ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…Πορτραίτα σαλών της παλιάς Λάρισας – Γ’

Ο Τηλέμαχος ή Μάχος ή φον Τέλεμακ, ένα γραφικός τύπος της παλιάς Λάρισας,
του οποίου η περιγραφή θα γίνει στο κείμενο της επόμενης Κυριακής. Φωτογραφία από το αρχείο του Δημ. Γκουσγκούνη. 1960
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
Συνεχίζουμε σήμερα την αφήγησή μας για τον Βασιλάκη τον «Βήτα», τον «αυτοκράτορα» των παλιών τύπων της Λάρισας, όπως τον είχαν ονομάσει οι «άσπονδοι φίλοι του», ένα αγαπητό και φιλικό άτομο, αποδεκτό με αγάπη και στοργή απ’ όλες τις παρέες, του οποίου η παρουσία στη ζωή της Λάρισας έδωσε έναν εύθυμο τόνο προπολεμικά και μεταπολεμικά.
Όταν λοιπόν ο Βασίλης έφθασε σε ηλικία στράτευσης, παρουσιάσθηκε έπειτα από πρόσκληση στο Κέντρο Εκπαίδευσης του Ναυτικού στον Σκαραμαγκά για να καταταγεί. Η επιτροπή τον έκρινε σωματικώς υγιή και αρχικά δεν κατόρθωσε να διαγνώσει κάποια σημάδια διανοητικής ανωμαλίας στην προσωπικότητά του. Φόρεσε τη στολή του ναύτη και άρχισε την εκπαίδευση. Για όσους έχουν περάσει από το στράτευμα γνωρίζουν πολύ καλά ποια μεταχείριση έχουν άτομα του τύπου του Βασιλάκη από τους άλλους εκπαιδευόμενους. Τον παρατηρούσαν να τους μιλάει με μια γλώσσα ακαταλαβίστικη, μέσα στην οποία περιλάμβανε όσες ξένες λέξεις από διάφορες γλώσσες γνώριζε. Το γεγονός αυτό διασκέδαζε τους ναύτες και φαίνεται ότι είχε γίνει το επίκεντρο διακωμώδησης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο ο διαταραγμένος ψυχικός του κόσμος. Η σοβαρή αυτή διαταραχή της συμπεριφοράς του υπέπεσε στην αντίληψη των αξιωματικών, οι οποίοι τον παρέπεμψαν από νωρίς στην υγειονομική επιτροπή απαλλαγών και του έδωσαν απολυτήριο πριν ακόμα λήξει η βασική εκπαίδευσή τους. Όμως με την απόφαση αυτή ο Βασίλης στεναχωρήθηκε πολύ, καθώς για τη θητεία του στο Ναυτικό είχε πλάσει μεγάλες φιλοδοξίες όσον αφορά το μέλλον του. Τελικά με το φύλλο πορείας στα χέρια του και φορώντας τη στολή του ναύτη επέστρεψε στη Λάρισα.
Εδώ στην αρχή κυκλοφορούσε με τη ναυτική στολή, και παρ’ όλες τις προτροπές συγγενών και φίλων, δεν θέλησε να επιστρέψει στο φαρμακείο του Κυλικά και να συνεχίσει τη δουλειά του. Προτιμούσε όλη την ημέρα να κυκλοφορεί στους δρόμους, στα καφενεία και στις ταβέρνες, να εντοπίζει τις παλιές παρέες και με μια αχαλίνωτη φαντασία να διηγείται τα …κατορθώματά του στο Ναυτικό, με μοναδικό αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό και το κρασί της ημέρας. Τις βραδινές ώρες πάλι προσέγγιζε τους θαμώνες στα διάφορα καφενεία της πόλης. Ήταν γι’ αυτούς μια ξεχωριστή ψυχαγωγία και σαν ανταμοιβή τού αρκούσαν έστω και τα λίγα κέρματα με τα οποία τον φιλοδωρούσαν. Αυτά έφθαναν για να του εξασφαλίσουν την καθημερινή επιβίωσή του. Τις μεταμεσονύκτιες ώρες αναζητούσε την παρέα των ξενύχτηδων. Ήταν αρκετοί και τους εντόπιζε κυρίως στα πολλά καφενεία τα οποία βρίσκονταν γύρω από την Κεντρική πλατεία (Θέμιδος όπως ονομαζόταν τότε). Νότια βρισκόταν το «Πανελλήνιον» και το «Παλλάδιον», δυτικά το «Βασιλικόν» στο ισόγειο του μεγάρου του Νικολάου Καρανίκα, βόρεια του Μαλάκη κάτω από το ξενοδοχείο «Στέμμα», του Μπόκοτα στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» (πρώην μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτο) και το «Εμπορικόν» και ανατολικά ο «Παράδεισος» και ο «Νέος Κόσμος», το τελευταίο καφενείο απ’ όλα της πλατείας που άντεξε στον χρόνο και κατεδαφίσθηκε τελευταίο. Τις καλοκαιρινές ημέρες όλα αυτά τα καφενεία άπλωναν τραπεζοκαθίσματα και στο κατάστρωμα της πλατείας, κάτω από τα πεύκα, εύρισκαν καταφύγιο οι ξενύχτηδες, αρκετοί από τους οποίους έμεναν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Απ’ αυτούς όλους ένας μόνιμος ξενύχτης κατά την εποχή του μεσοπολέμου υπήρξε ο Αλέξανδρος Χατζηλαζάρου, ο sir Alexander όπως τον προσφωνούσαν οι φίλοι του, επειδή είχε αγγλική υπηκοότητα [1]. Όλοι αυτοί μόλις έβλεπαν τον Βασίλη τον «Βήτα», τον προσκαλούσαν στην παρέα τους και μαζί του περνούσαν μια ευχάριστη βραδιά με τα πειράγματα, τις εκκεντρικότητες του προσκεκλημένου τους και τις ατέρμονες και ακατάληπτες φιλοσοφικές συζητήσεις. Κατά τα άλλα ήταν ευγενέστατος και παρουσιαζόταν σαν γόης παρά τη φτωχική του εμφάνιση [2].
Ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός που τον έζησε από κοντά, περιγράφει μεταπολεμικά στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Λάρισα» πολλές από τις φάρσες τις οποίες είχαν κάνει στον δυστυχή Βασιλάκη για να διασκεδάζουν. Αποκορύφωμα ήταν η παρουσία του τελευταίου ντυμένου σαν λόρδος, σε χορό που είχε γίνει στο εξοχικό κέντρο «Πευκάκια», κοντά στη γέφυρα.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής ο Βασίλης πέρασε πολύ άσχημες ημέρες. Κανένας δεν είχε τη διάθεση να αστειευθεί μαζί του και τα κεράσματα μειώθηκαν. Πεινούσε και προσπαθούσε να επιβιώσει με τα αποφάγια των εστιατορίων και των ταβερνών. Μεταπολεμικά όμως ξαναβρήκε τους παλιούς του φίλους, αλλά τώρα είχε προσβληθεί από σπονδυλαρθρίτιδα, η οποία τελικά παραμόρφωσε το κορμί του. Βαθμιαία οι μετακινήσεις του έγιναν δύσκολες και είχε περιοριστεί κυρίως στην ταβέρνα του Σπανού στην αρχή της οδού Νιρβάνα. Σ’ όλα αυτά προστέθηκε και η διάγνωση πνευμονοπάθειας, η οποία τον βασάνιζε. Με τη βοήθεια φίλων διακομίστηκε στο Κεντρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης όπου διαγνώστηκε καρκίνος των πνευμόνων σε προχωρημένο στάδιο. Απεβίωσε στις 16 Ιουλίου 1974 και ενταφιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Το πιστοποιητικό θανάτου τον ανέφερε με το επώνυμο Βασίλειος Παπαγεωργίου ή Παπάζογλου και επάγγελμα πλανόδιος ιχθυοπώλης [3].
(Συνέχεια)
———————————————————
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Χατζηλαζάρου Αλέξανδρος. Ένας γραφικός μεγαλοκτηματίας με τραγικό τέλος. εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 15ης Ιουλίου 2020. Ήταν «τρόφιμος» του καφενείου «Ντορέ», (πρώην «Πανελλήνιον») και εν συνεχεία του «Παράδεισου».
[2]. Ζιαζιάς Γιώργος. Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950. Λάρισα (2004) σελ. 199.
[3]. Ο τοπικός τύπος πληροφορήθηκε πολύ αργότερα τον θάνατό του. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθερία» στο φύλλο της 20ης Αυγούστου 1974. Το εντόπισε ο αρχειοφύλακας της εφημερίδας και μέλος της Φωτοθήκης Βαγγέλης Ρηγόπουλος, τον οποίο και ευχαριστώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου