Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Χοροεσπερίδες στην παλιά Λάρισα


Το Μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτο, στον άνω όροφο του οποίου στεγαζόταν μέχρι το 1916  η αριστοκρατική Λέσχη Ασλάνη. Το ισόγειο κτίσμα αριστερά στέγαζε τη Λαϊκή Τράπεζα. Το Μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτο, στον άνω όροφο του οποίου στεγαζόταν μέχρι το 1916 η αριστοκρατική Λέσχη Ασλάνη. Το ισόγειο κτίσμα αριστερά στέγαζε τη Λαϊκή Τράπεζα.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Λάρισα, έπειτα από 4,5 αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, είχε αποτινάξει πλέον τον τίτλο της τουρκόπολης (Γενή-Σεχήρ). Οι κάτοικοί της άρχισαν βαθμιαία να εναρμονίζονται σε όλα με την εικόνα που είχε η παλιά Ελλάδα και κυρίως η πρωτεύουσά της, η Αθήνα. Κοινωνική ζωή, πνευματικές και αθλητικές εκδηλώσεις, δημόσιος βίος, τέχνες, παιδεία, αρχιτεκτονική, κ.λπ., άρχισαν να αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς. Η πόλη άλλαζε μορφή, μεγάλωνε πληθυσμιακά, ομόρφαινε, ωρίμαζε και προόδευε σε όλους τους τομείς.

Φυσικά και στον τομέα της ψυχαγωγίας. Είναι γνωστό εξάλλου ακόμη και σήμερα ότι από τα παλιά χρόνια οι Λαρισαίοι διακρίνονταν για την αδυναμία τους στα γλέντια και γενικά στη διασκέδαση. Η πόλη διέθετε πολλά κέντρα ψυχαγωγίας, τα οποία ικανοποιούσαν κάθε κοινωνική τάξη, ανάλογα με την οικονομική της επιφάνεια. Εκτός των άλλων, συχνές ήταν οι χοροεσπερίδες που δίνονταν σε διάφορα ψυχαγωγικά κέντρα, λέσχες και μεγάλες αίθουσες, που διέθετε η πόλη εκείνο το διάστημα. Συνήθως προτιμούσαν τη Λέσχη Ασλάνη, η οποία στεγαζόταν στον επάνω όροφο του μουσουλμάνου Μεχμέτ Χατζημέτο και την αίθουσα «Ντορέ» που βρισκόταν στο ισόγειο του τριώροφου κτιρίου του ξενοδοχείου «Πανελλήνιον», γιατί ήταν πιο πλούσια διακοσμημένες και είχαν μεγάλη χωρητικότητα. Οι περισσότερες από τις κοσμικές αυτές συγκεντρώσεις γίνονταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Μάλιστα, για να είναι μεγαλύτερα τα έσοδα ακολουθούσε και λαχειοφόρος με έπαθλα διάφορα πλούσια δώρα, τα οποία προσέφεραν καταστηματάρχες της Λάρισας. Εποχή άφησαν οι χοροεσπερίδες που έκανε το Αδελφάτο του Δημοτικού Νοσοκομείου, οι οποίες είχαν ως σκοπό με τα έσοδα που θα συγκέντρωναν να πρόσφεραν καλύτερες υπηρεσίες στους νοσηλευόμενους του ιδρύματος.
Οι χοροί αυτοί αποτελούσαν σπουδαίο κοσμικό γεγονός για την πόλη και οι τοπικές εφημερίδες κάλυπταν ειδησεογραφικά κάθε εκδήλωση. Μάλιστα, μερικές φορές η περιγραφή ήταν τόσο ζωντανή και η κολακεία προς τους παρευρισκόμενους τόσο επιτηδευμένη, ώστε νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε την περιγραφή ενός χορού που δόθηκε τον Φεβρουάριο του 1908 στη Λέσχη Ασλάνη: «Μετά πολλής ζωηρότητος, χάριτος και μεγαλοπρεπείας διεξήχθη εις την αίθουσαν της Λέσχης Ασλάνη ο υπέρ του Μουσικού και Γυμναστικού Συλλόγου [1] χορός, αρχίσας από 9.30 μ.μ. και διαρκέσας μέχρι της 4ης πρωινής. Η εφημερίς μας «ΜΙΚΡΑ», παρακολουθήσασα τον εν αδιαπτώτω ζωηρότητι διεξαχθέντα τούτον χορόν, δεν δύναται παρά να συγχαρή τας κυρίας Κουτσίνα, Σηλυβρίδου, Παπασταθοπούλου και Βασιλοπούλου ελληνοπρεπέστατα χορευσάσας ελληνικούς χορούς, την κ. Φωφώ Ιατρίδου ως άλλην Αρτέμιδα, με πολύτιμον και θαυμάσιον περιλαίμιον, την υπέροχον εις κομψότητα και χάριν κ. Αιμιλίαν Πατσουρίδου με την κατάλευκον τουαλέττα της, την σεμνοπρεπή κ. Ειρήνην Ιατρού με το απλούν λευκόν ένδυμά της, την χαριτωμένην κ. Ελισάβετ Βλάχου με το υποκύανον και δαντελοσκεπές φόρεμά της, τας αξιοτίμους κ. κ. Σοφίαν Ιατροπούλου, Περσεφόνην Μουλούλη, Αγγελικήν Σκαβέτζου, Θεοδώραν Πατσάλη και Κατίναν Σώκου, τας σεμνοπρεπώς ενδεδυμένας, ελαφρώς δε χορευούσας κυρίας Αφροδίτην Μεσσήν και Ευρυδίκην Παναγιωτοπούλου, τας κυρίας Καργιωτάκη, Μανωσοπούλου, Καραμεσήνη και Καραμπούρη, τας πλήρης χάριτος και κομψότητος δεσποινίδας Κλεοπάτραν Αρσενίδου, Ασπασίαν Ζαβιτσάνου, Μαρίκαν και Φρόσω Καρακάλου, Βιργινίαν Βαρουξάκη και Κατίναν Αρσενίδου, τας κομψότατα ενδεδυμένας δεσποινίδας Πιπίτσαν Λογιωτάτου, Όλγαν Κουτσίνα, Αργυρούλαν Βαρδακώστα και Μαρίκαν Ε. Κοσμίδου, την αριστοκράτιδα αληθώς δίδα Ελένην Ασλάνη, την αγγελόμορφον δίδα Βασιλικήν Καζαντζή, τας καθ’ όλα χαριτωμένας και διαρκώς χορευούσας δίδας Αννίκαν Πρωτοπαπά, Ιφιγένειαν Μιχαηλίδου και Πιπίτσαν Σκαβέντζου, τας επίσης επιχαρίτως χορευσάσας δίδας Αγγελικήν Βουλπιώτη, Σοφίαν Ράγκου, Αφροδίτην Ζίζηλα, Αρ. Δημητρακοπούλου, Μάσιγκαν Πετσάνη, Μαρίκαν Λίτκε και Μαρίκαν Μπουσινιώτου, ως και πολλάς άλλας τα ονόματα των οποίων μας διαφεύγουν. Αλλά και το άσχημον φύλον αρκούντως αντιπροσωπεύθη εις τον χορόν. Δεν έλειψαν δε και αι συνήθεις καραμπόλες εκ μέρους μερικών κυρίων, οι οποίοι καλά θα κάνουν να μάθουν πρώτον να χορεύουν και έπειτα να μας παρουσιάζονται ως χορευταί» [2].
Πραγματικά στην περιγραφή της χοροεσπερίδας εντυπωσιάζει το πλούσιο κολακευτικό λεξιλόγιο του δημοσιογράφου της εφημερίδας και η παρατηρητικότητά του κυρίως στις εμφανίσεις των γυναικών. Το κείμενο είναι ανυπόγραφο, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι προέρχεται από τη γραφίδα του διευθυντού της εφημερίδας Θρασύβουλου Μακρή. Διαβάστε με προσοχή τα γραφόμενα. Μπορεί να σας κουράσουν τα πολλά ονόματα, αλλά πολλά είναι γνωστά στους φιλίστορες και αποτελούσαν την αστική τάξη της εποχής. Θα διασκεδάσετε με την ανεξάντλητη ευρηματικότητα του δημοσιογράφου σε γραμματικούς επιθετικούς προσδιορισμούς για το γυναικείο φύλο. Λόγω επαγγέλματος και κοινωνικής προβολής που διέθετε, δεν κουράζεται να αναζητάει ευρηματικές περιγραφές των ενδυμάτων των εκπροσώπων του ωραίου φίλου, οι οποίες ανήκαν σε γνωστές του οικογένειες. Έπειτα ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη οι γυναίκες ήταν ως επί το πλείστον περιορισμένες στο σπίτι και αναζητούσαν αυτές τις λίγες κοινωνικές εκδηλώσεις για να επιδειχθούν και να ψυχαγωγηθούν.
Η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό κείμενο απεικονίζει το Μέγαρο του Μεχμέτ Χατζημέτο, στον άνω όροφο του οποίου στεγαζόταν από το 1906 η Λέσχη Ιωάννη Ασλάνη. —————————
[1]. Η ίδρυση του Μουσικού και Γυμναστικού Συλλόγου Λαρίσης έγινε στις 22 Οκτωβρίου 1900. Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίστηκε από ηχηρά ονόματα της λαρισαϊκής κοινωνίας. Πρόεδρος ήταν ο γνωστός γαιοκτήμονας Παναγής Χαροκόπος, αντιπρόεδρος ο δικηγόρος Δημήτριος Γαλανίδης, γενικός γραμματέας ο δικηγόρος Νικόλαος Μανωλάκης, ταμίας ο γαιοκτήμονας Κωνσταντίνος Καρακίτης και σύμβουλοι ο έμπορος Βασίλειος Σηλυβρίδης και ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας.
[2]. Εφ. «Μικρά», Λάρισα, φύλλο της 8ης Φεβρουαρίου 1908.

