Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

 

Η Κλίτσα και η ιστορία της


Η Κλίτσα και η ιστορία της

Από τον Γιάννη Γούδα

«Ο γραμματέας την πένα του, ο γεωργός τ’ αλέτρι του, ο παπάς το πετραχήλι του
κι ο τσοπάνος την κλίτσα του!» έλεγαν στο χωριό μου.
Εκτός από τον τρουβά, που τις περισσότερες φορές δεν περιείχε τίποτα περισσότερο από ψωμί και τυρί και το καλοκαίρι και καμιά ντόπια ντομάτα, διπλωμένα στην πετσέτα ή ένα παγούρι με νερό, μπορεί και λίγο κρασάκι, για να περάσει τη μέρα του ο τσοπάνος, τον εξοπλισμό του συμπλήρωναν η κάπα και η κλίτσα, η οποία εκτός από το όνομα αυτό, λεγόταν και κλούτσα, σκόπι κ.ά.
Τι ήταν (είναι) όμως η κλίτσα, σε τι χρησίμευε και πώς φτιάχνονταν; Ας τα πάρουμε ένα-ένα και ας τα δούμε αναλυτικά, για να μπορέσουμε οι πιο παλιοί να τα θυμηθούμε και οι νεότεροι για να τα μάθουνε, γιατί δεν ξέρεις ποτέ πώς θα τα φέρει η ζωή και μπορεί (ορισμένοι) να τη χρειαστούν κιόλας (μακάρι, δεν είναι και άσχημα, γιατί κανένα επάγγελμα δεν είναι υποτιμητικό!).
Η κλίτσα, ως γνωστόν, είναι ένα μακρύ (συνήθως ξύλινο) μπαστούνι, με μια καμπυλωτή χειρολαβή. Την κρατούσαν κατ’ αρχάς οι τσοπάνηδες {αυτή ήταν τελείως απλή, χωρίς κεντήματα στο ξύλο (γιατί θα χαλούσαν με την καθημερινή χρήση) και μακριά (έφτανε συνήθως μέχρι τον λαιμό του, για να μην τον εμποδίζει να περνάει κάτω από χαμηλά δέντρα και ανάμεσα σε θάμνους)} και η χρήση της ήταν (γιατί σήμερα δεν είναι) απλή, αλλά σημαντική: Οδηγούσε τα ζώα στη βοσκή και στον δρόμο. Με αυτή θα έπιανε αυτά που ήθελε, όταν χρειαζόταν από το πισινό πόδι στο άρμεγμα, στο μαντρί και στο λιβάδι. Τη χρησιμοποιούσε για το πέρασμα των ζώων στη στρούγκα για να ξεχωρίσει τα κριάρια που χτυπιούνταν την άνοιξη, κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος των προβάτων. Πάνω σε αυτήν έπρεπε να στηριχτεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν ανέβαινε και κατέβαινε με το κοπάδι του τα δύσκολα μονοπάτια, τα βουνά και τα λαγκάδια. Ακουμπώντας σε αυτή και με την κάπα του στο κεφάλι, για να σταθεί όρθιος στη βροχή. Να στηριχτεί για να καθίσει στο χώμα και να σηκωθεί από εκεί. Να τη χρησιμοποιήσει σαν στήριγμα, για να μεταφέρει στον ώμο του τον τρουβά του ή άλλα αντικείμενα. Ακόμα με αυτή θα συμπούσε (συμπάω: τακτοποιώ τα αναμμένα ξύλα) τη φωτιά στη μοναξιά του τις κρύες νύχτες, θα έφερνε κοντά του τα μακρινά κλαδιά τραβώντας τα, θα κατέβαζε τα ξερά κλαδιά από τα δέντρα να τα έχει για προσάναμμα, θα έφτανε κανένα φρούτο (μήλο, γκόρτσο, σύκο, σταφύλι, κεράσι) που δεν θα μπορούσε με το χέρι του, με αυτή θα αντιμετώπιζε τα σκυλιά που θα του χιμούσαν από τις άλλες στάνες, θα έκανε θόρυβο για να φύγουν τα φίδια που θα συναντούσε στον δρόμο του ή θα τα σκότωνε, όταν νόμιζε ότι κινδυνεύει. Θα αναμερούσε (αναμεράω: παραμερίζω, βάζω στην άκρη) τα ξερά χόρτα ή όσα τον εμπόδιζαν στον δρόμο του, θα σήκωνε τα κλαδιά για τον φράχτη και τη στρούγκα και τέλος θα τη χρησιμοποιούσε σαν «όπλο» για κάποιον ενδεχόμενο καβγά (συνήθως με άλλο τσομπάνο), γιατί υπήρχαν και αυτά (όχι σε μεγάλο βαθμό βέβαια).
Για το καφενείο ή για τα παζάρια και την αγορά στην πόλη όταν κατέβαιναν, είχαν άλλη, η οποία ήταν πιο κοντή και είχε περισσότερο σκάλισμα, γιατί έπρεπε να δείχνει τη γοητεία της, την αρχοντιά της, το πολύ μεράκι, τη δεξιοτεχνία και την υπομονή του καλλιτέχνη κατασκευαστή της, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον τσοπάνο! Την κρατούσε με υπερηφάνεια και μ’ αυτήν έκανε τις επίσημες εμφανίσεις του στα μαγαζιά ή τις επισκέψεις του σε συγγενικά και φιλικά σπίτια, σε ονομαστικές γιορτές κ.λπ.
Κλίτσα ακόμη και σήμερα, που λείπουν τα ζώα, έχουν ορισμένοι άνθρωποι, κυρίως στην επαρχία, για περπάτημα και για συντροφιά. Χρησιμοποιείται από τα ηλικιωμένα συνήθως άτομα σαν στήριγμα, σαν τρίτο πόδι δηλαδή για να το πούμε πιο απλά, στην έξοδό τους στο καφενείο, στην πλατεία, στην εκκλησία και στον περίπατο. Κυρίως με την κλίτσα στο χέρι, ο μεσήλικας και ο υπερήλικας νιώθει ένα συναισθηματικό ανέβασμα. Έναν σύνδεσμο με τη ζωή στο χωριό, από την οποία έχει έντονες αναμνήσεις και συναισθήματα. Αυτό το ταπεινό εργαλείο γίνεται συνδετικός κρίκος με το παρελθόν. Ένα παρελθόν με τις δυσκολίες, που είχε τότε η χωριάτικη ζωή.
Είχε όμως και κάποιες μεταφορικές χρήσεις: «Έμεινε με την κλίτσα στο χέρι» έλεγαν για τον τσοπάνο που έπαθε μεγάλη ζημιά στο κοπάδι. «Πήρα την κλίτσα» έλεγε κάποιος που δεν έπαιρνε τα γράμματα και γινόταν κτηνοτρόφος. «Κρεμάστηκα στην κλίτσα», δηλαδή αφοσιώθηκα και ζω με τα ζωντανά μου». Την κρέμασα την κλίτσα», έλεγε κάποιος που με τη θέλησή του εγκατέλειπε το επάγγελμα του κτηνοτρόφου. «Μη ξύνεσαι στην κλίτσα του τσοπάνη», δηλαδή μην πας γυρεύοντας.
Ο τσοπάνος ο μερακλής διακρίνεται από την κλίτσα και τον τρουβά του. Τον τρουβά, τον έφτιαχνε η γυναίκα του. Την κλίτσα όμως την έφτιαχνε ο ίδιος. Διάλεγε το καλύτερο ξύλο (Οκτώβριο ή Νοέμβριο, γιατί κατέβαιναν οι χυμοί), συνήθως και στα μέρη μας την κρανιά, το έκοβε με το τσεκουράκι του και το κρεμούσε στον τοίχο όρθιο, για να στραγγίσει τα νερά του. Μετά το καψάλιζε στη φωτιά και του έβγαζε τη φλούδα με ένα μαχαίρι. Την πολλή δουλειά όμως την είχε η χειρολαβή ή η κατσιούλα όπως τη λέγαμε, διότι εκεί έπρεπε να δώσει το μεγαλύτερο βάρος, ώστε να γίνει η κλίτσα ξεχωριστή και να ταιριάζει με την ομορφιά της φύσης και τη βουνίσια ζωή.
Τα τελευταία χρόνια και λίγο πριν «συνταξιοδοτηθεί» και περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής της στις προθήκες των καταστημάτων πώλησης των παραδοσιακών αυτών αντικειμένων ή σε ένα καλό μέρος και στη γωνία σε κάποιο Λαογραφικό Μουσείο, απέκτησε και έναν ακόμα ρόλο: Εκτός από σύμβολο εξουσίας στα ζώα, επέβαλε μέχρι και πριν από λίγες δεκαετίες και την «ηγετική παρουσία της» και σε ομάδες ανθρώπων, σε συμβολικό βέβαια επίπεδο. Για παράδειγμα, δεν ήταν ασυνήθιστη η χειρονομία κάποιων πολιτών να χαρίζουν κλίτσες σε πολιτικούς.
Σήμερα, η κλίτσα δεν χρησιμοποιείται όπως παλιότερα, γιατί τα επαγγέλματα με τα οποία συνδέονταν έχουν αλλάξει και έχουν εκσυγχρονιστεί. Δεν υπάρχουν κοπάδια και στάνες, όπου οι κτηνοτρόφοι να γυρίζουν από περιοχή σε περιοχή, αλλά σύγχρονες κτηνοτροφικές μονάδες. Το παρήγορο πάντως είναι ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι «μερακλήδες», συλλέκτες, λάτρεις της κλίτσας και λάτρεις της παράδοσης και του πολιτισμού της χώρας μας!

