Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η οδός Αλεξάνδρας


Η οδός Αλεξάνδρας (Κύπρου). Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα. 1907 περίπουΗ οδός Αλεξάνδρας (Κύπρου). Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα. 1907 περίπου

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή εικόνα είναι από τις ωραιότερες της παλιάς Λάρισας, ιδιαίτερα όταν τη θαυμάζει στην έγχρωμη μορφή της. Απεικονίζει, σε όλο σχεδόν το μήκος της, τη σημερινή οδό Κύπρου. Η λήψη έγινε από εξώστη του δευτέρου ορόφου του παλαιού νεοκλασικού κτιρίου του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, με ανατολικό προσανατολισμό και αποτυπώνει τα κτίσματα, τα οποία βρίσκονται κατά μήκος της. Όπως είναι λογικό, τα εγγύτερα προς τον φακό κτίρια διαγράφονται καθαρά, ενώ τα απομακρυσμένα, καθώς είναι ισόγεια, χάνονται πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων. Η χρονολόγηση της φωτογραφίας υπολογίζεται ότι είναι της περιόδου 1906-1908, προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα και είναι χρωμολιθόγραφη.


Την περίοδο της φωτογράφισης ο δρόμος αυτός είχε την ονομασία οδός Αλεξάνδρας. Όπως όμως είναι γνωστό, στη χώρα μας και ιδίως στην πόλη μας, δρόμοι και πλατείες μετονομάζονται εύκολα. Έτσι και αυτός δεν ήταν δυνατό να εξαιρεθεί. Έχει αλλάξει πολλές ονομασίες από την περίοδο της Τουρκοκρατίας μέχρι και σήμερα, που ονομάζεται οδός Κύπρου.
-Επί Τουρκοκρατίας ονομαζόταν οδός Χατζή Χουσεϊν πασά. Ήταν ένας επιμήκης και σκολιός δρόμος μέσα στην άναρχη ρυμοτομία της τουρκοκρατούμενης Λάρισας, όπως αποτυπώνεται στον «Χάρτη πόλεως Λαρίσσης, χαραχθείς τω 1880», ο οποίος είναι ενσωματωμένος στο βιβλίο τού Επαμεινώνδα Φαρμακίδη [1].
-Μετά την απελευθέρωση τον ίδιο δρόμο τον βρίσκουμε να αναφέρεται στις πρώτες εφημερίδες της Λάρισας ως οδό Ντάρκουλη ή Δάρκουλη, προφανώς από την ομώνυμη κεντρική συνοικία Νταρκουρά. Μετά την εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου που ξεκίνησε το 1882, ο δρόμος σταδιακά διευρύνθηκε και ευθειάσθηκε.
-Τον Σεπτέμβριο του 1891 πέθανε στη Ρωσία η πριγκίπισσα της Ελλάδος Αλεξάνδρα (1870-1891) [2]. Μετά το θλιβερό αυτό γεγονός, το Δημοτικό Συμβούλιο της Λάρισας στη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1891 αποφάσισε να δώσει το όνομα τής εκλιπούσας πριγκίπισσας στον κεντρικό δρόμο της πόλης Ντάρκουλη [3].
-Το 1932 μετονομάσθηκε σε οδό των Εξ. Η ονομασία αυτή δόθηκε όταν ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εξέφρασε την επιθυμία να αποκατασταθεί η μνήμη των έξι ατόμων, τα οποία έπειτα από δίκη εκτελέσθηκαν το 1922 ως πρωταίτιοι της Μικρασιατικής καταστροφής. Στην πόλη μας η πρωτοβουλία αυτή του πρωθυπουργού μεταφράστηκε με τη μετονομασία της οδού Αλεξάνδρας.
-Μεταπολεμικά, μετά την εξορία του αρχιεπισκόπου της Κύπρου Μακαρίου στις Σεϋχέλλες το 1956 και τα γεγονότα που επακολούθησαν, είχαμε νέα μετονομασία του δρόμου αυτού σε Κύπρου, ονομασία η οποία διατηρείται μέχρι και σήμερα.
Αντικρίζοντας τη φωτογραφία διακρίνουμε ότι αριστερά απεικονίζεται σχεδόν ολόκληρη η βόρεια πλευρά του δρόμου που βλέπει στην Κεντρική πλατεία Θέμιδος. Στην άκρη, διακρίνεται μέρος του φαρμακείου του Ισραηλίτη Μουσόν Ματαλών. Αργότερα το φαρμακείο αυτό το λειτούργησε ο Νικόλαος Ζησιάδης από τη Ραψάνη, αδελφός του δικηγόρου και βουλευτή Τυρνάβου Βασιλείου Ζησιάδη, ο οποίος και το διατήρησε με την επωνυμία «Φαρμακείον Ν. Ζησιάδου και Σία» μέχρι το 1941.
Σε επαφή μαζί του ακολουθεί το «Μέγα Ξενοδοχείον το Στέμμα». Ήταν ένα διώροφο κτίσμα με δεκαοκτώ δωμάτια στον επάνω όροφο και δύο μεγάλες αίθουσες στο ισόγειο. Η πρόσοψη του ορόφου που έβλεπε προς την πλατεία έφερε πολλά νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Είχε εννέα ανοίγματα (πόρτες και παράθυρα) σε πυκνή και συμμετρική διάταξη. Μια σειρά από ακροκέραμα πάνω από το γείσο της στέγης και κομψές κεραμικές καμινάδες ήταν το επιστέγασμα στη σκεπή του ξενοδοχείου. Κτίσθηκε το 1887 επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891). Το ξενοδοχείο παρέμεινε σαν δημοτική ιδιοκτησία μέχρι την περίοδο της δημαρχίας του Μιχαήλ Σάπκα, οπότε εκποιήθηκε από τον Δήμο και περιήλθε στην ιδιοκτησία των αδελφών Πολύζου από το Συκούριο.
Ακριβώς δίπλα από το ξενοδοχείο και σε επαφή μαζί του ήταν ένα ισόγειο γωνιακό οίκημα, το οποίο έβλεπε και επί της οδού Φιλελλήνων. Από την πλευρά της οδού Κύπρου στέγασε για πολλά χρόνια το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, ενώ από την πλευρά της Φιλελλήνων στεγάσθηκαν κατά καιρούς διάφορα καταστήματα.
Μεσολαβεί η οδός Φιλελλήνων και το επόμενο κτίριο με τον τρούλο έμεινε στην ιστορία της Λάρισας ως Λέσχη Ασλάνη. Το 1905, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε το εντυπωσιακό κτίριο των Δικαστηρίων που βρισκόταν στον χώρο της πλατείας, ο Τούρκος επιχειρηματίας Χατζημέτο οικοδόμησε ένα μεγαλοπρεπέστατο διώροφο μέγαρο που κάλυπτε μεγάλο μέρος της γωνίας Φιλελλήνων και Αλεξάνδρας. Σ’ αυτό στεγάσθηκε από το 1906 έως το 1916 η Λέσχη Ασλάνη, η οποία φιλοξενούσε πολλαπλές κοινωνικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Αργότερα μετατράπηκε από τους αδελφούς Κ. Μίχου σε ξενοδοχείο με το όνομα «Μεγάλη Βρετανία». Το 1930 όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήλθε στη Λάρισα για να εγκαινιάσει τις εγκαταστάσεις ύδρευσης και ηλεκτρισμού, υποσχέθηκε και ανέλαβε την πρωτοβουλία να περιέλθει το οίκημα αυτό στο Δημόσιο για να στεγάσει τη Στρατιωτική Λέσχη.
Στο βάθος και στα δεξιά της οδού Αλεξάνδρας διακρίνεται διώροφο κτίσμα, στον άνω όροφο του οποίου στεγαζόταν την περίοδο εκείνη το ξενοδοχείο του Αγραφιώτη. Εν συνεχεία το διαχειρίσθηκε ο Γεώργιος Σκένδρος με την επωνυμία «Ξενοδοχείον Ύπνου το Κεντρικόν». Το 1936-37 ο Ανδρέας Κουτσίνας κατεδάφισε όλα αυτά τα κτίσματα που ήταν ιδιοκτησία του και έκτισε το τριώροφο κτίριο που υπάρχει μέχρι σήμερα και του οποίου οι επάνω δύο όροφοι στέγασαν το ξενοδοχείο «Ολύμπιον».
Στον χώρο της πλατείας διακρίνεται μέρος του πυρπολημένου κτιρίου των Δικαστηρίων (το παλιό τουρκικό Διοικητήριο), που είχε καεί τον Ιανουάριο του 1905. Το 1908 τα ερείπιά του κατεδαφίσθηκαν, με συνέπεια να δημιουργηθεί η τεράστια σε μέγεθος Κεντρική πλατεία Μιχ. Σάπκα.
Αναφέρθηκε ότι η δημοσιευόμενη φωτογραφία είναι του 1907 περίπου. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Λέσχη Ασλάνη που κτίσθηκε το 1906 φαίνεται στη φωτογραφία να είναι ολοκληρωμένη και εν λειτουργία, ενώ τα πυρπολημένα δικαστήρια δεν έχουν ακόμη κατεδαφισθεί.