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η νοσηλευτική περίθαλψη στη Λάρισα

Ιστορική αναδρομή


Το Κουτλιμπάνειον Δημοτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης. Φωτογραφία του 1930 περίπουΤο Κουτλιμπάνειον Δημοτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης. Φωτογραφία του 1930 περίπου

Εισαγωγή – Αρχαίοι και Βυζαντινοί χρόνοι
Από τη στιγμή που ο νομαδικός βίος του αρχέγονου ανθρώπου οδηγήθηκε σε ομαδική συμβίωση, γεννήθηκε αυτόματα και η ανάγκη αντιμετώπισης μαζικών ή μεμονωμένων προβλημάτων υγείας.

Αρχικά η θεραπεία τους γινόταν με τρόπους εντελώς πρωτόγονους, συνήθως από άτομα με μακροχρόνια λαϊκή εμπειρία. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε επί χιλιετίες, σχεδόν αναλλοίωτη και μόνο κατά τους κλασικούς χρόνους μπορούμε να εντοπίσουμε τα πρώτα οργανωμένα κέντρα θεραπείας. Ήταν τα περίφημα Ασκληπιεία, ιερά όπου λατρεύονταν ο θεός της ιατρικής Ασκληπιός και στα οποία παρείχετο ιατρική φροντίδα. Είναι γνωστό από τη μυθολογία ότι η μητέρα του Ασκληπιού Κορωνίδα ζούσε στο Δώτιο πεδίο, παρά τους πρόποδες της Όσσας και του Μαυροβουνίου, γι’ αυτό και στον Πίνδαρο αναφέρεται ως πατρίδα του Ασκληπιού η Λακέρεια, αρχαία πόλη στις υπώρειες της Όσσας, στην περιοχή της σημερινής Αγυιάς. Δάσκαλός του στην ιατρική τέχνη υπήρξε ο σοφός Κένταυρος Χείρων, ο οποίος ζούσε στις δασωμένες και κατάρρυτες πλαγιές του Πηλίου. Πλούσια λοιπόν η συμμετοχή του θεσσαλικού χώρου στη μυθολογική φάση της ιστορίας της ιατρικής. Τα πρώτα Ασκληπιεία ιδρύθηκαν στη Θεσσαλία και μάλιστα αυτό της Λακέρειας θεωρείται το αρχαιότερο, ενώ της Τρίκκης το επιφανέστερο όλων.
Ο Ιπποκράτης, ο μεγαλύτερος των ιατρών της αρχαιότητας, γεννημένος στην Κω περί το 460 π.Χ., προσέδωσε αίγλη στις θεραπευτικές ιδιότητες των Ασκληπιείων. Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, όπου εξάσκησε την ιατρική στην περιοχή μας. Κατά τους χρόνους του Ιπποκράτη η πόλη μας διέθετε Ασκληπιείο και μάλιστα στον λόφο της Ακροπόλεως, το σημερινό Φρούριο, κοντά στο ναό του Ελευθερίου Διός, όπως πιστεύουν ορισμένοι αρχαιολόγοι. Για το πότε ιδρύθηκε το Ασκληπιείο αυτό φαίνεται ότι υπάρχει κάποια χρονολογική αφετηρία. Ο Αριστείδης Αραβαντινός στο βιβλίο του «Ασκληπιός και Ασκληπιεία» αναφέρει ότι στο Βρετανικό Μουσείο εντόπισε αργυρό νόμισμα της Λάρισας του 5ου π. Χ. αιώνα, το οποίο παριστάνει τον Ασκληπιό να προσφέρει τροφή στον όφη, το σύμβολό του. Ο Ιπποκράτης στα συγγράμματά του αναφέρει περιγραφές νοσημάτων σε ασθενείς του εδώ στη Λάρισα και τον γειτονικό Κραννώνα. Πέθανε περί το 370 π.Χ. σε μεγάλη ηλικία στην πόλη μας και ενταφιάσθηκε κοντά στον δρόμο προς τη Γυρτώνη. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, οι χριστιανοί κάτοικοι της Λάρισας έδειχναν στους ξένους περιηγητές με υπερηφάνεια τον τάφο και τη σαρκοφάγο του μεγάλου γιατρού της αρχαιότητας.

 

Τουρκοκρατία
Επί τουρκοκρατίας, οργανωμένες μονάδες υγειονομικής περίθαλψης ήταν μόνο τα λοιμοκαθαρτήρια, τόποι απομόνωσης πασχόντων από λοιμώδεις ασθένειες. Στις ίδιες μονάδες αλλά σε διαφορετικούς χώρους, φιλοξενούνταν για κάποιο χρονικό διάστημα και άτομα που είχαν έλθει σε επαφή ή είχαν ζήσει σε περιοχές όπου ενδημούσε βαριά λοιμική νόσος. Ήταν η γνωστή καραντίνα.
Στη διαθήκη του Τουραχάν μπέη, του Τούρκου κατακτητή της Λάρισας, η οποία συντάχθηκε γύρω στα 1450, ανιχνεύονται νύξεις ότι ο κατακτητής δημιούργησε στην πόλη μας ξενώνα, ο οποίος χρησιμοποιείτο σαν υποτυπώδες νοσηλευτήριο.
Επίσης σε κάποιο δωρητήριο έγγραφο του Ομέρ μπέη, γιου του Τουραχάν μπέη, αναφέρεται ότι ο πρώτος ίδρυσε κελί, στο οποίο και προσέφερε φιλοξενία στους ενδεείς, τους ασθενείς και τους πάσχοντες. Μάλιστα ο ιστορικός της Λάρισας Επαμεινώνδας Φαρμακίδης υποστηρίζει ότι το κελί αυτό αποτελεί την πρώτη ένδειξη υποτυπώδους νοσοκομείου στη Λάρισα.
Κατά τον 19ο αιώνα, στην περιοχή του Αλκαζάρ, λειτούργησε τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο. Ο Θρασύβουλος Μακρής, το επιβεβαιώνει σε άρθρο του στην τοπική εφημερίδα «Νέα Ημέρα» της 29ης Σεπτεμβρίου 1935: «Εις τον κήπον τούτον [εννοεί το Αλκαζάρ] ήτο άλλοτε μέγα κτίριον χρησιμεύον ως Νοσοκομείον. Εις τούτο, κατόπιν αυστηράς διαταγής του τότε Τούρκου διοικητού, ενοσηλεύοντο δωρεάν και χριστιανοί, τους οποίους επεσκέπτοντο εναλλάξ καθ’ εκάστην οι νεαροί τότε ιατροί Αναστάσιος Ζαρμάνης, Παναγιώτης Θεοχαρίδης, Α. Αστεριάδης [παππούς] και Κων. Μαρκίδης». Επρόκειτο για ένα ψηλό διώροφο οικοδόμημα, το «Χαστανιέ» όπως το αποκαλούσαν Τούρκοι και Έλληνες της Λάρισας. Το νοσοκομείο αυτό μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων το 1881 εγκαταλείφθηκε και έτσι με το χρόνο το κτίριο ερημώθηκε και τελικά κατεδαφίσθηκε.

 