 

Ο Πηνειός στη Μυθολογία και την Ιστορία


Η Κοιλάδα των ΤεμπώνΗ Κοιλάδα των Τεμπών

Από τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο

* Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΗΝΕΙΟΥ: Στη μυθολογία ο Πηνειός υπήρξε ένας ποτάμιος θεός. Ήταν δηλ. ο θεός τού ομώνυμου ποταμού. Είναι από τα ποτάμια με έντονη παρουσία στη μυθολογία και πολλοί μύθοι συνοδεύουν τη μακραίωνη ιστορία του. Γονείς του: ο Ωκεανός και η Τηθύς (που ήταν αδέλφια, παιδιά Ουρανού και Γαίας). Αδελφές του οι Ωκεανίδες. Ο Πηνειός παντρεύτηκε την Κρέουσα, παιδί κι αυτή του Ουρανού και της Γαίας. Απέκτησε δύο παιδιά: τον Υψέα (που έγινε βασιλιάς των Λαπιθών) και τη Στίλβη. Η Στίλβη με τον Απόλλωνα έκανε δύο γιους: τον Λαπίθη και τον Κένταυρο. Επίσης κόρες τού Πηνειού ήταν και οι Νύμφες Τρίκκη και Λάρισα, που έδωσαν τα ονόματά τους στις ομώνυμες πόλεις...
* Ο ΜΥΘΟΣ: Σύμφωνα με μια μυθική παράδοση, οι θεοί τού Ολύμπου ζήλεψαν την εύνοια τού Απόλλωνος για την όμορφη Πίνδο, στην οποία είχε εμπιστευτεί τις αγαπημένες του Μούσες και Νύμφες. Ο Απόλλων για να ματαιώσει τα άσχημα σχέδια των θεών, πάντρεψε την Πίνδο με ένα όμορφο παλικάρι, τον ξακουστό Λίγκα (τα σημερινά βουνά Χάσια). Από την ένωση τού αγαπημένου ζευγαριού άρχισαν να ξεπροβάλουν στη Δυτική Θεσσαλία μαγευτικές κοιλάδες και γοητευτικά τοπία. Αυτό εξόργισε ακόμα περισσότερο τους θεούς και απαίτησαν τον χωρισμό τους....
Μάταια παρακαλούσαν και έχυναν πικρά δάκρυα για να τα αφήσουν ενωμένα. Οι θεοί σκληροί και αμετάπειστοι, ανάγκασαν το ζευγάρι να χωρίσει. Από τότε η Πίνδος και ο Λίγκας (Χάσια) νοσταλγώντας τη χαμένη ευτυχία τους συνέχεια δακρύζουν. Από τα δάκρυα αυτά δημιουργήθηκε ο Πηνειός, που πηγάζει από το σημείο χωρισμού των δύο αγαπημένων βουνών... Άλλος μύθος αναφέρει πως ο Πηνειός είχε δύο αδέλφια: τον Άραχθο και τον Αχελώο.
* ΑΠΟΛΛΩΝ και ΔΑΦΝΗ: Στην κοιλάδα των Τεμπών και δίπλα από τον εθνικό δρόμο, υπάρχει η «Πηγή της Δάφνης». Αποκαλείται έτσι γιατί, κατ’ άλλον μύθο, ο Πηνειός ήταν πατέρας της Δάφνης (μητέρα της η Γαία). Ο Απόλλων ερωτεύτηκε σφοδρά τη Δάφνη. Όμως η Δάφνη στάθηκε εντελώς αδιάφορη (ο Έρως τη «χτύπησε» με το ασημένιο βέλος κι όχι με το χρυσό). Ο Απόλλων άρχισε να την κυνηγά ασταμάτητα. Απελπισμένη η Δάφνη ζήτησε βοήθεια από τη μητέρα της, τη Γαία. Η Γαία, μόλις ο Απόλλων την έφτασε και προσπάθησε να την αγκαλιάσει, τη μεταμόρφωσε στο φυτό δάφνη. Ο Απόλλων τότε έκοψε ένα κλαδί της και στεφανώθηκε. Έτσι η δάφνη έγινε το ιερό φυτό του...
* ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ, ΣΤΟΝ ΠΗΝΕΙΟ: Πρώτοι οι Έλληνες κι έπειτα οι Ρωμαίοι, στεφάνωναν με κλαδιά δάφνης τους νικητές των αγώνων. Ακόμα και σήμερα η δάφνη ταυτίζεται με τη δόξα και τη νίκη. Αναφέρεται ότι η Πυθία των Δελφών μασούσε φύλλα δάφνης πριν δώσει τον χρησμό της... Η Αφροδίτη ερχόταν στον Πηνειό ποταμό όταν ήθελε να ανακτήσει την αγνότητά της (υπάρχει η σχετική «Πηγή της Αφροδίτης»). Οι Μούσες επίσης επιλέγουν τον Πηνειό για κατοικία τους (υπάρχει η «Πηγή των Μουσών»).
Γύρω από την κοίτη τού Πηνειού αναπτύχθηκαν πριν από χιλιετίες οι πρώτες κοινότητες ανθρώπων στη Θεσσαλία. Δημιουργήθηκαν οικισμοί, ορισμένοι από τους οποίους συνεχίζουν τη ζωή τους κατά την εποχή τού χαλκού (3.300 - 1.100 π.Χ). Στα ιστορικά χρόνια μετατρέπονται σε ισχυρές, οχυρωμένες πόλεις με σημαντικό ρόλο στα ιστορικά δρώμενα τής περιοχής.
* ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑ (1.100 μ.Χ.) «ΣΑΛΑΜΠΡΙΑΣ»: Στον Μεσαίωνα ο Πηνειός δεν διατήρησε το όνομά του και ακολούθησε τη μοίρα ελληνικών ποταμών που έχασαν την αρχαία ονομασία τους. Αποκαλείται τώρα «Σαλαμπριάς» (πολλοί και σήμερα τον επονομάζουν έτσι). Η ονομασία αυτή πιθανώς να προέρχεται από σχετική σλαβική ή σερβική λέξη, που σημαίνει: βρύση, κάνουλα, νερό. Τρίστιχο τραγούδι λέει: «Η Σαλαμπριά κατέβασε με ήλιο, με φεγγάρι. / Φέρνει δέντρα, φέρνει κλαδιά, δέντρα ξεριζωμένα. / Φέρνει και μια γλυκομηλιά με μήλα φορτωμένη».
Ειδικός με τα τοπωνύμια γράφει: Σαλαμπριά ή Σαλαμπριάς (ο Πηνειός): α) Λέξη βαρβαρική με θρακική κατάληξη - bria = φρούριο. β) Αρχαία ελληνική λέξη «σαλάμβη» = τρύπα απ’ όπου μπαίνει φως. Το τουρκικό όνομά του ήταν «Κιοστούμ» ή «Κιοστέμ», ενώ το τελευταίο τμήμα τής διαδρομής του λεγόταν Ababa (η ονομασία τού οικισμού Τέμπη είναι «Μπαμπά»)....
Από τον Όμηρο χαρακτηρίζεται «αργυροδίνης»: το ποτάμι δηλαδή που κυλάει ορμητικά, δημιουργεί ως εκ τούτου περιστροφικές κινήσεις τού καθαρού νερού, που κάτω απ’ τον λαμπερό ήλιο αστράφτουν, γυαλίζουν, λάμπουν σαν το ασήμι....

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Αρσάκειο της Λάρισας


Οι απόφοιτες του Αρσακείου του 1924. Καθισμένοι οι καθηγητές.  Aπό αριστερά: Κουρσούμης δάσκαλος, Αριστοτέλης Πατέρας, Αγγελική Τέτση, Αντώνιος Ναός, Γιαννοπούλου διευθύντρια του Αρσακείου, Γρηγορόπουλος ιατρός, Πάνος Διαμαντόπουλος  και Χατζηγιάννης γεωπόνος. Από το αρχείο του δημοσιογράφου Κώστα Περραιβού.Οι απόφοιτες του Αρσακείου του 1924. Καθισμένοι οι καθηγητές. Aπό αριστερά: Κουρσούμης δάσκαλος, Αριστοτέλης Πατέρας, Αγγελική Τέτση, Αντώνιος Ναός, Γιαννοπούλου διευθύντρια του Αρσακείου, Γρηγορόπουλος ιατρός, Πάνος Διαμαντόπουλος και Χατζηγιάννης γεωπόνος. Από το αρχείο του δημοσιογράφου Κώστα Περραιβού.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Σήμερα ελάχιστοι Λαρισαίοι γνωρίζουν ότι στην πόλη μας λειτουργούσε από το 1902 μέχρι το 1937 ένα ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το Αρσάκειο [1]. Η πρόθεση για τη δημιουργία Αρσακείου στην πόλη μας είχε ήδη ανακοινωθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας λίγα χρόνια πριν, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Τελικά όμως η ίδρυσή του υλοποιήθηκε το 1902, χάρη στις προσπάθειες του Δημοτικού Συμβουλίου της Λάρισας, με δήμαρχο τον Αναστάσιο Ζαρμάνη. Το εκπαιδευτήριο αυτό περιελάμβανε Νηπιαγωγείο, Δημοτικό Σχολείο και Διδασκαλείο Θηλέων [2].

