βαθιά στο χώμα και εκεί αποθηκευόταν. Έπρεπε να περάσουν 2-3 ημέρες για να το χρησιμοποιήσουν καθώς ήταν θολό. Έριχναν πρώτα μέσα στα γεμάτα με νερό δοχεία μικρή ποσότητα στύψης, η οποία σε λίγες ώρες είχε την ικανότητα να καθαρίζει το νερό απ’ όλες τις φερτές ύλες, οι οποίες καθίζαναν στον πυθμένα του δοχείου και το νερό γινόταν διαυγές. Στη συνεχεία τα σκέπαζαν στεγανά, ώστε να διατηρείται απρόσβλητο το περιεχόμενο των δοχείων από σκόνες και διάφορα πτερωτά αντικείμενα. Η κατανάλωση σαν πόσιμο γινόταν έπειτα από δύο περίπου ημέρες, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η καθίζηση. Γι’ αυτό και κάθε κατοικία είχε περισσότερα από ένα κιούπια. Αυτή η διαδικασία μπορεί μεν να εξασφάλιζε στο νερό κάποια καθαρότητα, ουσιαστική όμως αποστείρωση δεν γινόταν, όπως πίστευαν πολλοί, και η υγεία των κατοίκων ήταν επισφαλής. Ο κοιλιακός τύφος και άλλα εντερικά νοσήματα προσέβαλαν περισσότερο τους επισκέπτες και τους περαστικούς από την πόλη, ιδιαίτερα τους στρατιώτες, γιατί οι μόνιμοι κάτοικοι θα έλεγε κανείς ότι το είχαν συνηθίσει. Όμως δεν υπήρχε στη Λάρισα οικογένεια που να μην είχε δοκιμαστεί από την αρρώστια αυτή και πολλοί μάλιστα είχαν χάσει και τη ζωή τους[5].
Το πρόβλημα της ύδρευσης στη Λάρισα λύθηκε το 1930. Ήταν Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, μια βροχερή μέρα πριν 90 χρόνια, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον Υδατόπυργο και τις κεντρικές εγκαταστάσεις ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού στο κτίριο του ΟΥΗΛ, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα υψώνεται το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Έτσι η Λάρισα στον τομέα της ύδρευσης μέσα σε λίγα χρόνια από παράδειγμα προς αποφυγή, έγινε παράδειγμα προς μίμηση και για άλλες πόλεις.
-------------
[1]. Από την εποχή ακόμα της Άννας Κομνηνής (12ος αι.) μέχρι και τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο ο Πηνειός ήταν γνωστός στο ευρύτερο κοινό με την λαϊκή ονομασία Σαλαμπριάς. Οι Οθωμανοί τον ονόμαζαν Κιοστέμ, από παραφθορά της λέξεως Λυκοστόμιο.
[2]. Μιχαήλ Σάπκας. Ιστορικαί αναμνήσεις από την ανασυγκρότησιν και αναμόρφωσιν της Λαρίσης μετά την απελευθέρωσιν από την τουρκοκρατίαν. Τομ. Α’. Ύδρευσις και Ηλεκτροφωτισμός, εν Λαρίση, (Ιούνιος 1955) σ. 23-24. Είναι το ένα από τα δύο βιβλία των πολλών χειρόγραφων αναμνήσεων που κατόρθωσε να εκδώσει. Το άλλο είναι τα Πεπραγμένα του τμήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Λάρισα (1955).
[3]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Οι "Σακατζήδες" της Λάρισας, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 19ης Οκτωβρίου 2014.
[4]. Περίπου 50 κιλά νερό ο κάθε ασκός.
[5]. Κώστας Περραιβός. Σακατζήδες και Βαρελάδες μας πότιζαν, εφ. Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 9ης Μαΐου 1982.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΜΑΡΤΥΡΙΚΕΣ Μ. ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ


Το εσωτερικό του Ιερού Βήματος του κατεστραμμένου μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου από τον σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς της κατοχής. Φωτογραφία Γερμανού στρατιωτικού τον Απρίλιο του 1941. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΤο εσωτερικό του Ιερού Βήματος του κατεστραμμένου μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου από τον σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς της κατοχής. Φωτογραφία Γερμανού στρατιωτικού τον Απρίλιο του 1941. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η πανδημία του κορονοϊού μάς υποχρεώνει να γιορτάσουμε φέτος τη Μ. Εβδομάδα και την Ανάσταση από τα σπίτια μας.
Το οφείλουμε στην κοινωνία, στους συνανθρώπους μας και σ' αυτούς που αγαπάμε. Είναι αλήθεια ότι έτσι ξαφνικά άλλαξε η ζωή μας και διάφοροι περιορισμοί μάς απομάκρυναν από τις συνήθειές μας. Αλλά αργά ή γρήγορα όλα θα περάσουν και θα μπούμε στην κανονική ζωή. Η ιστορία της Λάρισας είναι γεμάτη από λοιμούς, λιμούς, σεισμούς, καταποντισμούς, πυρκαγιές και άλλα φυσικά φαινόμενα. Και όμως τα ξεπέρασε όλα και σήμερα στέκεται σεμνή και όμορφη να αντιμετωπίζει όπως πρέπει μια ακόμη επιδημία [1].
Στο σημερινό σημείωμα θα περιγράψουμε δύο επώδυνες στιγμές στην ιστορία της παλιάς Λάρισας, οι οποίες έτυχε να συμβούν κατά τη Μ. Εβδομάδα και το Πάσχα στις χρονιές 1897 και 1941 και της στέρησαν, όπως και φέτος, τη χαρά να γιορτάσει σε μια έρημη πόλη, είτε από φυγή είτε από εγκλεισμό στα σπίτια.
