Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο ΜΙΜΗΣ ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ


Ο Δημήτριος (Μίμης) Λογιωτάτου και η σύζυγός του Αθηνά Πλάκα στο πλατύσκαλο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα. Προπολεμική φωτογραφία.Ο Δημήτριος (Μίμης) Λογιωτάτου και η σύζυγός του Αθηνά Πλάκα στο πλατύσκαλο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα. Προπολεμική φωτογραφία.
Υπάρχουν περιπτώσεις φωτογραφιών των οποίων η ταυτοποίηση είναι πολύ δύσκολη. Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τη σημερινή φωτογραφία. Ένα ζευγάρι απεικονίζεται στο πλατύσκαλο ενός επιβλητικού όπως φαίνεται κτίσματος.
Ποιο είναι το κτίσμα αυτό και ποιο το ζευγάρι; Καταβλήθηκαν αρκετές προσπάθειες για να λυθούν οι απορίες και ο μίτος άρχισε να ξετυλίγεται όταν αναγνωρίστηκε ο άνδρας της φωτογραφίας. Από παλιές εικόνες του αρχείου της Ιουλίας (Λίλας) Ρίζου αποδείχθηκε η ομοιότητα του συγκεκριμένου άνδρα με τον Δημήτριο (Μίμη) Λογιωτάτου, στενό συγγενή του παππού της δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα. Είναι γνωστό ότι ο Μίμης Λογιωτάτου κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου είχε διατελέσει για κάποιο διάστημα διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα. Και καθώς στον επάνω όροφο του κτιρίου της συγκεκριμένης Τράπεζας διέμενε ο εκάστοτε διευθυντής της [1], συμπεραίνεται ότι η φωτογραφία απεικονίζει την είσοδο προς τον όροφο, η οποία βρισκόταν στο αριστερό πλάι όπως έβλεπε κανείς από την Κεντρική πλατεία το κτίριο, σε κάποια υποχώρηση από την οικοδομική γραμμή. Οι παλαιότεροι Λαρισαίοι θυμούνται αυτή την είσοδο, η οποία βρισκόταν δίπλα από το κατάστημα του Γιάννακα και τον θερινό κινηματογράφο του Μιχάλη Τζεζαϊρλίδη "Τιτάνια".
Ο Δημήτριος Λογιωτάτου ήταν γιος του ιατρού Αχιλλέα Λογιωτάτου (1847-1896) και δισέγγονος του λόγιου Ιωάννου Οικονόμου Λογιωτάτου του Λαρισαίου (1783;-1842). Ο πατέρας του Αχιλλέας διετέλεσε από το 1895-1896 δήμαρχος Λαρίσης και με τη σύζυγό του Ελένη Διαμαντοπούλου από την Αθήνα, απέκτησε τρία τέκνα, το 1883 την Ιουλία, η οποία παντρεύτηκε το 1906 τον μετέπειτα δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα, την Πιπίτσα, η οποία παντρεύτηκε το 1912 τον δικηγόρο και πολιτευτή από τη Ραψάνη Βασίλειο Ζησιάδη, και τον Δημήτριο (Μίμη) Λογιωτάτου, ο οποίος μετά το τέλος των βασικών του σπουδών στη Λάρισα, σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα και παρέμεινε στην πρωτεύουσα[2]. Νυμφεύθηκε την Αθηνά Πλάκα από τον Τύρναβο[3]. Επαγγελματικά αναδείχθηκε σε υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος. Με τη δημιουργία της Αγροτικής Τράπεζας[4] μετατάχθηκε σ' αυτήν και ανεδείχθη διευθυντικό στέλεχός της. Το 1942, όταν ο Μιχαήλ Σάπκας ανέλαβε, εν μέσω της κατοχικής περιόδου, την προεδρία του τοπικού τμήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, κατόρθωσε με τη μεσολάβηση του Μίμη Λογιωτάτου να αποσπάσει τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας της Λάρισας Κίμωνα Σάπκα και Πολύζο Παπαπολύζο και να τους εντάξει στο γραφείο του στον Ε. Ε. Σ.[5].
Το παλιό προπολεμικό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, ήταν ένα επιβλητικό νεοκλασικό κτίσμα το οποίο δέσποζε στη βορειοδυτική γωνία της Κεντρικής πλατείας Μιχαήλ Σάπκα και απέπνεε ομορφιά και χάρη. Σύμφωνα με περιγραφές του τοπικού τύπου της εποχής, τη μελέτη του έργου κατασκευής του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας εκπόνησε ο σπουδαίος Έλληνας πολιτικός μηχανικός Γεώργιος Μπαλάνος [6], ενώ η εφημερίδα "Μικρά" του Θρασύβουλου Μακρή στο φύλλο της 17ης Ιουνίου 1907, γράφει ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 1907 και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν». Ολόκληρο το οικοδόμημα ήταν μια τριώροφη κατασκευή με υπόγειο. Το ισόγειο φιλοξενούσε τα γραφεία και τις διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας, ενώ στον επάνω όροφο βρισκόταν η κατοικία του διευθυντού. Ο τρίτος όροφος ήταν μικρός σε έκταση και αποτελούνταν από επίμηκες υπερώο, με τριγωνική αετωματική πρόσοψη. Όλη όμως η ομορφιά του κτίσματος επικεντρωνόταν στο νεοκλασικό προστώο του ισογείου, το οποίο έβλεπε προς την πλευρά της πλατείας. Δύο ορθογώνιοι κίονες διαμόρφωναν στην κεντρική είσοδο τοξοστοιχία δια μέσου της οποίας, με τη βοήθεια μικρής μαρμάρινης σκάλας, εισέρχονταν οι πολίτες στα ενδότερα του κτιρίου. Πάνω απ’ αυτήν υπήρχε o μακρόστενος εξώστης του πρώτου ορόφου, τον οποίο συγκρατούσαν τέσσερα μαρμάρινα φουρούσια. Τα ανοίγματα του ισογείου (παράθυρα και πόρτες) ενισχύονταν με πυκνές και ισχυρές σιδεριές, όπως φαίνεται και στην επισυναπτόμενη φωτογραφία, ενώ των άλλων ορόφων τα παράθυρα ήταν ελεύθερα. Ολόκληρο το κτίριο αντανακλούσε αισθητική ομορφιά και κομψότητα, ιδιαίτερα στην πρόσοψη. Στο αριστερό άκρο της πρόσοψης μια μικρή μαρμάρινη σκάλα οδηγούσε σε πλατύσκαλο το οποίο ήταν ισοϋψές με το ισόγειο του κτιρίου. Σε απόσταση λίγων βημάτων βρισκόταν όμορφη σκαλιστή εξώπορτα με φεγγίτες, πίσω από την οποία ξεκινούσε μαρμάρινο κλιμακοστάσιο το οποίο οδηγούσε στον επάνω όροφο. Σύμφωνα με διάφορες περιγραφές, ο χώρος της κατοικίας αυτής ήταν άνετος, ο δε στολισμός και η επίπλωσή του πολυτελέστατη. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε και ως προσωρινό κατάλυμα του βασιλικού ζεύγους, όταν επισκεπτόταν τη Λάρισα.
Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία το ζεύγος Μίμη και Αθηνάς Λογιωτάτου απεικονίζεται μπροστά στην είσοδο που οδηγεί στην κατοικία τους στην Τράπεζα και η λήψη της έγινε από το πεζοδρόμιο της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου). Κάτω αριστερά διακρίνεται η σιδερένια πόρτα η οποία οδηγεί στο υπόγειο του κτιρίου. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία λήψης. Υπολογίζεται να έγινε περί τα μέσα της δεκαετίας του 1920.
-----------------------------------------------------
[1]. Στον ίδιο χώρο έμενε πιο πριν και ο Γεώργιος Ροδόπουλος, με την οικογένειά του, όταν το 1914 διορίσθηκε διευθυντής του υποκαταστήματος. Τη χρονολογία αυτή ένα από τα παιδιά του ο Δημήτριος Ροδόπουλος, περισσότερο γνωστός ως Μ. Καραγάτσης, ηλικίας τότε 6 ετών, περνούσε τακτικά αυτή την πόρτα για να φθάσει στο οικογενειακό τους διαμέρισμα που τους πρόσφερε η Τράπεζα.
[2]. Επιστολαί διαφόρων, αντιγραφείσαι παρ’ εμού του Ιωάννου Οικονόμου Λαρισσαίου: 1823 Ιουλίου 25: Λάρισσα, Μεταγραφή – Παρακολούθηση – Πρόλογος Γιάννη Αντωνιάδη, Φιλολογική παρουσίαση – Μελέτη – Πίνακες Μ. Μ. Παπαϊωάννου, Αθήνα (1964), σελ. 19.
[3]. Η Αθηνά Πλάκα προερχόταν από αρχοντική και πολυμελή οικογένεια του Τυρνάβου. Ο πατέρας της ήταν σημαίνον πολιτικό στέλεχος και επί σειράν ετών δήμαρχος της πόλης. Η αδελφή της Μαρίκα είχε παντρευτεί τον Δημήτριο Χατζηγιάννη πολιτευτή και δήμαρχο Λαρίσης. Επομένως Μίμης Λογιωτάτου και Δημήτριος Χατζηγιάννης ήταν σύγαμπροι. Σημειώνεται ότι και οι δύο δεν απέκτησαν απογόνους.
[4]. Η Αγροτική Τράπεζα ιδρύθηκε το 1929 και το τοπικό υποκατάστημα στην πόλη μας λειτούργησε το 1933 στο κτίριο που υπάρχει μέχρι σήμερα. Ζιαζιάς Γεώργιος. Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950). τόμ Β΄, Λάρισα (2000) σελ. 127.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Μιχαήλ Σάπκας, ο ευπατρίδης πολιτικός (1873-1956). Λάρισα (2013) σελ. 153-154.
[6]. Το όνομά του έχει συνδεθεί με εντονότατες επικρίσεις από σύγχρονους αρχαιολόγους όσον αφορά στο αναστηλωτικό του έργο στην Ακρόπολη των Αθηνών και τις ζημιές που είχαν υποστεί τα μνημεία της.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΚΟΝΑΚΙ ΤΟΥ ΦΑΪΚ ΜΠΕΗ

Ιδιοκτησία αδελφών Κων. Κουτσίνα


Το κονάκι του Φαΐκ μπέη ιδιοκτησίας των αδελφών Κων. Κουτσίνα, σε ερειπιώδη κατάσταση, όπως ήταν το 1960 περίπου. Άποψη από την οδό Ρούσβελτ. Από το βιβλίο "Η Λάρισα. Εικόνες του χθες". Φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα Νίκου Νάκου, Λάρισα (2003) σελ. 137. Το κονάκι του Φαΐκ μπέη ιδιοκτησίας των αδελφών Κων. Κουτσίνα, σε ερειπιώδη κατάσταση, όπως ήταν το 1960 περίπου. Άποψη από την οδό Ρούσβελτ. Από το βιβλίο "Η Λάρισα. Εικόνες του χθες". Φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα Νίκου Νάκου, Λάρισα (2003) σελ. 137.
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 όποιος διέσχιζε την αρχή της οδού Ρούσβελτ, λίγα μέτρα πριν φθάσει στη διασταύρωσή της με την οδό Κούμα, διέκρινε στα δεξιά του, μέσα σε ένα μεγάλο, άδειο και αδιαμόρφωτο οικόπεδο, το ερειπωμένο κτίσμα που είχαμε την τύχη να απαθανατίσει με τον φακό του ο Τάκης Τλούπας.
Πρόκειται για τη μία από τις δύο φωτογραφίες οι οποίες συνοδεύουν το σημερινό κείμενο. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θα το θυμούνται, γιατί έστεκε εκεί στοιχειωμένο, όπως το άλλο αδελφάκι του, η "Βίλλα Λαχτάρα" της οδού Καλλιάρχου. Αυτό το υπεραιωνόβιο κτίσμα είναι ό,τι απόμεινε από το παλιό κονάκι του Φαΐκ μπέη. Όμως αυτό, όπως και ο περιβάλλων χώρος του έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία θα σας την περιγράψουμε από την αρχή.
Όπως μπορεί κανείς να διακρίνει από την κατασκευή του, το κτίριο είναι διώροφο και ανήκει στην κατηγορία αυτών που ο Γιώργος Γουργιώτης ονομάζει "λαϊκά νεοκλασικά οικοδομήματα". Τα δομικά υλικά του είναι τα παραδοσιακά (ξυλοδεσιές και πλιθιά). Η στέγη είναι τετράκλινη, καλυμμένη από κεραμίδια. Στην πρόσοψη ψηλά έχει κατασκευαστεί τριγωνικό διακοσμητικό αέτωμα (στη φωτογραφία έχει πάθει μερική καθίζηση). Ο τοίχος στο κεντρικό τμήμα της πρόσοψης εμφανίζει μια υποχώρηση και στο σημείο αυτό τέσσερες όρθιοι ισχυροί ξύλινοι δοκοί, οι οποίοι δημιουργούν κάτω από το αέτωμα τρία τόξα, συγκρατούν πιο κάτω τον εξώστη του ορόφου, δημιουργώντας ένα υποτυπώδες προστώο, ενώ στο ισόγειο υπάρχει η κεντρική είσοδος του κτίσματος, πλαισιωμένη από δύο παράθυρα. Η αρχιτεκτονική δομή του το τοποθετεί κατασκευαστικά στα μέσα του 19ου αιώνα, αν και ορισμένοι ομιλούν για προγενέστερη χρονολογία [1].
