Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η Μάχη του Μαραθώνα


  
Περίφημη μάχη, που έγινε τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. στην πεδιάδα του Μαραθώνα, μεταξύ των Αθηναίων και των Πλαταιέων με αρχηγό τον Μιλτιάδη και των Περσών με αρχηγούς τον Δάτι και τον Αρταφέρνη. Η κύρια πηγή πληροφόρησης για τη Μάχη του Μαραθώνα, όπως και για το σύνολο των Περσικών Πολέμων, παραμένει ο Ηρόδοτος, ο αποκαλούμενος «πατέρας της ιστορίας». Όσον αφορά την ακριβή ημερομηνία της μάχης, ο Γερμανός φιλόλογος Φίλιπ Άουγκουστ Μπεκ (1785 -1867) πρότεινε το 1855 τη 12η Σεπτεμβρίου, η οποία από τότε επικράτησε ως η συμβατική ημερομηνία για τη Μάχη του Μαραθώνα.
Το 490 π.Χ. έγινε η δεύτερη περσική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, με σκοπό να τιμωρηθούν οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς, επειδή είχαν βοηθήσει τους Ίωνες να ξεσηκωθούν κατά των Περσών. Παράλληλα, όμως, ήταν και η αρχή για την πραγματοποίηση του σχεδίου υποταγής ολόκληρης της Ελλάδας από τον Δαρείο. Μαζί τους, οι Πέρσες είχαν ως οδηγό και σύμβουλο τον πρώην τύραννο της Αθήνας Ιππία, γιο του Πεισίστρατου.
Ο Περσικός στόλος με το στρατό ακολούθησε αυτή τη φορά διαφορετικό δρόμο σε σχέση με την πρώτη εκστρατεία του Μαρδόνιου (492 π.Χ). Από την Κιλικία, όπου συγκεντρώθηκε, έπλευσε στη Σάμο, πέρασε από τις Κυκλάδες κι έφθασε στην Ερέτρια. Μετά την κατάληψη της Ερέτριας, οι Πέρσες είχαν στόχο να υποτάξουν την Αθήνα και να επαναφέρουν στην αρχή τον πιστό σ’ αυτούς Ιππία. Με την καθοδήγηση του ηλικιωμένου άνδρα πέρασαν από την Ερέτρια απέναντι στον Μαραθώνα και στην αμμώδη παραλία του σημερινού Σχοινιά.
Την εκλογή του τόπου επέβαλαν από κοινού πολιτικά κριτήρια (οι φτωχοί κάτοικοι της περιοχής, οι Διάκριοι, υποστήριζαν τους Πεισιστρατίδες) και στρατηγικοί λόγοι (η πεδιάδα ήταν κατάλληλη για τη δράση του περσικού ιππικού). Από την πλευρά των Αθηναίων η αποστολή του στρατού τους στον Μαραθώνα αποτελούσε στρατηγική επιλογή, καθώς η Αθήνα δεν περιστοιχιζόταν από ισχυρά τείχη και δεν διέθετε στόλο για να αντιμετωπίσει τον ανεφοδιασμό σε περίπτωση πολιορκίας. Εξάλλου, η πεδιάδα προσφερόταν για τη δράση της αθηναϊκής φάλαγγας.