-- Αρχές Απριλίου του 1897 άρχισαν οι πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της ελληνοτουρκικής σύρραξης στα υψώματα της Μελούνας. Ας παρακολουθήσουμε πως περιγράφει τις οδυνηρές στιγμές της εγκατάλειψης της Λάρισας από τους κατοίκους της η Αμαλία Παπασταύρου [2],: " Απριλίου 10. Ήτο Μ. Πέμπτη και επεριμένομεν Πάσχα και όμως εις καμμίαν οικίαν δεν παρατηρείται η παραμικρά κίνησις εμφαίνουσα την προσέγγισιν της επισημοτέρας των εορτών. Ούτε συγύρισμα, ούτε βάψιμον αυγών, ούτε φεύ εκκλησία. Ο νους δεν είναι δυνατόν να προσηλωθή εις την προσευχήν, διότι επέτα προς τους μαχομένους αδελφούς μας και εκάστη βολή πυροβόλου συνεκλόνιζε και το σώμα και την ψυχήν μας … Απριλίου 11, Μ. Παρασκευή. Έφερον και τον γαμβρόν μας νεκρόν … Είναι δυνατόν να φανταστή τις ότι έχει νεκρόν προσφιλή και δεν δύναται να τω ανάψη ένα κερί. Ότι δεν ευρίσκεται ιερεύς να τον θάψη και ότι τέσσαρες φίλοι του τον τυλίγουν εις μίαν κουβέρταν και τον φέρουν εις τον τάφον. Ότι συγκεχυμέναι τρόμου φωναί από τον δρόμον φθάνουσι μέχρις ημών, μας ευρίσκουν αναισθήτους … Ότι μετά την εκφοράν του νεκρού, χωρίς να πάρωμεν τίποτε, χωρίς να κλείσωμεν τίποτε, αναχωρήσαμεν από την οικίαν … και εβαδίζομεν προς τον Σιδηρόδρομον. Ότι κόσμος πολύς, άνδρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχον προς την αυτήν διεύθυνσιν. Ότι εις τον Σταθμόν εφύλαττε σκοπός και εμπόδιζε τους πολίτας να εισέρχονται … Εισήλθομεν ημείς εις διαμέρισμα τρίτης θέσεως όπου ήσαν άλλοι δέκα και ήτο ευτύχημα, διότι άλλοι δεν εύρισκον θέσιν" [3].
-- Μια οδυνηρή Μ. Εβδομάδα έζησε η Λάρισα και κατά το 1941. Είχε προηγηθεί ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου και οι φονικοί ιταλικοί βομβαρδισμοί της επομένης ημέρας. Στη συνέχεια άρχισε η επέλαση των Γερμανών. Τη Μ. Τρίτη 15 Απριλίου ένας ανελέητος γερμανικός βομβαρδισμός αποτελείωσε την καταστροφή της Λάρισας. Η πόλη ερημώθηκε από τους κατοίκους της, τα περισσότερα καταστήματα έκλεισαν και οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούσαν. Ο δήμαρχος Στυλινός Αστεριάδης αφηγείται μεταπολεμικά στον δημοσιογράφο Λάζαρο Αρσενίου: "Τη Μεγάλη Παρασκευή 18 Απριλίου 1941 λίγο μετά το μεσημέρι, γερμανικά στρατεύματα κατακτούν τη Λάρισα … Τις προηγούμενες ημέρες την είχαν σκληρά βομβαρδίσει αεροπλάνα "Στούκας" που προκάλεσαν σοβαρές καταστροφές και θύματα. Οι κάτοικοί της, νοιώθοντας τον εχθρό να πλησιάζη, εγκαταλείπουν ομαδικά την πόλη τους με θλίψη, κουβαλώντας ό,τι πολυτιμότερο μπορούν. Και ανάλογα με τα μέσα που διαθέτουν, καταφεύγουν άλλοι σε κοντινά και άλλοι σε μακρινά χωριά ή πόλεις. Έτσι όταν οι Γερμανοί μπαίνουν στην Λάρισα δεν βρίσκουν πολίτες. Οι Λαρισινοί δεν θέλησαν να τους υποδεχθούν" [4].
Ο παλιός δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας περιγράφει ως εξής την είσοδο των Γερμανών στη Λάρισα: "Κατάστασις τελείως απελπιστική, πείνα, ερείπια, γύμνια και πλήρης ανεργία. Οι Γερμανοί εχαρακτήρισαν την στάσιν της Λαρίσης απέναντί των κατά την είσοδόν των, ως όλως εχθρικήν. Ανέμενον την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου προ της γεφύρας του Πηνειού ποταμού δι' όλης σχεδόν της ημέρας επιτροπήν των αρχών ή των κατοίκων όπως εμφανισθή προ του Στρατηγείου των προς παράδοσιν της πόλεως και συνεννόησιν δια την είσοδον και εγκατάστασιν των υπηρεσιών των εις την πόλιν και διά τινα στοιχειώδη υποδοχήν αυτών και παροχήν ευκολιών εις την εγκατάστασιν, αλλά ουδείς παρουσιάσθη [5].
Ο μετέπειτα δήμαρχος Δημήτριος Χατζηγιάννης αναφέρει για την είσοδο των Γερμανών: "Η πόλις της Λαρίσης ηρημώθη και κατοίκων και των αρχών της. Τα γερμανικά στρατεύματα άτινα την Μ. Παρασκευήν ήρχοντο να καταλάβουν την πόλιν, εστάθμευσαν έξω αυτής, εις την Γιάννουλην, εις απόστασιν τεσσάρων χιλιομέτρων. Ανέμειναν εκεί επί δίωρον μήπως πρεσβεία της πόλεως της παραδώση συμβολικά τας κλείδας της. Ουδείς, ούτε κληρικός, ούτε πολίτης, ούτε των τοπικών της αρχών εστάλη. Και ο γερμανικός στρατός εισελθών εις την ερειπωμένη Λάρισαν, διέταξε γενικήν λεηλασίαν της πόλεως … Ήταν τα αντίποινα κατά της υπερηφάνου πόλεως" [6].
Η φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι συγκλονιστική. Εντοπίστηκε πριν από ένα χρόνο περίπου από τον Αχιλλέα Καλτσά, που είναι μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας σε διεθνή δημοπρασία παλιών φωτογραφιών. Απεικονίζει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Ιερόν Βήμα του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου μετά τον σεισμό και τους συνεχείς βομβαρδισμούς. Δεξιά διακρίνεται μέρος της Αγίας Τραπέζης σκεπασμένης από ερείπια. Πίσω, στην κεντρική κόγχη του Ιερού υπάρχει το Σύνθρονο, ο θρόνος του αρχιερέως αλώβητος και ενδιάμεσα ο Σταυρός με τον Εσταυρωμένο έχει πέσει στα πλάγια. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από Γερμανό στρατιωτικό μετά την κατάληψη της Λάρισας, τον Απρίλιο του 1941.
Τη χρονιά εκείνη στη Λάρισα πραγματικά ο Χριστός ξανασταυρώθηκε.
---------------------------------------------------------------
[1]. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας στο δίτομο έργο του "Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία 1423-1881)" αφιερώνει στον 2ο τόμο ολόκληρο κεφάλαιο για να περιγράψει στις σελίδες 667-710 τις επιδημίες, τις μεγάλες φυσικές καταστροφές και άλλα δεινά της Λάρισας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.
[2]. Η Αμαλία Παπασταύρου-Χρυσοχόου (1856-1935) γεννήθηκε στη Ζίτσα της Ηπείρου και ήταν δασκάλα από την περίοδο της τουρκοκρατίας στη Λάρισα. Παντρεύτηκε τον ομοχώριό της φαρμακοποιό Κωνσταντίνο Παπασταύρου. Περισσότερα βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-2014, Λάρισα (2016) σελ. 41-44.
