ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου*
Ο Τυδέας
(Ο Τυδέαςφονεύει την Ισμήνη (Μουσείο Λούβρου)
Ο Τυδέας είναι γιος από δεύτερο γάμο του βασιλιά Οινέα της Αιτωλικής Καλυδώνας. Εκδιώχθηκε από τον θείο του Άγριο όταν αυτός
σφετερίσθηκε τον θρόνο από τον Οινέα και κατέφυγε στον βασιλιά
του Άργους Άδραστο.
ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΑΔΡΑΣΤΟΥ: Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή εκδιώχθηκε από την Καλυδώνα γιατί είχε σκοτώσει άθελά του στο κυνήγι τον θείο του Αλκάθοο. Στο Άργος ο Άδραστος άκουσε φασαρία
στον προθάλαμο του ανακτόρου του και βγήκε ανήσυχος να δει τι
συνέβαινε. Βρέθηκε μπροστά σε δύο άνδρες που αντιδικούσαν για
το ποιος θα ζητήσει πρώτος τη φιλοξενία του. Ο ένας ήταν ο Θηβαίος Πολυνείκης και ο άλλος ο Τυδέας, διωγμένος κι αυτός από
τη δική του πατρίδα, για τον φόνο που είχε διαπράξει κατά λάθος.
Ο Άδραστος τους χώρισε και δέχθηκε να φιλοξενήσει και τους δύο
στο παλάτι του. Ο Πολυνείκης είχε μια ασπίδα με παράσταση λιον-
ταριού, ενώ ο Τυδέας ασπίδα με παράσταση αγριόχοιρου. Τότε ο
Άδραστος θυμήθηκε πως κάποτε του είχε δοθεί ένας περίεργος
χρησμός: να παντρέψει τις κόρες του με ένα λιοντάρι και με ένα
αγριόχοιρο. Αμέσως κατάλαβε ότι αυτούς θα εννοούσε ο χρησμός.
Πάντρεψε λοιπόν τις δύο κόρες του, τη Διηπύλη με τον Τυδέα και
την Αργεία με τον Πολυνείκη. Από αυτό το γάμο ο Τυδέας απέκτησε
τον ονομαστό από τον Τρωικό Πόλεμο Διομήδη.
ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ – ΩΜΟΤΗΤΕΣ: Κατά την εκστρατεία του Αδράστου εναντίον των Θηβών, ο Τυδέας διακρίθηκε για το θάρρος του
ως ένας από τους «Επτά επί Θήβας», αλλά τελικά τραυματίσθηκε
θανάσιμα από τον Θηβαίο Μελάνιππο. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η
θεά Αθηνά θέλησε να καταστήσει τον Τυδέα αθάνατο, και το ζήτησε
ως χάρη από τον Δία. Όμως, μια ωμότητα του Τυδέα έφερε την αντιπάθεια τελικά της θεάς προς τον ήρωα. Συγκεκριμένα, όταν ο Αμφιάραος έκοψε το κεφάλι του Μελανίππου και το έδωσε στον Τυδέα,
εκείνος έφαγε τον εγκέφαλο!! Από αυτό το γεγονός, η Αθηνά αηδίασε και δεν τον έκανε αθάνατο. Ο Τυδέας χρεώνεται ακόμη και
με τον φόνο μιας γυναίκας, της Ισμήνης, αδελφής της Αντιγόνης.
Ο ΤΥΔΕΑΣ ΣΤΗ «ΘΗΒΑΪΔΑ»: Η «Θηβαϊδα», του Πούμπλιου Στάτιου1 δεν είναι και τόσο γνωστή, αν και είναι ένα σπουδαίο έργο,
όχι βέβαια της εμβέλειας της Αινειάδας του Βιργίλιου, ούτε ασφαλώς
των έργων του Ομήρου. Είναι πάντως ένα κλασσικό έπος με ήρωες,
βασιλείς, μάντεις και θεούς ποιητικού και περίτεχνου ύφους. Η «Θηβαϊδα» είναι ένα έπος στο οποίο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό
ρόλο ο Τυδέας. Ο ήρωας εμφανίζεται το δεξί χέρι του θηβαίου Πολυνείκη, σύμβουλος, συμπαραστάτης και αδερφικός του φίλος. Τα
γεγονότα που περιγράφονται συνέβησαν μετά την τραγική ιστορία
του Οιδίποδα και την εκούσια αυτοτύφλωσή του, όταν ανέλαβαν
το θρόνο στη Θήβα τα δύο παιδιά του ανόσιου γάμου, ο Ετεοκλής
και ο Πολυνείκης, εκ περιτροπής. Όταν όμως ο πρώτος αρνήθηκε
να παραδώσει το θρόνο, ο Πολυνείκης καταφεύγει στο Άργος, όπου
συνάνησε τον επίσης φυγάδα Τυδέα. Πολυνείκης και Τυδέας υπό
τη σκέπη του βασιλιά του Άργους Αδράστου, αποφάσισαν την από
κοινού εκστράτευση για την κατάληψη των θρόνων που δικαιωματικά
τους ανήκουν, πρώτα της Θήβας και μετά της Καλυδώνας. Για την
επίτευξη του πρώτου στόχου συμμάχησαν με άλλους 4 βασιλείς
και άρχοντες (ανάμεσα στους οποίους ο μάντης Αμφιάραος), σχηματίζοντας τους Επτά που θα επιτεθούν στη Θήβα με τραγική κατάληξη τον θάνατο των έξι πλην του Αδράστου. Όσον αφορά τον
Τυδέα, ο θάνατός του στιγματίστηκε από το ανοσιούργημα που
προαναφέραμε. Πολλοί εξηγούν τη φρικτή πράξη του ως τρόπο για
να γλιτώσει τον θάνατο, απόηχος, ίσως, πανάρχαιων βάρβαρων
ωμοφαγικών και κανιβαλικών δοξασιών.
ΣΤΗ ΜΑΧΗ: Ο Στάτιος περιγράφει το τελευταίο «κεφάλαιο» της
ζωής του Τυδέα μπρος στα τείχη της Θήβας: «ο Ετεοκλής, θολωμένος και θρασύδειλος, στέλνει πενήντα άνδρες ενέδρα στο δάσος
για να σκοτώσουν τον Τυδέα που είχε έρθει ειρηνικά, σε πρεσβεία.
[...] τού ρίχνουν κι ένα ακόντιο που παραλίγο να τον σκοτώσει, ο
Τυδέας άφοβος τους προκαλεί: τι φόβος σας κατέχει, τι έλλειψη
ανδρείας είν’ αυτή; Ελάτε, μόνος είμαι2!» Κι αφού ο Αιτωλός αρχίζει
να σκοτώνει τους άνδρες, ένας από αυτούς παροτρύνει τους υπόλοιπους: «ένας είναι σύντροφοι, ένας και θα μας σφαγιάσει θριαμβευτικά στο Άργος επιστρέφοντας; Ούτε η Φήμη θα μπορεί να τον
πιστέψει!. Αφήνει, όμως, μόνο ζωντανό τον Μαίωνα για να αναγγείλει
στον Ετεοκλή: …οχύρωσε τις πύλες σας, τα όπλα τρόχισε, τα τείχη
που τα έφθειρε ο χρόνος επισκεύασε… δες τη γη εκείνη που το
σπαθί μου έζωσε με του θανάτου τη φωτιά3.» Στον Τυδέα, που χαρακτηρίζεται από τον Στάτιο, magnus (μεγάλος) και fulmineus (κεραύνιος), αναφέρεται και ο Θηβαίος μάντης Τειρεσίας: «για μας η
φρίκη του πολέμου κι ο Τυδέας πάλι4»! Αλλού, στο ίδιο έπος, όταν
ο Πολυνείκης ακούει τις ικεσίες της μητέρας του Ιοκάστης, παρεμβαίνει ο Τυδέας, θυμίζοντας της την ενέδρα του γιου της Ετεοκλή.