Ιστορικά γνωρίζουμε ότι το κτίριο αυτό αποτελούσε το κονάκι ενός πλούσιου Οθωμανού μεγαλοκτηματία του Φαΐκ μπέη. Κατά την τουρκοκρατία το κονάκι του ήταν από εκείνα που διέθετε χαρεμλίκι (γυναικωνίτη). Μπροστά του υπήρχε τεράστια αυλή, όπως είχαν όλα τα παλιά μεγάλα τουρκικά σπίτια. Κήποι με άφθονα άνθη γέμιζαν τον χώρο και από τα πηγάδια αντλούσαν νερό, το αποθήκευαν σε μαρμάρινες λάρνακες για να τα ποτίζουν τακτικά. Το κονάκι του Φαΐκ μπέη είναι συνδεδεμένο με μια δραματική ιστορία του ιδιοκτήτη του, ο οποίος κάποια στιγμή έχασε όλα τα υπάρχοντά του και όπως λέει η προφορική παράδοση εγκατέλειψε τη Λάρισα κάποια νύχτα πάμφτωχος.
Μετά την εφαρμογή από το 1884 του νέου ρυμοτομικού σχεδίου της Λάρισας, το κτίριο αυτό απέκτησε δύο οδούς προσπέλασης. Η μία ήταν από την οδό Ρούσβελτ (Φαρσάλων τότε) και η άλλη από την οδό Μ. Αλεξάνδρου, με θέα την ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας. Η τελευταία προσπέλαση γίνεται κατανοητή από τη δεύτερη φωτογραφία, όπου βλέπουμε το πίσω μέρος του κτιρίου. Μετά από ένα προστατευτικό τοιχίο με κάγκελα, οριοθετημένο στο ύψος της οικοδομικής γραμμής, μεσολαβεί στενός ακάλυπτος χώρος και στη συνέχεια διακρίνεται η δυτική είσοδος του κτίσματος. Η φωτογραφία αυτή χρονολογείται στα 1902, όταν στους χώρους του ήταν ανεπτυγμένο από καιρό το ξενοδοχείο ύπνου "Αβέρωφ". Ήταν από τα παλαιότερα της Λάρισας, χωρίς όμως ιδιαίτερες διευκολύνσεις.
Το ξενοδοχείο μαζί με τον τεράστιο ακάλυπτο χώρο που το περιέβαλλε, αγοράστηκε μετά το 1920 από τον Κωνσταντίνο Κουτσίνα, τον αδελφό του Φίλιππου Κουτσίνα, στον οποίο αναφερθήκαμε παλαιότερα [2]. Η οικογένειά τους μετακόμισε στη Λάρισα από τον Τύρναβο λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους [3]. Ο Κωνσταντίνος Κουτσίνας γεννήθηκε στη Λάρισα και με τη γυναίκα του Ολυμπιάδα Αληθινού απέκτησε τρεις κόρες. Πρώτη ήταν η Αμαλία η οποία πέθανε σχετικά νέα, μετά η Αλίκη και τελευταία η Αγγελική (Λιλίκα). Από τον πατέρα τους είχαν τεράστια περιουσία σε οικόπεδα και ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν επί της οδού Ρούσβελτ και απλώνονταν μεταξύ του καταστήματος του Γεωργ. Δημητρακοπούλου (γωνία Κύπρου-Ρούσβελτ) και του ξενοδοχείου "Όλυμπος" του Γ. Βουζίκα (γωνία Κούμα-Ρούσβελτ). Οι "Κουτσινούλες" όπως ήταν γνωστές στους παλαιούς Λαρισαίους, ήταν άτομα ευαίσθητα και είχαν αναπτύξει σπουδαία φιλανθρωπική και χριστιανική δράση.
Όταν κατά το 1932-33 σταμάτησε να λειτουργεί το ξενοδοχείο "Αβέρωφ", οι ιδιοκτήτριες αδελφές Κουτσίνα το νοίκιασαν σε διάφορες οικογένειες έναντι ελαχίστου μισθώματος. Το 1934 η είσοδος του ξενοδοχείου που υπήρχε προς την Κεντρική πλατεία καταργήθηκε και στον ακάλυπτο χώρο ανοικοδομήθηκε μια σειρά καταστημάτων με πρόσοψη προς την οδό Μ. Αλεξάνδρου. Μεταπολεμικά και μέχρι την κατεδάφιση του παλιού κτίσματος, στους χώρους του βρήκαν καταφύγιο διάφορες φτωχές οικογένειες.
Το σπίτι όπου διέμενε η οικογένεια Κων. Κουτσίνα βρισκόταν στον ίδιο χώρο με το τούρκικο κτίσμα, αλλά σε άλλη θέση, στο ύψος των κτιρίων της οδού Φαρσάλων (Ρούσβελτ σήμερα) και δίπλα από το εξαώροφο μέγαρο που έκτισε ο έμπορος Γεώργιος Τηλιός, σε οικόπεδο το οποίο είχε αγοράσει από τις αδελφές Κουτσίνα. Ήταν μια μεγάλη μονοκατοικία με υπερυψωμένο υπόγειο. Πίσω από το σπίτι τους υπήρχε μεταπολεμικά μια μικρή ισόγεια κατασκευή η οποία φιλοξενούσε τις εγκαταστάσεις του χριστιανικού Σωματείου "Σάπφειρος". Οι κόρες του Κωνσταντίνου Κουτσίνα έμειναν άγαμες και χωρίς απογόνους.
Το 1962 περίπου όλη αυτή η έκταση με τα κτίσματα που ανήκαν στις αδελφές Κουτσίνα αγοράστηκαν από τον Σετράκ Σιρινιάν ο οποίος μαζί με τον γιο του Ονίκ τα κατεδάφισε [4] και στη θέση τους ανήγειρε μεγάλη τριώροφη οικοδομή με στοά στο ισόγειο, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν στις 24 Σεπτεμβρίου 1967 [5].
----------------------------------------------------------------
[1]. Ο Βάσος Καλογιάννης. Η Λάρισα που χάνεται. Τα παλιά αρχοντικά μας και η ιστορία τους, εφ."Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 30ής Οκτωβρίου 1964, αναφέρει ότι κατά τη χρονολογία του δημοσιεύματος το κτίσμα "…αριθμεί βίο 200 χρόνων περίπου."
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οικογένεια Κουτσίνα, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 27ης Δεκεμβρίου 2017. Του ιδίου: Η οικογένεια Κουτσίνα. Προσθήκες και διορθώσεις, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 19ης Ιουνίου 2019. Τα δύο αδέλφια ήλθαν στη Λάρισα.
[3]. "Δύο-τρία χρόνια μετά την μεγάλη πυρκαϊά του Μαΐου του 1882, εγκατεστάθησαν ενταύθα και οι αδελφοί Φίλιππος και Κωνσταντίνος Κουτσίνας εκ Κονίτσης, ιδρύσαντες πλουσιότατα εμπορικά καταστήματα". Μακρής Θρασύβουλος, Λαρισινές σελίδες, εφ. "Θεσσαλικά Νέα", Λάρισα, φύλλο της 6ης Φεβρουαρίου 1947.
[4]. "Κατά την εκσκαφήν θεμελίων του οικοπέδου Σιρινιάν επί της οδού Ρούσβελτ ήλθεν εις φως τμήμα αρχαίας τοιχοποιίας. Ο επιμελητής αρχαιοτήτων καθηγητής κ. Ν. Ταξιλτάρης έχει την γνώμην ότι πρόκειται περί τμημάτων τού κατά το παρελθόν θέρος αποκαλυφθέντος εις τα οικόπεδα Βουζίκα και Τηλιού μεγάρου ρωμαϊκής εποχής, το οποίον θα ήτο πιθανόν ή διοικητήριον ή και συγκρότημα καταστημάτων ρωμαϊκής αγοράς". Εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 28ης Μαΐου 1964.