————————————————————
[1]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926).
[2]. Η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα (1870-1891) ήταν κόρη του βασιλιά Γεωργίου Α’ και της Όλγας. Σε ηλικία 16 ετών παντρεύτηκε τον Μεγάλο Δούκα της Ρωσίας Παύλο Αλεξάνδροβιτς, είχε όμως την ατυχία να πεθάνει κατά τη διάρκεια του τοκετού του δεύτερου παιδιού της.
[3]. Διαβάζουμε από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου: «Κατά πρότασιν του Δημάρχου, αποφαίνεται: ονομάζει την δημοτικήν οδόν Ντάρκουλη, την άγουσαν εις Εβραϊκήν συνοικίαν παρά τη οικία Ν. Κουκουτάρα εις οδόν Αλεξάνδρας, εις μνήμην αΐδιον της μεταστάσης βασιλόπαιδος, αγγελομόρφου Αλεξάνδρας, συζύγου Μεγάλου Δουκός Παύλου και αναρτά εις πινακίδα το όνομά της».

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

 

ΕΞΟΧΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Ο Κήπος Παπασταύρου


Η περιοχή του Κήπου Παπασταύρου πίσω από την ανατολική πλευρά του Σταδίου Αλκαζάρ, όπως ήταν  κατά τη διάρκεια της Εμποροπανήγυρης και Γεωργοκτηνοτροφικής Έκθεσης του 1962. Αρχείο Κυριάκου Πράττου.Η περιοχή του Κήπου Παπασταύρου πίσω από την ανατολική πλευρά του Σταδίου Αλκαζάρ, όπως ήταν κατά τη διάρκεια της Εμποροπανήγυρης και Γεωργοκτηνοτροφικής Έκθεσης του 1962. Αρχείο Κυριάκου Πράττου.

Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωσή της το 1881, η Λάρισα μικρή σε έκταση,  περιβαλλόταν από εξοχικές περιοχές με φυσική ομορφιά, τις περισσότερες από τις οποίες σήμερα αγνοούμε.

Σ’ αυτές κατέφευγαν, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες, οι λάτρεις της φύσης και των περιπάτων. Η περιοχή της Γεωργικής Σχολής και κυρίως τα Γκιόλια, το Φάληρο, ο χώρος γύρω από τον σταθμό του Θεσσαλικού Σιδηροδρομικού Σταθμού, η Τούμπα όπου γιορτάζονταν την Καθαρά Δευτέρα τα Κούλουμα, η Αγ. Μαρίνα όπου κατευθύνονταν ομαδικά κυρίως επαγγελματικά σωματεία, το Λούνα παρκ στη Σκάλα του Πηνειού, απέναντι από τα παλιά Σφαγεία, το Αλκαζάρ.
Την εποχή εκείνη η Λάρισα είχε πληθυσμό 20-25 χιλιάδες κατοίκους, η έκτασή της ήταν περιορισμένη και καταλάμβανε μόνον την περιοχή που κάποιοι ονομάζουν σήμερα ιστορικό κέντρο. Όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν από τότε, έχουν μεταβάλει αισθητά την πολεοδομική μορφή της. Καθώς η πόλη ξεπερνάει σήμερα τις 200 χιλιάδες κατοίκους, ξαπλώθηκε ανοργάνωτα και χωρίς σχέδιο προς όλες τις κατευθύνσεις. Έχει καταλάβει ακόμη και αγροτικούς χώρους τους οποίους οι κάτοικοί της τους καλλιεργούσαν μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Και καθώς συνεχίζει να αναπτύσσεται και να εξαπλώνεται, προβλέπω στο μέλλον να ενσωματωθούν στη Λάρισα και οι γειτονικοί οικισμοί, όπως η Γιάννουλη, η Νίκαια, κλπ.
Στο σημερινό μας σημείωμα θα έχουμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε μια άλλη παλιά εξοχική τοποθεσία της Λάρισας εξίσου αγαπητή, την οποία προτιμούσαν συχνά οι κάτοικοί της, γιατί δεν βρισκόταν σε μακρινή απόσταση.
Τις ηλιόλουστες χειμωνιάτικες Κυριακές, μετά τον εκκλησιασμό ή τις ζεστές βραδιές του καλοκαιριού, πολλοί Λαρισαίοι κατά ομάδες, ολόκληρες οικογένειες, αλλά και πολλοί γλεντζέδες περνούσαν τη μεγάλη γέφυρα του Πηνειού, διέσχιζαν τον Κήπο των Νυμφών (Αλκαζάρ) και κατευθύνονταν στον Κήπο του Παπασταύρου. Ο κήπος αυτός βρισκόταν σε επαφή με την αριστερή κοίτη του Πηνειού και καταλάμβανε τον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται η συνοικία Αλκαζάρ και ένα μέρος του γειτονικού Σταδίου. Ήταν μια κατάφυτη περιοχή, γεμάτη πράσινο, όπου καλλιεργούνταν λαχανικά.
Πριν όμως περιγράψουμε τον Κήπο του Παπασταύρου, ας πούμε λίγα λόγια για τον ιδιοκτήτη του, για τον οποίο έχουμε αναφερθεί και σε άλλα σημειώματά μας. Ο Κωνσταντίνος Παπασταύρου[1] γεννήθηκε το 1855 στη Ζίτσα, το γνωστό ζαγοροχώρι της Ηπείρου. Σπούδασε φαρμακοποιός στην Αθήνα και στην αρχή εγκαταστάθηκε επαγγελματικά στα Ιωάννινα, όπου έκανε οικογένεια νεότατος. Είχε όμως την ατυχία να χάσει νωρίς τη γυναίκα του. Μετά το 1881, για να αποφύγει τις διώξεις των Τούρκων ήλθε στην πρόσφατα απελευθερωθείσα Λάρισα και το 1882 άνοιξε Φαρμακείο[2] στην κεντρική συνοικία Ντάρκουλη. Εδώ νυμφεύθηκε σε δεύτερο γάμο την Αμαλία Χρυσοχόου, που είχε και αυτή καταγωγή από τη Ζίτσα. Η Αμαλία βρισκόταν στη Λάρισα με τον αδελφό της Μιχαήλ Χρυσοχόου από την περίοδο της τουρκοκρατίας. Ήταν αρκετά μορφωμένη και είχε διατελέσει δασκάλα στο Σχολείο Θηλέων της Λάρισας. Αργότερα τη βρίσκουμε να δημοσιογραφεί στα τοπικά και τα αθηναϊκά φύλλα των εφημερίδων και σε περιοδικά και υπήρξε μαζί με άλλες Λαρισαίες από τις πρωτοπόρες που υπερασπίστηκαν τα φεμινιστικό κίνημα.  
Ο Παπασταύρου ήταν σοβαρός επιστήμονας και επαγγελματίας. Από την εργασία του και από κάποια μεγάλη κληρονομιά συγγενούς του, απέκτησε ικανή περιουσία[3], χάρη στην οποία έκανε πολλές αγορές ακινήτων μεταξύ των οποίων και μια μεγάλη έκταση πέρα από το Αλκαζάρ, την οποία φρόντισε κατάλληλα να την αξιοποιήσει. Με τη φροντίδα του έμπιστου επιστάτη του Μπαχτσεβάνου, καλλιέργησε τη χέρσα περιοχή και τη μετέτρεψε σε λαχανόκηπο, γι’ αυτό και έμεινε στους Λαρισαίους γνωστός ο χώρος αυτός σαν Κήπος Παπασταύρου. Οι εργάτες του περιβολιού αυτού καλλιεργούσαν με ιδιαίτερη φροντίδα και επιμέλεια όλα τα είδη των εποχιακών λαχανικών, με τα οποία τροφοδοτούσαν όχι μόνον την αγορά της Λάρισας, αλλά τα προμήθευαν και σε μεμονωμένα άτομα. Ονομαστά κυρίως ήταν τα αγγουράκια από το περιβόλι του Παπασταύρου. Η ποικιλία που καλλιεργούσε ο Μπαχτσεβάνος διέφερε σημαντικά από τα σημερινά αγγούρια. Ήταν μικρά, τρυφερά, νόστιμα, δροσερά και έβγαιναν μια ορισμένη εποχή του χρόνου. Μάλιστα η ζήτηση ήταν τέτοια ώστε η παραγωγή δεν επαρκούσε για να ικανοποιήσει την αγορά της Λάρισας. Τα σημερινά αγγούρια καλλιεργούνται όλο τον χρόνο, είναι μεγαλύτερα, πιο σκληρά και υστερούν έναντι των παλαιών στη γεύση. Η παλιά αυτή ποικιλία δεν καλλιεργείται πλέον.
Οι Λαρισαίοι τα γεύονταν συνήθως στο διπλανό με τον κήπο του Παπασταύρου ταβερνάκι, το οποίο ονομαζόταν «Κιβωτός». Στο σημείο αυτό νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να μάθουμε γιατί το συγκεκριμένο εξοχικό κέντρο πήρε την ονομασία «Κιβωτός». Κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης πλημμύρας στη Λάρισα, η οποία συνέβη περί τα τέλη της δεκαετίας του 1920, τα νερά είχαν κατακλύσει τον Πέρα Μαχαλά, το Αλκαζάρ και τα Ταμπάκικα. Ο δημοσιογράφος Ευάγγελος Τσιρόπουλος, ο οποίος ήταν τότε διευθυντής στην τοπική εφημερίδα «Ελευθερία», περιέγραψε ως εξής την κατάσταση που επικρατούσε στην πέραν του Αλκαζάρ περιοχή, η οποία σημειωτέον ότι τότε ήταν επίπεδη, άδενδρη και χωρίς οικήματα, εκτός από ένα μικρό εξοχικό κεντράκι: «Ολόκληρον το πεδίον του “Αλκαζάρ” εκαλύφθη υπό υγράν σινδόνην, ήτις εξετείνετο μέχρι του αγροκτήματος Χαροκόπου[4]. Τα πάντα είχον καλυφθεί από τα πλημμυρίσαντα ύδατα και εν τω μέσω της σχηματισθείσης απεράντου λίμνης επρόβαλεν, ως η Κιβωτός του Νώε, το εξοχικόν κέντρον παρά τον κήπον Παπασταύρου». Η επιτυχημένη παρομοίωση του δημοσιογράφου στάθηκε αφορμή να ονομαστεί το κέντρο «Κιβωτός». Ήταν ένα μικρό, τετράγωνο, χαμηλό κτίσμα που μόλις χωρούσε μέσα τρία με τέσσερα τραπεζάκια. Κυρίως όμως ήταν θερινό κέντρο και το καλοκαίρι απλωνόταν κάτω από δένδρα και μέσα σε καταπράσινους χώρους. Την εκμετάλλευση την είχε ο Γεώργιος Ζαρκαδούλας, ένας αγαθός και ήσυχος άνθρωπος που έμενε μόνος στην ταβέρνα. Σαν μόνιμους πελάτες είχε κυρίως τους ψαράδες του Πηνειού, οι οποίοι γεύονταν μέρος της λείας τους στο μαγαζί του.
Με τον καιρό ο χώρος στην περιοχή αυτή άρχισε να αλλάζει. Διαβάζουμε στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1930: «Μετ’ εισήγησιν του Δημάρχου Μ. Σάπκα, προτείνοντος όπως εκ του πέραν της γεφύρας του Πηνειού ποταμού χώρου του Αλκαζάρ του ανήκοντος εις τον Δήμον, κειμένου πλησίον του Κήπου Παπασταύρου και ακριβώς αριστερά τω εισερχομένω εις αυτόν, καθορισθή γήπεδον 15 στρεμμάτων, ήτοι 100 χ 150 τετρ. μέτρων, προς ανέγερσιν Γυμναστηρίου δια την εγκατάστασιν των Αθλητικών Σωματείων της πόλεως…». Η παρουσία του σταδίου, όπως ήταν φυσικό, στάθηκε η αιτία να αναβαθμιστεί η περιοχή και έδωσε την ευκαιρία για την περαιτέρω ανάπτυξή της.
Μεταπολεμικά στη θέση της «Κιβωτού» λειτούργησε το εξοχικό κέντρο «Ο Τζίμης». Από τον κήπο του Παπασταύρου έμεινε μόνον το όνομα, ενώ ο χώρος κατατμήθηκε σε οικόπεδα. Ανοίχτηκαν δρόμοι, άρχισαν να κατασκευάζονται μονώροφες ή διώροφες οικοδομές, οικοδομήθηκε σχολικό συγκρότημα και η περιοχή έγινε γνωστή σαν οικισμός ή συνοικία Παπασταύρου. Πριν από μερικά χρόνια οι κάτοικοί της ζήτησαν την αλλαγή της ονομασίας της συνοικίας και σήμερα η περιοχή που αντιστοιχούσε προπολεμικά στον κήπο του Παπασταύρου ονομάζεται συνοικία Αλκαζάρ.