[3]. Παπασταύρου Αμαλία. Ημερολόγιον του πολέμου ανευρεθέν εν Λαρίσση από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια (1897), σελ. 16-26.
[4]. Αρσενίου Λάζαρος, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τόμ. Α΄, Αθήνα (1977) σελ. 18.
[5]. Σάπκας Μιχαήλ, Πεπραγμένα του εν Λαρίση τμήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού από της ιδρύσεώς του κατά το 1922 μέχρι της 30 Ιουνίου 1955. Εν Λαρίση (1955) σελ. 18-19.
[6]. Αναμνήσεις Δημητρίου Χατζηγιάννη (1888-1973). Επιμέλεια-Εισαγωγή-Σχόλια Ιουλία Κανδήλα. Λάρισα (2011) σελ. 206.


Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Βίκυ Γιώβη
ΑΙΔΩΣ: Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ, ΤΡΟΦΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ
Στην ελληνική αρχαιότητα εννοούσαν την α ι δ ώ ως προσωποποιημένη θεότητα, αλλά και ως συναίσθημα, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής.
Η αιδώς είναι για τους αρχαίους μια έννοια σύνθετη, της οποίας το σημασιολογικό περιεχόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί στα νέα ελληνικά με μια λέξη.
Είναι η ηθικότητα, η ηθική συνείδηση, ο σεβασμός στους άγραφους νόμους, το φιλότιμο, ο αυτοσεβασμός.
Γενικά εκφράζει το συναίσθημα της ν τ ρ ο π ή ς την οποία νιώθει ο άνθρωπος για κάθε πράξη του που αντιβαίνει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Αυτή η ντροπή πλησιάζει περισσότερο προς την έννοια του σ ε β α σ μ ο ύ και της σεμνότητας και δεν έχει σχέση με τις ενοχές και τις τύψεις.
Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αιδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αιδώ δηλώνεται με το ρήμα α ἰ δ έ ο μ α ι: «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό για θεούς, τάφους, όρκους, νεκρούς για ασθενείς ομάδες πληθυσμού, νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες» ή κατά μία άλλη ερμηνεία προέρχεται από το ρήμα «α ί θ ω», «καίω», είναι δηλαδή μια ε σ ω τ ε ρ ι κ ή φ λ ό γ α που κάποτε φανερώνεται και στο πρόσωπο σαν κοκκίνισμα.
Η αιδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Ωστόσο, η λειτουργία της αιδούς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.
Κατά τον Α ρ ι σ τ ο τ έ λ η, η αιδώς, δεν ανήκει στις αρετές, αλλά στα πάθη.
Η Αρετή κατ’ αυτόν, είναι ενεργητική ιδιότης της ψυχής. Η Αιδώς όμως είναι παθητική διάθεση της ψυχής, αξία επαίνου, κατέχει θέση ντροπαλότητας, όταν ο άνθρωπος τρέμει μη παρεξηγηθεί.
Και ο Π λ ά τ ω ν α ς στο έργο του αναφέρει δύο σχετικούς με την αιδώ μύθους.
Στον Π ρ ω τ α γ ό ρ α αναφέρει ότι ο Ζευς, όταν θέλησε να προλάβει την εξόντωση του ανθρωπίνου γένους, η οποία επέκειτο να γίνει, έστειλε τον Ερμή να εμφυτεύσει στις ψυχές των ανθρώπων την Αιδώ και την Δίκη. Στους Νόμους γράφει, πως ο Κρόνος κατά την περίοδο του χρυσού γένους των ανθρώπων έβαλε επόπτες των ανθρώπων τους Δαίμονες, για να εξασφαλίσει την:
«Ειρήνη, αιδώ, ευνομίαν, και αφθονίαν δίκης».
Στον Ό μ η ρ ο και τον Η σ ί ο δ ο παρουσιάζεται ως θεότητα.
Ήταν μια από τις Ώ ρ ε ς και μητέρα της ήταν η Θέμις και αδερφές της η Ευνομία, η Δίκη, η Ειρήνη και η Νέμεση.
Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός της Αθηνάς και σύνεδρος του Δία.
Η Αιδώς λατρευόταν σ` ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.
Στην Αθήνα, στην αγορά της Ακρόπολης, υπήρχε βωμός της και έξω από τη Σπάρτη βρισκόταν το άγαλμά της.
Σύμφωνα με τη μυθολογία το έστησε εκεί ο Ικάριος, ο πατέρας της Πηνελόπης, γιατί η κόρη του σκέπασε σ` εκείνο το σημείο το πρόσωπό της από ντροπή, επειδή προτίμησε να φύγει από κοντά του, ακολουθώντας τον άνδρα της Οδυσσέα.
Μετά τον γάμο του ζεύγους, ο Ικάριος ικέτευε την κόρη του να μείνει με τον άντρα της στη Σπάρτη, αλλά ο τελευταίος της ζήτησε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και σε εκείνον, που θα έφευγε για την Ιθάκη. Η αιδώς ήταν η προσωποποίηση του αισθήματος που ένιωσε η Πηνελόπη.
Γενικότερα, η α ι δ ώ ς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα (κοινωνική, ακόμη και ερωτική).
Η έλλειψη της αιδούς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ύ β ρ η, την αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, π ρ ο σ β ά λ λ ε ι την τιμή των άλλων.
Η αιδώς είναι μια πολύπλευρη ηθική έννοια που νοείται ως αίσθημα ντροπής, ως αίσθημα προφύλαξης της τιμής του ατόμου μέσα από τον σεβασμό για τον εαυτό του, και ως σεβασμός προς τους άλλους ανθρώπους.
Η αιδώς ήταν ένας εσωτερικός μηχανισμός που σ υ γ κ ρ α τ ο ύ σ ε τον άνθρωπο ώστε να μην κάνει το κ α κ ό, προκαλούσε συναισθήματα φ ό β ο υ και ν τ ρ ο π ή ς μπροστά στην προοπτική να κάνει κάτι σε βάρος των άλλων.
Το άτομο συναισθανόμενο ντροπή για τις πράξεις του, που παρεκκλίνουν από τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα, διαφυλάττει την τιμή και την αξιοπρέπειά του, ενώ παράλληλα εκφράζει μέσω αυτού του αισθήματος και το σεβασμό για τους συνανθρώπους του.
Ο σεβασμός προς τους άλλους σημαίνει τόσο την εκτίμηση για τη γνώμη που σχηματίζει ο άλλος άνθρωπος, όσο και την αποφυγή προσβολής ή ενόχλησης του άλλου.
Αιδώς - θα λέγαμε τελικά - είναι η ηθική συνείδηση και το ηθικό συναίσθημα, είναι η κυρίαρχη τ ι μ ω ρ ό ς δ ύ ν α μ η όλων των γενναίων ανδρών.