[5]. Θέλω να ευχαριστήσω για τη βοήθειά τους τον Θρασύβουλο Τηλιό και τα μέλη της Φωτοθήκης Λάρισας Θεόδωρο Χατζούλη και Βαγγέλη Ρηγόπουλο.



Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Οι «Βαρελάδες» του Πηνειού


Οι "Βαρελάδες" στη δεξιά όχθη του Πηνειού γεμίζουν τα δοχεία τους με νερό. Επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα αριθ. 246. Περίπου 1910. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΟι "Βαρελάδες" στη δεξιά όχθη του Πηνειού γεμίζουν τα δοχεία τους με νερό. Επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα αριθ. 246. Περίπου 1910. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η φωτογραφία αυτή προέρχεται από το χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο αριθμ. 246 του φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα από τον Βόλο.
Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Στα ρηχά νερά του ποταμού και στα διπλανά χαμηλά σημεία της όχθης διακρίνονται τρία δίτροχα. Στο καθένα απ' αυτά είναι φορτωμένο ένα μεγάλο βαρέλι. Ο ιδιοκτήτης του δίτροχου κατευθύνει το άλογο που το έλκει, προς την κοίτη του ποταμού. Εκεί, με ένα ευρύστομο δοχείο γεμίζει το βαρέλι με νερό, οδηγεί το δίτροχο στην όχθη μέχρι ψηλά στην οδό Καλλιθέας και εν συνεχεία το μεταφέρει στην πόλη για να το πουλήσει σε σπίτι και καταστήματα.
Η Λάρισα, η οποία από αρχαιοτάτων χρόνων διασχίζεται από τον Πηνειό[1], το μεγαλύτερο ποτάμι της Θεσσαλίας, είχε από την περίοδο των χρόνων της τουρκοκρατίας, μέχρι και το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, σοβαρό πρόβλημα ύδρευσης. Οι κάτοικοί της, αν και τα περισσότερα σπίτια είχαν πηγάδια στην αυλή τους, το πόσιμο νερό το εφοδιάζονταν από τον Πηνειό. Η γειτνίαση με τους οικιακούς βόθρους καθιστούσε το νερό των πηγαδιών ακατάλληλο ως πόσιμο και το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά και μόνο για την ατομική και την οικιακή καθαριότητα. Αλλά όμως και το ποταμίσιο νερό δεν ήταν καθαρό, γάργαρο. Οι πηγές του ως γνωστόν ξεκινούσαν από την Πίνδο και στο μακρινό ταξίδι της διαδρομής μέχρι τη Λάρισα δέχονταν κάθε είδους ακάθαρτα υλικά, τα οποία αυξάνονταν καθώς δεχόταν καθ’ οδόν και άλλα από τους παραποτάμους του, οι οποίοι κάθε άλλο παρά καθαροί ήταν. Με την ανακάλυψη των ηλεκτροκίνητων αντλιών τρεις Λαρισαίοι επιχειρηματίες, τα αδέλφια Οικονομίδη και ο Αθανάσιος Κατσαούνης, ανέλαβαν να αντλήσουν το νερό του Πηνειού με ευκολότερο τρόπο. Τοποθέτησαν σωλήνες στο κέντρο της κοίτης του ποταμού, όπου η ροή του ήταν ταχύτερη και ως εκ τούτου το αντλούμενο νερό πιο καθαρό και το αποθήκευαν σε μεγάλες μεταλλικές δεξαμενές που είχαν τοποθετήσει στις όχθες. Οι δεξαμενές αυτές διέθεταν κάνουλες, από τις οποίες οι οδηγοί των δίτροχων γέμιζαν χωρίς κόπο τα βαρέλια με νερό.
Ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πλέον επιτυχημένους δημάρχους της Λάρισας κατά τον 20ό αιώνα και είναι αυτός ο οποίο έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο τρόπο, σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1955[2] περιγράφει με τον δικό του τρόπο και με τη διάλεκτο της εποχής, τη διαδικασία με την οποία υδρεύονταν οι κάτοικοι της πόλης από την τουρκοκρατία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων[3], εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων[4], φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν διά βυτίων, φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς, αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ».
Το νερό μεταφερόταν στην πόλη και με κάποια μικρή οικονομική επιβάρυνση του νοικοκύρη γέμιζαν τα μεγάλα πήλινα δοχεία, τα κιούπια, τα οποία είχε κάθε σπίτι. Τα τελευταία ήταν παραχωμένα μέχρι τον λαιμό τους βαθιά στο χώμα και εκεί αποθηκευόταν. Έπρεπε να περάσουν 2-3 ημέρες για να το χρησιμοποιήσουν καθώς ήταν θολό. Έριχναν πρώτα μέσα στα γεμάτα με νερό δοχεία μικρή ποσότητα στύψης, η οποία σε λίγες ώρες είχε την ικανότητα να καθαρίζει το νερό απ’ όλες τις φερτές ύλες, οι οποίες καθίζαναν στον πυθμένα του δοχείου και το νερό γινόταν διαυγές. Στη συνεχεία τα σκέπαζαν στεγανά, ώστε να διατηρείται απρόσβλητο το περιεχόμενο των δοχείων από σκόνες και διάφορα πτερωτά αντικείμενα. Η κατανάλωση σαν πόσιμο γινόταν έπειτα από δύο περίπου ημέρες, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η καθίζηση. Γι’ αυτό και κάθε κατοικία είχε περισσότερα από ένα κιούπια. Αυτή η διαδικασία μπορεί μεν να εξασφάλιζε στο νερό κάποια καθαρότητα, ουσιαστική όμως αποστείρωση δεν γινόταν, όπως πίστευαν πολλοί, και η υγεία των κατοίκων ήταν επισφαλής. Ο κοιλιακός τύφος και άλλα εντερικά νοσήματα προσέβαλαν περισσότερο τους επισκέπτες και τους περαστικούς από την πόλη, ιδιαίτερα τους στρατιώτες, γιατί οι μόνιμοι κάτοικοι θα έλεγε κανείς ότι το είχαν συνηθίσει. Όμως δεν υπήρχε στη Λάρισα οικογένεια που να μην είχε δοκιμαστεί από την αρρώστια αυτή και πολλοί μάλιστα είχαν χάσει και τη ζωή τους[5].
Το πρόβλημα της ύδρευσης στη Λάρισα λύθηκε το 1930. Ήταν Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, μια βροχερή μέρα πριν 90 χρόνια, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον Υδατόπυργο και τις κεντρικές εγκαταστάσεις ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού στο κτίριο του ΟΥΗΛ, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα υψώνεται το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Έτσι η Λάρισα στον τομέα της ύδρευσης μέσα σε λίγα χρόνια από παράδειγμα προς αποφυγή, έγινε παράδειγμα προς μίμηση και για άλλες πόλεις.