Σ’ έναν μονόλογο, ο Αιτωλός δηλώνει: «πρώτα το μέταλλο του το
δόρυ θ’ αποβάλλει και θ’ ανθίσει, πρώτα ο Ίναχος κι ο Αχελώος θα
στρέψουν τα νερά τους προς τα πίσω και μετά θα αφήσει τον Πολυνείκη λεύτερο ο αδερφός του5». Κι ενώ ο ήρωάς μας σημειώνει
αριστεία στη μάχη, ξάφνου, με δόρυ τον πληγώνει ο Μελάνιππος
θανάσιμα, κι ενώ ψυχορραγεί αρνείται να πεθάνει και σκοτώνει
αυτόν που τον πλήγωσε. Και εκεί τελειώνει η σύντομη ζωή του Αι-
τωλού ήρωα, τέλος που κηλιδώνεται ανεπανόρθωτα από την ανόσια,
φρικώδη πράξη. Ο Στάτιος, δεν περιγράφει την πράξη, αλλά βάζει
τον Τυδέα να ζητά το κεφάλι του αντιπάλου του. Ας δούμε και τα
τελευταία λόγια που εκστόμισε ο γιος του Οινέα: «τα κόκκαλά μου,
δεν παρακαλώ στο Άργος να τα πάτε ή την Αιτωλία. Και πώς θα με
κηδέψετε διόλου δε με νοιάζει. Μισώ τα μέλη τώρα και το σώμα
μου αδύναμο που έγινε και τώρα ξεψυχάει. Το κεφάλι σου, ω κάποιος, να μου φέρει το κεφάλι σου, Μελάνιππε6». Εν τω μεταξύ, η
προστάτιδά του Αθηνά είχε πάει να παρακαλέσει τον πατέρα της
Δία να τού χαρίσει την αθανασία, αλλά βλέποντας, σαν επιστρέφει,
τον Τυδέα να πράττει το ανοσιούργημα, τον εγκαταλείπει γεμάτη
αποτροπιασμό.
ΣΗΜ.: Από το επόμενο άρθρο μας, κλείνοντας με την παρουσίαση
των πρωταγωνιστών του Θηβαϊκού Κύκλου, επιστρέφουμε σε γυναίκες του Μύθου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Statius Thebaid, D.R. Shackleton Bailey επιμ./μτφρ.,
Loeb Classical Library, Harvard University Press, Λονδίνο 2003.
* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, είναι δάσκαλος στο 32ο Δ.
Σχ. Λάρισας, συγγραφέας.
1. Ο Στάτιος (περ. 50 – περ. 96 μ.Χ.) γεννήθηκε στη Νεάπολη της
Ιταλίας, πόλη κέντρο του Ελληνικού πολιτισμού. Έργα του το Silvae,
η Αχιλληίς (ανολοκλήρωτο) και η Θηβαϊδα, σε 12 βιβλία, κατά το πρότυπο της Αινειάδας του μέντορά του Βιργιλίου.
2. Θηβαϊδα, 2:548-9.
3. Θηβ. 2:699-703.
4. Θηβ. 4: 601-2.
5. Θηβ. 7:552-53.
6. Θηβαϊδα, 8:736-40.
ελευθερία λάρισας.
ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...
Η καταστροφή της μεγάλης
γέφυρας του Πηνειού
Η κατεστραμμένη
από τους Άγγλους γέ φυρα του Πηνειού
έχει αντικατασταθεί
πρόχειρα με ξύλινη
κατασκευή. Φωτογραφία του Ιταλού
στρατιωτικού ιατρού
Pierluigi Zamperin.
Χρονολογία
24 Ιουνίου 1941
Η Λάρισα είναι συνυφασμένη, από τα προϊστορικά ακόμα
χρόνια, με το ποτάμι της τον Πηνειό, στη δεξιά όχθη του
οποίου είναι ανεπτυγμένη ηπόλη. Τις δύο όχθες του ιστορικού
και μυθικού αυτούποταμού συνέδεε ανέκαθεν κάποια γέφυρα,
μέσω της οποίας διαπεραιώνονταν οι ταξιδιώτες που ήθελαν
να πάνε προς βορά ή έρχονταν από εκεί. Τη μορφή της κατά
τα παλαιά χρόνια φυσικό είναι να μην τη γνωρίζουμε. Εκείνο
που έφθασε μέχρι την εποχή μας είναι η μεγάλη λίθινη γέφυρα,
που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις είναι έργο του Χασάν
μπέη, εγγονού του Τουρχάν μπέη, του κατακτητού της Θεσ-
σαλίας το 1423. Έχουμε γράψει επανειλημμένως για την
γέφυρα αυτή, η οποία ήταν ό,τι ομορφότερο είχε να επιδείξει
η Λάρισα κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Οι Ευρωπαίοι
περιηγητές των χρόνων αυτών τηνπεριέγραψαν, την ύμνησαν
και τηναποτύπωσαν σταοδοιπορικάτους. Η στερεή κατασκευή
της την κράτησε αλώβητη σχεδόν 500 χρόνια και αν δεν ήταν
το βέβηλο ανθρώπινο χέρι να την καταστρέψει σε εποχές πολέμου, η γέφυρα αυτή με τις ιδανικές της αναλογίες θα
επιβίωνε μέχρι και σήμερα αγέρωχη και κομψή.
Όμως τον Απρίλιο του 1941, όταν πλησίαζε προς τη
Λάρισα η γερμανική πολεμική μηχανή με προορισμό την
Αθήνα, Άγγλοι κομάντος ανατίναξαν ένα μεγάλο μέρος της
για να καθυστερήσουν την προέλαση των εχθρικών στρατευμάτων. Όμως το μηχανικό του γερμανικού στρατού γεφύρωσε με βάρκες τις όχθες του Πηνειού για ναπροσπελάσει
τοποτάμι, δίπλα από την ανατιναγμένη γέφυρα. Ακολούθησε
κάποιαπροσωρινή σύζευξη των υπολειμμάτων της με ξύλινη
κατασκευή, για να αποκαταστήσει την επικοινωνία με τη
συνοικία του Πέρα μαχαλά και βορειότερα μέχρι τη δυτική
Μακεδονία. Αυτά μέχρι τον Οκτώβριο του 1944, γιατί με την
οπισθοχώρηση των Γερμανών έγινε μια δεύτερη ανατίναξη
στα υπόλοιπα τόξα της γέφυρας που είχαν απομείνει. Το
πρόσχημά τους ήταν να γίνει ανετότερη η οπισθοχώρησή
τους. Έτσι έμεινε και πάλι η πόλη χωρίς γέφυρα. Στην αρχή
βάρκες εξυπηρετούσαν την μετάβαση στην απέναντιπλευρά.
Λίγο αργότερα κατασκευάσθηκε νοτιότερα, στο σημείο της
σημερινής δεύτερης οδικής γέφυρας, εκεί όπου βρίσκεται το
στενότερο σημείο της κοίτης, ξύλινη γέφυρα, ενώ συγχρόνως
άρχιζε και η ζεύξη των υπολειμμάτων της παλαιάς με ξύλινη
κατασκευή κάπως στερεότερη και ευρύτερη. Η κατάσταση
αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1950 όταν ξεκίνησαν τα έργα κατασκευής της νέας γέφυρας με οπλισμένο σκυρόδεμα(μπετόν).
Την υπόλοιπη πορεία της μέχρι σήμερα, που διαθέτει δύο
ξεχωριστά οδοστρώματα για αυτοκίνητα και ειδική πεζογέφυρα, λίγο-πολύ την γνωρίζουμε.
Τη σημερινή φωτογραφία μπορούμε να την κατατάξουμε
στις ιστορικές εικόνες της πόλεως, γιατί αποτυπώνει μια ιδι-
αίτερη φάση της ιστορικής διαδρομής της γέφυρας της Λάρισας. Προέρχεται από τη συλλογή του Ιταλού ιατρού Pierluigi
Zamperin, ο οποίος διατελούσε την περίοδο εκείνη ιατρικός
σύμβουλος του «21οOspedaledaCampo» του ιταλικού στρατού.
Μετά την κατοχή της Ελλάδος από τους Γερμανούς, τα
ιταλικά στρατεύματα ξεκίνησαν από την Αλβανία και μέσω
Ηπείρου έφθασαν στη Θεσσαλία, πέρασαν από τη Λάρισα
και κατέληξαν στον Βόλο, όπου στρατοπέδευσαν και εγκατέστησαν το συγκεκριμένο ιταλικό νοσοκομείο. Η φωτογραφία
αυτή έγινε γνωστή με την μεσολάβηση του καλού φίλου
Θωμά Κυριάκου, ο οποίος δείχνει να έχει ιδιαίτερη αδυναμία
στην αναζήτηση συλλογών με παλαιές φωτογραφίες της
Λάρισας όπου γης μέσω του διαδικτύου και να τις αναδεικνύει
στην ιστοσελίδα του.
Ο Ιταλός ιατρόςPierluigiZamperin στάθηκε στη δεξιά όχθη
του Πηνειού, σε ένα σημείο της σημερινής οδού Καλλιθέας,
στο ύψος του εξοχικού κέντρου «Πευκάκια». Το κέντρο αυτό
βρισκόταν σε μια υπερυψωμένη περιοχή και καταλάμβανε
τη θέση όπου μέχρι το 1908 βρισκόταν το τζαμί του Χασάν
μπέη. Έστρεψε τον φακό του προς την πρόχειρη ξύλινη
γέφυρα του Πηνειού.Ήταν 24 Ιουνίου 1941 και είχανπεράσει
δύοπερίπου μήνες από την ανατίναξή της από τουςΆγγλους.
