Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία της Λάρισας
(από την Ελευθερία Λάρισας)

Στο σημερινό σημείωμα θα γίνει αναφορά στα στρατιωτικά νοσοκομεία που έχουν λειτουργήσει
στην πόλη από τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα. Αφορμή μας έδωσε η εργασία του διδάκτορα της ιστορίας Βασίλη Κ. Σπανού «Ειδήσεις για θέματα υγείας στη Λάρισα του 1898»(1). 
Η Λάρισα λόγω της σπουδαίας γεωπολιτικής θέσεως την οποία κατέχει στο κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής, ανέκαθεν υπήρξε τόπος συγκεντρώσεως μεγάλου αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων και έδρα ανώτατων διοικητικών σχηματισμών, τόσο σε πε ριόδους ειρήνης όσο και κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων. Επομένως η ανάγκη όπως υποστηριχθούν υγειονομικά όλες αυτές οι τεράστιες στρατιωτικές μονάδες που εδρεύουν τακτικά στην πόλη,
καθιστούσε αναγκαία την παρουσία ενός μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου στην περιοχή. Και ενώ ιστορικά υπάρχουν κατά διαστήματα πληροφορίες για υποτυπώδεις παροχές περίθαλψης σε ομάδες του πληθυσμού της περιοχής, για αμιγή στρατιωτικά νοσηλευτήρια δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.
Οι πρώτες πληροφορίες για στρατιωτικά νοσηλευτήρια στην πόλη μας ανάγονται στον 19ο αιώνα.Υπάρχουν προφορικές και γραπτές μαρτυρίες παλιών Λαρισαίων, από τις οποίες προκύπτει ότι στο Αλκαζάρ και συγκεκριμένα στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Κηποθέατρο, λειτουργούσε κατά τον 19ου αιώνα τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο.
Επρόκειτο για ένα ψηλό διώροφο οικοδόμημα, το «Χαστανιέ»(2) όπως το αποκαλούσαν. Η κάτοψή του είχε σχήμα Γ, με τη γωνία στραμμένη προς τη γέφυρα του Πηνειού. Ο επάνω όροφος είχε πολλά και μεγάλα παράθυρα προς το ποτάμι και μπροστά του εκτείνονταν κατάφυτη αυλή. Ανάμεσα στο ιατρικό προσωπικό του τουρκικού νοσοκομείου, συγκαταλέγονταν και γνωστοί Λαρισαίοι ιατροί, όπως οι: Αναστάσιος Ζαρμάνης, Α. Αστεριάδης και Κων. Μαρκίδης, οι οποίοι μετά την απελευθέρωση διακρίθηκαν στον πολιτικό στίβο σαν δήμαρχοι ή βουλευτές.Το νοσο-
κομείο αυτό μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων το 1881 εγκαταλείφθηκε.Έτσι με τον καιρό το κτίριο ερημώθηκε και τελικά κατεδαφίσθηκε(3).
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το Υγειονομικό Σώμα του Ελληνικού Στρατού κατέβαλε προσπάθειες για τη δημιουργία μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου στη Λάρισα, ώστε να καλύψει τις ανάγκες των πολυπληθών στρατευμάτων της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλίας. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού το 1883 άρχισαν οι σχετικές ενέργειες και στις αρχές του 1886 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του πρώτου, μετά την ένωση της Θεσσαλίας με το ελεύθερο ελληνικό κράτος, στρατιωτικού νοσοκομείου της Λάρισας. Σε εφημερίδα των Αθηνών του 1886
δημοσιεύθηκε απεικόνισή του, συνοδευόμενη από σχετικό κείμενο: «...το εξωτερικόν του εν Λαρίσση στρατιωτικού νοσοκομείου, αξιολόγου και ευπρεπούς κτιρίου, οικοδομηθέντος προ ολίγου. Εν αυτώ νοσηλεύονται πάντες οι τραυματίαι των τελευταίων συμπλοκών...»(4). Επρόκειτο για κτίριο εντυπωσιακό σε εμφάνιση και μέγεθος για τα δεδομένα της εποχής.
Σε κάτοψη είχε σχήμα Η κεφαλαίο, δηλαδή δύο επιμήκεις πτέρυγες ενώνονταν περίπου στο μέσον με μία εγκάρσια. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου ήταν αυστηρά νεοκλασική, ρυθμός αρκετά δημοφιλής την εποχή εκείνη.
Πού βρισκόταν το κτίριο αυτό δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό. Πιθανολογείται ότι ήταν στην περιοχή της συνοικίας Αρναούτ (Αγίου Αθανασίου), κοντά στο σημερινό στρατιωτικό νοσοκομείο. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας πιστεύει(5) ότι βρισκόταν στη βορειοανατολική γωνία των σημερινών οδών Μανδηλαρά και Παναγούλη, περίπου εκεί όπου στεγάζεται σήμερα
η μαιευτική κλινική «Ιπποκράτης» και είχε ανεγερθεί μετά το 1870 για να στεγάσει τουρκικό σχολείο.
Όμως η φράση της εφημερίδας των Αθηνών «οικοδομηθέντος προ ολίγου» και κάποιο δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας της εποχής που αναφέρει ότι σε σεισμό που έπληξε τη Λάρισα τον Δεκέμβριο του 1891 η οροφή του νοσοκομείου κατέρρευσε και τα κεραμίδια έπεφταν σαν βροχή(6),δεν μπορεί να παραβλεφθούν. Λόγω της καταστροφής από τον σεισμό η διάρκεια ζωής του όμορφου αυτού κτιρίου υπήρξε αρκετά σύντομη. 