Ένας πανάρχαιος άγραφος Ν ό μ ο ς των Ελλήνων, στον οποίον πειθαρχούσαν αγογγύστως όλοι εκείνοι που ένοιωθαν υπεύθυνα άτομα, υπεύθυνοι ηγέτες, άξιοι προς μίμηση.
*Η έρευνα έγινε από την Γιώβη Βασιλική Πληροφορίες και αυτούσια αποσπάσματα όπως και παραγράφοι για να πραγματοποιηθεί το άρθρο συλλέχθηκαν από: Λ. Πόλκας (Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών)-Κωνσταντίνος Μάντης-Α. Μπαγιόνας-Πολύβιος Μαργιάς-Live-Pedia
*Aναζητήστε το ολόκληρο το άρθρο με περισσότερες αναφορές στην αιδώ, στο μπλογκ μου mythiki-anazitisi.blogspot με τον τίτλο:
Αιδώς:Η κυρίαρχη τιμωρός δύναμη όλων των γενναίων ανδρών.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ


Πανοραμική άποψη του κεντρικού τομέα της Λάρισας από το ύψος του προπολεμικού ρολογιού. Επιστολικό δελτάριο Α. Παναγιωτακόπουλος και Σία. 1935. Αρχείο Φωτοθήκης.Πανοραμική άποψη του κεντρικού τομέα της Λάρισας από το ύψος του προπολεμικού ρολογιού. Επιστολικό δελτάριο Α. Παναγιωτακόπουλος και Σία. 1935. Αρχείο Φωτοθήκης.
Στο σημερινό κείμενο παρουσιάζουμε δύο εικόνες του κεντρικού τομέα της Λάρισας, οι οποίες έχουν διαφορά είκοσι περίπου χρόνων.
Η πρώτη είναι του 1935 και η δεύτερη του 1956. Στο χρονικό αυτό διάστημα συνέβησαν στην πόλη συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα, ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941, οι ανηλεείς ιταλικοί και γερμανικοί βομβαρδισμοί, οι κακουχίες της κατοχής, κ.λπ., τα οποία αλλοίωσαν δραματικά την εικόνα της, ιδιαίτερα σε ορισμένα σημεία και η Λάρισα έχασε την προπολεμική αίγλη που διέθετε. Δημοσιεύουμε δύο φωτογραφίες από την ίδια θέση λήψης, το ρολόι της Λάρισας, με προσανατολισμό προς το κεντρικότερο σημείο της, την Κεντρική πλατεία. Ο λόγος είναι προφανής. Να μας προσφέρει μια σύγκριση της μορφής του συγκεκριμένου χώρου κατά τα δύο αυτά χρονικά διαστήματα, η οποία αποβαίνει δραματική όσον αφορά στα εμβληματικά κτίσματα τα οποία την περιβάλλουν.
Η λήψη των φωτογραφιών έγινε σε μέρες ηλιόλουστες και η ατμόσφαιρα είναι καθαρή. Στο κάτω μέρος των εικόνων διακρίνονται οι στέγες μικρών χαμηλών κτιρίων, τα οποία κτισμένα το ένα κοντά στο άλλο, βρίσκονταν πάνω ακριβώς από το Αρχαίο Θέατρο και κάλυπταν κάθε τμήμα του. Όλα αυτά άρχισαν να κατεδαφίζονται σταδιακά και σήμερα, μετά την απομάκρυνσή τους, θαυμάζουμε το σπουδαίο αυτό μνημείο της πόλης μας.
Σε δεύτερο επίπεδο, προβάλλουν δύο κομψά κτίρια. Το τριώροφο αριστερά είναι το μέγαρο Αλεξάνδρου. Κτίσθηκε γύρω στα 1930 και λόγω της στερεής κατασκευής του άντεξε στον σεισμό. Διατηρείται μέχρι και σήμερα πλήρως ανακαινισμένο και σε πολύ καλή κατάσταση. Το ισόγειο χρησιμοποιήθηκε από τους ιδιοκτήτες του για να στεγάσει την επιχείρησή τους, ενώ οι δύο όροφοι στέγασαν όλο αυτό το διάστημα διάφορες δραστηριότητες (ξενοδοχείο, λέσχη, κλινική, ψυχαγωγικό κέντρο και άλλες χρήσεις). Κατά την περίοδο της κατοχής ολόκληρο το κτίριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς. Το ισόγειο μετατράπηκε σε χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους, ενώ οι όροφοι φιλοξένησαν το Διοικητήριο των Γερμανικών στρατευμάτων.
Το διπλανό γωνιακό κτίριο, όπως αναφέρει η επιγραφή στην προπολεμική φωτογραφία, στέγασε από το 1926 την Τράπεζα Λαρίσης, που είχε ιδρυτή και πρώτο διευθυντή τον Κωνσταντίνο Οικονομίδη[1]. Και αυτή η οικοδομή επέζησε από τις συμφορές που έπληξαν την πόλη αυτό το διάστημα, αλλά το κτίριο της Τράπεζας κατεδαφίσθηκε τη δεκαετία του 1960 για να κτισθεί μια σύγχρονη οικοδομή.
Συνέχεια από την Τράπεζα Λαρίσης επί της οδού Παπαναστασίου (Ακροπόλεως τότε και κατόπιν Βασιλίσσης Σοφίας) διακρίνεται ένα επίμηκες διώροφο κτίσμα. Το ισόγειο στέγαζε μια σειρά καταστημάτων, πολλά από τα οποία λειτούργησαν και κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Στον επάνω όροφο ήταν εγκατεστημένα μεταξύ άλλων και τα γραφεία του Εργατικού Κέντρου Λάρισας. Όμως όλο αυτό το συγκρότημα διαδοχικά κατεδαφίσθηκε, αρχικά διαμορφώθηκε το κινηματοθέατρο "Γαλαξίας" και στη συνέχεια το ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς». Πιο κάτω οικοδομήθηκε πολυώροφο κτίριο, στο ισόγειο του οποίου στεγάζεται σήμερα το υποκατάστημα της AlphaBank.
