Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

 

Πορτραίτα σαλών της παλιάς Λάρισας – Δ’: Μάχος ή φον Τέλεμακ

Ο Φιλιππάκος ο λούστρος.  Φωτογραφία του Δημητρίου Γκουσγκούνη.

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου nikapap@hotmail.com

Ένας άλλος «τύπος» της Λάρισας πολύ γνωστός και γραφικός, ο οποίος εμφανίστηκε στην πόλη μετά το 1950, ήταν ο Τηλέμαχος ή Μάχος ή φον Τέλεμακ. Δε γνωρίζουμε το πραγματικό του ονοματεπώνυμο, αλλά πληροφορίες για την οικογένειά του και την περιπετειώδη ζωή του εντοπίσαμε από διάφορες πηγές. Ήδη τη φωτογραφία του την έχουμε δημοσιεύσει στο κείμενο της περασμένης Κυριακής 22 Ιουνίου. Η δημοσιογράφος Εύη Μποτσαροπούλου τον συμπεριέλαβε σε ένα δημοσίευμά της μαζί με άλλους τύπους, στις «Μορφές της παλιάς Λάρισας» και του έκανε ένα θαυμάσιο πορτραίτο. Για τα παιδικά του χρόνια αντλούμε αντικειμενικές πληροφορίες από τον Μάκη Λαχανά, τον συμπατριώτη μας ψυχίατρο, ο οποίος σαν ειδικός είχε τα επιστημονικά εφόδια να τον μελετήσει πιο εμπεριστατωμένα και σαν συγγραφέας να μας τον περιγράψει με έναν τρόπο αντικειμενικό, ώστε να αποφύγει τους ευτελείς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς που συνήθως συνοδεύουν τέτοια αντικοινωνικά και περιθωριακά άτομα. Επίσης, ο Βαγγέλης Ρηγόπουλος, συνταξιούχος δημοσιογράφος της «Ελευθερίας» και μέλος της Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής ιστορίας, έχει συγκεντρώσει αρκετά στοιχεία τα οποία συμβάλλουν στη σκιαγράφηση της ζωής του φον Τέλεμακ. Όμως, όλα αυτά τα στοιχεία δεν αρκούν για να ισχυριστούμε ότι φθάσαμε στο σημείο να έχουμε ένα ολοκληρωμένο πορτραίτο του.

Ο Μάχος υπήρξε μια από τις πλέον γραφικές και αλλοπρόσαλλες φυσιογνωμίες της Λάρισας. Δε γνωρίζουμε πότε γεννήθηκε, αλλά από το βιβλίο του Μάκη Λαχανά «Η πόλις» μαθαίνουμε ότι η οικογένειά του εγκαταστάθηκε σε μια ιδιόκτητη τριώροφη κατοικία, η οποία βρισκόταν επί της οδού Ισχομάχου, στη συνοικία του Αγ. Κωνσταντίνου. Ο πατέρας του ήταν ιατρός με ειδικότητα μαιευτήρα-γυναικολόγου. Εκεί κοντά ζούσε και η οικογένεια του Μάκη Λαχανά. Στη συνέχεια θα αντιγράψουμε ορισμένα στιγμιότυπα από το βιβλίο του τελευταίου «η πόλις», στα οποία ο συγγραφέας περιγράφει τη συμπεριφορά και αποκαλύπτει τα πρώτα δείγματα ψυχικής διαταραχής του Μάχου, για τον οποίο αφιερώνει τις σελ. 134-138 του βιβλίου:

«Στην παρέα του Αγίου Κωνσταντίνου προστέθηκε και ο Τηλέμαχος… Όλα τα παιδιά είχαν καλή ανατροφή, ήμασταν παιδιά της ανερχόμενης αστικής τάξης της Λάρισας… Μέσα σ’ αυτήν την παιδική λαίλαπα εμφανίστηκε και ο Τηλέμαχος… Ο πατέρας του ήταν παχύς, κοντός, η μητέρα του ήσυχη, καθωσπρέπει κυρία… Είχαν τρία παιδιά. Αν δεν κάνω λάθος ο Τηλέμαχος ήταν ο πρώτος… τρίτη ήταν η Βούλα, κοντή, με χοντρά μυωπικά γυαλιά, πανέξυπνη. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και έπειτα έφυγε στη Νέα Υόρκη και τελείωσε Παιδιατρική. Ερχόταν πότε-πότε και μας έβρισκε… Ο Τηλέμαχος ήταν διαρκώς αντιρρησίας και θα έλεγα και καβγατζής. Θύμωνε εύκολα, αποσυρόταν από τα παιχνίδια και απομονωνόταν… Μάθαινε με ευκολία γλώσσες κι είχε κι ένα βιολί… Πολλές φορές μας καλούσε πάνω στο γυμνό τρίτο πάτωμα του σπιτιού του, μας εξηγούσε τι θα μας παίξει σε μια ακατανόητη γλώσσα και συνέχιζε με ανατριχιαστικές παραφωνίες παίζοντας, υποτίθεται, Παγκανίνι και Μπετόβεν… Έπειτα για να μας εντυπωσιάσει, ντυνόταν κάπως παράξενα… και μας μιλούσε ατέλειωτα με τα δικά του γερμανικά. Κυριαρχούσε η λέξη «φαφλούχτεν», ίσως γιατί του άρεσε ο σκληρός ήχος της λέξης. Στο Γυμνάσιο άρχισε να γίνεται δραματική η κατάσταση. Οι μαθητές τον ερέθιζαν, του έκαναν διάφορες πλάκες… Όταν ήλθαν οι Γερμανοί προσπάθησε να κολλήσει σ’ αυτούς, γιατί το πάθος του ήταν τα γερμανικά. Αυτοί στην αρχή τον πήραν στα σοβαρά, έπειτα, όμως, τον απόδιωξαν».

Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο και παρ’ όλες τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του, πήγε για σπουδές Ιατρικής στη Γερμανία. Όταν κατά τη διάρκεια της κατοχής σκοτώθηκαν οι γονείς του από βόμβα στον πόλεμο, διέκοψε τις σπουδές του, επέστρεψε στη Λάρισα και από τότε είχε γενικά έναν υπερβολικό φόβο για τη φωτιά. Σύχναζε παλιά στην Τρίγωνη πλατεία, πήγαινε μετά στην καφετέρια του ξενοδοχείου «Αστόρια» και τα τελευταία χρόνια πριν τον θάνατό του σύχναζε στο «Μετροπόλ». Φαινόταν ότι ο φον Τέλεμακ όδευε πλέον προς την ψύχωση, χωρίς, όμως, να παρουσιάζει ίχνος επιθετικότητας, παρά μόνον όταν του έκαναν χειρονομίες ή του επιτίθονταν. Είχε πάντα πάνω του ένα ψαλίδι, για άμυνα, αλλά δεν το χρησιμοποιούσε ποτέ. Μάλιστα, αυτοί που το ήξεραν του φώναζαν ειρωνικά «Μάχο, το ψαλίδι, Μάχο το ψαλίδι». Η αδελφή του από την Αμερική τον συντηρούσε όσο μπορούσε και προσπαθούσε να επισκευάσει το ημιτελές σπίτι του, το οποίο, όμως, ποτέ δεν ολοκληρώθηκε.

Τα τελευταία χρόνια ο Τηλέμαχος πάχυνε, ασχήμυνε και καθώς ήταν κοντός, άλλαξε η μορφή του και έφυγε η «σπιρτάδα» του στις συζητήσεις. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένα κομμάτι της ψυχής της πόλης. Πότε ακριβώς πέθανε, δε μας είναι γνωστό. Ο Μάκης Λαχανάς (1924-2010) γράφει ότι ήταν συνομήλικοι και όταν έγραφε το βιβλίο το 2009, ο Μάχος είχε ήδη προ πολλού αποβιώσει.

 

Ο Φιλιππάκος

Ο Φιλιππάκος ήταν λούστρος και το στέκι του ήταν πάντοτε στην Κεντρική πλατεία. Παλαιότερα στη βόρεια πλευρά της ήταν παρατεταγμένοι λούστροι, μικροί και μεγάλοι, με τα κασελάκια τους. Καλούσαν τους περαστικούς χτυπώντας με τις βούρτσες τους πάνω στα κασελάκια για να τους προσελκύσουν. Το βάψιμο και το γυάλισμα των παπουτσιών ήταν μια ολόκληρη ιεροτελεστία. Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του σε μια ειδική βάση πάνω στο κασελάκι. Ο λούστρος δίπλωνε το μπατζάκι του πελάτη μη λερωθεί, προωθούσε ειδικά χαρτονάκια ανάμεσα στα παπούτσια για να προστατεύει τις κάλτσες και άρχιζε τη δουλειά του. Ξεσκόνιζε με τη βούρτσα τα παπούτσια, άπλωνε το βερνίκι και το τελικό γυάλισμα γινόταν με ειδικό πανί. Ο Φιλιππάκος ήταν αγαπητός και τον προτιμούσαν από τους άλλους, γιατί είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για το ποδόσφαιρο και λατρεία προς την ΑΕΛ. Ήταν ιδιαίτερα δεκτικός, αλλά και δηκτικός στα πειράγματα. Οι φωνές και οι διαπληκτισμοί με τους άλλους λούστρους ήταν παροιμιώδεις.

Στο σημείο αυτό θέλω με λύπη να σας ανακοινώσω ότι η στήλη θα «σιωπήσει» για δύο μήνες. Καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση τον Σεπτέμβριο.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2025

 

Καφενείον το «Εμπορικόν»

Το καφενείο «Εμπορικόν» του Πολύζου [Φωτογραφία του 1952 από βίντεο του Ελληνοαμερικανού Ράλλη (Ιάκωβου Ζακζάκη) από την Πουλιάνα Ελασσόνας
– Αρχείο Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας].

 

Μνήμες παλιών καφενείων φέρνει το 2ο Φεστιβάλ Καφέ. Αρχίζει σήμερα στη Λάρισα κι αποτελεί αφορμή για να θυμηθούμε ένα από τα παλιά καφενεία της. Το «Εμπορικόν» που άνοιξε ο Ιωάννης Κυπαρίσσης αρχές του 20ού αιώνα, μετά το πήραν οι αδελφοί Γιαννίκα, ο Τεκελιώτης στη συνέχεια και έκλεισε τον κύκλο του, περίπου τον Αύγουστο του 1971, από τους αδελφούς Πολύζου. Ήταν ένα από τα πιο γνωστά καφενεία της Λάρισας, πέριξ της Κεντρικής πλατείας και ένα από τα τρία που λειτούργησαν κατά τη γερμανοϊταλική κατοχή [1]. Βρισκόταν στην οδό Κύπρου, δίπλα ακριβώς από το σημερινό κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λάρισας.

Φιλίστορες της Λάρισας έγραψαν γι’ αυτό και τους ιδιοκτήτες του, όπως ο δημοσιογράφος της «Ε» Βάσος Καλογιάννης το 1971 (όταν έκλεισε), ο Γιώργος Ζιαζιάς στα βιβλία του, ο Νικ. Παπαθεοδώρου και ο Αλεξ. Γρηγορίου με άρθρα τους στην «Ε» μεταγενέστερα. Ο Ιωάννης Κυπαρίσσης ήδη είχε ανοίξει το καφενείο και καφεκοπτείο «Το Κέντρον των Εμπόρων» (γύρω στο 1902) [2] στην οδό Πανός. Στις 19 Φεβρουαρίου 1910 [3] έκανε το επόμενο επιχειρηματικό βήμα. Μεταφέρθηκε στο καφενείο κάτω από τη Λέσχη Ασλάνη, δηλαδή στην οδό Κύπρου, στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λάρισας. Το ονόμασε «Νέον Κέντρον Εμπόρων» – μετά ζύθου Κλωναρίδου και καφεκοπτείου», Ιωάννου Δ. Κυπαρίσση και Σια, με συνέταιρο τον Βασίλειο Δούσιο. Σύμφωνα με τη διαφήμιση της εποχής: «Ο κ. Κυπαρίσσης, εκτός του καφενείου, προικίζει την Λάρισαν και με τελειότατον ηλεκτρικόν καφόμυλον, εις τον οποίον όλα τα σπήτια της Λαρίσης θα κόβουν τον καφφέ τους με λίαν ευθυνάς τιμάς, καθιστώσας άσκοπον και περιττόν το εν οίκω καβούρτισμα και κόψιμον». Σύμφωνα με τον Γιώργο Ζιαζιά [4], ήταν το πρώτο καφενείο που έφερε και σερβίριζε μπίρα χύμα με τιμή ποτηριού 1,20 δραχμές και κανάτας 5 δραχμές.

«Στο ζυθοπωλείο του Ιωάννη Κυπαρίσση [5], δόθηκαν μετά από το 1910 δεκάδες χοροί συλλόγων, σωματείων και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Ο πρώτος μεγάλος χορός που διοργανώθηκε (Φεβρουάριος 1910) και άφησε εποχή στα καλλιτεχνικά δρώμενα της Λάρισας ήταν ο χορός του Σωματείου των Εμποροϋπαλλήλων (πρόεδρος ο Φώτης Παππάς), στον οποίο παρευρέθηκαν οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της πόλης. Τα έσοδα του χορού διατέθηκαν εξ ολοκλήρου για την ίδρυση Νυκτερινής Λαϊκής Σχολής. Ο Κυπαρίσσης διετέλεσε ιδρυτικό μέλος (1904) του Συνδέσμου Σαμαριναίων Λαρίσης «Ο Σωτήρ» (πρώτος πρόεδρος ο Ιωάννης Παντοστόπουλος) και τα επόμενα χρόνια εκλεγόταν συνεχώς στο Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου». Μερικά χρόνια αργότερα (πριν τον θάνατό του το 1918), ο Κυπαρίσσης μετακόμισε ακριβώς στη διπλανή οικοδομή από το ισόγειο της Λέσχης Ασλάνη, στο καφενείο «Εμπορικόν», όπου λειτούργησε και παντοπωλείο. Το καφενείο κάτω από τη Λέσχη Ασλάνη το πήρε ο Μήτσος Μπόκοτας [6]. Όπως γράφει ο Αλέξανδρος Γρηγορίου [7], «στις αρχές του 1918 ο Ιωάννης Κυπαρίσσης προσβλήθηκε από φυματίωση. Μετά από προτροπή των ιατρών, μετέβη στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Σαμαρίνα για αποθεραπεία. Η κατάσταση της υγείας του, όμως, ήταν ήδη μη αναστρέψιμη. Απεβίωσε στις 23 Ιουλίου 1918 σε ηλικία 39 ετών. Ενταφιάστηκε στο Παλαιό Νεκροταφείο της Λάρισας.