Toυ Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λαρισαία Αμαλία Παπασταύρου και ο πόλεμος του 1897, εφ. «Ελευθερία» Λάρισας, φύλλο της 12ης Φεβρουαρίου 2014 και «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α’» (2016), σελ. 41-44. Του ιδίου, Κωνσταντίνος και Αμαλία Παπασταύρου, εφ. «Ελευθερία» Λάρισας, φύλλο της 12ης Μαρτίου 2014. «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α’» (2016), σελ. 57-60.
[2]. «Ο κ. Κ. Παπασταύρος επιστήμων φαρμακοποιός ηνέωξεν φαρμακείον και φαρμακεμπορείον εν τη συνοικία Δάρκουλη, εφωδιασμένον με άπαντα τα είδη εκλεκτών φαρμάκων εκ Παρισίων. Εις τους επιθυμούντας να προμηθευθώσιν εξ αυτών γίνεται σπουδαία συγκατάβασις», εφ. «Ανεξαρτησία», Λάρισα, φύλλο της 5ης Δεκεμβρίου 1882. Το φαρμακείο βρισκόταν στη σημερινή οδό Ρούζβελτ (τότε Φαρσάλων), στη γωνία όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Παπασταύρου. Αργότερα στο σημείο αυτό έκτισε την οικογενειακή του κατοικία, στο ισόγειο της οποίας στέγασε το φαρμακείο του. Το σπίτι του ήταν ένα μεγάλο διώροφο, επιβλητικό νεοκλασικό αρχοντικό με μεγάλη αυλή και πλούσιο ανθόκηπο. Άντεξε κάπως από τις συμφορές της κατοχής και των σεισμών και μεταπολεμικά σ’ αυτό στεγάστηκε για κάποιο διάστημα το Εφετείο. Στη συνεχεία κατεδαφίστηκε και στη θέση του οικοδομήθηκαν το κινηματοθέατρο «Διονύσια» και άλλα συνοδά κτίσματα.
[3]. Στις 22 Αυγούστου 1897 απεβίωσε στο Γκουμέστι της Ρουμανίας ο ιατρός Δημήτριος Ζιτσαίος, ο οποίος είχε αποκτήσει τεράστια περιουσία στη Ρουμανία όπου βρέθηκε από μικρός, χωρίς να αποκτήσει οικογένεια. Λίγες ημέρες πριν πεθάνει, συνέταξε χειρόγραφα τη διαθήκη του με την οποία ο Κων. Παπασταύρου κληρονομούσε το  ποσό των 20.000 γαλλικών χρυσών φράγκων, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή εκείνη. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Φαρμακοποιός Κωνστ. Παπασταύρου. Μια σοβαρή παρατυπία του, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 12ης Απριλίου 2017.
[4]. Το αγρόκτημα Χαροκόπου την περίοδο εκείνη ήταν τεράστιο και εκτεινόταν από τη νέα οδική αρτηρία που έχει κατασκευαστεί πίσω από το Στάδιο, μέχρι και τη Γιάννουλη.

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

 

Ο Φώτης Παππάς και η Σελλειώτικη Κοινότητα της Λάρισας


Ο Φώτης Παππάς και η Σελλειώτικη Κοινότητα της Λάρισας

Όταν αναφερόμαστε στη Σελλειώτικη Κοινότητα της Λάρισας εννοούμε ένα κομμάτι των κατοίκων του χωριού Σελλειό της Βορείου Ηπείρου, οι οποίοι έφυγαν από τη γενέτειρά τους στις αρχές του 20ού αιώνα και εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Λάρισας.

