Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Νέα «ανάγνωση» σε μια παλιά εικόνα της πόλης


«Στη γωνία του δρόμου μπροστά από το Ταχυδρομείο της Λάρισας».  Μια κοσμοπολίτικη εικόνα του 1897 στην καρδιά της Λάρισας. Χαρακτικό από  την εφ. «The Illustrated London News». 1 Μαΐου 1897, σ. 606. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.«Στη γωνία του δρόμου μπροστά από το Ταχυδρομείο της Λάρισας». Μια κοσμοπολίτικη εικόνα του 1897 στην καρδιά της Λάρισας. Χαρακτικό από την εφ. «The Illustrated London News». 1 Μαΐου 1897, σ. 606. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Eχουμε τονίσει σε προηγούμενα σημειώματά μας ότι η αναζήτηση σκόρπιων μικρών ειδήσεων σε παλιές εφημερίδες της Λάρισας, αλλά και άλλων πόλεων (Αθήνα, Λαμία, κ.ά.) μπορεί να ανακαλύψει μικρά διαμαντάκια, τα οποία να συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στη γεφύρωση χασμάτων της τοπικής ιστορίας και να διευκρινίσουν και επιλύσουν διάφορες διφορούμενες απόψεις.


Στο σημερινό μας σημείωμα επαναδημοσιεύουμε ένα γνωστό χαρακτικό της Λάρισας του 1897. Η αγγλική υποσημείωση αναφέρει ότι η εικόνα αναπαριστάνει σκηνή σε μια γωνιά του δρόμου κοντά στο Ταχυδρομείο της Λάρισας. Και επειδή η ονομασία της πλατείας Ταχυδρομείου συνδέεται με την παρουσία του κτιρίου της ομώνυμης υπηρεσίας, όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στο κείμενο της προηγούμενης Κυριακής[1], σε πρώτη ανάγνωση πριν από καιρό η απεικονιζόμενη στη σημερινή εικόνα σκηνή αποδόθηκε ότι συνέβη στη διασταύρωση των σημερινών οδών Παπακυριαζή και Παναγούλη. Όμως για όσους γνώριζαν την πολεοδομία της παλιάς Λάρισας, κάτι δεν τους φαινόταν φυσιολογικό. Δεν μπορούσε να εξηγηθεί η παρουσία του μιναρέ. Μεταξύ αυτών και ο Θεόδωρος Παλιούγκας, ιστορικός της Λάρισας ο οποίος ασχολήθηκε με την περίοδο της τουρκοκρατίας και κυκλοφόρησε μάλιστα ένα θαυμάσιο δίτομο έργο[2], πίστευε από παλιά ότι η εικόνα αυτή είναι μεν αναπαράσταση μιας σκηνής σε πολυσύχναστο δρόμο της Λάρισας, αλλά δεν είναι η αναφερόμενη γωνία της Πλατείας Ταχυδρομείου, αλλά κάπου αλλού στην πόλη, σε κεντρικότερο σημείο της.
Αυτές τις ημέρες ήλθαν δύο γεγονότα τα οποία απέδειξαν ότι η άποψη όσων πίστευαν την τελευταία εκδοχή δικαιώθηκαν. Το πρώτο γεγονός είναι ότι το κτίριο του Ταχυδρομείου στην ομώνυμη πλατεία ήταν διώροφο και κτίσθηκε στη Λάρισα από τους εργολάβους αδελφούς Οικονόμου γύρω στα 1900. Άρα το 1897 που έγινε η καταγραφή της εικόνας το κτίριο αυτό δεν υπήρχε, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από το χαρακτικό, όπου το γωνιακό κτίριο (το υποτιθέμενο Ταχυδρομείο), όσο διακρίνεται, είναι μια ισόγεια οικοδομή. Το δεύτερο γεγονός προέρχεται από την πιο κάτω είδηση η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μικρά» στο φύλλο της 19ης Οκτωβρίου 1907. Έχει τον τίτλο “Η ΛΑΡΙΣΑ ΟΥΡΗΤΗΡΙΟΝ” και δημοσιεύω το τμήμα που μας αφορά: «Τοιουτοτρόπως θα εκφρασθή δια την πόλιν μας πάς ξένος επισκεπτόμενος αυτήν και διερχόμενος της οδού Φιλελλήνων, όπου τα δημοτικά μαγαζεία. Όλος ο χώρος ο μεταξύ της Λέσχης και των δημοτικών μαγαζείων, ως και ο απέναντι, όπου ήτο το παλαιόν τηλεγραφείον, μετεβλήθησαν εις μεγάλα ουρητήρια και αποχωρητήρια, καταντά δε αδύνατος η διαμονή των πέριξ καταστηματαρχών εις τα μαγαζεία των». Το 1907 που δημοσιεύθηκε η είδηση το μέγαρο Χατζημέτου είχε οικοδομηθεί και στον όροφο λειτουργούσε η Λέσχη Ασλάνη. Είχε κτισθεί στον χώρο όπου μέχρι το 1905 βρίσκονταν οι ποινικές φυλακές. Στη συνέχεια επί της οδού Φιλελλήνων υπήρχαν δημοτικά καταστήματα και απέναντι στην άλλη γωνία βρισκόταν παλαιότερα το παλαιό Τηλεγραφείο. Το σημείο αυτό είναι κομβικό. Μας αποκαλύπτει ότι απέναντι από τη Λέσχη, εκεί όπου αργότερα στεγάσθηκε το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας ήταν παλιότερα (πριν το 1907) το Τηλεγραφείο, το οποίο μάλιστα βρισκόταν δίπλα από το ξενοδοχείο «Στέμμα», όπου διέμεναν οι περισσότεροι πολεμικοί ανταποκριτές ξένων εφημερίδων και περιοδικών. Προφανώς με την κατασκευή του κτιρίου στην πλατεία Ταχυδρομείου στις αρχές του 1900, μεταστεγάσθηκαν σ’ αυτό το Ταχυδρομείο και το Τηλεγραφείο.
Επανερχόμενοι στη σημερινή εικόνα, αντικρίζουμε ένα από τα ωραιότερα χαρακτικά της Λάρισας εκείνης της περιόδου. Θεωρείται ότι καταγράφει μία από τις παραστατικότερες στιγμές καθημερινής ζωής στην πόλη μας πριν ακόμη αρχίσουν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Προς τα αριστερά διακρίνεται μέρος της γωνίας ενός ισόγειου κτίσματος το οποίο βρίσκεται στη γωνία των οδών Φιλελλήνων και Αλεξάνδρας (Κύπρου) και στέγαζε το 1897 το Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο της Λάρισας. Στους τοίχους του είναι αναρτημένες διάφορες ανακοινώσεις, οι οποίες έχουν προφανώς κάποια σχέση με την επαπειλούμενη πολεμική σύρραξη, γι’ αυτό και δύο άτομα, στρατιωτικοί αν λάβει υπ’ όψη του κανείς τα πηλίκα που φορούν, τις διαβάζουν με προσοχή. Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει την εικόνα αυτή είναι η έντονη κίνηση ατόμων και των δύο φύλων, με κάθε λογής ενδυμασίες να διασχίζουν την οδό Φιλελλήνων. Υπερέχουν αξιωματικοί με τις όμορφες στολές, τις μπέρτες και τα σπαθιά τους και στρατιώτες. Υπάρχουν επίσης ιερωμένοι και αγρότες. Αλλά η ομορφιά της ενισχύεται με την παρουσία τεσσάρων τουλάχιστον όμορφων καλοντυμένων γυναικών με καπελίνα και μαντήλες και ενός ευσταλούς εύζωνα με όπλο, σπαθί και σφαίρες.
Δεξιά και απέναντι από το Ταχυδρομείο, υπάρχουν στη σειρά ισόγεια κτίσματα τα οποία συνέχονται με τις φυλακές οι οποίες δεν διακρίνονται. Το ένα από αυτά παρουσιάζει μια όμορφη αλλά παραμελημένη πρόσοψη, με τη χαρακτηριστική ανατολική αρχιτεκτονική, κατάλοιπο της πρόσφατης τότε τουρκοκρατίας. Τα καταστήματα αυτά, όπως και το κτίριο των φυλακών ήταν ιδιοκτησία του Οθωμανού Μεχμέτ Χατζημέτου, τα οποία ο ιδιοκτήτης τα κατεδάφισε για να κτίσει το 1905 το επιβλητικό του μέγαρο με τον χαρακτηριστικό τρούλο. Στο βάθος πίσω από τα καταστήματα προβάλλει επιβλητικός ο μιναρές του Μπαϊρακλί τζαμί, που βρισκόταν επί της οδού Παπαφλέσσα και ίχνη του έχουν αποκαλυφθεί και διατηρούνται μέχρι σήμερα.


