Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα και ο Πηνειός το 1894

 
Larissa und der Peneios. (Η Λάρισα και ο Πηνειός).  Φωτογραφία από το βιβλίο «Von Athen zum Thempethal»  (Από την Αθήνα στην Κοιλάδα των Τεμπών) του Paul Brandt,  Gutersloh (1894), σελ. 80.Larissa und der Peneios. (Η Λάρισα και ο Πηνειός). Φωτογραφία από το βιβλίο «Von Athen zum Thempethal» (Από την Αθήνα στην Κοιλάδα των Τεμπών) του Paul Brandt, Gutersloh (1894), σελ. 80.

Αυτές τις ημέρες πήρα από κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης μου ένα βιβλίο στην τύχη για να περάσω την ώρα μου και έπεσα σε μια παλιά γερμανική έκδοση. Ήταν τυπωμένη στη γοτθική γερμανική γραφή, η οποία ως γνωστόν είναι δυσανάγνωστη σε μη εξοικειωμένους μ’ αυτή. Με δυσκολία διάβασα τη σελίδα τίτλου του «Von Athen zum Thempethal» (Από την Αθήνα στην Κοιλάδα των Τεμπών).

Συγγραφέας είναι ο Paul Brandt και η εκτύπωσή του έγινε το 1894 στο Gutersloh της Γερμανίας. H αναφορά στην Κοιλάδα των Τεμπών μού κίνησε την περιέργεια να το ξεφυλλίσω, μια που για να το διαβάσω μού ήταν αδύνατο. Αναγκαστικά, σκέφθηκα, ο συγγραφέας θα πρέπει να πέρασε και από τη Λάρισα. Και δεν έπεσα έξω. Η αναζήτηση πολλές φορές αποφέρει καρπούς. Στη σελίδα 80 υπήρχε η φωτογραφία που συνοδεύει σήμερα το κείμενο και η οποία έχει τη λεζάντα «Larissa und der Peneios» (Λάρισα και ο Πηνειός). Αυτήν την εικόνα θα αναλύσουμε στο σημερινό μας σημείωμα και θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τη χρονολογία λήψης της.
Ο φωτογράφος μάς είναι άγνωστος. Δεν αποκλείεται να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, αφού από ολόκληρη τη διαδρομή από την Αθήνα μέχρι τα Τέμπη έχει δημοσιεύσει 24 φωτογραφίες τοπίων. Από τη Λαμία έφθασε οδικώς στον Βόλο και αφού επισκέφθηκε τη Δημητριάδα και την Ιωλκό, κατευθύνθηκε προς τη Λάρισα. Από την περιοχή μας δημοσιεύει τρεις φωτογραφίες. Εκτός από τη δημοσιευόμενη της Λάρισας, έχει την ξυλογέφυρα που υπήρχε παλιά στην είσοδο των Τεμπών, στην περιοχή του Μπαμπά και μια άποψη της Κοιλάδας.
Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από τη δεξιά όχθη του Πηνειού κοντά στο ποτάμι, του οποίου η στάθμη του νερού ήταν χαμηλή και ως εκ τούτου η παρόχθια προσπέλαση ήταν εύκολη. Ο φωτογράφος στάθηκε στο ύψος της σημερινής δεύτερης οδικής γέφυρας και έστρεψε τον φακό του προς τον Λόφο της Ακρόπολης, ο οποίος παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα που σπάνια έχουμε συναντήσει.
Η σπανιότητα της φωτογραφίας οφείλεται στο γεγονός ότι ολόκληρη η δυτική πλευρά του Λόφου είναι κατειλημμένη από κατοικίες, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν τελείως τον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου. Η διάταξη των κτιρίων είναι όμοια σχεδόν με τη φωτογραφία του 1884 του Δημητρίου Μιχαηλίδη από την Αδριανούπολη, την οποία ο Στέφανος Στουρνάρας από τον Βόλο την κυκλοφόρησε περί το 1910 ως χρωμολιθόγραφη. Παρατηρούνται διώροφα κτίσματα, ακόμη και ημιτριώροφα λόγω της κατωφέρειας του εδάφους. Είναι στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο και καταλαμβάνουν τις δυτικές παρυφές του Λόφου στην ολότητά τους. Από τις πρώτες ενέργειες της Δημοτικής Αρχής μετά την απελευθέρωση το 1881 από τους Τούρκους υπήρξε αρχικά η σταδιακή κατεδάφιση όλων των κτιρίων, ώστε να «αναπνεύσει» η περιοχή και να αναδειχθεί ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου. Αργότερα κατασκευάσθηκαν αναλληματικοί τοίχοι για να εξαλείψουν την κατωφέρεια του Λόφου, δημιουργήθηκε η παρόχθια οδός και για την προσπέλασή του κατασκευάσθηκε η μεγάλη πέτρινη κλίμακα, η οποία οδηγούσε από τον προαύλειο χώρου του ναού στον δρόμο που είχε διανοιχθεί παράλληλα προς τη δεξιά όχθη του Πηνειού.
Αναλύοντας προσεκτικά τη φωτογραφία από τα αριστερά, βλέπουμε ανάμεσα σε μια μεγάλη έκταση καλυμμένη με δέντρα, τα ερείπια κάποιου κτιρίου. Είναι τα υπολείμματα του άλλοτε επιβλητικού Mevlevihane [1], δηλαδή του τεκέ των Μεβλεβήδων. Επρόκειτο για μονή του μουσουλμανικού τάγματος των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων, οι οποίοι πήραν την ονομασία αυτήν από μια ειδική τελετουργία, η οποία τους χαρακτήριζε. Στη συνέχεια αποτυπώνεται η μεγάλη πολύτοξη πέτρινη γέφυρα, η οποία συνέδεε τις δύο όχθες του Πηνειού. Είναι από τις λίγες φωτογραφίες της γέφυρας όπου απεικονίζονται και τα εννέα τόξα (καμάρες) της. (Από το ένατο τόξο, αυτό προς την πλευρά του Αλκαζάρ διακρίνεται ένα μέρος του). Στο βάθος και πίσω από τη γέφυρα αποτυπώνεται η δυτική πλευρά του Λόφου της αρχαίας ακρόπολης της Λάρισας. Από τον ναό του Αγ. Αχιλλίου μόλις διακρίνεται μέρος από το τριγωνικό αέτωμα της δυτικής πλευράς της βασιλικής του Καλλιάρχη. Δεξιά φαίνεται ότι έχει ήδη κτισθεί το μεγάλο τριώροφο αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη [2], το οποίο προείχε λόγω ύψους σε όλες τις προπολεμικές φωτογραφίες του Λόφου. Στη συνέχεια αναγνωρίζεται ένα μεγάλο μέρος από το ισχυρό χάνι των αδελφών Ξενοφώντος και Δημητρίου Σαχίνη, το σπουδαιότερο από τα πανδοχεία του Τσούγκαρι, το οποίο στις αρχές του 20ού αιώνα μετατράπηκε σε φυλακή. Τέλος στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας απεικονίζεται το τζαμί του Χασάν μπέη [3], το μεγαλύτερο και επιβλητικότερο τέμενος της Λάρισας καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ένα από το μεγαλύτερα του ελληνικού χώρου. Ο πανύψηλος μιναρές του φαίνεται να λογχίζει τον ουρανό της πόλης, ενώ στο εσωτερικό του υπήρχαν κίονες από το πράσινο μάρμαρο της Χασάμπαλης. Χαμηλά, κοντά στην κοίτη του ποταμού διακρίνεται ένας σακατζής, ο οποίος ετοιμάζεται να γεμίσει με νερό του ποταμού τούς δερμάτινους ασκούς που τους είχε φορτωμένους στο ζώο του.
Η χρονολόγηση της φωτογραφίας θα βασισθεί κυρίως στην εικόνα που παρουσιάζει η δυτική πλευρά του Λόφου της Ακρόπολης. Οι τοίχοι υποστήριξης (αναλληματικοί) και τα σκαλοπάτια στη δυτική πλευρά του Λόφου κατασκευάσθηκαν το 1894 [4] και δεν απεικονίζονται, ενώ τα κτίσματα της δυτικής παρυφής του Λόφου δεν έχουν ακόμη κατεδαφισθεί. Το αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη είχε κτισθεί το 1888-89, λίγα χρόνια πριν αυτοκτονήσει στα νερά του Πηνειού τον Απρίλιο του 1890[5]. Εκ του γεγονότος αυτού συμπεραίνεται ότι η φωτογραφία μπορεί να χρονολογηθεί μεταξύ των ετών 1888 - 1894 και πιθανότατα περί το 1900.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

————————————————
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α΄ (2014), Λάρισα (2016) σελ. 191-194.
[2]. Του ιδίου: Αρχοντικό Βελλίδη. Το ψηλότερο κτήριο της παλιάς Λάρισας. Εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 11ης Αυγούστου 2015.
[3]. Του ιδίου: Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α΄ (2014), Λάρισα (2016), σελ. 147-150.
[4]. Συμφωνητικό αριθμ. 16008 της 13ης Ιανουαρίου 1894 του συμβολαιογράφου Λαρίσης Αγαθάγγελου Ιωαννίδη.
[5]. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Ιωάννης Βελλίδης (1849-1890). Από την απόλυτη «παντοδυναμία» στην τραγική αυτοκτονία, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 17ης Απριλίου 2016.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

 