Τα εγκαίνια του νέου εκπαιδευτικού ιδρύματος έγιναν την Κυριακή 12 Οκτωβρίου 1902 από τον μητροπολίτη Αμβρόσιο Κασσάρα. Την πρώτη σχολική χρονιά λειτούργησε το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό Σχολείο και από την επόμενη (1903-1904) το Διδασκαλείο. Η Διοικούσα Επιτροπή του Αρσακείου της Λάρισας διορίσθηκε από τα κεντρικά γραφεία της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στην Αθήνα και αποτελέστηκε από τους: Γεώργιο Δεσύπρη, διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, Κωνσταντίνο Παπασταύρου, φαρμακοποιό, Γεώργιο Σακελλαρίδη, ιατρό, Ιωάννη Βασιλάκη, δικηγόρο, Δημήτριο Πιπινόπουλο, δικηγόρο, Γεώργιο Ροδόπουλο, δικηγόρο, Λεωνίδα Αναγνώστου, κτηματία και Αθανάσιο Μιχαηλίδη, έμπορο, όλοι τους γνωστά και ενεργά μέλη της Λαρισαϊκής κοινωνίας.
Η αναζήτηση στέγης του Αρσακείου οδήγησε αρχικά τη Δημοτική Αρχή της Λάρισας να προτιμήσει τη νεοκλασική οικοδομή επί της οδού Μανωλάκη 11, που υπάρχει μέχρι σήμερα και στεγάζει τον ΟΚΑΝΑ. Την περίοδο εκείνη οι γιοι του Αθανασίου Οικονόμου [3] έκτιζαν στο συγκεκριμένο σημείο και σε ιδιόκτητο οικόπεδο, μεγαλόπρεπο κτίριο το οποίο προόριζαν για οικογενειακή τους κατοικία. Τελικά όμως πιο κατάλληλο για τη στέγαση του Αρσακείου κρίθηκε ένα άλλο κτίριο μεγαλύτερο, που οικοδομούσαν τότε οι ίδιοι κατασκευαστές στην γωνία των οδών Ασκληπιού και Ηπείρου. Επειδή το κτίριο αυτό δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, δόθηκε η δυνατότητα να τροποποιηθεί ο εσωτερικός του χώρος σύμφωνα με τις ανάγκες ενός σύγχρονου για την εποχή του διδακτηρίου και να κτισθεί δίπλα και ένα συμπληρωματικό ισόγειο κτίσμα [4]. Αργότερα προστέθηκε στο δεύτερο κτίριο και ένας επί πλέον όροφος.
Το κτίριο του Αρσακείου το γνωρίζουμε από μια κακότεχνη ερασιτεχνική φωτογραφία, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα των Αθηνών «Ελλάς» το 1909. Απ’ όσο γνωρίζω, η αναφερόμενη φωτογραφία του Αρσακείου της Λάρισας είναι η μοναδική και μέχρι σήμερα δεν εντοπίσθηκε άλλη, παρ’ όλο που το εκπαιδευτικό αυτό ίδρυμα λειτούργησε επί 35 χρόνια στην πόλη μας [5] και από το οποίο αποφοίτησαν πάνω από 800 δασκάλες. Ήταν διώροφο με υπερυψωμένο υπόγειο και στην πρόσοψη εξείχε ευρύχωρος εξώστης υποστηριζόμενος από μαρμάρινα φουρούσια και περιτριγυρισμένος από σιδερένια κάγκελα. Αρχιτεκτονικά ακολουθούσε το νεοκλασικό ρεύμα της εποχής, με μεγάλα ανοίγματα, τα οποία περικλείονταν από παραστάδες και στην πρόσοψη, ψηλά στο ύψος της στέγης, είχε τοποθετηθεί χαμηλό τριγωνικό αέτωμα. Επί της Ασκληπιού εκτεινόταν ευρύχωρη αυλή, στην οποία εκτός από τη χρήση της στις ελεύθερες ώρες , υπήρχε και προσωπικός κήπος των μαθητριών. Ο Κώστας Περραιβός περιγράφει το κτίριο ως εξής: «... το Αρσάκειο στεγαζόταν σε τρία κτίρια από τα οποία τα δύο διώροφα και ένα ισόγειο. Διέθετε επί πλέον και ένα μεγάλο υπόστεγο και αυλή για γυμναστική» [6].
Επίσης ο παλιός δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει στις «Αναμνήσεις» του: «Το Αρσάκειον Λαρίσης παρεσκεύαζε αρίστας διδασκαλίσσας των οποίων εστερείτο τελείως η Θεσσαλία και Νότιος Μακεδονία. Το Αρσάκειον διοικείτο υπό Διοικητικής Επιτροπής διοριζομένης υπό του εν Αθήναις Κεντρικού Συμβουλίου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, προτάσει του Δημοτικού Συμβουλίου Λαρίσης. Αι φοιτώσαι μαθήτριαι, μέλλουσαι διδασκάλισαι, κατέβαλον μηνιαίως δίδακτρα ελαφρά και λογικά. Πλην τούτων εφοίτων και άποροι νεάνιδες ωρισμένου αριθμού, προτεινόμεναι υπό του Δημοτικού Συμβουλίου ως υπότροφοι του Δήμου μέχρι αποπερατώσεως των σπουδών των. Ο Δήμος κατέβαλε τα μισθώματα των δύο διδακτηρίων καθ’ όλα τα έτη της λειτουργίας του Αρσακείου και εχορήγει ετησίαν επιχορήγησιν σοβαράν προς κάλυψιν των ελλειμάτων του Αρσακείου μας. Τα κονδύλια ταύτα ανεγράφοντο τακτικώς εις τον ετήσιον προϋπολογισμόν του Δήμου» [7].
Το 1937 αποφοίτησε η τελευταία τάξη, το Αρσάκειο σταμάτησε τη λειτουργία του και χωρίς τις φωνές των κοριτσιών ο γύρω χώρος νέκρωσε. Κατά την κατοχή καταστράφηκε από τον σεισμό και μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε. Προσωπικά θυμάμαι τον χώρο αυτόν κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια σαν μια απέραντη αλάνα. Αργότερα κτίσθηκε το κτίριο του ΙΚΑ, το οποίο γκρεμίσθηκε πριν από μερικά χρόνια και σήμερα έχει καταντήσει ένας χώρος με άναρχη βλάστηση.—————————————————————
[1]. Η ονομασία «Αρσάκειο» προήλθε από το επίθετο του μεγάλου δωρητή Αποστόλου Αρσάκη, ιατρού και λόγιου από την Ήπειρο, ο οποίος πρόσφερε σημαντική οικονομική βοήθεια για την αποπεράτωση του κτιρίου της οδού Πανεπιστημίου στην Αθήνα, στο οποίο στέγασε τις σχολικές μονάδες της η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Το Δ.Σ. της Εταιρείας τον ανακήρυξε μεγάλο ευεργέτη και προς τιμήν του ονόμασε τα Σχολεία που ίδρυσε σε ορισμένες πόλεις της χώρας «Αρσάκεια».
[2]. Το Διδασκαλείο Αρρένων ήταν ανώτερη σχολή, της οποίας οι απόφοιτοι διορίζονταν δάσκαλοι σε ελληνικά σχολεία. Έχει ήδη αναφερθεί σε άλλα κείμενά μας ότι η Λάρισα διέθετε Διδασκαλείο από το 1882. Βλέπε ενδεικτικά: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Διδακτήριο του Γυμνασίου-Διδασκαλείου Λαρίσσης. «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α΄ (2014)», σελ. 175-178.
[3]. Η οικογένεια του Αθανασίου Οικονόμου είχε καταγωγή από τα Ιωάννινα και διέμενε στο Καζακλάρ (Αμπελώνα). Οι τρεις γιοι του Αναστάσιος, Κωνσταντίνος και Νικόλαος Οικονόμου ήταν εμπειρικοί εργολάβοι οικοδομών και η δραστηριότητά τους επεκτεινόταν και στη Λάρισα. Αργότερα μετακόμισαν οικογενειακά στην πόλη μας. Βλέπε: Γουργιώτη Λένα, Οικία Οικονόμου-Φαληρέα, ένα διατηρητέο Νεοκλασικό στη Λάρισα. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης «Ο Νεοκλασικισμός στη Θεσσαλία, μέσα 19ου αιώνα-1920», Λάρισα (2005) σελ. 88-102.
[4]. «…δια την ευχερεστέραν λειτουργίαν του Αρσακείου οι αδελφοί Οικονόμου προθύμως ανέλαβον να κτίσωσιν ετέρας πέντε μεγάλας αιθούσας δι’ εστιατόριον, αναγνωστήριον και τα τοιαύτα, άτινα αναγκαιούσιν εις τας μελλούσας αρσακειάδας». Βλέπε: εφ. «Όλυμπος», Λάρισα, φύλλο της 12ης Ιουλίου 1902.
[5]. Σήμερα έχουν εντοπισθεί μερικές γερμανικές φωτογραφίες του 1941 οι οποίες απεικονίζουν τα κτίρια του Αρσακείου ερειπωμένα από τον μεγάλο σεισμό του 1941.
[6]. Βλέπε: Περραιβός Κώστας, Αναμνήσεις μιας Αρσακειάδας, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 3ης Ιουλίου 1983.
[7]. Σάπκας Μιχαήλ, Αναμνήσεις από την ανέγερσιν των Σχολικών Διδακτηρίων, ανέκδοτο χειρόγραφο κείμενο.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα κατά το 1897


Μακρινή άποψη της Λάρισας από την περιοχή του Μεζούρλου, όπως ήταν κατά το 1897. Έχει μεγεθυνθεί η κεντρική περιοχή που απεικονίζει τον Λόφο της Ακρόπολης. Χαρακτικό από τη γαλλική εφημερίδα των Παρισίων, Le Monde Illustrée, στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1897.Μακρινή άποψη της Λάρισας από την περιοχή του Μεζούρλου, όπως ήταν κατά το 1897. Έχει μεγεθυνθεί η κεντρική περιοχή που απεικονίζει τον Λόφο της Ακρόπολης. Χαρακτικό από τη γαλλική εφημερίδα των Παρισίων, Le Monde Illustrée, στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1897.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 125 χρόνια από την είσοδο των Τούρκων στη Λάρισα. Ήταν Απρίλιος του 1897 και η Θεσσαλία υπήρξε ο χώρος όπου διεξήχθη ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, ο οποίος έμεινε γνωστός στην ιστορία και ως «ατυχής πόλεμος» ίσως για να μην πληγωθεί η εθνική ευαισθησία των Ελλήνων από την οδυνηρή έκβασή του, αλλά και ως «πόλεμος των 33 ημερών» για το σύντομο χρονικό διάστημα που χρειάσθηκαν τα τουρκικά στρατεύματα να φθάσουν από τη Μελούνα που ήταν τα σύνορα, μέχρι πριν τη Λαμία, όταν με τη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης επιτεύχθηκε ανακωχή. Επειδή αυτός ο πόλεμος ουσιαστικά είχε προαναγγελθεί, τα Μέσα Ενημέρωσης της Ευρώπης και της Αμερικής είχαν φροντίσει από νωρίς να αποστείλουν δημοσιογράφους για να καλύψουν τα γεγονότα της επικείμενης σύρραξης.