Ο Γιώργος Ζιαζιάς γράφει [8] ότι μετά τον θάνατο του Κυπαρίσση το καφενείο εκμεταλλεύτηκαν οι Γεωργ. και Δημ. Γιαννίκας, μετά το πήρε ο Κων. Τεκελιώτης και τελευταίοι οι Γιάννης και Κων. Πολύζος. Στο καφενείο σύχναζαν κυρίως κτηνοτρόφοι και γεωργοί, γι’ αυτό τους μήνες Απρίλιο και Σεπτέμβριο, που γίνονταν συμφωνίες για τις «ρόγες» με τους τσοπαναραίους, λιβάδια κ.λπ. δεν εύρισκες καρέκλα να καθίσεις. Εκεί, επίσης, σύχναζαν και οι ασχολούμενοι με τα γαλακτοτυροκομικά προϊόντα».

Τον Μάιο του 1949 εξερράγη πυρκαγιά στο υπόγειο του καφενείου, χωρίς να υποστεί σοβαρές ζημιές, σύμφωνα με «Ευχαριστήριο» προς την πυροσβεστική του διευθυντή του καταστήματος, Κων. Δ. Πολύζου, το οποίο δημοσιεύτηκε στην «Ε» στις 7 Μαΐου 1949. Στις 28 Αυγούστου 1971 ο Βάσος Καλογιάννης έγραψε στην «Ε» με τίτλο «Έκλεισε το «Εμπορικόν» – Όπως το «Βυζάντιο» της Αθήνας» και τα εξής: «Δεν είναι ένας μήνας περίπου, που η Λάρισα, ίσως αδιάφορη ή περισπασμένη από το άγχος και το άχθος του ημερονυκτίου βίου της, είδε να κλείνη για πάντα, τις πύλες του, ένα από τα πιο παληά και τα γνωστότερα, παραδοσιακά καφενεία της: Έκλεισε το «Εμπορικόν» του κ. Γιάννη Πολύζου, αφού συμπλήρωσε μισού αιώνος ζωή. Πριν από 50 χρόνια τώχε ανοίξει ο Γιάννης Κυπαρίσσης. Το «Εμπορικόν» καφενείο όχι μονάχα εξυπηρέτησε, αλλά και εκόσμησε τον τόπο. Το ιστορικό του είναι συνυφασμένο με αυτήν την ιστορία της πόλεως: Με το καμάρι των πρωτοϊδρυτών του, άνοιξε τότε, για να διαδεχθή τους καφενέδες της παλιάς τουρκόπολης, στους σοφάδες και στα χαγιάτια των οποίων οι «Κισμετλήδες» (μοιρολάτρες) Ανατολίτες κάπνιζαν τον ναργιλέ τους, καθώς στους χωματόδρομους διάβαιναν οι οπισθοδρομικοί αραμπάδες. Και το «Εμπορικόν» στάθηκε τότε, λόγω της θέσεώς του, το κέντρο και το σύμβολο της καινούριας κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής του τόπου.

Η Κεντρική πλατεία του πάλαι ποτέ Πετρεντήν Μπέη είχε γίνει «πλατεία Ελευθερίας», στην οποία οι Λαρισινοί βολτάρουν με το κεφάλι ψηλά και φορτωμένο από σχέδια αναδημιουργίας, ύστερα από τον υπερτετρακοσάχρονο τούρκικο ζυγό. Στις αίθουσές του και στα τραπέζια του η πολυπληθής πελατεία των εμπόρων, των κτηματικών, των μεγαλοκτηνοτρόφων, έκαμναν και συνομολογούσαν πράξεις, που θα ανέβαζαν το βιοτικό επίπεδο του κόσμου των αστών και της βιοπάλης. «Είδε και οίδε» το καφενείο «Εμπορικόν» κι έζησε συγκλονιστικές όσο και φάσεις ρουτίνας της λαρισινής ζωής […]».

Μετά το κλείσιμο του «Εμπορικόν» το 1971, στη θέση του εγκαταστάθηκε το υποδηματοπωλείο «Στάνταρντ Αλιμπέρτη» [9].


 

[1]. Νικόλαος Παπαθεοδώρου, εφημερίδα «Ελευθερία», Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα, «Η Λάρισα ήταν από παλιά η πόλη του καφέ», 10 Απριλίου 2019.

[2 ]. Αλέξανδρος Γρηγορίου, εφημερίδα «Ελευθερία», στήλη «Προσωπογραφίες», Ιωάννης Δ. Κυπαρίσσης (1879-1918) – Ένας μποέμ επιχειρηματίας της Λάρισας, 20 Δεκεμβρίου 2020.

[3]. Εφημερίδα «Μικρά», διαφημιστική καταχώριση στις 18 Φεβρουαρίου 1910, αρχείο βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, από έρευνα μελών της Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας.

[4]. Γιώργος Ζιαζιάς, «Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα-50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), Λάρισα, 1994, σελ. 79.

[5 ]. Αλέξανδρος Γρηγορίου, εφημερίδα «Ελευθερία», στήλη «Προσωπογραφίες», Ιωάννης Δ. Κυπαρίσσης (1879-1918) – Ένας μποέμ επιχειρηματίας της Λάρισας, 20 Δεκεμβρίου 2020.

[6]. Γιώργος Ζιαζιάς «Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα-50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), Λάρισα, 1994, σελ. 79.

[7 ]. Αλέξανδρος Γρηγορίου, εφημερίδα «Ελευθερία» ,στήλη «Προσωπογραφίες», Ιωάννης Δ. Κυπαρίσσης (1879-1918) – Ένας μποέμ επιχειρηματίας της Λάρισας, 20 Δεκεμβρίου 2020.

[8]. Γιώργος Ζιαζιάς, «Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα-50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), Λάρισα, 1994, σελ. 80.

[9]. Νικόλαος Παπαθεοδώρου, εφημερίδα «Ελευθερία», Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα, «Η Λάρισα ήταν από παλιά η πόλη του καφέ», 10 Απριλίου 2019.


Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…Πορτραίτα σαλών της παλιάς Λάρισας – Γ’

Ο Τηλέμαχος ή Μάχος ή φον Τέλεμακ, ένα γραφικός τύπος της παλιάς Λάρισας,
του οποίου η περιγραφή θα γίνει στο κείμενο της επόμενης Κυριακής. Φωτογραφία από το αρχείο του Δημ. Γκουσγκούνη. 1960

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Συνεχίζουμε σήμερα την αφήγησή μας για τον Βασιλάκη τον «Βήτα», τον «αυτοκράτορα» των παλιών τύπων της Λάρισας, όπως τον είχαν ονομάσει οι «άσπονδοι φίλοι του», ένα αγαπητό και φιλικό άτομο, αποδεκτό με αγάπη και στοργή απ’ όλες τις παρέες, του οποίου η παρουσία στη ζωή της Λάρισας έδωσε έναν εύθυμο τόνο προπολεμικά και μεταπολεμικά.

Όταν λοιπόν ο Βασίλης έφθασε σε ηλικία στράτευσης, παρουσιάσθηκε έπειτα από πρόσκληση στο Κέντρο Εκπαίδευσης του Ναυτικού στον Σκαραμαγκά για να καταταγεί. Η επιτροπή τον έκρινε σωματικώς υγιή και αρχικά δεν κατόρθωσε να διαγνώσει κάποια σημάδια διανοητικής ανωμαλίας στην προσωπικότητά του. Φόρεσε τη στολή του ναύτη και άρχισε την εκπαίδευση. Για όσους έχουν περάσει από το στράτευμα γνωρίζουν πολύ καλά ποια μεταχείριση έχουν άτομα του τύπου του Βασιλάκη από τους άλλους εκπαιδευόμενους. Τον παρατηρούσαν να τους μιλάει με μια γλώσσα ακαταλαβίστικη, μέσα στην οποία περιλάμβανε όσες ξένες λέξεις από διάφορες γλώσσες γνώριζε. Το γεγονός αυτό διασκέδαζε τους ναύτες και φαίνεται ότι είχε γίνει το επίκεντρο διακωμώδησης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο ο διαταραγμένος ψυχικός του κόσμος. Η σοβαρή αυτή διαταραχή της συμπεριφοράς του υπέπεσε στην αντίληψη των αξιωματικών, οι οποίοι τον παρέπεμψαν από νωρίς στην υγειονομική επιτροπή απαλλαγών και του έδωσαν απολυτήριο πριν ακόμα λήξει η βασική εκπαίδευσή τους. Όμως με την απόφαση αυτή ο Βασίλης στεναχωρήθηκε πολύ, καθώς για τη θητεία του στο Ναυτικό είχε πλάσει μεγάλες φιλοδοξίες όσον αφορά το μέλλον του. Τελικά με το φύλλο πορείας στα χέρια του και φορώντας τη στολή του ναύτη επέστρεψε στη Λάρισα.

Εδώ στην αρχή κυκλοφορούσε με τη ναυτική στολή, και παρ’ όλες τις προτροπές συγγενών και φίλων, δεν θέλησε να επιστρέψει στο φαρμακείο του Κυλικά και να συνεχίσει τη δουλειά του. Προτιμούσε όλη την ημέρα να κυκλοφορεί στους δρόμους, στα καφενεία και στις ταβέρνες, να εντοπίζει τις παλιές παρέες και με μια αχαλίνωτη φαντασία να διηγείται τα …κατορθώματά του στο Ναυτικό, με μοναδικό αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό και το κρασί της ημέρας. Τις βραδινές ώρες πάλι προσέγγιζε τους θαμώνες στα διάφορα καφενεία της πόλης. Ήταν γι’ αυτούς μια ξεχωριστή ψυχαγωγία και σαν ανταμοιβή τού αρκούσαν έστω και τα λίγα κέρματα με τα οποία τον φιλοδωρούσαν. Αυτά έφθαναν για να του εξασφαλίσουν την καθημερινή επιβίωσή του. Τις μεταμεσονύκτιες ώρες αναζητούσε την παρέα των ξενύχτηδων. Ήταν αρκετοί και τους εντόπιζε κυρίως στα πολλά καφενεία τα οποία βρίσκονταν γύρω από την Κεντρική πλατεία (Θέμιδος όπως ονομαζόταν τότε). Νότια βρισκόταν το «Πανελλήνιον» και το «Παλλάδιον», δυτικά το «Βασιλικόν» στο ισόγειο του μεγάρου του Νικολάου Καρανίκα, βόρεια του Μαλάκη κάτω από το ξενοδοχείο «Στέμμα», του Μπόκοτα στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» (πρώην μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτο) και το «Εμπορικόν» και ανατολικά ο «Παράδεισος» και ο «Νέος Κόσμος», το τελευταίο καφενείο απ’ όλα της πλατείας που άντεξε στον χρόνο και κατεδαφίσθηκε τελευταίο. Τις καλοκαιρινές ημέρες όλα αυτά τα καφενεία άπλωναν τραπεζοκαθίσματα και στο κατάστρωμα της πλατείας, κάτω από τα πεύκα, εύρισκαν καταφύγιο οι ξενύχτηδες, αρκετοί από τους οποίους έμεναν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Απ’ αυτούς όλους ένας μόνιμος ξενύχτης κατά την εποχή του μεσοπολέμου υπήρξε ο Αλέξανδρος Χατζηλαζάρου, ο sir Alexander όπως τον προσφωνούσαν οι φίλοι του, επειδή είχε αγγλική υπηκοότητα [1]. Όλοι αυτοί μόλις έβλεπαν τον Βασίλη τον «Βήτα», τον προσκαλούσαν στην παρέα τους και μαζί του περνούσαν μια ευχάριστη βραδιά με τα πειράγματα, τις εκκεντρικότητες του προσκεκλημένου τους και τις ατέρμονες και ακατάληπτες φιλοσοφικές συζητήσεις. Κατά τα άλλα ήταν ευγενέστατος και παρουσιαζόταν σαν γόης παρά τη φτωχική του εμφάνιση [2].

Ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός που τον έζησε από κοντά, περιγράφει μεταπολεμικά στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Λάρισα» πολλές από τις φάρσες τις οποίες είχαν κάνει στον δυστυχή Βασιλάκη για να διασκεδάζουν. Αποκορύφωμα ήταν η παρουσία του τελευταίου ντυμένου σαν λόρδος, σε χορό που είχε γίνει στο εξοχικό κέντρο «Πευκάκια», κοντά στη γέφυρα.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής ο Βασίλης πέρασε πολύ άσχημες ημέρες. Κανένας δεν είχε τη διάθεση να αστειευθεί μαζί του και τα κεράσματα μειώθηκαν. Πεινούσε και προσπαθούσε να επιβιώσει με τα αποφάγια των εστιατορίων και των ταβερνών. Μεταπολεμικά όμως ξαναβρήκε τους παλιούς του φίλους, αλλά τώρα είχε προσβληθεί από σπονδυλαρθρίτιδα, η οποία τελικά παραμόρφωσε το κορμί του. Βαθμιαία οι μετακινήσεις του έγιναν δύσκολες και είχε περιοριστεί κυρίως στην ταβέρνα του Σπανού στην αρχή της οδού Νιρβάνα. Σ’ όλα αυτά προστέθηκε και η διάγνωση πνευμονοπάθειας, η οποία τον βασάνιζε. Με τη βοήθεια φίλων διακομίστηκε στο Κεντρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης όπου διαγνώστηκε καρκίνος των πνευμόνων σε προχωρημένο στάδιο. Απεβίωσε στις 16 Ιουλίου 1974 και ενταφιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Το πιστοποιητικό θανάτου τον ανέφερε με το επώνυμο Βασίλειος Παπαγεωργίου ή Παπάζογλου και επάγγελμα πλανόδιος ιχθυοπώλης [3].