Η πρώτη του επίσκεψη στην ελεύθερη πόλη

 
Το μεγάλο κτίριο δεξιά ανάμεσα στα δένδρα, είναι το κονάκι του Χουσνή μπέη στο οποίο  κατέλυσε ο Γεώργιος Α’ με την ακολουθία του όταν ήλθε για πρώτη φορά στη Λάρισα  τον Οκτώβριο του 1881. Επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. 1910 περίπου. Το μεγάλο κτίριο δεξιά ανάμεσα στα δένδρα, είναι το κονάκι του Χουσνή μπέη στο οποίο κατέλυσε ο Γεώργιος Α’ με την ακολουθία του όταν ήλθε για πρώτη φορά στη Λάρισα τον Οκτώβριο του 1881. Επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. 1910 περίπου.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)
Όλοι γνωρίζουμε ότι στις 31 Αυγούστου του 1881 ο ελληνικός στρατός, με επί κεφαλής τον στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο εισερχόταν συντεταγμένος στη Λάρισα και έπειτα από 458 χρόνια σκληρής οθωμανικής κατοχής η πόλη ήταν ελεύθερη. Ένα μήνα περίπου μετά την απελευθέρωση και συγκεκριμένα στις 7 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ θέλησε να επισκεφθεί τις απελευθερωθείσες περιοχές και να τις γνωρίσει από κοντά. Ξεκινώντας από την Άρτα και τη Δυτική Θεσσαλία, την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου έφθασε στη Λάρισα. Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σ’ αυτή την επίσκεψη. Δεν είναι τόσο γνωστή, όπως η είσοδος των ελληνικών στρατευμάτων στις 31 Αυγούστου 1881. Αυτός είναι και ο λόγος που θα περιγράψουμε με λίγα λόγια την παραμονή του και τα γεγονότα που συνέβησαν το πενθήμερο που έμεινε στη Λάρισα (7-12 Οκτωβρίου).
Οδηγός μας θα είναι μια σχετικά άγνωστη πηγή. Η προσωπική μαρτυρία του Κωνσταντίνου Αθ. Διαμαντή, η οποία δημοσιεύθηκε μεταπολεμικά στο περιοδικό “Σήμερα” του οποίου εκδότης ήταν ο Χρήστος Αγγελομάτης[1]. Η καταγραφή είναι εν είδει ημερολογίου, με τις κινήσεις του Γεωργίου Α’ και της συνοδείας του να περιγράφονται με την ακριβή αναγραφή της ώρας. Δεν θα παρακολουθήσουμε όμως επακριβώς την περιγραφή του Κων. Διαμαντή, απλώς θα αναφέρουμε τις σημαντικότερες κινήσεις του βασιλιά και τις επαφές που είχε με τους τοπικούς άρχοντες, Έλληνες, Οθωμανούς και Ισραηλίτες.
Ήταν Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 1881. Η βασιλική πομπή ερχόταν από τα Ζάρκο και τις μεσημβρινές ώρες έφθασε έξω από τη Λάρισα, στην πύλη Τρικάλων, δηλαδή περίπου στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το 404 Γ. Στρατιωτικό Νοσοκομείο, όπου είχε στηθεί “μεγαλοπρεπής αψίδα εκ λευκού υφάσματος, κεκοσμημένη δια σημαιών και διαφόρων επιγραφών”. Εκεί ανέμεναν να τους υποδεχθούν ο Δήμαρχος της Λάρισας Χασάν Ετέμ, και διάφοροι τοπικοί άρχοντες, όλες οι συντεχνίες της πόλης με τις σημαίες τους και “άπειρον πλήθος παντός γένους και τάξεως, τα οποία ανευφήμουν ζωηρώς”. Μετά το καλωσόρισμα του Δημάρχου προς τον βασιλέα, όλοι μαζί ακολούθησαν τον κεντρικό δρόμο ο οποίος οδηγούσε στον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου, “καλυπτόμενοι υπό ανθέων και ζαχαρωτών άτινα έρριπτον αι γυναίκες εκ των παραθύρων ίνα ράνωσι την Α.Μ.”. Εψάλη επίσημη ευχαριστήρια δοξολογία από τον μητροπολίτη Νεόφυτο και τον κλήρο της πόλης, στο τέλος της οποίας ο Νεόφυτος προσφώνησε τον Βασιλέα. Μετά το τέλος της δοξολογίας, σχηματίσθηκε πομπή, η οποία κατευθύνθηκε στην οικία του Χουσνή μπέη, όπου θα κατέλυε ο βασιλιάς. Η κατοικία αυτή, αν και ήταν ιδιοκτησία Οθωμανού, είχε επιλεγεί διότι ήταν το ευπρεπέστερο κτίριο της πόλης, με πολλές ανέσεις, ιδίως στους χώρους υγιεινής. Ακολούθησε γεύμα στο οποίο παρέστησαν εκτός του Βασιλιά, ο Αρχιερέας, ο Στρατηγός, ο Βασιλικός Επίτροπος και ο Δήμαρχος. Την ώρα του γεύματος είχε συγκεντρωθεί έξω από τη βασιλική κατοικία πλήθος κόσμου, το οποίο ζητωκραύγαζε συνεχώς.
Την επόμενη ημέρα Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 1881 πρωινές ώρες, ο Βασιλιάς δέχθηκε σε ακρόαση τον Δήμαρχο Χασάν Ετέμ και τους αρχιερείς Δημητριάδος και Πλαταμώνος[2], οι οποίοι είχαν ταξιδεύσει μέχρι τη Λάρισα για να παραστούν στην υποδοχή και τη δοξολογία. Κατόπιν ακολουθούμενος από τον Δήμαρχο και τον Φρούραρχο Σαράτσογλου επισκέφθηκαν διάφορα μέρη της Λάρισας. Ξεκίνησαν από το πρώην Τουρκικό Διοικητήριο, όπου την περίοδο της επισκέψεως του Γεωργίου Α’ στεγαζόταν το 21ο τάγμα πεζικού. Ο συγγραφέας το Διοικητήριο το περιγράφει ως εξής: “Το κτήριον τούτο είναι διώροφον. Έχει άνωθεν μεν μεγάλην αίθουσαν και πέριξ αυτής 17 ευρύχωρα δωμάτια, κάτωθεν δε αυτής της αιθούσης πρόδρομον μέγιστον άνευ πατώματος και ισάριθμα δωμάτια του αυτού μεγέθους με το άνω πάτωμα. Έμπροσθεν έχει ευρύ περίβολον και δύο οικίσκους εν αυτώ, εις ένα των οποίων διαμένει η χωροφυλακή”. Εν συνεχεία επισκέφθηκαν την αγορά της Λάρισας και απ’ εκεί οδηγήθηκαν στη μεγάλη γέφυρα του Πηνειού, η οποία “ενώνει την πόλιν μετά της συνοικίας της καλουμένης Πέρα μαχαλάς, είναι κατασκευής βυζαντινής, ανεκαινίσθη δε υπό του Χασάν βέη, εγγονού του Τουραχάν βέη, ως αποδεικνύει τούτο επιγραφή τουρκική, σωζομένη εν τω ομωνύμω τεμένει. Περί την μεσημβρίαν, διήλθομεν δια της Ισραηλιτικής συνοικίας”.
Το απογευμα της ίδιας ημέρας ο άνακτας μετά της ακολουθίας του “εξήλθεν εις περίπατον ακολουθήσασα την παρά την όχθην του ποταμού οδόν. Εν τω ποταμώ εφάνη μικρόν ακάτιον υπό ανδρός διευθυνόμενον, δια κώπης εχούσης σχήμα πτύου. Το ακάτιον επλησίασεν εις το μέσον του ποταμού ένθα υπήρχε αύλαξ ξύλινος, στηριζόμενος υποκάτωθεν δια πασσάλων. Ο αύλαξ ούτος χρησιμεύων προς αλιείαν των ιχθύων καλείται Νταϊλιάνι. Το ύδωρ του ποταμού εισερχόμενον εκ του ενός μέρους του αύλακος, εξήρχετο ορμητικόν εκ του ετέρου, εις το οποίον ο εν τω ακατίω ανήρ επακουμβήσας το δίκτυον, συνέλαβε μέγιστον έγχελυν (χέλι), τον οποίον έφερε μετ’ ολίγον και τον επέδειξε εις τον Βασιλέα. Ο έγχελυς ούτος περιεστρέφετο ως όφις … Επιστρέφοντες εις την βασιλικήν κατοικίαν βλέπομεν επί του εκεί πλησίον μιναρέ τον Χότζα ψάλλοντα μετά κατανυκτικής φωνής και προσκαλούντας τους πιστούς εις την απογευματινήν προσευχήν … Μετά το γεύμα ο Βασιλεύς μετά της ακολουθίας του μετέβη εις την εκτός της μεγάλης γεφύρας πλατείαν (Αλκαζάρ), ένθα εκάησαν διάφορα πυροτεχνήματα, παιανιζούσης της στρατιωτικής μουσικής. Η συρροή του κόσμου ήτο μεγίστη. Ο ενθουσιασμός ακράτητος. Ο λαός ζητωκραυγάζων, ακολουθεί μετά την κατάκαυσιν των πυροτεχνημάτων την Α. Μ. μέχρι της βασιλικής κατοικίας.”[3]
Την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου δέχθηκε σε ακρόαση τις πρωινές ώρες δικαστικούς, τον Οικονομικό Επιθεωρητή Κετσέα, τους πρώην προξένους Παλαμήδη και Τζιώτη[4], τον ιατρό Γρυπάρη, τον έμπορο Διονύσιο Γαλάτη[5] και 17 τον αριθμό Οθωμανούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Χαηρή μπέης του Χασάν πασά, αδελφός του Χουσνή μπέη[6], ιδιοκτήτη της κατοικίας στην οποία κατέλυσε ο Γεώργιος Α’, στον οποίο απένειμε και παράσημο.
Εν συνεχεία “μετέβη εις την Συναγωγήν, εις την θύραν της οποίας αναμένουσι την Μεγαλειότητά του οι παίδες της Σχολής, ενδεδυμένοι την εορτάσιμον αυτών στολήν και επί του ώμου ταινίαν, οίτινες άμα τη αφίξει του Βασιλέως ψάλλουσιν ύμνον, μετά τον οποίον η Μεγαλειότης του εισέρχεται εις τον Ναόν (Συναγωγή) όπου ο Ραββίνος προσφέρει στέφανον και προσφωνεί. Ο Βασιλεύς ανέρχεται επί μεγαλοπρεπούς θρόνου κεκοσμημένου δια χρυσοκεντήτων υφασμάτων και κάθεται επί πολυτελούς κλιντήρος (ανάκλιντρου). Ψάλλεται δοξολογία και ο Ραββίνος δέεται τω Υψίστω υπέρ του Βασιλέως, της Βασιλίσσης, του Διαδόχου και απάσης της Βασιλικής Οικογενείας. Τούτον διαδέχεται ο Ισραηλίτης Μουάν, αντιπρόσωπος της Ισραηλιτικής Κοινότητος, όστις αναβάς επί της εν τη Συναγωγή εξέδρας προσφωνεί τον Βασιλέα. Την Α. Μ. εξερχομένην της Συναγωγής συνοδεύουσι μέχρι της θύρας ο Ραββίνος και τινες πρόκριτοι Ισραηλίται, οι δε παίδες ψάλλουσι εκ νέου τον ύμνον. Άμα τη αφίξει της Α. Μ. εις την βασιλικήν κατοικίαν, οι Ισραηλίται στέλλουσι Αυτή ως δώρον δύο μαξιλάρια χρυσοκέντητα και τινας τσερβέδες παλαιάς κατασκευής”.
Στη 1 το μεσημέρι, μετά το πρόγευμα, αναχώρησε ο Βασιλιάς με τη συνοδεία του με άμαξες για να επισκεφθεί τον Τύρναβο.
(Συνεχίζεται)
............

[1]. Ο Χρήστος Εμ. Αγγελομάτης (1899-1979) ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας και μεταφραστής. Η οικογένειά του είχε καταγωγή από τη Χίο, γεννήθηκε στη Σμύρνη και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήλθε στην Ελλάδα όπου ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία.
[2]. Μητροπολίτης Δημητριάδος ήταν ο Γρηγόριος Φουρτουνιάδης (1870-1907) και Επίσκοπος Πλαταμώνος ο Αμβρόσιος Κασσάρας (1877-1900), ο οποίος το 1900 μετετέθη στη Μητρόπολη Λαρίσης.
[3]. Ως γνωστόν η κατοικία του Χουσνή μπέη όπου κατέλυσε ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ με την ακολουθία του, αγοράστηκε από τον ίδιο και αποτέλεσε τα ανάκτορα της Λάρισας, την οποία επισκεπτόταν κυρίως τον Σεπτέμβριο μήνα, όταν γίνονταν Πανελλήνιοι Ιππικοί Αγώνες κατά τη διάρκεια της εμποροπανήγυρης, καθώς και τα μεγάλα στρατιωτικά γυμνάσια. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Τίτλοι ιδιοκτησίας ανακτόρων Λαρίσσης. Εφ. “Ελευθερία”, φύλλο της 8ης Αυγούστου 2018.
[4]. Ο Ιωάννης Ρ. Παλαμήδης ήταν πρόξενος στο Ελληνικό Προξενείο της Λάρισας και ο Ιωάννης Δ. Τζιώτης υποπρόξενος στον Βόλο κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης Θεσσαλικής Επανάστασης του 1878, η οποία στάθηκε αφορμή για την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου και τελικά για την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου στην υπόλοιπη Ελλάδα.
[5]. Ο Διονύσιος Γαλάτης είναι ο μετέπειτα δήμαρχος της Λάρισας (1887-1891), ο οποίος είχε λάβει ενεργό μέρος στη Θεσσαλική Επανάσταση του 1878.
[6]. Ο ιδιοκτήτης της βασιλικής κατοικίας Χουσνή μπέης είχε αναχωρήσει μόνιμα για την Κωνσταντινούπολη πριν από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881 και επομένως η κατοικία του ήταν κενή. Είχε αφήσει απλώς ως πληρεξούσιο τον αδελφό του Χαηρή μπέη.