[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το παλιό Ταχυδρομείο, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 4ης Σεπτεμβρίου 2022.
[2]. Παλιούγκας Θεόδωρος. Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α’, Λάρισα (1996) και τόμ. Β΄, Κατερίνη (2007).

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2022

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Οι Στρατώνες της Λάρισας


Το κτίριο της φωτογραφίας είναι ένα από τα οικήματα των στρατώνων της Λάρισας που κτίσθηκαν το 1887.  Φωτογραφία του 1917 από την παρουσία του στρατηγού Sarrail και Γάλλων στρατιωτών στη Λάρισα. Αρχείο Φωτοθήκης.Το κτίριο της φωτογραφίας είναι ένα από τα οικήματα των στρατώνων της Λάρισας που κτίσθηκαν το 1887. Φωτογραφία του 1917 από την παρουσία του στρατηγού Sarrail και Γάλλων στρατιωτών στη Λάρισα. Αρχείο Φωτοθήκης.

Στις 31 Αυγούστου 1881 κατά την αποχώρηση των Οθωμανών από τη Λάρισα, οι ελευθερωτές άνδρες του ελληνικού στρατού στρατωνίστηκαν, ελλείψει στρατώνων, σε πρόχειρα καταλύματα, σε σκηνές και σε άδεια τούρκικα κονάκια, οικήματα εντελώς ακατάλληλα.