-------------
[1]. Από την εποχή ακόμα της Άννας Κομνηνής (12ος αι.) μέχρι και τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο ο Πηνειός ήταν γνωστός στο ευρύτερο κοινό με την λαϊκή ονομασία Σαλαμπριάς. Οι Οθωμανοί τον ονόμαζαν Κιοστέμ, από παραφθορά της λέξεως Λυκοστόμιο.
[2]. Μιχαήλ Σάπκας. Ιστορικαί αναμνήσεις από την ανασυγκρότησιν και αναμόρφωσιν της Λαρίσης μετά την απελευθέρωσιν από την τουρκοκρατίαν. Τομ. Α’. Ύδρευσις και Ηλεκτροφωτισμός, εν Λαρίση, (Ιούνιος 1955) σ. 23-24. Είναι το ένα από τα δύο βιβλία των πολλών χειρόγραφων αναμνήσεων που κατόρθωσε να εκδώσει. Το άλλο είναι τα Πεπραγμένα του τμήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Λάρισα (1955).
[3]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Οι "Σακατζήδες" της Λάρισας, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 19ης Οκτωβρίου 2014.
[4]. Περίπου 50 κιλά νερό ο κάθε ασκός.
[5]. Κώστας Περραιβός. Σακατζήδες και Βαρελάδες μας πότιζαν, εφ. Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 9ης Μαΐου 1982.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΜΑΡΤΥΡΙΚΕΣ Μ. ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ


Το εσωτερικό του Ιερού Βήματος του κατεστραμμένου μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου από τον σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς της κατοχής. Φωτογραφία Γερμανού στρατιωτικού τον Απρίλιο του 1941. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΤο εσωτερικό του Ιερού Βήματος του κατεστραμμένου μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου από τον σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς της κατοχής. Φωτογραφία Γερμανού στρατιωτικού τον Απρίλιο του 1941. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η πανδημία του κορονοϊού μάς υποχρεώνει να γιορτάσουμε φέτος τη Μ. Εβδομάδα και την Ανάσταση από τα σπίτια μας.
Το οφείλουμε στην κοινωνία, στους συνανθρώπους μας και σ' αυτούς που αγαπάμε. Είναι αλήθεια ότι έτσι ξαφνικά άλλαξε η ζωή μας και διάφοροι περιορισμοί μάς απομάκρυναν από τις συνήθειές μας. Αλλά αργά ή γρήγορα όλα θα περάσουν και θα μπούμε στην κανονική ζωή. Η ιστορία της Λάρισας είναι γεμάτη από λοιμούς, λιμούς, σεισμούς, καταποντισμούς, πυρκαγιές και άλλα φυσικά φαινόμενα. Και όμως τα ξεπέρασε όλα και σήμερα στέκεται σεμνή και όμορφη να αντιμετωπίζει όπως πρέπει μια ακόμη επιδημία [1].
Στο σημερινό σημείωμα θα περιγράψουμε δύο επώδυνες στιγμές στην ιστορία της παλιάς Λάρισας, οι οποίες έτυχε να συμβούν κατά τη Μ. Εβδομάδα και το Πάσχα στις χρονιές 1897 και 1941 και της στέρησαν, όπως και φέτος, τη χαρά να γιορτάσει σε μια έρημη πόλη, είτε από φυγή είτε από εγκλεισμό στα σπίτια.
-- Αρχές Απριλίου του 1897 άρχισαν οι πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της ελληνοτουρκικής σύρραξης στα υψώματα της Μελούνας. Ας παρακολουθήσουμε πως περιγράφει τις οδυνηρές στιγμές της εγκατάλειψης της Λάρισας από τους κατοίκους της η Αμαλία Παπασταύρου [2],: " Απριλίου 10. Ήτο Μ. Πέμπτη και επεριμένομεν Πάσχα και όμως εις καμμίαν οικίαν δεν παρατηρείται η παραμικρά κίνησις εμφαίνουσα την προσέγγισιν της επισημοτέρας των εορτών. Ούτε συγύρισμα, ούτε βάψιμον αυγών, ούτε φεύ εκκλησία. Ο νους δεν είναι δυνατόν να προσηλωθή εις την προσευχήν, διότι επέτα προς τους μαχομένους αδελφούς μας και εκάστη βολή πυροβόλου συνεκλόνιζε και το σώμα και την ψυχήν μας … Απριλίου 11, Μ. Παρασκευή. Έφερον και τον γαμβρόν μας νεκρόν … Είναι δυνατόν να φανταστή τις ότι έχει νεκρόν προσφιλή και δεν δύναται να τω ανάψη ένα κερί. Ότι δεν ευρίσκεται ιερεύς να τον θάψη και ότι τέσσαρες φίλοι του τον τυλίγουν εις μίαν κουβέρταν και τον φέρουν εις τον τάφον. Ότι συγκεχυμέναι τρόμου φωναί από τον δρόμον φθάνουσι μέχρις ημών, μας ευρίσκουν αναισθήτους … Ότι μετά την εκφοράν του νεκρού, χωρίς να πάρωμεν τίποτε, χωρίς να κλείσωμεν τίποτε, αναχωρήσαμεν από την οικίαν … και εβαδίζομεν προς τον Σιδηρόδρομον. Ότι κόσμος πολύς, άνδρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχον προς την αυτήν διεύθυνσιν. Ότι εις τον Σταθμόν εφύλαττε σκοπός και εμπόδιζε τους πολίτας να εισέρχονται … Εισήλθομεν ημείς εις διαμέρισμα τρίτης θέσεως όπου ήσαν άλλοι δέκα και ήτο ευτύχημα, διότι άλλοι δεν εύρισκον θέσιν" [3].
-- Μια οδυνηρή Μ. Εβδομάδα έζησε η Λάρισα και κατά το 1941. Είχε προηγηθεί ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου και οι φονικοί ιταλικοί βομβαρδισμοί της επομένης ημέρας. Στη συνέχεια άρχισε η επέλαση των Γερμανών. Τη Μ. Τρίτη 15 Απριλίου ένας ανελέητος γερμανικός βομβαρδισμός αποτελείωσε την καταστροφή της Λάρισας. Η πόλη ερημώθηκε από τους κατοίκους της, τα περισσότερα καταστήματα έκλεισαν και οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούσαν. Ο δήμαρχος Στυλινός Αστεριάδης αφηγείται μεταπολεμικά στον δημοσιογράφο Λάζαρο Αρσενίου: "Τη Μεγάλη Παρασκευή 18 Απριλίου 1941 λίγο μετά το μεσημέρι, γερμανικά στρατεύματα κατακτούν τη Λάρισα … Τις προηγούμενες ημέρες την είχαν σκληρά βομβαρδίσει αεροπλάνα "Στούκας" που προκάλεσαν σοβαρές καταστροφές και θύματα. Οι κάτοικοί της, νοιώθοντας τον εχθρό να πλησιάζη, εγκαταλείπουν ομαδικά την πόλη τους με θλίψη, κουβαλώντας ό,τι πολυτιμότερο μπορούν. Και ανάλογα με τα μέσα που διαθέτουν, καταφεύγουν άλλοι σε κοντινά και άλλοι σε μακρινά χωριά ή πόλεις. Έτσι όταν οι Γερμανοί μπαίνουν στην Λάρισα δεν βρίσκουν πολίτες. Οι Λαρισινοί δεν θέλησαν να τους υποδεχθούν" [4].