Μετά το 1881
—Tα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια, μια φιλάνθρωπη και απλοϊκή μορφή που έφθασε στη Λάρισα για να αναλάβει τη θέση του δικαστικού κλητήρα στο Πρωτοδικείο της πόλης, ο Ιωάννης Παπαϊωάννου ή μπαρμπα-Γιάννης όπως τον αποκαλούσαν, έβαλε τις βάσεις για να ξεκινήσει η λειτουργία υποτυπώδους νοσηλευτηρίου στην πόλη. Γράφει γι’ αυτόν στα «Απομνημονεύματά» του ο γιατρός και μετέπειτα δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας: «Ο Παπαϊωάννου εγκατέστησε εις ένα δωμάτιον της εν τη οικία Καθεκλά κατοικίας του, η οποία έκειτο έναντι του τωρινού Ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης τέσσαρας κλίνας με όλα τα χρειώδη και ετοποθέτησεν εις αυτάς βαρέως πάσχοντας απόρους εντοπίους και ιδιαίτατα ξένους, οι οποίοι δεν είχον πού την κεφαλήν κλίναι. Τούτους περιέθαλπτεν ο ίδιος προσωπικώς και οι πρώτοι ιατροί της πόλεως, δωρεάν».
—Η δημιουργία όμως του πρώτου νοσοκομείου στη νεώτερη ιστορία της Λάρισας οφείλεται στις ενέργειες του δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη και στη γενναιοδωρία του ευεργέτη Ιωάννη Κουτλιμπανά από το Ζάρκο. Για την ίδρυσή του, αναφέρει σχετικά σε μελέτη του ο ιατρός Αχιλλέας Τζήμας: «Δημαρχούντος του Διονυσίου Γαλάτη ήλθεν εις Λάρισαν εκ Ρουμανίας, ο εκ Ζάρκου Θεσσαλίας καταγόμενος Ιωάννης Κουτλιμπανάς, αγράμματος μεν αλλά αλτρουϊστής, πλουτίσας εις την παραδουνάβιον εκείνην χώραν. Η άφιξίς του εις την πατρίδαν εσχετίζετο με την απόφασιν να διαθέση μέρος της περιουσίας του εις φιλανθρωπικούς σκοπούς». Πράγματι χάρις και στη δωρεάν παραχώρηση οικοπεδικών εκτάσεων ιδιοκτησίας του Χαφούζ εφέντη σε μια προνομιακή θέση της πόλης, κοντά στην δεξιά όχθη του Πηνειού, έγινε η θεμελίωσή του νοσοκομείου «Ρηγας Φεραίος» στα τέλη Φεβρουαρίου του 1889 από τον μητροπολίτη Νεόφυτο. Δυστυχώς όμως λίγα χρόνια μετά τη θεμελίωση του νοσοκομείου, ο ευεργέτης Ιωάννης Κουτλιμπανάς απεβίωσε και έτσι δεν μπόρεσε να δει ολοκληρωμένους τους καρπούς της δωρεάς του. Προς τιμήν του η δημοτική αρχή ονόμασε το ίδρυμα Κουτλιμπάνειον Δημοτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης, και το 1895 τοποθέτησε στον προαύλιο χώρο την προτομή του, η οποία υπάρχει μέχρι και σήμερα.
Το νοσοκομείο στην αρχική κατασκευή του ήταν μονώροφο, με ανεπτυγμένες 50-60 κλίνες και διέθετε πολλούς άλλους βοηθητικούς χώρους. Το επιστημονικό προσωπικό αποτελείτο ουσιαστικά από έναν μόνιμο γιατρό παθολόγο, ενώ όταν η ανάγκη απαιτούσε την παρουσία και άλλων ειδικοτήτων, προσκαλούνταν ιδιώτες γιατροί από την. Το νοσηλευτικό προσωπικό αποτελούσαν δύο αδελφές νοσοκόμοι, ενώ το διοικητικό και το βοηθητικό προσωπικό απαρτίζονταν συνολικά από 6 άτομα. Tο 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους, το Νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε από τους κατακτητές, οι οποίοι το βανδάλισαν.
Το 1939 με δαπάνη του κληροδοτήματος του Λαρισαίου εμπόρου Τριανταφύλλου προστέθηκε δεύτερος όροφος στο Νοσοκομείο. Τον Μάρτιο του 1941 καταστράφηκε από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς η βορειοδυτική πτέρυγα. Το κτίριο εγκαταλείφθηκε και ασθενείς και προσωπικό μεταφέρθηκαν για την υπόλοιπη κατοχική περίοδο στην ιδιωτική κλινική του Νικολάου Ράπτη, που βρισκόταν στην οδό Παπακυριαζή.
Το 1954, επί δημαρχίας Σωτηρίου Ζιαζιά αποφασίσθηκε η κρατικοποίηση του Νοσοκομείου, το οποίο μετονομάσθηκε από Δημοτικό σε Κουτλιμπάνειο και Τριανταφύλλειο Γενικό Νοσοκομείο Λαρίσης, γνωστό σήμερα και ως Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας.
—Το 1911 απεβίωσε ο δωρητής της οικοπεδικής έκτασης του Νοσοκομείου Χαφούζ εφέντης και με διαθήκη άφησε ολόκληρη την περιουσία του για την ανέγερση Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων και Φθισιατρείου. Το κτίριο αναγέρθηκε εκτός πόλεως στην περιοχή κοντά στο αισθητικό άλσος και το 1934, με την εκλογή νέας δημοτικής αρχής, σταμάτησε η λειτουργία του. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια το οίκημα στέγασε την «Παιδόπολη Λαρίσης Απόστολος Παύλος», ενώ σήμερα εκεί βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της Θεραπευτικής Κοινότητας «Έξοδος».
—Από το 1936 η Λάρισα διαθέτει μεγάλο στρατιωτικό Νοσοκομείο που υπάρχει μέχρι σήμερα. Ονομάσθηκε «Β΄ Στρατιωτικόν Νοσοκομείον» και την περίοδο εκείνη ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στρατιωτικά νοσοκομεία του βαλκανικού χώρου. Από το 1940 και μετά το στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας ακολουθεί από κοντά τις τύχες της πόλης μας. Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Λάρισα επιτάχθηκε από τα στρατεύματα κατοχής. Το 1945 το νοσοκομείο περιήλθε και πάλι στην υγειονομική υπηρεσία του στρατού και επαναλειτούργησε με την επωνυμία «404 Γενικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης».
—Το πρώτο ιδιωτικό νοσηλευτήριο στη Λάρισα υπήρξε η Πολυκλινική Νικολάου Ράπτη η οποία άρχισε τη λειτουργία του το 1932 στην οδό Παπακυριαζή 21. Είχε ευρύχωρους θαλάμους νοσηλείας για ασθενείς κάθε ειδικότητας και μικροβιολογικό εργαστήριο.
—Με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και την υπαγωγή των επιστημών υγείας στην πόλη μας, δημιουργήθηκε το νέο και σύγχρονο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λάρισας, το οποίο σήμερα καλύπτει όχι μόνον τις νοσηλευτικές ανάγκες του νομού, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλίας.

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2023

 IXNHΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Τρόποι ψυχαγωγίας στην παλιά Λάρισα


Η περιοχή του Θεσσαλικού Σιδηροδρομικού Σταθμού.  Στη στρόγγυλη πλατεία εμπρός από το κτίριο του Σταθμού  βρισκόταν το εξοχικό κέντρο «Θεσσαλικόν». Επιστολικό δελτάριο  του Νικολάου Κουρτίδη. Περίπου 1935. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Η περιοχή του Θεσσαλικού Σιδηροδρομικού Σταθμού. Στη στρόγγυλη πλατεία εμπρός από το κτίριο του Σταθμού βρισκόταν το εξοχικό κέντρο «Θεσσαλικόν». Επιστολικό δελτάριο του Νικολάου Κουρτίδη. Περίπου 1935. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Φαίνεται περίεργο, αλλά είναι γνωστό ότι από πολύ νωρίς οι παλιοί Λαρισαίοι είχαν βρει τρόπους ψυχαγωγίας για να ποικίλουν ευχάριστα τις λίγες ελεύθερες ώρες τους. Δεν υπήρχε ημερήσιο οκτάωρο εργασίας. Τα καταστήματα άνοιγαν τις πόρτες τους το πρωί και έκλειναν αργά το βράδυ, χωρίς κανέναν έλεγχο. Δεν υπήρχαν τόσες πολλές αργίες, παρά μόνον οι μεγάλες εορτές. Πριν το 1910 και αυτή ακόμα η Κυριακή ήταν εργάσιμη και στο Δημοτικό Συμβούλιο της Λάρισας δίνονταν μάχες μεταξύ των Συμβούλων για την καθιέρωση της αργίας της Κυριακής. Παρ’ όλα αυτά, καταστηματάρχες και εργαζόμενοι προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν τις λίγες αργίες για να δώσουν χαρά στον εαυτό τους, να συναντηθούν με φίλους και γνωστούς, να συζητήσουν και να μιλήσουν για τα καθημερινά προσωπικά τους προβλήματα, απαλλαγμένοι από τους επαγγελματικούς προβληματισμούς.