Οι εφημερίδες των χωρών αυτών είχαν κατακλυσθεί από ανταποκρίσεις και εικόνες από το θεσσαλικό μέτωπο. Η Λάρισα, η μεγαλύτερη πόλη στην περιοχή και η πιο κοντινή στο πεδίο της μάχης, αποτέλεσε τον προσωρινό τόπο διαμονής όλων των ξένων απεσταλμένων. Είχαν εγκατασταθεί σε δύο κεντρικά ξενοδοχεία της πόλης, το «Στέμμα», το οποίο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της Κεντρικής πλατείας και είχε οικοδομεί λίγα χρόνια πριν με δαπάνες του Δήμου επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη και ο «Όλυμπος» που βρισκόταν στη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Απόλλωνος, απέναντι από το κτίριο που στέγαζε το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Οι εικόνες που οι απεσταλμένοι μεταβίβαζαν για δημοσίευση στα έντυπα στα οποία εργάζονταν περιείχαν μεταξύ των άλλων και απόψεις της Λάρισας. Μία απ’ αυτές είναι το χαρακτικό που συνοδεύει το σημερινό μας κείμενο. Δημοσιεύθηκε την 1η Μαΐου 1897 στην εβδομαδιαία γαλλική εφημερίδα των Παρισίων «Le Monde Illustrée» και υπομνηματίζεται ως «Λάρισα. Γενική άποψη».
Στο χαρακτικό αυτό έχουμε μια μακρινή άποψη της Λάρισας από νότια. Ο χαράκτης στάθηκε σε κάποια υπερυψωμένη περιοχή του Μεζούρλου, περίπου από το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Η απόσταση καταγραφής, όπως αναφέρθηκε, είναι πολύ μακρινή ώστε να συμπεριλάβει ολόκληρη την πόλη, γι’ αυτό και οι επί μέρους λεπτομέρειες της Λάρισας δεν μπορούν να διακριθούν εύκολα σε μια έντυπη δημοσίευση. Με τη μεγέθυνση που συνοδεύει την εικόνα και η οποία είναι επικεντρωμένη στο κεντρικό σημείο της Λάρισας, συγκεκριμένα στον λόφο της Ακρόπολης, μπορεί κανείς να διακρίνεις ορισμένα κτίρια σχεδιασμένα με πολύ αδρές γραμμές.
Στο εμπρός και κάτω μέρος της εικόνας παρατηρείται μια τεράστια, επίπεδη και άγονη έκταση, όπου κοπάδια ζώων βρίσκουν την τροφή τους. Η έκταση αυτή τελειώνει προς την πόλη σε μια μακριά σειρά ισόγειων κτιρίων όμοιας αρχιτεκτονικής κατασκευής, τα οποία κατά διαστήματα διακόπτονται από θύρες εισόδου ή μικρούς ελεύθερους χώρους. Όλο αυτό το συγκρότημα το οποίο καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της νότιας παρυφής της πόλης, αντιπροσωπεύει τους στρατώνες της Λάρισας. Αυτές οι επιμήκεις ισόγειες οικοδομές άρχισαν να κτίζονται το 1884 με δαπάνες του δημοσίου από το Υπουργείο Στρατιωτικών. Η Λάρισα μετά την απελευθέρωση του 1881 αποτελούσε την πιο κοντινή προς τα σύνορα μεγάλη πόλη και είχε άμεση ανάγκη κατασκευής οικημάτων τα οποία να στεγάσουν τον μεγάλο αριθμό στρατιωτικών μονάδων που διέθετε. Τελευταίος μειοδότης κατά τη δημοπρασία της κατασκευής τους υπήρξε ο Κωνσταντίνος Σκαλιώρας [1]. Σ’ αυτά τα οικήματα μπορούσαν να στρατωνισθούν 8–10.000 στρατιώτες. Ελάχιστα τμήματα από το συγκρότημα αυτό διατηρούνται μέχρι και σήμερα μέσα στο κεντρικό στρατόπεδο της 1ης Στρατιάς, αλλοιωμένα βέβαια από τον χρόνο.
Πίσω από τους στρατώνες αυτούς, οι οποίοι στο χαρακτικό δίνουν την εντύπωση οχυρού τείχους της Λάρισας, απλώνεται ολόκληρη η πολιτεία. Με πολλή δυσκολία μπορούμε να διακρίνουμε από αριστερά κατά σειρά πολλά μικρά ισόγεια σπίτια και δύο μουσουλμανικούς μιναρέδες. Είναι ο Αρναούτ μαχαλάς, η σημερινή συνοικία του Αγίου Αθανασίου. Εκεί που τελειώνουν τα σπίτια απεικονίζεται μια περιοχή με πλούσια βλάστηση από ψηλά δένδρα, η οποία παρακολουθεί την πορεία του Πηνειού ποταμού προς την πόλη. Στην ένθετη εικόνα η οποία βρίσκεται μεγεθυσμένη μέσα σε κύκλο, μπορούμε να διακρίνουμε ευκρινέστερα το τζαμί του Χασάν μπέη με τον τρούλο και τον πολύ ψηλό μιναρέ του. Ακολουθεί ο Λόφος της Ακρόπολης, πάνω στον οποίο φαίνεται αμυδρά η στέγη της βασιλικής του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου. Εμπρός του προέχει το χάνι των αδελφών Σαχίνη [2], ενώ δεξιότερα εξέχει λόγω του ύψους της το τριώροφο νεοκλασικό κτίριο το οποίο βρισκόταν στα νότια του ναού και στέγαζε την τραγική οικογένεια Ιωάννη Βελλίδη [3]. Στο υπόλοιπο μέρος του χαρακτικού καταγράφεται η υπόλοιπη πόλη, στο μέσον της οποίας διακρίνονται διώροφα κτίσματα τα οποία αντιστοιχούν σε κτίρια της Κεντρικής πλατείας, ενώ κατά διαστήματα η διαδρομή της πόλης διακόπτεται από τους οξυκόρυφους κορμούς των μιναρέδων της.
—————————————————————
[1]. Ο Κώστας Σκαλιώρας ήταν επιχειρηματίας και εργολάβος. Λέγεται ότι από τα χρήματα που κέρδισε από την κατασκευή των στρατώνων έκτισε το ομορφότερο αρχοντικό της Λάρισας στη συμβολή των σημερινών οδών Πατρόκλου και Ρούσβελτ, το οποίο όμως καταστράφηκε από τον σεισμό του 1941.
[2]. Το χάνι των αδελφών Σαχίνη ήταν ένα ογκώδες κτίριο στις νότιες παρυφές του λόφου, το οποίο την περίοδο εκείνη εξυπηρετούσε κυρίως τους ταξιδιώτες οι οποίοι κατέφθαναν από τη Δυτική Μακεδονία μέσω Ελασσόνας και κατευθύνονταν προς την Ήπειρο και τη νότιο Ελλάδα, γι’ αυτό και ονομαζόταν «Το Χάνι των Ηπειρομακεδόνων». Το 1905 περίπου μεταφέρθηκαν στο κτίριο αυτό οι ποινικές φυλακές της Λάρισας, οι οποίες μέχρι τότε βρίσκονταν στη βόρεια πλευρά της Κεντρικής πλατείας, εκεί που σήμερα ορθώνεται το μέγαρο που φιλοξενεί τη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης. Μετά απ’ αυτήν την αλλαγή χρήσης, το Χάνι των αδελφών Σαχίνη μετακόμισε σε άλλο χώρο στη γειτονική οδό Πολυκάρπου. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Χάνι Σαχίνη μετατρέπεται σε φυλακή, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 14ης Νοεμβρίου 2015.
[3]. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος. Ιωάννης Βελλίδης (1849-1890). Από την απόλυτη «παντοδυναμία» στην τραγική αυτοκτονία. εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 17ης Απριλίου 2016.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2022

 

IXNHΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Ο φονικός Ιταλικός βομβαρδισμός της Λάρισας

21 ΔεκεμβρΙου 1940


Το ξενοδοχείο "Το Στέμμα", η Λαϊκή Τράπεζα και η Στρατιωτική Λέσχη (πρώην Λέσχη Ασλάνη), κατεστραμμένα από τους βομβαρδισμούς  και τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941. Η πέμπτη ιταλική βόμβα  έπεσε στον μολυβένιο τρούλο της Στρατιωτικής Λέσχης. Απρίλιος 1941.Το ξενοδοχείο "Το Στέμμα", η Λαϊκή Τράπεζα και η Στρατιωτική Λέσχη (πρώην Λέσχη Ασλάνη), κατεστραμμένα από τους βομβαρδισμούς και τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941. Η πέμπτη ιταλική βόμβα έπεσε στον μολυβένιο τρούλο της Στρατιωτικής Λέσχης. Απρίλιος 1941.