Στο διάστημα αυτό τα υπολείμματα της γέφυρας συζεύχθηκαν
με ξύλινη κατασκευή. Πολλαπλοί επιμήκεις ξύλινοι δοκοί στερεώθηκαν επάνω στα βάθρα της παλαιάς γέφυρας[1] και
επάνω τους επιστρώθηκε ανθεκτικό ξύλινο οδόστρωμα, ικανό
να επιτρέπει την διέλευση και βαρέων οχημάτων και μάλιστα
σε διπλή σειρά, όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία. Στα
πλάγια δημιουργήθηκαν στενά πεζοδρόμια. Ξύλινα στηθαία
τοποθετήθηκαν στις άκρες για την προφύλαξη των πεζών.
Πίσω παρατηρούμε το πυκνό δάσος της περιοχής του
Αλκαζάρ, το οποίο όμως τον χειμώνα του 1942, που έτυχε να
είναι ασυνήθιστα κρύος, αποψιλώθηκε από τους Ιταλούς
στρατιώτες για να χρησιμοποιηθεί η ξυλεία του ως θερμαντικό
υλικό. Η ξύλινη αυτή κατασκευή που αντικρίζουμε στη φωτογραφία διατηρήθηκε επί 3,5 χρόνια, μέχρι τον Οκτώβριο
του 1944, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Στο σημείο αυτό θέλω να τονίσω ότι με την ευαισθητοποίηση αρκετών συμπολιτών μας και μάλιστα νέων σε ηλικία
ανθρώπων, οι οποίοι διαθέτουν ευχέρεια στον χειρισμό των
σύγχρονων ηλεκτρονικών μέσων, αρχίζει να δημιουργείται
ένα corpus, μια τράπεζα παλαιών φωτογραφιών και λοιπών
απεικονίσεων της Λάρισας, η οποία θα βοηθήσει και αυτή
με τον τρόπο της στην ανάδειξη της πλούσιας ιστορίας της.
Ας το θεωρήσουμε αυτό σαν κάποιο ενθαρρυντικό και παρήγορο γεγονός στη σημερινή μίζερη εποχή μας.
[1]. Ήταν τόσο καλά στερεωμένη στον βυθό της κοίτης
του ποταμού η παλαιά γέφυρα, ώστε και η νέα με μπετόν
που την αντικατέστησε το 1950 στηρίχθηκεπάνω στα βάθρα
της. Όλα τα υπολείμματα της παλαιάς γέφυρας είχαν κατεδαφισθεί, εκτός από τα βάθρα. Οι τεχνίτες που εργάσθηκαν
στην κατεδάφισή της διηγούνται ότι ήταν τόσο στερεή η
συνδεσμολογία των λίθων με αρμούς ώστε ήταν ευκολότερη
η σχάση της πέτρας από τη διάνοιξη των αρμών.
nikapap@hotmail.com
ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*
Ο Αμφιάραος
[ο ήρωας, μάντης και θεραπευτής, που κατάπιε η γη]
Κατά την Ελληνική Μυθολογία, ο Αμφιάραος ήταν ένας από τους
σπουδαιότερους Έλληνες ήρωες. Στη βασική μυθική παράδοση φέρεται γιος του Οϊκλή και εγγονός του μάντη και γιατρού Μελάμποδα1,
από τον οποίο κληρονόμησε την ιατρική και τη μαντική τέχνη. Νεότεροι
μυθογράφοι θέλουν τον Αμφιάραο γιο του θεού Απόλλωνα και της
Υπερμνήστρας.
ΣΤΟN ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ: Ο Αμφιάραος πήρε για σύζυγό του
την Εριφύλη, αδερφή του Αδράστου, τον οποίο προηγουμένως είχε
εκδιώξει από το θρόνο του Άργους. Αργότερα οι δυο τους συμφιλιώθηκαν με τη συμφωνία να επιλύουν πλέον τις διαφορές τους με τη διαιτησία της Εριφύλης. Ο Αμφιάραος απέκτησε από την Εριφύλη δύο
γιους, τον Αλκμέωνα και τον Αμφίλοχο και δύο κόρες, την Ευρυδίκη
και την Δημώνασσα2.
ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ: Όταν έφτασε στο Άργος ο εκδιωχθείς από τη
Θήβα Πολυνείκης, και μετά τις επίμονες παρακλήσεις του να τον βοη-
θήσει να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του ως βασιλιάς, ο Άδραστος αποφάσισε να τον στηρίξει. Σε αυτή την απόφαση ο Αμφιάραος εναντιώθηκε και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία, καθώς, ως γνώστης της μαντικής, ήξερε ότι από όσους θα λάβαιναν μέρος στην εκστρατεία εκείνη μόνο ο Άδραστος θα επέστρεφε ζωντανός. Κατέφυγαν
λοιπόν κατά τη συμφωνία τους στη διαιτησία της Εριφύλης, η οποία,
όμως, δέχθηκε την άποψη του αδελφού της και παρότρυνε τον σύζυγό
της να εκστρατεύσει μαζί με τους υπόλοιπους, για να αποκτήσει δόξα
και τιμή. Ο Αμφιάραος αναγκάσθηκε τότε, χωρίς τη θέλησή του, να
ακολουθήσει τους άλλους στην εκστρατεία που έγινε γνωστή ως οι
“Επτά επί Θήβας”. Η Εριφύλη όμως είχε πάρει το μέρος του αδελφού
της όχι από αντικειμενική κρίση, αλλά επειδή είχε δωροδοκηθεί από
τον Πολυνείκη με το φημισμένο περιδέραιο της Αρμονίας. Το περιδέραιο αυτό, αλλά και ο λεγόμενος πέπλος της Αρμονίας, ήταν πολύτιμα
δώρα που είχαν δωρίσει οι θεοί στην Αρμονία στους γάμους της και
τα είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του ο Πολυνείκης. Γνωρίζοντας
τα πάντα ο Αμφιάραος ως μάντης, άφησε φεύγοντας για τον μοιραίο
πόλεμο εντολή στα
παιδιά του να σκοτώσουν τη μητέρα τους,
όταν μεγαλώσουν,
γιατί τον είχε στείλει
σε βέβαιο θάνατο
επειδή είχε θαμπωθεί
από μια τέτοια δωροδοκία. Αργότερα οι
Αλκμέων και Αμφίλοχος πραγματικά σκότωσαν τη μητέρα
τους, όμως ο Απολλόδωρος ισχυρίζεται ότι
αυτό έγινε μετά από εντολή του ίδιου του Απόλλωνα3. Σύμφωνα με
άλλη εκδοχή, ο Αμφιάραος είχε κρυφτεί για να μη συμμετάσχει στην
εκστρατεία κατά της Θήβας, αλλά η Εριφύλη τον φανέρωσε στον
Άδραστο, οπότε αυτός υποχρεώθηκε να τον ακολουθήσει. Φθάνοντας
στη Θήβα, οι επτά παρατάχθηκαν με τις δυνάμεις τους μπροστά στις
ισάριθμες πύλες της πόλεως. Ο Αμφιάραος παρατάχθηκε και πολεμούσε μπροστά από τις Ομολωίδες ή Προιτίδες πύλες. Παρά την ορμή
και τη γενναιότητά τους, οι πολιορκητές δεν μπόρεσαν να κυριεύσουν
την πόλη. Στο τέλος λοιπόν, μετά τον αλληλοσκοτωμό των Ετεοκλή
και Πολυνείκη, οι πολιορκητές τράπηκαν σε φυγή, αφού σκοτώθηκαν
στη μάχη όλοι οι επικεφαλής εκτός του Αδράστου.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΜΦΙΑΡΑΟΥ: Ο Αμφιάραος κατά την υποχώρησή
του μετά την ήττα καταδιώχθηκε από τον Θηβαίο Περικλύμενο [ή Πολυκλύμενο], γιο του θεού Ποσειδώνα, ο οποίος θα τον σκότωνε, πράγμα υποτιμητικό για έναν ήρωα όπως ο Αμφιάραος. Ο Δίας, θέλοντας
να αποτρέψει το μοιραίο, έριξε κεραυνό που άνοιξε στη γη ένα μεγάλο
χάσμα. Το χάσμα αυτό κατάπιε τον Αμφιάραο, τον ηνίοχό του Βάτωνα,
το άρμα και το άλογό τους. Στη συνέχεια ο Δίας έκανε τον ήρωα αθάνατο, και οι αρχαίοι Έλληνες τον λάτρευαν έκτοτε ως θεό. Οι αρχαίοι
πίστευαν ότι το χάσμα που τον κατάπιε βρισκόταν κοντά στον ποταμό
της Θήβας Ισμηνό. Υπήρχε μάλιστα η παράδοση ότι στον τόπο που
ανοίχθηκε το χάσμα, κτίσθηκε ένας περίβολος με κολώνες στις οποίες
ποτέ δεν πήγαιναν να καθίσουν πουλιά, ενώ και τα άλλα ζώα απέφευγαν
να βοσκήσουν εκεί.
ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ: Ο Άδραστος θρήνησε απαρηγόρητα τον
χαμό του γαμβρού του, όπως γράφει και ο Πίνδαρος4. Πολλοί αρχαίοι
ποιητές που εμπνεύσθηκαν από τον μύθο αυτό, ανέφεραν με σεβασμό
το όνομα του Αμφιαράου. Σώζεται μάλιστα η παράδοση ότι, κάποτε
που ο Αισχύλος υμνούσε τον Αμφιάραο σε κάποια, χαμένη σήμερα,
τραγωδία του, όλοι οι θεατές έστρεψαν αυθόρμητα το βλέμμα τους
στον παριστάμενο Αριστείδη το Δίκαιο. Μετά τη θεοποίηση του Αμφιαράου, πολλές πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του, υπερίσχυσε
όμως τελικά η Θήβα. Στον Αμφιάραο ήταν αφιερωμένα πολλά ιερά,
στο Άργος, στη Σπάρτη, στο Βυζάντιο, στη Θήβα, στον Ωρωπό και αλλού. Σε μεταγενέστερους μύθους, ο ήρωας εμφανίζεται να παίρνει
μέρος και σε άλλα ηρωικά κατορθώματα: στην Αργοναυτική Εκστρατεία5, στο Κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου6, αλλά και στα “άθλα επί
Πελία”. Ο Αμφιάραος λατρεύτηκε ακόμα και ως ιατρός, θεωρούμενος
μάλιστα δεύτερος Ασκληπιός”. Η φήμη του ως μάντη είχε φτάσει
μέχρι τη Λυδία, αφού ο Ηρόδοτος7 αναφέρει πως είχαν καταφύγει
στο Μαντείο του οι πρέσβεις του βασιλιά των Λυδών Κροίσου, για να
τον συμβουλευθούν αν έπρεπε ο Κροίσος να εκστρατεύσει κατά των
Περσών. Τέτοιο Μαντείο υπήρχε στην Αττική, το οποίο ονομαζόταν
Αμφιαράειο.
ΑΜΦΙΑΡΑΕΙΟ: Το Αμφιαράειο, σήμερα, είναι αττικός αρχαιολογικός
χώρος. Βρίσκεται σε έναν λόφο 6 χιλιόμετρα περίπου νοτιοανατολικά
του Ωρωπού. Υπήρξε ιερός χώρος και μαντείο αφιερωμένο, φυσικά,
στον Αμφιάραο. Ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. όταν η ευρύτερη περιοχή
του Ωρωπού ανήκε στους Αθηναίους. Στο χώρο λειτουργούσε μαντείο
και θεραπευτήριο. Εκεί πραγματοποιούνταν τα Μεγάλα Αμφιαράεια,
μια σημαντική γιορτή που διεξαγόταν κάθε πέντε χρόνια προς τιμήν
του Αμφιάραου και περιλάμβανε και αθλητικούς αγώνες.
ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: Πολλοί ποιητές και καλλιτέχνες εμπνεύσθηκαν από τον μύθο του Αμφιαράου. Πρώτος ο Όμηρος
εμπνεύσθηκε το αποδιδόμενο σε αυτόν, χαμένο σήμερα, έπος «Αμφιαράου εξελασίη», δηλαδή η Εκστρατεία του Αμφιαράου. Επίσης,
εκτενείς αναφορές στον ήρωα έχουμε στο αγνώστου συγγραφέα έπος
«Θηβαΐς», που αναφέρεται στον πόλεμο των Επτά επί Θήβας. Ο Ησίοδος εμπνεύσθηκε τη “Μελαμποδία”, με υπόθεση τον μύθο για τον παππού του ήρωα, τον Μελάμποδα, αλλά και τον ίδιο τον Αμφιάραο. Ο
Σοφοκλής έγραψε ένα σατυρικό δράμα με τίτλο «Αμφιάραος», ενώ,
τέλος, ύμνους για τον ήρωα συνέθεσαν οι Πίνδαρος, Αισχύλος, Αριστοφάνης και άλλοι. Πολλά υπήρξαν και τα σχετικά καλλιτεχνήματα
της ελληνικής και της ρωμαϊκής εποχής. Γνωστότερη αναπαράσταση
του ήρωα έχουμε στη λεγόμενη Λάρνακα του Κυψέλου.
Konstantinosa.oikonomou@gmil.com
www.scribd.com/oikonomoukon
1. Παυσανίας, ΣΤ’ 17,6
2. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ως κόρες του τις Αλκμήνη και Αλεξίδα
[Άσιος, Παυσανίας].
3. Απολλόδωρος, Γ 7, 2 και 5.
4. Ολυμπιόνικοι, VI 34.
5. Απολλόδωρος, Ι 9, 16.
6 Παυσανίας, Θ 45, 7.
7. Ιστορίαι, Α 46.
ελευθερία λάρισας
ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου
Ο Άδραστος(Ο Άδραστος ζωγραφισμένος από τον "ζωγράφο του Δαρείου")
Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, ο Άδραστος ήταν βασιλιάς του Άργους, γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης. Κατά
τον Παυσανία όμως, μητέρα του ήταν η Λυσιάνασσα, ενώ ο Υγίνος ισχυρίζεται πως ήταν η Ευρυνόμη. Καταγόταν από το αιολικό
γένος του Αμυθάονα [Αμυθαονίδες] και υπήρξε ένας από τους
λεγομένους “Επτά επί Θήβας”. Παιδιά του υπήρξαν: η Αργεία,
η Διηπύλη, η Αιγιάλεια, ο Κυάνιππος και ο Αιγιαλέας. Το όνομα
Άδραστος προέρχεται από το στερητικό (μη) και το ρήμα δράω
(πράττω, κινούμαι, φεύγω), οπότε σημαίνει τον ακλόνητο, τον
ατρόμητο.
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ:
Κάποτε ο Άδραστος διώχθηκε από το Άργος από τον Αμφιάραο
και αναγκάστηκε να καταφύγει στη γειτονική Σικυώνα, όπου βασίλευε ο Πόλυβος, παππούς του Αδράστου [πατέρας της Λυσιμάχης]. Σύντομα, ο Πόλυβος πέθανε άτεκνος και τότε ο Άδραστος, ως στενότερος συγγενής, ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Σικυώνας. Κάποια χρόνια μετά συμφιλιώθηκε με τον Αμφιάραο
και επέστρεψε στο Άργος. Εκεί νύμφευσε τον παλιό του εχθρό
με την αδελφή του, την Εριφύλη. Μάλιστα συμφώνησαν να επιλύουν στο εξής τις διαφορές τους, όποτε και όποιες κι αν προκύψουν, με τη διαιτησία της Εριφύλης. Μετά απ’ αυτά ο θρόνος
του Άργους επεστράφη στον Άδραστο. Στο μεταξύ, ο διωγμένος
από τον αδελφό του παρ’ ολίγον βασιλιάς της Θήβας, Πολυνείκης, έφτασε ικέτης στο Άργος, ζητώντας, παρακαλώντας καλύ-
τερα, επιτακτικά τον Άδραστο να τον βοηθήσει να ξαναγυρίσει
στην πατρίδα του ως βασιλιάς. Έτσι, ο Άδραστος αποφάσισε
να στηρίξει την αξίωσή του. Ας δούμε όμως, πώς ακριβώς περιγράφονται τα σχετικά μυθικά “γεγονότα”. Κάποια νύχτα, ο
Άδραστος άκουσε φασαρία στον προθάλαμο του ανακτόρου
του και βγήκε ανήσυχος να δει τι συνέβαινε. Βρέθηκε μπροστά
σε δύο άνδρες που μάλωναν για το ποιος θα ζητήσει πρώτος τη
φιλοξενία του. Ο ένας ήταν ο Πολυνείκης και ο άλλος ο Τυδεύς,
διωγμένος κι αυτός από τη δική του πατρίδα, την Καλυδώνα της
Αιτωλίας, για κάποιο φόνο που είχε διαπράξει κατά λάθος. Ο
Άδραστος τους χώρισε και δέχθηκε να φιλοξενήσει και τους δύο
στο παλάτι του. Ο Πολυνείκης είχε μια ασπίδα με παράσταση
λιονταριού, ενώ ο Τυδέας ασπίδα με παράσταση αγριόχοιρου1.