Τον χειμώνα στα καφενεία που βρίσκονταν διάσπαρτα γύρω από τις πλατείες της Λάρισας, μεταξύ καφέ και «υποβρυχίου», παλιότερα και ναργιλέ, εξομολογούνταν τους καημούς και τα βάσανά τους. Στην Κεντρική πλατεία το καφενείο του Μαλάκη κάτω από το ξενοδοχείο «Το Στέμμα», στη συνέχεια του Μπόκοτα κάτω από τη Λέσχη Ασλάνη και δίπλα του το «Εμπορικόν», τα οποία βρίσκονταν στη βόρεια πλευρά της, ήταν ανοικτά και τις νύχτες ή άνοιγαν πολύ νωρίς το πρωί. Σ’ αυτά σύχναζαν οι αμαξάδες που είχαν παρατεταγμένα στη σημερινή Κύπρου τα μόνιππα (τα ταξί της εποχής), οι περαστικοί από τη Λάρισα που τα μέσα μεταφοράς και ιδίως το τρένο τους έφερνε στην πόλη νυκτερινές ώρες και οι επαγγελματίες που έπρεπε να πάνε πολύ νωρίς στη δουλειά τους (αρτοποιοί, μανάβηδες και άλλοι). Περνούσαν για να πιουν τον πρώτο καφέ της ημέρας. Στην ανατολική πλευρά ήταν το καφενείο «Νέος Κόσμος» του Καρανίκα αρχικά και μετά του Δ. Αντωνιάδη, όπου συναντούσες τις ελεύθερες ώρες συνταξιούχους και μικροαστούς. Εδώ οι τακτικοί θαμώνες πήγαιναν νωρίς, καθώς γινόταν πόλεμος μεταξύ τους ποιος πρώτος θα διαβάσει την εφημερίδα, που ήταν προσαρμοσμένη σε ένα μεγάλο και όμορφο ειδικό ξύλινο πλαίσιο για να μπορεί να διατηρείται εύκολα ανοικτή ολόκληρη η σελίδα της. Στη γωνία με την Κούμα ήταν αρχικά «Τα Τέμπη» του Λάζαρου Αντωνιάδη και μετά ο γνωστός «Παράδεισος», που στις δημοτικές εκλογές φιλοξενούσε το εκλογικό γραφείο κάποιου συνδυασμού και συγκέντρωνε μεγάλο πλήθος ιδίως απογευματινές και βραδινές ώρες. Στη νότια πλευρά στο ισόγειο του μεγάρου Κατσαούνη ήταν το «Ντορέ» του Δημητρίου Πάλτσου και πιο κάτω στο ισόγειο του τριώροφου μεγάρου του Μποσινιώτη το καφενείο «Πανελλήνιον» του Μήτσου Βρεττόπουλου [1], το οποίο συναγωνιζόταν τον «Παράδεισο». Αυτά τα καφενεία ήταν τόπος συνάντησης της καλής κοινωνίας της Λάρισας (πολλοί δικηγόροι, ιατροί, έμποροι και άλλοι συγκεντρώνονταν και ανέλυαν συνήθως την πολιτική κατάσταση). Στη δυτική πλευρά, στο ισόγειο του κτιρίου του Νικολάου Καρανίκα βρισκόταν το καφενείο «Βασιλικόν» των αδελφών Ρεμπάπη, στο οποίο περιέργως σύχναζαν αντιβασιλικοί. Όλα αυτά τα καφενεία τα έχουμε ήδη αναφέρει όταν περιγράψαμε τα κτίρια στα οποία στεγάζονταν.
Εξίσου πολλά ήταν και τα θερινά κέντρα τα οποία βρίσκονταν στις παρυφές της Λάρισας, γι’ αυτό και ονομάζονταν «εξοχικά». Την ημέρα ήταν συνήθως καφενεία, ενώ τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια συγκέντρωναν αρκετό κόσμο που ήθελε να νοιώσει λίγη δροσιά. Ήταν το Αλκαζάρ, η Κιβωτός, ο Κήπος του Κατσαούνη στα Ταμπάκικα, το Λούνα Παρκ, το Φάληρο για τα οποία μιλήσαμε σε άλλα σημειώματά μας. Σήμερα θα αναφερθούμε στα θερινά εξοχικά κέντρα του μεσοπολέμου, τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή των δύο Σιδηροδρομικών Σταθμών, του Θεσσαλικού και του Διεθνούς ή Λαρισαϊκού.
Ένα παλιό εξοχικό κέντρο το οποίο σήμερα έχει ξεχασθεί από τη λήθη του χρόνου και λίγοι το γνωρίζουν ήταν το «Κουκλάκι», ένα θερινό κέντρο με παράξενο όνομα. Ιδιοκτήτης ήταν ο Αλέκος Φρυτζαλάς και βρισκόταν κοντά στον σταθμό του Θεσσαλικού σιδηροδρόμου, δίπλα από τα ψυγεία των Χολέβα-Μαρκατά. Άρχισε να λειτουργεί το 1924, σε μια περίοδο κατά την οποία η πόλη αντιμετώπιζε τις επιπτώσεις της μικρασιατικής καταστροφής, με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την παρουσία στη Λάρισα μεγάλου αριθμού προσφύγων. Ήταν κέντρο λαϊκό και γνώρισε μεγάλες δόξες. Το προτιμούσαν ως τόπο συνάντησης οι στρατιώτες, ίσως γιατί ήταν απομονωμένο από το κέντρο της πόλης, καθώς την εποχή εκείνη δεν επιτρέπονταν να κυκλοφορούν χωρίς την στρατιωτική στολή κατά τις εξόδους τους και ούτε να κάθονται σε καταστήματα αναψυχής όπου σύχναζαν οι αξιωματικοί. Γι’ αυτό και προτιμούσαν απόμερα στέκια. Το «Κουκλάκι» ήταν κατάστημα καθαρό, με καλή εξυπηρέτηση και μαζί με τον καφέ πρόσφερε «υποβρύχια», λουκούμια, γλυκά του κουταλιού, καθώς επίσης και τσίπουρο με εξαιρετικούς μεζέδες. Διέθετε μια περιποιημένη αυλή με πολλά λουλούδια και δένδρα και το κυριότερο είχε διαρρυθμίσει μέσα στην αυλή του τα περίφημα «σεπαραδάκια», τα οποία ήταν ιδιωτικά διαμερίσματα χωρισμένα με αναρριχόμενα φυτά, ώστε να μπορούν να καταφεύγουν παράνομα ζευγάρια χωρίς να γίνονται εύκολα αντιληπτά. Τα ήθη της εποχής εκείνης δεν επέτρεπαν τις φανερές συναντήσεις των ερωτευμένων. Επιπλέον το κέντρο διέθετε μουσική από γραμμόφωνο, μεγάλη τεχνική κατάκτηση της εποχής. Όμως παρά την καλή περιποίηση, τα εκλεκτά εδέσματα και το καλό όνομα που είχε αποκτήσει, το «Κουκλάκι» σταμάτησε τη λειτουργία του το 1931.
Ένα άλλο θερινό εξοχικό κέντρο στην ίδια περιοχή ήταν το «Θεσσαλικόν». Αυτό είχε αναπτυχθεί σε μια κατάφυτη κυκλική πλατεία την οποία αντίκριζε κανείς, καθώς έβγαινε από το κτίριο του θεσσαλικού σιδηροδρόμου. Η πλατεία αυτή ήταν κατάφυτη από δένδρα μικρά και μεγάλα και από λουλούδια, το έδαφός της βρισκόταν ελαφρώς υπερυψωμένο από τους γύρω προσπελάσιμους προς τον σταθμό δρόμους και καλυπτόταν από φυσικό πράσινο χλοοτάπητα. Πάνω του υπήρχαν διάσπαρτα τραπεζοκαθίσματα. Άρχισε τη λειτουργία την ίδια χρονιά με το «Κουκλάκι» (1924), διέθετε πίστα χορού και πολλές φορές ζωντανή ορχήστρα διασκέδαζε τους θαμώνες. Εκτός από τα συνήθη τοπικά αναψυκτικά (γκαζόζες του Χαμαϊδή ή του Δικόπουλου) διέθετε και κουζίνα. Συγκέντρωνε πολύ και εκλεκτό κόσμο και η λειτουργία του διήρκεσε επί μία δεκαετία. Το 1934 έκλεισε, και ένας ακόμη χώρος ψυχαγωγίας στην πόλη σταμάτησε.
Επί της σημερινής οδού Παλαιολόγου και ακριβώς απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό των ΣΕΚ (ΟΣΕ σήμερα) βρισκόταν το εξοχικό κέντρο «Παυσίλυπο». Είχε σχήμα πολυγωνικό, εν είδει ροτόντας, και αρχικά υπήρξε επιχείρηση του Αλέκου Ξυραδάκη [2]. Η έναρξή του τοποθετείται πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι πελάτες του έφθαναν μετά τα μεσάνυχτα, διέθετε ορχήστρα με λαϊκά όργανα, καλλίπυγες αρτίστες και μπορούμε να πούμε ότι ήταν ο πρόδρομος των σημερινών «σκυλάδικων». Περί το 1928 κατεδαφίσθηκε η ροτόντα και κατασκευάσθηκε νέο οίκημα, αυτό περίπου που υπάρχει μέχρι σήμερα. Νέος υπήρξε και ο επιχειρηματίας, ένας ονόματι Αρμένος, ο οποίος το δούλεψε ως καφενείο και μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες μετακαλούσε και ορχήστρα [3].
Στην ίδια περιοχή λειτούργησαν πολλά καφενεία, λόγω της έντονης επιβατικής κίνησης που είχε ο Λαρισαϊκός σιδηρόδρομος. Το κέντρο διασκέδασης «Όασις» λειτούργησε στην περιοχή των ΣΕΚ μεταπολεμικά και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Αλλά γι’ αυτό το κέντρο που είχε την πρωτοτυπία να προσκαλεί ορχήστρες και τραγουδιστές κύρους, όπως και το «Αλκαζάρ» του Βρεττόπουλου, θα ασχοληθούμε σε άλλο σημείωμά μας.

 

[1]. Ο Μήτσος Βρεττόπουλος θεωρείται ο μετρ των καταστηματαρχών ψυχαγωγίας και εστίασης της παλιάς Λάρισας. Ξεκίνησε από το «Κυβέλεια» απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς», συνέχισε στο «Πανελλήνιον» στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας, μετά στην «Αίγλη» στη δυτική πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου και μεταπολεμικά στο ανακαινισμένο περίφημο «Αλκαζάρ».
[2]. Γιος του Αλέκου Ξυραδάκη ήταν ο Ιωάννης Ξυραδάκης, από τους καλύτερους κουρείς στη Λάρισα. Είναι ο πρώτος που άνοιξε κομμωτήριο. Αρχικά στεγάσθηκε στην οδό Ερμού. Μετά το 1920 μετακόμισε στην οδό Κούμα, δίπλα από τη Λαρισαϊκή Λέσχη και μεταπολεμικά κάτω από το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» στην Κεντρική πλατεία.
[3]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός), Λησμονημένα κέντρα του παλιού καιρού, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 27ης Αυγούστου 1979


Τετάρτη 7 Ιουνίου 2023

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Σύντομη ιστορική θεώρηση

Η ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ


Λάρισα. Υδατογραφία του F. Arundale. Περίπου 1830. Αντίγραφο από το αρχείο του Αχιλλέα Καλτσά.Λάρισα. Υδατογραφία του F. Arundale. Περίπου 1830. Αντίγραφο από το αρχείο του Αχιλλέα Καλτσά.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου nikapap@hotmail.com

Η κατάκτηση του θεσσαλικού χώρου από τους Οθωμανούς άρχισε από το 1393. Όμως, ακολούθησε για ένα διάστημα κάποια αδύναμη κυριαρχία των βυζαντινών και οριστικά ολοκληρώθηκε το 1423.