Η έλλειψη αυτή έγινε αντιληπτή στην ελληνική κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή, καθώς η πόλη γρήγορα θα αποτελούσε, όπως και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας [1], στρατιωτικό κέντρο. Όπως θα δούμε, το 1887, μόλις έξι χρόνια από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, στην πόλη μας οικοδομήθηκαν σύγχρονοι για την εποχή τους στρατώνες μεγάλης χωρητικότητας, ίχνη των οποίων υπάρχουν και σήμερα. Αλλά για το ιστορικό της κατασκευής και τη λεπτομερή περιγραφή τους θα παραθέσουμε δημοσίευμα της αθηναϊκής εφημερίδας «Ακρόπολις» στο φύλλο της 25ης Σεπτεμβρίου 1887, το οποίο έχει τον τίτλο «Οι εν Λαρίσση Στρατώνες» [2] και ο συντάκτης του υπογράφεται ως Ι. Π. Κ. Επειδή το δημοσίευμα είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα και η ανάγνωση σε πολλούς θα παρουσίαζε δυσκολίες, μεταφράσθηκε στην καθομιλουμένη για πλήρη κατανόηση. Όπου χρειάζεται θα υπάρχει και ο απαιτούμενος σχολιασμός:
ΟΙ ΣΤΡΑΤΩΝΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ
«Τέλος πάντων! Μπορούμε να πούμε ότι αρχίσαμε να σκεπτόμαστε κάπως σοβαρότερα γύρω από τα στρατιωτικά μας πράγματα. Βέβαια οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, αντιληφθήκαμε πόση επιβάρυνση είχε κάθε επιστράτευση όσον αφορά την πειθαρχία, την άσκηση και την υγεία του στρατού, λόγω της παντελούς σχεδόν έλλειψης στρατώνων. Όπως είναι γνωστό, πολλά από τα θύματα αν όχι όλα, μπορούμε να πούμε ότι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο λόγω του στρατωνισμού σε υγρά, μολυσμένα και σαπισμένα καταλύματα. Σε άλλους πάλι δυστυχείς, αν δεν επέφεραν τον θάνατο, μετέδιδαν τα μικρόβια, ποιος γνωρίζει, πόσων καταστροφικών νοσημάτων. Οι κατά καιρούς κυβερνήσεις επιδείκνυαν πάντοτε ασυγχώρητη αμέλεια στο θέμα αυτό, εκτός της κυβέρνησης του αείμνηστου Κουμουνδούρου. Τις ενέργειές της συνέχισε η προηγούμενη κυβέρνηση [3], η οποία είχε διατάξει την ανακαίνιση του καμένου και μισοερειπωμένου μεγάλου στρατώνα του Τυρνάβου, που είχε τη δυνατότητα να φιλοξενεί 12.000 άνδρες [4]. Όμως πριν ακόμη αρχίσει η ανακαίνιση εμφανίσθηκαν τα απρόοπτα εκείνα συνοριακά γεγονότα [5], τα οποία καταστρατήγησαν κάθε διαταγή. Όπως όμως αποδεικνύουν τα γεγονότα, τις κυβερνήσεις αυτές τις ξεπέρασε η παρούσα [6]. Θεώρησε το ζήτημα των στρατώνων ως την πρώτη απ’ όλες τις ανάγκες και υπέκυψε στην μεγάλη αλήθεια ότι χωρίς κατάλληλα καταλύματα, αντί να καταστήσουμε τον στρατό μας κατά την ειρηνική περίοδο γενικό σχολείο για ολόκληρη τη νεότητα, διατρέχουμε τον κίνδυνο να βλέπουμε τους στρατιώτες να απολύονται από τις τάξεις του στρατεύματος με πολλά ελαττώματα και κακές έξεις και ως μόνη ανάμνηση του στρατιωτικού τους βίου να είναι η απογοήτευση. Η παρούσα κυβέρνηση για να προλάβει όλα αυτά τα κακά προχώρησε στην κατασκευή μεγάλων στρατώνων στη Λάρισα, ικανών να φιλοξενούν 12.000 και πλέον άνδρες. Τα σχεδιαγράμματα των οικημάτων αυτών εκτέθηκαν πριν έναν χρόνο σε μειοδοσία και κατακυρώθηκαν στους εργολάβους μηχανικούς κ.κ. Μιλτ. Ζάννου, Στασινοπούλου και Σιας αντί 1.200.000 δραχμών [7]. Το έργο αυτό άρχισε αμέσως και με τον τρόπο που προχωρούν οι εργασίες πιστεύεται ότι εντός του προσεχούς μηνός [Οκτώβριος 1887] θα έχουν αποπερατωθεί και θα παραδοθούν τα τέλεια αυτά οικήματα προς χρήσιν του στρατού μας στη Λάρισα.
Οι στρατώνες αυτοί βρίσκονται στο νοτιοδυτικό μέρος της Λάρισας, σε απόσταση πέντε λεπτών. Αποτελούνται από 70 περίπου αυτοτελή οικήματα, τα οποία στο σύνολό τους καλύπτουν ένα ορθογώνιο τετράπλευρο. Η κύρια όψη των οικημάτων αυτών είναι κάθετη προς την πόλη και παρουσιάζουν τέσσερα επιμήκη παραλληλόγραμμα, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους με αρκετή απόσταση. Κάθε παραλληλόγραμμο αναλογεί σε ένα σύνταγμα και περιέχει δώδεκα οικήματα για τους ισάριθμους λόχους του, εκτός των αποθηκών ιματισμού, υλικού πολέμου και των στάβλων. Κάθε οίκημα είναι στερεά κτισμένο με λίθους συνδεδεμένους με τα κατάλληλα κονιάματα και μόνιμα χρωματισμένο, απέχει από το διπλανό του περί τα δέκα μέτρα, από δε σύνταγμα σε σύνταγμα απέχουν τα οικήματα περί τα είκοσι μέτρα. Τα οικήματα αυτά είναι μονώροφα και αρκετά ψηλά. Κάθε ένα απ’ αυτά μπορεί να φιλοξενεί άνετα από 250 άνδρες. Για να μπει κανείς σ’ αυτά πρέπει να ανεβεί τρία με τέσσερα πέτρινα σκαλοπάτια. Το εσωτερικό τους είναι χωρισμένο σε τέσσερις θαλάμους, εκ των οποίων οι δύο χρησιμοποιούνται ως θάλαμοι ύπνου, όπως έχουν τώρα οι λόχοι των ταγμάτων. Ο τρίτος θάλαμος είναι το εστιατόριο και ο τέταρτος η αίθουσα διδασκαλίας. Η διάταξη αυτή, όπως είναι φυσικό, δεν διατηρείται σε περίπτωση επιστράτευσης. Οι θάλαμοι του ύπνου διακρίνονται από τα κινητά από σίδερο και ξύλα κρεβάτια. Όλοι οι θάλαμοι φέρουν στους τοίχους σιδερένια ερείσματα με πολλά άγκιστρα για το κρέμασμα του ιματισμού και του οπλισμού των στρατιωτών.
Στο κέντρο των θαλάμων βρίσκονται αρκετοί λουτήρες για κάθε χρήση, απέναντι δε απ’ αυτούς υπάρχει ένας μικρός θάλαμος ο οποίος χρησιμοποιείται από τον επιλοχία του λόχου. Αμέσως μετά την είσοδο βρίσκονται δεξιά και αριστερά άλλοι δύο μικροί θάλαμοι, οι οποίοι χρησιμεύουν ο μεν ένας ως κοιτώνας των υπαξιωματικών, ο δε άλλος ως γραφείο του σιτιστή και του βοηθού του. Δίπλα από την έξοδο βρίσκεται ακόμα ένας θάλαμος ο οποίος χρησιμεύει σαν αποθήκη του λόχου. Ολόκληρο το οίκημα αερίζεται με αρκετά ψηλά παράθυρα και έχει επαρκή φωτισμό. Κάθε οίκημα έχει και το αφοδευτήριό του, το οποίο απέχει 2-3 μέτρα και αποτελείται από κινητό βόθρο, ο οποίος αδειάζει και ξεπλένεται κάθε 24 ώρες. Με τον τρόπο αυτόν δεν αποτελεί μολυσματική εστία, ούτε δηλητηριάζει σε μεγάλη απόσταση την ατμόσφαιρα, όπως δυστυχώς παρατηρείται σε όλα τα δημόσια καταστήματα. Κάθε οίκημα έχει το δικό του μαγειρείο, το οποίο γειτονεύει, σύμφωνα με μια άσχημη ελληνική συνήθεια, με το αφοδευτήριο (sic). Είναι κτισμένο με όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις καλών μαγειρείων, με τις σκευοθήκες, τις πινακοθήκες και όλα τα συμπαρομαρτούντα.
Ως γραφείο του Συντάγματος χρησιμεύει τριώροφη οικία κτισμένη με πολλή καλαισθησία, η οποία βρίσκεται μερικά μέτρα πριν από την πρόσοψη κάθε παραλληλόγραμμου. Στο κέντρο του όλου ορθογωνίου που καταλαμβάνουν τα οικήματα υπάρχει τετράπλευρη πλατεία, η οποία μπορεί να χωρέσει και τα τέσσερα Συντάγματα σε φάλαγγα λόχου. Στο κέντρο της διακρίνεται ένα μεγάλο μαρμάρινο ηλιακό ρολόι. Πίσω από την πλατεία υπάρχουν διάφορες αποθήκες και οι στάβλοι του πεζικού και του ιππικού, οι οποίοι διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους που τιμά τους διεκπεραιωτές αυτής της μελέτης. Το έδαφός τους είναι πλακόστρωτο και επικλινές, ώστε τα ρέοντα ούρα να αποβάλλονται με τη συμβολή κάποιου αυλακιού. Οι ξύλινες και επενδυμένες με λευκοσίδηρο φάτνες στηρίζονται πάνω σε κομψά μαρμάρινα ερείσματα τα οποία απέχουν μεταξύ τους δύο μέτρα. Πίσω από κάθε έρεισμα, βρίσκονται σιδερένιοι στύλοι με δύο προβολές για την ιπποσκευή των αντίστοιχων ίππων. Επί της οροφής υπάρχουν (χειροκίνητα) ανεμιστήρια, τα δε παράθυρα ανοιγοκλείνουν αρθρωτά εκ των άνω προς τα κάτω. Με τον τρόπο αυτόν οι ίπποι προφυλάγονται από το ψύχος, συγχρόνως δε αερίζονται οι στάβλοι και φωτίζονται καλώς. Εκτός των μεγάλων αποθηκών της νομής του ιππικού συντάγματος, κάθε οίκημα ίλης έχει και κάποια μικρή αποθηκούλα για τη νομή της τετραημερίας ή και εβδομάδος.
Κατά τις μαρτυρίες των ειδικών όλα αυτά έγιναν με τη χρήση των καλύτερων υλικών, καθώς οι αναλαβόντες την εργασία αυτή απέβλεπαν μόνον εις το ηθικόν και όχι εις το υλικόν συμφέρον».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Υπάρχουν περιηγητές οι οποίοι αναφέρουν ότι η Λάρισα κατά την παρουσία του Σουλτάνου στη Λάρισα κατά τα χρόνια 1667-1669 είχε πληθυσμό 300.000 κατοίκων, γεγονός εξωπραγματικό, το οποίο δικαιολογείται κατά ένα μεγάλο μέρος από τον αυξημένο αριθμό στρατιωτικών.
[2]. Το συγκεκριμένο κείμενο εντόπισε το μέλος της Φωτοθήκης Αχιλλέας Καλτσάς, μου το παραχώρησε και τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.
[3]. Αναφέρεται στην κυβέρνηση Θεόδωρου Δεληγιάννη (Μάιος 1885-Μάιος 1886).
[4]. Οι πυρπολημένοι στρατώνες του Τυρνάβου πρέπει να ήταν από την εποχή του Βελή πασά. Το 1822 ο τελευταίος συνελήφθη από τα στρατεύματα του Σουλτάνου και σκοτώθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Λίγα χρόνια αργότερα πυρπολήθηκε από τους Οθωμανούς του Τυρνάβου και το μεγαλοπρεπέστατο Σαράι του, το οποίο βρισκόταν στη αριστερή όχθη του Τιταρήσιου (Ξηριά), στη σημερινή θέση Τούμπα.
[5]. Εννοεί τις συνοριακές εχθροπραξίες μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στα σύνορα της Μελούνας και του Ζάρκου τον Μάιο του 1886.
[6]. Από τον Μάιο του 1886 μέχρι το 1890 πρωθυπουργός ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης.
[7]. Ιστορικοί και δημοσιογράφοι της Λάρισας (Κώστας Περραιβός, Γιώργος Ζιαζιάς) αναφέρουν μεταξύ των εργολάβων και τον Λαρισαίο Κωνσταντίνο Σκαλιώρα. Μάλιστα λέγεται ότι από τα κέρδη της εργολαβίας αυτής έκτισε και το όμορφο αρχοντικό του που βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Πατρόκλου και Ρούσβελτ, εκεί όπου ήταν το Στρατολογικό γραφείο.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

 

ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΟ

Η Νέμεσις

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

ΓΕΝΙΚΑ – ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Η Νέμεσις υπήρξε αρχαιότατη θεότητα, που άλλοτε προσδιορίζεται ως Ιχναίη(α), άλλοτε ως Αδράστεια ή Ραμνουσία. Το όνομά της προέρχεται από το ρήμα «νέμω», οπότε δήλωνε αρχικά τη δίκαιη διανομή, τη μοιρασιά που γίνεται βάσει νόμιμης εξουσίας. Αργότερα απέκτησε τη σημασία της δικαστικής δράσης εκ μέρους της εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Μεταφορικά λέγοντας «Νέμεση» εννοούμε τη θεία δίκη.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ: Κατά τη “Θεογονία” του Ησιόδου, η Νύχτα δίχως σύντροφο αρσενικό γέννησε την Νέμεση, για να κρατά ισορροπία στις ανθρώπινες υποθέσεις1. Στα “Διονυσιακά” του Νόννου2 έχουμε μια διαφορετική άποψη, που θέλει την Νέμεση κόρη του Ωκεανού, ενώ ο Υγίνος3 χαρακτηρίζει γεννήτορες της Νέμεσης το Έρεβος και τη Νύχτα.

ΡΑΜΝΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΑΔΡΑΣΤΕΙΑ: Ονομαζόταν, επίσης, Ραμνουσία, εξαιτίας ενός αγάλματος και ενός ναού της στον Ραμνούντα της Β. Αττικής. Το επίθετο Αδράστεια που της αποδόθηκε, και που σημαίνει «εκείνη από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει», ανήκε μάλλον στη φρυγική θεότητα Κυβέλη και αποδόθηκε στη Νέμεση μεταγενέστερα. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά και στη Σμύρνη.

ΤΙΜΩΡΟΣ ΤΗΣ ΥΒΡΕΩΣ: Η Νέμεσις ως θεότητα προσωποποιούσε, μαζί με τη Θέμιδα και την Ειμαρμένη, την έννοια της δικαιοσύνης και της αποκατάστασης της τάξης στη φύση, στην κοινωνία, στον κόσμο ευρύτερα, όταν αυτή διασαλευόταν. Τότε τιμωρούσε την υπεροψία και την αλαζονεία των ανθρώπων, τη λεγόμενη “ύβριν”. Αν κάποιος αδικεί τους άλλους συνεχώς, τότε κάποια στιγμή η ίδια η ζωή, ή η Νέμεσις για τους αρχαίους Έλληνες, θα του θέσει ένα επώδυνο »φρενάρισμα» στην πορεία του. Είναι η λεγόμενη θεία δίκη.

Ο ΜΥΘΟΣ: Κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Απολλόδωρος, γράφουν πως η Νέμεσις όταν ενώθηκε με τον Δία, γέννησε την Ελένη. Παρόλο που η Νέμεσις υπέστη μεγάλη καταδίωξη για να αποφύγει το Δία. Κατά την καταδίωξή της πέρασε από στεριές και θάλασσες, αλλάζοντας συνέχεια τη μορφή της. Όταν την έφτασε ο Δίας, ενώθηκε τελικά μαζί του με τη μορφή χήνας, όταν εκείνος είχε τη μορφή κύκνου. Η Νέμεσις γέννησε ένα αυγό το οποίο βρήκε στο δάσος ένας βοσκός και το έδωσε στη Λήδα. Η Λήδα το έκλεισε σε ένα ντουλάπι και όταν γεννήθηκε η Ελένη, την ανέθρεψε σαν κόρη της. Όμως, υπάρχουν τουλάχιστον άλλες δύο εκδοχές για το αυγό αυτό. Κατά την πρώτη εκδοχή, ο Ερμής το έριξε στον κόρφο της Λήδας. Ενώ κατά τη δεύτερη το αυγό αυτό έπεσε από τον ουρανό.

ΝΕΜΕΣΙΣ ΚΑΙ ΤΕΛΧΙΝΕΣ: Σε κάποιες αρχαίες μυθογραφικές διηγήσεις διαβάζουμε πως από την ένωση του Ταρτάρου και της Νέμεσης γεννήθηκαν οι Τελχίνες. Τα ονόματα αυτών των Τελχινών ήταν Χρυσός, Άργυρος και Χαλκός, από τα μέταλλα που είχαν ανακαλύψει. Ο Βακχυλίδης, αντίθετα, ισχυρίζεται πως τα ονόματα αυτών ήταν: Ακταίος, Μεγαλήσιος, Ορμενός και Λύκος. Οι Τελχίνες ήταν μάγοι ή πνεύματα που προκαλούσαν βροχή, χαλάζι, χιόνι και κεραυνούς. Περιγράφονται συχνά δίχως χέρια ή πόδια. Ήταν όντα αμφίβια και είχαν κάτι από άνθρωπο και κάτι από ψάρι. Τους περιέγραφαν με μεμβράνη στα δάχτυλα, ενώ φημισμένες οικογένειες ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τη γενιά τους! Πάντως στους Τελχίνες θα αναφερθούμε με περισσότερες λεπτομέρειες στη σχετική ενότητα.

ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΘΕΑΣ: Σύμβολα της θεάς είναι ο πήχυς και το χαλινάρι. Τα σύμβολα αυτά είναι ιδιαίτερα ενδεικτικά. Με τον πήχυ η Νέμεσις προσμετρά τις ανθρώπινες σκέψεις, τα συναισθήματα, τις δράσεις, ενώ με το χαλινάρι θέτει ένα όριο στην αχαλίνωτη ασυδοσία του εγωισμού των ανθρώπων. Έτσι η έπαρση και αλαζονεία των θνητών έναντι των Νόμων, η “ύβρις” δηλαδή, και η αδιαφορία για το κοινό καλό, “θεραπεύονται” με τη δράση της Νέμεσης που εν τέλει απονέμει τη δικαιοσύνη.

ΠΑΡΑΘΕΜΑ: Ορφικός Ύμνος [61]: εις την Νέμεσιν. “Εσένα τη Νέμεση καλώ,
τη βασίλισσα την πανίσχυρη, μέσω της οποίας αποκαλύπτονται οι πράξεις των θνητών ανθρώπων, την αιώνια, την αξιοσέβαστη, με την απεριόριστη όραση, εκείνη που αγκαλιάζει με το ορθό και το δίκαιο. […] σε κάθε θνητό είναι γνωστή η επιρροή σου, και οι άνθρωποι βογγούν πίσω από τα δίκαια δεσμά σου, γιατί κάθε σκέψη καλά κρυμμένη στο μυαλό, ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στη θέα σου. […] Έλα ευλογημένη και ιερή Θεά, εισάκουσε την προσευχή μου, και βάλε στη φροντίδα σου τη ζωή του πιστού σου, την αγαθοεργή σου βοήθεια δώσε στην ώρα της ανάγκης, και άφθονη ισχύ στη δύναμη της λογικής, τις σκέψεις τις ασεβείς, τις αλαζονικές και τις χαμερπείς διώξε μακριά
”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Στράβων,9.1.17. Απολλόδωρος 3.127. Υγίνος, Αστρονομία, 2.8.Παυσανίας, 7.5.3. Νόννος, Διονυσιακά, 48, 375. Βακχυλίδης, Αποσπ. Ομηρικός Ύμνος III στον Δήλιο Απόλλωνα 89f. Ορφικός Ύμνος 61 στην Νέμεσιν. Βακχυλίδης Αποσπ. 52 (από τον Τζέτζη περί Θεογονίας) Dr. Vollmer, WörterbuchderMythologieallerVölker, Stuttgart: Hoffmann’scheVerlagsbuchhandlung, 1874. ΛεξικόνΣουΐδα, λήμμα: Ραμνουσία Νέμεσις.

  1. Ησίοδος, Θεογονία, 223.
  2. Νόννος, Διονυσιακά, 48, 375.
  3. Υγίνος, Αστρονομία, 2.8.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το παλιό Ταχυδρομείο


Το κτίριο του Ταχυδρομείου και Τηλεγραφείου στη γωνία των οδών Μουσών (Παπακυριαζή) και Αχιλλέως (Παναγούλη) στην πλατεία Ταχυδρομείου. Λεπτομέρεια επιστολικού δελταρίου του Fr. Caloutas από τη Σύρο. Αρχείο Φωτοθήκης.Το κτίριο του Ταχυδρομείου και Τηλεγραφείου στη γωνία των οδών Μουσών (Παπακυριαζή) και Αχιλλέως (Παναγούλη) στην πλατεία Ταχυδρομείου. Λεπτομέρεια επιστολικού δελταρίου του Fr. Caloutas από τη Σύρο. Αρχείο Φωτοθήκης.

Η φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο με τον τίτλο «Λάρισσα-Πλατεία Ταχυδρομείου», του φωτογράφου Francois E. Caloutas (γαλλική απόδοση του Φραγκούλη Ευαγγέλου Καλουτά [1887 – 1952]) που είχε φωτογραφείο στην Ερμούπολη της Σύρου.