(Συνέχεια)

 

———————————————————

[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Χατζηλαζάρου Αλέξανδρος. Ένας γραφικός μεγαλοκτηματίας με τραγικό τέλος. εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 15ης Ιουλίου 2020. Ήταν «τρόφιμος» του καφενείου «Ντορέ», (πρώην «Πανελλήνιον») και εν συνεχεία του «Παράδεισου».

[2]. Ζιαζιάς Γιώργος. Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950. Λάρισα (2004) σελ. 199.

[3]. Ο τοπικός τύπος πληροφορήθηκε πολύ αργότερα τον θάνατό του. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθερία» στο φύλλο της 20ης Αυγούστου 1974. Το εντόπισε ο αρχειοφύλακας της εφημερίδας και μέλος της Φωτοθήκης Βαγγέλης Ρηγόπουλος, τον οποίο και ευχαριστώ.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

 

Τα ηλιακά ρολόγια της Λάρισας

Μια κουβέντα, ξεκίνησε τελευταία, μεταξύ ομάδας δημοτών, για να τιμηθεί με προτομή ο αρχίατρος Δημήτριος Παλιούρας. Για τον «πρωταθλητή» των προτομών, για τον άνθρωπο που γέμισε την πόλη με παρόμοια μνημεία, δεν υπάρχει μια δική του. Ο Δημ. Παλιούρας όμως δημιούργησε και πολλά άλλα πράγματα για τη Λάρισα. Ίσως το πιο εντυπωσιακό, το σημερινό πάρκο του Αγίου Αντωνίου. Εκεί μέσα λοιπόν, δίπλα από το ναΰδριο του Αγίου Αντωνίου, εγκατέστησε κι έναν «περίεργο» μηχανισμό. Ένα ηλιακό ρολόι. «Περίεργο» για τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς, οι οποίο έπαιζαν γύρω του. Σήμερα, μετά τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις των εκάστοτε δημοτικών αρχών, το ρολόι αυτό δεν υπάρχει. Κι είναι άγνωστο, αν βρίσκεται ακόμη κάπου ξεχασμένο. Ήταν το δεύτερο , γνωστό ηλιακό ρολόι της πόλης. Το πρώτο είχε τοποθετηθεί στη Γεωργική Σχολή, η οποία είχε αρχίσει να λειτουργεί το 1911. Το ρολόι αυτό υπάρχει και σήμερα στο προαύλιο της Σχολής.

Το ηλιακό ρολόι του 1956  στο πάρκο Αγίου Αντωνίου, το οποίο δεν υπάρχει σήμερα
(αρχείο Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας)

Η Λάρισα, ανέκαθεν ήταν γνωστή για το ρολόι της στον λόφο Ακροπόλεως (Φρούριο). Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι για αιώνες πριν, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, διέθετε δημόσιο ηλιακό ρολόι, εγκατεστημένο σε κεντρικό σημείο. Σύμφωνα με τον κ. Νικ. Παπαθεοδώρου «δεν έχουμε ιστορικές πηγές, που να μας ενημερώνουν από πότε η Λάρισα διέθετε μηχανισμούς αναγγελίας της ώρας στους κατοίκους της. Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη ρολογιού στη Λάρισα εντοπίζεται το 1688, στο οδοιπορικό του Οθωμανού περιηγητή Evliya Celebi» [1]. Ένα ρεπορτάζ τον Ιούνιο του 1961 [2], του δημοσιογράφου Βάσου Καλογιάννη στην «Ε», με διηγήσεις παλαιοτέρων, δίνει περισσότερα στοιχεία για το ηλιακό ρολόι της Λάρισας, πριν το 1881. Το ρολόι, το οποίο βρισκόταν στην οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου), το φύλαγαν Καβάσηδες [3] και Τζανταρμάδες [4] των Τούρκων. Συγκεκριμένες ώρες χτυπούσε το κανόνι πάνω στον λόφο, το οποίο σήμαινε, ανάλογα, εγερτήριο ή σιωπητήριο. Αναλυτικά, το ρεπορτάζ αναφέρει: «Προτού ο «άλλος κόσμος» να τον κάνει αιώνιο πια, «πολίτη» του, ο αείμνηστος φίλος μας και εξαίρετος φιλότεχνος Θανάσης Τσολάκης, ο σύμβουλος των πτωχών δικηγόρος, ανανέωσε προγενέστερες αφηγήσεις του ιατροφιλόσοφου πατέρα του Μιχαήλ Τσολάκη, σχετικές με το «Ηλιακό Ωρολόγιο» της Λαρίσης του περασμένου αιώνος. Ο θαυμάσιος εκείνος άνθρωπος, με την παντογνωσία του και την, παρά το αιωνόβιό του, ισχυρή μνήμη του, αφού διηγιόταν ενθυμήματα από τον συγγενή του Λεονάρδο, πούγραψε τη θεσσαλική «Χωρογραφία», έφθανε στα «νεώτερα» χρόνια, δηλαδή σε πρόσωπα και πράγματα πούζησαν και που συνέβησαν προ 150 μέχρι 200 ετών…

Το παλαιότερο ηλιακό ρολόι της Λάρισας στην Αβερώφειο Γεωργική
Σχολή (φωτο Παν. Δομούζης)

Ο Θανάσης λοιπόν, στον οποίο είχα απευθυνθεί για να φρεσκάρω τις αφηγήσεις, αναθύμισε τον πατέρα του. Ότι δηλαδή, εκεί στην παλαιά οδό Μακεδονίας της ήδη Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου, όπου το παλαιό Μπεζεστένι (Αγορά) των Τούρκων κι απέναντι και παρακάτω από το Χαμάμ (λουτρά) της πόλης (εμπορικό αδελφών Φάις), ήτανε το «Ηλιακό Ωρολόγι» της Λαρίσης, που οι Τούρκοι ονόμαζαν Γενή Σεχήρ (Νεάπολις). Το ρολόι εκείνο, το φρουρούσαν μάλιστα κάτι πελώριοι Καβάσηδες και Τζανταρμάδες, που καθόντουσαν σταυροπόδι πάνω σε αναποδογυρισμένα καφάσια με τα μαρτίνια (όπλα) αγκαλιά. Στον γέροντα Τσολάκη πάλι, το αναπαρέστησαν οι πρόγονοί του το «Ρολόι του Ηλιού», που σύμφωνα με τις ώρες τους, χτυπούσε το «τόπι» (κανόνι) του Φρουρίου το «εγερτήριο» και το «σιωπητήριο» της σκλαβιάς […]»

Το ρολόι του 1998 στο Δημοτικό Αστεροσκοπείο στη Γιάννουλη
(φωτο Παν. Δομούζης)

Επανερχόμενοι στο σήμερα, να θυμηθούμε, κατά χρονολογική σειρά τα ηλιακά ρολόγια της Λάρισας, μετά την αποχώρηση των Οθωμανών το 1881. Πρώτο ήταν της Γεωργικής Σχολής και δεύτερο αυτό στο πάρκο Αγίου Αντωνίου το 1956. Σύμφωνα και με ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Βασίλη Βουτσιλά στην «Ε» [5] «Ένα θαυμάσιο κιόσκι δέχεται τους επισκέπτας και τους χαρίζει την ανάπαυσι με τα καθίσματα που έχουν τοποθετηθεί κάτω από αυτό. Εκεί κοντά ευρίσκεται και το ηλιακόν ωρολόγιον, εις το οποίον έρχονται οι διδάσκαλοι και διδάσκουν εις τους μαθητάς των γύρω από το θέμα, δίδοντας εις τα παιδιά να καταλάβουν περισσότερον θετικά το μάθημα». Τρίτο ηλιακό ρολόι τοποθετήθηκε το 1998 στο Δημοτικό Αστεροσκοπείο στη Γιάννουλη και το τέταρτο, τα τελευταία χρόνια, στο προαύλιο του ιερού ναού Αγίου Γεωργίου Λάρισας.


[1] Εφημερίδα «Ελευθερία», στήλη «Μια εικόνα χίλιες λέξεις», 8 Δεκεμβρίου 2018 «Ο ΚΑΡΑΘΑΝΟΣ το τελευταίο ρολόι της Λάρισας» . Στοιχεία από το βιβλίο του Θεοδ. Παλιούγκα «Η Θεσσαλία στο οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή (1668), Λάρισα (2001) σελ. 42.

[2] «Αναμνήσεις Λαρισαίων, εις μνήμην Α. Τσολάκη και Π. Μαρκίδη- Το ηλιακό ωρολόγι της πόλεως στο Μπεζεστένι της οδού Μακεδονίας» 20 Ιουνίου 1961.

[3] Καβάσης ήταν ο επίσημος τίτλος που έφερε ο επιτετραμμένος θυρωρός ή κλητήρας της Υψηλής Πύλης καθώς και των υπουργείων και των υπόλοιπων δημοσίων καταστημάτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατ΄ επέκταση καβάσηδες είχαν καθιερωθεί και σε όλες τις πρεσβείες στην Κωνσταντινούπολη. Οι καβάσηδες έφεραν ειδικές στολές, μάλιστα η ενδυμασία αυτή διατηρήθηκε μέχρι την προκεμαλική περίοδο. Ο όρος προέρχεται από την αραβική λέξη «κάββας» που σήμαινε τον τοξότη, τον φύλακα και τον σωματοφύλακα. Μετά την κατάργηση των διομολογήσεων από την κυβέρνηση των Νεοτούρκων το 1914 απαγορεύτηκε και στις διάφορες πρεσβείες στην Κωνσταντινούπολη να χρησιμοποιούν προσωπικό με τον τίτλο του καβάση. Σήμερα, η στολή των καβάσηδων παρατηρείται να έχει περάσει στους λεγόμενους πορτιέρηδες μεγάλων ξενοδοχείων της Μέσης Ανατολής. Την ονομασία των καβάσηδων έφεραν και οι ανάλογοι υπάλληλοι, στα ελληνικά προξενεία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Καβάση είχαν και οι Μητροπολίτες (ΒΙΚΙΠΕΔΙΑ)

[4] Τζανταρμάς ήταν ο χωροφύλακας ή ο στρατοχωροφύλακας, ιδιαίτερα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (ΒΙΚΙΛΕΞΙΚΟ)

[5] «Το γραφικό πάρκο του 404 Νοσοκομείου Δ΄» 12 Απριλίου 1957

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

 


ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…: Πορτραίτα σαλών της Παλιάς Λάρισας – Β’


Βασιλάκης ο «Βήτας» (1911-1974) σε μια ταβέρνα. Φωτογραφία από το βιβλίο του Γιώργου Ζιαζιά
«Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950», Λάρισα (2004) σελ. 198.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
 

Ένας απ’ αυτούς τους τύπους του μεσοπολέμου, ο οποίος έμεινε στη μνήμη πολλών γιατί τριγυρνούσε στους δρόμους της Λάρισας μέχρι πριν από πενήντα περίπου χρόνια και μάλιστα θεωρείται ο «αυτοκράτορας» των σαλών της πόλης, ήταν ο Βασίλης ή γνωστότερος χαϊδευτικά ως Βασιλάκης ο «Βήτας». Απ’ όσα γνωρίζουμε, γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1911 στον Σουφλάρ μαχαλά της Λάρισας (τη σημερινή συνοικία 40 Μαρτύρων). Ήταν λοιπόν βέρος Λαρισαίος, αν και όταν ζούσε έλεγαν πολλά για την καταγωγή του. Κατοικούσε από μικρός σε κάποιο φτωχικό σπίτι της συνοικίας. Αφού τελείωσε «κακήν κακώς» το Δημοτικό Σχολείο, διέκοψε τα μαθήματα και δεν έδωσε εξετάσεις για να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να τον υποχρεώσει να εργασθεί. Συνεννοήθηκε με τον φαρμακοποιό Στέφανο Κυλικά, που είχε το φαρμακείο του στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και Ασκληπιού [1] και νεότατος άρχισε να εργάζεται ώστε να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Αρχικά λόγω της ηλικίας του, εκτελούσε απλά θελήματα, αλλά με τον καιρό άρχισε να μαθαίνει τη δουλειά του φαρμακοϋπάλληλου (τους ονόμαζαν τότε και φαρμακοτρίφτες). Τα φαρμακεία την εποχή εκείνη δεν είχαν την απλότητα των σημερινών. Δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί η φαρμακολογία και οι βιομηχανίες φαρμάκων βρίσκονταν σε νηπιακή ηλικία. Τα φάρμακα δεν ήταν έτοιμα σε συσκευασίες όπως είναι σήμερα. Απλώς τα φαρμακεία διέθεταν την πρώτη ύλη και ο φαρμακοποιός τα παρασκεύαζε επί τόπου, σύμφωνα με την ιατρική συνταγή που προσκόμιζε ο πελάτης. Έτσι ό Βασίλης αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να ακούει καθημερινά τους ιατρικούς όρους των φαρμάκων, τα οποία ήταν γραμμένα στις συνταγές των ιατρών κυρίως με τη λατινική, αλλά και με τη γαλλική ορολογία. Αυτό ήταν μια δύσκολη δουλειά για ένα παιδί που μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό και δεν μπορούσε καλά-καλά να διαβάσει ελληνικό κείμενο. Όμως με το πέρασμα του χρόνου και με την βοήθεια του φαρμακοποιού και του άλλου προσωπικού του φαρμακείου άρχισε να μαθαίνει εμπειρικά τις ονομασίες των φαρμάκων, τις οποίες μάλιστα στο τέλος τις είχε αποστηθίσει μηχανικά. Με τον τρόπο αυτό μπορούσε να απαγγέλει σειρές ολόκληρες φαρμάκων.

Τις ελεύθερες ώρες του στις παρέες επαναλάμβανε συνεχώς τις ονομασίες αυτές, με σκοπό να εντυπωσιάζει τους φίλους του, οι οποίοι είχαν πλήρη άγνοια από φαρμακολογία και φυσικά όλα αυτά τους φαίνονταν ως ακατάληπτες έννοιες. Αντιλαμβανόμενοι την εμμονή του Βασιλάκη να τους εντυπωσιάζει αναφέροντας τα φαρμακευτικά σκευάσματα με την ξένη ορολογία, τον αντιμετώπιζαν με τη σειρά τους με χλευαστική διάθεση και του έδωσαν αρχικά την προσωνυμία Βασιλάκης ο «Γάλλος». Χωρίς να το καταλάβει είχε ήδη κατορθώσει μέσα σε λίγα χρόνια να κάνει τα πρώτα του βήματα για την «τυποποίηση» του, η οποία τελικά τον συνόδευσε μέχρι τον θάνατο. Εν τω μεταξύ είχε ήδη καθιερωθεί ως Βασιλάκης ο «Βήτας», προφανώς για να διακρίνεται από κάποιον άλλον άγνωστό μας τύπο, με την προσωνυμία Βασίλης ο «Άλφα», για τον οποίο δυστυχώς δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε βιογραφικά στοιχεία του [2]. Με την ευκαιρία αυτή να αναφέρουμε ότι το πραγματικό επίθετο του Βασίλη «Βήτα» ήταν Βασίλειος Παπαγεωργίου ή Παπάζογλου του Νικολάου και της Παρασκευής, όπως προκύπτει από την ταυτότητά του. Έγινε γνωστό όταν απεβίωσε, κατά τη σύνταξη του πιστοποιητικού θανάτου του στο Κεντρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Εν ζωή όμως ελάχιστοι το γνώριζαν.

Όταν ενηλικιώθηκε και έφθασε η ώρα να κληθεί η σειρά του για να υπηρετήσει στο στράτευμα, είχε φροντίσει με τον τρόπο του να επιλεγεί για το ναυτικό. Φαίνεται ότι το αφεντικό του ο Στέφανος Κυλικάς και ο δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας που είχε το ιατρείο του στο εν λόγω φαρμακείο, τον βοήθησαν για την επιλογή του αυτή. Το γεγονός ότι ένας στεριανός διάλεξε το ναυτικό για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, και μάλιστα χωρίς να γνωρίζει κολύμβηση, δεν τον πτόησε. Οι χρονικογράφοι της εποχής μας αναφέρουν ότι λίγο πριν παρουσιασθεί, ήταν καλοκαίρι, και ανηφόρισε προς το Φρούριο για να παρακολουθήσει την προβολή κάποιου κινηματογραφικού έργου [3]. Έτυχε να προβάλλεται το γερμανικό μουσικό έργο που είχε τίτλο «Blumen der Hawai», δηλαδή «Λουλούδια της Χαβάης». Φαίνεται ότι ο γερμανικός τίτλος του έργου τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα και πήγε και το είδε. Έφυγε από την προβολή ενθουσιασμένος όχι τόσο από την υπόθεση του έργου ή την ομορφιά της πρωταγωνίστριας, αλλά από τον τίτλο. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός που τον ψυχολόγησε την προσωπικότητά του πολύ καλά, μέσα στο διαταραγμένο μυαλό του είχαν αποτυπωθεί τα πρώτα τέσσερα γράμματα από τη λέξη Blumen, δηλ. το Blum (μπλουμ), τα οποία συνειρμικά συνέδεε με την επιλογή του να καταταγεί στο Ναυτικό, δηλ. στη θάλασσα. Από τότε η πρόταση αυτή «Blumen der Hawai» αποτελούσε την αγαπημένη του προσφώνηση σε κάθε συζήτηση με τους πολλούς «φίλους-οπαδούς» που είχε αποκτήσει. Ήταν θα λέγαμε η «καλημέρα του».

(Συνέχεια) 

[1]. Το φαρμακείο αυτό εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα στην ίδια θέση και μάλιστα το λειτουργούν απόγονοι του Στέφανου Κυλικά.

[2]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας). Βασίλης Β΄. Ο τελευταίος των Μοϊκανών, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 5ης Οκτωβρίου 1970.

[3]. Ο επιχειρηματίας Ζήσης Δημητρίου είχε διαμορφώσει για τους καλοκαιρινούς μήνες τον χώρο του Φρουρίου ο οποίος βρισκόταν δυτικά της ερειπωμένης κλειστής τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι), σε υπαίθρια αίθουσα θεαμάτων (κινηματογράφος, θέατρο, παραστάσεις Καραγκιόζη, κλπ.). Οι παραστάσεις του σημείωναν επιτυχία, καθώς τις ζεστές αυτές βραδιές η προσέλευση του κόσμου στον Λόφο ήταν μεγάλη, όπως εξ’ άλλου και σήμερα.



Σάββατο 14 Ιουνίου 2025

Μια Φορά κι Έναν Καιρό ΘΑ ΗΤΑΝ μία Λίμνη…

Γράφει ο Νικ. Σαρούκος *

Όχι, δεν ζαλίστηκε ούτε το πληκτρολόγιο, ούτε ο συντάκτης των γραμμών που ακολουθούν, ούτε χτύπησε ο «Δαίμων του Τυπογραφείου». Θα μιλήσουμε ωστόσο για ένα θέμα, για το οποίο φοβάμαι ότι έχει χυθεί τόσο μελάνι που μπορεί να γεμίσει μία… λίμνη (διόλου τυχαίο το παράδειγμα) και να ξεχειλίσει… Και για όσων ο νους ταξιδεύει, ναι, θα μιλήσουμε για τη Λίμνη Ασκουρίδα ή αλλιώς για τη Λίμνη της Καλλιπεύκης.

Και λίγη ιστορία για εισαγωγή:

Η λίμνη Ασκουρίδα λοιπόν (ή Ασκυρίδα ή Ασκουρίς), ήταν (πάλαι ποτέ) μια εσωτερική ορεινή λίμνη, έκτασης 5.500 στρεμμάτων. Το επιτυχημένο πείραμα της αποξήρανσης της Κωπαΐδας, οδήγησε στην απόφαση αποστράγγισής της το 1911. Η εκκένωσή της επιτεύχθηκε με την δημιουργία τάφρου που κατέληγε σε σήραγγα, με διοχέτευση υδάτων προς τους Γόννους. Η αποξήρανση είχε ως σκοπό την προστασία του τοπικού πληθυσμού από την (καλπάζουσα την εποχή εκείνη) ελονοσία, καθώς και την απόδοση καλλιεργήσιμης γης.

Ωστόσο, το εγχείρημα δεν απέδωσε τα αναμενόμενα (σας θυμίζει κάτι;) με την υπογονιμότητα του εδάφους και την έλλειψη επαρκών υδατικών πόρων για την ανάπτυξη της αρδευόμενης γεωργίας, να είχε δημιουργήσει χάσμα ανάμεσα στην επί της ουσίας ωφελιμότητα και στα προσδοκόμενα αποτελέσματα.

Εν τω μεταξύ, ο δημογραφικός μαρασμός του οικισμού της Καλλιπεύκης (ένα χωριό που ακόμη και σήμερα διαθέτει ένα ολιγοθέσιο Δημοτικό Σχολείο που δεν διαφαίνεται πλέον ότι θα μακροημερεύσει, ελλείψει μαθητών) και η υποσχόμενη οικονομική ευμάρεια που ποτέ δεν ήρθε, αποτυπώνουν, σε σημαντικό βαθμό στην αστοχία του πειράματος του 1911. Και κάπως έτσι πορευτήκαμε για ένα σχεδόν αιώνα, όπου κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο μέχρι τότε ψίθυρος, γίνεται βοερή στάση αναφοράς: Επανασύσταση Λίμνης Ασκουρίδας!

Αντιλαμβάνομαι πλήρως πως στο άκουσμα και μόνον της συγκεκριμένης δράσης, υπάρχουν αγρότες, απλοί κάτοικοι της περιοχής της Καλλιπεύκης αλλά και της ευρύτερης περιοχής, τους οποίου όχι μόνον θα παραξενέψω, αλλά ίσως και να θυμώσω, ανακινώντας το συγκεκριμένο ζήτημα. Όμως, αν δεν διατηρείς ζωντανή τη φωτιά, αυτή μοιραία κάποια στιγμή θα σβήσει. Για αυτό και επανερχόμαστε γύρω από ένα θέμα ικανό να διχάσει και να ενώνει. Και πώς να μη διχάσει ή να μην ενώσει; Θυμάστε τις ραψωδίες αψιμαχίας που προηγήθηκαν της επανασύστασης της Λίμνης Κάρλας, έστω και στο 1/3 της αρχικής της έκτασης (με τη φύση να μας αποδεικνύει τον μήνα Σεπτέμβριο του 2023, με τρόπο βίαιο, ότι ποτέ δεν λησμόνησε…);

Ναι, μιλάμε για την επανασύσταση μίας λίμνης, ακόμη και σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την πρώτη επίσημη πρόταση, προκειμένου να βάλουμε ένα ακόμα λιθαράκι στο να κάμψουμε πολλαπλές αγκυλώσεις, αλλά και την έντονη αναβλητικότητα και τοπικιστική ψηφοθηρική φοβία (ας την πούμε «ενδεχόμενη»…).

Ένα Μαγεμένο Αλπικό Τοπίο…

Δεν θα μπούμε σε τεχνικά ζητήματα αλλά ούτε και σε οικονομικές θεματικές γύρω από το όλο θέμα. Με δεδομένο ότι πρόκειται για μια τεχνική και οικονομική πρόκληση, η επανασύσταση της Ασκουρίδας, έχει ως αθόρυβο «σύμμαχο» την Κάρλα καθώς και τη σχετική εμπειρία που έχει αποκτήσει η Θεσσαλία (αν και πρόκειται για δύο περιπτώσεις με διαφορετικά γεωφυσικά και γεωτεχνικά χαρακτηριστικά).

Και πάμε να αποδώσουμε χαρακτηριστικά, τα οποία με μια μαγεία “πένας”, θα μπορούσαν να κοσμήσουν εικόνες και συναισθήματα αλλά και να ξυπνήσουν βιώματα και αφηγήματα:

«Μια Αλπική Λίμνη στην καρδιά του Βουνού των Θεών»!

Από μόνο του συστήνεται ως ένα παραμύθι, ως ένα αφήγημα με πολυδιάστατες προεκτάσεις που παραπέμπουν σε μία εικόνα που ισορροπεί μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Και ναι, αναφέρομαι στο αποτύπωμα και στην ώθηση που – ως μαθηματική νομοτέλεια – πρόκειται να προσδώσει στο τουριστικό προϊόν και την ταυτότητα της περιοχής, όπου με την ανασύσταση της Ασκουρίδας, θα συστηθεί εκ νέου στο φυσιολατρικό (και όχι μόνο) ημεδαπό και παγκόσμιο κοινό.

Και επειδή ο τουρισμός δεν γνωρίζει διοικητικά και αυτοδιοικητικά σύνορα, ας πάμε να ενισχύσουμε την εικόνα του Ολύμπου ως τουριστικού προορισμού με παγκόσμιο βεληνεκές (αυτού του βουνού, που ας είμαστε ειλικρινείς, μόνον η Πιερία έχει αποδεδειγμένο προσανατολισμό αξιοποίησής του προς το παρόν, και εύγε!). Έναν Όλυμπο λοιπόν που θα συγκεντρώνει, πέραν του μύθου, της ιστορικότητάς του και του ορισμού του ως Εθνικού Δρυμού, Δύο Χιονοδρομικά Κέντρα (θα επανέλθουμε…), σειρά Παραδοσιακών Οικισμών, Χιλιόμετρα περιπατητικών και ορειβατικών διαδρομών, Ιερές Μονές, Ορειβατικά Καταφύγια, αυτήν κάθε αυτήν την Κοιλάδα των Τεμπών (θα επανέλθουμε…) και… μία Αλπική Λίμνη!

Ένα πολυδιάστατο και ποικιλόμορφο τουριστικό προϊόν με κοινό συντελεστή την ήπια αξιοποίηση και ανάπτυξη, στοιχεία τα οποία παράλληλα προσελκύουν επισκέπτες μέσης και ανώτερης δαπάνης.

Και ως σημείο αναφοράς, μία λίμνη που θα συγκεντρώσει ποικίλες δραστηριότητες, εντός και πέριξ αυτής, ένας συνδυασμός Λίμνης Δόξα (Κορινθία) και Λίμνης Κουρνά (Χανιά) που δυστυχώς η περιορισμένη έκταση αυτού του άρθρου δεν επιτρέπει το «ξεδίπλωμα» προτάσεων και επιχειρηματικής δημιουργικότητας και φαντασίας.

Μέριμνα!

Όλα τα ανωτέρω βασίζονται σε μια ακρογωνιαία συνθήκη: στη συγκατάβαση και στον απόλυτο σεβασμό των ανθρώπων που θα επηρεαστούν από μία τέτοια μετάβαση. Οι ενστάσεις και οι διαφωνίες τους είναι αναμενόμενες και όχι αδικαιολόγητες. Σε ένα τέτοιο εγχείρημα δε, τους θέλεις όλους συμμάχους και όχι εχθρούς. Και εδώ, Πολιτεία, η τουριστική οικογένεια, όλοι εμείς, οφείλουμε να βάλουμε τη σκέψη και την πιθανή ανησυχία του κατοίκου και αγρότη της Καλλιπεύκης, σε απόλυτη προτεραιότητα. Λέτε να έκλεισε ο κύκλος ενός οροπεδίου; Λέτε να ήρθε η ώρα (και σε αυτήν την περίπτωση) να επιστρέψουμε πίσω στη φύση αυτό που της στερήσαμε; Μη βιαστείτε να με πυροβολήσετε αλλά ούτε και να με επικροτήσετε. Σκεφθείτε μόνο…

* Ο Νικόλαος Σαρούκος είναι προϊστάμενος Ελέγχου, Επιθεωρήσεων και Τουριστικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

 

«Νοσταλγώντας την παλιά Λάρισα – Ο Πηνειός από τον Άγιο Αθανάσιο μέχρι τα Ταμπάκικα»

Γράφει ο Θωμάς Κυριάκος

Πηνειός, το δικό μας ποτάμι.  Σήμα κατατεθέν της Λάρισας, με τις τόσες ομορφιές, που ανακαλύπτουμε και χαιρόμαστε κάθε φορά που διασχίζουμε, ως  περιπατητές, τις κοίτες του.