Εδώ και τέσσερις εβδομάδες από τα μέσα ενημέρωσης γινόμαστε μάρτυρες μιας αναίτιας και ακατανόμαστης πολεμικής θηριωδίας των ρωσικών στρατευμάτων εις βάρος του Ουκρανικού λαού. Ανηλεείς βομβαρδισμοί καταστρέφουν στρατηγικά σημεία και πόλεις αυτής της χώρας, με χιλιάδες νεκρούς ως επί το πλείστον άμαχους.

Οι εικόνες που αντικρίζουμε μας υπενθυμίζουν κάτι αντίστοιχο το οποίο συνέβη κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Η πόλη μας ήταν και τότε, όπως είναι πάντα, στρατιωτικό κέντρο. Οι φωτογραφίες της εποχής εκείνης που απεικονίζουν τις καταστροφές που υπέστη τότε η Λάρισα από τους βομβαρδισμούς της ιταλικής αεροπορίας συγκρίνονται ασυνείδητα με εκείνες που προβάλλονται από την Ουκρανία. Με την ευκαιρία αυτή στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε στην αεροπορική επιδρομή που έγινε την 21η Δεκεμβρίου 1940 από ιταλικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα στο κέντρο της Λάρισας και τις επιπτώσεις του, ενώ ο ελληνικός στρατός πολεμούσε νικηφόρα και υποχρέωνε τον ιταλικό στρατό σε υποχώρηση στο αλβανικό μέτωπο. Οδηγοί μας θα είναι δύο άτομα που έζησαν από κοντά τη φρίκη εκείνη και την περιέγραψαν με ζωντανά χρώματα. Ο δικηγόρος και ιστορικός της Λάρισας Γεώργιος Ζιαζιάς και ο δημοσιογράφος της εφημερίδας "Ελευθερία" της Λάρισας Βασίλειος Βουτσιλάς.
Λίγες ημέρες μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η Λάρισα είχε γίνει στόχος βομβαρδιστικών επιθέσεων εκ μέρους της ιταλικής αεροπορίας. Αρχικά οι επιθέσεις αυτές ήταν αραιές και είχαν σαν στόχους αποκλειστικά αποθήκες πυρομαχικών και υλικών στρατού, τον σιδηροδρομικό σταθμό του ΣΕΚ (Λαρισαϊκός) και του Μεζούρλου. Αλλά η αστοχία τους ήταν παροιμιώδης και αυτός ήταν ο λόγος που ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων παρέμενε στην πόλη και δεν την είχε εγκαταλείψει, μετακομίζοντας σε πλησιόχωρους οικισμούς για ασφάλεια.
Όμως αυτά γίνονταν μέχρι τις παραμονές των Χριστουγέννων ώσπου ήλθε το μεσημέρι του Σαββάτου 21 Δεκεμβρίου του 1940. Οι Λαρισαίοι ετοιμάζονταν να εορτάσουν όσο καλύτερα μπορούσαν τα πολεμικά Χριστούγεννα. Την ημέρα εκείνη και ενώ όλα κυλούσαν ήρεμα και ομαλά, ξαφνικά άρχισαν να ηχούν δαιμονισμένα οι σειρήνες συναγερμού και σχεδόν ταυτόχρονα να ακούγονται στο κέντρο της Λάρισας εκρήξεις βομβών που εκσφενδόνιζαν τρία[1] ιταλικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα. Η αεράμυνα είχε καταληφθεί "εξ απήνης". Λέγεται ότι η συννεφιά στον ουρανό στάθηκε εμπόδιο στην έγκαιρη εντόπισή τους. Άλλοι, ότι δεν υπήρξε η κατάλληλη ενημέρωση από την Αεράμυνα των Τρικάλων. Όμως "οι κακές γλώσσες" λένε ότι οι υπεύθυνοι της Αεράμυνας της Λάρισας έπαιζαν τάβλι στο καφενείο "Πανελλήνιον" και δεν ήταν δυνατόν να πληροφορηθούν άμεσα την ειδοποίηση[2]. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όταν πλέον ήχησαν οι σειρήνες ο κόσμος έτρεχε πανικόβλητος προς τα καταφύγια[3] και οι βόμβες τους βρήκαν στους δρόμους.
Την ημέρα εκείνη οι Ιταλοί έριξαν πολλές βόμβες, χωρίς να διαχωρίσουν τους στόχους τους. Δεν βομβάρδισαν στρατιωτικούς σχηματισμούς ή διοικητικά κτήρια, αλλά απ' ευθείας τον άμαχο πληθυσμό. Καθώς το σμήνος των αεροπλάνων ερχόταν από νοτιοδυτικά προς το κέντρο της πόλης, η πρώτη βόμβα έπεσε στη γωνία των οδών Τζαβέλλα και Σκουφά, από την οποία προήλθε το πρώτο θύμα των βομβαρδισμών και ήταν γυναίκα. Η δεύτερη βόμβα έπεσε στη διασταύρωση των οδών Ταγματάρχου Βελισσαρίου και Σκουφά, αφαιρώντας τη ζωή από μια Εβραιοπούλα και προκαλώντας καταστροφές στα γύρω κτίρια. Η τρίτη βόμβα ήταν πιο φονική. Έπεσε στη γωνία των οδών Ανθίμου Γαζή και Παπακυριαζή και σκοτώθηκε μια μητέρα με τις τρεις κόρες της που τις κρατούσε από τα χέρια της, τη στιγμή που κατευθύνονταν προς το γειτονικό καταφύγιο, καθώς και μερικά άλλα άτομα τα οποία σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν σοβαρά[4]. Μια τέταρτη βόμβα έπεσε στο οικόπεδο που βρισκόταν νότια της Εθνικής Τράπεζας και στέγαζε τότε τον θερινό κινηματογράφο "Τιτάνια", η οποία προκάλεσε μόνον καταστροφές στα διπλανά κτίσματα.
Όμως η πιο πολύνεκρη βόμβα ήταν η πέμπτη. Έπεσε πάνω στον τρούλο του κτιρίου της Στρατιωτικής Λέσχης (παλαιότερα Λέσχη Ασλάνη και μετά ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία"). Ο τρούλος ήταν καλυμμένος με μολυβένια φολιδωτά φύλλα, τα οποία από την ορμή της εκραγείσας βόμβας εκτινάχθηκαν μακριά και πήραν τη μορφή κινούμενης λαιμητόμου. Από την έκρηξη αυτή αποκεφαλίστηκαν στην κυριολεξία και σκοτώθηκαν πολλοί Λαρισαίοι, οι οποίοι την ώρα εκείνη έτρεχαν να κρυφτούν στα παρακείμενα καταφύγια. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και μερικά λουστράκια τα οποία είχαν το στέκι τους στη βόρεια και την ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας (Β' Σώματος Στρατού) και τρεις απ' αυτούς γυάλιζαν τις μπότες αντίστοιχων Νεοζηλανδών αξιωματικών. Η έκτη βόμβα ήταν στην οδό Πανός, έξω από τα ψητοπωλεία. Στο σημείο αυτό σκοτώθηκε ένας χωρικός, του οποίου τα δύο άλογα που είχε ζεμένα στο διπλόκαρρο ήταν τραυματισμένα και ψυχορραγούσαν. Ένας Άγγλος αξιωματικός που βρέθηκε στο σημείο αυτό τα λυπήθηκε και με το πιστόλι του τα αποτελείωσε[5]. Η έβδομη βόμβα έπεσε ακριβώς επάνω στην οροφή του ζαχαροπλαστείου Πυγιόπουλου, το οποίο βρισκόταν επί της οδού Μακεδονίας (Βενιζέλου) στο ύψος της οδού Δήμητρας. Μάλιστα μεγάλα τμήματα της σκεπής του καταστήματος (κεραμίδια, τούβλα, ξύλα κλπ.) έφθασαν μέχρι την παρακείμενη Στοά Κουτσίνα (μαρτυρία Βαγγέλη Βοζαλή). Μια άλλη βόμβα, η όγδοη, έπεσε στην οδό Ολύμπου και ακολούθησαν και άλλες πιο κάτω. Μία που έπεσε στα Σουφλάρια (συνοικία Αγίων 40 Μαρτύρων) βρήκε την Αριάδνη Βουτσιλά, τη μητέρα του δημοσιογράφου της εφημερίδας "Ελευθερία" Βασιλείου Βουτσιλά την οποία σκότωσε.
Όταν έφυγαν από τον ουρανό της Λάρισας τα ιταλικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα, η πλατεία και οι γύρω δρόμοι, όπου τα φονικά πετούμενα του εχθρού άφησαν πολλούς σκοτωμένους, τραυματίες και ερείπια, έμοιαζαν με πεδίο μάχης. Πτώματα σε πολλά σημεία, τραυματισμένοι οι οποίοι ζητούσαν γοερά βοήθεια, τούβλα, πέτρες, φύλλα μολύβδου, σπασμένα τζάμια, δάκρυα και κλάματα από επιζώντες και συγγενείς των θανόντων, είχαν δημιουργήσει μια φρικιαστική ατμόσφαιρα.
Πέρασαν λίγα λεπτά από τον βομβαρδισμό και οι κρυμμένοι στα καταφύγια ανέκτησαν το θάρρος τους και έτρεξαν αμέσως στα καταστήματα και στα σπίτια τους. Συγχρόνως άρχισαν να καταφθάνουν πολιτοφύλακες, χωροφύλακες, αξιωματικοί και στρατιώτες για να μεταφέρουν τους τραυματισμένους στο Νοσοκομείο και να περισυλλέξουν τους σκοτωμένους.
Σιγά-σιγά η πλατεία γέμισε κόσμο, ο οποίος από περιέργεια και συμπόνια συγκεντρωνόταν για να αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια το πολυαίμακτο φονικό. 61 άτομα, μεγάλοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, έχασαν τη ζωή τους στην αεροπορική αυτή επιδρομή άδικα, άνανδρα και απρόσμενα. Ο Βασίλειος Βουτσιλάς στο δημοσίευμά του, τους αναφέρει όλους ονομαστικά, μη εξαιρουμένης και της μητέρας του.
Ήταν μια δραματική ημέρα του ελληνοϊταλικού πολέμου, κατά την οποία η πόλη μας θρήνησε πολλές δεκάδες θυμάτων και ανυπολόγιστες καταστροφές κατά τη διάρκεια ενός αναίτιου βομβαρδισμού, ο οποίος στρεφόταν αποκλειστικά σε άμαχο πληθυσμό, αφού ο ενεργός ανδρικός πληθυσμός πολεμούσε με επιτυχία τον εχθρό στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Στις 21 Δεκεμβρίου 1940 αθώοι άνθρωποι πλήρωσαν αρκετό φόρο αίματος, σαν να βρίσκονταν και αυτοί στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Το ίδιο συνέβη δύο περίπου μήνες αργότερα. Στις 2 Μαρτίου 1941, την επόμενη ημέρα του μεγάλου σεισμού που ισοπέδωσε τη Λάρισα και ενώ ακόμα κάτω από τα χαλάσματα βρίσκονταν παγιδευμένοι νεκροί και τραυματισμένοι, σμήνος ιταλικών αεροπλάνων βομβάρδισε την πολύπαθη πόλη. Ήταν μια απάνθρωπη συμπεριφορά την οποία καταδίκασαν όλα τα πολιτισμένα κράτη του πλανήτη.
Φωτογραφία από τον βομβαρδισμό της πόλης μας στις 21 Δεκεμβρίου 1940 δεν βρήκαμε. Δημοσιεύουμε όμως μια άλλη η οποία απεικονίζει τις καταστροφές σε κεντρικά κτίρια της Λάρισας μετά από τον σεισμό και τους ανηλεείς βομβαρδισμούς της ιταλικής και της γερμανικής αεροπορίας κατά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1941. Η λήψη έγινε μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην πόλη, από εξώστη του ξενοδοχείου "Ολύμπιον", με προσανατολισμό προς τη βόρεια πλευρά της πλατείας. Από αριστερά διακρίνεται το ξενοδοχείο "Το Στέμμα", δίπλα του το ισόγειο κτίριο στέγαζε το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, μεσολαβεί η οδός Φιλελλήνων και το επόμενο κτίσμα απεικονίζει τη Στρατιωτική Λέσχη. Λείπει ο τρούλος της, επειδή μετά τον βομβαρδισμό του Δεκεμβρίου του 1940 αποκαταστάθηκε μόνον η στέγη του. Εν τω μεταξύ τα συντρίμμια από τον σεισμό και τους βομβαρδισμούς έχουν συσσωρευτεί στο πεζοδρόμιο και δεν έχουν ακόμα απομακρυνθεί. Τα πλάκωνε όλα η σκλαβιά…