Ο Καλουτάς είχε επισκεφθεί την πόλη μας περί το 1915 και κυκλοφόρησε 12 αριθμημένες κάρτες με απόψεις από τη Λάρισα και τη γύρω περιοχή (Τύρναβος, Τέμπη). Η φωτογραφία αποτυπώνει το κτίριο του Ταχυδρομείου-Τηλεγραφείου που βρισκόταν στη βορειοανατολική γωνία της πλατείας Ταχυδρομείου [1], στη συμβολή των σημερινών οδών Παπακυριαζή (Μουσών παλαιότερα) και Παναγούλη (Αχιλλέως παλαιότερα).
Η πρώτη αναφορά που έχουμε για το Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο της Λάρισας ανάγεται στο 1897, όταν κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου το κτίριο κατακλυζόταν κυριολεκτικά από ξένους και Έλληνες δημοσιογράφους, οι οποίοι ενημέρωναν ταχυδρομικά και τηλεγραφικά τα Μέσα Ενημέρωσης στα οποία ανήκαν, για την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων. Μάλιστα η αγγλική εφημερίδα «The Illustrated London News» δημοσίευσε στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1897 ένα θαυμάσιο χαρακτικό που αποτυπώνει με μεγάλη λεπτομέρεια την ασυνήθιστη κίνηση που επικρατούσε έξω από το ταχυδρομείο την περίοδο εκείνη [2]. Σήμερα πιστεύεται ότι το κτίριο του ταχυδρομείου που απεικονίζεται στο χαρακτικό αυτό βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της Κεντρικής πλατείας (γωνία Κύπρου-Φιλελλήνων;).
Το κτίριο του Ταχυδρομείου της δημοσιευόμενης φωτογραφίας κατασκευάσθηκε μετά τον πόλεμο του 1897. Ήταν κατασκευή και ιδιοκτησία των αδελφών Οικονόμου, οι οποίοι είχαν και άλλες σημαντικές ιδιοκτησίες στη Λάρισα [3]. Ήταν διώροφο, με σαφή νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία στην πρόσοψη, η οποία έβλεπε στην πλατεία Ταχυδρομείου. Στο ισόγειο στεγαζόταν το Ταχυδρομείο και στον όροφο το Τηλεγραφείο και αργότερα όταν μπήκε στη ζωή μας το τηλέφωνο, το Τηλεφωνείο [4]. Για την άνοδο υπήρχε εσωτερική ξύλινη σκάλα και επάνω δεξιά ήταν το τηλεγραφείο. Αριστερά ήταν οι τηλεφωνικοί θάλαμοι. Την εποχή εκείνη όσοι ήθελαν να κάνουν συνδιάλεξη, έπρεπε να πάνε στο τηλεφωνείο να δώσουν την πρόσκληση και να περιμένουν ώρες ολόκληρες να πάρουν γραμμή. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι οι οποίοι επιζητούσαν την εξυπηρέτηση με το τηλέφωνο, όχι μόνον γιατί βράδυνε η πραγματοποίηση των συνδιαλέξεων, αλλά και γιατί η ακουστικότητα δεν ήταν καλή. Γι’ αυτό σε επείγουσες περιπτώσεις κατέφευγαν στον τηλέγραφο, ενώ για τις συνήθεις επικοινωνίες προτιμούσαν την αλληλογραφία.
Μετά το 1930 το κτίριο αυτό των Τ.Τ.Τ. επειδή είχε υποστεί φθορές, κρίθηκε ακατάλληλο και το ταχυδρομικό γραφείο μετακόμισε στο αρχοντικό του ιατρού και παλιού δημάρχου της Λάρισας Αχιλλέα Αστεριάδη. Από τον σεισμό του 1941, ο όροφος από το κτίριο της πλατείας Ταχυδρομείου καταστράφηκε και γκρεμίσθηκε, ενώ παρέμεινε εν λειτουργία το ισόγειο στο οποίο στεγάσθηκαν διάφορα καταστήματα και δίπλα του λειτούργησε η ταβέρνα «Τα Πασαδάκια». Μεταπολεμικά ολόκληρος αυτός ο χώρος πωλήθηκε από τους κληρονόμους των αδελφών Οικονόμου στους αδελφούς Μάρκα, οι οποίοι κατασκεύασαν στη θέση αυτή το ξενοδοχείο Grand Hotel.
Το αρχοντικό του Αστεριάδη όπου μεταστεγάσθηκαν οι υπηρεσίες των Τ.Τ.Τ. βρισκόταν στη γωνία των οδών Κούμα και Ασκληπιού, εκεί που σήμερα βρίσκεται το φαρμακείο του Βάη και στη σειρά μερικά άλλα καταστήματα. Ήταν μία μεγαλοπρεπής κατοικία σε νεοκλασικό ρυθμό, με μεγάλη αυλή, η οποία φιλοξένησε κατά καιρούς διάφορες προσωπικότητες της πολιτικής, της επιστήμης και των γραμμάτων, ακόμη και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Όταν οι απόγονοι του Αχιλλέα Αστεριάδη εγκατέλειψαν τη Λάρισα, νοίκιασαν το ωραίο σπίτι τους στο δημόσιο για να στεγασθούν οι υπηρεσίες των τηλεπικοινωνιών, οι οποίες λειτούργησαν εδώ περίπου δέκα χρόνια και αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν όταν έπληξε τη Λάρισα τον Μάρτιο του 1941 ο μεγάλος σεισμός.
Μεταπολεμικά οι υπηρεσίες των Τ.Τ.Τ. στεγάσθηκαν σε διώροφο κτίριο επί της οδού βασιλίσσης Σοφίας (σήμερα Παπαναστασίου), ακριβώς απέναντι από το σημερινό μέγαρο του Ταχυδρομείου, μέχρις ότου έγινε ο διαχωρισμός των υπηρεσιών (ΕΛΤΑ και ΟΤΕ).


[1]. Αυτή η πλατεία, όπως και η Κεντρική, έχει αλλάξει κατά καιρούς διάφορες ονομασίες. Ξεκίνησε αρχικά ως Ταγματάρχου Λώρη. Αργότερα έγινε γνωστή ως πλατεία Ταχυδρομείου λόγω της παρουσίας του Ταχυδρομείου και Τηλεγραφείου, χωρίς να είναι η επίσημη ονομασία της, η οποία ήταν Ρήγα Φεραίου, Herford, δημάρχου Δημητρίου Χατζηγιάννη και άλλες. Σήμερα η επίσημη ονομασία της είναι πλατεία Εθνάρχου Μακαρίου. Στο χρονικό διάσημα 130 χρόνων ύπαρξής της, από τους κατοίκους της Λάρισας ήταν και είναι πάντα γνωστή ως πλατεία Ταχυδρομείου, αν και το Ταχυδρομείο από το 1930 ακόμη είχε μετακομίσει από την πλατεία.
[2]. Το χαρακτικό αυτό δημοσιεύθηκε στο βιβλίο: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λάρισα στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών (16ος – 19ος αιώνας), Λάρισα (2006), σελ. 144.
[3]. Η οικογένεια Αθανασίου Οικονόμου είχε καταγωγή από τα Ιωάννινα και διέμενε αρχικά στον Αμπελώνα (Καζακλάρ τότε). Τα παιδιά του, Αναστάσιος, Κωνσταντίνος και Νικόλαος Οικονόμου, ήταν εμπειρικοί εργολάβοι οικοδομών και η δραστηριότητά τους επεκτείνονταν και στη Λάρισα, στην οποία αργότερα μετακόμισαν οικογενειακά. Γνωστά κτίσματά τους ήταν το διπλό οίκημα του Αρσακείου και το αρχοντικό Οικονόμου-Φαληρέα, το οποίο διασώθηκε, βρίσκεται στην οδό Μανωλάκη αρ. 9-11 και σήμερα στεγάζει τα υπηρεσίες του ΟΚΑΝΑ.
[4]. Μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι υπηρεσίες αυτές είχαν τον γενικό τίτλο «Τρία Ταυ» (Τ.Τ.Τ.), δηλαδή Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο-Τηλεφωνείο.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το εξοχικό κέντρο «ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ»