Ο παλιός δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας περιγράφει ως εξής την είσοδο των Γερμανών στη Λάρισα: "Κατάστασις τελείως απελπιστική, πείνα, ερείπια, γύμνια και πλήρης ανεργία. Οι Γερμανοί εχαρακτήρισαν την στάσιν της Λαρίσης απέναντί των κατά την είσοδόν των, ως όλως εχθρικήν. Ανέμενον την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου προ της γεφύρας του Πηνειού ποταμού δι' όλης σχεδόν της ημέρας επιτροπήν των αρχών ή των κατοίκων όπως εμφανισθή προ του Στρατηγείου των προς παράδοσιν της πόλεως και συνεννόησιν δια την είσοδον και εγκατάστασιν των υπηρεσιών των εις την πόλιν και διά τινα στοιχειώδη υποδοχήν αυτών και παροχήν ευκολιών εις την εγκατάστασιν, αλλά ουδείς παρουσιάσθη [5].
Ο μετέπειτα δήμαρχος Δημήτριος Χατζηγιάννης αναφέρει για την είσοδο των Γερμανών: "Η πόλις της Λαρίσης ηρημώθη και κατοίκων και των αρχών της. Τα γερμανικά στρατεύματα άτινα την Μ. Παρασκευήν ήρχοντο να καταλάβουν την πόλιν, εστάθμευσαν έξω αυτής, εις την Γιάννουλην, εις απόστασιν τεσσάρων χιλιομέτρων. Ανέμειναν εκεί επί δίωρον μήπως πρεσβεία της πόλεως της παραδώση συμβολικά τας κλείδας της. Ουδείς, ούτε κληρικός, ούτε πολίτης, ούτε των τοπικών της αρχών εστάλη. Και ο γερμανικός στρατός εισελθών εις την ερειπωμένη Λάρισαν, διέταξε γενικήν λεηλασίαν της πόλεως … Ήταν τα αντίποινα κατά της υπερηφάνου πόλεως" [6].
Η φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι συγκλονιστική. Εντοπίστηκε πριν από ένα χρόνο περίπου από τον Αχιλλέα Καλτσά, που είναι μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας σε διεθνή δημοπρασία παλιών φωτογραφιών. Απεικονίζει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Ιερόν Βήμα του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου μετά τον σεισμό και τους συνεχείς βομβαρδισμούς. Δεξιά διακρίνεται μέρος της Αγίας Τραπέζης σκεπασμένης από ερείπια. Πίσω, στην κεντρική κόγχη του Ιερού υπάρχει το Σύνθρονο, ο θρόνος του αρχιερέως αλώβητος και ενδιάμεσα ο Σταυρός με τον Εσταυρωμένο έχει πέσει στα πλάγια. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από Γερμανό στρατιωτικό μετά την κατάληψη της Λάρισας, τον Απρίλιο του 1941.
Τη χρονιά εκείνη στη Λάρισα πραγματικά ο Χριστός ξανασταυρώθηκε.
---------------------------------------------------------------
[1]. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας στο δίτομο έργο του "Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία 1423-1881)" αφιερώνει στον 2ο τόμο ολόκληρο κεφάλαιο για να περιγράψει στις σελίδες 667-710 τις επιδημίες, τις μεγάλες φυσικές καταστροφές και άλλα δεινά της Λάρισας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.
[2]. Η Αμαλία Παπασταύρου-Χρυσοχόου (1856-1935) γεννήθηκε στη Ζίτσα της Ηπείρου και ήταν δασκάλα από την περίοδο της τουρκοκρατίας στη Λάρισα. Παντρεύτηκε τον ομοχώριό της φαρμακοποιό Κωνσταντίνο Παπασταύρου. Περισσότερα βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-2014, Λάρισα (2016) σελ. 41-44.
[3]. Παπασταύρου Αμαλία. Ημερολόγιον του πολέμου ανευρεθέν εν Λαρίσση από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια (1897), σελ. 16-26.
[4]. Αρσενίου Λάζαρος, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τόμ. Α΄, Αθήνα (1977) σελ. 18.
[5]. Σάπκας Μιχαήλ, Πεπραγμένα του εν Λαρίση τμήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού από της ιδρύσεώς του κατά το 1922 μέχρι της 30 Ιουνίου 1955. Εν Λαρίση (1955) σελ. 18-19.
[6]. Αναμνήσεις Δημητρίου Χατζηγιάννη (1888-1973). Επιμέλεια-Εισαγωγή-Σχόλια Ιουλία Κανδήλα. Λάρισα (2011) σελ. 206.


Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Βίκυ Γιώβη
ΑΙΔΩΣ: Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ, ΤΡΟΦΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ
Στην ελληνική αρχαιότητα εννοούσαν την α ι δ ώ ως προσωποποιημένη θεότητα, αλλά και ως συναίσθημα, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής.
Η αιδώς είναι για τους αρχαίους μια έννοια σύνθετη, της οποίας το σημασιολογικό περιεχόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί στα νέα ελληνικά με μια λέξη.
Είναι η ηθικότητα, η ηθική συνείδηση, ο σεβασμός στους άγραφους νόμους, το φιλότιμο, ο αυτοσεβασμός.
Γενικά εκφράζει το συναίσθημα της ν τ ρ ο π ή ς την οποία νιώθει ο άνθρωπος για κάθε πράξη του που αντιβαίνει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Αυτή η ντροπή πλησιάζει περισσότερο προς την έννοια του σ ε β α σ μ ο ύ και της σεμνότητας και δεν έχει σχέση με τις ενοχές και τις τύψεις.
Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αιδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αιδώ δηλώνεται με το ρήμα α ἰ δ έ ο μ α ι: «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό για θεούς, τάφους, όρκους, νεκρούς για ασθενείς ομάδες πληθυσμού, νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες» ή κατά μία άλλη ερμηνεία προέρχεται από το ρήμα «α ί θ ω», «καίω», είναι δηλαδή μια ε σ ω τ ε ρ ι κ ή φ λ ό γ α που κάποτε φανερώνεται και στο πρόσωπο σαν κοκκίνισμα.
Η αιδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Ωστόσο, η λειτουργία της αιδούς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.
Κατά τον Α ρ ι σ τ ο τ έ λ η, η αιδώς, δεν ανήκει στις αρετές, αλλά στα πάθη.
Η Αρετή κατ’ αυτόν, είναι ενεργητική ιδιότης της ψυχής. Η Αιδώς όμως είναι παθητική διάθεση της ψυχής, αξία επαίνου, κατέχει θέση ντροπαλότητας, όταν ο άνθρωπος τρέμει μη παρεξηγηθεί.
Και ο Π λ ά τ ω ν α ς στο έργο του αναφέρει δύο σχετικούς με την αιδώ μύθους.