Σε ένα τρίτο επίπεδο διακρίνονται όλα τα οικοδομήματα, τα οποία περιβάλλουν την Κεντρική πλατεία Μιχαήλ Σάπκα. Στο σημείο αυτό μια προσεκτική μελέτη των δύο φωτογραφιών θα αποκαλύψει μεγάλες διαφορές στα περισσότερα απ' αυτά. Το αποτέλεσμα των καταστροφών της κατοχής οδήγησε στην ανοικοδόμηση νέων πολυώροφων οικοδομών, οι οποίες αλλοίωσαν εντελώς την προπολεμική όψη της πλατείας. Στην προπολεμική φωτογραφία, στα αριστερά μεταξύ των οδών Κύπρου και Φιλελλήνων διακρίνεται ένα γωνιακό κτίριο, η στέγη του οποίου καταλήγει στη γωνία σε έναν κωνικό τρούλο. Ήταν το μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτου, το οποίο κτίσθηκε το 1905 και αρχικά ο επάνω όροφος στέγασε μέχρι το 1919 την περίφημη Λέσχη Ασλάνη. Στη συνέχεια μετατράπηκε σε ξενοδοχείο με το όνομα "Μεγάλη Βρετανία". Μετά τη μικρασιατική καταστροφή το χαρακτηριστικό αυτό κτίσμα περιήλθε στο δημόσιο, το οποίο το 1935 περίπου το παραχώρησε για να στεγαστεί η Λέσχη Αξιωματικών. Ο σεισμός και οι βομβαρδισμοί του 1940-41 το πλήγωσαν σοβαρά. Μεταπολεμικά το κατεστραμμένο κτίριο κατεδαφίσθηκε και στη θέση του οικοδομήθηκε το νέο κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης, όπως διακρίνεται στη μεταπολεμική φωτογραφία.
Δεξιότερα, στη θέση της προπολεμικής Λαϊκής Τράπεζας αναπτύχθηκε μεταπολεμικά τριώροφο οίκημα, οι όροφοι του οποίου στέγασαν Μαιευτική κλινική. Στη συνέχεια υπήρχε προπολεμικά το ξενοδοχείου "Το Στέμμα". Ήταν το πρώτο ξενοδοχείο της Λάρισας που κτίστηκε μετά την απελευθέρωση και άρχισε να λειτουργεί από το 1887. Μεταπολεμικά παρέμεινε μόνον το ισόγειο, το οποίο μέχρις ότου κατεδαφισθεί για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή, στέγασε διάφορα καταστήματα.
Στην απέναντι νότια πλευρά της πλατείας μπορεί κανείς να διακρίνει στην προπολεμική φωτογραφία από αριστερά τις προσόψεις του μεγάρου Κατσαούνη, της Εμπορικής Τράπεζας και το τριώροφο κτίριο «Πανελλήνιον». Μετά τους σεισμούς το μέγαρο Κατσαούνη έχασε τον όροφο και το ισόγειο μετατράπηκε σε καφεζαχαροπλαστείο με το όνομα "Παλλάδιον", το οποίο είχε αφήσει εποχή. Το δε τριώροφο "Πανελλήνιον" έγινε διώροφο και στο ισόγειο συνέχισε τη λειτουργία του το ομώνυμο ιστορικό καφενείο μέχρι το 1976, οπότε στη θέση του υψώθηκε πολυώροφη οικοδομή.
Με λίγη προσοχή μπορεί κάποιος να εντοπίσει στην προπολεμική φωτογραφία του 1935 την παρουσία της ψηλής σιλουέτας του αρχοντικού Σκαλιώρα, του ομορφότερου ίσως κτίσματος της Λάρισας σε σχέδια του σπουδαίου αρχιτέκτονα. Τσίλλερ, το οποίο απουσιάζει στη φωτογραφία του 1956 του Τλούπα.
-----------------------------
[1]. Ο Κωνσταντίνος Οικονομίδης σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εξάσκησε τη δικηγορία στη Λάρισα για μεγάλο χρονικό διάστημα, κυρίως όμως ασχολήθηκε με οικονομικά και τραπεζιτικά θέματα. Εξελέγη βουλευτής στις εκλογές για την Γ΄ Εθνοσυνέλευση (1/14 Νοεμβρίου 1920). Βλέπε Καζάκης Φοίβος, Δημήτριος Αστερ. Καζάκης βουλευτής και γερουσιαστής και οι Θεσσαλοί βουλευταί-Γερουσιασταί (1881-1946), Λάρισα (2006) σελ. 66.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Ο ΑΓΓΛΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (1812) - Α΄

 
Η Λάρισα όπως την κατέγραψε το 1912 ο Henry Holland στο περιηγητικό βιβλίο του. Από αριστερά ο Mevlevihane, η γέφυρα του Πηνειού, ο Τρανός μαχαλάς στον Λόφο και το τζαμί του Χασάν μπέηΗ Λάρισα όπως την κατέγραψε το 1912 ο Henry Holland στο περιηγητικό βιβλίο του. Από αριστερά ο Mevlevihane, η γέφυρα του Πηνειού, ο Τρανός μαχαλάς στον Λόφο και το τζαμί του Χασάν μπέη
Ένας από τους πολλούς Ευρωπαίους επισκέπτες της Λάρισας στις αρχές του 19ου αιώνα είναι ο Άγγλος ιατρός Henry Holland [1788-1873].
Γεννήθηκε στη γηραιά Αλβιόνα και σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Διέπρεψε στην επιστήμη του τόσο, ώστε κάποια στιγμή κατόρθωσε και έγινε προσωπικός ιατρός του βασιλικού ζεύγους της Αγγλίας (του πρίγκιπα Αλβέρτου και της βασίλισσας Βικτωρίας). Όμως παρά την αξιόλογη επαγγελματική του ανέλιξη, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του εύρισκε τον χρόνο και ταξίδευε συνεχώς σε Ευρώπη και Αμερική. Την Ελλάδα επισκέφθηκε μόλις τελείωσε τις σπουδές του, τον Οκτώβριο του 1812, σε ηλικία 24 ετών και παρέμεινε τέσσερις μήνες. Πρώτα πέρασε από τα Ιόνια νησιά και συνέχισε στα Ιωάννινα του Αλή πασά, από τον οποίο εφοδιάσθηκε με μπουγιουρντί για το ταξίδι του στη Θεσσαλία. Η ειδική αυτή άδεια, γραμμένη στα ελληνικά, απευθυνόταν στους κατά τόπους Τούρκους άρχοντες και προεστούς, τους οποίους πρόσταζε να διευκολύνουν, να περιποιηθούν, να προσφέρουν ένοπλη συνοδεία και να ικανοποιήσουν όλες τις επιθυμίες των ξένων, αλλιώς «…αν παραπονεθούν, να ξέρετε πως καμμιά δικαιολογία δεν θα ακούσω». Στη Λάρισα έφθασε στις 20 Νοεμβρίου 1812, με το νέο ημερολόγιο και παρέμεινε τέσσερις μέρες. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, επέστρεψε ξανά στη Λάρισα στις 19 Δεκεμβρίου για δύο ημέρες και εν συνεχεία κατέβηκε στην Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Επιστρέφοντας στην πατρίδα του κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα σημαντικό οδοιπορικό, το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1815, πλουτισμένο με 12 χαλκογραφίες με δικά του σχέδια. Λόγω της μεγάλης απήχησης που είχε το έργο του, κυκλοφόρησε το 1816 στην Ιένα η γερμανική μετάφρασή του, ενώ το 1819 έγινε η δεύτερη αγγλική έκδοση σε δύο πολυτελείς τόμους. Στην έκδοση αυτή, εκτός από τα 12 χαρακτικά της πρώτης, περιλαμβάνονται και 31 πρωτότυπα σχέδια του Holland, εκ των οποίων τα δύο είναι υδατογραφίες.