Προπολεμική φωτογραφία η οποία απεικονίζει εκπροσώπους Αρχών και τοπικών Σωματείων με τα λάβαρα και τις σημαίες τους να διαπεραιώνονται μέσω περαταριάς (πορθμείου) στο Λούνα Παρκ την ημέρα της Πρωτομαγιάς.Προπολεμική φωτογραφία η οποία απεικονίζει εκπροσώπους Αρχών και τοπικών Σωματείων με τα λάβαρα και τις σημαίες τους να διαπεραιώνονται μέσω περαταριάς (πορθμείου) στο Λούνα Παρκ την ημέρα της Πρωτομαγιάς.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Το 1925 πυρκαγιά από άγνωστη αιτία κατέστρεψε το εξοχικό κέντρο «Αλκαζάρ», μαζί με όλα τα υπάρχοντά του. Ο επιχειρηματίας του Ρωμύλος Αυδής, ένας ευφυής και προοδευτικός επαγγελματίας, ο οποίος προπολεμικά άφησε εποχή στη Λάρισα στον τομέα της ψυχαγωγίας [1], βρέθηκε ξαφνικά μετέωρος. Το κτίριο και όλα τα εντός αυτού υπάρχοντα καταστράφηκαν εντελώς. Ο Αυδής δεν θέλησε να το επισκευάσει και έστρεψε τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του σε κάποια άλλα σημεία της πόλης.
Έπειτα από αναζητήσεις προτίμησε μια περιοχή πρασίνου στην αριστερή όχθη του Πηνειού, απέναντι από τα παλιά Σφαγεία.
Την περίοδο εκείνη η περιοχή αυτή αποτελούσε το τελευταίο υπόλειμμα πυκνού δάσους που υπήρχε τα παλαιότερα χρόνια και το οποίο άρχιζε από το Δασοχώρι (Ορμάν τσιφλίκ) και έφθανε μέχρι την αριστερή όχθη του Πηνειού. Το δένδρο που κυριαρχούσε στο δάσος αυτό, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν το καραγάτσι (η φτελιά). Όμως η συνεχής υλοτόμηση εξαφάνισε βαθμηδόν το δάσος και κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου είχε απομείνει μόνον η μικρή αυτή όαση απέναντι από τα Σφαγεία. Ο Αυδής βρήκε την τοποθεσία ειδυλλιακή και πολύ δροσερή για τους καλοκαιρινούς μήνες. Αποφάσισε λοιπόν να ζητήσει από τον Δήμο να του παραχωρηθεί για μια πενταετία ένα τμήμα της, με σκοπό να δημιουργήσει θερινό κέντρο αναψυχής για τους Λαρισαίους.
Ο δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας, έπειτα από τη σύμφωνη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου, έδωσε την έγκρισή του. Ο Ρωμύλος Αυδής, έμπειρος επιχειρηματίας, δημιούργησε στο σημείο αυτό ένα πολιτισμένο οικογενειακό ψυχαγωγικό κέντρο με το ιταλικό όνομα «Λούνα παρκ» (θα το μεταφράζαμε «άλσος του φεγγαριού»). Το πρόβλημα που είχε με τη διακίνηση των ατόμων ανάμεσα στις δύο όχθες του Πηνειού το έλυσε με την εγκατάσταση ειδικής σχεδίας, το «καραβάκι» όπως το έλεγαν τότε, η πορεία του οποίου καθοδηγείτο με ένα χοντρό συρματόσχοινο, προσαρμοσμένο στερεά στις δύο όχθες. Πολλοί ονόμαζαν τη σχεδία και «περαταριά».
Ο κόσμος έφθανε με τα πόδια ή με τις άμαξες στη σημερινή οδό Αεροδρομίου, κατέβαινε το μονοπάτι της όχθης μέχρι τη «Σκάλα» όπου προσάραζε η περαταριά. Επιβιβάζονταν σ’ αυτή και σε λίγα λεπτά πατούσαν στην αριστερή όχθη. Εκεί με τη βοήθεια λίγων σκαλιών ανέβαιναν σ’ ένα ξέφωτο. Υπήρχαν και μερικοί που με τις άμαξες που διέθεταν, ξεκινούσαν από το Αλκαζάρ, ακολουθούσαν τον χωματόδρομο που είχε χαραχθεί στην αριστερή όχθη παράλληλα με την πορεία του ποταμού και έφθαναν, κάπως δύσκολα ειν’ αλήθεια, στο «Λούνα παρκ».
Επειδή το κέντρο ήταν θερινό, ο καταστηματάρχης απέφυγε να κτίσει μόνιμη κατασκευή. Είχε μόνον εγκαταστήσει έναν μπουφέ σκεπαστό και κάτω από τα βαθύσκια καραγάτσια είχε απλώσει τραπεζοκαθίσματα. Φρόντισε ακόμα να ομορφύνει το περιβάλλον και με κάθε είδος λουλούδια. Το «Λούνα παρκ» άρχισε να λειτουργεί από το καλοκαίρι του 1926 και αμέσως χάρη στη γοητεία του τοπίου προσείλκυσε αρκετή πελατεία. Τις βραδινές ώρες κατέφθανε στο κέντρο η καλή κοινωνία της Λάρισας και με τη συνοδεία κάποιου γραμμόφωνου χόρευαν και διασκέδαζαν μέχρι αργά. Σερβίριζε κάθε είδους ποτά και εδέσματα. Βανίλιες ή «υποβρύχια» όπως τα ονόμαζαν μικροί και μεγάλοι, λεμονάδες από τα τοπικά εργοστάσια του Χαμαϊδή και του Δικόπουλου, γλυκά του κουταλιού και φυσικά τσίπουρο με γαργαλιστικούς μεζέδες.
Η λειτουργία του ξεκινούσε κάθε χρόνο την ημέρα της Πρωτομαγιάς. Πολλοί Λαρισαίοι πήγαιναν και γιόρταζαν τον ερχομό του καλοκαιριού ανάμεσα στο πράσινο και την οργιώδη βλάστηση. Μάλιστα την ημέρα εκείνη ο Σύλλογος των Παντοπωλών Λαρίσης είχε καθιερώσει να κάνει την ετήσια συγκέντρωσή του και τα μέλη του κατέφθαναν οικογενειακώς, καταλάμβαναν όλο το κέντρο και ξεφάντωναν [2].
Ο χώρος του «Λούνα παρκ» αγαπήθηκε πολύ από τους παλιούς Λαρισαίους. Όμως η λειτουργία του δεν κράτησε πολλά χρόνια. Περί το 1930 ο Ρωμύλος Αυδής αρρώστησε σοβαρά. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αιτία να σταματήσει να εργάζεται. Όταν μετά από λίγο καιρό απεβίωσε, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να συνεχίσει τη λειτουργία του.
Κατά την περίοδο της κατοχής η περιοχή του εξοχικού κέντρου είχε την ίδια τραγική μοίρα με το άλσος του Αλκαζάρ.
Ο παγερός χειμώνας του 1941-1942 ανάγκασε τους κατοίκους για να ζεσταθούν, να προβούν στη λαθραία υλοτόμηση των δένδρων, ακόμα και της γειτονικής περιοχής της Αγίας Μαρίνας. Σήμερα στην περιοχή αυτή περιφέρονται μόνον οι μνήμες των παλιών λαρισινών καλοκαιριών, με τις φεγγαρόλουστες βραδιές, τα γλέντια και τους ήχους ενός ξεκούρδιστου γραμμόφωνου. Το άλσος χάθηκε, όμως το όνομά του παραμένει.
————————————————
[1]. Το 1915 με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου παραχωρήθηκε στον Ρωμύλο Αυδή μέρος του Άλσους των Νυμφών (Αλκαζάρ), εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Κηποθέατρο και έκτισε μια ελαφρά πολυγωνική κατασκευή ανάμεσα στα δένδρα και δίπλα από το ποτάμι. Τοποθέτησε τραπεζάκια με καρέκλες κάτω από την παχιά σκιά των δένδρων και προμηθεύτηκε γραμμόφωνο με το οποίο πρόσφερε μουσική απόλαυση στους επισκέπτες οι οποίοι απολάμβαναν τον καφέ ή το τσίπουρο.
[2]. Πολλοί σύλλογοι της Λάρισας, διοργάνωναν τις ετήσιες συγκεντρώσεις των μελών τους το καλοκαίρι. Παλαιότερα τόπος συγκέντρωσης ήταν η περιοχή της Αγίας Μαρίνας, αλλά όταν άνοιξε το «Λούνα παρκ», το προτιμούσαν, γιατί ήταν πιο οργανωμένο και βρισκόταν πιο κοντά.