Ο λόγος που αυτοί ήρθαν στη Λάρισα και δεν πήγαν σε κάποια άλλη πόλη της Ελλάδας ως μετανάστες, ήταν η θετική ανταπόκριση στη φιλική πρόσκληση που τους έκανε ο συγχωριανός τους Κωνσταντίνος Παππάς για βοήθεια, όταν αυτός άρχιζε να χτίζει και να λειτουργεί τον Μύλο στα Ταμπάκικα της Λάρισας.
Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο και περισσότεροι Σελλειώτες έπαιρναν τον δρόμο προς τη Λάρισα, για να εργαστούν στον Μύλο των Παππαδέων. Άλλωστε ήταν και είναι ακόμη και σήμερα στην πρακτική των επιτυχημένων επιχειρηματιών από την Ήπειρο, οι οποίοι πέρα από την εμπιστοσύνη και τη γνωριμία τους ή και τις συγγενικές σχέσεις, να προσλαμβάνουν στις επιχειρήσεις τους χωριανούς ή κοντοχωριανούς, με τον ευεργετικό τους σκοπό να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας τους, το χωριό τους, τον τόπο τους.
Ήταν ένα σπίτι στο χωριό μου, το Σελλειό, που όλοι μας το ονομάζαμε το σπίτι της Κωτσιαπαππέσιας, παλαιό, φτωχό σπιτάκι. Το σπίτι αυτό άντεξε μέχρι τον Φλεβάρη του 1967, όταν από τον μεγάλο σεισμό εκείνης της χρονιάς γκρεμίστηκε ολοσχερώς, όπως και άλλα σπίτια στο χωριό. Χρόνια αργότερα, στη θέση αυτού του σπιτιού χτίστηκε καινούργιο σπίτι με άλλον ιδιοκτήτη από το χωριό. Ακόμη και σήμερα η τοποθεσία αυτού του σπιτιού δεν άλλαξε όνομα. Έτσι την ξέρουμε όλοι στο χωριό.
Από εκείνο το μικρό φτωχό σπιτάκι ξεκίνησε τον δρόμο της ξενιτιάς ο Κωνσταντίνος Παππάς για να φθάσει στον πρώτο σταθμό της καριέρας του, που ήταν η Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ακολούθησε κι αυτός τον άγραφο κανόνα της ξενιτιάς εκείνης της εποχής, που έφευγαν οι άντρες στα ξένα για να χρηματίσουν και οι γυναίκες έμεναν στο χωριό να προσέχουν τα σπίτια και τους παππούδες, τα πεθερικά τους και να μεγαλώνουν τις οικογένειές τους, με την ελπίδα ότι θα γύριζαν σύντομα πίσω στο χωριό, στην οικογένεια. Αυτό το «σύντομα» για πολλούς συγχωριανούς δεν έγινε ποτέ, όπως και για τον Κωνσταντίνο Παππά. Γι’ αυτό και το σπίτι στο χωριό είχε το όνομα της γυναίκας του.
Στο χωριό μας, αλλά και γενικά στην Ήπειρο, τις γυναίκες δεν τις φώναζαν με το όνομά τους, αλλά με το όνομα του άνδρα, όπως Κώσταινα, Βασίλενα, Φώταινα, Μιχάλενα, κ.ά. Πολλές φορές οι ίδιοι οι χωριανοί ξεχνούσαν και τα βαπτιστικά ονόματα των γυναικών αυτών.
Ενώ το σπίτι του Κ. Παππά βρισκόταν στον Ζαχάτικο Μαχαλά, απέναντι, νοτιοδυτικά και πάνω από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου είναι ο Παππαδάτικος Μαχαλάς, στον οποίο ήταν χτισμένο το σπίτι του Αριστοτέλη Παππά, του Τέλη Παππά, όπως τον φώναζαν στο χωριό, πατέρας του Φώτη και Χαράλαμπου Παππά.
Λίγα ξέραμε στο χωριό για τον Μύλο του Φ. Παππά στη Λάρισα. Από τους πιο ηλικιωμένους στο χωριό μαθαίναμε πως ένας ολόκληρος μαχαλάς του χωριού, ο Ζαχάτικος, είχε μετακομίσει, πριν τον πόλεμο, στη Λάρισα και όλοι τους εργάζονταν στον Μύλο. Ακούγαμε επίσης ότι πολλά έργα στο χωριό μας προπολεμικά, όπως η συντήρηση των εκκλησιών, των δρόμων μέσα στο χωριό, των νερόμυλων και πέτρινων γεφυριών του χωριού, γινόταν με τα λεφτά που έστελνε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ο Φ. Παππάς και υλοποιούνταν από μαστόρους του χωριού.
Στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, ένας χωριανός μας, μετά από επίμονες προσπάθειες κατάφερε τελικά να έρθει ως τουρίστας στη Λάρισα όπου είχε συγγενείς. Ήταν τελείως απαγορευμένο μέχρι εκείνη την εποχή για τους κατοίκους των ελληνικών χωριών που είχαν μείνει εκτός ελληνικής επικράτειας να περνούν τα ελληνο-αλβανικά σύνορα και σαν τουρίστες να επισκέπτονται τους δικούς τους στην Ελλάδα. Ο Γολγοθάς γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν είχε τελειωμό. Απ’ αυτόν τον χωριανό μας, όταν γύρισε στο χωριό από το σύντομο ταξίδι του στη Λάρισα, μάθαμε (όσο του το επέτρεπαν οι Αρχές), περισσότερα για τον Μύλο του Παππά, ότι αυτός δεν ήταν ένας απλός μύλος, αλλά μια τεράστια αλευροβιομηχανία που κοσμούσε τα Ταμπάκικα της Λάρισας, και όλη αυτή η τεράστια επιχείρηση ήταν δημιούργημα του χωριανού μας Φ. Παππά, ο οποίος έφυγε από το αγαπημένο του χωριό για να γιγαντώσει την αλευροβιομηχανία που είχε ιδρύσει ο θείος του, Κ. Παππάς.
«Δεν σας το κρύβω», μας μονολογούσε τότε ο «τουρίστας» της Λάρισας, «το πόσο ενθουσιάστηκα όταν είδα για πρώτη φορά τον Μύλο. Ένιωθα περήφανος που ήμουν χωριανός του Φ. Παππά. Για όσο καιρό κάθισα στη Λάρισα, δεν ήταν μέρα που να μην αγνάντευα τον Μύλο από τον λόφο του Φρουρίου. Ένα μεγάλο μπράβο μού έβγαινε από μέσα μου γι’ αυτό που έβλεπα. Ένας Σελλειώτης από το πουθενά δημιούργησε το στολίδι που έβλεπα μπροστά μου».
Ήταν αρχές του 1993, όταν εγώ επισκεπτόμουν για πρώτη φορά τη Λάρισα, φιλοξενούμενος από τον συγχωριανό μου και κάτοικο της Λάρισας, κ. Θεόδωρο Δ. Ζάχο. Εγώ, εκείνη τη χρονιά είχα εκλεγεί από τους χωριανούς πρόεδρος του χωριού. Πρέπει να προσθέσω ότι ο κ. Ζάχος ήταν ένας από τους απόφοιτους της Εμπορικής Σχολής που είχε δημιουργήσει ο Φ. Παππάς στον Μύλο, αποκτώντας το πτυχίο του λογιστή.
Την Εμπορική Σχολή του Παππά είχαν τελειώσει και πολλοί άλλοι Σελλειώτες της Λάρισας, όπως οι Χρ. Ζάχος, Π. Ζάχος, Γ. Ζάχος και άλλοι, γεγονός που τους βοήθησε να αποκτήσουν και να ασκήσουν στη Λάρισα το επάγγελμα του λογιστή, του εμπόρου, του φαρμακοποιού κ.ά.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι πέρα από τη δουλειά που προσέφερε ο Φ. Παππάς στους συγχωριανούς του που κατέφθαναν στη Λάρισα ως ένας καλός πατριώτης, μεριμνούσε και για την πρόχειρη στέγαση και σίτισή τους στον Μύλο, μέχρι που ο καθένας απ’ αυτούς θα εύρισκε μια μόνιμη λύση. Μέχρι που άρχισε ο πόλεμος, ο Μύλος του Παππά στη Λάρισα για τους Σελλειώτες είχε μετατραπεί σε έναν ισχυρό μαγνήτη που προσέλκυε χωριανούς του για να εργαστούν στον Μύλο και ο Φώτης, ως καλός οικοδεσπότης, φρόντιζε για τη ζωή τους.
Για πολλούς Σελλειώτες της Λάρισας, η διαδρομή Λάρισα – Σελλειό είχε γίνει ένας δύσκολος, αλλά και ευχάριστος προορισμός. Νοσταλγικά ήταν τα λόγια του κ. Χρ. Ζάχου όταν επισκέφτηκε για τελευταία φορά το χωριό, όταν είχαν βγει να τον ξεπροβοδίσουν οι δικοί του: «Τώρα να είχαμε τον Φώτη (εννοούσε τον Φ. Παππά) θα το έκανε το χωριό στολίδι. Το αγαπούσε πολύ το χωριό».
Για καλή μου τύχη, όταν το 1997 εγκαταστάθηκα μόνιμα οικογενειακώς στη Λάρισα, το σπίτι που νοικιάσαμε ήταν πολύ κοντά, σχεδόν κολλητά, με το σπίτι του χωριανού μου Γεωργίου Λ. Ζάχου και της Ανθούλας Βεννέτη, από τους οποίους έμαθα πολλά για τον Φ. Παππά και τον Μύλο του.
Πριν τον πόλεμο και την επικράτηση του κομμουνισμού στην Αλβανία, ο Φώτης Παππάς επισκέπτονταν συχνά το χωριό και ας ήταν πολύ απασχολημένος με τις δουλειές του Μύλου. Στο χωριό δεν πήγαινε ως ένας απλός επισκέπτης στους δικούς του που είχε αφήσει πίσω, αλλά σαν ένας καλός πατριώτης βοηθώντας στα οικονομικά του χωριού για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων που ταλαιπωρούσαν το χωριό.
Για τους εργαζόμενους του Μύλου, ο Φ. Παππάς οργάνωνε διάφορες εκδρομές από τις οποίες οι πιο λατρεμένες του ήταν αυτές με προορισμό τα χωριά των Ιωαννίνων και κυρίως τα χωριά που ήταν κοντά στο χωριό μας, απέναντι, όπως τα Κτίσματα, Καστανή, Χαραυγή. «Ήθελε να βλέπει από εκεί», όπως έλεγε ο Γιώργος, «τη Μουργκάνα, τον Άι Λια, το Καστρί, την Καστανιά, τον Άερα, πίσω από τον οποίο κρύβεται το χωριό μας».
«Σε μια απ’ αυτές τις εκδρομές, στις αρχές του 1960, η οποία θα οργανώνονταν με την ευκαιρία της γιορτής του Προφήτη Ηλία στα Κτίσματα, ένα χωριό του Πωγωνίου απέναντι από το χωριό μας, με είχε καλέσει κι εμένα, κι ας μη δούλευα στον Μύλο τότε», έλεγε ο Γιώργος, «όπως και άλλους συγχωριανούς μας που δεν δούλευαν στον Μύλο. Το τι χορό έριξε ο Φώτης σε αυτό το γλέντι δεν περιγράφεται. Το βλέμμα του όμως δεν το τραβούσε από τα βουνά και τις ράχες, πίσω από τις οποίες κρύβεται το χωριό μας», τελειώνει ο μπάρμπα Γιώργος, χωρίς να μας κρύβει τη συγκίνησή του.
Ήταν η τελευταία εκδρομή που διοργάνωσε ο Φώτης σε εκείνο το χωριό, ίσως και ο τελευταίος του χορός που έριξε, γιατί μετά από 2-3 χρόνια άφησε τη ζωή του μακριά από το αγαπημένο του χωριό, το Σελλειό, στο οποίο έριξε τα πρώτα βήματά του. Έφυγε, αφήνοντας τη μισή καρδιά του στο χωριό του που τόσο πολύ αγαπούσε και την άλλη μισή στη Λάρισα, τη δεύτερη πατρίδα του, στην οποία έζησε, εργάστηκε και μεγαλούργησε, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη αλευροβιομηχανία της Θεσσαλίας και όχι μόνο, οι εγκαταστάσεις της οποίας είναι ένα στολίδι για τη Λάρισα και ένα στοιχείο περηφάνιας για τους Σελλειώτες που ζούνε και πρόκοψαν στη Λάρισα, έχοντας αφετηρία τον Μύλο του Φώτη Παππά.