Μετά την καταστροφή του το στρατιωτικό νοσοκομείο στεγάσθηκε σε κτίριο δίπλα από το Α’ Παρθεναγωγείο, στην οδό Ιπποκράτους, τη σημερινή Ασκληπιού, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας της εποχής, που αλίευσε και δημοσίευσε ο Γιώργος Ζιαζιάς(7), ενώ το Παρθεναγωγείο είναι γνωστό ότι λειτουργούσε στο χώρο που αργότερα στεγάσθηκε το Αρσάκειο.
Από τον Βασίλη Σπανό εντοπίσθηκαν δύο δημοσιεύματα καταχωρισμένα στην εφημερίδα «Όλυμπος», αμέσως μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Λάρισα το 1898. Το πρώτο (21.6. 1898) αναφέρει: «...το κατά την πλατείαν ευρύ του Διδασκαλείου κτίριον, όπερ τέως εχρησίμευεν ως νοσοκομείον...», ενώ το δεύτερο δημοσίευμα (19.7.1898) μας πληροφορεί για την ύπαρξη δύο στρατιωτικών νοσοκομείων στη Λάρισα, του παλαιού και του νέου,σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους: «..εις τον μεταξύ του παλαιού και του νυν στρατιωτικού νοσοκομείου
χώρον..».Το ένα, το παλαιό, προφανώς είναι το επί της οδού Ιπποκράτους που αναφέρθηκε, ενώ το δεύτερο στεγάσθηκε προσωρινά στο κτίριο του Διδασκαλείου, τα σημερινά Δικαστήρια, και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά από τους Τούρκους κατά την παραμονή τους στη Λάρισα. Αυτά τα κτίρια δεν είχαν ευτυχή πορεία.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε η εκπόνηση μελέτης για την δημιουργία ενός μεγάλου και σύγχρονου στρατιωτικού νοσοκομείου, που να καλύπτει τις ανάγκες όλων των στρατιωτικών μονάδων της περιοχής. Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Μικρά» της Λάρισας (11. 2. 1910 : «Την εβδομάδα ταύτην περατούται η εν τω ενταύθα γραφείω του Μηχανικού Θεσσαλίας, εκπόνησιςτου σχεδίου του αναγερθησομένου εν τη πόλει μας Στρατιωτικού Νοσοσκομείου. Τούτο θα ανεγερθή εν τω χώρω όπου ήτο μέχρι τούδε η πυριτιδαποθήκη Αρναούτ, θα στοιχίση περί τας 300.000 δραχμών και θα πληροί δεόντως άπαντας τους όρους ενός τελείου νοσοκομείου».Όμως η ανώ-
μαλη πολιτική κατάσταση που επικράτησε διεθνώς από το 1912 μέχρι το 1925 δεν επέτρεψαν την ανέγερσή του. Γι’ αυτό και κατά τον πόλεμο του 1912 ελλείψει στρατιωτικού νοσοκομείου, επιτάχθηκε το τότε Δημοτικό Νοσοκομείο Λαρίσης, για να καλύψει τις υγειονομικές ανάγκες του ελληνικού στρατού. 
Μέχρι την οριστική κατασκευή του νέου μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου, οι ασθενείς νοσηλεύονταν κατά καιρούς σε πρόχειρους στρατιωτικούς χώρους.Λ. χ. κατά την περίοδο 1931-1934 στεγάζονταν σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις εκεί όπου σήμερα υπάρχει το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας (Α.Τ.Α.).
Το νέο μεγάλο στρατιωτικό Νοσοκομείο που υπάρχει μέχρι σήμερα, εγκαινιάσθηκε το  936.Ονο-
μάσθηκε «Β’ Στρατιωτικόν Νοσοκομείον» και την περίοδο εκείνη ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στρατιωτικά νοσοκομεία του βαλκανικού χώρου. Από το 1940 και μετά το στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας ακολουθεί από κοντά τις τύχες της πόλης μας. Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Λάρισα το νοσοκομείο επιτάχθηκε και περιήλθε στα
στρατεύματα κατοχής. Οι Γερμανοί όχι μόνον επούλωσαν τις ζημιές από κάποιον προηγηθέντα βομβαρδισμό, αλλά επέφεραν και σημαντικές βελτιώσεις σε όλο το κτίριο. Έτσι καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής λειτούργησε σαν γερμανικό στρατιωτικό νοσοκομείο με ανεπτυγμένα πολλά τμήματα. Το 1945 το νοσοκομείο περιήλθε και πάλι στην υγειονομική υπηρεσία του στρατού και έπειτα από ορισμένες επισκευές επαναλειτούργησε με την επωνυμία «404
Γενικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης».
 Όλος ο χώρος του νοσοκομείου ονομάσθηκε «Στρατόπεδο Κωνσταντίνου Πετρόπουλου»για να τιμηθεί ο Λαρισαίος στρατιωτικός ιατρός, ο οποίος σκοτώθηκε το 1941 κατά την καταποντισμό του πλωτού νοσοκομείου «Αττική», έπειτα από ανηλεή βομβαρδισμό γερμανικών αεροπλάνων.
-----------------------------------------
(1). Υπάρχει δημοσιευμένη στα: Πρακτικά του 7ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών, Λάρισα 22 Οκτωβρίου 2011, Η Λάρισα από την απελευθέρωσή της (1881) μέχρι το 1940, Λάρισα (2013) σελ 163-172, που παρουσιάσθηκε πρόσφατα στο αμφιθέατρο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης.