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Νικόλαος Ι. Ριζόπουλος

Εμπορος, κτηματίας και βουλευτής της Λάρισας (Α’ μέρος)


Νικόλαος Ι. ΡιζόπουλοςΝικόλαος Ι. Ριζόπουλος

Από τους πρωτεργάτες της Θεσσαλικής επανάστασης του 1878, ο Λαρισαίος έμπορος και κτηματίας Νικόλαος Ριζόπουλος διατηρεί δικαιολογημένα μία αξιοζήλευτη θέση στον κατάλογο των αγωνιστών της.

Μαζί με τους Φαρμακίδη, Ζαρμάνη, Λογιωτάτου, Γαλάτη, Γεωργιάδη, Χρυσοχόου και άλλους επώνυμους και ανώνυμους Λαρισαίους, μυήθηκε και διετέλεσε μέλος της μυστικής οργάνωσης «Αδελφική Ένωσις» (Παράρτημα Λαρίσης), που ιδρύθηκε στην Αθήνα υπό την προεδρία του τότε λοχαγού του πυροβολικού Κωνσταντίνου Ισχόμαχου.
Μετά από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο δημητριακών, ενώ διετέλεσε διαχειριστής και πληρεξούσιος της κτηματικής περιουσίας εύπορων Οθωμανών κτηματιών που άρχισαν να μεταναστεύουν μαζικά προς τη Μικρά Ασία. Πολλοί από αυτούς του μεταβίβασαν την ακίνητη περιουσία τους αντί μικρού σχετικά τιμήματος, με αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια να κατέχει μεγάλες εκτάσεις τόσο στη Λάρισα, όσο και στην ευρύτερη περιφέρειά της. Παράλληλα την πρώτη δεκαετία μετά από την απελευθέρωση της Λάρισας (1881-1891), συνήψε συμβάσεις με το Υπουργείο των Στρατιωτικών για την προμήθεια σίτου και κριθής για τις ανάγκες του στρατού της Θεσσαλίας. Χαρακτηριστική και ιδιαίτερη ενδιαφέρουσα (ως προς τους όρους της) είναι η σύμβαση που υπέγραψε το 1886 για την προμήθεια 100.000 οκάδων κριθής για τις ανάγκες του Α΄ Αρχηγείου Στρατού Λαρίσης [1].
Τον Φεβρουάριο του 1890 νυμφεύθηκε τη Φωτεινή, θυγατέρα της Αικατερίνης (†1911) και του Χρ. Καραστεργίου και αδελφής του γνωστού δικηγόρου της Λάρισας Νικολάου Καραστεργίου [2]. Ο τελευταίος του παραχώρησε ως προίκα το ποσό των 710 χρυσών τουρκικών λιρών (16,073,20 δρχ.) σε μετρητά, καθώς και είδη ένδυσης, επίπλωσης και τιμαλφή αξίας 5.948 δρχ. [3]. Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους (1890) έθεσε υποψηφιότητα ως βουλευτής Λαρίσης. Οι συμπολίτες του τον τίμησαν με την ψήφο τους και εκλέχθηκε βουλευτής στις εκλογές της 14ης Οκτωβρίου. Η θητεία του διήρκεσε δύο χρόνια (μέχρι τις 12 Μαρτίου 1892) [4].
Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και η προσωρινή κατοχή της Θεσσαλίας (1897-1898) έπληξαν σε μεγάλο βαθμό τις εμπορικές δραστηριότητες του Νικολάου Ριζόπουλου. Οι μεγάλες ιδιόκτητες αποθήκες σιτηρών που διατηρούσε στον Πέρα Μαχαλά (συνοικία Αγίου Χαραλάμπους), καθώς και το μεγάλο λιθόκτιστο διώροφο κτίσμα (για χρήση καφενείου στο ισόγειο και κατοικίας στον όροφο) στη συνοικία Καζγανή Ατίκ (νοτιοδυτικά της Κεντρικής πλατείας), πυρπολήθηκαν και καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Μετά από το τέλος της Κατοχής (1898), επιδιόρθωσε το διώροφο καφενείο και το ενοικίασε στους καφεπώλες Γεώργιο Γκουλιάμα και Νικόλαο Χρηστίδη [5]. Την ίδια περίοδο ορίστηκε και ως πληρεξούσιος επίτροπος της περιουσίας της Χαρίκλειας, χήρας του Ιωάννη Σαπουντζή από τον Βόλο [6]. Τον Δεκέμβριο του 1898 διορίσθηκε ως προσωρινός διευθυντής του υποκαταστήματος Λαρίσης της Τράπεζας Ηπειροθεσσαλίας [7] και παρέμεινε στη θέση του μέχρι την συγχώνευσή της με την Εθνική Τράπεζα (1899).
Τον Απρίλιο του 1899 ενοικίασε τα 2/6 του τσιφλικιού Ματαράγκα (στην Καρδίτσα) με όλα τα παραρτήματα και τα παρακολουθήματά του (αγροκτήματα, οικίες, αποθήκες, κονάκια, πανδοχεία και υδρόμυλους) αντί ετησίου μισθώματος 300 χρυσών λιρών (11.175 δρχ.). Το χωριό Ματαράγκα ανήκε τότε στην κυριότητα της Σενιφέ Χανούμ, χήρας του κτηματία Ιμπραήμ Ισμαήλ, η οποία είχε διορίσει ως πληρεξούσιό της τον τότε Οθωμανό βουλευτή Λαρίσης Χασήπ Σερέφβέη [8].
Η εμπορική δραστηριότητα του Νικολάου Ριζόπουλου συνδυάστηκε και με την αντίστοιχη κοινωνική. Πρωτοστάτησε ως μέλος της επιτροπής Λαρίσης (1899), στα συλλαλητήρια που διενεργήθηκαν στη Λάρισα και στην Αθήνα, ώστε η γραμμή του υπό κατασκευή σιδηροδρόμου να μη σταματήσει στο Δεμερλί (Παλαιοφάρσαλος), αλλά να επεκταθεί μέχρι τη Λάρισα [9]. Διετέλεσε επίσης ιδρυτικό μέλος της «Φιλοδασικής Ενώσεως» (Παράρτημα Λαρίσης) που ιδρύθηκε το 1900 υπό την προεδρία της πριγκίπισσας Σοφίας [10].
Στις αρχές του 1900, ο Νικόλαος Ριζόπουλος, από κοινού με τον υπομοίραρχο Λαρίσης Δημήτριο Καρούσο, τους κτηματίες Ρίζο Χαδούλη και Τριαντάφυλλο Σουλιώτη καθώς και με τους αδελφούς Γεώργιο και Αντώνιο Γουλέμτσα (οι τέσσερις τελευταίοι από το Τσάγεζι), επένδυσαν χρήματα για την εκμετάλλευση ενός μεταλλείου σιδήρου και μαγγανίου στην περιοχή του χωριού Καρύτσα (του τότε Δήμου Ευρυμενών) [11]. Μετά από εργασίες λίγων μηνών, η επένδυση εγκαταλείφθηκε ως οικονομικά ασύμφορη.
(συνεχίζεται)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία Νομού Λάρισας (ΓΑΚ/ΑΝΛ), Συμβολαιογραφικό Αρχείο Ανδρέα Ροδόπουλου, φκ. 015, αρ. 4298 (2 Φεβρουαρίου 1886).
[2]. Σάλπιγξ (Λάρισα), φ. 19 (6 Φεβρουαρίου 1890). Ανάδοχος (κουμπάρος) ήταν ο Δημοσθένης Ριζόπουλος.
[3]. Αρχείο Ροδόπουλου, φκ. 034, αρ. 9947 (4 Φεβρουαρίου 1890).
[4]. Βουλή των Ελλήνων, Μητρώο πληρεξουσίων, γερουσιαστών και βουλευτών 1822-1935. Αθήνα 1986, α/α 1129, σ. 156-157.
[5]. ΓΑΚ/ΑΝΛ, Συμβολαιογραφικό Αρχείο Αγαθάγγελου Ιωαννίδη, φκ. 059, αρ. 21760 και 21761 (12 Σεπτεμβρίου 1898).
[6]. Αρχείο Ιωαννίδη, φκ. 061, αρ. 22275 (1 Δεκεμβρίου 1898).
[7]. Αρχείο Ιωαννίδη, φκ. 061, αρ. 22364 (22 Δεκεμβρίου 1898).
[8]. Αρχείο Ιωαννίδη, φκ. 063, αρ. 22809 (16 Απριλίου 1899).
[9]. Όλυμπος (Λάρισα), φ. 64 (10 Ιουλίου 1899).
[10]. Όλυμπος (Λάρισα), φ. 136 (16 Οκτωβρίου 1900).
[11]. Όλυμπος (Λάρισα), φ. 101 (25 Μαρτίου 1900).