Η Λάρισα από την αρχαιότητα ήταν κτισμένη δίπλα στον Πηνειό. Η φυσική, παλαιά κοίτη του ποταμού περνούσε από τις συνοικίες του Αγίου Αθανασίου, του Πέρα Μαχαλά, τα Ταμπάκικα για να βρει διέξοδο από την πόλη στα όρια της Νέας Σμύρνης.


Ο Πηνειός είχε διάφορες ονομασίες στο πέρασμα των αιώνων, τα καταγεγραμένα σε διάφορα κείμενα ονόματα ήταν: Αργυροδίνης (κατά τον Όμηρο), Σαλαμβριάς ή Σαλαμπριάς, Λυκόστομος, Κοστούμ, Κιουσέμ/Κιοστέμβλ. «Ο Paul Lucas δίνει δυο ονομασίες στον Πηνειό, Σαλαμπριά και Λυκόστομο (Licoustum) και μάλιστα χαρακτηρίζει τη δεύτερη τούρκικη. Όμως ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης μάς πληροφορεί ότι: «Ο ποταμός ούτος κοινώς καλείται Σαλαμπριά, προσωνυμία ην πρώτη η Άννα Κομνηνή απέδωκεν εις αυτόν κατά το έτος 1150 … εκ της λέξεως Σαλάμβη, σημαινούσης οπήν». Όσο για την ονομασία Λυκόστομο αυτή είναι παραφθορά του ονόματος Λυκοστόμιο που αποτελούσε τη Μεσαιωνική ονομασία της Κοιλάδας των Τεμπών απ’ όπου ο Οθωμανός Γεωγράφος Χατζή Κάλφας αποκαλεί τον Πηνειό Κοστούμ ή Κιοστέμ».

Συχνά το ποτάμι πλημμύριζε τις παρόχθιες συνοικίες, προκαλώντας ζημιές και θύματα. Για το λόγο αυτό τη δεκαετία του 1930 ανατέθηκε, αρχικά, στην εταιρεία ΒΟΟΤ η κατασκευή της νέας κοίτης, από την πλευρά του σημερινού Αισθητικού Άλσους , ενώ από το 1935 περίπου ανέλαβε την απ’ ευθείας εκτέλεση των έργων το Υπουργείο Δημοσίων Έργων και οδήγησε τα νερά του Πηνειού εκτός πόλης. Μετά τον πόλεμο, τη δεκαετία του ’50, κατόπιν απαίτησης και των κατοίκων, επανέφεραν μέρος του νερού στην παλιά κοίτη, με ελεγχόμενη ροή από το φράγμα που βρίσκεται στο χώρο της ΔΕΥΑΛ μετά τον Υδατόπυργο.

Ο Πηνειός καθόρισε και την οικονομική ζωή της πόλης αφού κοντά στις όχθες του οργανώθηκαν οι επαγγελματικές συνοικίες της Λάρισας. Στα Ταμπάκικα τα βυρσοδεψεία επεξεργάζονταν δέρματα, στα Μύλια λειτουργούσαν οι παραδοσιακοί νερόμυλοι, στα Σάλια γινόταν η μεταφορά και το εμπόριο ξυλείας και στον Πέρα Μαχαλά, στην αριστερή όχθη του Πηνειού, το νερό βοηθούσε στην επεξεργασία του μαλλιού και στην ανάπτυξη της υφαντικής. Αλλά και η εμπορική δραστηριότητα της πόλης, το μεγάλο εμπόριο των ζώων, οι ιππικοί αγώνες και οι εμποροπανηγύρεις, διεξάγονταν στο πάρκο Αλκαζάρ και κοντά στο ποτάμι [1].

Σας προσκαλώ σε μια περιήγηση στον Πηνειό. Σ΄ έναν περίπατο ξεκινώντας από τον Υδατόπυργο και τη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, περνώντας από την παλιά πετρόκτιστη γέφυρα, που τόσοι και τόσοι περιηγητές, ζωγράφοι, φωτογράφοι αλλά και κάτοικοι της πόλης αποθανάτισαν, έως τα Ταμπάκικα και τα παλιά Σφαγεία. Μια περιήγηση μέσα σε χωμάτινα δρομάκια, παρόχθιες διαδρομές, με λεύκες και καραγάτσια, σαν αυτά που γοήτευσαν τον Δ. Ροδόπουλο και πήρε το όνομα Καραγάτσης όταν στα 1930 έγραψε τον “Συνταγματάρχη Λιάπκιν”, ανάμεσα  από βυρσοδεψεία και μύλους, μέχρι τα νταλιάνια που ψάρευαν για χρόνια οι Λαρισαίοι.

Υδατόπυργος του ΟΥΗΛ τότε, ΔΕΥΑΛ σήμερα. Χρονολογία: 1934.
Η φωτογραφία είναι των εκδόσεων Γκινακού-Μαργαρίτη (Πειραιάς).

Το 1927, στη Λάρισα την πόλη των 24.000 κατοίκων ξεκινούν τα πρώτα έργα ύδρευσης που ολοκληρώνονται το 1930. Κόστισαν 20.000.000 δρχ. ποσό τεράστιο για την εποχή. Το 1930 μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα εγκαινιάζονται συνολικά τα έργα της ύδρευσης. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Πατώντας ένα κουμπί, ο Βενιζέλος, ξεχύθηκε νερό σε σπίτια και καταστήματα. Οι Λαρισαίοι απόκτησαν νερό, αποστειρωμένο, υγιεινό από τα καλύτερα ποιοτικά και κυρίως άφθονο. Με ένα απλό στρίψιμο της κάνουλας, οι νοικοκυρές -που υπέφεραν τα πάνδεινα από τη λειψυδρία και τη βαναυσότητα των «σακάδων»- είχαν τώρα στη διάθεσή τους όσο νερό ήθελαν να πιουν και να καθαρίσουν. Αποτελούσαν πλέον εφιαλτική ανάμνηση το μαρτύριο της έλλειψης του νερού και του τύφου.

Όπως επεσήμανε στα εγκαίνια, ο Δήμαρχος Μιχ. Σάπκας, τη δαπάνη για το έργο της ύδρευσης το κάλυψαν εξ ολοκλήρου οι κάτοικοι, χωρίς να βάλει μια δραχμή το κράτος. Το άκουσε ο Βενιζέλος και το σημείωσε. Μετά τα εγκαίνια κάλεσε τους Αθηναίους δημοσιογράφους που τον συνόδεψαν στη Λάρισα και δήλωσε:

«Να γράψητε παρακαλώ στις εφημερίδας σας, ότι τα έργα ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού της Λαρίσης ετελέσθησαν δια μόνον των οικονομικών δυνάμεων του τόπου, επί τη βάσει ενός ιδιοτύπου νόμου την έκδοσιν του οποίου προκάλεσεν ο Δήμος Λαρίσης και να καλέσητε τους Δημάρχους όλων των πόλεων της Ελλάδος να λάβουν υπόδειγμα εις την εκτέλεσιν δημοτικών έργων, την Λάρισαν». Προς γενική κατάπληξη ολόκληρης της Ελλάδας και εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης, που γνώριζε η Ελλάδα και ο κόσμος, επιτυγχάνει να πραγματοποιήσει το 1930 το όνειρο δεκάδων γενεών της Λάρισας, με το να εξασφαλίσει την παροχή άφθονου νερού.

Το εξοχικό κέντρο του Δημ. Μπαρμπούτη “Υδραγωγείο” κοντά στον Υδατόπυργο. 1946. Αρχείο Δημ. Μπαρμπούτη

Η οικογένεια Δημητρίου Μπαρμπούτη είναι από τις πιο γνωστές στη Λάρισα εδώ και έναν αιώνα. Στα 60 χρόνια εργασίας του αναφέρεται ότι άνοιξε δεκατρία (13) καταστήματα, σε δεκατρία διαφορετικά σημεία της Λάρισας.

Ένα από αυτά ήταν και το εξοχικό κέντρο με το όνομα “Υδραγωγείο”, δίπλα στις εγκαταστάσεις του ΟΥΗΛ στον Υδατόπυργο, κοντά στο ποτάμι . Μάλιστα για τη μεταφορά των πελατών του είχε μισθώσει φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ξεκινούσε από την Κεντρική πλατεία. Το κέντρο βρισκόταν σε ειδυλλιακή θέση, όμως έκλεισε πολύ γρήγορα, γιατί το καλοκαίρι του 1946 ο γιός του Μήτσου Περικλής, 18 ετών, πνίγηκε κάνοντας μπάνιο στο ποτάμι. Το πλήγμα για την οικογένεια ήταν τόσο μεγάλο ώστε ο Μπαρμπούτης σταμάτησε τη λειτουργία του.

Η συνοικία του Αγίου Αθανασίου φωτογραφημένη από τον Υδατόπυργο. Χρονολογία περίπου 1935~6. Φωτογράφος Παντελής Γκίνης (Λάρισα).

Η συνοικία του Αρναούτ μαχαλά (Αγίου Αθανασίου) ήταν επί τουρκοκρατίας συνοικία η οποία κατοικείτο από Αρβανίτες δηλ. από Αλβανούς ή κατά μία άλλη εκδοχή Ορεινός. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής Κων. Περραιβός: «Μετά την εξόντωση του Αλή πασά και των τέκνων του, οι Αρβανίτες που ήταν εγκατεστημένοι στον Αρναούτ Μαχαλά έγιναν στόχος των γενίτσαρων του Σουλτάνου, αναγκασθέντες έτσι να εγκαταλείψουν την Λάρισα. Τότε άρχισε να εποικίζεται από Έλληνες των Αγράφων, του Ολύμπου και αργότερα από τα Αμπελάκια, το Βλαχολίβαδο, το Ζάρκο και άλλες περιοχές. Οι νέοι έποικοι ίδρυσαν στην περιοχή καταστήματα τα οποία πωλούσαν προϊόντα από τις πατρίδες τους (όσπρια, τυριά κρασιά, αλλαντικά, κλπ). Επιπλέον, επειδή τον κεντρικό τομέα της Λάρισας τον κατοικούσαν τα τελευταία χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 οι Οθωμανοί γαιοκτήμονες (μπέηδες), η αστική τάξη της πόλεως, θέλησε να βρεθεί μακριά τους και εγκαταστάθηκε και αυτή στον Αρναούτ μαχαλά. Από τον πυρήνα αυτόν των εύπορων και μορφωμένων χριστιανών της συνοικίας προήλθαν τα άτομα εκείνα τα οποία έπαιξαν κατά την επανάσταση του 1878 πρωταγωνιστικό ρόλο. Μετά την απελευθέρωση έκτισαν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου τα αρχοντικά τους διάφοροι εύποροι Λαρισαίοι όπως ο γιατρός Αναστ. Ζαρμάνης, ο χρυσοχόος Νικ. Αρσενίδη, ο δικηγόρος Δημητρίου Γαλανίδη, ο έμπορος Κωνστ. Σηλυβρίδης, ο γαιοκτήμονας και επιχειρηματίας Κωνστ. Σκαλιώρας και πολλοί άλλοι. Ήταν όλα κτισμένα με στοιχεία δανεισμένα από την παραδοσιακή, αλλά και την νεοκλασική αρχιτεκτονική. Αυτά ο Γιώργος Γουργιώτης τα χαρακτηρίζει σαν «λαϊκά νεοκλασικά» κτίσματα. [2]

Στην ίδια συνοικία του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να εντάξουμε και την περιοχή Σάλια, η οποία καταλαμβάνει την παλιό τουρκικό μαχαλά Σαρατσλάρ. Η ονομασία Σάλια προήλθε από την παρουσία στην περιοχή ειδικών εργατών, που ονομάζονταν «Σαλτζίδες» και οι οποίοι είχαν την ικανότητα να αγκιστρώνουν στο σημείο αυτό πριν τη γέφυρα τις μεγάλες ντάνες υλοτομημένης ξυλείας που ταξίδευε από την Πίνδο μέσω του ρεύματος του Πηνειού. Την ανέβαζαν στις όχθες και εν συνεχεία την μετέφεραν στα καταστήματα του Ξυλοπάζαρου της πόλεως και στα διάφορα εργοστάσια ξυλείας.

Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αθανασίου. Λεπτομέρεια φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του Νικ. Κουρτίδη. Περίπου 1935.

Η λήψη της φωτογραφίας απεικονίζει ένα τμήμα της συνοικίας του Αγίου Αθανασίου και έγινε από τον Υδατόπυργο.  Στο κάτω τμήμα της φωτογραφίας διακρίνεται η δεξιά όχθη του Πηνειού και ο παρόχθιος δρόμος, ο οποίος αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Κραννώνος. Πίσω από τα πρώτα σπίτια του συνοικισμού προβάλλει μεγαλοπρεπής ο ναός του Αγίου Αθανασίου. Είχε αντικαταστήσει τον παλαιό ναό, που είχε αρχίσει να κτίζεται το 1855 επί τουρκοκρατίας και εγκαινιάσθηκε το 1869. Το 1925-26, προφανώς επειδή ο ναός ήταν μικρός μέγεθος δεν επαρκούσε για να εξυπηρετήσει τις αυξανόμενες ανάγκες της ενορίας, «ανακαινίσθηκε εκ βάθρων» στο ίδιο σημείο όπου βρισκόταν ο παλιός. Πολλές από τις εικόνες του ναού είχαν ζωγραφισθεί το 1926 από τον Αγιογραφικό Οίκο της Λάρισας των Χρυσόστομου Παπαμερκουρίου και Παντελή Γκίνη, οι οποίες σήμερα διασώζονται στο σκευοφυλάκιο του ναού. Η «ζωή» αυτού  του ναού υπήρξε σύντομη, μόνον 15 χρόνια, αφού την 1η Μαρτίου 1941 καταστράφηκε σοβαρά από τον σεισμό και κρίθηκε κατεδαφιστέος, χωρίς όμως μέχρι το 1946 τουλάχιστον να έχει ακόμα κατεδαφισθεί. Αφού ακολούθησε μια μακροχρόνια προσωρινή στέγαση του ναού σε κατάλληλα διαμορφωμένο οίκημα, που βρίσκεται έως και σήμερα εγκαταλελειμμένος στον προαύλιο χώρο, στις 3 Μαρτίου 1987 έγιναν τα εγκαίνια του σημερινού ναού. [3]

Λάρισα η παλιά πετρόκτιστη γέφυρα και πίσω της  το τζαμί του Χασάν Μπέη στο λόφο «Πευκάκια». Εκδόσεις Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), αρχές της δεκαετίας του 1900.