(2). Χαστανιέ ή Χαστανεσί είναι το αντίστοιχο της λέξεως Νοσοκομείο στην τουρκική γλώσσα. Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη χαστάς, η οποία σημαίνει ασθενής.

(3). Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νκόλαος, Χαστανιέ.Το τουρκικό στρατιωτικό Νοσοκομείο, εφ. Ελευθερία,Λάρισα, φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 2014.

(4). Εφ. «Άστυ», Αθήναι, φύλλο της Κυριακής 22ας Ιουνίου 1886. Η αναφερόμενη στο κείμενο συμπλοκή,αφορά μια πολεμική αψιμαχία μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων συνοριακών φρουρών στην περιοχή της Μελούνας, στις 11 Μαΐου του 1886, κατά τη διάρκεια της οποίας πυρπολήθηκε από τους Έλληνες ο τουρκικός συνοριακός σταθμός.

(5). Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη, (2007)σελ. 465-467.

(6). Εφ. Σάλπιγξ, Λάρισα, φύλλο της 30ης Δεκεμβρίου 1891: «...έπαθον βλάβην κα άλλα δημόσια καταστήματα, εν οίς και το Στρατιωτικόν Νοσοκομείον,του οποίου αι κέραμοι έπιπτον εν είδει βροχής, και η οροφή κατεκάθησεν».