 

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

 

ΠΛΑΤΩΝ: «Η χαμένη Ατλαντίς» (2ο μέρος)

 
ΠΛΑΤΩΝ: «Η χαμένη Ατλαντίς» (2ο μέρος)

Από τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο

* ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ή ΠΛΑΣΤΟΣ; Ο μύθος τής Ατλαντίδος που χάθηκε κάτω από τη θάλασσα, αποτελεί έναν προαιώνιο άλυτο γρίφο. Οι έρευνες που έχουν γίνει σε διάφορες ιστορικές περιόδους, συγκλίνουν στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια απλή αφήγηση. Ο μύθος αυτός, διαδεδομένος

ήδη από την αρχαιότητα, προβληματίζει ιστορικούς και εξερευνητές. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν πρόκειται για αληθινό γεγονός, ή αν είναι μία αλληγορία που έχει αντέξει στον χρόνο. Το ανδραγάθημα της αρχαίας Αθήνας (απέκρουσε τους εισβολείς από την Ατλαντίδα) είχε ξεχαστεί γιατί, κατά τον αιγύπτιο ιερέα, οι Έλληνες δεν κρατούν γραπτά αρχεία, με αποτέλεσμα να χάνουν τη συνέχεια με το παρελθόν τους. «Ω Σόλων, Σόλων, εσείς οι Έλληνες είστε πάντοτε παιδιά», είναι η περίφημη αποστροφή τού ιερέα προς τον Σόλωνα.
* ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: 1) Η εξελιγμένη τεχνολογία και η αλαζονική τους στάση, προκάλεσε το μένος των θεών. Εμφάνισαν φιλοδοξία, απληστία, κακία, τόσο οι πολίτες όσο και οι κυβερνήτες της. Βλέποντας τον ξεπεσμό τους ο Δίας, κάλεσε τους θεούς για να αποφασίσουν ποια ποινή θα επέβαλαν για να τους τιμωρήσουν... 2) Έπεσε θύμα τού εξελιγμένου πολιτισμού της. Μία από τις κολοσσιαίες μορφές ενέργειας που είχαν τιθασεύσει, ξέφυγε από τα όρια ελέγχου προκαλώντας σαρωτική καταστροφή μέσα σε ένα μερόνυχτο.
* ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ: 1) Η αιτία τής καταστροφής ήρθε από τον ουρανό, με τη μορφή γιγαντιαίου μετεωρίτη που έπεσε στη γη. Προκάλεσε μετατόπιση του άξονά της, τεράστιους σεισμούς, κατακλυσμούς, καταβυθίσεις τμημάτων ξηράς και αναδύσεις άλλων... 2) Αν τοποθετηθεί η Ατλαντίδα στη Μεσόγειο, στην Κρήτη: α) Συγκρούστηκαν οι δύο τεκτονικές πλάκες Ευρώπης - Ασίας. Προκλήθηκε μεγάλος σεισμός ο οποίος και την κατέστρεψε... β) Το 10.000 π.Χ. σηματοδοτεί το τέλος τής εποχής των παγετώνων. Έλιωσαν απότομα οι πάγοι, τα νερά που χύθηκαν στη θάλασσα επέφεραν μία ξαφνική και μοιραία άνοδο τής στάθμης τού ωκεανού που προκάλεσε την εξαφάνιση... γ) Ηφαιστιογενής έκρηξη δημιούργησε τεράστιο τσουνάμι που ισοπέδωσε τις Μινωικές παράκτιες πόλεις.
* ΚΟΙΝΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΩΝ ΕΡΜΗΝΕΙΩΝ: Είναι αποδεκτή η ύπαρξη ενός νησιού. Συμφωνούν στο γεγονός ότι οι Άτλαντες υπήρξαν ένας προηγμένος πολιτισμός σε σχέση με την εποχή τους. Για τον καταποντισμό, οι διαφορές εντοπίζονται στον λόγο τής καταστροφής: οι μυθικές εκδοχές την αποδίδουν στο μένος των θεών ή σε λάθος χειρισμό των υπερόπλων. Οι επιστημονικές σε καθαρά φυσικά φαινόμενα. Πάντως όλοι ασπάζονται ότι ένας μύθος έχει έναν ιστορικό πυρήνα, μία βαθιά στον χρόνο ιστορική ανάμνηση κάποιου γεγονότος ή ενός φυσικού φαινομένου. Διαβάζοντας την περιγραφή του Πλάτωνος, δύσκολα πιστεύεις πως είναι ένα «ευγενές ψέμα». Ο Κριτίας διαβεβαίωνε τον Σωκράτη ότι η ιστορία του «αν και φαίνεται παράξενη, είναι όμως αληθινή». «Την εγγυήθηκε ο Σόλων που την αφηγήθηκε στον παππού μου».
* ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ: Οι αρνητές τής ύπαρξης τής Ατλαντίδος λένε ότι όλα αυτά είναι ένα λογοτεχνικό τέχνασμα τού Πλάτωνα για να αιχμαλωτίσει την προσοχή τού αναγνώστη. Ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει τίποτα για τη βυθισμένη πολιτεία. Ο Αριστοτέλης μιλάει με ειρωνεία και λέει πως: «Ο Πλάτων μόνος του έβγαλε την Ατλαντίδα από τα κύματα και μόνος του τη βύθισε»... Στον Μεσαίωνα το θέμα ήταν ξεχασμένο. Η ανακάλυψη όμως τής Αμερικής, την έφερε πάλι στην επιφάνεια. Μετά την επικράτηση τού Χριστιανισμού, διαδόθηκε πάλι ο μύθος λόγω των ομοιοτήτων τής διήγησης με τις αναφορές τής Βίβλου στον κατακλυσμό.
* ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΗΣ: Ο Πλάτων μας απεικονίζει μία τοποθεσία με πλούτο, γνώση, προηγμένη τεχνολογία και μηχανική τελειότητα. Οι νεότερες έρευνες με τις σύγχρονες δυνατότητες τής επιστήμης, δεν την απορρίπτουν. Θεωρούν την ιστορία του, ως το αχνό, σκοτεινό περίγραμμα ενός από τα σπουδαιότερα συμβάντα τής ιστορίας. Είναι σήμερα διαδομένη η πίστη πως στο απώτερο παρελθόν, πολύ πιθανόν να άνθισαν μεγάλοι πολιτισμοί στη γη, την ύπαρξη των οποίων αγνοούμε ή απλώς υποπτευόμαστε. Πάντως το περιστατικό τής Ατλαντίδος έχει εξαιρετικές πιθανότητες να είναι αληθινό. Καθώς οι έρευνες για τον εντοπισμό της συνεχίζονται σε όλα τα μήκη και πλάτη τής γης, ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα θα βρεθεί ένα ατράνταχτο στοιχείο που να μας διαβεβαιώνει πως ναι, η Ατλαντίς, η μυστηριώδης χαμένη ήπειρος, υπήρξε κάποτε!