Το τζαμί αυτό ήταν το επισημότερο τη Λάρισας και από τα μεγαλύτερα στον Ελλαδικό χώρο. Κτίστηκε, σύμφωνα με την παράδοση, λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Οθωμανούς πάνω σε χώρο Βυζαντινής εκκλησίας αφιερωμένης στη Σοφία του Θεού, η οποία με τη σειρά της είχε κτιστεί, κατά την περίοδο των βυζαντινών χρόνων, στη θέση αρχαίου ιερού προς τιμήν της θεάς Δήμητρας που υπήρχε εκεί από τους κλασικούς χρόνους.

Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος, η μουσουλμανική κοινότητα σταμάτησε να χρησιμοποιεί και να φροντίζει το τζαμί του Χασάν μπέη, γιατί την εξυπηρετούσε καλύτερα το νεόκτιστο Γενί τζαμί που είχε κτισθεί απέναντι από την Πλατεία Ανακτόρων, εκεί που υπάρχει μέχρι σήμερα. Από την εγκατάλειψη του το τζαμί υπέστη σοβαρές φθορές και το 1908 κατεδαφίσθηκε. Άξια αναφοράς είναι η προσπάθεια που έγινε από τον εκδότη-δημοσιογράφο της εφημερίδας «ΜΙΚΡΑ» της Λάρισας Θρασύβουλος Μακρής, συνεπικουρούμενος από τον Μιχαήλ Χρυσοχόου, αγωνιστή, χαρτογράφο και συγγραφέα με συνεχή διαβήματα προς τη Νομαρχία Λαρίσης, τη Βακουφική Επιτροπή των συμπολιτών μας Οθωμανών που είχαν τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της κοινότητας τους και προς τον αρχαιολόχο κ. Αρβανιτόπουλο, γνωστό για την πρώτη ανασκαφή και αποκάλυψη του Α΄Αρχαίου θεάτρου της πόλης. Όπως ανέφερε ο  Θρασύβουλος Μακρής στις 21/1/1907: «…Συμμεριζόμεθα πάντες την γνώμην του κ. Χρυσοχόου ότι αι αρχαιότητες της Θεσσαλίας και ιδία αι της Λαρίσσης κατεστράφησαν βανδαλικώς σχεδόν υφ΄ ημών των ιδίων ως και το ότι εις τούτο συνετέλεσαν δυστυχώς εκείνοι οι οποίοι ακριβώς έπρεπε να πρωστατεύωσι τα αρχαία κειμήλια. Εις την περίπτωσιν όμως της κατεδαφίσεως του τζαμιού Ορχάν (Χασάν μπέη) δεν ηξεύρομεν ποιοι είναι οι υπεύθυνοι βεβαίως όλαι οι αρχαί από της Νομαρχίας μέχρι της Βακουφικής Επιτροπής φέρουσι μέρος της ευθύνης δια την γενομένην καταστροφήν, τούτο δε συνέβη, διότι έπρεπε προς πάσης ενέργειας η μεν Βακουφική Επιτροπή των συμπολιτών μας Οθωμανών να μη προβεί εις την πώλησιν του υλικού προτού ερωτήση τον κ. Δήμαρχον ή τον κ. Νομάρχην οι οποίοι προς πάσης εγκρίσεως ή μη της προτάσεως ταύτης θα εζήτουν βεβαίως την γνώμην του ειδικού δια την υπηρεσίαν ταύτην εφόρου των Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας κ. Αρβανιτόπουλου, και μετά την λήψιν της γνώμης να προβώσιν εις ταύτην ή εκείνην την ενέργεια…»

Δεξιότερα του τζαμιού παρατηρούμε έναν ορθογωνικό κτίριο με σκεπή και ένα λεπτό πύργο. Αυτός ο χώρος ήταν αποθήκες υλικού πολέμου μέχρι και τον πόλεμο του 1940 που βομβαρδίστηκε πριν την είσοδο των Γερμανών στην πόλη τον Απρίλιο του 1941. Σήμερα και οι δύο αυτοί χώροι (τζαμί του Χασάν μπέη και αποθήκες πολέμου) έχουν κατεδαφισθεί και σε κάποιο σημείο του χώρου αποκαλύφθηκε το Β΄ Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας.

Η γιορτή των Θεοφανίων, πιθανόν πριν το 1880. Φωτογραφία από το βιβλίο «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες» του Δήμου Λαρισαίων.

Η μοναδική ίσως φωτογραφία της γέφυρας του Πηνειού με στηθαίο. Διακρίνονται πολλοί με φέσια και οι κολυμβητές με βράκες έτοιμοι να πέσουν στο νερό. Είναι από τις παλαιότερες που έχουν διασωθεί και τοποθετείται χρονολογικά στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας (1878-1880), , ο δε φωτογράφος είναι άγνωστος. Την περίοδο εκείνη (1866) γνωρίζουμε ότι υπήρχε στη Λάρισα φωτογραφείο του Γεωργίου Φεχτζή (George Fehtsi) και Σία, με φωτογραφεία του παράλληλα στον Βόλο και τα Τρίκαλα. Επίσης στην πόλη μας δραστηριοποιείτο και ο Γεώργιος Αποστολίδης από το 1870. Λογικά λοιπόν φωτογράφος θα πρέπει να είναι ένας εκ των δύο, με πιθανότερο τον Φεχτζή.

Επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), του 1907. Η λήψη της έγινε από την πλευρά του Τσούγκαρι και απέναντι βλέπουμε τη συνοικία του Βλαχομαχαλά ή Πέρα Μαχαλά, τον τρούλο από την παλιά εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους και δεξιά τις δενδροστοιχίες από το πάρκο του Αλκαζάρ.

Για τον κατασκευαστή της γέφυρας αυτής είχαν διατυπωθεί παλαιότερα πολλές απόψεις. Πίστευαν ότι ήταν έργο των ύστερων βυζαντινών χρόνων. Σήμερα όμως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι την είχε ανεγείρει ο Χασάν μπέης, εγγονός του κατακτητή της Θεσσαλίας [1423] Τουρχάν μπέη. Επομένως πρέπει να χρονολογηθεί σαν κτίσμα του τέλους του 15ου αιώνα. Θεωρείται ότι ήταν η πρώτη γνωστή πέτρινη αμαξιτή γέφυρα του θεσσαλικού χώρου. Μέχρι τότε οι γέφυρες της περιοχής αυτής είχαν στενό οδόστρωμα με μεγάλη καμπύλη, το οποίο επέτρεπε μόνον την διακίνηση πεζών και μεμονωμένων ζώων μεταφοράς. Η γέφυρα της Λάρισας, ήταν μία από τις μεγαλύτερες και στατικά στερεότερες της χώρας. Είχε μήκος 120 μέτρα και πλάτος 4,5 μέτρα, το οποίο μόλις επέτρεπε με κάποια δυσκολία τη διασταύρωση δύο αμαξών. Εκτείνονταν επάνω σε εννέα τόξα. Πεζοδρόμια δεν υπήρχαν και στα πλάγια ο δρόμος περιχαρακώνονταν σε χαμηλό ύψος με βαριά λίθινα στηθαία, κατασκευασμένα από μεγάλες πλάκες, τοποθετημένες κάθετα. Η επιμελημένη κατασκευή που είχε η γέφυρα την κράτησε στερεή σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. Χρονολογία 1930. Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας

Το με τον τίτλο «Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Έργο του Θεοφίλου Γ. Χατζημιχαήλ 1930», το οποίο είναι αντιγραφή της καρτ ποστάλ αρ. 234 του Στέφανου Στουρνάρα, με ορισμένες διαφορές, ιδίως στην απόδοση των ατμόμυλων της περιοχής στην περιοχή των παλιών Σφαγείων. Επειδή ο Στουρνάρας ήταν από το Βόλο και πόλη διαμονής του Θεόφιλου, λογικό ήταν ότι κάποια στιγμή έφτασαν και στα χέρια του, ο οποίος και την αντέγραψε.

Ο Πηνειός πλημμυρισμένος  και στο βάθος ο Άγιος Αχίλλειος, χρονολογία περίπου 1932~3. Φωτογράφος  ο Λαρισαίος Ιωάννης Κουμουνδούρος.

Σύμφωνα με τον Θεοδ. Παλιούγκα οι πλημμύρες αποτελούσαν τη δεύτερη σοβαρότερη αιτία θανάτου στη Λάρισα, μετά τα λοιμώδη νοσήματα. Οι περισσότερες και καταστροφικότερες πλημμύρες σημειώνονταν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν, μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις στη δυτική Θεσσαλία ο Πηνειός υπερχείλιζε, και τα πλεονάζοντα νερά του κατέκλυζαν τις παρόχθιες συνοικίες όπως του Πέρα Μαχαλά και τα Ταμπάκικα. Όταν τα νερά αποτραβιόντουσαν, άφηναν πίσω τους περιοχές ερειπωμένες, πολλούς νεκρούς και εκατοντάδες αστέγους, αλλά και εκτεταμένες ζημιές στη γεωργική παραγωγή και στη κτηνοτροφία. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄30 όταν αρχικά η ΒΟΟΤ και στη συνέχεια το Υπουργείο Δημοσίων Έργων και οδήγησαν τα νερά του Πηνειού εκτός πόλης, οι οδυνηρές συνέπειες των πλημμυρικών φαινομένων στην πόλη μειώθηκαν.

Από τη παληά Λάρισα – Δειλινό στη γέφυρα. Καρτ ποστάλ  του Νικ. Στουρνάρα (Βόλος), του 1938~39.

Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από την κοίτη του Πηνειού από την πλευρά του Πέρα Μαχαλά, στο ύψος του σημερινού ΚΗΠΟΘΕΑΤΡΟΥ, απέναντι από την εκκλησία του Αγ. Αχιλλείου. Παρατηρώντας προσεκτικά το τοίχο πίσω από τη γέφυρα (αριστερά) διακρίνεται ο τοίχος του Κέντρου ΚΑΛΛΙΘΕΑ.

Το Καφεζυθοποιείον ΚΑΛΛΙΘΕΑ, λειτουργούσε στο κάτω του Λόφου Ακροπόλεως, στην γωνία των σημερινών οδών Κενταύρων & Καλλιθέας από το 1925, στο λόφο «Πευκάκια» που εκτεινόταν από εκείνο το σημείο έως και την περιοχή του ΤΕΕ. Παρ΄ όλο που η επίσημη ονομασία του ήταν “Καλλιθέα” ο κόσμος το ήξερε σαν “Πευκάκια”, γιατί έτσι το διαχώριζε από το κέντρο “Καλλιθέα” του Μήτσου Μπόκοτα στον Λόφο. Τα “Πευκάκια” γνώρισαν προπολεμικά μεγάλες δόξες. Τα καλοκαίρια έφερνε ορχήστρες και τραγουδίστριες και γέμιζε από κόσμο ο οποίος απολάμβανε δροσιά, ωραία μουσική και χορό.

Με την κήρυξη του πολέμου και την είσοδο των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941 στη Λάρισα, το κέντρο σταμάτησε τη λειτουργία του και λόγω της θέσης του τα στρατεύματα κατοχής το επέλεξαν  ως παρατηρητήριο. Από το σημείο αυτό μπορούσαν να ελέγξουν τον θεσσαλικό κάμπο και ιδιαίτερα την παρακείμενη γέφυρα του Πηνειού. Μετά την απελευθέρωση τα “Πευκάκια” λειτούργησαν ξανά, χωρίς όμως την παλιά αίγλη.

Η περιοχή Τσούγκαρι, κάτω από το λόφο Φρουρίου βομβαρδισμένη από του Γερμανούς και η γέφυρα του Πηνειού, ότι είχε απομείνει μετά την ανατίναξη της από του Νεοζηλανδούς. Τέλη Απριλίου του 1941. Συλλογή Βύρωνα Μήτου από το λεύκωμα του Δήμου Λαρισαίων «ΛΑΡΙΣΑ. Η μνήμη της πόλης ΚΑΤΟΧΗ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ 1941-1944.

Η παλιά πετρόκτιστη γέφυρα του Πηνειού ανατινάχτηκε από συμμαχικά χέρια. Οι Νεοζηλανδοί, κατά την οπισθοχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων προς το Νότο, είχαν αναλάβει να καθυστερήσουν την προέλαση των Γερμανών. Γι αυτό το λόγο βρέθηκαν και στην περιοχή της Λάρισας. Πριν 2,5-3 χρόνια που στάλθηκε από ένα διαδικτυακό φίλο τον εγγονό τον Jason Lowe, εγγονό του λοχία Francis Clive Lowe μια δυσανάγνωστη σελίδα από τον ημερολόγιο του παππού του που αναπαριστούσε ένα σκαρίφημα γέφυρας και τα σημεία τοποθέτησης των εκρηκτικών. Πριν μερικούς μήνες μου στάλθηκε και η μετάφραση του κειμένου, από τους διαχειριστές της σελίδας Greece at WWII Archives στο Facebook, διαφωτίζοντας εκείνες τις τελευταίες στιγμές πριν την ανατίναξη της γέφυρας. Ας μεταφερθούμε στη νύχτα της 18ης Απριλίου 1941, μια βραδιά πριν την κατάληψη της πόλης από του Γερμανούς:

Μέσα από το σκοτάδι φάνηκαν σκιές οχημάτων. Ήταν γερμανικά ή βρετανικά; Ή ήταν δικοί μας; (Νεοζηλανδοί) Η καρδιά μου χτύπαγε σαν σφυρί στο στήθος μου. Αργά σήκωσα το τουφέκι και ψιθύρισα στον εαυτό μου.
«Θα πάω κάτω με αυτό το πράγμα που φλέγεται ούτως ή άλλως.” Δεν αναγνώριζα τη δική μου φωνή.
«Γεια σας» Μια φωνή, βγήκε από το σκοτάδι.