(7). «Τα παράθυρα του στρατιωτικού Νοσοκομείου βλέπουσι εις την οδόν Ιπποκράτους. Το Α’ Παρθεναγωγείον κείται παραπλεύρως του Νοσοκομείου και αι μαθήτριαι κάμνωσι μεγάλην στροφήν δια να μεταβαίνωσι εις το Παρθεναγωγείον ίνα μη ακούωσι τας κακοηθείας των στρατιωτών»

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος

 


exΣτις 6 Αυγούστου η Εκκλησία γιορτάζει τηΜεταμόρφωση του Χριστού στο όροςΘαβώρ, μπροστά στα μάτια των αγαπημένων του μαθητών. Ή μάλλον, ο Χριστός μεταμόρφωσε τα μάτια των μαθητών Του, έτσι ώστε να μπορέσουν να Τον δουν όπως πραγματικά είναι και πάντοτε ήταν, ΦΩΣ  δηλαδή.
Ο Χριστός πολλές φορές είχε μιλήσει στους μαθητές Του για τα πάθη και τον θάνατο που θα δοκίμαζε ο ίδιος, αλλά και για τους κινδύνους και τα μαρτύρια που περίμεναν τους μαθητές Του σ’ αυτήν τη ζωή. Θέλησε όμως να τους βεβαιώσει και να δουν με τα ίδια τους τα μάτια, όσο ήταν δυνατόν, τα αγαθά που ήλπιζαν να κληρονομήσουν στην αιώνια ζωή, όπως τους είχε υποσχεθεί ο Δάσκαλός τους.
Πήρε, λοιπόν, ο Κύριος τους τρεις  πιο κοντινούς του μαθητές, τον Πέτρο, τον Ιάκωβοκαι τον Ιωάννη και ανέβηκαν πάνω στο όρος Θαβώρ, να προσευχηθεί. Εκεί μεταμορφώθηκε μπροστά τους κι έλαμψε το πρόσωπό Του σαν τον ήλιο, ενώ τα ρούχα Του έγιναν κατάλευκα και αστραφτερά σαν το φως. Δεξιά και αριστερά Του φάνηκαν δύο άνδρες, ο Μωυσής και ο Ηλίας, που συνομιλούσαν μαζί Του για τον θάνατό Του και την εκπλήρωση της αποστολής Του. Οι μαθητές γεμάτοι θάμβος και δέος αντίκρισαν το μεγαλείο της δόξας του Θεού και γέμισαν από τη γλυκύτητα της φωτεινής παρουσίας Του. Τότε ο Πέτρος αυθόρμητα πρότεινε: «Κύριε, είναι ωραία να μείνουμε εδώ! Να στήσουμε τρεις σκηνές· μια για Σένα, μια για τον Μωυσή και μια για τον Ηλία!» Δεν ήξερε τι έλεγε· τα ‘χαν χαμένα! Έπειτα ένα σύννεφο τους σκέπασε και μια φωνή ακούστηκε:  «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, ο εκλεκτός μου· Αυτόν ν’ ακούτε!» Αμέσως οι μαθητές έπεσαν κάτω από τον φόβο τους. Τους πλησίασε τότε ο Ιησούς, τους άγγιξε και τους είπε: «Σηκωθείτε και μη φοβάστε». Ο Χριστός ήταν πάλι όπως πριν. Καθώς κατέβαιναν τους είπε να μην πουν τίποτε σε κανέναν πριν την Ανάστασή Του.
Αυτή η δόξα περιμένει κάθε πιστό· «οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος» και «θα είμαστε όμοιοι με τον Χριστό», λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Γιατί μέσα μας θα είναι το Φως – ο Χριστός και θα είμαστε ενωμένοι μαζί Του· δε θα Τον βλέπουμε απλώς. Αυτό θα γίνει όχι μόνο στην άλλη ζωή, αλλά γίνεται κι εδώ, τώρα, όταν ζούμε τη ζωή της αλήθειας και της αρετής, μέσα στα μυστήρια και τη ζωή της Εκκλησίας. Τότε ο Χριστός μάς μεταμορφώνει, μας αλλάζει· αλλάζει τις συνήθειές μας, τα πάθη και τις κακίες μας, τα γονίδια και την κληρονομικότητά μας ακόμη – αφού Αυτός τα δημιούργησε. Αυτός μπορεί και να τα αναπλάσει, αρκεί να αφεθούμε με εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν. Τότε γινόμαστε καινούριοι άνθρωποι και το φως είναι μέσα μας κι εμείς γινόμαστε «φως του κόσμου».
metamorfosi 2
http://mythiki-anazitisi.blogspot.gr/2013/11/blog-post_3371.html

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

http://www.centralgreece.gr/el/views/118-o-filoktitis-tou-omirou-ki-o-filoktitis-tou-sofokli.html
Θεσσαλία: Υστερη Αρχαιότητα και Μεσαίωνας
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Συνοπτική Ιστορία των Β. Σποράδων από τη Ρωμαιοκρατία ως τον 15ο αι.