 

Από τον Σωτήρη Δ. Δήμα, κάτοικο Λάρισας

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2022

 

Γρύπας: Το τέρας της ελληνικής μυθολογίας που «έζησε» στη Μινωική Κρήτη και έφτασε στην Ανατολή

Ο Γρύπας ήταν ένα μυθολογικό τέρας με σώμα λιονταριού και φτερά αετού, ενώ σε μερικές αναπαραστάσεις φαίνεται να έχει ουρά φιδιού. Όπως ο αετός θεωρούνταν βασιλιάς των πουλιών και το λιοντάρι βασιλιάς των ζώων, ο Γρύπας ως συνδυασμός και των δύο αποτελούσε σύμβολο ισχύος και επιβλητικότητας.

Ο Γρύπας πρωταγωνιστεί στους μύθους και την τέχνη της αρχαίας Ελλάδας. Ωστόσο, υπήρχαν ενδείξεις ότι ο Γρύπας υπήρχε και σε άλλους πολιτισμούς όπως στην Περσία, όπου τον θεωρούσαν σύμβολο κατά του κακού, της μαγείας και της συκοφαντίας, αλλά  και στην Αίγυπτο περίπου το 4.000 πΧ.

Στην μινωική Κρήτη οι αρχαιολόγοι βρήκαν εικόνες του στην αίθουσα του θρόνου στο παλάτι της Κνωσού

Εκτός από τον Γρύπα, υπήρχαν και άλλα τέτοια πλάσματα της μυθολογίας με παρόμοια μορφή. Παρουσίαζαν ιδιαίτερη γοητεία επειδή συνδύαζαν τα καλύτερα χαρακτηριστικά ώστε να προκύψει ένα πλάσμα με ιδιαίτερες ικανότητες και συμβολισμό.

Στον Μεσαίωνα βλέπουμε τον Γρύπα σε οικόσημα. Κατά τη μυθολογία της εποχής, ο Γρύπας είχε πάντα μια σύντροφο ζωής, επιχείρημα που χρησιμοποίησε και η εκκλησία για να αποτρέπει τον δεύτερο γάμο αν και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να επιβεβαιωθεί αυτό. 

Αν και ο Γρύπας φαίνεται να είναι αποκύημα της φαντασίας των ανθρώπων, ίσως τελικά να υπάρχουν και κάποια ψήγματα αλήθειας. Η καταγωγή του ίσως ανάγεται στην εποχή που ο προϊστορικός άνθρωπος ανακάλυψε απολιθώματα δεινοσαύρου. 

Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι αυτό το πλάσμα ως ιδέα το έφεραν έμποροι που ταξίδευαν στο δρόμο του Μεταξιού και διέσχιζαν την έρημο Γκόμπι της Μογγολίας. Σε αυτή την έρημο έχουν βρεθεί τα απολιθωμένα οστά ενός είδους δεινοσαύρου που ονομάζεται protoceratops.

Το Lamassu των Ασσυρίων έμοιαζε πολύ με τον Γρύπα. Είχε κεφάλι ανθρώπου, σώμα λιονταριού ή ταύρου και φτερά αετού.. 721-705 πΧ. (University of Chicago Oriental Institute)

Στα βάθη της Ανατολής συναντούμε το Garuda, ένα μυθικό πλάσμα μισό άνθρωπος, μισό πουλί το οποίο χρησιμοποιούσε ως υποζύγιο ο θεός Βισνού των Ινδουιστών

Προφανώς, οι ταξιδιώτες της εποχής πίστευαν ότι κάποτε ζούσαν εκεί τέτοια πλάσματα, αφού έβλεπαν στην έρημο τα οστά του σώματος αλλά και του κρανίου του δεινόσαυρου που έμοιαζε να έχει ράμφος πουλιού. 

Στη συνέχεια μετέφεραν τις παράξενες αυτές εικόνες στις πατρίδες τους. Υπάρχουν όμως και  κάποιες  ενδείξεις ότι ιστορίες με Γρύπα υπήρχαν και πριν το δρόμο του Μεταξιού. Και γι αυτό ίσως να ισχύει το αντίστροφο. Δηλαδή ίσως αυτές οι ιστορίες που ήδη γνώριζαν από την πατρίδα τους οι ταξιδιώτες να τους έκαναν να ερμηνεύουν τα οστά που έβλεπαν ως τα μυθικά πλάσματα των ιστοριών. 

Όποια και αν ήταν η προέλευση του Γρύπα το σίγουρο είναι ότι αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού που εξακολουθεί να παραμένει δημοφιλές αφού το βλέπουμε και σήμερα ως έμβλημα, μασκότ αλλά και πρωταγωνιστή στη σύγχρονη μυθοπλασία.

 

Το υπερατλαντικό ταξίδι του Ηρακλέους

Ιστορικό πρόσωπο που έφτασε ώς τον Καναδά ήταν ο Ηρακλής της ελληνικής μυθολογίας, σύμφωνα με τον καθηγητή Γεωλογίας Ηλία Μαριολάκο.

Έφτασε χίλια χρόνια πριν από τον Μεγάλο Αλέξανδρο στον Ινδό ποταμό. Πέρασε από την Αιθιοπία, έφτασε ώς τη Γροιλανδία και ίσως να πάτησε πρώτος το πόδι του στην Αμερική. Ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες της παγκόσμιας μυθολογίας- ο Ηρακλής- δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος υδραυλικός, μηχανικός και υδρογεωλόγος, όπως μαρτυρούν πολλοί από τους δώδεκα άθλους του, αλλά και ο πρώτος που έκανε πράξη την παγκοσμιοποίηση και ο αρχιτέκτονας της μυκηναϊκής κοσμοκρατορίας, όπως υποστήριξε χθες το βράδυ σε ομιλία του, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο ομότιμος καθηγητής Γεωλογίας και μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου Ηλίας Μαριολάκος.

«Ο Ηρακλής δεν είναι ένα πρόσωπο για να διασκεδάζουν τα παιδιά. Ούτε η ελληνική μυθολογία ένα παραμύθι για έναν φανταστικό κόσμο», λέει ο Ηλίας Μαριολάκος. «Ο Ηρακλής είναι ένα ιστορικό- και όχι μυθικό- πρόσωπο, ένας άγνωστος μεγάλος κατακτητής, ήρωας- ιδρυτής πόλεων, πρώτος συνδετικός κρίκος του κοινού πολιτισμικού υποστρώματος των Ευρωπαίων, του μυκηναϊκού και κατά συνέπεια του ελληνικού πολιτισμού. Και η μυθολογία είναι η ιστορία του απώτερου παρελθόντος των κατοίκων αυτού του τόπου, που πολύ αργότερα θα ονομαστεί Ελλάς».

Πρώτος στο μικροσκόπιο του καθηγητή μπήκε ο άθλος με την αρπαγή των βοδιών του Γηρυόνη, του τρικέφαλου και τρισώματου γίγαντα που ζούσε στα Γάδειρα, το σημερινό Κάντιθ της Ισπανίας, κοντά στο στενό του Γιβραλτάρ.

«Οι περισσότεροι πιστεύουν πως ο Ηρακλής ταξίδεψε ώς την Ιβηρική Χερσόνησο για να φέρει μια καλή ράτσα βοδιών στην Πελοπόννησο», εξηγεί ο κ. Μαριολάκος. «Αν διαβάσουμε με προσοχή τον Στράβωνα, που έζησε τον 1ο αι. π.Χ. όμως, θα διαπιστώσουμε πως σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν έχει βρεθεί τόσος πολύς χρυσός, άργυρος, χαλκός και σίδηρος. Και τα βόδια δικαιολογούνται διότι υπήρχαν μαρτυρίες ότι το “κοσκίνισμα” του χρυσού από την άμμο γινόταν πάνω σε δέρματα βοδιών».