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

[1]. Ο Γιώργος Ζιαζιάς αναφέρει ότι πετούσαν τέσσερα βομβαρδιστικά αεροπλάνα.
[2]. Χατζίδης Διονύσης. 21 Δεκεμβρίου 1940. Ο βομβαρδισμός της Λάρισας από τους Ιταλούς. εφ. "Ελευθερία", ένθετο "Reporter", φύλλο της 23ης Δεκεμβρίου 2001.
[3]. Καταφύγια κεντρικά υπήρχαν στα υπόγεια της Εθνικής και της Αγροτικής Τράπεζας, στην αυλή των Δικαστηρίων (μαρτυρία Βαγγέλη Βοζαλή) και κυρίως στο ξενοδοχείο "Ολύμπιον" το οποίο ήταν τότε νεότευκτο και κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν).
[4]. Βουτσιλάς Βασίλειος. Στις 21 Δεκεμβρίου του 1940, όταν η Λάρισα βομβαρδίστηκε. Πολυάριθμοι οι νεκροί και τραυματίες. εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 19 Δεκεμβρίου 1982.
[5]. Ζιαζιάς Γιώργος. Χρονικό. Περασμένα και αξέχαστα του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης του Εμφυλίου. Λάρισα (1998), σελ 27.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Προσκοπικά τωλ στον χώρο των Δικαστηρίων

 
Προσκοπικά talls στον χώρο των προπολεμικών δικαστηρίων.  Από το βιβλίο του Ευάγγελου Ρηγόπουλου "Σαν πήγα στα λυκάκια..."  που θα παρουσιασθεί στις 7 Ιουνίου, σελ. 382. Φωτογραφία του 1960 περίπου.Προσκοπικά talls στον χώρο των προπολεμικών δικαστηρίων. Από το βιβλίο του Ευάγγελου Ρηγόπουλου "Σαν πήγα στα λυκάκια..." που θα παρουσιασθεί στις 7 Ιουνίου, σελ. 382. Φωτογραφία του 1960 περίπου.

Η δημοσιευόμενη σήμερα φωτογραφία θα συγκινήσει τους παλιούς προσκόπους της Λάρισας. Απεικονίζει δύο στρατιωτικά τωλς, τα οποία βρίσκονταν στην κατεστραμμένη από τον σεισμό του 1941 περιοχή των προπολεμικών δικαστηρίων της Λάρισας, στη γωνία των οδών Κούμα και Μεγ. Αλεξάνδρου.