Σαν περιηγητής ο Holland δεν ανήκει στην κατηγορία των κλασσικών φιλολόγων ή των ερευνητών αρχαιολόγων, οι οποίοι ταξίδευαν στις χώρες της Ανατολής αναζητώντας αρχαίες μνήμες και ερείπια. Είναι περισσότερο ταξιδιώτης με πολύπλευρα ενδιαφέροντα, τόσο για την ιστορία των χωρών που επισκέπτεται, όσο και για το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον που συναντά. Δίνει πλήθος πληροφοριών για τη διαμόρφωση και τη σύσταση του εδάφους, τη βλάστηση, την παραγωγή, τον πληθυσμό, τις ασχολίες των κατοίκων, την οικονομική και πολιτιστική τους κατάσταση και προσπαθεί να σκιαγραφήσει ορισμένες προσωπικότητες που τον εντυπωσίασαν κατά την πρόσκαιρη γνωριμία τους. Έτσι το οδοιπορικό του διαφοροποιείται σημαντικά, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αφηγήσεις άλλων επισκεπτών της Ελλάδος. Είναι γραμμένο με απλότητα και ζωντάνια και καθώς είναι άνθρωπος με ποικίλα ενδιαφέροντα, ευαισθησίες και διεισδυτική παρατηρητικότητα και επιμένει περισσότερο στην καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας, οι εντυπώσεις του αποτελούν ένα σημαντικό και αξιόπιστο ιστορικό τεκμήριο της προεπαναστατικής περιόδου για την πόλη μας.
Για την επίσκεψή του στη Λάρισα ο Holland αφιερώνει ειδικά πολλές σελίδες του οδοιπορικού του, ίσως τις περισσότερες από κάθε άλλο περιηγητή. Θεωρείται ότι είναι ο περιηγητής που έχει περιγράψει τη Λάρισα ακριβώς όπως τη βρήκε κατά την ανήσυχη αυτή προεπαναστατική περίοδο. Εκείνο όμως που κάνει πολύ ζωντανή τη περιγραφή του είναι οι ατέρμονες συζητήσεις για ποικίλα θέματα που είχε με συναδέλφους του ιατρούς και τον μητροπολίτη Λαρίσης κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στην πόλη μας. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να αφιερώσουμε κάποια κείμενα για τον ενδιαφέροντα αυτόν περιηγητή από την Αγγλία. Επίσης ο ίδιος μας άφησε στο βιβλίο του εκτός από τις αναμνήσεις του από τη Λάρισα και ένα θαυμάσιο χαρακτικό της το οποίο στην εποχή του είχε μεγάλη απήχηση. Έτσι οι λεπτομέρειες που αναφέρει είναι πολλές και χρήσιμες.
Καθώς φθάνει στην πόλη (20 Νοεμβρίου 1812), φιλοξενείται στην κατοικία του μητροπολίτη Πολύκαρπου Δαρδαίου. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να συναντήσει τρεις Έλληνες συναδέλφους του ιατρούς, τον ξακουστό ιατροφιλόσοφο Ιωάννη Βηλαρά και τους επτανήσιους Λουκά Βάγια και Θεριανό. Μένει έκθαμβος από την προσωπικότητα, τις απέραντες γνώσεις, την ευαισθησία και την οξυδέρκεια του Βηλαρά, κατατάσσοντάς τον στους πιο αξιόλογους λόγιους της Ελλάδας. Παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής στον μητροπολιτικό, και μοναδικό για τη Λάρισα, ορθόδοξο ναό του Αγίου Αχιλλίου και από τη λειτουργική αυτή σύναξη καταγράφει με την πέννα του ότι συνέλαβε το μάτι και η αντίληψη ενός ετερόδοξου χριστιανού. Εκπλήσσεται δυσάρεστα από το πολύπλοκο τελετουργικό της βυζαντινής θείας λατρείας, το οποίο όμως κατά βάθος τον εντυπωσιάζει. Επισκέπτεται τον διοικητή της Λάρισας Βελή πασά, γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων, τον οποίο και θεωρεί ως τον μόνο Τούρκο που δείχνει ειλικρινές ενδιαφέρον για τις ελληνικές αρχαιότητες, αγνοώντας προφανώς τις λαμπρές επιδόσεις του στην αρχαιοκαπηλία. Και τέλος μετακινείται με την άμαξα του Βελή πασά σε τοποθεσίες γύρω από τη Λάρισα και επιχειρεί διαδρομές σε κοντινές πόλεις, όπως λ.χ. στον Τύρναβο.
Για τη Λάρισα ο Holland δεν εκφράζεται και με τα καλύτερα λόγια. Γράφει: «Η πόλη της Λάρισας βρίσκεται σε ένα μικρό ύψωμα, στη δεξιά όχθη της Σαλαμπριάς[1] και κάνει μεγαλειώδη τη θέα από μακριά η παρουσία των μιναρέδων των 24 τζαμιών που κοσμούν την πόλη… Η Σαλαμπριά είναι το μόνο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της πόλης, που εδώ είναι πλατύ και βαθύ ποτάμι και πλησιάζοντας στην πόλη, μέσα από ένα κομμάτι δασωμένης κοιλάδας, κυλά κάτω από ένα μοναστήρι Δερβίσηδων[[2] δύο μεγάλα τουρκικά τζαμιά και αρκετές ομάδες ψηλών κτιρίων. Έπειτα περνώντας από κάποιον μελαγχολικό φράκτη τούρκικου νεκροταφείου, εξαφανίζεται και πάλι ανάμεσα στα δένδρα. Το εσωτερικό της πόλης είναι άσχημο και άτακτο, οι δρόμοι είναι κακοφτιαγμένοι, στενοί και βρώμικοι, αλλά και στα σπίτια των κατοίκων διακρίνεται αυτή η ερειπωμένη όψη. Τα Παζάρια (αγορές), που αποτελούν ως συνήθως το κεντρικό μέρος μιας πόλης, είναι μάλλον αδιάφορα όσον αφορά τα εμπορεύματά τους, τα οποία είναι προϊόντα μεταποίησης. Περπατώντας στους δρόμους των προαστίων της πόλης, παραξενεύτηκα από τον μεγάλο αριθμό των νέγρων, που ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο είχα παρατηρήσει σε οποιαδήποτε άλλη τουρκική πόλη. Πολλοί από τους εξωτερικούς αυτούς δρόμους, λόγω της θέσης τους είναι εκτεθειμένοι στις πλημμύρες της Σαλαμπριάς και ένα χρόνο περίπου πριν από την επίσκεψή μας στη Λάρισα, λέγεται ότι μερικές εκατοντάδες αγροικίες καταστράφηκαν από την αιτία αυτή, ενώ τα ερείπιά τους φαίνονται ακόμα σε πολλά σημεία. Οι κατοικίες στις συνοικίες αυτές της Λάρισας είναι κατασκευασμένες στο μεγαλύτερο μέρος τους από πέτρα, ξύλο και πηλό, άτεχνα συνδυασμένα… Ενδεχομένως η τοποθεσία της αρχαίας Λάρισας να ήταν κοντά στη σημερινή πόλη και αν είναι έτσι πράγματι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ακρόπολη που αναφέρει ο Τίτος Λίβιος, βρισκόταν στο ύψωμα που κρέμεται πάνω από τη γέφυρα του Πηνειού. Σε διπλανό σημείο βρίσκεται τώρα ένα μεγάλο τζαμί, του οποίου το πρόστεγο στηρίζεται σε κίονες από αρχαία κτίρια. Είναι τοποθετημένοι με γνήσια τουρκικό τρόπο, άλλοι έχουν το κιονόκρανο ανεστραμμένο, έτσι ώστε να στηρίζει τον κορμό του κίονα και άλλοι με τη βάση εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται το κιονόκρανο[3]. Σε ένα άλλο σημείο της πόλης παρατηρήσαμε τα υπολείμματα ενός αγάλματος από πολύ καλό μάρμαρο σαν γωνιακή πέτρα σε κάποιο δρόμο, καθώς και άλλες πέτρες με εμφανή τα ίχνη ελληνικών επιγραφών, όλες τους όμως δυσανάγνωστες από τη φθορά του χρόνου».