Α΄ ΣΚΙΑΘΟΣ: Στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ.οι κάτοικοι της Σκιάθου άρχισαν να ασπάζονται
το Χριστιανισμό, ενώ το 530 μ.Χ. η Σκιάθος έγινε έδρα Επισκοπής υπαγόμενης στη Μητρό-
πολη Λαρίσης. Μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204) η Σκιάθος πέρασε
στο «μερίδιο» των Ενετών. Κύριοι του νησιού έγιναν μέλη της οικογένειας των Γκίζι (Ιερεμίας
και Ανδρέας), οι οποίοι απαγόρευσαν την τέλεση ιεροπραξιών του ορθοδόξου κλήρου,
αναγκάζοντας τους κατοίκους να αποδεχθούν τον Παπισμό. Θέλοντας όμως να έχουν φιλική
αντιμετώπιση από τους ντόπιους, οι Γκίζι έδωσαν στο νησί ελεύθερη αυτοδιοίκηση και ορι-
σμένα προνόμια. Το 1276 το νησί επανήλθε στη βυζαντινή κυριαρχία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Η Σκιάθος υπέφερε από συχνές πειρατικές επιδρομές, Σαρακηνών αλλά και Τούρκων, αναγκάζοντας του ντόπιους να μεταφέρουν την αρχαία τους πόλη από τα νοτιοανα-
τολικά, όπου περίπου βρίσκεται και σήμερα,στο Κάστρο, σε μια ασφαλέστατη τοποθεσία,
στην προεξοχή μιας απόκρημνης ακτής στα βόρεια (1.350). Οι κάτοικοι του Κάστρου ανέρ-
χονταν την εποχή εκείνη στους 1.500. (Αξίζει κανείς να διαβάσει τα κείμενα του Παπαδιαμάντη για το Κάστρο, κυρίως τα διηγήματα στο Χριστό στο Κάστρο και το "Φτωχός Άγιος", θα δει, ιδιαίτερα με το δεύτερο διήγημα, μια εντυπωσιακή και γλαφυρή περιγραφή των πειρατικών επιδρομών και γενικότερα τις δυσκολίες των Σκιαθιτών της εποχής.) Την περίοδο 1350-1390 η Σκιάθος βρέθηκε στη δίνη ανταγωνισμών Ενετών και Βυζαντινών. Μετά την οριστική άλωση της Πόλης (1453) οι κάτοικοι της Σκιάθου ζήτησαν από τους Ενετούς να καταλάβουν αυτοί το νησί τους για να αποφύγουν την πολύ σκληρότερη τουρκική σκλαβιά, έτσι οι Ενετοί κατέλαβαν το νησί, παραχώρησαν ειδικά προνόμια, ενώ επιπλέον επετράπη στους ντόπιους να έχουν τη δική τους ορθόδοξη Επισκοπή. Η αναπόφευκτη τουρκική κυριαρχία τελικά άρχισε το 1538 όταν η Σκιάθος κατελήφθη μετά από πολιορκία έξι ημερών, από τον Έλληνα αρνησίθρησκο, ναύαρχο, Χαϊρεντίν
Μπαρμπαρόσα. Την αποβίβαση των Τούρκων στη νήσο επακολούθησε γενική σφαγή των κα-
τοίκων. Κατάλοιπα της Μεσαιωνικής Εποχής είναι τα ερείπια του κάστρου Μπούρτζι που είχε
κτιστεί από τους Γκίζι τον 13ο αιώνα και συμπεριλάμβανε μικρό ναό του Αγίου Γεωργίου
που σήμερα δεν υπάρχει. Το Μπούρτζι καταστράφηκε το 1660 κατά τη διάρκεια του ενε-
το-τουρκικού πολέμου. Τμήμα του βυζαντινού μόλου του 8ου αιώνα σώζεται ως σήμερα κάτω
από την επιφάνεια της θάλασσας.
Β΄ ΣΚΟΠΕΛΟΣ (ΠΕΠΑΡΗΘΟΣ): Στην Ύστερη Ρωμαιοκρατία (από το 186 μ.Χ.) το νησί απο-
καλείται για πρώτη φορά με τη νέα του ονομασία: «Scopell». Για τους πρώτους Βυζαντινούς
Χρόνους, μοναδική πηγή αποτελεί ο βίος του Αγίου Ρηγίνου. Στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. ο