Τότε ο Άδραστος θυμήθηκε πως κάποτε του είχε δοθεί ένας περίεργος χρησμός: να παντρέψει τις κόρες του με ένα λιοντάρι
και με ένα αγριόχοιρο! Αμέσως κατάλαβε ότι αυτούς θα εννοούσε ο χρησμός. Πάντρεψε λοιπόν τις δύο κόρες του, τη Διηπύλη
με τον Τυδέα και την Αργεία με τον Πολυνείκη. Ανέλαβε έτσι,
όμως, την υποχρέωση, ως πεθερός τους, να τους βοηθήσει να
επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Και πρώτα αποφάσισε να στηρίξει τη δίκαιη αξίωση του Πολυνείκη. Σε αυτή την απόφαση ο
γαμπρός του, ο Αμφιάραος, εναντιώθηκε από την πρώτη στιγμή
και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία, καθώς ως γνώστης της μαντικής ήξερε(!) ότι, από όσους θα λάβαιναν μέρος
στην εκστρατεία εκείνη, μόνον ο Άδραστος θα επέστρεφε ζωντανός. Κατέφυγαν λοιπόν κατά τη συμφωνία τους στη διαιτησία
της Εριφύλης, η οποία αποδέχθηκε την άποψη του αδελφού της
και παρότρυνε τον σύζυγό της να εκστρατεύσει μαζί με τους
υπόλοιπους, για να αποκτήσει δόξα και τιμή. Η εκστρατεία αυτή
έγινε γνωστή ως οι “Επτά επί Θήβας”. Συμμετείχαν σ’ αυτή ο
Τυδέας, ο Αμφιάραος, ο ίδιος ο Άδραστος και άλλοι. Φθάνοντας
στη Θήβα, οι επτά ηγέτες της εκστρατείας παρατάχθηκαν με
τις δυνάμεις τους μπροστά στις ισάριθμες πύλες της πόλεως.
Παρ’ όλη την ορμή και τη γενναιότητά τους, οι πολιορκητές δεν
μπόρεσαν να κυριεύσουν την πόλη, γιατί αυτή ήταν η απόφαση
του Δία, ύστερα από την αυθόρμητη θυσία του Μενοικέα στον
Άρη. Στο τέλος λοιπόν, αφού σκοτώθηκαν σε μονομαχία τα δύο
αδέλφια Ετεοκλής και Πολυνείκης, οι πολιορκητές τράπηκαν σε
φυγή, αφού πρωτύτερα σκοτώθηκαν στη μάχη όλοι οι επικεφαλής, εκτός από τον Άδραστο. Ο Άδραστος σώθηκε χάρη στο
φτερωτό άλογο του Αρίωνα και έφθασε καταδιωκόμενος στον
Κολωνό της Αττικής. Εκεί εμφανίσθηκε ως ικέτης στους Αθηναίους και με τη μεσολάβησή τους κατάφερε να πάρει πίσω τους
νεκρούς του από τον νέο βασιλιά της Θήβας, τον Κρέοντα, και
να τους θάψει στην Ελευσίνα.
Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΓΟΝΩΝ: Ο Άδραστος, αισθανόμενος
βαθιά ταπείνωση από την ήττα του, ξεσήκωσε μετά από δέκα
χρόνια τα παιδιά των σκοτωμένων ηγετών, τους λεγόμενους
«Επιγόνους» και εκστράτευσε εκ νέου κατά των Θηβών. Τη φορά
αυτή πέτυχε: οι Θηβαίοι νικήθηκαν, η πόλη τους κυριεύθηκε και
καταστράφηκε. Τέλος, οι Αργείοι ανέβασαν στον θρόνο της τον
γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο, και αποχώρησαν. Όμως ο
Άδραστος στάθηκε άτυχος: σκοτώθηκε ο πολυαγαπημένος γιος
του, ο Αιγιαλέας κι έτσι ο τραγικός πατέρας, μόλις έφθασαν στα
Μέγαρα, πέθανε από τη μεγάλη του θλίψη και τάφηκε εκεί.
ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΗΡΩΑ – ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Ο Άδραστος τιμήθηκε πολύ
στα Μέγαρα, στον Κολωνό της Αττικής και στη Σικυώνα ως
ήρωας. Ιδιαίτερα στην τελευταία πόλη, τιμούσαν τα παθήματά
του με γιορτές, θυσίες και ταφικούς χορούς ως την εποχή του
Κλεισθένη. Το επεισόδιο όπου ο Άδραστος κατέφυγε ως ικέτης
(με τις μητέρες και τα παιδιά των σκοτωμένων Αργείων) στους
Αθηναίους, και συγκεκριμένα στο τότε βασιλικό ζεύγος, το Θησέα
και την Αίθρα, ενέπνευσε τον Ευριπίδη να δημιουργήσει μία από
τις γνωστότερες τραγωδίες του, τις “Ικέτιδες”, που παραμένει
και σήμερα ένα δυνατό κήρυγμα για την ειρήνη στον κόσμο.
* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου,
είναι δάσκαλος, συγγραφέας
1. Άλλωστε στην Καλυδώνα έζησε κάποτε ο φημισμένος Κα-
λυδώνιος κάπρος.
ελευθερία λάρισας.
ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Aθ. Οικονόμου*
Ο Πενθέας
[ο “σπαραχθείς” βασιλιάς]
Ο φρικτός θάνατος του Πενθέα από τις μαινάδες
ΓΕΝΙΚΑ – ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Στην Ελληνική Μυθολογία, ο Πενθεύς ή
Πενθέας ήταν ένας βασιλιάς της Θήβας. Πρόκειται για ένα πρόσωπο
που ο μύθος του φανερώνει μια απεχθή πλευρά της Ελληνικής Μυθολογίας. Πατέρας του ήταν ο Εχίων, ο σοφότερος από την ομάδα
των Σπαρτών1. Μητέρα του ήταν η Αγαύη, κόρη του Κάδμου, του
ιδρυτή των Θηβών, και της θεάς Αρμονίας. Ο Πενθέας είχε και μια
αδελφή, την Ήπειρο. Τα περισσότερα εκ των όσων γνωρίζουμε για
το μύθο του προέρχονται από την τραγωδία του Ευριπίδη Βάκχες.
Το όνομα "Πενθέας", σημαίνει «άνθρωπος των θλίψεων» και προέρχεται από τη λέξη πένθος, δηλαδή λύπη ή θλίψη. Σήμερα σημαίνει
ιδιαίτερα την οδύνη που προκαλείται από το θάνατο ενός αγαπημένου
προσώπου.
Ο ΜΥΘΟΣ: Ο Κάδμος, ο βασιλιάς της Θήβας, όταν έφτασε σε
προχωρημένη ηλικία, παραιτήθηκε υπέρ του εγγονού του Πενθέα.
Μια από τις πρώτες αποφάσεις που έλαβε ο νέος βασιλιάς ήταν κι
αυτή που απαγόρευε τη λατρεία του νέου θεού Διονύσου, η λατρεία
του οποίου είχε αρχίσει να διαδίδεται σε πλήθος ελληνικών πόλεων.