 

Από πού «κρατάει η σκούφια» των Θεσσαλών;

Το άρθρο περιγράφει τις πληθυσμιακές ομάδες που κατοίκησαν τη Θεσσαλία από τη Μέση Παλαιολιθική εποχή έως σήμερα. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στις προϊστορικές ταφές του Σπηλαίου της Θεόπετρας στα Τρίκαλα και τον αρχαιολογικό χώρο στο Σέσκλο Μαγνησίας, όπου αναπτύχθηκε ένας από τους αρχαιότερους και σπουδαιότερους Νεολιθικούς οικισμούς της Ευρώπης.

Παράλληλα στο άρθρο δίνονται στοιχεία για τη γενετική κληρονομιά των Θεσσαλών/Ελλήνων ξεκινώντας από την καταγραφή της γενετικής σύστασης τους και τη σύγκρισή τους με άλλους λαούς.

Τα γενετικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η πληθυσμιακή ιστορία των Ελλήνων /Θεσσαλών έχει χαρακτηριστικά σημαντικής γενετικής συνέχειας. Τα πολυπληθή δηλ. γενετικά στοιχεία δείχνουν κατηγορηματικά ότι οι πληθυσμοί που διαβιούν στον ελλαδικό χώρο, τουλάχιστον από την Εποχή του Χαλκού, έχουν φυσική συνέχεια και οι σημερινοί Έλληνες προέρχονται από αυτούς.

Γράφει ο Κώστας Τριανταφυλλίδης
Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής και Γενετικής του Ανθρώπου
Τμήμα Βιολογίας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

1) Ο εποικισμός του Ελλαδικού/Θεσσαλικού γεωγραφικού χώρου από τον ανατομικά σύγχρονο άνθρωπο κατά την Παλαιολιθική εποχή

 

Ο ανατομικά σύγχρονος άνθρωπος (Homo sapiens) πρωτοεμφανίστηκε στην Αφρική πριν  320.000  χρόνια. Αργότερα, μικρές πληθυσμιακές ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών Homo sapiens άφησαν την Αφρική  και εξαπλώθηκαν στη σημερινή Υεμένη και στη συνέχεια στην Ευρώπη. Έφτασαν στην Ελλάδα πριν τουλάχιστον 210.000 χρόνια.   Αυτό υποστηρίζεται2  από κρανίο που βρέθηκε στο σπήλαιο Απήδημα-1 στην Μάνη, το οποίο αντιπροσωπεύει το αρχαιότερο δείγμα  σύγχρονου ανθρώπου στην Ευρώπη.

Κατά τη Μέση Παλαιολιθική εποχή διαπιστώνεται ανθρώπινη δραστηριότητα σχεδόν σε όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα του ελλαδικού χώρου.  Αξίζει να αναφερθεί ότι το προϊστορικό σπήλαιο της Θεόπετρας, κοντά στην Καλαμπάκα, έχει δώσει πολύ παλιά ίχνη ανθρώπινης ζωής στην Ελλάδα (είδος H. neanderthalensis ή H. sapiens). Στο σπήλαιο εντοπίστηκαν αποτυπώματα πελμάτων παιδιών, η ηλικία των οποίων αγγίζει τα 49.000 χρόνια. Στην είσοδο του σπηλαίου  υπήρχε πέτρινο τείχος που περιόριζε4 το άνοιγμα της σπηλιάς κατά τα 2/3. Η ηλικία του πέτρινου τείχους είναι 23.000 χρόνια, μια ηλικία που συμπίπτει απόλυτα με την ψυχρότερη περίοδο του τελευταίου μέγιστου των παγετώνων. Αυτό υποδηλώνει ότι οι παλαιολιθικοί κάτοικοι, που ήταν κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες,  είχαν κατασκευάσει αυτό το τείχος στην είσοδό του προκειμένου να προστατευτούν από το δριμύ ψύχος της εποχής. Το σπήλαιο συνέχισε να κατοικείται, όπως δείχνουν τα πολύ σημαντικά ευρήματα στη Θεόπετρα σκελετών ανθρώπων που έζησαν πριν από 16.500 χρόνια, και κατά την Ύστερη Παλαιολιθική εποχή

Επίσης, στο σπήλαιο ανακαλύφθηκε4  η ταφή  γυναίκας ηλικίας 18-25 ετών που έζησε  πριν περίπου 9.000 χρόνια.  Η γυναίκα είχε ήπιες αλλοιώσεις από επεισόδια φλεγμονής, πιθανά αναιμίας, καθώς και κάποιο ενδοκρινολογικό ή και μεταβολικό νόσημα. Λόγω της άριστης κατάστασης του ευρήματος αποφασίστηκε να προχωρήσει και ήδη ολοκληρώθηκε η ανάπλαση του  αρχαίου προσώπου (ονομάστηκε Αυγή), από τον έμπειρο Καθηγητή  Ορθοδοντικής Μανώλη Παπαγρηγοράκη.

 2) Πληθυσμιακές μετακινήσεις  αγροτών κατά τη Νεολιθική εποχή

Νεολιθικές πληθυσμιακές ομάδες αγροτών από τις ακτές της Μικράς Ασίας χρησιμοποιώντας κωπήλατα πλοία πέρασαν στη Λέσβο ή τα Δωδεκάνησα και “πηδώντας” από νησί σε νησί του Αιγαίου ταξίδεψαν προς τις Κυκλάδες και τελικά έφθασαν στην Πελοπόννησο και στην Κεντρική Ελλάδα, τις οποίες επέλεξαν ως χώρο εγκατάστασής τους. Ως εκ τούτου,  η Θεσσαλία  είναι από τις πρώτες περιοχές της Ευρώπης όπου Μεσολιθικοί κάτοικοί  υιοθέτησαν τη γεωργία, την εκτροφή παραγωγικών ζώων και την τέχνη κατασκευής όμορφων κεραμικών. Αρχαιολογικά ευρήματα αυτής  της εποχής επιβεβαιώθηκαν σε πολλές οικιστικές θέσεις της Θεσσαλίας, όπως: Σουφλί Μαγούλα, Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου, Άργισσα, Τσαγγλί,  Σέσκλο και Διμήνι.

Ο οργανωμένος οικισμός του Σέσκλου αποτελεί έναν από τους αρχαιότερους (6.800 π.Χ.) και σπουδαιότερους Νεολιθικούς οικισμούς της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, κυρίως επειδή εδώ το Νεολιθικό τρίπτυχο (μόνιμη κατοικία, γεωργία και κτηνοτροφία) διαπιστώνεται καθαρά. Ο πολιτισμός του Σέσκλου έδωσε το όνομα του σε μια ολόκληρη φάση της Νεολιθικής εποχής στη Θεσσαλία. Γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του στην 5η  χιλιετία π.Χ. Στον οικισμό βρέθηκαν λεπίδες από οψιδιανό που προερχόταν από τη Μήλο, εργαλεία από οστά ζώων και πέτρες, πήλινα εδώλια και κυρίως πήλινα αγγεία μονόχρωμα ή διακοσμημένα με γραπτά σχέδια.

 3) Πιθανές διαδρομές μετακίνησης Νεολιθικών πληθυσμιακών ομάδων από τη Θεσσαλία στην υπόλοιπη Ευρώπη

 Η επιμειξία των Μεσολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών του ελλαδικού χώρου με τους νεοεισερχομένους Νεολιθικούς γεωργούς από τη Μικρά Ασία και η υιοθέτηση της Νεολιθικής τεχνολογίας από τους πρώτους συνοδεύτηκε, πέρα από τη δημιουργία μόνιμων οικισμών, και με μεγάλη αύξηση του πληθυσμού. Μάλιστα, ο Θεσσαλικός Νεολιθικός πολιτισμός και ιδιαίτερα ο πολιτισμός του Σέσκλου αποτελεί τον αρχικό πολιτισμό από τον οποίο προέκυψαν δύο βραχίονες της Νεολιθικής εξάπλωσης πληθυσμιακών ομάδων ανθρώπου από την Ελλάδα στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπως η Χερσαία διαδρομή από τη Βαλκανική προς την Κεντρική Ευρώπη και η Μεσογειακή διαδρομή προς την Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία.

Ειδικότερα, τα κύματα μετανάστευσης Νεολιθικών πληθυσμιακών ομάδων μέσω της Βαλκανικής διαδρομής πρέπει να είχαν ως αφετηρία μια περιοχή με μεγάλο πληθυσμιακό μέγεθος. Η Θεσσαλική πεδιάδα πιστεύεται πως ήταν η μοναδική περιοχή στη ΝΑ Ευρώπη, η οποία παρείχε μια αρκετά εξασφαλισμένη και πλούσια παραγωγή δημητριακών, αλλά και πλήθος άλλων προϊόντων για την ουσιαστική αύξηση του πληθυσμού που οδήγησε στην επόμενη μεταναστευτική κίνηση προς τη Βόρεια Βαλκανική. Εκτιμήθηκε πως οι αγρότες του Θεσσαλικού κάμπου χρειάστηκαν τουλάχιστον 1.000 χρόνια για να φτάσουν στο σημείο “πληθυσμιακού κορεσμού” ώστε να αρχίζουν να μεταναστεύουν προς τα Βόρεια Βαλκάνια. Τότε, Νεολιθικές πληθυσμιακές ομάδες  από τις πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας κινήθηκαν5  προς την Κεντρική Βαλκανική χερσόνησο καθώς και από εκεί, μέσω του διαδρόμου που σχηματίζουν οι κοιλάδες των ποταμών Αξιού-Δούναβη-Ρήνου  προς την Κεντρική Ευρώπη.

Από την άλλη, η  εξάπλωση φορέων της απλοομάδας G από τη Θεσσαλία στη Σικελία και στη ΝΔ Γαλλία   έχει συσχετιστεί με τη διάδοση του πολιτισμού της εμπίεστης κεραμικής  με κέλυφος θαλάσσιων οστράκων  από το 5.000 π.Χ. έως το 1.500 π.Χ. Επιπρόσθετα, η απλοομάδα αυτή ταυτοποιήθηκε σε αρχαϊκά ανθρώπινα λείψανα από την Κεντρική Ευρώπη (Γερμανία και Ουγγαρία) με πολιτισμό γραμμικής ταινιωτής αγγειοπλαστικής και στη Βόρεια Ιταλία στο λείψανο του Ötzi ή άνθρωπο των πάγων που βρέθηκε στις Άλπεις. Τα νέα στοιχεία της αρχαιογενετικής ισχυροποιούν την άποψη ότι Νεολιθικές πληθυσμιακές ομάδες, που ήταν φορείς αυτής της γενεαλογικής γραμμής, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση της γεωργίας από την Θεσσαλία στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Στη Θεσσαλία εντοπίζονται δεκάδες θέσεις της Μυκηναϊκής περιόδου. Σε αυτήν την περίοδο χρονολογείται η ίδρυση της Ιωλκού, που συνδέεται άμεσα με τον ξακουστό μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας. Αρχαιολογικά ευρήματα τεκμηριώνουν ότι η έδρα των βασιλιάδων της Ιωλκού δεν ήταν στα Παλαιά, αλλά μάλλον στο Διμήνι, που τότε ήταν παραθαλάσσιο.