Χριστιανισμός είχε ήδη διαδοθεί στη Σκόπελο.Τότε επίσκοπος του νησιού ήταν ο Ρηγίνος,
συγγενής του Αγίου Αχιλλίου, που συμμετείχε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και στη Σύνοδο
της Σαρδικής. Το 363 θανατώθηκε κατά τη διάρκεια των διωγμών του Ιουλιανού του Παραβάτη.
Αργότερα ανακηρύχθηκε Άγιος ενώ σήμερα θεωρείται ο προστάτης της Σκοπέλου. Κατά την
Πρωτοβυζαντινή Εποχή, αλλά και λίγο αργότερα,το νησί χρησιμοποιούνταν από τη βυζαντινή
εξουσία ως τόπος εξορίας ανεπιθύμητων. Το 10ο αιώνα υπαγόταν στο θέμα Μακεδονίας. Ευ-
ρήματα της περιόδου έχουν βρεθεί στη Γλώσσα (Μαντάκι, Λουτράκι) και στη Σκάλα. Τον 11ο αι-
ώνα η Σκόπελος γίνεται έδρα της Επισκοπής Σκιάθου - Σκοπέλου. Τότε κτίστηκαν ο Ναός της
Παναγίας (1078) και ο Ναός των Αγίων Αποστόλων στο Βράχο. Το 1204 η αρχαία Πεπάρηθος δόθηκε αρχικά στο Δουκάτο Νάξου αλλά στη συνέχεια πέρασε στα χέρια του οίκου των Γκίζι. Οι Γκίζι επισκεύασαν το αρχαίο κάστρο της Χώρας, υπολείμματα του οποίου σώζονται ως και σήμερα. Το 1276 ο ιππότης Λικάριος, διοικητής του αυτοκρατορικού στόλου, ανακατέλαβε το νησί για λογαριασμό των Βυζαντινών.Το 1453 οι Σκοπελίτες, μιμούμενοι τους Σκιαθίτες, ζήτησαν την προστασία του Ενετικού στόλου. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία έστειλε τον Τζιάκομο Λορεντάνο ο οποίος εγκατέστησε εκεί κάποιους Ιταλιώτες εποίκους. Κατάλοιπο της εποχής είναι το τοπωνύμιο Φραγκομαχαλάς της Χώρας. Στα χρόνια της Β΄ Ενετοκρατίας (1453-1538) κτίστηκε το κτίριο της Επισκοπής στα ΝΑ της Χώρας. Επρόκειτο να αποτελέσει έδρα του επισκόπου, όμως έμεινε ημιτελές, λόγω της επιδρομής του Μπαρμπαρόσα (1538), ο οποίος κατέλαβε το νησί κατασφάζοντας τους κατοίκους του. Στη διάρκεια του υπολοίπου του 16ου αιώνα, σύμφωνα με τον Τούρκο περιηγητή-ναυτικό Πίρι Ρέις, το κάστρο παρέμενε ακατοίκητο.
Σύμφωνα με κείμενο του Ενετού G. Bembo (1540;), το νησί ήταν έρημο και ενήργησε ο ίδιος προς την κατεύθυνση να μεταφερθεί στη Σκόπελο πληθυσμός από άλλα μέρη. Ο ίδιος
προσθέτει ότι, λίγους χρόνους αργότερα, η Σκόπελος κατοικείτο μόνον από 60 οικογένειες.
Ίσως γι’ αυτό το λόγο να μην αναφέρεται από τον Marko Sanudo η Σκόπελος στον κατάλογο
των κατοικημένων νήσων του Αιγαίου. Τέλος,το 1564 το νησί παραχωρείται στον... αρχιμάγειρο του σουλτάνου, ο οποίος μετέφερε κατοίκους από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία για να το συνοικήσουν.
Γ΄ ΑΛΟΝΝΗΣΟΣ (ΙΚΟΣ), ΓΥΡΩ ΝΗΣΙΑ: Στα χρόνια του ρωμαϊκού εμφυλίου ολόκληρη η Ίκος
ήταν ένα τεράστιο αγρόκτημα-αμπελώνας κάποιου Υμναίου από τη γειτονική Πεπάρηθο. Οι