Η ίδρυση δε της πόλης από τον Ηρακλή μνημονεύεται στον θυρεό της πόλης και σήμερα. Ο Ηρακλής ολοκληρώνει τον άθλο του και συνεχίζει βόρεια προς την Κελτική και ιδρύει την Αλέσια (γνωστή και ως πόλη του Αστερίξ), το όνομα της οποίας προέρχεται από τη λέξη άλυς (= περιπλάνηση). Πόλη με στρατηγική σημασία, καθώς συνδέεται μέσω πλωτών ποταμών προς τη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό, τη Μάγχη και τη Βόρεια Θάλασσα, όπου ο Ιούλιος Καίσαρας κατατρόπωσε τους Γαλάτες. Ακόμη ιδρύει το Μονακό και την Αλικάντε – η ποδοσφαιρική της ομάδα ονομάζεται Ηρακλής.

Τι γύρευε στη Γαλατία ο Ηρακλής; «Χρυσό», απαντά ο κ. Μαριολάκος, «αφού ο Διόδωρος μας λέει πως στη Γαλατία υπάρχουν πλούσια χρυσοφόρα κοιτάσματα». Ο Ηρακλής όμως φέρεται- σύμφωνα με τον Πλούταρχο- να έφτασε και ώς την Ωγυγία που απέχει πέντε ημέρες δυτικά της Βρετανίας.

«Πέντε ημέρες ισοδυναμούν με 120 ώρες. Αν η μέση ταχύτητα ενός πλεούμενου της εποχής ήταν 4 μίλια την ώρα, τότε η απόσταση είναι 890 χλμ., άρα πρόκειται για τη σημερινή Ισλανδία και συνέχισε ώς τη Γροιλανδία, ενώ το Κρόνιο Πέλαγος, που αναφέρεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς ταυτίζεται με τον Βόρειο Ατλαντικό»

«Για να φέρει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων (ήτοι τον χρυσό) ο Ηρακλής από την Αίγυπτο έφτασε ώς την Αιθιοπία κι έπειτα στον Καύκασο- για να ζητήσει τη βοήθεια του Προμηθέα- και στη Λιβύη προτού επιστρέψει στις Μυκήνες»

Ο Ηρακλής έφτασε, σύμφωνα με τον καθηγητή Ηλία Μαριολάκο, ώς την Αμερική. «Στις πηγές διαβάζουμε πως εγκατέστησε ακολούθους του “ώς τον κόλπο που το στόμιό του βρίσκεται στην ίδια ευθεία με το στόμιο της Κασπίας”. Ένας κόλπος μόνον καλύπτει αυτές τις προϋποθέσεις: του Αγίου Λαυρεντίου στο Τορόντο του Καναδά». Μαρτυράται δε πως έμειναν «σε νησιά που βλέπουν τον ήλιο να κρύβεται για λιγότερο από μία ώρα για 30 ημέρες»- δηλαδή στον πολικό κύκλο.

Τι γύρευε εκεί;

Η απάντηση βρίσκεται στα ευρήματα των ανασκαφών που γίνονται γύρω από τη λίμνη Σουπίριορ στο Μίτσιγκαν. Αρκεί να σκεφτείτε πως έχουν εξορυχθεί πάνω από 500.000 τόνοι χαλκού στην περιοχή, όταν στην κατ΄ εξοχήν πηγή χαλκού- την Κύπρο- εξορύχθηκαν 200.000 τόνοι.

Η εξόρυξη έγινε την περίοδο 2.450 π.Χ.- 1050 π.Χ., σταματάει ξαφνικά, όταν καταρρέει ο μυκηναϊκός πολιτισμός. Και όλα αυτά σε μια περιοχή όπου οι γηγενείς βρίσκονταν στη λίθινη εποχή!

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Πολυκλινική Νικολάου Ράπτου


Η πολυκλινική του Νικολάου Ράπτου επί της οδού Παπακυριαζή 30, στην αρχική της μορφή. Ένθετο «Πολιτισμός» της εφ. «Ελευθερία». Από το αρχείο της δ. Μαίρης Ράπτου.  Φωτογραφία του 1935 περίπου.Η πολυκλινική του Νικολάου Ράπτου επί της οδού Παπακυριαζή 30, στην αρχική της μορφή. Ένθετο «Πολιτισμός» της εφ. «Ελευθερία». Από το αρχείο της δ. Μαίρης Ράπτου. Φωτογραφία του 1935 περίπου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει την πρώτη ιδιωτική πολυκλινική που ιδρύθηκε στη Λάρισα, σε κτίριο ειδικά κατασκευασμένο προς τούτο. Όπως αναγράφεται στο ύψος της στέγης και πάνω από το γείσο, πρόκειται για την «Πολυκλινική Λαρίσης Ν. Ι. Ράπτου».
Πριν περιγράψουμε την κλινική, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε λίγα λόγια για τον κλινικάρχη. Ο Νικόλαος Ιωάννου Ράπτης ήταν μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της παλαιάς Λάρισας και η παρουσία του κυριάρχησε σε πολλούς τομείς κατά τα μέσα του περασμένου αιώνα (1930-1960). Iατρός με πλούσιες μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, σπουδαίος κοινωνικός παράγοντας της Λάρισας, χάρη στις ιδιωτικές κλινικές που ίδρυσε και την κατά διαστήματα θητεία του στο Δημοτικό Νοσοκομείο, πολιτικός με τρεις νικηφόρες βουλευτικές αναμετρήσεις στον νομό μας, σκληρός πολέμιος κατά τη διάρκεια της κατοχής της «Ρωμαϊκής Λεγεώνας» [1], γεγονός που τον οδήγησε σε πολυετή ομηρία στην Ιταλία, άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην πόλη μας. Γεννήθηκε το 1903. Γονείς του ήταν ο Ιωάννης Ράπτης και η Μαρία (Μαριγούλα) Τσούβα. Ήταν το μοναδικό τέκνο του ζευγαριού και το 1908 σε ηλικία 5 ετών έμεινε ορφανός μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του.