Ο σουλτάνος Μουράτ ο Β’ διόρισε τον κατακτητή στρατηγό Τουρχάν μπέη ως διοικητή της Θεσσαλίας και από τότε συνεχίσθηκε η κατοχή του θεσσαλικού χώρου από τους Τούρκους μέχρι το 1881. Δηλαδή η κατοχή κράτησε 488 ολόκληρα χρόνια αν λάβουμε υπόψη την πρώτη χρονολογία (1393-1881) ή 458 χρόνια αν πάρουμε τη δεύτερη και οριστική (1423-1881). Κατά τη διάρκεια των σκληρών αυτών χρόνων της σκλαβιάς οι περισσότεροι χριστιανοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τις μεγάλες πόλεις. Η Λάρισα θεωρήθηκε από τους κατακτητές σημαντικό οικονομικό και συγκοινωνιακό κέντρο, γι’ αυτό και φρόντισαν να αναπληρώσουν το έμψυχο υλικό της πόλης με πολυάριθμο μουσουλμανικό πληθυσμό [1]. Έτσι ο εποικισμός αυτός άλλαξε τη φυσιογνωμία της Λάρισας και υπήρξαν στιγμές που η επικράτηση του μουσουλμανικού στοιχείου έφθανε και στο 90%. Οι κατακτητές άλλαξαν μέχρι και το όνομά της σε Yenisehir, δηλαδή Νέα Πόλη, ονομασία όμως που δεν επικράτησε παρά μόνο στους τομείς της διοίκησης. Όλοι οι περιηγητές των χρόνων της Τουρκοκρατίας την αναφέρουν με το πανάρχαιο όνομά της.
Το 1669 ο Αγγλος Edward Brown (1642-1708) επισκέφθηκε τη Λάρισα κατά το διάστημα της εδώ παρουσίας του σουλτάνου Μωάμεθ του Δ’. Ο σουλτάνος συνοδευόταν από την οικογένειά του και μια πολυπληθή ακολουθία. Είχε εγκαταλείψει προσωρινά την Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του τουρκοβενετικού πολέμου στην Κρήτη, επειδή ήθελε να βρίσκεται μαζί με το επιτελείο του πιο κοντά στο μέτωπο της πολεμικής σύρραξης. Η παρουσία, όμως, του Σουλτάνου και όσων από καθήκον ή από ανάγκη τον ακολούθησαν, μετέτρεψε τη Λάρισα ξαφνικά σε προσωρινή πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Την περίοδο εκείνη ο πληθυσμός της υπερέβαινε τους 200.000 κατοίκους, κυρίως λόγω της παρουσίας μεγάλου αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων. Η πόλη εμφάνιζε τεράστια κίνηση και είχε αποκτήσει κοσμοπολίτικη όψη. Οι Πρεσβείες όλων των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης αναγκάσθηκαν κι αυτές να ακολουθήσουν τον σουλτάνο στην προσωρινή μετακόμιση, με αποτέλεσμα να μετατραπεί η Λάρισα για δύο με τρία χρόνια σε σπουδαίο πολιτικό και διπλωματικό κέντρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Φθάνοντας ο Brown τον Σεπτέμβριο του 1669 στη Λάρισα βρήκε την εμπορική κίνησή της ζωηρή, τα καταστήματα μικρά μεν, αλλά κατάμεστα από εμπορεύματα και από πελάτες, γι’ αυτό και την κατατάσσει σαν μία από τις μεγαλύτερες πολιτείες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας του 17ου αιώνα [2].
Τον 18ο αι. η αυξημένη παρουσία μουσουλμανικού στοιχείου στη Λάρισα, διάφορες φυσικές καταστροφές (σεισμοί, πλημμύρες) και θανατηφόρες επιδημίες, αραίωσαν τον χριστιανικό πληθυσμό. Σαν αποκορύφωμα όλων αυτών ήλθαν και οι συνέπειες του ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) στον ελληνικό χώρο, με τα Ορλωφικά. Την ίδια περίοδο (1770) η κεντρική διοίκηση των Οθωμανών στη Θεσσαλία επανήλθε και πάλι από τα Τρίκαλα στη Λάρισα [3], αναγνωρίζοντας η σουλτανική αυλή τη σπουδαιότητά της.
Κατά τον 19ο αιώνα η πόλη μας εμφάνιζε όλα τα στοιχεία μιας μεγάλης τουρκόπολης. Η έναρξη της ελληνικής επανάστασης του 1821 την ανέδειξε σε σπουδαίο στρατιωτικό κέντρο των Τούρκων και βάση εξόρμησης εναντίον των επαναστατημένων Ελλήνων. Μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, οι Τούρκοι αύξησαν την πιεστική δράση του κατακτητή και δεν ήθελαν με τίποτε να βλέπουν τους ραγιάδες να σηκώνουν κεφάλι. Οι μεταρρυθμίσεις (Tanzimat) του 1839 και του 1856, τις οποίες οι Οθωμανοί υποχρεώθηκαν να εφαρμόσουν έπειτα από πίεση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, πρόσφεραν αισθήματα ανεξιθρησκίας στον χριστιανικό πληθυσμό και κάποιον βαθμό ελευθερίας και δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα οι χριστιανοί των ορεινών περιοχών του θεσσαλικού χώρου να αναθαρρήσουν και σταδιακά να την εποικίσουν. Επέτρεψαν στους χριστιανούς της Λάρισας να ανοικοδομήσουν νέους και μεγάλους ναούς (Σαράντα Μάρτυρες, Άγ. Νικόλαος, Άγ. Αθανάσιος, Παναγία), τους δόθηκε η ελευθερία να λειτουργήσουν σχολεία, να αναπτύξουν το εμπόριο και τη βιοτεχνία και να ιδρύσουν επαγγελματικές συντεχνίες, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται η Λάρισα η «…πολυπληθεστέρα, πλουσιωτέρα και εμπορικωτέρα…» [4] πόλη της Θεσσαλίας.
Εν τω μεταξύ, τα συχνά επαναστατικά κινήματα της Θεσσαλίας, ιδίως του 1854 και του 1878, προδιέθεταν αργά ή γρήγορα την παραχώρησή της στην Ελλάδα. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν βαθμιαία στην εγκατάσταση προξενικών αρχών των μεγάλων δυνάμεων στη Λάρισα και τον Βόλο, προκάλεσαν δε και το ενδιαφέρον σε διάφορους επιχειρηματίες και πλούσιους Έλληνες της διασποράς, αλλά και της Ελλάδος. Καθώς προέβλεπαν τη σταδιακή αποχώρηση των Τούρκων μεγαλοϊδιοκτητών γης, θα ήταν υποχρεωμένοι να πουλήσουν τις γαιοκτησίες τους σε χαμηλές τιμές. Από το γεγονός αυτό επωφελήθηκαν στην περιοχή μας ο Παναγής Χαροκόπος, ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης από την Κωνσταντινούπολη και πολλοί άλλοι.
Τελικά οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης αποδέχθηκαν στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878) την προσάρτηση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου στην Ελλάδα, εξαιρώντας όμως την επαρχία της Ελασσόνας. Η Ελληνική κυβέρνηση, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της συνθήκης αυτής, έστειλε τα στρατεύματά της και απελευθέρωσε τη Θεσσαλία. Στη Λάρισα τα στρατεύματα έφθασαν στις 31 Αυγούστου του 1881. Έπειτα από μακροχρόνια τουρκική κατοχή και υποδούλωση πολλών γενεών Ελλήνων, η πόλη συσσωματώθηκε με το ελληνικό βασίλειο με καθυστέρηση εξήντα περίπου ετών από το 1821.


[1]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α’ (Λάρισα) 1996, σελ. 52-53.
[2]. Brown Edward, Η Λάρισα του 1669, μετ. Gino Polese, Θ. Ημ., τόμ. 23, Λάρισα (1993) σ. 178.
[3]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σ. 13.
[4]. Γεωργιάδης Νικόλαος, Θεσσαλία, Εν Αθήναις (1880) σελ. 245.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Μια πλευρά της Κεντρικής πλατείας


Άποψη της βορειοδυτικής πλευράς της Κεντρικής πλατείας.  Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Στεφ. Στουρνάρα. 1910 περίπουΆποψη της βορειοδυτικής πλευράς της Κεντρικής πλατείας. Χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Στεφ. Στουρνάρα. 1910 περίπου

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει τμήματα της δυτικής και της βόρειας πλευράς της Κεντρικής πλατείας.