πηγές των επόμενων αιώνων αγνοούν συστηματικά την Αλόννησο, αλλά κατά τη Φραγκοκρατία γνωρίζουμε ότι έπεσε στα χέρια των Φράγκων. Στην Πρώιμη Βυζαντινή Εποχή στο νησί υπήρχε οργανωμένος οικισμός στον Άγιο Δημήτριο ενώ στην Υστεροβυζαντινή στο Κάστρο (Χώρα Αλοννήσου). Το νησί ήταν συχνά τόπος εξορίας και μόνιμος στόχος πειρατικών επιδρομών (κυρίως από τον 8ο αιώνα). Μεγάλα μοναστικά κέντρα δημιουργήθηκαν στο νησί κατά τη Μέση και Ύστερη Βυζαντινή Εποχή. Ένα τέτοιο ήταν στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου,κοντά στην ακτή, εκτεθειμένο σε κάθε λογής κινδύνους. Δεύτερη σπουδαία Μονή υπήρχε κοντά στον Άγιο Πέτρο, όπου γύρω απ’ το ναό βρέθηκαν υπολείμματα κτισμάτων. Ίσως να κατοικούνταν από λαϊκούς που εργάζονταν στο Μοναστήρι. Μονές είχαν ιδρυθεί και στα γειτονικά ερημόνησα (Σκάντζουρα (Ι. Μ. Ευαγγελισμού), Πιπέρι (Ι. Ν. Ζωοδόχου Πηγής), στην Ψαθούρα (ίχνη βυζαντινών ναών) και στο Πελαγονήσι ή Κυρα-Παναγιά όπου βρίσκονται ερείπια του μεγαλύτερου ίσως μοναστικού κέντρου των νησιών(1)). Το 1207 η Αλόννησος και τα γύρω νησιά έπεσαν στα χέρια των Γκίζι. Αυτοί έδωσαν προνόμια στους ντόπιους και επισκεύασαν το βυζαντινό κάστρο της Χώρας. Κατασκευάστηκε και μια κρυφή στοά, μέσα στο κάστρο. Η στοά βοηθούσε στη διαφυγή των κατοίκων σε περίπτωση πτώσης του κάστρου μετά από πολιορκία, μιας και κατέληγε βαθιά μέσα στο δάσος, στα ανατολικά της Χώρας. Σήμερα δε σώζεται γιατί καταστράφηκε από σεισμό. Συχνά οι διοικητές του νησιού συμμαχούσαν με πειρατές. Το 1261 η Αλόννησος κατελήφθη από τον Lorenzo Tiepolo, ο οποίος έκανε το νησί ορμητήριο πειρατών. Ονόματα και τοπωνύμια του νησιού προέρχονται από την Ενετοκρατία (Μαρπούντα,Ζαρμπούντα, Τζωρτζή γιαλός,Μουρτερώ, Σινιόρα, κ.ά.). Το 1276 ο Λικάριος επανέφερε τις Σποράδες στη βυζαντινή επικράτεια. Στα χρόνια των Παλαιολόγων το νησί υπέφερε από τη φορολογία της κεντρικής βυζαντινής εξουσίας και τις πειρατικές επιδρομές.
Μετά την άλωση (1453) τα νησιά, με διάλειμμα 10 χρόνων, ανήκαν επισήμως στο κράτος της
Βενετίας, η οποία έστειλε δυο αντιπροσώπους της (Rettore), που υπάγονταν στον διοικητή
της Χαλκίδας (Βάιλο του Νεγροπόντε). Πάντως οι κάτοικοι είχαν αυτοδιοίκηση και ήταν οργα-
νωμένοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τον Ιούνιο του 1538 ο Μπαρμπαρόσα κατέλαβε και την
Αλόννησο καταστρέφοντάς την ολοσχερώς. Όσοι κάτοικοι δεν σφαγιάστηκαν οδηγήθηκαν σκλάβοι στα παζάρια της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Οι λιγοστοί διασωθέντες κατέφυγαν στην Εύβοια και στη Θεσσαλία. Η ερήμωση του νησιού κράτησε τουλάχιστον ως το 1650.

* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας - συγγραφέας
www.scribd.com/oikonomoukon
konstantinosa.oikonomu@gmail.com

(1) Σύμφωνα με έγγραφο της Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας, το νησί πωλήθηκε σε δυο μοναχούς
το 993.