4) Από  τα πρωτοχριστιανικά έως τα μεταβυζαντινά χρόνια

Η Θεσσαλία αποτέλεσε μέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας περίπου το 27 π.Χ.  Μετά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έγινε τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και δέχτηκε επιθέσεις από Σλαβικές πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι Βελεγεζίται τον 7ο  αιώνα. Οι Βελεγεζίτες, μάλλον αποτέλεσαν  ένα ξεχωριστό κύμα διείσδυσης προς Νότον. Μια ιδιαιτερότητα, η γλώσσα των Σλάβων που εγκαταστάθηκαν3 στη Θεσσαλία διαφέρει από εκείνη των  Σλαβικών ομάδων, οι οποίες, εγκαταστάθηκαν βορειότερα.  Ο ευνούχος και Πρωθυπουργός  Σταυράκιος υπέταξε σε εκστρατεία ολόκληρη την Θεσσαλία (782 – 783 μ.Χ.) με πολλούς Σλάβους αιχμαλώτους. Πολλοί Σλάβοι μετακινήθηκαν στην Ανατολία. Οι αυτοκράτορες κάλυψαν το πληθυσμιακό κενό που δημιουργήθηκε μεταφέροντας στην Ηπειρωτική Ελλάδα πολλούς Έλληνες από την Μικρά Ασία και την Σικελία. Τέλος, όσων παρέμειναν, η συλλογική τους συμπεριφορά απέναντι στη Βυζαντινή εξουσία δεν ήταν εχθρική με αποτέλεσμα τον  σταδιακό εξελληνισμό τους τους επόμενους αιώνες.

Η Οθωμανική   κυριαρχία άρχισε το 1444 σε όλη τη Θεσσαλία. Ο Ρήγας Φεραίος, μια σημαντική προσωπικότητα στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 γεννήθηκε στο Βελεστίνο. Πολλές περιοχές της Θεσσαλίας,  όπως το Πήλιο και ο Όλυμπος,  συμμετείχαν στην Ελληνική επανάσταση του 1821. Η Θεσσαλία ενώθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1881). Αξίζει να ειπωθεί ότι: οι Τούρκοι διαφέρουν5 στη γενετική τους σύσταση από τους ΄Ελληνες, ανεξάρτητα από το είδος των γενετικών δεικτών που χρησιμοποιήθηκε για τη σύγκρισή τους.

Η γενετική  σύσταση των Θεσσαλών  μελετήθηκε με ποικίλους γενετικούς δείκτες και τα σπουδαιότερα αποτελέσματα παρουσιάζονται αμέσως.

5) Γενετική σύσταση των κατοίκων της Θεσσαλίας

 5.1)   Η πρώτη συστηματική προσπάθεια να αναλυθεί η σύσταση του DNA των Ελλήνων έγινε με  εξέταση5 αρκετών αυτοσωματικών DNA μικροδορυφορικών δεικτών σε  9 πληθυσμιακά δείγματα (Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία, Θεσσαλία,  ΄Ηπειρο, Αττική, Αργολίδα, Χίο, Κρήτη και πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.   Με βάση τα γενετικά στοιχεία συγκροτήθηκε φυλογενετικό δένδρο. Από αυτό προκύπτει ότι τα πληθυσμιακά δείγματα από τη Βόρεια Ελλάδα (Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία, Θεσσαλία και ΄Ηπειρο) βρίσκονται κοντά το ένα στο άλλο, όπως και τα δείγματα από τη Νότια Ελλάδα (Αττική και Αργολίδα). Η σχετική γενετική ομοιογένεια που χαρακτηρίζει τον Ελληνικό πληθυσμό στο σύνολο ίσως εξηγείται από τις μικρές γεωγραφικές αποστάσεις των πληθυσμιακών δειγμάτων, αλλά και από τις μεταναστεύσεις των ατόμων σε όλη τη χώρα και στη Μικρά Ασία κατά τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους. Επιπρόσθετα, η στατιστική επεξεργασία των στοιχείων  δείχνει ότι ο Ελληνικός πληθυσμός είναι παμμεικτικός, δηλαδή οι γάμοι των αναπαραγωγικά ενεργών ατόμων γίνονται τυχαία.

5.2)  Για να διερευνηθεί η σχετική γενετική συνεισφορά των Μεσολιθικών κατοίκων και των Νεολιθικών εποίκων, καθώς και η προέλευση των δεύτερων αναλύθηκαν DNA δείκτες του χρωμοσώματος Υ από άνδρες κοινοτήτων της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας  που γειτνιάζουν με γνωστούς Νεολιθικούς οικισμούς. Τέτοιοι οικισμοί βρίσκονται στη Νέα Νικομήδεια πλησίον της Βέροιας, το Σέσκλο και Διμήνι στην περιοχή του Βόλου, το Βελεστίνο νοτιότερα της Λάρισας, το σπήλαιο Φράγχθι και τη Λέρνη στο νομό Αργολίδας και περιοχές της Κρήτης.

Με βάση την εκτίμηση της χρονολογίας εξάπλωσης απλοομάδων του χρωμοσώματος Υ από την Εγγύς Ανατολή στη Ελλάδα προέκυψε5 ότι: Ο αποικισμός της περιοχής του σπηλαίου Φράγχθι χρονολογείται στα 9.200 χρόνια πριν, οι  Νεολιθικοί αποικισμοί στη Θεσσαλία και στην Κρήτη χρονολογούνται στα 9.000 χρόνια πριν, ενώ οι Νεολιθικοί αποικισμοί στη Νέα Νικομήδεια χρονολογούνται στα 8.600 χρόνια πριν.

Είναι πολύ σημαντικό ότι η ανάλυση του  DNA σε πληθυσμιακά δείγματα από την Ευρασία, την Αίγυπτο, το Ομάν και τους Βεδουίνους από τη Νεγκέβ έδειξαν ότι τα πληθυσμιακά δείγματα από την Αφρική εντάσσονταν γενετικά σε απομονωμένη πληθυσμιακή ομάδα, εντελώς διακριτή από τα πληθυσμιακά δείγματα από τη  Θεσσαλία και την Κρήτη.

6)   Από πού “κρατάει η σκούφια” των Θεσσαλών/Ελλήνων

Από  τα  γενετικά στοιχεία5 προκύπτει ότι η γενετική κληρονομιά των Ελλήνων δημιουργήθηκε από τέσσερα ανεξάρτητα μεταναστευτικά πληθυσμιακά κύματα που αντιστοιχούν: α)  Στον πρώιμο αποικισμό  από  κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες Homo sapiens  που ξεκίνησαν από την Αφρική και μέσω της Εγγύς Ανατολής έφθασαν στην Ελλάδα τη Μέση Παλαιολιθική εποχή. β) Στις μετακινήσεις  πληθυσμιακών ομάδων  την τελευταία περίοδο των παγετώνων (23.000 έως 17.000 π.Χ.) από τη Βόρεια/Κεντρική Ευρώπη προς το θερμό Βαλκανικό καταφύγιο και τη μετέπειτα μεταπαγετωνική επιστροφή πληθυσμιακών ομάδων από το Βαλκανικό καταφύγιο προς τις “έρημες” από ανθρώπους περιοχές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. γ) Την άφιξη από την Μικρά Ασία στην Ελλάδα γεωργών πριν από 10.000 χρόνια, και δ) τις μεταναστεύσεις  κυρίως από τον Ελλαδικό/Θεσσαλικό γεωγραφικό χώρο προς την υπόλοιπη  Ευρώπη, αλλά και αντιστρόφως,  μετά την εποχή του Χαλκού.  Οπότε, η γενετική σύσταση5 των σημερινών κατοίκων της Ελλάδας φαίνεται ότι σε μεγάλο ποσοστό είχε διαμορφωθεί ήδη σε εκείνη τη μακρινή προϊστορική εποχή της Εποχής του Χαλκού και συνεπώς οι απόγονοι αυτών των πληθυσμιακών ομάδων που ζούσαν στον ελλαδικό χώρο πριν από το 2.000 π.Χ. θα είναι οι πληθυσμοί που θα χαρακτηριστούν ΄Ελληνες  στο τέλος της Εποχής του Χαλκού.

Ιδιαίτερη μνεία θα γίνει στον Μυκηναϊκό πολιτισμό, μια και εντοπίστηκαν πολλές Μυκηναϊκές θέσεις στη Θεσσαλία.

Αρχαιογενετικές μελέτες τεκμηριώνουν ότι: α) Οι σύγχρονοι Έλληνες είναι γενετικά παρόμοιοι, σε μεγάλο βαθμό με τους αρχαίους Μυκηναίους. β)  Οι σημερινοί Έλληνες μοιράζονται1 το 90% της καταγωγής τους με τους πληθυσμούς που ζούσαν στο Βόρειο Αιγαίο κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού (2.000 π.Χ.).

Συνεπώς: Τα γενετικά ευρήματα αντανακλούν τα ιστορικά γεγονότα του ελλαδικού χώρου» και ότι «η εικόνα της γενετικής συνέχειας των Ελλήνων είναι ξεκάθαρη, όπως ξεκάθαρο επίσης είναι το γεγονός ότι διά μέσου των αιώνων οι Έλληνες εξελίχθηκαν δεχόμενοι γενετικές επιδράσεις από άλλους πληθυσμούς, αλλά ποτέ δεν έσβησε η γενετική κληρονομιά των πληθυσμών του Αιγαίου, πριν και μετά την εποχή των  πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού».

Πηγή: magnesianews.gr

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

 

Η περιπέτεια του Ηρώου στο Αλκαζάρ

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...


Μέλη εργατικών σωματείων της Λάρισας με τις σημαίες τους καταθέτουν  στεφάνι στο παλιό κολοβωμένο Ηρώο του Αλκαζάρ. Μεταπολεμική φωτογραφία της περιόδου 1955-57, από το αρχείο του Αντώνη Γαλερίδη. Μέλη εργατικών σωματείων της Λάρισας με τις σημαίες τους καταθέτουν στεφάνι στο παλιό κολοβωμένο Ηρώο του Αλκαζάρ. Μεταπολεμική φωτογραφία της περιόδου 1955-57, από το αρχείο του Αντώνη Γαλερίδη.

Αφήνοντας πίσω μας τη μεγάλη γέφυρα του Πηνειού και αφού κατεβούμε τα σκαλοπάτια τα οποία οδηγούν στον κεντρικό δρόμο του Άλσους των Νυμφών (Αλκαζάρ) [1], αμέσως δεξιά μας και σε μικρή απόσταση από τον δρόμο διακρίνουμε σήμερα το παλιό Ηρώο της Λάρισας. Πρόκειται για μια αναθηματική στήλη αφιερωμένη στη μνήμη των πεσόντων στις μάχες του «ατυχούς» ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το μνημείο αυτό αποτελούσε για μεγάλο διάστημα το επίσημο Ηρώο της πόλης μας μέχρι το 1962 που στήθηκε το σημερινό Ηρώο του γλύπτη Λάζαρου Λαμέρα στον χώρο του Λόφου της Ακρόπολης. Σήμερα το πρώτο παραμένει στη θέση του, αλλά έχει ξεχασθεί.