Ανήκει στον σπουδαίο φωτογράφο από τον Βόλο Στέφανο Στουρνάρα, τον «άγιο» της φωτογραφίας όπως τον έχουν επονομάσει οι ειδικοί και του οποίου απόψεις από τη Λάρισα έχουμε ήδη δημοσιεύσει. Είναι εκτυπωμένη σε χρωμολιθογραφία [1] στην πρόσθια όψη ταχυδρομημένου επιστολικού δελταρίου, το οποίο φέρει τον αριθμό 245 και η σφραγίδα του έχει ημερομηνία αποστολής 6 Δεκεμβρίου 1915.
Ο φωτογράφος στάθηκε στο ψηλότερο σημείο μιας δενδρόφυτης νησίδας που υπήρχε την περίοδο εκείνη στην ανατολική πλευρά της πλατείας. Στο κάτω μισό της φωτογραφίας απεικονίζεται ένα μεγάλο γυμνό μέρος της πλατείας Δικαστηρίων, όπως ονομαζόταν την περίοδο εκείνη. Είναι χωμάτινο, επίπεδο, αδιαμόρφωτο και χωρίς ίχνος στολισμού. Στον χώρο της διακρίνουμε τρεις μικρές ομάδες ατόμων, κάθε μία με τη δική της αμφίεση. Μπροστά δύο μεσήλικες με χωριάτικη ενδυμασία και σκούφο (καλπάκι) κοιτάζουν τον φακό του φωτογράφου. Στο κέντρο η άλλη ομάδα αποτελείται από τέσσερες κυρίους κομψά ντυμένους με παλτά και ρεπούμπλικα, οι οποίοι φαίνεται να συζητούν, ενώ δεξιότερα διακρίνονται τρεις αξιωματικοί με τις στολές και τις χλαίνες τους. Στο βάθος δεξιά είναι αραιά απλωμένα τραπεζοκαθίσματα από το απέναντι καφενείο, που βρισκόταν στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Το Στέμμα». Οι θαμώνες είναι λίγοι και απ’ ό,τι συμπεραίνεται από τις ενδυμασίες και τις σκιές τους, ήταν μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη ημέρα.
Στο επάνω μισό της φωτογραφίας διακρίνουμε πέντε κτίρια, τα οποία θα περιγραφούν με τη σειρά, αρχίζοντας από αριστερά. Το πρώτο είναι ένα θαυμάσιας ομορφιάς νεοκλασικό κτίσμα, το οποίο στέγαζε το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Είχε κτισθεί στη θέση παλιού μουσουλμανικού τεκέ του Κουρά εφέντη [2] που είχε αγοράσει η Τράπεζα. Τα σχέδια του κτιρίου ήταν του αθηναίου μηχανικού Μπαλάνου και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1907. Ο κάτω όροφος φιλοξενούσε τα γραφεία της Τράπεζας, ενώ ο επάνω όροφος ήταν προορισμένος για κατοικία του εκάστοτε διευθυντή, μερικές φορές όμως φιλοξενούσε ευκαιριακά και υψηλά πρόσωπα, όπως το 1937 όταν κατέλυσε εκεί ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και ο τότε διάδοχος Παύλος. Στο μέγαρο αυτό πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια οι κόρες του επί σειρά ετών διευθυντή του υποκαταστήματος Γεωργίου Δεσύπρη. Από αυτές η Μαρία (1892-1976) μετά τον θάνατο του πατέρα της το 1912 μετακόμισε στην Αθήνα, παντρεύτηκε τον συνταγματολόγο και πολιτικό Αλέξανδρο Σβώλο και μεταπολεμικά η ίδια εκλέχθηκε βουλευτής με την ΕΔΑ. Επίσης στα διαμερίσματα αυτού του ορόφου έζησε αργότερα και ο Μ. Καραγάτσης όταν διευθυντής ήταν ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος. Ο σεισμός του 1941 επέφερε στο κτίσμα αρκετές ζημιές, οι σοβαρότερες των οποίων εμφανίσθηκαν στο υπερώο του τρίτου ορόφου, το οποίο και μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε. Μ’ αυτή τη μορφή λειτούργησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οπότε η διοίκηση της Τράπεζας υποχρεώθηκε να το κατεδαφίσει ολόκληρο. Από τα χρόνια της κατοχής και μέχρι την κατεδάφισή του αντίκριζε κανείς πάνω στην ταράτσα του τη σειρήνα η οποία ειδοποιούσε τους Λαρισαίους για τις τυχόν επικείμενες εχθρικές αεροπορικές επιδρομές. Στη θέση του κομψού αυτού κτιρίου οικοδομήθηκε το σημερινό αμφισβητούμενης αισθητικής κτίριο.
Αμέσως μετά την τράπεζα και στο βάθος μπορούμε να διακρίνουμε μέρος παλιάς τουρκικής κατοικίας, η οποία περιήλθε, μαζί με τα πολύτιμα έπιπλα που περιείχε, στην ιδιοκτησία της οικογένειας Ιωάννη Χολέβα, κατόπιν αγοράς από τον Τούρκο ιδιοκτήτη ο οποίος εγκατέλειψε τη Λάρισα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας. Μετά τη χρεοκοπία της ιδιωτικής «Τράπεζας Χολέβα-Μαρκατά» το 1932, το σπίτι περιήλθε στην κατοχή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία το κατεδάφισε και οικοδόμησε το σημερινό κτίριο που στεγάζει το τοπικό υποκατάστημά της.
Το επόμενο διώροφο κτίσμα στέγαζε στον επάνω όροφο το ξενοδοχείο «Όλυμπος», ενώ το ισόγειο διέθετε καταστήματα, μεταξύ των οποίων και το Παντοπωλείο του Μακρυγιάννη. Στις 21 Δεκεμβρίου 1940 ιταλική βόμβα «σημάδεψε» το κτίριο και το κατέστρεψε. Μεταπολεμικά ισοπεδώθηκε και αργότερα στη θέση του υψώθηκε η σημερινή οικοδομή.
Απέναντί του το ισόγειο κατάστημα στη γωνία Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Αλεξάνδρας (Κύπρου) στέγαζε κατά την απελευθέρωση του 1881 ζαχαροπλαστείο που το λειτουργούσε κάποιος Ευθύμιος Σαρανταένας από τη Λαμία, ο οποίος ήταν γνωστός από τη μεγάλη γενειάδα που διατηρούσε («διαπρεπή γενειοφόρο» τον περιγράφει ο Θρασύβουλος Μακρής). Αργότερα στο σημείο αυτό είχε το φαρμακείο του ο ισραηλίτης Ματαλών. Κατόπιν το φαρμακείο αυτό το λειτούργησε ο φαρμακοποιός Νικόλαος Ζησιάδης από τη Ραψάνη, αδελφός του δικηγόρου και βουλευτή Τυρνάβου Βασίλειου Ζησιάδη [3], ο οποίος και το διατήρησε με την επωνυμία «Φαρμακείον Ν. Ζησιάδου και Σία» μέχρι το 1941. Ήταν χαρακτηριστική για ένα διάστημα η διαφημιστική επιγραφή του φαρμάκου «Σαντράλ» που έφερε σε στηθαίο στο ύψος της στέγης, στην πρόσοψη που έβλεπε προς την Πλατεία. Το γεγονός αυτό οδήγησε ώστε να γίνει γνωστό στον κόσμο το συγκεκριμένο κτίριο σαν Φαρμακείο Σαντράλ.
Το επόμενο επιβλητικό οικοδόμημα είναι το δημοτικό ξενοδοχείο «Το Στέμμα», το οποίο περιγράψαμε σε άλλο σημείωμά μας [4].


[1]. Χρωμολιθογραφία είναι ειδική τεχνική έγχρωμης εκτύπωσης εικόνων, οι οποίες έχουν χαραχθεί σε λίθινες πλάκες.
[2]. Στεργιόπουλος Δημ. Μνημεία Μουσουλμανικής Ιστορίας και Τέχνης στο νομό Λάρισας, εφ. Λαρισαϊκή Ηχώ, φύλλο της 11ης Μαρτίου 1985.
[3]. Ο Βασίλειος Ζησιάδης νυμφεύθηκε την Πιπίτσα Λογιωτάτου, αδελφή της Ιουλίας Σάπκα-Λογιωτάτου και επομένως ήταν σύγαμπρος με τον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα.
[4]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α΄, Λάρισα (2018) σελ. 61-65.

Τρίτη 16 Μαΐου 2023

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Περιφορά εικόνας του Αγ. Αχιλλίου το 1933


Η θρησκευτική πομπή κινείται επί της οδού Ακροπόλεως. Στο βάθος διακρίνονται  τα κτίρια της βόρειας πλευράς της Κεντρικής πλατείας. Φωτογραφία του φωτογράφου-αγιογράφου  Παντελή Γκίνη. 1933. Από το πλούσιο Αρχείο της Φωτοθήκης Λάρισας. Η θρησκευτική πομπή κινείται επί της οδού Ακροπόλεως. Στο βάθος διακρίνονται τα κτίρια της βόρειας πλευράς της Κεντρικής πλατείας. Φωτογραφία του φωτογράφου-αγιογράφου Παντελή Γκίνη. 1933. Από το πλούσιο Αρχείο της Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Με την ευκαιρία της αυριανής εορτής του πολιούχου της Λάρισας Αγίου Αχιλλίου, το σημερινό κείμενό μας είναι επίκαιρο.