Είχαν κατασκευασθεί τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (1947-48) από τις υπηρεσίες του στρατού ειδικά για να στεγάσουν συστήματα Προσκόπων. Με την ευκαιρία αυτή θα κάνουμε μια ιστορική αναδρομή του συγκεκριμένου χώρου, η οποία ξεκινάει από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και φθάνει μέχρι τις ημέρες μας.
Αρχικά η περιοχή αυτή ανήκε στον Τούρκο Οσμάν Εφέντη μπέη και αργότερα περιήλθε στην ιδιοκτησία του γνωστού στη Γενισεχίρ (Λάρισα) Νετζίπ μπέη που ήταν πεθερός του Σελήμ πασά, διοικητή της Θεσσαλίας [1]. Ο Επαμ. Φαρμακίδης στο βιβλίο του για τη Λάρισα αναφέρει ότι το κονάκι αυτό του Νετζίπ μπέη, με τη συνδρομή της γυναίκας του, της Νετζίπ μπέινας, ήταν ανοικτό και φιλόξενο σε όλους. Με το κονάκι αυτό συνδέεται και η σαρκοφάγος του Ιπποκράτη[2]. Το κονάκι της μαζί με την έκταση που το περιέβαλλε, απέκτησε η Χριστιανική Κοινότητα της Λάρισας. Το κατεδάφισε και με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Ιωακείμ Κρουσουλούδη (1870-1875) αποφασίστηκε η κατασκευή στον χώρο αυτόν κτιρίου με προορισμό να στεγάσει το Γυμνάσιο της Λάρισας που έλειπε[3]. Με εισφορές των μελών της Κοινότητας ξεκίνησε η ανέγερση, όμως η δαπάνη κατασκευής του δεν προϋπολογίστηκε καλά και το 1878 το κτίριο έμεινε ημιτελές. Ευθύς μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης ανακοίνωσε ότι «...εις εφαρμογήν της υπ’ αριθμ. 1135/1881 διαταγής της Βασιλικής Νομαρχίας Λαρίσης, παραχωρείται εις το Δημόσιον το ημιτελές Διδακτήριον της ενταύθα Χριστιανικής Κοινότητος, όπερ είχεν προορισθεί διά Γυμνάσιον. Ο Δήμος Λαρίσης, όστις αντιπροσωπεύει την παλαιάν Κοινότητα εψηφίσατο την παραχώρησιν, όπως γίνει χρήσις αυτής προς ωφέλειαν των κατοίκων. Εψηφίσατο άμα και τον διορισμόν Εφορευτικής Επιτροπείας εκ των Χρ. Γεωργιάδου, Αριστ. Αλέκου και Βασιλείου Αργυροπούλου»[4]. Μόλις το κτίριο περιήλθε στο Δημόσιο η Ελληνική Κυβέρνηση το ολοκλήρωσε σύντομα και σ’ αυτό στεγάσθηκε το Διδασκαλείο, σχολή επιπέδου Παιδαγωγικής Ακαδημίας, από το οποίο αποφοιτούσαν δάσκαλοι. Στις 10 Οκτωβρίου 1882 έγινε με επισημότητα η έναρξη της λειτουργίας του Διδασκαλείου Λαρίσσης.
Στις 7 Ιανουαρίου 1905, συγκλόνισε τη Λάρισα σεισμός, ο οποίος έπληξε και το κτίριο του Διδασκαλείου. Επτά ημέρες αργότερα πυρκαγιά αποτέφρωσε το παλιό Τουρκικό Διοικητήριο στην Κεντρική πλατεία, το οποίο στέγαζε τις δικαστικές υπηρεσίες και το Δημόσιο Ταμείο της Λάρισας. Επειδή έπειτα από τον σεισμό ήταν επικίνδυνη η παρουσία φοιτητών στους χώρους του Διδασκαλείου, ο Δήμος αποκατέστησε τις βλάβες του και αποφασίσθηκε να στεγασθούν προσωρινά στο κτίριο αυτό και ορισμένες δικαστικές υπηρεσίες, μέχρι την κατασκευή νέου κτιρίου. Το 1907 το Διδασκαλείο σταμάτησε τη λειτουργία του και το κτίσμα περιήλθε ολόκληρο στη χρήση των Δικαστηρίων[5].
Το κτίριο των Δικαστηρίων αρχιτεκτονικά αποτελούνταν από τρία επιμήκη ισόγεια κτίσματα με ημιυπόγειο, εκ των οποίων το μήκος του μεσαίου ήταν μικρότερο των δύο άλλων. Τα τρία κτίσματα τα χώριζαν δύο στενοί διάδρομοι. Η είσοδος του Διδασκαλείου, όπως ανέφερε στις αναμνήσεις του ο παλαιός πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Τάκης Ιατρού, ήταν από την πλευρά της οδού Παπακυριαζή, αργότερα όμως η κύρια είσοδος μετατοπίσθηκε στην πλευρά που έβλεπε προς την Πλατεία Θέμιδος. Αρχιτέκτονας ήταν ο ίδιος που έκτισε και το Τουρκικό Διοικητήριο, ο Στυλ. Βουκαδόρος από τη Ζάκυνθο. Η μορφή του είχε ήπια νεοκλασικά στοιχεία, με κυριότερα τα τριγωνικά αετώματα στις απολήξεις των νότιων επί της Παπακυριαζή και των βόρειων επί της Πλατείας προσόψεων.
Στις 21 Δεκεμβρίου 1940 η Λάρισα δέχθηκε έναν ανηλεή ιταλικό βομβαρδισμό. Δυόμισι μήνες αργότερα (1 Μαρτίου 1941) επισκέφθηκε την πόλη ο Εγκέλαδος με έναν δυνατό σεισμό. Το κτίριο των Δικαστηρίων υπέστη σοβαρές καταστροφές και οι δικαστικές υπηρεσίες αναγκαστικά σκορπίστηκαν σε διάφορα κτίσματα της πόλης, εκείνα τα οποία επέζησαν κάπως από τις συμφορές. Μεταπολεμικά το οικόπεδο των Δικαστηρίων είχε γεμίσει με πρόχειρα παραπήγματα και στρατιωτικά τωλς (κυματοειδείς τοξοειδείς σιδερένιες κατασκευές) που στέγαζαν προσκόπους και άλλες βοηθητικές υπηρεσίες. Στον υπόλοιπο χώρο επικρατούσε πολλή και άναρχη βλάστηση. Θυμάμαι πολύ καλά ότι τα πρώτα μαθήματα σαν λυκόπουλο και πρόσκοπος τα πήρα μέσα σε ένα από αυτά τα τωλς.
Μόλις η χώρα συνήλθε από την κατοχή και τον εμφύλιο άρχισαν οι πιέσεις προς την κεντρική εξουσία από τα Διοικητικά Συμβούλια των εκάστοτε Δικηγορικών Συλλόγων, αλλά και από διάφορους φορείς της πόλης, για την κατασκευή νέου Δικαστικού Μεγάρου. Έπειτα από μια εικοσαετία προσπαθειών και παλινωδιών για τη θέση κατασκευής του, στις 30 Οκτωβρίου 1966 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος και στις 29 Ιουνίου 1972 εγκαινιάσθηκε το σημερινό Δικαστικό Μέγαρο.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
---------------------------------------------------------------
[1]. Β. Καλογιάννης, Τα Δικαστήρια της Λαρίσης και η μακρά ιστορία τους. Από το «Σεράγι» της Τουρκοκρατίας, στο σύγχρονο «Θέμιδος Μέλαθρον», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 30ής Ιουνίου 1972.
[2]. Ο ιατρός Σωτήριος Σαμαρτζίδης ισχυρίσθηκε ότι κατά το 1826, έπειτα από σφοδρή νεροποντή, αποκαλύφθηκε έξω από τη Λάρισα, στον δρόμο προς τον Τύρναβο, μαρμάρινη σαρκοφάγος η οποία έφερε πλάκα με επιγραφή η οποία περιείχε και τη λέξη ΙΠΠΟΚΡΑΤ. Η πλάκα μεταφέρθηκε στο σπίτι του Νετζίπ μπέη. Ο Σαμαρτζίδης αναφέρει ότι σε επίσκεψή του στο κονάκι της Νετζίπ μπέινας (ο σύζυγός της εν τω μεταξύ είχε πεθάνει), εντόπισε το κάλυμμα της σαρκοφάγου με την επιγραφή στο λουτρό της οικίας του και αντέγραψε τα τμήματα της επιγραφής που ήταν ευδιάκριτα, μεταξύ των οποίων και την αναφερθείσα ημιτελή λέξη ΙΠΠΟΚΡΑΤ. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Σωτήριος και Ευφροσύνη Σαμαρτζίδου. Το ζευγάρι που ανακίνησε το θέμα του τάφου του Ιπποκράτη. Εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2017.
[3]. Την περίοδο εκείνη η Λάρισα είχε τη δυνατότητα να προσφέρει στους μαθητές γραμματικές γνώσεις μόνον επιπέδου Ελληνικού Σχολείου. Όποιος ήθελε να ακολουθήσει γυμνασιακές σπουδές ήταν αναγκασμένος να μετακομίζει στη Λαμία και κυρίως στη Βαρβάκειο Σχολή της Αθήνας.
[4]. Από τα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Λαρίσης.
[5]. Πιο πριν σε δύσκολους καιρούς στέγασε το Ελληνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (μεθοριακές συγκρούσεις με τους Τούρκους το 1886) και το Οθωμανικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (ελληνοτουρκικός πόλεμος 1897-1898).

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022

 

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’ ΤΟ 1881 ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ-B’