Στο σημερινό κείμενο θα αναφερθούμε σε μια περιπέτεια που είχε το 1939 το μνημείο αυτό από φυσικά αίτια. Για την ιστορία όμως θα αναφερθούμε με λίγα λόγια στη διαδικασία κατασκευής του, αν και το περιγράψαμε εκτενώς παλαιότερα [2].
Οι επιπτώσεις του άδοξου πολέμου του 1897 είχαν αφήσει βαριές τραυματικές εμπειρίες στον ελληνικό λαό και ιδιαίτερα στο σώμα των αξιωματικών του Στρατού. Γι’ αυτό από τις αρχές ακόμη του 20ού αιώνα είχε αναληφθεί προσπάθεια από το Υπουργείο Στρατιωτικών να στηθεί μνημείο για να τιμηθούν οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Ως τόπος ανέγερσής του επιλέχθηκε η Λάρισα, η οποία υπήρξε το κέντρο των αρχικών πολεμικών επιχειρήσεων. Κατά τον σχετικό διαγωνισμό που έγινε το 1907, εγκρίθηκε το σχέδιο του ταγματάρχη Σπυρ. Κλαυδιανού [3]. Έπειτα από δεκαέξι μήνες το «άγαλμα του τύμβου» κατέφθασε στη Λάρισα, όπως αναφέρει ο τοπικός Τύπος [4].Το μνημείο αποτελείται από μια μαρμάρινη στήλη με δύο ανάγλυφα στην πρόσθια όψη. Το σπουδαιότερο ανάγλυφο βρίσκεται στη βάση της στήλης και αναπαριστάνει πολεμικά όπλα, σημαίες και διάφορα άλλα στρατιωτικά σύμβολα. Στο επάνω τμήμα της στήλης και κάτω από ανάγλυφο σταυρό υπάρχει μεγαλογράμματη επιγραφή, η οποία αναφέρει τα εξής: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΩΝ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΠΛΙΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ ΤΟΥ 1897 ΑΦΙΕΡΟΥΣΙΝ ΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ». Η στήλη επιστέφεται από περικεφαλαία αρχαϊκή, η οποία στη φωτογραφία είναι στεφανωμένη με κλαδιά δάφνης. Στο κάτω μέρος της αναθηματικής στήλης ο γλύπτης σμίλεψε το όνομά του: Γ. ΞΕΝΑΚΗΣ ΕΠΟΙΕΙ [5]. Η αναθηματική στήλη είναι τοποθετημένη σε υπερυψωμένο τετράγωνο βάθρο, στις τέσσερις γωνίες του οποίου υπάρχουν μαρμάρινα κολονάκια τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με χαμηλό μεταλλικό κιγκλίδωμα σε όμορφο σύμπλεγμα.
Το 1939 το μνημείο αυτό, όπως αναφέρθηκε, είχε μια καταστρεπτική περιπέτεια. Η δραματική περιγραφή της εντοπίσθηκε στην εφημερίδα «Κήρυξ» (πρόδρομο του μεταπολεμικού «Ημερήσιου Κήρυκα»), στο φύλλο της 29ης Μαρτίου 1939 και έχει ως εξής:
«Τας απογευματινάς ώρας χθες [28 Μαρτίου 1939] εξέσπασε εν τη πόλει μας και το ύπαιθρον, πρωτοφανούς εντάσεως θύελλα μετά βροχής, διαρκέσασα επ’ αρκετά λεπτά. Συνεπεία της θυέλλης ανηρπάγησαν προστεγάσματα καταστημάτων, εξεριζώθησαν δένδρα και προξενήθησαν και άλλαι ζημίαι. Επίσης παρεσύρθη το περίπτερον όπερ ήτο τοποθετημένον εις την πλατείαν Β’ Σ. Σ. και απέναντι της Λαϊκής Τραπέζης.
Ζημίαι μεγάλαι όμως προξενήθησαν εις το Αλκαζάρ, όπου κατεστράφη σχεδόν το Ηρώον των πεσόντων υπό ενός μεγάλου πεύκου, το οποίον εξεριζώθη υπό της θυέλλης. Συγκεκριμένως κατά την ώραν της θυέλλης εξεριζώθη το μεγάλο πεύκον το οποίον ευρίσκετο προ του ηρώου και αριστερά της προς το μνημείον εισόδου του άλσους. Οι δύο μεγάλοι κλώνοι επέπεσαν επί του Ηρώου, του οποίου κατεστράφη τελείως η κεφαλή. Εκ της πτώσεως απεσπάσθη και ο κορμός του Ηρώου, ο οποίος και εστηρίχθη εις τον ένα κλώνον του πεύκου. Εις το άλσος απεστάλη αμέσως συνεργείον του Δήμου, όπερ και εστήριξε τον κορμόν του μνημείου και περισυνέλεξε τα τεμάχια της κεφαλής. Σήμερον το πεύκον θα τεμαχισθή και θα αφαιρεθή εκ του τόπου της καταστροφής. Το πεύκον κατά την πτώσιν του παρέσυρε και τινα άλλα μικρά δένδρα, άτινα και εξεριζώθησαν. Το Ηρώον εστήθη διά χρημάτων του Δήμου και μεγάλης δωρεάς του τότε βουλευτού αειμνήστου Θ. Λιμπρίτη».
Η φωτογραφία, η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο, απεικονίζει τη στήλη του παλιού Ηρώου χωρίς την καταστραφείσα από τη θεομηνία μαρμάρινη αρχαϊκή περικεφαλαία, η οποία λίγο αργότερα αποκαταστάθηκε.
Η σημερινή κατάσταση του μνημείου δεν είναι καλή. Φέρει εμφανέστατα σημεία φθοράς από τον χρόνο. Επιπλέον από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το νέο Ηρώο στον Λόφο φαίνεται καθαρά η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη συντήρησή του. Η χωροταξική αλλαγή που έγινε, το απομόνωσε αντί να το αναδείξει, φυτά κάλυψαν εντελώς το περίτεχνο μεταλλικό κιγκλίδωμα και το χειρότερο, σε απόσταση ολίγων μέτρων κάποιοι ανιστόρητοι βρήκαν την ευκαιρία να κατασκευάσουν δημόσια ουρητήρια.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
————————————————
[1]. Θα κάνω μια ρηξικέλευθη πρόταση, η οποία εν γνώσει μου μπορεί να δημιουργήσει αντιδράσεις εκ μέρους κατοίκων της πόλης μας. Να σταματήσουμε τη χρήση του ονόματος Αλκαζάρ για τη συγκεκριμένη περιοχή, παρ’ όλη τη μακροχρόνια και ιστορική χρήση του (γήπεδο Αλκαζάρ, ψυχαγωγικό κέντρο Αλκαζάρ, κ.λπ.) και να χρησιμοποιούμε, τουλάχιστον στις επίσημες στιγμές την εύηχη ονομασία που της δόθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1881, Άλσος των Νυμφών.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το παλιό Ηρώο στο Αλκαζάρ. εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 31ης Ιανουαρίου 2016.
[3]. «Μετά χαράς επληροφορήθημεν ότι το Υπουργείον των Στρατιωτικών ενέκρινε το προ καιρού υπό του ταγματάρχου του μηχανικού κ. Σπυρ. Κλαυδιανού υποβληθέν εις αυτό σχεδιάγραμμα περί ανεγέρσεως μεγαλοπρεπούς μνημείου εις το Αλκαζάρ υπέρ των κατά το 1897 πεσόντων. Τα πρώτα υλικά εκομίσθησαν ήδη ενταύθα και ήρχισαν και αι προκαταρκτικαί τούτου εργασίαι», εφ. «Μικρά», Λάρισα, φύλλο της 15ης Δεκεμβρίου 1907. Από το αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ.
[4]. «Την ερχομένην εβδομάδα φθάνει εξ Αθηνών το άγαλμα του τύμβου, το οποίον παρά την γέφυραν ανεγείρουσιν οι κ. κ. Αξιωματικοί μας εις μνήμην των κατά το 1897 πεσόντων. Είναι έργον του γλύπτου Ξενάκη, επισήμως δε, θα γίνωσι τα αποκαλυπτήριά του». εφ. «Μικρά», Λάρισα, φύλλο της 16ης Απριλίου 1909.
[5]. Ο γλύπτης Γεώργιος Ξενάκης (1865-1911) γεννήθηκε στην Αθήνα και υπήρξε μαθητής του γλύπτη Λεωνίδα Δρόση, ο οποίος φιλοτέχνησε τα γλυπτά της Ακαδημίας Αθηνών. Μετά τις σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών δούλεψε μέχρι τον θάνατό του σε δικό του εργαστήριο. Βλέπε: Συραγώ Τσιάρα, Η δημόσια γλυπτική στη Λάρισα και τον Βόλο. Από τον νεοκλασικισμό στον ακαδημαϊκό ρεαλισμό, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης στη Λάρισα (11 Οκτωβρίου 2003) με θέμα «Ο Νεοκλασικισμός στη Θεσσαλία, μέσα 19ου αιώνα – 1920», Λάρισα (2005) σελ. 157, και Βασιλική Πανάγου. Τα Ηρώα της πόλης. εφ. Larissanet, φύλλο της 29ης Μαΐου 2021

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022

 

Ο εμπρησμός του Δικαστικού Μεγάρου


Το παλιό οθωμανικό Διοικητήριο, το οποίο λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση του 1881 στέγασε τα Δικαστήρια και ονομάσθηκε «Θέμιδος Μέλαθρον». Χαρακτική απεικόνιση.Το παλιό οθωμανικό Διοικητήριο, το οποίο λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση του 1881 στέγασε τα Δικαστήρια και ονομάσθηκε «Θέμιδος Μέλαθρον». Χαρακτική απεικόνιση.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Έπειτα από επώδυνες συμφορές ή μαζικές καταστροφές, η πορεία των γεγονότων μπορεί να οδηγήσει πολλές φορές σε καταστάσεις απροσδόκητες και μη αναμενόμενες. Για τη Λάρισα παράδειγμα ιστορικό αποτελεί ο τρόπος δημιουργίας της αχανούς Κεντρικής πλατείας.
Έχουμε γράψει και άλλοτε την ιστορία του τουρκικού Διοικητηρίου της πόλης μας, το οποίο είχε κτισθεί το 1874 με εντολή του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ. Η κτητορική οθωμανική επιγραφή που είχε τοποθετηθεί από τους κατασκευαστές στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου κατέληγε: «...με τας ευχάς εις τον Θεόν όπως διαφυλάττη τούτο από παντός κακού...». Όμως οι ευχές στον προφήτη τους που εκφράζονταν στην επιγραφή φαίνεται ότι δεν εισακούστηκαν, γιατί η διάρκειά του υπήρξε πολύ σύντομη, μόλις τριάντα ένα χρόνια.