Δημοσιεύεται φωτογραφία από τη λιτανεία της εικόνας του τοπικού μας Αγίου, η οποία πραγματοποιήθηκε με κάθε επισημότητα στους κεντρικούς δρόμους της Λάρισας, με ενδιάμεσο σταθμό στην Κεντρική πλατεία. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε πριν 90 χρόνια, συγκεκριμένα το 1933 και είναι του Λαρισαίου φωτογράφου-αγιογράφου Παντελή Γκίνη [1]. Ο τελευταίος ανέβηκε στον εξώστη του επάνω ορόφου του αρχοντικού του Νικολάου Καρανίκα που ήταν στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Ίωνος Δραγούμη και από τη θέση αυτή κατέγραψε την πορεία της λατρευτικής πομπής, την παρουσία πλήθους κόσμου και την Κεντρική πλατεία Θέμιδος με τα κτίρια της βόρειας πλευράς της. Ξεκινώντας από αριστερά διακρίνουμε: Στο βάθος την πίσω πλευρά του τριώροφου Μεγάρου Αλεξάνδρου, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα υπό άλλη ιδιοκτησία και έχει πρόσοψη προς το Αρχαίο Θέατρο. Το ισόγειο στη γωνία Κύπρου και Παπαναστασίου, κρυμμένο πίσω από φυλλωσιές, είναι το Φαρμακείο Νικ. Ζησιάδου και Σία. Ακολουθεί το διώροφο Ξενοδοχείο «Το Στέμμα», από τα παλαιότερα της Λάρισας και το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας. Μεσολαβεί η οδός Φιλελλήνων και εν συνεχεία είναι το Μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτου (γνωστό και ως Λέσχη Ασλάνη) με τον χαρακτηριστικό τρούλο, που εκείνη την περίοδο ο επάνω όροφος στέγαζε το Ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Μετά με τη σειρά είναι το καφενείο «Εμπορικόν», το Φαρμακείο του Αγαμ. Αστεριάδη και στη γωνία με την οδό Πανός ένα διώροφο οίκημα, στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν το Παντοπωλείο του Μενέλαου Καρυώτη.
Η πομπή με το ιερατείο και τους επισήμους κινείται επί της οδού Παπαναστασίου. Προπολεμικά, η πομπή ακολουθούσε διαφορετική πορεία από τη σημερινή. Διέσχιζε την Παπαναστασίου και όταν έφθανε στο ύψος της οδού Κούμα έστριβε αριστερά και όταν πλησίαζε στο μέσον της νότιας πλευράς της πλατείας έστριβε πάλι αριστερά και κατευθυνόταν στο κέντρο της, όπου ο Δήμος έστηνε μια ειδική εξέδρα όπου ανέβαιναν οι αρχιερείς με την εφέστια [2] εικόνα του Αγίου Αχιλλίου και ανέπεμπαν ειδική δέηση. Ακολουθούσε, όπως άλλωστε και σήμερα, κήρυγμα του Μητροπολίτη Λαρίσης. Τρεις μητροπολίτες διακρίνονται στην περιφορά [3], οι ιερείς είναι παρατεταγμένοι σε δύο ζυγούς κοντά στα πεζοδρόμια, ενώ την πομπή περιστοιχίζουν στρατιώτες με τα όπλα επ’ ώμου. Πίσω από τους μητροπολίτες διακρίνεται η εικόνα του Αγίου [4] και από κοντά οι επίσημοι.
Από την περιφορά της εικόνας της ίδιας χρονιάς (15 Μαΐου 1933), δημοσιεύσαμε στη σειρά αυτή των κειμένων μας άλλη μία φωτογραφία, όταν η πομπή βρισκόταν επάνω στον Λόφο της Ακρόπολης, επιστρέφοντας από την πλατεία [5]. Εκεί αναφέραμε ότι ο φωτογράφος μάς ήταν άγνωστος. Όμως, όταν η Φωτοθήκη Λάρισας απέκτησε από οίκο δημοπρασιών της Θεσσαλονίκης έντεκα (11) φωτογραφίες σε γυαλί με διάφορες απόψεις από τη Λάρισα, μεταξύ των οποίων και τις δύο από την περιφορά της εικόνας του Αγίου Αχιλλίου, διαπιστώθηκε ότι τα αρνητικά των φωτογραφιών σε γυαλί [6] εμφανίσθηκαν από τον φωτογράφο Παντελή Γκίνη και η χρονολογία λήψης των χρονολογείται το 1933.

 

[1]. Ο Παντελής Γκίνης (1888-1988) θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους φωτογράφους-αγιογράφους της πόλης μας. Από κοινού με τον επίσης αγιογράφο Χρυσόστομο Παπαμερκουρίου εργάσθηκαν για πολλά χρόνια και έργα τους υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους ναούς της περιοχής μας. Για τον εξαιρετικό αυτόν καλλιτέχνη η πόλη περιμένει να γίνει ειδική επιστημονική μελέτη.
[2]. Εφέστια ονομάζεται η επίσημη εικόνα κάθε ναού ή μονής. Λ.χ. λέμε ότι η εφέστια εικόνα του Αγίου Όρους είναι «Το Άξιον Εστί», της Μονής Ιβήρων η Παναγία Πορταΐτισσα, κ.λπ.
[3]. Από τους τρεις ιεράρχες αναγνωρίζεται, ακριβώς μπροστά από την εικόνα, ο Λαρίσης Αρσένιος Αφεντούλης (1914-Δεκέμβριος 1934). Ήταν Μητροπολίτης Στρωμνίτσης (της σημερινής περιοχής των Σκοπίων) και έφθασε στην Ελλάδα το 1913 εκδιωγμένος από τους Βουλγάρους. Το 1914 τοποθετήθηκε Μητροπολίτης Λαρίσης, αλλά κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού πρωτοστάτησε στο ανάθεμα του Ελευθερίου Βενιζέλου και το 1917 καθαιρέθηκε και εξορίσθηκε. Το 1923 επανήλθε στη θέση του και τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων του 1934 υπέστη καρδιακή ανακοπή και απεβίωσε σε ηλικία 63 ετών.
[4]. Πιστεύεται ότι η επίσημη εικόνα του Αγίου Αχιλλίου ανήκει και αυτή, λόγω των ομοίων διαστάσεών της, στην ομάδα των ρωσικών εικόνων που είχε παραγγείλει στη Μόσχα το 1802 ο τότε Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Καλλιάρχης. Ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης αναφέρει ότι οι εικόνες αυτές ήταν 12, διαστάσεων 120 εκ. ύψος και 72 εκ. πλάτος. Σήμερα από τις εικόνες αυτές διασώζονται μόνον πέντε. Το επάργυρο πουκάμισο που καλύπτει την εικόνα του Αγ. Αχιλλίου δεν επιτρέπει την ταυτοποίησή της. Η αργυρή αυτή επένδυση κατασκευάσθηκε το 1929 στην Αθήνα και ήταν δωρεά του εμπόρου της Λάρισας και επί χρόνια εκκλησιαστικού επιτρόπου του ναού του Αγίου Αχιλλίου, Ιωάννου Αλεξάνδρου, όπως αναφέρει σχετική επιγραφή: «Αφιέρωμα του Ι. Δ. Αλεξάνδρου, εις μνήμην του αποβιώσαντος πατρός αυτού Δημητρίου».
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Λιτανεία της εικόνας του Αγίου Αχιλλίου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 2ας Ιουλίου 2017.
[6]. Παλαιότερα, πριν ακόμη ανακαλυφθούν τα φιλμ, η αποτύπωση των λήψεων της φωτογραφικής μηχανής γινόταν ως επί το πλείστον πάνω σε γυάλινες πλάκες.

Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Το «Θέμιδος Μέλαθρον» της Λάρισας

 
Το Οθωμανικό Διοικητήριο της Λάρισας σε σχεδιαστική αναπαράσταση. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΤο Οθωμανικό Διοικητήριο της Λάρισας σε σχεδιαστική αναπαράσταση. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας

ΤΟΥ ΝΙΚ. ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

Όταν το 1881 απελευθερώθηκε η Θεσσαλία, η πόλη της Λάρισας είχε την όψη μιας κλασικής τουρκόπολης. Όλα τα κτίσματά της ήταν ισόγεια, κατασκευασμένα με την απλή λαϊκή ασιατική τεχνική. Ελάχιστα ήταν τα κτίρια τα οποία είχαν κάποιο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον και προσέδιδαν