Το 1921 άρχισε τη φοίτησή του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά διέκοψε τα μαθήματα λόγω της μικρασιατικής εκστρατείας και μετά την επελθούσα καταστροφή επέστρεψε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αποφοίτησε το 1926. Υπηρέτησε τη θητεία του ως έφεδρος ανθυπίατρος και μετά την απόλυσή του από το στράτευμα θήτευσε για ένα διάστημα στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Το 1928 αναχώρησε για το Παρίσι, όπου και παρέμεινε συνολικά δύο χρόνια. Στη γαλλική πρωτεύουσα ειδικεύθηκε κοντά σε παγκοσμίου φήμης επιστήμονες και το 1930 επέστρεψε στην Αθήνα. Νυμφεύθηκε τη Ροδοθέα Πορσανίδου, δασκάλα στο Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινουπόλεως και επέστρεψε στη Λάρισα, όπου εξάσκησε την ειδικότητα του χειρουργού-γυναικολόγου ως ελεύθερος επαγγελματίας.
Πρώτο μέλημά του ήταν να ιδρύσει ιδιωτική κλινική. Αυτή επέλεξε να στεγασθεί σε κάποιο απλό οίκημα επί της οδού Βασιλέως Αλεξάνδρου [2] (Παπαναστασίου σήμερα), το οποίο βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το κτίριο όπου σήμερα στεγάζονται οι κεντρικές υπηρεσίες της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Στην κλινική αυτήν ο Νίκος Ράπτης έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα με επιτυχία, και εδώ εφάρμοσε στην πράξη τις ιατρικές του δεξιότητες και έδειξε τις πλούσιες κοινωνικές του αρετές.
Στην κλινική αυτήν ο Νίκος Ράπτης δεν έμεινε για μεγάλο διάστημα. Από τη μια η αυξημένη κίνηση ασθενών και από την άλλη η στενότητα χώρου και η έλλειψη στοιχειωδών ανέσεων του κτιρίου, τον ανάγκασαν να κτίσει το 1932 μια νέα ιδιόκτητη κλινική, με όλες τις σύγχρονες για την εποχή προδιαγραφές, στην οδό Παπακυριαζή 21 τότε (σήμερα Παπακυριαζή 30), εκεί όπου τώρα έχει ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή και στο ισόγειό της στεγάζεται το βιβλιοπωλείο της «ΖΩΗΣ». Η κλινική αρχικά ήταν ένα μεγάλο σε έκταση κτίριο και όπως αναφέρθηκε, είχε την επωνυμία «ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΛΑΡΙΣΗΣ Ν. Ι. ΡΑΠΤΟΥ». Το ισόγειο είχε ψηλούς και ευρύχωρους θαλάμους νοσηλείας και γραφεία, ενώ στο ημιυπόγειο στεγάζονταν οι βοηθητικοί χώροι, το Μικροβιολογικό Εργαστήριο και το Οφθαλμολογικό Τμήμα. Η Κλινική διέθετε εσωτερική θέρμανση (καλοριφέρ), πρωτοποριακό για την εποχή γεγονός, δύο χειρουργεία και άλλες ανέσεις, τα δε χειρουργικά εργαλεία και το χειρουργικό κρεβάτι τα είχε φέρει ο Νίκος Ράπτης απευθείας από το Παρίσι. Επίσης διέθετε και τμήματα άλλων ειδικοτήτων. Μια ομάδα ιατρών, οι περισσότεροι με σπουδές στο εξωτερικό, επάνδρωσαν τα διάφορα τμήματα της πολυκλινικής, η οποία διέθετε τις κυριότερες ειδικότητες: Χειρουργική, Γυναικολογική-Μαιευτική, Παθολογική, Παιδιατρική, Νευρολογική, Οφθαλμολογική και Μικροβιολογικό Εργαστήριο. Οι ιατροί της Κλινικής ήταν οι: Ν. Ράπτης (χειρούργος-μαιευτήρας-γυναικολόγος), Ν. Φλώρος (παθολόγος), Β. Τουφεξής και Χ. Ταμπασούλης (παιδίατροι), Κ. Τάχας (νευρολόγος-ψυχίατρος) και Κ. Περηφάνης (οφθαλμίατρος). Κατά διαστήματα με την Πολυκλινική αυτή συνεργάσθηκαν και άλλοι ιατροί, όπως οι Μ. Κουκούλης, Σ. Αστεριάδης (Πατώφλας), Χ. Παπαδόπουλος, Σ. Δρακωτός, Αθ. Αγγελάκης, Μπλιάτσιος, Κουρσούμης και άλλοι. Η ιδιωτική αυτή νοσηλευτική μονάδα αποτέλεσε για τη Λάρισα υγειονομική επανάσταση, αν αναλογισθεί κανείς και την ανυποληψία που είχε προπολεμικά το Δημοτικό Νοσοκομείο στην κοινωνία της Λάρισας.
Η δημοσιευόμενη φωτογραφία απεικονίζει το μέγεθος και τη μορφή της πολυκλινικής, όπως την περιγράψαμε. Το ενδιαφέρον της φωτογραφίας εντοπίζεται επίσης και στο ιδιωτικό αυτοκίνητο του Νίκου Ράπτη, ένα διθέσιο σπορ αμάξι της εποχής, το οποίο είναι σταθμευμένο έξω από το κτίριο της Κλινικής. Οι λάτρεις των παλαιών αυτοκινήτων (αντίκες), έχουν πολλά να μας πουν για το μοντέλο και την κατασκευαστική εταιρεία του αυτοκινήτου αυτού.
Έπειτα από λίγα χρόνια η χωρητικότητα της Κλινικής θεωρήθηκε ανεπαρκής και το 1937 στο ήδη υπάρχον κτίριο προστέθηκε και ένας ακόμα όροφος και η Κλινική άλλαξε διαρρύθμιση. Λειτουργούσαν όλα τα τμήματα με επιτυχία και η πολυκλινική είχε εξελιχθεί σε μικρή νοσοκομειακή μονάδα. Όλα αυτά μέχρι τον Οκτώβριο του 1940, γιατί με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου οι περισσότεροι ιατροί, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Ράπτης, επιστρατεύθηκαν. Ο σεισμός και η κατοχή επέφερε σοβαρές ζημιές στο κτίριο και η Κλινική υπολειτουργούσε με επιστασία της συζύγου του Ρόδως.
Ο Νίκος Ράπτης από τον γάμο του με τη Ροδοθέα Πορσανίδου απέκτησε δύο τέκνα.
-Το 1931 τον Ιωάννη, ο οποίος σπούδασε ιατρική στην Ελβετία. Νυμφεύθηκε το 1960 τη Δήμητρα Κουζελέα με την οποία απέκτησαν ένα τέκνο, τον Νίκο.
-Το 1934 γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους, η Μαίρη, η οποία σπούδασε Παιδαγωγικά και Ψυχολογία του Παιδιού επί τέσσερα χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης στην Ελβετία. Εδώ και πάνω από πενήντα περίπου χρόνια ίδρυσε και συνεχίζει να διευθύνει με μεγάλη επιτυχία τα ομώνυμα Εκπαιδευτήρια της πόλης μας.

—————————————————————
{1]. Μετά την κατάρρευση του μετώπου το 1941, μαζί με τα ιταλικά στρατεύματα εμφανίσθηκαν στην περιοχή μας οι γνωστοί πράκτορες Αλκιβιάδης Διαμάντης, Νικόλαος Ματούσης και Βασίλειος Ραποτίκας, οι οποίοι μαζί με άλλους Βλαχόφωνους επιχείρησαν να επανδρώσουν τη «Ρωμαϊκή Λεγεώνα», όπως ονόμασαν το ένοπλο σώμα της, με σκοπό την ίδρυση του «Πριγκιπάτου της Πίνδου», δηλαδή μιας αυτόνομης περιοχής βλαχόφωνων μέσα στην ελληνική επικράτεια. Ο Νικόλαος Ράπτης, ο Ευάγγελος Αβέρωφ και πολλοί άλλοι Βλαχόφωνοι επιστήμονες και απλοί άνθρωποι αντιστάθηκαν σθεναρά στην προσπάθεια αυτήν, η οποία όπως ήταν φυσικό τελικά απέτυχε.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η πρώτη κλινική του Νίκου Ράπτη, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 25 Φεβρουαρίου 2017. Η οδός Ακροπόλεως μετά τον θάνατο του βασιλέα Αλεξάνδρου (1893-1920) μετονομάσθηκε προς τιμήν του σε οδό Βασιλέως Αλεξάνδρου, ονομασία η οποία όμως δεν επεκράτησε ανάμεσα στους Λαρισαίους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να την αναφέρουν με την παλαιά ονομασία, Ακροπόλεως. Το 1936 μετονομάσθηκε σε οδό Βασ. Σοφίας και μετά τη μεταπολίτευση σε οδό Παπαναστασίου.

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2022

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ (1888-1973)

Eνας οραματιστής Δήμαρχος - Β’