Στον Π ρ ω τ α γ ό ρ α αναφέρει ότι ο Ζευς, όταν θέλησε να προλάβει την εξόντωση του ανθρωπίνου γένους, η οποία επέκειτο να γίνει, έστειλε τον Ερμή να εμφυτεύσει στις ψυχές των ανθρώπων την Αιδώ και την Δίκη. Στους Νόμους γράφει, πως ο Κρόνος κατά την περίοδο του χρυσού γένους των ανθρώπων έβαλε επόπτες των ανθρώπων τους Δαίμονες, για να εξασφαλίσει την:
«Ειρήνη, αιδώ, ευνομίαν, και αφθονίαν δίκης».
Στον Ό μ η ρ ο και τον Η σ ί ο δ ο παρουσιάζεται ως θεότητα.
Ήταν μια από τις Ώ ρ ε ς και μητέρα της ήταν η Θέμις και αδερφές της η Ευνομία, η Δίκη, η Ειρήνη και η Νέμεση.
Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός της Αθηνάς και σύνεδρος του Δία.
Η Αιδώς λατρευόταν σ` ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.
Στην Αθήνα, στην αγορά της Ακρόπολης, υπήρχε βωμός της και έξω από τη Σπάρτη βρισκόταν το άγαλμά της.
Σύμφωνα με τη μυθολογία το έστησε εκεί ο Ικάριος, ο πατέρας της Πηνελόπης, γιατί η κόρη του σκέπασε σ` εκείνο το σημείο το πρόσωπό της από ντροπή, επειδή προτίμησε να φύγει από κοντά του, ακολουθώντας τον άνδρα της Οδυσσέα.
Μετά τον γάμο του ζεύγους, ο Ικάριος ικέτευε την κόρη του να μείνει με τον άντρα της στη Σπάρτη, αλλά ο τελευταίος της ζήτησε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και σε εκείνον, που θα έφευγε για την Ιθάκη. Η αιδώς ήταν η προσωποποίηση του αισθήματος που ένιωσε η Πηνελόπη.
Γενικότερα, η α ι δ ώ ς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα (κοινωνική, ακόμη και ερωτική).
Η έλλειψη της αιδούς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ύ β ρ η, την αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, π ρ ο σ β ά λ λ ε ι την τιμή των άλλων.
Η αιδώς είναι μια πολύπλευρη ηθική έννοια που νοείται ως αίσθημα ντροπής, ως αίσθημα προφύλαξης της τιμής του ατόμου μέσα από τον σεβασμό για τον εαυτό του, και ως σεβασμός προς τους άλλους ανθρώπους.
Η αιδώς ήταν ένας εσωτερικός μηχανισμός που σ υ γ κ ρ α τ ο ύ σ ε τον άνθρωπο ώστε να μην κάνει το κ α κ ό, προκαλούσε συναισθήματα φ ό β ο υ και ν τ ρ ο π ή ς μπροστά στην προοπτική να κάνει κάτι σε βάρος των άλλων.
Το άτομο συναισθανόμενο ντροπή για τις πράξεις του, που παρεκκλίνουν από τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα, διαφυλάττει την τιμή και την αξιοπρέπειά του, ενώ παράλληλα εκφράζει μέσω αυτού του αισθήματος και το σεβασμό για τους συνανθρώπους του.
Ο σεβασμός προς τους άλλους σημαίνει τόσο την εκτίμηση για τη γνώμη που σχηματίζει ο άλλος άνθρωπος, όσο και την αποφυγή προσβολής ή ενόχλησης του άλλου.
Αιδώς - θα λέγαμε τελικά - είναι η ηθική συνείδηση και το ηθικό συναίσθημα, είναι η κυρίαρχη τ ι μ ω ρ ό ς δ ύ ν α μ η όλων των γενναίων ανδρών.
Ένας πανάρχαιος άγραφος Ν ό μ ο ς των Ελλήνων, στον οποίον πειθαρχούσαν αγογγύστως όλοι εκείνοι που ένοιωθαν υπεύθυνα άτομα, υπεύθυνοι ηγέτες, άξιοι προς μίμηση.
*Η έρευνα έγινε από την Γιώβη Βασιλική Πληροφορίες και αυτούσια αποσπάσματα όπως και παραγράφοι για να πραγματοποιηθεί το άρθρο συλλέχθηκαν από: Λ. Πόλκας (Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών)-Κωνσταντίνος Μάντης-Α. Μπαγιόνας-Πολύβιος Μαργιάς-Live-Pedia
*Aναζητήστε το ολόκληρο το άρθρο με περισσότερες αναφορές στην αιδώ, στο μπλογκ μου mythiki-anazitisi.blogspot με τον τίτλο:
Αιδώς:Η κυρίαρχη τιμωρός δύναμη όλων των γενναίων ανδρών.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ


Πανοραμική άποψη του κεντρικού τομέα της Λάρισας από το ύψος του προπολεμικού ρολογιού. Επιστολικό δελτάριο Α. Παναγιωτακόπουλος και Σία. 1935. Αρχείο Φωτοθήκης.Πανοραμική άποψη του κεντρικού τομέα της Λάρισας από το ύψος του προπολεμικού ρολογιού. Επιστολικό δελτάριο Α. Παναγιωτακόπουλος και Σία. 1935. Αρχείο Φωτοθήκης.
Στο σημερινό κείμενο παρουσιάζουμε δύο εικόνες του κεντρικού τομέα της Λάρισας, οι οποίες έχουν διαφορά είκοσι περίπου χρόνων.
Η πρώτη είναι του 1935 και η δεύτερη του 1956. Στο χρονικό αυτό διάστημα συνέβησαν στην πόλη συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα, ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941, οι ανηλεείς ιταλικοί και γερμανικοί βομβαρδισμοί, οι κακουχίες της κατοχής, κ.λπ., τα οποία αλλοίωσαν δραματικά την εικόνα της, ιδιαίτερα σε ορισμένα σημεία και η Λάρισα έχασε την προπολεμική αίγλη που διέθετε. Δημοσιεύουμε δύο φωτογραφίες από την ίδια θέση λήψης, το ρολόι της Λάρισας, με προσανατολισμό προς το κεντρικότερο σημείο της, την Κεντρική πλατεία. Ο λόγος είναι προφανής. Να μας προσφέρει μια σύγκριση της μορφής του συγκεκριμένου χώρου κατά τα δύο αυτά χρονικά διαστήματα, η οποία αποβαίνει δραματική όσον αφορά στα εμβληματικά κτίσματα τα οποία την περιβάλλουν.
Η λήψη των φωτογραφιών έγινε σε μέρες ηλιόλουστες και η ατμόσφαιρα είναι καθαρή. Στο κάτω μέρος των εικόνων διακρίνονται οι στέγες μικρών χαμηλών κτιρίων, τα οποία κτισμένα το ένα κοντά στο άλλο, βρίσκονταν πάνω ακριβώς από το Αρχαίο Θέατρο και κάλυπταν κάθε τμήμα του. Όλα αυτά άρχισαν να κατεδαφίζονται σταδιακά και σήμερα, μετά την απομάκρυνσή τους, θαυμάζουμε το σπουδαίο αυτό μνημείο της πόλης μας.