Ο Διόνυσος ήταν μάλιστα γιος της θείας του Σεμέλης από την ένωσή
της με το Δία. Μία διαταγή του, ωστόσο, με την οποία δεν επέτρεπε
στις γυναίκες της Καδμείας2 να συμμετάσχουν σε τελετές του νέου
θεού, έφερε την οργή του Βάκχου! Έτσι ο Διόνυσος ενεφύσησε “ιερή μανία” στη μητέρα του βασιλιά, την Αγαύη, στις θείες του Ινώ
και Αυτονόη, αλλά και σε πολλές άλλες γυναίκες της Θήβας, οδηγώντας τις στο όρος Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, στο μεταξύ, έδωσε εντολή να συλληφθούν οι οπαδοί του θεού, αλλά χωρίς να το γνωρίζει,
συνέλαβε και φυλάκισε τον ίδιο το θεό! Όμως ο Διόνυσος έσπασε
τις αλυσίδες και την πόρτα της φυλακής και παρουσιάστηκε στον
Πενθέα. Ο Διόνυσος κατάφερε να δελεάσει τον Πενθέα και να τον
πείσει τελικά να κατασκοπεύσει ο ίδιος τις βακχικές τελετές μεταμφιεζόμενος μάλιστα ως γυναίκα! Ο Πενθέας κατευθύνθηκε στο βουνό και αφού κρύφτηκε ανάμεσα στα δέντρα περίμενε να δει τις οργιαστικές τελετές των γυναικών της πόλης του. Οι κόρες του Κάδμου, δηλαδή η μητέρα του και οι θείες του, τον είδαν πάνω σε ένα
δέντρο και φαντάστηκαν [μάλλον ο Διόνυσος τους υπέβαλε αυτή
τη σκέψη], ως ένα άγριο ζώο. Έτσι, τράβηξαν τον Πενθέα κάτω και
τον έσκισαν από πάνω μέχρι κάτω(!), με έναν τελετουργικό τόπο
που είναι γνωστός ως σπαραγμός3. Όταν η αληθινή του ταυτότητα
ανακαλύφθηκε αργότερα, οι αξιωματούχοι της Θήβας εξόρισαν τις
γυναίκες-μαινάδες από τη Θήβα. Κάποιες πηγές βεβαιώνουν ότι η
μητέρα του ήταν η πρώτη που έφερε το θανατηφόρο κτύπημα σκίζοντάς τον στο κεφάλι. Έβαλε έπειτα το κεφάλι σε ένα ραβδί και το
πήρε πίσω στην Θήβα, σαν μακάβριο θύρσο4, μέχρι που συνάντησε
το γέρο-Κάδμο, ο οποίος και την έβγαλε από το φρικτό κόσμο των
“ιερών” ψευδαισθήσεών της!
ΔΙΑΔΟΧΗ ΣΤΟ ΘΡΟΝΟ: Τον Πενθέα διαδέχτηκε στο θρόνο των
Θηβών ο θείος του Πολύδωρος. Πριν ή ενδεχομένως λίγο μετά το
φρικτό φόνο του Πενθέα, η σύζυγός του γέννησε ένα γιο που ονομά-
στηκε Μενοικέας και ο οποίος έγινε ο πατέρας του Κρέοντα και της
Ιοκάστης και παππούς του Οιδίποδα.
Ο ΟΒΙΔΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΝΘΕΑ: Η ιστορία του Πενθέα απασχόλησε
και τον μεγάλο Ρωμαίο μυθογράφο, Οβίδιο, στις “Μεταμορφώσεις”
του5. Η εκδοχή του Οβίδιου αποκλίνει αρκετά από το έργο του Ευριπίδη. Έτσι, στις “Μεταμορφώσεις”, τον βασιλιά Πενθέα προειδοποιεί ο τυφλός μάντης Τειρεσίας λέγοντάς του: “να καλωσορίσεις
τον Βάκχο, αλλιώς το αίμα σου θα χύνεται πάνω από τη μητέρα και
τις αδελφές της!" Ο Πενθέας, όμως, απέρριψε και αγνόησε τις προειδοποιήσεις του. Όταν, λίγο αργότερα, η Θήβα υποκύπτει στη “γοητεία” του νέου θεού, ο Πενθέας εκφράζει τη λύπη του και απαιτεί τη
σύλληψη του Βάκχου. Οι φρουροί του, όμως, συλλαμβάνουν αντ’
αυτού έναν ναύτη, ο οποίος επιβεβαιώνει την θεότητα του Διονύσου
και λέει πως όλα τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος του πλοίου του
κατέληξαν νεκροί μετά από την προσπάθειά τους να απαγάγουν το
νεαρό θεό. Ο Πενθέας, πιστεύοντας ότι ο ναύτης λέει ψέματα, προσπάθησε να τον ρίξει στη φυλακή. Όταν οι φρουροί τον αλυσόδεσαν,
οι αλυσίδες έπεσαν. Τότε, οργισμενος ο Πενθέας, μέ μια άγρια λάμψη
στα μάτια του, έτρεξε να ασχοληθεί ο ίδιος με το Διόνυσο στον Κιθαιρώνα. Εκεί οι συμμετέχοντες στη “λατρεία” του θεού, θεώρησαν
τον Πενθέα αγριογούρουνο(;) και του επιτέθηκαν. Η συνέχεια είναι
γνωστή....
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ευριπίδης, Βάκχες. Οβίδιος,
Μετααμορφώσεις, 3 511-733.
konstantinosa.oikonomou@gmail.com
www.scribd.com/oikonomoukon
1. Ο θεός Άρης, κάποτε, διέταξε τον πρώτο βασιλιά της Θήβας,
Κάδμο, να σπείρει τα δόντια του δράκου που εκείνος είχε σκοτώσει
σε οργωμένο χωράφι και από τη γη φύτρωσαν άγριοι πολεμιστές που
ονομάστηκαν Σπαρτοί. Με ένα έξυπνο σχέδιο του Κάδμου αυτοί αλληλοεξοντώθηκαν και επέζησαν μόνο πέντε, που αποτέλεσαν τους
πρώτους πολίτες της Θήβας. Ο πιο γνωστός απ' αυτούς υπήρξε ο
Εχίων που ήταν πατέρας της Ιοκάστης, συζύγου του βασιλιά Λάιου,
αλλά και του Πενθέα. Σχετικά, έχουμε αναφερθεί στο μύθο που αφορούσε τον Κάδμο.
2. Καδμεία ήταν η ακρόπολη [των Μηκυναϊκών χρόνων] της Θήβας.
Είχε τείχη κυκλώπεια που σώζονται ακόμη σε μερικά σημεία.
3. Ο Σπαραγμός και η Ωμοφαγία είναι στοιχεία της διονυσιακής λατρείας και αποτελούν δείγμα της άγριας πλευράς της Ελληνικής Μυθολογίας. Μάλιστα, ένα από τα επίθετα του Διονύσου είναι Ωμοφάγος”. Η ωμοφαγία και ο σπαραγμός του θύματος, συνηθέστερα ζώου,
μπορεί να ήταν ένα σύμβολο του θριάμβου της άγριας φύσης στον
πολιτισμό. Οι λάτρεις του Διόνυσου, συμβολικά με το σπαραγμό και
την ωμοφαγία, εσωτευρικεύαν κατά κάποιο τρόπο τον άγριο Διόνυσο
και την ένωσή τους με την “ωμή” φύση, μιμούμενοι το φρικτό θεό
τους! Αρκετές μυθικές απεικονίσεις της Αρχαιότητας εμφανίζουν γυναίκες λάτρεις του Διονύσου, τις λεγόμενες Μαινάδες, να καταναλίσκουν ωμό κρέας ως μέρος τελετουργικού της λατρείας τους. Προφανώς, πίσω από το μύθο, υποκρύπτεται το παρελθόν του πρωτόγονου
ανθρώπου με τις ανθρωποθυσίες και τον κανιβαλισμό!
4. Ο θύρσος ήταν σύμβολο του Διόνυσου. Ήταν ένα μακρό ευθύγραμμο ραβδί φυσικής προέλευσης, και είναι κλαδί από κάποιο φυτό,
ίσως από μάραθο, με φουντωτό άνθος στην κορυφή του. Συχνά απεικονίζεται δεμένος με κορδέλα ή πλεγμένος με αμπελόφυλλα. Στην
κορυφή είναι στεφανωμένος με κισσό, αμπελόφυλλα ή με ένα κου-
κουνάρι πεύκου. Το μήκος του θύρσου ήταν μέχρι δύο μέτρα.
5. Μεταμ. 3, 511-733
*O Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, είναι δάσκαλος
στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέας
ελευθερία λάρισας
ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...
Η εβδομαδιαία αγορά της «Τετάρτης»

Με την πρώτη ματιά, η άποψη αυτή της Λάρισας φαίνεται
να είναι άγνωστη για τον σημερινό κάτοικό της. Πρόκειται για
ασυνήθιστη λήψη. Ο φωτογράφος έστησε τον τρίποδα της
μηχανής του στο ύψος του πυργίσκου του προπολεμικού ρολογιού της πόλεως. Έστρεψε τον φακό του βορειοανατολικά
και κατέγραψε την ανατολική πλευρά του λόφου του Φρουρίου και την κάτω από τον λόφοπεριοχή της Λάρισας, μακριά
μέχρι τον Κίσσαβο. Η φωτογραφία κυκλοφόρησε σε επιστολικό δελτάριο (καρτ-ποστάλ) με τον αριθμό 17, από το τοπικό
βιβλιοχαρτοπωλείο του Γεωργίου Δημητρακόπουλου και είναι
προπολεμική.