Το λαμπρό αυτό κτίριο ήταν κτισμένο στη βορειοδυτική γωνία της σημερινής Κεντρικής πλατείας, ακριβώς απέναντι από το ξενοδοχείο «Το Στέμμα» και το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Προορισμός ήταν να στεγάσει τις τουρκικές διοικητικές υπηρεσίες της Γενί Σεχίρ. Η κύρια όψη, νεοκλασικού ρυθμού, έβλεπε ανατολικά. Την περίοδο της κατασκευής του δεν υπήρχε η σημερινή πλατεία, γιατί τον υπόλοιπο χώρο τον καταλάμβαναν διάφορα κτίσματα που ανήκαν σε Οθωμανούς μεγαλοκτηματίες (μπέηδες). Για να αντιληφθεί κανείς τι επικρατούσε χωροταξικά στη σημερινή Κεντρική πλατεία την περίοδο εκείνη, αρκεί να αναλογισθεί ότι όταν άρχισε το 1873 επί Τουρκοκρατίας από τη χριστιανική Κοινότητα της Λάρισας η κατασκευή του Γυμνασίου, στο οποίο μετά την απελευθέρωση στεγάσθηκε το Διδασκαλείο, η κύρια είσοδός του ήταν από τη σημερινή οδό Παπακυριαζή [1].
Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Λάρισας, στους δύο ορόφους του κτιρίου αυτού στεγάστηκαν οι δικαστικές υπηρεσίες της πόλης, ενώ στο υπόγειο οι υπηρεσίες του Δημόσιου Ταμείου. Όμως στις 14 Ιανουαρίου 1905 μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε εντελώς όλους τους χώρους και παρέμεινε για τρία περίπου χρόνια μόνον το κέλυφος (ο πέτρινος σκελετός του), ένα σιωπηλό ερείπιο στο κέντρο της ραγδαία αναπτυσσόμενης Λάρισας.
Η πυρκαγιά αυτή είχε συγκλονίσει την εποχή εκείνη την πόλη για τη σφοδρότητα, την ταχύτητα της εξάπλωσης και τον αφανισμό όχι μόνον του εξοπλισμού του κτιρίου, αλλά και των αρχείων που περιείχε. Στις παλιές εφημερίδες διαβάζουμε συγκλονιστικές περιγραφές ανθρώπων που την έζησαν. Τα μισοκαμένα χαρτιά αιωρούνταν ψηλά από τη δίνη που προκαλούσαν οι φλόγες και με τον άνεμο ταξίδευαν και μάλιστα λένε ότι έφθασαν μέχρι το ποτάμι. Και ενώ οι φλόγες δεν είχαν καλά-καλά σβήσει πολλοί κάτοικοι, κυρίως παιδιά, ανασκάλευαν τα ερείπια του υπογείου για να μαζέψουν τα μαυρισμένα από τη φωτιά νικέλινα κέρματα που βρίσκονταν στο Δημόσιο Ταμείο, πολλά από τα οποία μάλιστα είχαν παραμορφωθεί.
Όταν κόπασε η συγκίνηση από την καταστροφή του κτιρίου που στόλιζε την πόλη, άρχισαν οι έρευνες για να εντοπισθεί η αιτία της πυρκαγιάς και να ανευρεθούν οι δράστες. Οι ανακρίσεις όμως δεν οδήγησαν πουθενά, γι’ αυτό και ο ιστορικός της Λάρισας Επαμεινώνδας Φαρμακίδης χαρακτήρισε την πυρκαγιά αυτή σαν ένα «ανεξιχνίαστον έγκλημα» [2]. Όσο ο χρόνος περνούσε και η αιτία της πυρκαγιάς έμενε απροσδιόριστη, στην πόλη κυκλοφορούσαν διάφορα σενάρια που η αξιοπιστία τους κυμαίνονταν ανάλογα με τη φαντασία του δημιουργού του.
—Η πιο διαδεδομένη αιτία ήταν ο εμπρησμός. Πολλοί πίστευαν ότι το κτίριο των Δικαστηρίων έγινε παρανάλωμα του πυρός από ανθρώπους που είχαν συμφέρον να εκλείψουν πειστήρια, τα οποία θα απέβαιναν εις βάρος τους αν έφθανε η υπόθεσή τους στο ακροατήριο. Στην κοινωνία της πόλης όλη εκείνη την περίοδο είχε εδραιωθεί η άποψη ότι κάποιος υπόδικος από τα Τρίκαλα ή κατ’ άλλους από τα Φάρσαλα, πυρπόλησε το ευάλωτο, έτσι κι’ αλλιώς, κτίριο για να εξαφανίσει τα στοιχεία της αναμφισβήτητης καταδίκης του. Όμως οι ανακρίσεις που έγιναν προς όλες τις κατευθύνσεις δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι η πυρκαγιά του ήταν πράξη εμπρησμού.
—Άλλη αιτία ήταν η αμέλεια. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή κάποιος απρόσεκτος επισκέπτης ή υπάλληλος των Δικαστηρίων άφησε αργά το βράδυ αναμμένο τσιγάρο κοντά σε εύφλεκτα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να προκληθεί εν αγνοία του η πυρκαγιά που κατέστρεψε το κτήριο. Αν σκεφθεί κανείς ότι την εποχή εκείνη τα μέσα πυρόσβεσης ήταν ανύπαρκτα και η κατασκευή των εσωτερικών χώρων και της οροφής του κτιρίου ήταν από ξύλα, δικαιολογείται η ταχύτατη εξάπλωσή της.
-Υπήρχε επίσης και μία άλλη, πολύ «προχωρημένη» φήμη ότι τη φωτιά έβαλαν κάποιοι νεαροί φιλοπρόοδοι Λαρισαίοι για να ελευθερώσουν τον χώρο από το τουρκικό κτίριο και να προσφέρουν στην πόλη μια μεγάλη έκταση που να χρησιμεύσει για πλατεία [3]. Ήδη η Δημοτική Αρχή μετά την απελευθέρωση και με τη βοήθεια του ελληνικού δημοσίου, είχε πετύχει να εξαγοράσει όσα τουρκικά κτίσματα βρίσκονταν στον υπόλοιπο χώρο κοντά στα Δικαστήρια. Αυτά σταδιακά κατεδαφίστηκαν και η κεντρική αυτή περιοχή ανέπνευσε. Όμως και η φήμη αυτή δεν επιβεβαιώθηκε από τις μακροχρόνιες ανακρίσεις.
Τρία χρόνια αργότερα, το 1908 οι αποτεφρωμένοι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου ισοπεδώθηκαν και ένας μεγάλος χώρος ελευθερώθηκε και αποδόθηκε στον Δήμο για να διευρύνει την πλατεία και να επιτρέψει την εφαρμογή του Σχεδίου Πόλεως, το οποίο είχε συνταχθεί από το 1884. Με τον καιρό γύρω απ’ αυτήν, που ονομάσθηκε Πλατεία Θέμιδος γιατί βρισκόταν απέναντι από τα παλιά Δικαστήρια, άρχισαν να κτίζονται μεγάλα και αισθητικά όμορφα κτίσματα, τα οποία στόλισαν το κέντρο της πόλης μέχρι το φοβερό για τη Λάρισα έτος 1941.
Το αρχιτεκτονικό σχέδιο, το οποίο συνοδεύει το σημερινό κείμενο απεικονίζει την πρόσοψη του Δικαστικού Μεγάρου, η οποία έβλεπε προς την ανατολή. Ήταν εξ ολοκλήρου οικοδομημένο από πέτρα. Το εσωτερικό αποτελούνταν από πολλά και ισομεγέθη δωμάτια, κατανεμημένα και από τις δύο πλευρές κατά σειρά στους μακρόστενους διαδρόμους. Το επιβλητικό αυτό κτίριο το περιέγραψαν με θαυμασμό όλοι σχεδόν οι επισκέπτες της Λάρισας, Έλληνες και ξένοι [4].
Συμπέρασμα. Η απώλεια ενός λαμπρού μεγάρου στάθηκε αφορμή να δημιουργηθεί η πανελληνίως γνωστή μεγάλη πλατεία της Λάρισας. Τελικά μήπως ο εμπρησμός ήταν έργο φιλοπρόοδων νεαρών της Λάρισας με όραμα;

————————————-
[1]. Καλογιάννης Βάσος, Τα Δικαστήρια της Λαρίσης και η μακρά ιστορία τους. Από το «Σεράγι» της Τουρκοκρατίας στο σύγχρονο «Θέμιδος Μέλαθρον», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 30ής Ιουνίου 1972.
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 21.
[3]. Περραιβός Κώστας, Περιπέτειες της Θέμιδος στην πόλη μας, εφ. Λάρισα, φύλλο της 26ης Ιουνίου 1972.
[4]. Αναφέρουμε μερικούς όπως ο Βολιώτης γιατρός Νικόλαος Γεωργιάδης (1880), ο στρατιωτικός Ι. Κοκκίδης (1880), ο Σπυρίδων Παγανέλης, (1881), ο Γερμανός Bernard Ornstein (1881), ο Μιχ. Γρηγορόπουλος (1882), ο μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1892) και πολλοί άλλοι.

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022

 

Η περιοχή της πλατείας «Σιάουλο»


Η οδός Βόλου (23ης Οκτωβρίου) και στο βάθος η περιοχή Σιάουλο, όπως φαινόταν από τον μιναρέ του Μπουρμαλί τζαμί. Φωτογραφία του 1933.Η οδός Βόλου (23ης Οκτωβρίου) και στο βάθος η περιοχή Σιάουλο, όπως φαινόταν από τον μιναρέ του Μπουρμαλί τζαμί. Φωτογραφία του 1933.

ΤΟΥ ΝΙΚ. ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

Διαβάσαμε αυτές τις ημέρες ότι η δημοτική αρχή θα αρχίσει να εκτελεί έργα στον ανοικτό χώρο ο οποίος δημιουργείται από τη συμβολή των οδών Κύπρου - 28ης Οκτωβρίου - 23ης Οκτωβρίου - Ογλ και Νικηταρά και στους δρόμους που την περιβάλλουν. Σήμερα