Σε δεύτερο επίπεδο, προβάλλουν δύο κομψά κτίρια. Το τριώροφο αριστερά είναι το μέγαρο Αλεξάνδρου. Κτίσθηκε γύρω στα 1930 και λόγω της στερεής κατασκευής του άντεξε στον σεισμό. Διατηρείται μέχρι και σήμερα πλήρως ανακαινισμένο και σε πολύ καλή κατάσταση. Το ισόγειο χρησιμοποιήθηκε από τους ιδιοκτήτες του για να στεγάσει την επιχείρησή τους, ενώ οι δύο όροφοι στέγασαν όλο αυτό το διάστημα διάφορες δραστηριότητες (ξενοδοχείο, λέσχη, κλινική, ψυχαγωγικό κέντρο και άλλες χρήσεις). Κατά την περίοδο της κατοχής ολόκληρο το κτίριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς. Το ισόγειο μετατράπηκε σε χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους, ενώ οι όροφοι φιλοξένησαν το Διοικητήριο των Γερμανικών στρατευμάτων.
Το διπλανό γωνιακό κτίριο, όπως αναφέρει η επιγραφή στην προπολεμική φωτογραφία, στέγασε από το 1926 την Τράπεζα Λαρίσης, που είχε ιδρυτή και πρώτο διευθυντή τον Κωνσταντίνο Οικονομίδη[1]. Και αυτή η οικοδομή επέζησε από τις συμφορές που έπληξαν την πόλη αυτό το διάστημα, αλλά το κτίριο της Τράπεζας κατεδαφίσθηκε τη δεκαετία του 1960 για να κτισθεί μια σύγχρονη οικοδομή.
Συνέχεια από την Τράπεζα Λαρίσης επί της οδού Παπαναστασίου (Ακροπόλεως τότε και κατόπιν Βασιλίσσης Σοφίας) διακρίνεται ένα επίμηκες διώροφο κτίσμα. Το ισόγειο στέγαζε μια σειρά καταστημάτων, πολλά από τα οποία λειτούργησαν και κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Στον επάνω όροφο ήταν εγκατεστημένα μεταξύ άλλων και τα γραφεία του Εργατικού Κέντρου Λάρισας. Όμως όλο αυτό το συγκρότημα διαδοχικά κατεδαφίσθηκε, αρχικά διαμορφώθηκε το κινηματοθέατρο "Γαλαξίας" και στη συνέχεια το ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς». Πιο κάτω οικοδομήθηκε πολυώροφο κτίριο, στο ισόγειο του οποίου στεγάζεται σήμερα το υποκατάστημα της AlphaBank.
Σε ένα τρίτο επίπεδο διακρίνονται όλα τα οικοδομήματα, τα οποία περιβάλλουν την Κεντρική πλατεία Μιχαήλ Σάπκα. Στο σημείο αυτό μια προσεκτική μελέτη των δύο φωτογραφιών θα αποκαλύψει μεγάλες διαφορές στα περισσότερα απ' αυτά. Το αποτέλεσμα των καταστροφών της κατοχής οδήγησε στην ανοικοδόμηση νέων πολυώροφων οικοδομών, οι οποίες αλλοίωσαν εντελώς την προπολεμική όψη της πλατείας. Στην προπολεμική φωτογραφία, στα αριστερά μεταξύ των οδών Κύπρου και Φιλελλήνων διακρίνεται ένα γωνιακό κτίριο, η στέγη του οποίου καταλήγει στη γωνία σε έναν κωνικό τρούλο. Ήταν το μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτου, το οποίο κτίσθηκε το 1905 και αρχικά ο επάνω όροφος στέγασε μέχρι το 1919 την περίφημη Λέσχη Ασλάνη. Στη συνέχεια μετατράπηκε σε ξενοδοχείο με το όνομα "Μεγάλη Βρετανία". Μετά τη μικρασιατική καταστροφή το χαρακτηριστικό αυτό κτίσμα περιήλθε στο δημόσιο, το οποίο το 1935 περίπου το παραχώρησε για να στεγαστεί η Λέσχη Αξιωματικών. Ο σεισμός και οι βομβαρδισμοί του 1940-41 το πλήγωσαν σοβαρά. Μεταπολεμικά το κατεστραμμένο κτίριο κατεδαφίσθηκε και στη θέση του οικοδομήθηκε το νέο κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης, όπως διακρίνεται στη μεταπολεμική φωτογραφία.
Δεξιότερα, στη θέση της προπολεμικής Λαϊκής Τράπεζας αναπτύχθηκε μεταπολεμικά τριώροφο οίκημα, οι όροφοι του οποίου στέγασαν Μαιευτική κλινική. Στη συνέχεια υπήρχε προπολεμικά το ξενοδοχείου "Το Στέμμα". Ήταν το πρώτο ξενοδοχείο της Λάρισας που κτίστηκε μετά την απελευθέρωση και άρχισε να λειτουργεί από το 1887. Μεταπολεμικά παρέμεινε μόνον το ισόγειο, το οποίο μέχρις ότου κατεδαφισθεί για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή, στέγασε διάφορα καταστήματα.
Στην απέναντι νότια πλευρά της πλατείας μπορεί κανείς να διακρίνει στην προπολεμική φωτογραφία από αριστερά τις προσόψεις του μεγάρου Κατσαούνη, της Εμπορικής Τράπεζας και το τριώροφο κτίριο «Πανελλήνιον». Μετά τους σεισμούς το μέγαρο Κατσαούνη έχασε τον όροφο και το ισόγειο μετατράπηκε σε καφεζαχαροπλαστείο με το όνομα "Παλλάδιον", το οποίο είχε αφήσει εποχή. Το δε τριώροφο "Πανελλήνιον" έγινε διώροφο και στο ισόγειο συνέχισε τη λειτουργία του το ομώνυμο ιστορικό καφενείο μέχρι το 1976, οπότε στη θέση του υψώθηκε πολυώροφη οικοδομή.
Με λίγη προσοχή μπορεί κάποιος να εντοπίσει στην προπολεμική φωτογραφία του 1935 την παρουσία της ψηλής σιλουέτας του αρχοντικού Σκαλιώρα, του ομορφότερου ίσως κτίσματος της Λάρισας σε σχέδια του σπουδαίου αρχιτέκτονα. Τσίλλερ, το οποίο απουσιάζει στη φωτογραφία του 1956 του Τλούπα.
-----------------------------
[1]. Ο Κωνσταντίνος Οικονομίδης σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εξάσκησε τη δικηγορία στη Λάρισα για μεγάλο χρονικό διάστημα, κυρίως όμως ασχολήθηκε με οικονομικά και τραπεζιτικά θέματα. Εξελέγη βουλευτής στις εκλογές για την Γ΄ Εθνοσυνέλευση (1/14 Νοεμβρίου 1920). Βλέπε Καζάκης Φοίβος, Δημήτριος Αστερ. Καζάκης βουλευτής και γερουσιαστής και οι Θεσσαλοί βουλευταί-Γερουσιασταί (1881-1946), Λάρισα (2006) σελ. 66.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com