(Συνεχίζεται)
-------------------------------------------
[1]. Σαλαμβριάς είναι η μεσαιωνική ονομασία του Πηνειού. Οι Τούρκοι τον ονόμαζαν με τη λέξη Κιοστέμ, η οποία αποτελεί παραφθορά της ελληνικής λέξεως Λυκοστόμιο.
[2]. Ο Holland αναφέρεται στον λεγόμενο Mevlevihane, ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα το οποίο βρισκόταν ακριβώς αριστερά όπως έβγαινε κανείς από τη μεγάλη λίθινη γέφυρα του Πηνειού.,
[3]. Αναφέρεται στο τζαμί του Χασάν μπέη.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΟΙ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ 1935

Πενήντα χρόνια από την προσάρτηση της Θεσσαλίας


29 Σεπτεμβρίου 1935. Εορταστικές εκδηλώσεις στην Κεντρική πλατεία (Β’ Σώματος Στρατού) για τα πενήντα χρόνια από την προσάρτηση της Θεσσαλίας. Επιστολικό δελτάριο του Ιωάννη Κουμουνδούρου. Αρχείο Αντώνη Γαλερίδη29 Σεπτεμβρίου 1935. Εορταστικές εκδηλώσεις στην Κεντρική πλατεία (Β’ Σώματος Στρατού) για τα πενήντα χρόνια από την προσάρτηση της Θεσσαλίας. Επιστολικό δελτάριο του Ιωάννη Κουμουνδούρου. Αρχείο Αντώνη Γαλερίδη
Είναι γνωστό ότι το 1881 η Θεσσαλία (πλην της επαρχίας Ελασσόνος) και ένα μέρος της Ηπείρου (η περιοχή της Άρτας), προσαρτήθηκαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, του οποίου τα σύνορα έφθαναν τότε μέχρι το όρος Όθρυ.
Πενήντα χρόνια αργότερα η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία των Θεσσαλών[1] με έδρα την Αθήνα, πήρε την απόφαση να εορτάσει την επέτειο των 50 χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας με διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις στην Αθήνα, στη Λάρισα, στον Βόλο, στα Τρίκαλα και σε ιστορικά επιλεγμένους χώρους. Όμως οι προετοιμασίες των εορταστικών εκδηλώσεων, ίσως και λόγω των πολιτικών ανωμαλιών της περιόδου εκείνης, διήρκεσαν μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι αντί να λάβουν χώρα το 1931 όπως έπρεπε, τελικά προγραμματίσθηκε να γίνουν το 1935, δηλαδή τέσσερα χρόνια αργότερα.
Στη Λάρισα οι εκδηλώσεις αποφασίσθηκε να γίνουν στις 29 Σεπτεμβρίου του 1935. Την κυβέρνηση εκπροσώπησαν ο αντιπρόεδρός της και υπουργός Στρατιωτικών στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης και ο υπουργός Εργασίας Γεώργιος Καρτάλης, ο οποίος εκλεγόταν στο Βόλο. Επίσης συμμετείχαν εκπρόσωποι της οργανωτικής επιτροπής των εκδηλώσεων, πολλά μέλη της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας από την Αθήνα, καθώς και οι τοπικές αρχές όχι μόνον του νομού[2], αλλά και της λοιπής Θεσσαλίας.
Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν από το πρωί με τους 21 καθιερωμένους κανονιοβολισμούς και την έπαρση της σημαίας στο νομαρχιακό κατάστημα. Στις 11 έγινε στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλίου πανηγυρική δοξολογία στην οποία χοροστάτησε ο μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος Κοτταράς[3]. Μετά το τέλος της δοξολογίας έγινε κατάθεση στεφάνων από τους επισήμους στο ηρώο της πόλεως, που την περίοδο εκείνη ήταν το μνημείο για τους πεσόντες αξιωματικούς και στρατιώτες κατά τον «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Βρίσκεται στο Αλκαζάρ, δεξιά αμέσως μετά τα σκαλοπάτια, και υπάρχει μέχρι και σήμερα ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο.
Στη συνέχεια ακολούθησε παρέλαση στην Κεντρική πλατεία ενώπιον των επισήμων και πλήθος κόσμου. Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι από τις εορταστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κεντρική πλατεία μετά την παρέλαση. Στο βάθος διακρίνονται τα κτίρια της νοτιοδυτικής πλευράς της πλατείας. Το μεσημέρι δόθηκε επίσημο γεύμα από τον νομάρχη στη «Λαρισαϊκή Λέσχη». Η Λέσχη αυτή βρισκόταν στην αρχή της οδού Κούμα, αμέσως μετά τη γωνία που καταλάμβανε το καφενείο «Παράδεισος». Ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο, το οποίο υπέστη σοβαρότατες ζημιές από τον σεισμό και τους βομβαρδισμούς της κατοχής. Κατεδαφίσθηκε και στη θέση του, μαζί με το γωνιακό κτίριο που στέγαζε το καφενείο, κτίσθηκε μεταπολεμικά ο κινηματογράφος «Ορφεύς». Σήμερα υψώθηκε ένα θεόρατο πολυώροφο κτίσμα, στο ισόγειο του οποίου λειτουργεί αρτοποιείο, παράρτημα γνωστής αλυσίδας καταστημάτων.