ο χώρος αυτός αποτελεί έναν οδικό κόμβο, δίνει την εικόνα μικρής πλατείας, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια ονομασία που να την προσδιορίζει. Οι παλαιότεροι τη θυμούνται σαν πλατεία Σιάουλο και έχουμε αναφερθεί ήδη προ καιρού σ’ αυτή. Με την ευκαιρία όμως των νέων έργων στην περιοχή κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε εν συντομία στην ιστορία της.
Η πλατεία Σιάουλο ήταν από τα χρόνια της τουρκοκρατίας ένας κεντρικός χώρος της Λάρισας. Μεταπολεμικά η ονομασία της αυτή ατόνησε και σήμερα πλέον είναι ανώνυμη. Αμφιβάλλω αν υπάρχουν Λαρισαίοι οι οποίοι να γνωρίζουν πού βρίσκεται. Μάταια θα ψάξουν να την ανακαλύψουν στον χάρτη της Λάρισας. Εν τούτοις είναι κεντρικότατη. Βρίσκεται στην αρχή της οδού Κύπρου, στο σημείο όπου συμβάλλουν οι αναφερθέντες πέντε δρόμοι: Όγλ, Νικηταρά, 23ης Οκτωβρίου, 28ης Οκτωβρίου και Κύπρου. Στην πραγματικότητα δεν έχει το εύρος μεγάλης πλατείας, αλλά πρόκειται για μια συνάντηση πέντε πολυσύχναστων δρόμων, χωρίς θέσεις πρασίνου και χώρους αναψυχής, όπως οι άλλες πλατείες της πόλης. Γι’ αυτό και δεν έχει μέχρι σήμερα ονοματοθετηθεί.
Όμως ποιος και πότε βάπτισε την πλατεία αυτή με το παράξενο όνομα «Σιάουλο» και πώς προήλθε η ονομασία της; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχει τουρκική προέλευση, αλλά οι ερμηνείες της είναι διαφορετικές. Στις ιστορικές πηγές τη συναντάμε με διάφορες παραλλαγές της ίδιας ρίζας (Σιάουλο, Σιάουλου, Σιάουγλου, Σιάχογλου, Σάουλου). Στη συνέχεια θα αναφερθούν μερικές εκδοχές προέλευσης της ονομασίας της, όπως τις διέσωσε κυρίως η προφορική παράδοση.
— Λέγεται ότι στα χρόνια της τουρκοκρατίας κάποιος Εβραίος ονόματι Σαούλ διατηρούσε στο σημείο αυτό ένα παπλωματάδικο και από την παραφθορά του ονόματος προήλθε η λέξη Σιάουλο. Η εκδοχή αυτή δεν φαίνεται πειστική, γιατί όπως αναφέρθηκε, η λέξη πιστεύεται ότι είναι τουρκικής προέλευσης.
— Η πλατεία πήρε το όνομα από ένα παντοπωλείο, ο ιδιοκτήτης του οποίου ονόματι Πράττος είχε γίνει γνωστός με το όνομα Σιάουλος, επειδή βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και 28ης Οκτωβρίου. Ο κόσμος σιγά-σιγά είχε αγνοήσει το όνομα του παντοπώλη και το κατάστημά του το ταύτισε με την τοποθεσία Σιάουλο που είχε η περιοχή[1]. Όμως και αυτή η εκδοχή δεν στέκει, γιατί εδώ η ονομασία Σιάουλο προϋπήρχε του παντοπωλείου. Μάλιστα αργότερα (1932-33) το παντοπωλείο Νικ. Πράττου το βρίσκουμε στη γωνία της οδού Πανός με την Κύπρου[2].
—Ο Κώστας Περραιβός[3], αναφέρει ότι το Σιάουλο είναι παραφθορά σύνθετης λέξης, η οποία προέρχεται από το Σαχ και Ογλού. Το Σαχ είναι αραβικής προέλευσης και σημαίνει βασιλιάς και το ογλού σημαίνει παιδί. Οι Τούρκοι τον Σουλτάνο τους τον αποκαλούσαν Πατισάχ, δηλαδή υπερβασιλέα, αυτοκράτορα. Επομένως δεν αποκλείεται στην περιοχή αυτή κάποια περίοδο να κατοίκησε ένα από τα πολλά βασιλόπαιδα που αποκτούσαν οι Σουλτάνοι με τις παλλακίδες τους. Είναι γνωστό ότι οι παλιοί Τούρκοι είχαν το δικαίωμα να διατηρούν χαρέμι με πολλές γυναίκες. Ο Σουλτάνος απ’ όλες ξεχώριζε μία ως επίσημη βασίλισσα, τη Βαλιντέ χανούμ. Ο γιος τους ανακηρυσσόταν διάδοχός του. Όλα τα άλλα παιδιά που γεννιούνταν με τις άλλες γυναίκες του βασιλικού χαρεμιού είχαν τον τίτλο των πριγκίπων και αποκαλούνταν Σαχ-Ογλού. Τα παιδιά αυτά όταν μεγάλωναν έπαιρναν διάφορα αξιώματα (στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές, στρατηγοί και ανώτεροι θρησκευτικοί λειτουργοί του Κορανίου). Ίσως λοιπόν κάποιος τέτοιος να ήλθε στη Λάρισα, άγνωστο πότε, να έμεινε εκεί γύρω στην πλατεία. Οι Τούρκοι όταν αναφέρονταν σ’ αυτή την έλεγαν Σαχ-Ογλού, ενώ οι Έλληνες κατά παραφθορά «Σιάουλο».
— Η επικρατέστερη όμως εξήγηση του όρου «Σιάουλο» ανήκει στον Θεόδωρο Παλιούγκα, ιστορικό ερευνητή της περιόδου της τουρκοκρατίας στη Λάρισα, ο οποίος δέχεται μεν την προηγηθείσα εκδοχή, η οποία όμως στηρίζεται στην παρουσία του «Τζαμί Sahoglou» (Τέμενος του γιου του βασιλιά) που υπήρχε επί τουρκοκρατίας κοντά στην ανατολική πλευρά της πλατείας Ανακτόρων (Πλατεία Νέας Αγοράς)[4].
Εν συνεχεία θα περιγράψουμε, όσο αυτό είναι δυνατό, τα κτίρια της γύρω περιοχής της πλατείας Σιάουλο. Στη γωνία των σημερινών οδών Νικηταρά και 23ης Οκτωβρίου βρισκόταν από την περίοδο της τουρκοκρατίας ένα τούρκικο «σαράι» ιδιοκτησίας του πασίγνωστου στους παλιούς Λαρισαίους Μεχμέτ Εφέντη Χατζημέτο[5]. Ο τελευταίος ήταν ένας από τους πλουσιότερους μπέηδες της πόλης μας. Έμεινε στη Λάρισα μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Στα 1951 επισκέφθηκε την πόλη μας ο γιος του, Ομέρ Χατζημέτο, και μαζί με τον τότε δήμαρχο Δημήτριο Καραθάνο με τον οποίο είχαν συνυπάρξει παιδικοί φίλοι, επισκέφθηκαν το σπίτι όπου γεννήθηκε και βρισκόταν πιο κάτω, στη γωνία των οδών 23ης Οκτωβρίου και Λάμπρου Κατσώνη. Ας μην ξεχνάμε ότι στην περιοχή αυτή είχαν τα κονάκια τους όλοι οι πλούσιοι Οθωμανοί που αποτελούσαν την τουρκική αριστοκρατία.
Στο ισόγειο του γωνιακού τούρκικου σαράι, υπήρχε το μαγαζάκι του Χρηστάκη, ο οποίος αρχικά πουλούσε βότανα και φαρμακευτικά φυτά και αργότερα έγινε ψιλικατζίδικο. Όταν το κτίριο αυτό το αγόρασε ο Κώστας Σίμος, το κατεδάφισε και στη θέση του κατασκεύασε διώροφο οίκημα. Στο ισόγειο εγκαταστάθηκε το κατάστημα τροφίμων του Χρήστου Καραμπίλια, όπως διακρίνεται και στην δημοσιευόμενη φωτογραφία. Σήμερα στη θέση του υπάρχει πολυώροφη οικοδομή.
Στην άλλη γωνία, μεταξύ των οδών 23ης και 28ης Οκτωβρίου υπήρχε ένα ισόγειο κατάστημα, το οποίο λειτουργούσε ως καφενείο-εντευκτήριο των προσφύγων που προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, γι’ αυτό και είχε το όνομα «Καφενείον η Θράκη». Αργότερα στη θέση του λειτούργησε το ζαχαροπλαστείο «Ατλαντίς». Πλάι από το καφενείο, επί της 23ης Οκτωβρίου, υπήρχε ένα όμορφο ημιδιώροφο κτίριο που χρησίμευε ως κατοικία του Σαρμουσάκη. Ήταν ο άνθρωπος που είχε δημιουργήσει μία από τις σπουδαιότερες καπνοβιομηχανίες που υπήρχαν στην παλιά Λάρισα.
Στην απέναντι γωνία των οδών Κύπρου και Όγλ υπήρχε από τα προπολεμικά χρόνια μια όμορφη διώροφη οικοδομή ιδιοκτησίας Ντούλα. Στο ισόγειο ο ιδιοκτήτης του είχε ανοίξει αρτοποιείο. Όμως ο Ντούλας πέθανε σε νεαρή ηλικία και τη λειτουργία του καταστήματος συνέχισε η γυναίκα του, η οποία εν συνεχεία παντρεύτηκε τον γείτονά της Στέφανο Χάψα. Ο τελευταίος διατηρούσε ακριβώς στην απέναντι γωνία αποθήκη εγχωρίων προϊόντων και μαζί συνέχισαν και τη λειτουργία του αρτοποιείου. Εδώ και χρόνια στη θέση αυτού του όμορφου κτηρίου υψώνεται πολυώροφη απρόσωπη οικοδομή.

 

[1]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός). Μια πλατεία άγνωστη στους Νεολαρισινούς, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 12ης Μαρτίου 1973.
[2]. Όταν μετακόμισε το παντοπωλείο, στο σημείο αυτό στεγάστηκε το φαρμακείο του Βασιλείου Χρ. Κυλικά, εξαδέλφου του επίσης φαρμακοποιού Βάσου Στεφ. Κυλικά. Με τον καταστρεπτικό σεισμό του 1941 το κατάστημα αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς και ο Βασ. Κυλικάς μετακόμισε στην Αθήνα, όπου δημιούργησε δική του φαρμακευτική εταιρεία.
[3]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός), Ό,τι δεν ξεχνούν οι παλιοί Λαρισινοί, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 2ας Απριλίου 1973.
[4]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α’, Λάρισα (1996) σελ. 209-210.
[5]. Ήταν για πολλά χρόνια μουφτής των Τούρκων της Λάρισας και πρόεδρος της Μουσουλμανικής Κοινότητας. Δικής του ιδιοκτησίας ήταν στη Λάρισα πολλά κτίσματα, όπως η Λέσχη Ασλάνη στο σημείο όπου σήμερα στεγάζεται η Στρατιωτική Λέσχη, ένα τεράστιο σε μέγεθος κονάκι επί της σημερινής 23ης Οκτωβρίου, απέναντι από το φωτογραφείο της Βάνιας Τλούπα, όπου ήταν η κατοικία του και μεταπολεμικά στεγάσθηκε για κάποιο διάστημα το Ορφανοτροφείο Θηλέων Λαρίσης, πιο κάτω η αποθήκη Αρσενίδη, η οποία βρισκόταν επί της οδού Λάμπρου Κατσώνη, όπου στεγάσθηκε αργότερα το πρακτορείο αυτοκινήτων Αγιάς, και πολλά άλλα. Εκτός από τα αστικά αυτά ακίνητα, κατείχε και έκταση 25.000 στρεμμάτων (τσιφλίκι) στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια).

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2022

 

479 π.Χ: Η συντριβή των Περσών στις Πλαταιές και στη Μυκάλη

27 Αυγούστου του 479 π.Χ. (για άλλους στις 10 Σεπτεμβρίου) έγινε στις Πλαταιές η μεγάλη, ένδοξη για τους Έλληνες μάχη, που στάθηκε η τελευταία των μηδικών πολέμων στην αρχαία Ελλάδα.

Μετά από την ατυχία του στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Ξέρξης, αφήνοντας το Μαρδόνιο στη Θεσσαλία, έφυγε για την Περσία. Ο Μαρδόνιος προσπάθησε να συνεννοηθεί με τους Αθηναίους, προτείνοντάς τους να συμμαχήσουν μαζί του με διάφορα ανταλλάγματα. Οι Αθηναίοι όμως αρνήθηκαν περήφανα κι έτσι ο Μαρδόνιος με τους 300.000 στρατιώτες του στρατοπέδευσε στην κοιλάδα του Ασωπού, κοντά στις Πλαταιές.

Με αρχηγό το Σπαρτιάτη Παυσανία, οι ελληνικές δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα (110.000 Έλληνες ή, σύμφωνα μ’ άλλους ιστορικούς, μόνο 37.000). Με τον στρατό των Σπαρτιατών είχαν ενωθεί κάπου 3.000 Μεγαρίτες και αργότερα 8.000 Αθηναίοι. Πίσω από τους Σπαρτιάτες ακολουθούσαν πολλές χιλιάδες από την Πελοπόννησο. Κι όσο προχωρούσαν προς τη Βοιωτία, στρατός όλο και μεγάλωνε, ώσπου έφθασε στις Πλαταιές.