“Δόξα το Θεό” απάντησε ο λοχίας μας: “Ποιος είναι;”
“Νεοζηλανδική Μηχανοκίνητη Μεραρχία Ιππικού” ήταν η απάντηση. Σταμάτησαν.
“Γεια σου λοχία.” είπε ένας αξιωματικός καθώς βγήκε. “Είμαστε οι τελευταίοι από τον στρατό μας, είμαστε όλοι από τη νότια πλευρά τώρα. Καλύτερα να βιαστείτε. Οι Γερμανοί είναι σχεδόν στην ουρά μας.”
“Ναι Κύριε” απάντησε ο Redmond. “Δεξιά αγόρια πίσω στο έμβολο και θα την τινάξουμε στον αέρα (την γέφυρα)”, μας φώναξε. Το Bren Carrier έφευγε μακριά καθώς σπεύσαμε πίσω στο ηλεκτρικό έμβολο.
“Μα το θεό, στοιχηματίζω ότι ανεβαίνει σε μια αποθήκη πυρομαχικών» είπε ο Τζακ
Παρακολουθούσαμε καθώς ο λοχίας πήρε τη λαβή του εμβόλου και στα δύο χέρια. Το πάτησε για μια στιγμή και έπειτα πιο δυνατά. Μια λαμπρή λάμψη φωτίζει ξαφνικά ολόκληρο τον ουρανό και μια απίστευτη έκρηξη χωρίζει στα δυο τον αέρα. Εκεί που ήμασταν, αισθανόμασταν ασφαλείς, αλλά η γη βυθίστηκε κάτω από τα πόδια μας, και σε έναν από μας ένα κομμάτι σκυροδέματος καρφώθηκε πάνω στο κράνος του. Τον τίναξε πάνω για ένα δευτερόλεπτο, αλλά μετά από λίγο το ξεπέρασε γελώντας.
Επιστρέψαμε στη γέφυρα ή εκεί που βρισκόταν κάποτε αυτή. Θα έλεγα ότι κάναμε τέλεια δουλειά. Ο λοχίας σταμάτησε κοιτάζοντας τα συντρίμμια.
“Λοιπόν, είναι μια πρωτοκλασάτη δουλειά παιδιά” είπε.
“Έλα ρε Λοχία” είπε ο Jim “Δεν είναι καλό να περιμένουμε άλλο εδώ τώρα, ας φύγουμε”.
Ακόμη και την στιγμή που ο Jim μιλούσε, ακούσαμε φορτηγά στο δρόμο, ο θόρυβος σε μια περίπτωση έμοιαζε από τάνκ. Ακούγοντας προσεκτικά ανακαλύψαμε ότι έρχονται από τη Λάρισα. Κάποιος φώναξε από ένα Bren Carrier.
“Για όνομα του Θεού! Οι Αυστραλοί έφυγαν τη νύχτα στις 9 το βράδυ και οι Γερμανοί διέσχισαν τον ποταμό στις δέκα” ήταν ο αξιωματικός από το τελευταίο όχημα Bren που μίλησε. Mετά από μια σύντομη παύση συνέχισε “Επέστρεψα για να σας προειδοποιήσω, δεν σας έμεινε καθόλου χρόνος, οι Γερμανοί περιμένουν μόνο το φως της ημέρας πριν εισέλθουν στη Λάρισα. Πρέπει να συνειδητοποιήσετε ότι δεν έχουν μείνει δικοί μας στη Λάρισα. Όλοι κατευθύνονται προς τη Λαμία, δηλαδή όσοι έμειναν.”Ακολουθήστε με τα φορτηγά σας” Είδε τη κατεστραμμένη γέφυρα. “Είναι μεγάλη δουλειά” ήταν το μόνο σχόλιό του.
“Ναι, αλλά ποιο το όφελος, αν είναι ήδη (οι Γερμανοί) πάνω από πέντε μίλια μπροστά μας.”
“Ναι, αλλά θα κρατήσει τα τάνκς τους μακριά για λίγο.”
Ήμασταν ήδη στο φορτηγό. Ξεκίνησε με ένα βρυχηθμό και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα ακολουθούσαμε τα Bren. Νομίζω ότι όλοι αφήσαμε ένα αναστεναγμό ανακούφισης, καθώς το φορτηγό πήρε ταχύτητα.
Πηγαίνοντας δίπλα από την Λάρισα στην ανατολή της αυγής δεν θα μπορούσα παρά να σκεφτώ “Λάρισα μόλις πριν λίγες εβδομάδες ήσουν μια όμορφη μικρή ελληνική πόλη, τότε ένας σεισμός σε χτύπησε! Την προηγούμενη νύχτα οι παλιο- Ιταλοί πήραν αβαντάζ στον πόνο σου και τώρα οι Γερμανοί έχουν αποτελειώσει την καταστροφή σου. Σε αποχαιρετώ…” [4 ]

Γέφυρα του Πηνειού. Ζωγράφος Δημήτριος Γιολδάσης. Συλλογή Γεωργίου Ι. Κατσίγρα. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΛΑΡΙΣΑΣ – ΜΟΥΣΕΙΟ Γ.Ι. ΚΑΤΣΙΓΡΑ.

Ο Δημ. Γιολδάσης μας μεταφέρει στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής με μια καθημερινή εικόνα στην περιοχή της γέφυρας και του παραποτάμιου δρόμου, της σημερινής οδού Καλλιθέας. Σε πρώτο πλάνο βλέπουμε την ξύλινη προσθήκη, που είχε γίνει από τους Γερμανούς ,για να μπορέσουν να συνεχιστούν απρόσκοπτα οι μετακινήσεις βαρέων οχημάτων και αυτοκινήτων από και πως τη Λάρισα.

Έντονη είναι η κίνηση όχι μόνο πάνω στο κατάστρωμα της γέφυρας, αλλά και στον παρόχθιο δρόμο, από άμαξες και πεζούς. Στο βάθος βλέπουμε το άλσος Αλκαζάρ με το σπιτάκι του φύλακα και το Ηρώο των πεσόντων του «ατυχούς» Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και τον Όλυμπο.

Γέφυρα Πηνειού και πίσω της ο λόφος Ακροπόλεως, 1957~8. Εκδότης: IRIS-Χασσίδ, φωτογράφος Κ. Στουρνάρας (Αθήνα).

Στη φωτογραφία βλέπουμε τη τσιμεντένια γέφυρα του Πηνειού, με δυο ρεύματα κυκλοφορίας ένα εισόδου και ένα εξόδου από την πόλη. Η λήψη της είναι από την πλευρά του Πέρα Μαχαλά. Στο βάθος φαίνεται το παλιό ρολόι της Λάρισας, ενώ απουσιάζει από το πλάνο ο ναός του Αγίου Αχιλλίου. Ήταν η περίοδος πριν ξεκινήσει η κατασκευή του ναού, που γνωρίζουμε έως σήμερα. Τη δεκαετία του ΄50, για προσωρινή χρήση, ο ναός στεγαζόταν σε μια ξύλινη κατασκευή, την επονομαζόμενη ως «Παράγκα», στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Ηρώο της πόλης μας, δίπλα στο αναψυκτήριο «ΦΡΟΥΡΙΟ» .

Λάρισα Υδροφόρος. Καρτ ποστάλ – φωτογραφία, του 1910 περίπου,  του φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα από τον Βόλο.

Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Στο κέντρο ένα άλογο είναι φορτωμένο με ασκούς και από τις δύο πλευρές της ράχης του. Ο ιδιοκτήτης του ζώου κρατώντας ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο γεμίζει με νερό του ποταμού τους ασκούς (σακιά), για να μεταφέρει το περιεχόμενό τους στην πόλη και να το πουλήσει.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι της Λάρισας υδρεύονταν είτε από τα νεροπήγαδα που υπήρχαν σε ορισμένα σπίτια, είτε από δημόσιες κρήνες είτε από τον Πηνειό. Πιο τυχεροί οσοι κατοικούσαν στις παραποτάμιες συνοικίες γιατί το μετέφεραν, συνήθως, μόνοι τους με υδροδοχεία, ενώ οι συνοικίες στο εσωτερικό της πόλης το αγόραζαν από τους νερουλάδες, τους λεγόμενους και Σακατζήδες, προερχόμενη από την τούρκικη λέξη sakkaci.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα ΕΛΛΑΣ (τεύχος 6, στις  6/1/1908) ο ανταποκριτής της εφημερίδας ονόματι Φρύνος [5] «συναντά κανείς πολύ συχνά, ιδίως τώρα, κατά τας ημέρας του χειμώνος, εις τας οδούς της Λαρίσσης, μερικούς ρακένδυτους. Σύρουν από του χαλινού άλογα ισχνά, ενώ ο θρους της βροχής και οι μονότονοι του ίππου κωδωνισμοί αναμιγνύονται με τον τριγμόν των συγκρουόμενων οδόντων των. Είναι οι ταλαίπωροι βιοπαλαισταί, οι κατά το Θεσσαλικό ιδίωμα ονομαζόμενοι Σακαντζήδες, οι οποίοι υδρεύουν την Λάρισσαν δια του αρχέγονου συστήματος δυο ιδιότροπων ασκών, οίτινες ενίοτε αποτελούν εστίας νόσων. Οι Σακαντζήδες λοιπόν ούτοι, ή καλιακούδες (κολιοί), κατερειπωμένα τινά εναπομείντα τεμένη και η συνήθης ερημιά των οδών αδικούν την κατά τα άλλα συμπαθεστάτην Λάρισσαν, διότι της προσδίδουν κάτι τι το Τούρκικον. Η κοινωνική κίνηση είνε χαλαρά, διότι δεν υπάρχει, είτε διότι δεν φαίνεται. Ήθελα να δώσω μια εικόνα της ζωής των δεσποινίδων της Λαρίσσης. Αλλά εδώ συχνότερα συναντώμαι με κομήτην, παρά με δεσποινίδα.»

Γέφυρα Πηνειού και στο βάθος ο Άγιος Αχίλλειος. Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Καρτ ποστάλ του Στ. Στουρνάρα (Βόλος), χρονολογία δεκαετία του 1910.

Οι σακάδες ή σκατζήδες είχαν ως επάγγελμα την τροφοδοσία της πόλης με καθαρό νερό. Όπως περιγράφει ο παλιός Δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας, χάρη στις ενέργειές του η Λάρισα έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο υδρεύονταν η πόλης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων, εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων, φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν δια βυτίων, φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς, αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ».

Θεσσαλία Πηνειός. Καρτ ποστάλ του Στέφ. Στουρνάρα (Βόλος) Νο 237, της περιόδου 1907-10.

Η λήψη της φωτογραφίας είναι περίπου στο σημείο κάτω από το σημερινό Κηποθέατρο,  ανάμεσα από το Αλκαζάρ και τη συνοικία Ταμπάκικα. Στη μέση του ποταμού υπήρχε μια ξέρα που οι κάτοικοι ονόμαζαν «νησάκι», η οποία δίχαζε σ΄εκείνο το σημείο το ποτάμι και ήταν ευμεγέθης γι αυτό το λόγο και της είχε αποδοθεί το προσωνύμιο «Νησάκι». Με τα έργα διευθέτησης της κοίτης και της ροής του Πηνειού το νησάκι ενσωματώθηκε στην παρόχθια κοίτη.

«Πανόραμα της Λαρίσσης». Απεικονίζει τη σημερινή συνοικία Ταμπάκικα, όπως ήταν γύρω στα 1902 και ο φωτογράφος είναι άγνωστος.

Τα Ταμπάκικα ή Ταμπαγλί  (των Βυρσοδεψείων) είναι καταγεγραμμένη ως αμιγώς μουσουλμανική κατά τον 15ο και 16ο αιώνα. Δεν είναι ξεκάθαρο το πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν χριστιανοί στο συνοικισμό, αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι χριστιανικών συνοικιών της Λάρισας. Κύριο χαρακτηριστικό της συνοικίας είναι η στενή και άναρχη ρυμοτομία, που την ακολουθεί έως και σήμερα. Όπως είναι ευδιάκριτο και στη φωτογραφία ενώ στην πρώτη σειρά βρίσκονται στοιχισμένα τα βυρσοδεψεία με τα μεγάλα ανοίγματα, για το αέρισμα των δερμάτων, στην πίσω σειρά τα σπίτια και οι αυλές, λόγω της πυκνής δόμησης, μοιάζουν να αλληλεπικαλύπτονται από τις γειτονικές κατοικίες.

Η λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το λόφο Ακροπόλεως, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Ηρώο. Χαμηλά κάτω η γυμνή περιοχή αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Γεωργιάδου, η οποία όπως φαίνεται καθαρά στη φωτογραφία, δεν ακολουθούσε τη σημερινή ευθεία πορεία, αλλά διακόπτονταν από διάφορα εμβόλιμα κτίσματα. Επάνω δεξιά, μόλις διακρίνεται ένα μεγάλο μέρος του ναού της Ζωοδόχου Πηγής. Στο βάθος ο Πηνειός φαίνεται να «αγκαλιάζει», στη βορεινή πλευρά, τη συνοικία σαν τοίχος προστασίας.