Ο Δημήτριος Χατζηγιάννης και η σύζυγός του Μαρίκα  στην είσοδο της κατοικίας τους. Φωτογραφία Τάκη Τλούπα. 1970. Ο Δημήτριος Χατζηγιάννης και η σύζυγός του Μαρίκα στην είσοδο της κατοικίας τους. Φωτογραφία Τάκη Τλούπα. 1970.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Με το σημερινό σημείωμα ολοκληρώνουμε τη διαδρομή του δικηγόρου της Λάρισας Δημητρίου Χατζηγιάννη στην πολιτική αυτοδιοίκηση. Μετά την αποδοχή του διορισμού του ως δημάρχου από το καθεστώς της 21ης Απριλίου του 1967 στη θέση του εκλεγμένου κατά τις εκλογές του 1964 Αλέκου Χονδρονάσιου, η επακολουθήσασα τον Οκτώβριο του 1969 παραίτησή του, λόγω αντίθεσης με το δικτατορικό καθεστώς στο θέμα της παροχέτευσης των λυμάτων του εργοστασίου αχυροκυτταρίνης στον Πηνειό, απαλύνουν εν μέρει την απόφαση της αποδοχής του διορισμού του. Υπάρχει βέβαια και η μαρτυρία ανθρώπων που την περίοδο εκείνη βρίσκονταν κοντά στο δικτατορικό καθεστώς, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο Χατζηγιάννης οδηγήθηκε σε παραίτηση επειδή οι συνταγματάρχες ευνοούσαν την ανάρρηση στον δημαρχιακό θώκο του προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου και «άσπονδου» φίλου του, Θάνου Μεσσήνη. Και σαν απόδειξη φέρουν το γεγονός ότι αμέσως μετά τον θάνατο του Χατζηγιάννη τον Μάιο του 1973, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε τη μετονομασία της πλατείας Ταχυδρομείου σε πλατεία Δημητρίου Χατζηγιάννη. Αν η παραίτηση από τη δημαρχία οφειλόταν στη σφοδρή αντίθεσή του με τις αποφάσεις του καθεστώτος και προσωπικά με τον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Στυλιανό Παττακό, τότε δεν θα ετύγχανε της τόσον τιμητικής για την υστεροφημία του μετονομασίας της πλατείας. Βέβαια, όπως είναι γνωστό, μετά τη μεταπολίτευση η πλατεία μετονομάσθηκε προς τιμήν του εθνάρχη Μακαρίου.
Ερχόμαστε τώρα στο δημαρχιακό έργο του Χατζηγιάννη. Από την αρχή της δημαρχιακής θητείας, το άμεσο ενδιαφέρον του νέου δημάρχου εστιάσθηκε στην αναμόρφωση της μετακατοχικής και μετασεισμικής Λάρισας.
- Από τα πρώτα έργα του στον Δήμο υπήρξε «η ανάκτηση του κλαπέντος ποταμού της», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Εννοεί την επαναφορά της ροής των υδάτων του Πηνειού στην παλαιά κοίτη, γιατί η τεχνικά δημιουργηθείσα ανακουφιστική παράκαμψη είχε μειώσει μέχρις εξαφανίσεως τη ροή του ποταμού μέσα στην πόλη. Επιπλέον στηθαία, παραποτάμιοι δρόμοι και πεζοδρόμια, καθώς και δενδροφυτεύσεις καλλώπισαν τις όχθες του.
- Συνέλαβε την ιδέα και προετοίμασε για τον Ιούνιο του 1955 την αγροτική εορτή της Χάλκης με την παρουσία ολόκληρης της βασιλικής οικογένειας. Περιγράφει μάλιστα στο βιβλίο των «Αναμνήσεών» του την τελετή με διθυραμβικά σχόλια.
- Υπερηφανευόταν δικαιολογημένα για τη νικηφόρα μάχη που έδωσε εναντίον της λάσπης και της σκόνης που μάστιζαν την πόλη, καθώς ασφαλτόστρωσε κατά την περίοδο της δημαρχιακής του θητείας 600 περίπου δρόμους και κατασκεύασε πολλά χιλιόμετρα πεζοδρόμια και κρασπεδόρειθρα.
- Πίστευε ακράδαντα ότι η δόξα της δημοτικής του διαδρομής ήταν η έναρξη της κατασκευής του δικτύου των υπονόμων της πόλης, ένα πρόβλημα άλυτο μέχρι τότε, γιατί με το έργο αυτό πραγματικά τιθάσευσε τα όμβρια ύδατα και προστάτευσε την πόλη από τις πλημμύρες. Το έργο ως γνωστόν, συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε μετά τη μεταπολίτευση, επί δημαρχίας Αριστείδη Λαμπρούλη.
- Ανέκτησε με εργώδεις αγώνες την κυριότητα έκτασης 2.500 στρεμμάτων στην περιοχή του Ακ Σαράι, της σημερινής Νεάπολης, η οποία είχε χαθεί από το 1884, όταν είχε παραχωρηθεί από την τότε δημοτική αρχή στο δημόσιο δωρεάν έκταση 700 στρεμμάτων για τη δημιουργία στρατώνων και συγχρόνως χώρος 2.500 στρεμμάτων προσωρινά για την εκτέλεση των στρατιωτικών ασκήσεων. Η ανάκτηση του χώρου αυτού επέτρεψε στον Δήμο να προσφέρει έναντι συμβολικής τιμής οικόπεδα για την εγκατάσταση χιλίων και πλέον απόρων και αστέγων οικογενειών της πόλης.
- Συνέβαλε στην εξαγορά από τη ΔΕΗ του κλάδου του ηλεκτροφωτισμού του ΟΥΗΛ με πολύ συμφέροντες όρους, στην οικοδόμηση του σημερινού δημαρχιακού μεγάρου, στην παραχώρηση του δημοτικού γηπέδου στο Αλκαζάρ ώστε να μετατραπεί σε εθνικό στάδιο, στην κατασκευή του Δικαστικού μεγάρου, του Γηροκομείου και άλλων μικρότερων αλλά σημαντικής αξίας έργων.
- Με παρεμβάσεις του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος πέτυχε τον διορισμό του μητροπολίτου Ζιχνών Κυρίλλου ως τοποτηρητού μητροπολίτου Λαρίσης, στη θέση του επί μακρόν ασθενούντος κανονικού μητροπολίτου Δωροθέου κατά τη διάρκεια της κατοχής.
- Στόλισε την πόλη με μνημεία και προτομές, αναθέτοντας την εκτέλεσή τους σε εγνωσμένης αξίας καλλιτέχνες. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά το μνημείο των πεσόντων στον λόφο της Ακρόπολης, έργο του γλύπτη Λάζαρου Λαμέρα[1] και ο ανδριάντας με το μνημείο του Ιπποκράτη, στην ομώνυμη συνοικία, έργο του Γεωργίου Καλακαλλά (1938-2021) από τον Τύρναβο, καθηγητή του Πολυτεχνείου.
- Επιπλέον με διάφορα άλλα έργα, όπως πάρκα, δενδροφυτεύσεις δρόμων, αθλητικές εγκαταστάσεις, παιδικές κατασκηνώσεις και πολλά άλλα, άλλαξε μέσα σε λίγα χρόνια τη φυσιογνωμία της Λάρισας, την προβίβασε αισθητικά, μορφολογικά και διοικητικά και την οδήγησε στην αφετηρία του δρόμου για τη διεκδίκηση της τρίτης σε μέγεθος και αξία πόλης της Ελλάδος.
- Παράλληλα όμως εμφανίσθηκε δυναμικά και στον χώρο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος. Εκλέχθηκε στην αρχή μέλος και εν συνεχεία πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ, ενώ αργότερα κατέλαβε την αντιπροεδρία του Συμβουλίου Δήμων και Κοινοτήτων της Ευρώπης. Η εκλογή του αυτή ήταν άκρως τιμητική για τον ίδιο και την πόλη.
Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του Δημητρίου Χατζηγιάννη μετά τον θάνατό του ήταν η βιβλιοθήκη με το αρχείο και η οικία του επί της οδού Ρούσβελτ. Επιθυμία του ήταν, άτεκνος ών, να κληροδοτήσει την κατοικία αυτή στον Δήμο. Έπειτα από πολλές περιπέτειες, οικοδομήθηκε με δαπάνες του Δήμου στη θέση της ιδιωτικής κατοικίας του το Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο. Για την κινητή περιουσία, δηλαδή την πλούσια βιβλιοθήκη, το πολύτιμο αρχείο και τους πίνακες ζωγραφικής, εκδηλώθηκε μετά τον θάνατό του έντονο ενδιαφέρον από πολλούς για την αγορά του. Ευτυχώς η πώλησή τους απετράπη την τελευταία στιγμή με παρέμβαση του τότε δημάρχου Αγαμέμνονα Μπλάνα και αγοράσθηκε από τον Δήμο. Το κείμενο του βιβλίου με τις «Αναμνήσεις» που εκδόθηκε προέρχεται από το αρχείο του αυτό και εκτός από μερικά σύντομα βιογραφικά στοιχεία, ουσιαστικά εξιστορεί ο ίδιος την πολιτική διαδρομή του, είναι δηλ. μια αυτοβιογραφία. Επομένως δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς πόσο αντικειμενικός μπορεί να ήταν ο αυτοβιογραφούμενος πολιτικός στην εξιστόρηση των έργων του. Όμως τα γεγονότα είναι σχετικά πρόσφατα, υπάρχουν ακόμη εν ζωή πολλοί άνθρωποι που τα έζησαν, είναι καταγραμμένες πολλές προσωπικές μαρτυρίες και αφθονούν οι ιστορικές πηγές, αντικειμενικές πέραν πάσης αμφισβητήσεως. Επιπλέον η διασταύρωση ειδήσεων από πολιτικά και ιδεολογικά αντιμαχόμενες τοπικές εφημερίδες, δίνει στον έμπειρο ιστορικό ερευνητή τη δυνατότητα της πραγματικής αποτίμησης των γεγονότων. Την επίπονη αυτή εργασία ανέλαβε η φιλόλογος Ιουλία Κανδήλα, η οποία έφερε εις πέρας τη δύσκολη αυτή αποστολή με επιτυχία.
Την 1η Μαΐου 1941 και ενώ ήδη από τις 15 Απριλίου είχαν κάνει την είσοδό τους στη Λάρισα τα γερμανικά στρατεύματα, ο Δημήτριος Χατζηγιάννης με τη γυναίκα του επισκέφθηκαν την πόλη για να διαπιστώσουν προσωπικά τις ζημιές που είχε υποστεί η κατοικία τους. Διασχίζοντας πάνω σε μόνιππο το κέντρο της πόλης, στη διαδρομή από το κτίριο της Εθνικής τράπεζας προς τη δημοτική αγορά, δηλαδή τη σημερινή οδό Κύπρου προς την πλατεία δημάρχου Μπλάνα, διαπίστωσε ότι η κίνηση των γερμανικών στρατευμάτων σε μια άδεια από Λαρισαίους πόλη ήταν τόση, ώστε υπήρχαν και Γερμανοί τροχονόμοι για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας. Βλέποντας αυτήν την κίνηση, στράφηκε προς τη γυναίκα του και της εκμυστηρεύθηκε: «Η πόλις αυτή θα αποθάνει; Ενώ ουσιαστικώς είναι νεκρά, έχει τόσην κίνησιν λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, ώστε τροχονόμοι να ρυθμίζουν την κίνησιν των κεντρικών της οδών;» και κατέληξε προφητικά: «Θα την κρατήσωμεν πόλιν και πρωτεύουσαν». Το όραμά του για την πρόοδο και την ανάπτυξη της πόλης, ακόμα και σε δύσκολες ώρες και πριν καν ασχοληθεί με την τοπική αυτοδιοίκηση, βρισκόταν στον νου και τη σκέψη του. Αυτός ήταν λοιπόν ο Χατζηγιάννης, ένας οραματιστής δήμαρχος.
---------------
[1]. Λαμέρας Λάζαρος (1913-1998). Καταγόταν από τα Υστέρνια της Τήνου, το νησί με τη μεγάλη παράδοση στη μαρμαρογλυπτική. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και στη Σχολή Καλών Τεχνών των Παρισίων. Διετέλεσε καθηγητής στην έδρα της Πλαστικής στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και πολλά έργα του υπάρχουν διάσπαρτα στη χώρα μας, αλλά και στο εξωτερικό.