Ο Μαρδόνιος που είχε τριακόσιες χιλιάδες πολεμιστές – τριπλάσιους από τους Έλληνες κι ίσως και πιο πολλούς, όταν έμαθε ότι οι Έλληνες έρχονταν να τον συναντήσουν, ανάπτυξε το στρατό του στην κοιλάδα του Ασωπού ποταμού. Αν οι Έλληνες έμπαιναν στην κοιλάδα, θα έστελνε εναντίον τους το ιππικό και τότε η νίκη του θα ήταν σίγουρη.

Μα οι Έλληνες δεν ήταν κουτοί. Συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους στους πρόποδες του Κιθαιρώνα και περίμεναν.

Ο Μαρδόνιος, ίσως για να τους αναγκάσει να μπουν στη μάχη, έστειλε έναντίον τους κάπου δυο χιλιάδες ιππείς, στο κέντρο του μετώπου όπου βρίσκονταν οι Μεγαρίτες. Εκείνοι δυσκολεύτηκαν ν’ αποκρούσουν την επίθεση του Περσικού ιππικού και ζήτησαν βοήθεια. Τρακόσιοι εθελοντές Αθηναίοι έτρεξαν να τους βοηθήσουν, μπήκαν με ορμή στη μάχη κι όταν σκότωσαν τον αρχηγό των Περσών καβαλάρηδων, τον Μασίστιο, οι άλλοι τρομοκρατήθηκαν και υποχώρησαν με πολλές απώλειες. Μα οι Έλληνες δεν τους ακολούθησαν στην κοιλάδα για να μην πέσουν στην παγίδα του Μαρδόνιου.

Δώδεκα ολόκληρες μέρες πέρασαν χωρίς να αρχίσει η μάχη. Ο Μαρδόνιος περίμενε να επιτεθούν πρώτοι οι Έλληνες κι όταν πια έχασε την υπομονή του, στις 4 Αυγούστου του 479 π.Χ. επιτέθηκε αιφνιδιαστικά.

Χιλιάδες ιππείς όρμησαν εναντίον των Ελλήνων, με άγριες κραυγές. Οι Έλληνες οπισθοχώρησαν για ν’ αμυνθούν στους λόφους του Κιθαιρώνα, μα δεν είχαν συνεννοηθεί καλά. Ακολούθησε μια σύγχυση και οι Αθηναίοι αντί να γυρίσουν πίσω, προχώρησαν προς την κοιλάδα. Έτσι, οι Σπαρτιάτες με τους Πελοποννήσιους έμειναν μόνοι τους.

Οι Πέρσες, που δεν πήραν είδηση τους Αθηναίους γιατί τους έκρυβε ένας λόφος, επιτέθηκαν όλοι μαζί εναντίον των Σπαρτιατών. Ύστερα από υπεράνθρωπη προσπάθεια οι Σπαρτιάτες ταμπουρώθηκαν σ’ ένα λόφο, Κοντά στο ναό του Ηρακλή. Χιλιάδες βέλη σφύριζαν γύρω τους αλλά δεν είχαν πολλά θύματα, γιατί είχαν κρυφτεί πίσω από τις πέτρες. Και, σ’ αυτή την ανώμαλη περιοχή, δεν μπορούσαν ν’ ανέβουν τ’ άλογα κι έτσι θ’ αντιμετώπιζαν μόνο το Περσικό πεζικό.

Πρώτοι οι Τεγεάτες αποφάσισαν ν’ αφήσουν την άμυνα και να επιτεθούν. Ακολούθησαν οι Σπαρτιάτες. Άγριοι, σκληραγωγημένοι και ανδρείοι πολεμιστές, όρμησαν εναντίον των Περσών και χωρίς δυσκολία έσπασαν τη γραμμή τους. Σαν στάχια που τα θερίζει το δρεπάνι έπεφταν νεκροί οι πολεμιστές του Μαρδόνιου. Κι όταν οι Σπαρτιάτες προχώρησαν προς την κοιλάδα, για να τους αντιμετωπίσουν οι έντρομοι οι Πέρσες σχημάτισαν ένα τείχος με τις ασπίδες τους.

Αλλά, αυτό δεν ήταν μεγάλο εμπόδιο για τους Σπαρτιάτες. Μπήκαν ανάμεσα στο τείχος των ασπίδων και συνέχισαν την άγρια σφαγή. Ο πανικός κυρίευσε σ’ όλο το μέτωπο τους Πέρσες και άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν.

Μόνοι τους σχεδόν οι Σπαρτιάτες, κατάφεραν να συντρίψουν μια ολόκληρη στρατιά! Από τις τριακοσιες χιλιάδες Πέρσες πολεμιστές, γλύτωσαν κάπου πενήντα χιλιάδες! Και αυτούς τους γλίτωσε η νύχτα και η κούραση των Σπαρτιατών.

Οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να σπάσουν την τελευταία αντίσταση των Περσών, καθώς είχαν συγκεντρώσει ένα πυκνό ανθρώπινο τείχος γύρω από το Μαρδόνιο. Στην ορμή των Ελλήνων διαλύθηκε το τείχος και βρήκε οικτρό θάνατο και ο ίδιος ο Μαρδόνιος. Η συντριβή των Περσών ήταν ολοκληρωτική.

Ένας από τους Αιγινήτες πολεμιστές που πήραν μέρος στη μάχη των Πλαταιών και ονομαζόταν Λάμπων, όταν είδε νεκρό το Μαρδόνιο, είπε στον Παυσανία:

- Πήρατε μεγάλη εκδίκηση εσείς οι Σπαρτιάτες σήμερα, για το θάνατο του βασιλιά σας και των τριακοσίων πολεμιστών σας στις Θερμοπύλες. Τ’ όνομά σου γι’ αυτό το κατόρθωμα θα μείνει αθάνατο στην ιστορία. Αλλά, σου μένει ακόμη να κάνεις κάτι άλλο για να εκδικηθείς την ατίμωση του Λεωνίδα. Να κόψεις το κεφάλι του Μαρδονίου και να το στήσεις πάνω σ’ ένα κοντάρι, όπως έκανε και κείνος με το κεφάλι του νεκρού βασιλιά σας.

- Σ’ ευχαριστώ για τη συμβουλή σου Αιγινήτη, του απάντησε ήρεμος και περήφανος ο Παυσανίας. Ξέχασες όμως ότι τέτοιες πράξεις τις κάνουν οι βάρβαροι και όχι οι Έλληνες. Οι Σπαρτιάτες έχουν μάθει να σέβονται τους νεκρούς και να μη τους ατιμάζουν, έστω και αν είναι οι χειρότεροι και πιο μισητοί εχθροί τους. Έτσι τελείωσε η μεγάλη και κρίσιμη αυτή μάχη. Στις Πλαταιές διαλύθηκε μαζί με το στρατό του Μαρδόνιου και το τελευταίο όνειρο του Ξέρξη να κυριεύσει την Ελλάδα!

Από τότε η πόλη των Πλαταιών κηρύχτηκε ιερή και απαραβίαστη και, αφού ξαναχτίστηκε με τη βοήθεια των Αθηναίων, έζησε μέχρι τα χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου ειρηνικά και ήσυχα. Οι Πλαταιείς, για την αντρεία που έδειξαν, τιμήθηκαν με βραβείο αντρείας και πήραν και χρηματική αμοιβή 80 τάλαντα.

Ένα μνημείο σε σχήμα χάλκινων φίδων (Στήλη των Όφεων) δημιουργήθηκε από περσικά όπλα, τα οποία έγιναν λάφυρα των Ελλήνων μετά τη λεηλασία στους Δελφούς. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το μνημείο συμβόλιζε τη συμμετοχή όλων των ελληνικών πόλεων-κρατών στο πόλεμο. Οι περισσότερες στήλες βρίσκονταν στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, τις οποίες πρόσεχε ο Κωνσταντίνος ο Μέγας.

Η νίκη στη ναυμαχία της Μυκάλης

Την ίδια μέρα που οι Πέρσες ηττήθηκαν στις Πλαταιές, υπέστησαν άλλη μια ήττα στη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ ο ελληνικός στόλος, κάτω από τις διαταγές του Σπαρτιάτη Λευτυχίδη βρισκόταν στη Δήλο, τρεις άνδρες έφτασαν από τη Σάμο με ένα μήνυμα· οι άνδρες αυτοί ήταν ο Λάμπωνας, γιος του Θρασυκλή, ο Αθηναγόρας, γιος του Αρχεστρατίδη, και ο Ηγησίστρατος, γιος του Αρισταγόρα, που είχαν σταλεί από τους Σαμίους κρυφά από τους Πέρσες και το Θεομήστορα, το γιο του Ανδροδάμαντα, τον οποίο είχαν ορίσει οι Πέρσες τύραννο. Αυτοί, λοιπόν, παρουσιάστηκαν στους διοικητές του στόλου κι ο Ηγησίστρατος τους έκανε έκκληση με κάθε είδους επιχειρήματα, δηλώνοντας ότι η θέα και μόνο του ελληνικού ναυτικού θα ήταν αρκετή ενθάρρυνση, για να εξεγερθούν οι Ίωνες κι ότι οι Πέρσες δε θα τολμούσαν να αντισταθούν ή, αν το έκαναν, θα έδιναν στους Έλληνες ένα έπαθλο πιο πολύτιμο απ’ οποιοδήποτε είχαν ελπίδα να κερδίσουν ποτέ. Έπειτα, στο όνομα όλων των κοινών Θεών, τους παρότρυνε να σώσουν τους Ίωνες, που είχαν ίδιο αίμα μ’ αυτούς, από τη σκλαβιά και να διώξουν τον ξένα. Και πρόσθεσε: «Θα είναι αρκετά εύκολο, γιατί τα περσικά πλοία είναι αδέξια και πολύ κατώτερα από τα δικά σας. Επιπλέον, αν μας υποψιάζεστε για προδότες, είμαστε πρόθυμοι παραδοθούμε ως όμηροι και να πλεύσουμε μαζί σας».

Το καλοκαίρι του 479 π.Χ., οι Έλληνες συνάντησαν τον στρατό του Μαρδόνιου στη μάχη των Πλαταιών. Παράλληλα, ο ελληνικός στόλος έπλευσε στη Σάμο, όπου κατέστρεψε τα απομεινάρια του περσικού στόλου.

Οι Πέρσες μετέφεραν, τότε, τον στόλο τους στη Μυκάλη, όπου υπήρχε περσικό πεζικό. Ο Λεωτυχίδης, αρχηγός του ελληνικού στόλου, αποφάσισε να επιτεθεί στους Πέρσες. Αν και οι Πέρσες πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση, οι βαριά τεθωρακισμένα Έλληνες οπλίτες αποδείχθηκαν ανώτεροι στον αγώνα, και ανάγκασαν τους Πέρσες να υποχωρήσουν στο στρατόπεδό τους. Τότε οι Ίωνες επιτέθηκαν στο Περσικό στρατόπεδο και κατέσφαξαν τους Πέρσες ενώ τα περσικά πλοία καταλήφθηκαν και πυρπολήθηκαν από τον ελληνικό στόλο. Η καταστροφή του περσικού στόλου στη Μυκάλη, σε συνδυασμό με την ήττα του Μαρδόνιου στις Πλαταιές, η οποία έγινε την ίδια μέρα, έφεραν το τέλος της περσικής εισβολής στην Ελλάδα.

Μετά τη μάχη των Πλαταιών και τη ναυμαχία της Μυκάλης αρχίζει μια νέα φάση των Περσικών πολέμων, όπου την υπεροχή έχουν οι Έλληνες.