στη Λάρισα τον τίτλο της Θεσσαλικής πρωτεύουσας. Ένα απ’ αυτά ήταν και το Οθωμανικό Διοικητήριο, την ιστορική διαδρομή του οποίου θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε με το σημερινό μας σημείωμα.
Το 1874, επτά χρόνια πριν την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, με προτροπή του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, οι Οθωμανοί κατασκεύασαν στη Λάρισα ένα λαμπρό και επιβλητικό κτίριο, με προορισμό να στεγάσει το Τουρκικό Διοικητήριο. Αρχιτέκτονας ήταν ο ελληνικής καταγωγής Στυλιανός Βουκαδόρος, από τη Ζάκυνθο, ο οποίος την περίοδο εκείνη ζούσε στη Λάρισα. Το κτίριο βρισκόταν μέσα σε ευρύ χώρο που αντιστοιχεί στη βορειοδυτική πλευρά της σημερινής Κεντρικής πλατείας[1]. Ήταν επίμηκες και η πρόσοψή του είχε ανατολικό προσανατολισμό. Στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου του Διοικητηρίου είχε τοποθετηθεί επιγραφή με οθωμανική γραφή, η οποία ανέφερε ότι: «Ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ επιθυμών να ευεργετήσει την Λάρισαν διέταξε τον διοικητήν αυτής Τζαβήτ Πασάν να προβή εις την ανέγερσιν του ευπρεπούς τούτου νέου μεγάρου προς στολισμόν της πόλεως, με τας ευχάς εις τον Θεόν όπως διαφυλάττη τούτο από παντός κακού…έτος 1291»[2]. Το έτος 1291 είναι το μουσουλμανικό έτος Εγίρας και αντιστοιχεί στο χριστιανικό 1874.
Τη μορφή του την βλέπουμε σε μια σχεδιαστική αναπαράσταση η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο. Η αναπαράσταση αυτή βασίζεται στη φωτογραφία που είναι αποτυπωμένη στο επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, το οποίο κυκλοφόρησε το 1902. Πιο πριν, κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1897, το κτίριο αυτό είχε αποτυπωθεί σε ορισμένα χαρακτικά και σε στερεοσκοπικές φωτογραφίες που απεικόνιζαν τη συγκέντρωση του ελληνικού στρατού στην πλατεία της Λάρισας, πριν αρχίσουν οι εχθροπραξίες.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το κτίριο αυτό χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Τούρκου στρατιωτικού Διοικητή της Θεσσαλίας. Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881, η τουρκική κυβέρνηση επέμενε να κρατήσει στη δικαιοδοσία της το Διοικητήριο για να στεγάσει το Προξενείο της Τουρκίας ή το τουρκικό Σχολείο[3]. Φυσικά η απαίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή. Ήταν το μοναδικό ευπρεπές και ευρύχωρο κτίσμα στη Λάρισα και το προόριζαν να στεγάσει ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για στρατωνισμό και για άλλες στρατιωτικές υπηρεσίες (λ.χ. στρατιωτικό ταχυδρομείο). Το 1892, αφού διαμορφώθηκε κατάλληλα εσωτερικά, παραδόθηκε για χρήση στη Δικαιοσύνη. Ο χώρος του ήταν επαρκής και το κυρίως κτίσμα στέγασε όλες τις δικαστικές αρχές της πόλης, ενώ στο υπόγειο λειτούργησε το Δημόσιο Ταμείο. Η οθωμανική επιγραφή στο υπέρθυρο του κάτω ορόφου άλλαξε πλέον και τώρα ανέγραφε «Θέμιδος Μέλαθρον». Από την παρουσία του Δικαστικού Μεγάρου στους χώρους της πλατείας, αυτή ονομάστηκε Πλατεία Δικαστηρίων ή Πλατεία Θέμιδος. Κατά τη σύντομη κατοχή της Λάρισας από τους Τούρκους μετά τον «ατυχή» πόλεμο του 1897 (Απρίλιος 1897-Ιούνιος 1898) χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως Διοικητήριο από τους Τούρκους.Κατασκευαστικά το Διοικητήριο ήταν ένα εντυπωσιακό διώροφο κτίριο με υπόγειο, οικοδομημένο με πέτρα και στην εξωτερική μορφή του κυριαρχούσαν άφθονα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Η πρόσοψη παρουσίαζε μια αξιόλογη συμμετρία. Ήταν διηρημένη σε τρία τμήματα, εκ των οποίων το κεντρικό προείχε ελαφρώς. Στον κάτω όροφο του κεντρικού τμήματος της πρόσοψης είχε διαμορφωθεί η κυρία είσοδος, η οποία οδηγούσε σε ευρύ προστώο με τέσσερες τετράγωνους κίονες (πεσσούς), οι οποίοι συγκρατούσαν τον εξώστη του πρώτου ορόφου. Οι τοίχοι και στους δύο ορόφους περιμετρικά ήταν διάτρητοι από παράθυρα, η στέγη ήταν απλή, με ξύλινο σκελετό, επικαλυμμένη με κεραμίδια, ενώ κατά διαστήματα υπήρχαν περίτεχνα ακροκέραμα. Στο κέντρο της πρόσοψης ψηλά, στο ύψος της στέγης, υπήρχε ευρύ τριγωνικό αέτωμα, το οποίο προσέδιδε στο κτίριο ομορφιά και ύψος. Το εσωτερικό αποτελούνταν από δεκαπέντε ισομεγέθη δωμάτια σε κάθε όροφο, κατανεμημένα και από τις δύο πλευρές κατά σειρά στους μακρόστενους διαδρόμους[4].
Το επιβλητικό αυτό κτίριο το περιέγραψαν με θαυμασμό όλοι σχεδόν οι επισκέπτες της Λάρισας, Έλληνες και ξένοι, οι οποίοι βρέθηκαν το 1881 στα εδάφη της Θεσσαλίας αμέσως μετά την ενσωμάτωση με την Ελλάδα, με σκοπό να γνωρίσουν από κοντά τη νέα ελληνική επαρχία, με το τεράστιο οικονομικό δυναμικό που προοιώνιζε ο εύφορος κάμπος της[5].
Όμως παρά την ευχή για την αποφυγή παντός κακού που εξέφραζε η επιγραφή του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου 1905, το επιβλητικό αυτό μέγαρο των Δικαστηρίων καταστράφηκε από πυρκαγιά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία. Το γεγονός αυτό είχε συγκλονίσει τη Λάρισα για την ταχύτητα της εξάπλωσης και τον αφανισμό όχι μόνον του εξοπλισμού του κτιρίου αλλά και των αρχείων που περιείχε. Και ενώ οι φλόγες δεν είχαν ακόμα σβήσει, πολλοί κάτοικοι, κυρίως παιδιά, ανασκάλευαν τα ερείπια του υπογείου για να μαζέψουν τα μαυρισμένα από τη φωτιά νικέλινα κέρματα που βρίσκονταν στο Δημόσιο Ταμείο.
Όταν κόπασε η συγκίνηση από την καταστροφή αυτή, άρχισαν οι έρευνες για να εντοπιστεί η αιτία της πυρκαγιάς και να ανευρεθούν οι δράστες. Οι ανακρίσεις όμως δεν οδήγησαν πουθενά, γι’ αυτό και ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης χαρακτήρισε την πυρκαγιά αυτή σαν ένα «ανεξιχνίαστον έγκλημα».
Εν τω μεταξύ στην πόλη κυκλοφορούσαν διάφορα σενάρια που η αξιοπιστία τους δεν έπειθε.
—Το πιο διαδεδομένο ήταν ο εμπρησμός. Πολλοί πίστευαν ότι το κτίριο των Δικαστηρίων έγινε παρανάλωμα του πυρός από υπόδικους που είχαν συμφέρον να εξαφανίσουν στοιχεία που θα απέβαιναν εις βάρος τους. Στην πόλη είχε εδραιωθεί η άποψη ότι κάποιος υπόδικος από τα Τρίκαλα ή κατ’ άλλους από τα Φάρσαλα, πυρπόλησε το ευάλωτο, έτσι κι αλλιώς, «Μέλαθρον». Όμως οι ανακρίσεις που έγιναν δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι η πυρκαγιά ήταν πράξη εμπρησμού.
—Άλλη αιτία ήταν η αμέλεια. Κάποιος απρόσεκτος επισκέπτης ή υπάλληλος των Δικαστηρίων, άφησε αργά το βράδυ αναμμένο τσιγάρο κοντά σε εύφλεκτα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να προκληθεί εν αγνοία του η πυρκαγιά που κατέστρεψε το κτίριο.
—Υπήρχε επίσης και μία άλλη, πολύ «προχωρημένη» φήμη ότι τη φωτιά έβαλαν κάποιοι νεαροί Λαρισαίοι με σκοπό να ελευθερώσουν τον χώρο από το τουρκικό κτίριο και να προσφέρουν στην πόλη μια μεγάλη έκταση που να χρησιμεύσει για πλατεία.
Τρία χρόνια μετά την πυρκαγιά, το 1908, οι αποτεφρωμένοι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου ισοπεδώθηκαν[6] και ένας μεγάλος χώρος ελευθερώθηκε και αποδόθηκε στο Δήμο για να διευρύνει την πλατεία και να επιτρέψει την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως το οποίο είχε συνταχθεί από το 1882-83. Με τον καιρό γύρω από την πλατεία άρχισαν να κτίζονται μεγάλα και αισθητικά όμορφα κτίσματα, τα οποία στόλισαν το κέντρο της πόλης μέχρι το φοβερό για τη Λάρισα έτος του σεισμού του 1941.

 

[1]. Επί τουρκοκρατίας η Κεντρική πλατεία ονομαζόταν «Πλατεία Πετρεδίν Βέη». Βλέπε: Καλογιάννης Βάσος, Τα Δικαστήρια της Λαρίσης και η μακρά ιστορία τους. Από το «Σεράγι» της τουρκοκρατίας, στο σύγχρονο «Θέμιδος Μέλαθρον», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 30ής Ιουνίου 1972.
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σ. 21.
[3]. Ρούσκας Ιωάννης, Η απελευθέρωση της Λάρισας από τον ελληνικό στρατό στις 31. 8. 1881 μέσα από τις στήλες των εφημερίδων. Πρακτικά 7ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών «Η Λάρισα από την απελευθέρωσή της (1881) μέχρι το 1940», Λάρισα (2013) σ. 18.
[4]. Καραμανώλης Εμμ., Αναδρομή στην ιστορία των δικαστηρίων Λαρίσης, Λάρισα (1997) σ. 10.
[5]. Αναφέρουμε μερικούς όπως ο Βολιώτης γιατρός Νικόλαος Γεωργιάδης (1880), ο στρατιωτικός Ι. Κοκκίδης (1880), ο Σπυρίδων Παγανέλης, (1881), ο γερμανός Bernard Ornstein (1881), ο Μιχ. Γρηγορόπουλος (1882), ο μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1892), και πολλοί άλλοι.
[6]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η κατεδάφιση του πυρποληθέντος Δικαστικού Μεγάρου (1908), εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 11ης Οκτωβρίου 2017.