Η συνοικία Ταμπάκικα της Λάρισας και ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Ο χωματόδρομος μπροστά μας είναι η σημερινή Γεωργιάδου. Χρονολογία: αρχές της δεκαετίας του 1930.

Σύμφωνα με την παράδοση που είναι διάχυτη από πολλά χρόνια, το 1876 ο ιδιοκτήτης του χώρου όπου σήμερα υπάρχει ο ναός της Παναγίας θέλησε να κτίσει έναν ταμπαχανέ, δηλ. βυρσοδεψείο. Κατά την εκσκαφή για την κατασκευή των θεμελίων του, οι εργάτες κάποια στιγμή έφθασαν σε σημείο όπου το έδαφος ήταν υγρό και όσο η εκσκαφή προχωρούσε άρχισε να αναβλύζει νερό, μέσα από το οποίο φανερώθηκε ξαφνικά ένα εικόνισμα της Παναγίας. Στο σημείο αυτό κτίστηκε το 1877 ένα μικρό εκκλησάκι το οποίο, όπως αναφέρει ο Θεόδωρος Παλιούγκας, αναφέρεται ως «Παρεκκλήσιον Φανερωμένης» ή ως «Παρεκκλήσιον Ταμβάκικα».  Έπειτα από τρία χρόνια (1880), στη θέση του παρεκκλησίου άρχισε η ανοικοδόμηση του γνωστού προπολεμικού ναού της Ζωοδόχου Πηγής.  Μάλιστα ο μητροπολίτης Λαρίσης Νεόφυτος Πετρίδης απηύθυνε στο ποίμνιο της μητροπόλεως παραινετική επιστολή, με την οποία τους προέτρεπε να συμβάλλουν οικονομικά στην ταχύτερη αποπεράτωση του ναού. Όλοι οι πιστοί και κυρίως οι κάτοικοι της συνοικίας ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα για την ανέγερση όχι μόνον οικονομικά, αλλά και με την προσφορά εθελοντικής εργασίας. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτή ήλθαν και οι συντεχνίες των βυρσοδεψών, των σαμαράδων, των τσαρουχάδων και σανδαλοποιών που είχαν τα εργαστήριά τους στη συνοικία.

Εν τω μεταξύ ήλθε η στιγμή της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Τούρκους και επειδή αργούσε η ολοκλήρωση του ναού λόγω οικονομικών δυσχερειών, έγινε περιφορά της εικόνας και σε όμορες επισκοπές της μητροπόλεως Λαρίσης (Δημητριάδος, Πλαταμώνος, Γαρδικίου). Ο αρχικός ναός του 1880 διατηρήθηκε ακέραιος μέχρι τον μεγάλο σεισμό του 1941. Τότε κατέρρευσε το κομψό κωδωνοστάσιο και επηρεάσθηκε σημαντικά η ακεραιότητα της τοιχοποιίας.

Οι ζημιές στην τοιχοποιία επισκευάσθηκαν σύντομα,ενώ περίπου το 1950 κατασκευάσθηκε νότια του ναού νέο ψηλό τετραώροφο κωδωνοστάσιο. Ακολούθησαν διάφορες προσθήκες και κατασκευές στα πλάγια του ναού σε τέτοιο σημείο, ώστε εσωτερικά έδινε την εντύπωση πεντάκλιτης βασιλικής.
Όλες αυτές οι διορθωτικές παρεμβολές στη χωρητικότητα του ναού κράτησαν μέχρι το 1992. Τη χρονιά αυτή ο λαβωμένος από τον σεισμό ναός κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανοικοδομήθηκε ο σημερινός ναός. [6]

Μερική άποψη της συνοικίας Ταμπάκικα φωτογραφημένη από το λόφο Ακροπόλεως. Χρονολογία: 1958. Η φωτογραφία προέρχεται από τον αγαπητό φίλο και μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας κ. Σπύρο Μπαρμπούτη.

Μια παρέα συμμαθητών  και φίλων φωτογραφίζονται στα σκαλάκια που οδηγούν στην οδό Γεωργιάδου, με φόντο τη συνοικία Ταμπάκικα στη Λάρισα.  Πρόκειται για τους (με τυχαία σειρά): Μπαρμπούτη Σπ., Ζιώτα Μ., Αλβίζο Αντ., Πασχαλίδη Κ., Πουλτσάκη Μ. & Γκαρέλη Γ. (με τυχαία σειρά).

Τμήμα της συνοικίας Ταμπάκικα και ο Μύλος του Παππά στη Λάρισα, περίπου το 1910. Από το αρχείο του Nicholson Museum. Φωτογράφος: William J Woodhouse.

Η λήψη της φωτογραφίας είναι από το λόφο Ακροπόλεως με κατεύθυνση την βρειοανατολική πλευρά της πόλης. Μπροστά μας είναι τμήμα της συνοικίας Ταμπάκικα, η σημερινή οδός Γεωργιάδου και στο βάθος η χαρακτηριστική κορυφή της Όσσας. Ήταν από τους πρώτους μύλους που χτίστηκαν στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1881. Δεξιά μας ο μιναρές που βλέπουμε πρέπει να ανήκει στο τζαμί του Ταμπακχανέ Μαχαλεσί, όπως το ονομάζει ο θεοδ. Παλιούγκας, και το τοποθετεί με «ασφάλεια» στη βορειοανατολική γωνία της συμβολής των οδών Γεωργιάδου & Διονύσου, ενώ κυριαρχεί στο μέσο της φωτογραφίας ο Μύλος του Παππά, πριν την πυρκαγιά του 1920 που προκάλεσε σημαντικές ζημιές στο κτίριο και στα μηχανήματά του.

«Υπάρχει, όμως, κάτι μεγάλο και τρανό και ογκώδες που άντεξε σ΄ αυτές τις αλλαγές. Άντεξε στο χρόνο. Τουλάχιστον εξωτερικά. Είναι σαν σήμα κατατεθέν της Λάρισας, σαν σήμερα κατατεθέν της συνοικίας στην οποία είναι χτισμένος. Ο «Μύλος του Παππά». Που παραμένει όρθιος, μοναδικός, τεράστιος στη θέση του, δεκάδες χρόνια. Συνώνυμος της συνοικίας που ανήκει. Λες «Μύλος του Παππά» κι εννοείς Ταμπάκικα. Λες Αμπελόκηποι και χρωματίζεις το «Μύλο» ανέφερε ο Νίκος Κύρκος. Και συνεχίζει «Σαν μια τεράστια κυψέλη ήταν το εσωτερικό του. Κι ο αυλόγυρος σειόταν από γέλια, κίνηση, φωνές, βρισιές, ζωτικότητα… Όλοι ήταν ζωηροί, όλοι γελαστοί και άσπροι, με τις οπλές των αλόγων και τις ρόδες των διπλόκαρων να καλοναρχούν στην πιάτσα. Θαρρούσες πως από κει έτρωγε ψωμί η μισή Λάρισα. Εκεί χτυπούσε η καρδιά της πόλης. Δέσποτας πραγματικός, δέσποζε της περιοχής ο Μύλος. Τίποτα σπουδαίο δεν υπήρχε γύρω του. Στη δυτική πλευρά χαμόσπιτα. Στην ανατολική χαντάκια, τριβόλια, βρομούσες, βούζια, ρίχια, σκουπίδια, ατάκτως ερριμένα. Ούτε ζευγαράκια δεν τολμούσαν να βγουν ραντεβού εκεί, φοβούμενα τις ερημιές και τα βαθιά σκοτάδια. Μακρύτερα μόνο το Νοσοκομείο κι ανάμεσα ο Πηνειός, που πότε σιωπηλός και πότε τρομερός, τραβούσε – και τραβάει – την αιώνια κατηφόρα για τα Τέμπη.» [7]

Οδός Γεωργιάδου, από τα ΚΤΕΛ προς την γέφυρα.  Φωτογραφία του Τάκη  Τλούπα, του 1960. Από την ιστοσελίδα της ΔΕΥΑΛ.

Τότε που η πόλη είχε ακόμη χωματόδρομους, που όταν έβρεχε, συχνό φαινόμενο τότε, μετατρέπονταν σε λασπόδρομους. Εκεί, στα αριστερά μας, πριν τα σημερινά ΚΤΕΛ, βρισκόταν το παλιό κλωστοϋφαντουργείο της πόλης. Σήμερα στο ισόγειο της πολυώροφης οικοδομής στεγάζεται στο ισόγειο του το υποκατάστημα γνωστής αλυσίδας πώλησης ηλεκτρονικών συσκευών. Ενώ λίγο πιο κάτω στα δεξιά μας συναντάμε το χώρο του «Μύλου του Παππά».

Λάρισα, Ατμόμυλος στον Πηνειό, επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), No 233, αρχές του 1910.

Πρόκειται για την περιοχή κοντά στα Σφαγεία και ο Μύλος που φαίνεται είναι ο Μύλος του Τσιμπούκη στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το κατάστημα “ΠΛΑΙΣΙΟ” στην οδό Γεωργιάδου. Στο βάθος αριστερά το Κουτλιμπάνειο Νοσοκομείο της πόλης.

Άποψη του Πηνειού με το νταλιάνι που υπήρχε προπολεμικά στην περιοχή των Σφαγείων της Λάρισας. του Λαρισαίου φωτογράφου Παντελή Γκίνη. Χρονολογία: περίπου 1935.

Μια άλλη αγαπημένη συνήθεια των Λαρισαίων στον Πηνειό ήταν το ψάρεμα. Το ποτάμι είχε πολλά και πολύ γλυκά ψάρια, τα σαζάνια και τους γουλιανούς. Ψάρευαν καθημερινά μικροί και μεγάλοι, άλλοι με βάρκες, άλλοι από τις όχθες, ενώ πολλοί έριχναν τα δίχτυα τους στα νταλιάνια, όπως το εικονιζόμενο, που ήταν φωλιές ψαριών κατάλληλες για αναπαραγωγή φτιαγμένες με ξύλα και πέτρες.
Αν παρατηρήσετε με προσοχή τη φωτογραφία θα δείτε τις δυο εκκλησίες, πάνω αριστερά τον Άγιο Αχίλλιο και δεξιά της Παναγίας στα Ταμπάκικα, ενώ ανάμεσα τους υψώνεται η καμινάδα από τον Μύλο του Τσιμπούκη. Ο μύλος του Παππά κρύβεται από τη δενδροστοιχία.

“Δημοτικά Σφαγεία Λαρίσης”, όπως έγραφε και η παλιά ταμπέλα στην είσοδο του χώρου, στην οδό Αεροδρομίου. Χρονολογία: 12-9-1985. Φωτογράφος: Βαγγέλης Ρηγόπουλος, συνταξιούχος δημοσιογράφος και μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας.

Στους εφήβους της δεκαετίας του ΄80 ο χώρος των «Σφαγείων» ήταν περισσότερο συνυφασμένος με το διπλανό γήπεδο μπάσκετ, παρά με το κτίριο. Τόπος συνάντησης μας σχεδόν καθημερινός τα καλοκαίρια.

Ο χώρος άρχισε να αλλάζει από τις αρχές του ’90 όταν τα εγκατεστημένα Σφαγεία, τα οποία εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της περιοχής μέχρι το 1989, με απόφαση του Δημ. Συμβουλίου Λάρισας σταμάτησαν τη λειτουργίας τους, για λόγους δημόσιας υγείας. Το 1990 το κτίσμα ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο διότι, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της απόφασης, αποτελεί αξιόλογο δείγμα σιδηράς κατασκευής των αρχών του αιώνα μας, κατάλληλο για τη μελέτη της εξέλιξης της αρχιτεκτονικής στον τομέα αυτό . Συντηρήθηκε και εδώ και δυο δεκαετίες περίπου στεγάζει Δημοτικές Υπηρεσίες.

Ελπίζω να μην σας κούρασε το οδοιπορικό μας κατά μήκος του Πηνειού ποταμού και των παρόχθιων περιοχών, εξάλλου στις μέρες μας πολλοί Λαρισαίοι, περιπατητές και ποδηλάτες, κάνουν τακτικά αυτή τη διαδρομή, είτε για λόγους άθλησης, είτε αναψυχής. Ελπίζω την επόμενη φορά που θα ακολουθήσετε αυτή τη διαδρομή να σταματήσετε σε κάποια από τα σημεία που αναφέρθηκαν στη σημερινή δημοσίευση και να παρατηρήσετε, με την ματιά ενός «παλιού» Λαρισαίου, τις μεταβολές που έχουν γίνει στην πόλη μας. Να αναζητήσετε τα ψήγματα εκείνα που συνδέουν το παρελθόν με το σήμερα. Καλά αναζήτηση.

Το οδοιπορικό μας στην παλιά Λάρισα συνεχίζεται…

Οδοιπορικό στην παλιά Λάρισα Ι
Οδοιπορικό στην παλιά Λάρισα ΙΙ

Θωμάς Ζ. Κυριάκος
thomask.larissa@gmail.com
Μέλος  της Φωτοθήκης Λάρισας

[1] «Νοσταλγώντας την παλιά Λάρισα Ι – Το πάρκο Αλκαζάρ και η συνοικία του Πέρα Μαχαλά», LarissaPress 29/3/2020.

[2] Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950-Γεωργίου Ζιαζιά, κεφ. Μαχαλάδες-Εκκλησίες-Πηνειός

[3]Λάρισα-Μια εικόνα χίλιες λέξεις «Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αθανασίου» Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 8/1/2014

[4] Days of Khaki. Mainland Greece and Crete. Francis Clive Lowe. Κεφ. 7 «Η ανατίναξη μιας γέφυρας»

[5] Εκείνη την εποχή τις περισσότερες φωτογραφίες τις έστελνε ο Ιπποκράτης Κουτσίνας και ο Σωκράτης Γκολφινόπουλος.

[6] Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα «Ο ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα» Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 24/1/2015

[7] Γκρανκάσα – Νίκος Κύρκος. Στο ένθετο Reporter της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 21/11/2004. Από το βιβλίο «Λάρισα – Μια πόλη στη λογοτεχνία» επιμ. Θωμά Ψύρρα