Περιγραφή του Τυρνάβου και της Λάρισας


Τα Ανάκτορα της Λάρισας πνιγμένα μέσα στο πράσινο,  όπως ήταν περί το 1900. Φωτογραφία από το επιστολικό  δελτάριο αριθμ. 242 της Ελληνικής Ταχυδρομικής ΥπηρεσίαςΤα Ανάκτορα της Λάρισας πνιγμένα μέσα στο πράσινο, όπως ήταν περί το 1900. Φωτογραφία από το επιστολικό δελτάριο αριθμ. 242 της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Ολοκληρώνουμε σήμερα την περιγραφή της πρώτης επίσκεψης του Βασιλιά Γεωργίου Α’ στη Λάρισα, η οποία διήρκησε από την Τετάρτη 7 μέχρι τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 1881, οπότε αναχώρησε για Φάρσαλα.
Την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 1881, στη 1 το μεσημέρι και μετά το πρόγευμα, αναχώρησε ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ με τον στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο και τη συνοδεία του με άμαξες για να επισκεφθεί τον Τύρναβο. Ο συγγραφέας καταγράφει ονομαστικά τα χωριά από τα οποία πέρασε η πομπή: Κιόσκι, Γιάννουλη, Οτζάκ-Κιόι, Βαβά Οζάκ, Δένδρα. Φθάνοντας στα περίχωρα του Τυρνάβου συνάντησαν «παμμέγιστον Στρατώνα επί της αριστεράς πλευράς της οδού, προ του οποίου υψούται αψίς μεγαλοπρεπής εκ λευκού υφάσματος. Προ της αψίδος αναμένουσιν ο Δήμαρχος της πολίχνης, η Διευθύντρια του Παρθεναγωγείου μετά των κορασίων λευχειμονούντων (ντυμένα στα λευκά) και πλήθος πολιτών με αναπεπταμένας σημαίας. Ο δήμαρχος προσεφώνησε τον Βασιλέα. Τα κοράσια ψάλλουσι». Στη συνέχεια διέρχονται «γέφυρα μεγίστη 16 αψίδων επί του Τιταρησίου. Η γέφυρα αύτη είναι τουρκικής κατασκευής, κτισθείσα υπό του Βελή πασά. Διερχόμενοι τας οδούς της πολίχνης καλυπτόμεθα υπό ανθέων δι’ ών αι γυναίκες ραίνουσιν εκ των παραθύρων την Α. Μ. Ο ενθουσιασμός των κατοίκων είναι μέγιστος. Είδον γραίαν κλαίουσαν υπό χαράς». Η πομπή κατευθύνθηκε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, όπου αναπαύθηκε για λίγο ο Βασιλιάς και εκεί υποδέχθηκε τη Διευθύντρια του Παρθεναγωγείου με τις μαθήτριες, οι οποίες του υπέβαλλαν τα σέβη των, ζητωκραύγασαν υπέρ της Βασιλικής οικογενείας και έψαλλαν διάφορα άσματα.
Περιγραφή του Τυρνάβου:
«Ο Τύρναβος κείται επί των υπωρειών του όρους Λουσφάκι, επί της αριστεράς όχθης του ποταμού Τιταρησίου, του επιλεγομένου Ξηριά και Ξηράγι, όστις διοχετεύει ως κύριον παραποτάμιον του Πηνειού τα εκ των ανατολικών πλευρών του Ολύμπου και τα εκ δυτικών του όρους Αρμάδες (του αρχαίου Κυφού)[1] κατερχόμενα ύδατα. Εκτίσθη υπό του κατακτητού της Θεσσαλίας Τουραχάν μπέη. Κατοικείται υπό 5.500 κατοίκων ως έγγιστα, εξ ών 300 έως 400 Τούρκοι. Ο πληθυσμός του όλου Δήμου ανέρχεται εις 15.000. Αι οικίαι είναι πενιχραί και αι οδοί λιθόστρωτοι και σκολιαί. Υπό το όρος Λουσφάκι και επί λόφου κείται η Μονή του Προφήτου Ηλιού, εις ήν διαμένει είς (ένας) μοναχός, αριστερά δε της Μονής υπάρχει οδός ανερχομένη επί της κορυφής του όρους, ένθα το σύνορον των δύο κρατών. Επί του διασέλου (αυχένας του όρους) φαίνονται δύο σκοποί Τούρκοι. Δεξιά της πολίχνης υπάρχει οδός επί του όρους, άγουσα εις Ελασσόνα μέσω Δερβέν-Μελούνα[2], αριστερά δε ετέρα υπό το όρος Σιδηροπάλουκον, άγουσα εις Δαμάσι. Η μεν επί του όρους, η δε επίπεδος. Αμφότεραι αποτελούσι σημεία στρατηγικά. Εν τη πολίχνη ταύτη υπήρχε διάσημος Σχολή ιδρυθείσα το 1730 [3], εν τη οποία εμαθήτευσεν ο Κούμας. Σήμερον έχει εκτός του Παρθεναγωγείου, εν Σχολείον Ελληνικόν αρρένων και δύο δημοτικά, συντηρούμενα εκ των εκκλησιαστικών κτημάτων (βακουφίων). Προς το μέσον της Μονής του Προφήτου Ηλιού και εντεύθεν αυτής φαίνονται τα ερείπια του μεγάρου του Βελή πασά, υιού του Αλή πασά[4]».
Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου ήταν προγραμματισμένη εκδρομή προς τα Τέμπη. Όμως βροχή διαρκείας η οποία άρχισε από τα μεσάνυχτα αναγκαστικά τη ματαίωσε.
Την Κυριακή 11 Οκτωβρίου στις 6 το απόγευμα ο ειρηνοδίκης Λαρίσης Απόστολος Μαλαχατόπουλος, ο οποίος εκτελούσε τότε και χρέη Συμβολαιογράφου, επισκέφθηκε την οικία του Χουσνή μπέη όπου κατέλυε κατά την παραμονή του στη Λάρισα ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ με τους αυλικούς του. Εκεί συντάχθηκε το συμβόλαιο αγοράς της εν λόγω οικίας από τον τελευταίο[5]. Τον Βασιλιά εκπροσωπούσε ο Ανδρέας Καλίνσκης, επιμελητής της Βασιλικής Χορηγίας, ενώ τον Χουσνή μπέη, ο οποίος είχε επιστρέψει μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη, ο αδελφός του Χαηρή μπέης.
Περιγραφή της Λαρίσσης:
Η Λάρισα κειμένη παρά την δεξιάν όχθην του Πηνειού ποταμού, επί ελαφράς κλιτύος προς αυτήν, έχει προς βορράν τον Όλυμπον, αι κορυφαί του οποίου είναι άνυδροι και ξηραί και βορειοανατολικώς την Όσσαν (Κίσσαβον). Η προς το Θεσσαλικόν πεδίον μεσημβρινή πλευρά της Όσσης είναι ξηρά, συνισταμένη εκ τιτανολίθου και μόνον νομαί τινες υπάρχουσιν, ένθα βόσκουσι ποίμνια. Η αρκτική όμως πλευρά αυτού έχει άφθονον βλάστησιν. Κατά τας υπωρείας του όρους υπάρχουσι δάση καστανεών και πλατάνων, ανωτέρω δε οξείαι (οξιές), ενιαχού δε ελάτη και φιλύραι (φλαμουριές).
Είναι πολις αρχαιοτάτη, υπό πλείστων αναφερομένη συγγραφέων. Εκτίσθη υπό του Λαρίσου, υιού του Πελασγού και ήτο η επισημοτέρα πασών των φερουσών το αυτό όνομα πόλεων. Το όνομα Λάρισα είναι Πελασγικόν και σημαίνει Ακρόπολις. Πολλαί τοιαύται υπήρχον, ως λ. χ. εν Κρήτη, εν Μυτιλήνη, εν Φθιώτιδι, η γνωστή Λάρισα η Κρεμαστή και αλλαχού. Εν αυτή έζησε και απέθανε ο Ιπποκράτης. Επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου η Λάρισα κατέστη Μητρόπολις, εκ της οποίας εξηρτώντο14 επισκοπαί υπό τον Άγ. Αχίλλιον. Ο νυν μητροπολιτικός ναός ο φέρων το όνομα τούτου, ανηγέρθη προς τιμήν του, πυρποληθείς δε ανοικοδομήθη το 1794 υπό του τότε Μητροπολίτου Διονυσίου Καλλιάρχου. Κατοικείται νυν από 21.000 κατοίκους ως έγγιστα, εκ των οποίων 6.000 Έλληνες, 12.000 Τούρκοι και 3.000 Ισραηλίται. Εξαίρεσιν των άλλων πόλεων παρέχει η Λάρισα ως προς τους Ιουδαίους, οίτινες εν άλλαις πόλεσι θεωρούμενοι ως οι πλουσιώτεροι, ενταύθα εισίν ενδεέστατοι.
Αι οικίαι της πόλεως είναι μονώροφοι, αι πλείσται εκ ξυλοτοίχου (τσατμά), τινές εκ πλίνθων και ολίγισται λιθόκτιστοι. Αι οδοί είναι στεναί, σκολιαί και ακάθαρτοι, αι πλείσται δε λιθόστρωτοι (γκαλντερίμι). Αι πλείσται των οικιών και προπάντων αι Οθωμανικαί, αίτινες διαιρούνται εις ανδρωνίτην και γυναικωνίτην, έχουσιν ευρείς περιβόλους μετά κήπων και δια τούτο η πόλις κατέχει μεγάλην έκτασιν αναλόγως του πληθυσμού. Η πόλις έχει δύο στρατώνες, 4 ναούς, 27 τεμένη, πέντε ελληνικά Σχολεία, έν τουρκικόν, Στρατιωτικόν Νοσοκομείον και 5 πυριτιδαποθήκας. Τα καταστήματα ταύτα είναι άπαντα λιθόκτιστα. Έχει προσέτι και 35 χάνια, εις τα οποία δύνανται να χωρέσωσιν 800 περίπου ίπποι.
Η πόλις έχουσα περιφέρειαν τεσσάρων χιλιομέτρων περιβάλλεται δια τάφρου και προχώματος ή μάλλον σωρών χώματος, επί του οποίου από απόστασιν υπάρχει προμαχητικόν μέτωπον, ένδεκα τοιούτων υπαρχόντων καθ’ όλην την περιφέρειαν. Όλων τούτων δεσπόζει η εντός του προχώματος Ακρόπολις, εκ της οποίας βλέπει τις ορίζοντα θαυμάσιον. Έχει πέντε θύρας φερούσας τα ονόματα Βόλου, Φαρσάλων, Τρικάλων, Τυρνάβου και Αγιάς (Τσάγεζι).
Η Λάρισα έχει, καθώς και τα Τρίκαλα, αγοράν σκεπαστήν[6], υπό την οποίαν δύναται τις να διέλθη εν καιρώ θέρους χωρίς να ενοχληθή υπό των ακτίνων του ηλίου, γίνεται δε καθώς και εις τα Τρίκαλα, εβδομαδιαία αγορά εις ήν πολλοί είναι οι συρρέοντες και πολλά τα πωλούμενα εμπορεύματα.
Οι κάτοικοι της Λαρίσης υδρεύονται εκ του ποταμού, ούτινος το ύδωρ διυλιζόμενον δια τριών πίθων (εις έκαστον οίκον), δεν είναι επιβλαβές όπως εκείνο των Τρικάλων, το κλίμα όμως και ενταύθα δεν είναι υγιεινόν ως εκ των περί την πόλιν ελών και των υπέρ αυτήν ορέων Ολύμπου και Όσσης, εκ των οποίων κατέρχεται ψυχρός άνεμος, μεταβάλλων επαισθητώς την θερμοκρασίαν και προ πάντων εν καιρώ θέρους (;)».
Τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 1881 ο Βασιλιάς μετά της συνοδείας του αναχώρησαν εις Φάρσαλα.
------------
[1]. Το βουνό ονομαζόταν Αμάρμπεης και όχι Αρμάδες. Είναι το αρχαίο όρος Κυφός (καμπούρης) κοντά στα ερείπια της αρχαίας πόλης Άζωρος (παλαιότερα ονομαζόταν Βουβάλα). Είναι Περραιβικό βουνό το οποίο περιγράφεται και από τον Στράβωνα.
[2]. Δερβένι. Τουρκική λέξη η οποία σημαίνει στενή διάβαση δια μέσου ορεινών όγκων. Εν προκειμένω, διάβαση Μελούνας.
[3]. Ιδρύθηκε πολύ νωρίτερα, κατά τον 17ο αιώνα.
[4]. Ως γνωστόν το ανάκτορο του Βελή πασά βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Τιταρησίου ποταμού, στην περιοχή Τούμπα, αμέσως αριστερά μετά την έξοδο της γέφυρας με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης του Τυρνάβου.
[5]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Τίτλοι ιδιοκτησίας Ανακτόρων Λαρίσσης. Εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 8ης Αυγούστου 2018, όπου υπάρχει καταγεγραμμένο ολόκληρο το συμβόλαιο.
[6]. Είναι η πρώτη φορά που συναντώ την αγορά αυτή και δεν μπορώ να εντοπίσω πού ακριβώς βρισκόταν.