Για να μελετήσουμε την φωτογραφία θα τη διαιρέσουμε
νοερά σε τρεις εγκάρσιες ζώνες. Στην κάτω ζώνη αριστερά
υπάρχει μικρό αλσύλλιο. Είναι η περιοχή στην οποία μετά τον
μεγάλο σεισμό του 1941 ανοικοδομήθηκε η προσωρινή ξύλινη
εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου (η γνωστή ως παράγκα), που
λειτούργησε, με ορισμένες βελτιώσεις, μέχρι το 1956, όταν εγκαινιάσθηκε ο σημερινός μεγαλοπρεπής ναός. Σήμερα στη
θέση αυτή, μετά απόπροσεκτικές ανασκαφές από την τοπική
αρχαιολογική υπηρεσία, αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια του βυ-
ζαντινού ναού τουπολιούχου της Λάρισας καιπιθανολογείται
και ο τάφος του. Δεξιά διαγράφονται οι στέγες δύο διώροφων
κτισμάτων νεοκλασικής γραμμής. Στο δεύτερο,που βρισκόταν
επί της σημερινής οδού μητροπολίτου Αρσενίου και στο οποίο
τα νεοκλασικά στοιχεία είναι εμφανή, στεγαζόταν μέχρι το
1935 τα γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Πλαταμώνος, καθώς και η μητροπολιτική κατοικία[1]. Σήμερα τα
κτίρια αυτά έχουν κατεδαφισθεί και στη θέση τους υπάρχουν
οι πρόχειρες εγκαταστάσεις της αρχαιολογικής υπηρεσίας.
Στη μεσαία ζώνη αριστερά, πίσω από τα φυλλώματα των
δένδρων, μόλις ξεχωρίζει τμήμα από την κατεστραμμένη σκεπαστή τούρκικη αγορά (μπεζεστένι). Στη συνέχεια διακρίνονται ταπρόχειρα εφήμεραπαραπήγματα της υπαίθριας λαϊκής
αγοράς που γινόταν στη θέση αυτή κάθε Τετάρτη, γι’ αυτό
και είχε επικρατήσει να ονομάζεται από τους Λαρισαίους ο
χώρος αυτός «Τετάρτη» και παλαιότερα «Τετράδη». Η αγορά
αυτή καθιερώθηκε να γίνεται το 1854, από την εποχή της
τουρκοκρατίας ακόμη, όταν τα εσνάφια (συντεχνίες), δηλαδή
οι διοικήσεις των επαγγελματικών σωματείων της Λάρισας,
αποφάσισαν να επιλέξουν μία ημέρα της εβδομάδος για την
λειτουργία υπαίθριας λαϊκής αγοράς, η οποία θα εξυπηρε-
τούσε και τους παραγωγούς των οικισμών της περιοχής. Αρχικά επιλέχθηκε από τους χριστιανούς εμπόρους ως ημέρα
λειτουργίας το Σάββατο. Στην πρόταση όμως αυτή αντέδρασαν οι Ισραηλίτες της πόλεως, γιατί το Σάββατο ήταν γι’ αυτούς ημέρα προσευχής. Γι’ αυτό συμφώνησαν από κοινού
Χριστιανοί και Εβραίοι να γίνεται κάθε Παρασκευή. Αλλά τώρα
ήταν η σειρά των Οθωμανών κατακτητών να αντιδράσουν
και μάλιστα έντονα, γιατί δεν μπορούσαν να βεβηλώσουν την
Παρασκευή, που ήταν γι’ αυτούς η ημέρα αυτή ιερή. Έτσι
κατέληξαν τελικά να επιλέξουν την Τετάρτη ως ημέρα λειτουργίας της εβδομαδιαίας λαϊκής αγοράς και έτσι λειτουργούσε επί ένα αιώνα περίπου. Επί δημαρχίας Δημητρίου Κα-
ραθάνου (1951-1954), για να νοικοκυρευτεί ο κεντρικός αυτός
χώρος από την αναρχία των παραπηγμάτων, κατασκευάσθηκαν από την Δημοτική αρχή τρεις σειρές από μόνιμα τσι-
μεντένια υπόστεγα, ο όγκος των οποίων ενοχλούσε αισθητικά.
Το 1978 τα υπόστεγα αυτά κρημνίστηκαν και σήμερα στη
θέση τους έχει δημιουργηθεί η πλατεία δημάρχου Αριστείδη
Λαμπρούλη, μέσα στον χώρο της οποίας έχουν ενσωματωθεί
και τα ανευρεθέντα κατά τις ανασκαφές βυζαντινά μνημεία
(ένα μικρός ναός και λουτρά).
Πίσω από την αγορά της Τετάρτης εκτείνεται μια σειρά κα-
ταστημάτων τα οποία έχουν πρόσοψη επί της σημερινής οδού
Ξάνθου. Είναι όλα ισόγεια, εκτός από ένα τριώροφο κτίσμα
στο κέντρο, το οποίο υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τον σεισμό
του 1941 και οι δύο ετοιμόρροποι όροφοι κρημνίστηκαν.
Στην επάνω ζώνη της φωτογραφίας από αριστερά διακρίνεται ο Μύλος του Παππά, αμέσως μετά ένα μέρος της
κοίτης του Πηνειού και στη συνέχεια ο Μύλος του Ιωάννου
Τσιμπούκη που δεν υπάρχει σήμερα. Ακολουθεί στο βάθος
του Κουτλιμπάνειο και Τριανταφύλλειο Δημοτικό Νοσοκομείο.
Το κτίσμα του Νοσοκομείου είναι διώροφο [2]και έχει πλέον
πάρει την οριστική του μορφή. Η περιοχή κάτω από τις ανατολικές παρυφές του Φρουρίου μέχρι το Νοσοκομείο και πιο
κάτω, μέχρι τη συνοικία Σουφλάρια (συνοικία 40 Μαρτύρων),
είναι πυκνοκατοικημένη με πολλές απλές και κατά τόπους
στριμωγμένες μονώροφες κατοικίες.
Στο βάθος πίσω από το Νοσοκομείο διακρίνεται αμυδρά
ο οικισμός Καλύβια που υπαγόταν στον Δήμο Λαρίσης και
αντιστοιχεί σήμερα στηνπεριοχή της Αγίας Μαρίνας. Η εικόνα
ολοκληρώνεται πιο πίσω με τα υψώματα της Χασάμπαλης
και στο βάθος-βάθος δεσπόζει η κωνική κορυφή της Όσσας.
Από τα εκτεθέντα στοιχεία δεν φαίνεται να είναι δύσκολη
η χρονολόγηση της φωτογραφίας. Οδηγός είναι η μορφή του
Δημοτικού τότε Νοσοκομείου. Γνωστού όντος ότι ο επάνω
όροφος ολοκληρώθηκε και εγκαινιάσθηκε το 1939, η φωτογραφία αυτή πρέπει να είναι της περιόδου 1939-1940.
[1]. Μετά τον ερχομό του μητροπολίτου Δωροθέου (1935-
1956) στη Λάρισα, αγοράσθηκε από την μητρόπολη ένα ημιτριώροφο οίκημα ιδιοκτησίας Γεωργίου Τσάπανου, το οποίο
βρισκόταν δεξιά στον ανηφορικό δρόμο προς το Φρούριο. Σ’
αυτό μεταφέρθηκαν τα γραφεία της Μητροπόλεως και η μητροπολιτική κατοικία. Με τον σεισμό του 1941 ο επάνω όροφος κατέστη ακατοίκητος και το 1957 κρημνίστηκε. Όταν άρχισαν οι εργασίες αποκαλύψεως του Αρχαίου Θεάτρου το
κτίριο αυτό ισοπεδώθηκε.
[2]. Μέχρι το 1937 το κτίριο του Δημοτικού Νοσοκομείου
ήταν ισόγειο, όπως είχε κτισθεί με δαπάνες του Ιωάννη Κουτλιμπανά το 1889. Τη χρονιά εκείνη ο Λαρισαίος έμπορος Ηλίας
Τριανταφύλλου διέθεσε 1.000.000 δραχμές, ποσό σημαντικό
για την εποχή εκείνη, για την ανέγερση του άνω ορόφου. Η
κατασκευή έγινε με σχέδια και επίβλεψη από τον συμπολίτη
αρχιτέκτονα Ελευθέριο Κολονέλο. Στα εγκαίνια του ορόφου
που έγιναν με κάθε επισημότητα το 1939 παρέστη και ο τότε
πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς.