Το απόγευμα, στο πρόγραμμα του εορτασμού της ημέρας εκείνης έλαβαν χώρα στην Κεντρική πλατεία λαϊκοί χοροί. Ομάδες από τα ωραιότερα κορίτσια της Λάρισας, ντυμένα με εθνικές ενδυμασίες, έσυραν κατά ομίλους και σε κυκλικούς σχηματισμούς, γραφικούς παραδοσιακούς χορούς απ’ όλη την Ελλάδα. Ήταν ένα θέαμα γοητευτικό που το παρακολούθησαν χιλιάδες θεατές όχι μόνον από τη Λάρισα, αλλά και από τις γειτονικές επαρχίες. Η πόλη είχε πλημμυρίσει από κόσμο και η πλατεία ήταν κατάμεστη. Θέσεις για τους επισήμους είχαν κρατηθεί στη δυτική πλευρά της πλατείας. Εκεί είχε στηθεί μια χαμηλή εξέδρα, στην οποία κάθισαν ο Κονδύλης, ο Καρτάλης, οι νομάρχες και οι δήμαρχοι των μεγάλων πόλεων της Θεσσαλίας, οι διοικηταί των μεγάλων στρατιωτικών μονάδων και πολλοί εκπρόσωποι των τοπικών φορέων.
Όμως το αποκορύφωμα των εκδηλώσεων έλαβε χώρα το βράδυ της ίδιας ημέρας, με μια φαντασμαγορική γιορτή στον Πηνειό. Χιλιάδες κόσμου είχαν παραταχθεί στις όχθες του, ενώ όλοι οι επίσημοι, με επικεφαλής τον Κονδύλη, είχαν πάρει θέσεις πάνω σε ειδική εξέδρα στον περίβολο του Αγίου Αχιλλίου. Επειδή τότε δεν είχε δημιουργηθεί η δεύτερη κοίτη του ποταμού, το νερό του Πηνειού απλωνόταν σε μεγάλη επιφάνεια. Λίγο μετά την γέφυρα, ανάμεσα στο Αλκαζάρ και στον λόφο του Φρουρίου, υπήρχε τότε ένα νησάκι, κατάφυτο από ιτιές. Πάνω στο νησί αυτό, καθώς και στην παλιά πέτρινη τοξωτή γέφυρα, ένας Ιταλός κατασκευαστής βεγγαλικών, είχε δημιουργήσει θαυμαστές φωτεινές διακοσμήσεις. Εν τω μεταξύ είχαν επιστρατευθεί όλες οι βάρκες του τάγματος των Γεφυροποιών, οι οποίες είχαν φωταγωγηθεί με ειδικά γιαπωνέζικα φανάρια. Όταν οι φωτισμένες βάρκες άρχισαν να κινούνται από τον Υδατόπυργο προς τη γέφυρα, η στρατιωτική μπάντα που βρισκόταν στις δύο πρώτες βάρκες, άρχισε να εκτελεί εμβατήρια. Στις υπόλοιπες που ακολουθούσαν, εκτός από τους κωπηλάτες, υπήρχαν και νεαρές κοπέλες, ντυμένες με αρχαίες ενδυμασίες, οι οποίες σκορπούσαν άνθη. Ακολουθούσαν άλλες βάρκες με χορωδίες και διάφορους μουσικούς σχηματισμούς. Όταν η πομπή έφθασε στη γέφυρα, ο Ιταλός κατασκευαστής πυροδότησε τα βεγγαλικά και ένας φωτεινός καταρράκτης άρχισε να χύνεται στο ποτάμι. Ταυτόχρονα από το νησάκι άρχισαν να εκτοξεύονται βεγγαλικά που έσκαζαν ψηλά στον ουρανό και σχημάτιζαν διάφορα παράδοξα φωτεινά σχήματα. Από το ύψος του προαυλίου του Αγίου Αχιλλίου οι επίσημοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον το μεγαλειώδες θέαμα και ο στρατηγός Κονδύλης εκδηλώνοντας την ευχαρίστησή του, συγχάρηκε θερμά τον δήμαρχο Στυλιανό Αστεριάδη και τους διοργανωτές της εορτής.
Τις εκδηλώσεις παρακολουθούσαν και είκοσι περίπου δημοσιογράφοι, απεσταλμένοι των αθηναϊκών μέσων ενημέρωσης, οι οποίοι ακολούθησαν τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη στο ταξίδι του αυτό. Με τις ανταποκρίσεις τους εξέφραζαν τον θαυμασμό για την πρωτοτυπία και την επιτυχία της βραδινής εκδήλωσης στο ποτάμι.
Οι γιορτές έκλεισαν με δείπνο που παραχώρησε στη «Λαρισαϊκή Λέσχη» ο δήμαρχος Λαρίσης Στ. Αστεριάδης. Τις επόμενες ημέρες ανάλογες εορταστικές εκδηλώσεις έγιναν και στις υπόλοιπες πόλεις της Θεσσαλίας, με την ίδια επιτυχία.
---------------------------------------------------
[1]. Το Σωματείο αυτό με τη τόσο πλούσια δράση του, ιδρύθηκε το 1928 στην Αθήνα από επίλεκτα τέκνα της Θεσσαλίας τα οποία διέμεναν στην πρωτεύουσα. Σκοπός του ήταν η περισυλλογή, διαφύλαξη, και μελέτη των αρχαιολογικών, ιστορικών, λαογραφικών και γλωσσικών κειμηλίων της Θεσσαλίας. Εκτός από τις συχνές διαλέξεις που έδινε στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», κυκλοφορούσε και μια εξαιρετικά επιμελημένη ετήσια έκδοση με τον τίτλο «Θεσσαλικά Χρονικά», στην οποία περιέχονταν διάφορα ιστορικά και λαογραφικά θέματα που αφορούσαν τη Θεσσαλία.
[2]. Οι νομοί της Θεσσαλίας την περίοδο εκείνη ήταν δύο, Λαρίσης και Τρικάλων. Η περιοχή του Βόλου (επαρχία Μαγνησίας) υπαγόταν στο νομό Λαρίσης. Το ίδιο και η Καρδίτσα, στο νομό Τρικάλων.
[3]. Ήταν πρόσφατη η μετάθεσή του στη Λάρισα από την μητρόπολη Κυθήρων (15 Ιανουαρίου 1935), σε αντικατάσταση του Αρσενίου, ο οποίος είχε αποβιώσει πριν από έναν χρόνο.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com