nikapap@hotmail.com
ελευθερία λάρισας
ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*
Ο Αλκμαίων
Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη
το περιδέραιο της Αρμονίας (Μουσείο Λούβρου)
ΓΕΝΙΚΑ: Ο μυθικός Αλκμαίων ήταν γιος του μάντη Αμ-
φιάραου και της Εριφύλης. Πρόκειται για το κεντρικό πρό-
σωπο δύο χαμένων επών του λεγόμενου Θηβαϊκού κύκλου
[Οιδίπους, Αντιγόνη, κ.τ.λ.] με τίτλο “Επίγονοι” και “Αλκ-
μαιωνίς”
Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΓΟΝΩΝ ΣΤΗ ΘΗΒΑ: Ο πατέρας του Αλκμαίωνα, Αμφιάραος, παρακινήθηκε από τον
βασιλιά του Άργους Άδραστο να πάρει μέρος στην εκστρα-
τεία κατά της Θήβας. Σκοπός της εκστρατείας αυτής ήταν
η εκδίωξη από το θρόνο της πόλης του Ετεοκλή και η παράδοση του θρόνου στον αδελφό του Πολυνείκη. Επρόκειτο για τους δύο αδελφούς, στους οποίους αναφερθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, που έπρεπε να μοιράζονται το βασιλικό αξίωμα της Θήβας κατόπιν συμφωνίας, που αθετήθηκε, όμως, από τον Ετεοκλή. Ο Αμφιάραος
δεν δέχτηκε γιατί ήξερε, χάρη στις μαντικές ικανότητες
που κατείχε, πως όλοι οι αρχηγοί της εκστρατείας θα σκοτώνοντας [σχετικά στην τραγωδία “Επτά επί Θήβας”, του
Αισχύλου]. Συμφωνήθηκε τότε, την τελική απόφαση να την
πάρει η Εριφύλη. Αυτή όμως δωροδοκήθηκε από τον Πο-
λυνείκη, που της πρόσφερε το περιδέραιο της Αρμονίας,
της γυναίκας του Κάδμου. Έτσι η Εριφύλη αποφάσισε να
συμμετάσχει ο άντρας της στον πόλεμο. Πριν φύγει για
τον πόλεμο ο Αμφιάραος, που έμαθε για τη δωροδοκία της
συζύγου του, ζήτησε από τον ανήλικο γιο του, Αλκμαίωνα,
να εκδικηθεί για λογαριασμό του την Εριφύλη που τον πρόδωσε, σκοτώνοντας την μόλις εκείνος ενηλικιωθεί. Μετά
το θάνατο του Αμφιάραου, ο Αλκμαίων, ενήλικας πια, πήρε
μέρος ως αρχηγός στην λεγόμενη εκστρατεία των Επιγόνων κατά της Θήβας. Αρχικά ήταν απρόθυμος να συμμε-
τάσχει, αλλά οι υπόλοιποι επίγονοι έλαβαν χρησμό πως
στην εκστρατεία αυτή έπρεπε να ηγηθεί ο Αλκμαίων. Ο
Θέρσανδρος, που διεκδικούσε τον θρόνο της Θήβας μετά
τον αλληλοσκοτωμό των Πολυνείκη και Ετεοκλή, δωροδόκησε την Εριφύλη, και πάλι, δίνοντάς της το πέπλο της Αρμονίας, τη φορά αυτή, και εκείνη έπεισε και τον γιο της να
συμμετάσχει στην εκστρατεία. Οι επίγονοι κατέλαβαν την
Θήβα και ο Αλκμαίων σκότωσε τον βασιλιά της πόλης, Λαοδάμαντα. Στην συνέχεια όμως, παρακινούμενος και από
ένα χρησμό, αποφάσισε να εκδικηθεί για τον πατέρα του
και σκότωσε την μητέρα του, βοηθούμενος στην πράξη
του αυτή από τον αδερφό του Αμφίλοχο.
ΑΛΚΜΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΙΝΥΕΣ: Μετά την μητροκτονία άρχισαν να τον κυνηγούν οι Ερινύες. Καταδιωκόμενος απ'
αυτές συνεχώς, ο Αλκμαίων κατέληξε στην Ψωφίδα της
Αρκαδίας. Ο βασιλιάς της Ψωφίδας, Φηγεύς, αφού τον
εξάγνισε, τον πάντρεψε με την κόρη του Αρσινόη1. Ο Αλκμαίων, μετά τον γάμο, προσέφερε στην Αρσινόη το περιδέραιο και το πέπλο της Αρμονίας που είχε πάρει από την
μητέρα του. Κατά τον Απολλόδωρο, η παρουσία του Αλκμαίωνα στην Ψωφίδα συνοδεύτηκε από ακαρπία της γης.
Ο Αλκμαίων, πιστεύοντας πως αιτία για την αγονία ήταν η
παρουσία του στην πόλη, κατέφυγε στο Μαντείο των Δελφών. Το Μαντείο τον συμβούλεψε πως θα απαλλαγεί από
τις Ερινύες μόνο όταν καταφύγει σε μία χώρα που δεν
υπήρχε όταν έκανε το έγκλημα(!), αλλά σχηματίστηκε μετά.
Αναζητώντας αυτή την χώρα ο Αλκμαίων κατέληξε στην
περιοχή των εκβολών του Αχελώου. Εκεί ο θεός Αχελώος,
τον εξάγνισε, ξανά, για το έγκλημα και του έδωσε για γυ-
ναίκα του την κόρη του Νύμφη Καλλιρρόη. Η Καλλιρρόη
θέλησε, από γυναικεία φιλαρέσκεια, να αποκτήσει το πέπλο
και το περιδέραιο της Αρμονίας που είχαν χρησιμοποιηθεί
για την δωροδοκία της Εριφύλης. Όμως, αυτά που ζητούσε
η νέα του σύζυγος, ο Αλκμαίωνας τα είχε χαρίσει στην πρώτη του γυναίκα την Αρσινόη. Έτσι αποφάσισε να γυρίσει
στην Ψωφίδα και να τα πάρει. Με την δικαιολογία πως τα
ήθελε δήθεν για να τα εξαγνίσει τα πήρε από τον Φηγέα.
Οι δύο γιοι του Φηγέα όμως, οι Πρόνοος και Αγήνωρ2, ανακάλυψαν την αλήθεια και σκότωσαν τον Αλκμαίωνα. Ο Παυσανίας αναφέρει πως ο τάφος του Αλκμαίωνα βρίσκόταν
στην Ψωφίδα. Πάνω στον τάφο αυτό ήταν φυτεμένα κυπαρίσσια, τα οποία θεωρούνταν ιερά για τους κατοίκους
και δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να τα κόψει,
ΑΛΚΜΑΙΩΝ ΚΑΙ ΜΑΝΤΩ: Την διάρκεια της περιόδου
που τον είχε κυριεύσει η τρέλα εξαιτίας της καταδιώξής
του από τις Ερινύες, ο Αλκμαίων είχε αποκτήσει δύο παιδιά
με την Μαντώ, κόρη του μάντη Τειρεσία, τον Αμφίλοχο και
την Τισιφόνη. Ο Αλκμαίων, ψάχνοντας ακόμη για τον εξα-
γνισμό και τη λύτρωσή του από τις τύψεις για το φόνο της
μητέρας του, εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στον Κρέοντα,
που τότε ήταν βασιλιάς της Κορίνθου για να τα μεγαλώσει.
Όταν η κόρη του Αλκμαίωνα, Τισιφόνη, μεγάλωσε, ήταν
τόσο όμορφη που έκανε την γυναίκα του Κρέοντα να ζηλέψει. Φοβούμενη μήπως την ερωτευτεί ο άντρας της την
πούλησε για σκλάβα. Ο αγοραστής της όμως έτυχε να είναι
ο ίδιος ο Αλκμαίων. Ο Αλκμαίων ανακάλυψε τι είχε συμβεί
όταν επέστρεψε στην Κόρινθο για να πάρει τα παιδιά του.
Η ιστορία αυτή ήταν θέμα μίας τραγωδίας του Ευρυπίδη,
με τίτλο “Αλκμαίων ο διά Κορίνθου”, η οποία δεν διασώζεται. Ο Αλκμαίων, στην συνέχεια, μαζί με τον γιο του Αμφίλοχο πήγε στην Ακαρνανία όπου για χάρη του βασιλιά της
Αιτωλίας Οινέα, νίκησε τους γειτονικούς Ακαρνάνες. Ο γιος
του Αμφίλοχος ίδρυσε μία πόλη στην περιοχή που ονομάστηκε Αμφιλοχικό Άργος [Στράβων].
* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, είναι δάσκαλος
στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέας.
Βιβλιογραφία: Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη γ’7 [2-7].
Θουκιδίδης Ιστορία 2, 101-102.
Παυσανίας, Αρκαδικά 24, 8.
Στράβων, Γεωγραφικά.
1. Ο Παυσανίας την ονομάζει Αλφεσίβοια.
2. Ο Παυσανίας, και στην περίπτωση αυτή, δίνει διαφορετικά ονόματα των δύο αδελφών [Τήμενος ο Αφίων].
ελευθερία λάρισας.