Οι Αθηναίοι ζήτησαν τη βοήθεια των Σπαρτιατών, με αγγελιοφόρο τον Φειδιππίδη. Οι Σπαρτιάτες, αν και δέχτηκαν, δεν έστειλαν εγκαίρως βοήθεια (οι 2.000 άνδρες που υποσχέθηκαν έφθασαν στο Μαραθώνα την επομένη της μάχης). Ο λόγος που επικαλέστηκαν ήταν θρησκευτικός. Γιόρταζαν τα Κάρνια και δεν μπορούσαν να εκστρατεύσουν πριν από την πανσέληνο. Ο Πλάτωνας, όμως, αναφέρει (Νόμοι 3, 698 Ε) ότι δίσταζαν να υλοποιήσουν τη δέσμευσή τους προς τους Αθηναίους, επειδή βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Μεσσηνίους και τους είλωτες. Στο κάλεσμα των Αθηναίων ανταποκρίθηκαν μόνο οι Πλαταιείς με 1.000 άνδρες.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αθηναίοι στρατοπέδευσαν στο Ηράκλειο του Μαραθώνος, στις βορειοανατολικές υπώρειες του όρους Αγριελίκι, όπου υπήρχε νερό και μπορούσαν να ελέγξουν τον ορεινό όγκο προς την Αθήνα και να υποχωρήσουν σε περίπτωση ήττας. Από το ύψωμα, επίσης, μπορούσαν να παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρού. Η δύναμη των Αθηναίων, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ανερχόταν σε 10.000 και των Πλαταιέων σε 1.000 άνδρες, ενώ των Περσών σε 44.000 με 55.000 άνδρες (νεώτερες εκτιμήσεις τους υπολογίζουν σε 26.000). Οι στρατηγοί των Αθηναίων είχαν διχαστεί, καθώς μερικοί δεν ήθελαν να ξεκινήσει η μάχη, προτού έλθει η βοήθεια των Σπαρτιατών. Τελικά, ο Μιλτιάδης τούς έπεισε να επιτεθούν αμέσως κατά των Περσών και του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία.
Η έναρξη της επίθεσης ορίστηκε για το πρωί, προκειμένου να επιτευχθεί ο αιφνιδιασμός των αντιπάλων. Η σύγκρουση έγινε στην ομαλή περιοχή κοντά στον τύμβο, όπου βρισκόταν το περσικό στρατόπεδο. Οι Αθηναίοι έπρεπε να διατρέξουν απόσταση 8 σταδίων (περίπου 1,5 χιλιομέτρου) προς τις εχθρικές γραμμές για να αποφευχθούν κατά το δυνατόν οι βολές από τους τοξότες που διέθεταν οι αντίπαλοι. Οι οπλίτες ήταν παρατεταγμένοι σε πλάτος ίσο με αυτό της περσικής δύναμης. Οι πτέρυγες ήταν ενισχυμένες, ενώ το κέντρο, όπου αντιστοιχούσε το ισχυρότερο τμήμα του περσικού στρατού, ήταν ασθενές. Στο αριστερό άκρο, όπως έβλεπαν προς τον εχθρό, βρίσκονταν οι Πλαταιείς. Στο δεξιό άκρο έλαβε τη θέση του, σύμφωνα με την παλιά συνήθεια, ο πολέμαρχος Καλλίμαχος. Το ανίσχυρο κέντρο οδηγούσαν ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής, που διέθεταν την απαραίτητη στρατιωτική ικανότητα, ώστε να καλύψουν την εύθραυστη αυτή γραμμή και να καθοδηγήσουν την προγραμματισμένη υποχώρηση.
Όπως είχε σχεδιαστεί, το ελληνικό κέντρο εξασθένησε, αλλά οι πτέρυγες αναπτύχθηκαν και περικύκλωσαν τους Πέρσες, που τελικά τράπηκαν σε φυγή. Μέσα στη σύγχυση, πολλοί Πέρσες που δεν γνώριζαν την περιοχή, έπεφταν στο μεγάλο έλος, όπου οι απώλειες ήταν βαριές. Οι περισσότεροι, όμως, έτρεχαν στα πλοία που ήταν αναπτυγμένα στην ακτή του Σχοινιά. Στη συμπλοκή σώμα με σώμα που ακολούθησε, καθώς οι Πέρσες προσπαθούσαν να επιβιβαστούν στα πλοία και οι Αθηναίοι να τους εμποδίσουν και να τα κάψουν, έπεσαν ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, ο στρατηγός Στησίλαος και ο Κυναίγειρος, αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου.

H ηρωική μορφή του Κυναίγειρου έμεινε μοναδικό παράδειγμα ανδρείας και αυταπάρνησης στην Ιστορία. Όταν οι νικημένοι Πέρσες έτρεξαν πανικόβλητοι στα καράβια τους για να σωθούν, ο Κυναίγειρος άρπαξε με τα στιβαρά χέρια του ένα καράβι και προσπάθησε να το συγκρατήσει για να μην αποπλεύσει και να προφτάσουν έτσι οι συμπολεμιστές του να το καταλάβουν. Τότε, ένας Πέρσης του έκοψε το χέρι, αλλά ο Κυναίγειρος έπιασε το πλοίο με το άλλο του χέρι. Όταν ο Πέρσης του έκοψε και το δεύτερο χέρι, ο Κυναίγειρος γράπωσε το πλοίο με τα δόντια του. Ο γενναίος Αθηναίος εγκατέλειψε την προσπάθεια, όταν ο Πέρσης στρατιώτης του έκοψε το κεφάλι.
Κι ενώ εξακολουθούσε η μάχη γύρω από τα πλοία των Περσών, ο αγγελιοφόρος Φειδιππίδης έφυγε πεζός από τον Μαραθώνα για να φέρει τη χαρμόσυνη είδηση της νίκης στους Αθηναίους. Υπερέβαλε εαυτόν κατά τη διαδρομή και μόλις αναφώνησε «Νενικήκαμεν» ενώπιον των συμπολιτών του, έπεσε νεκρός από την εξάντληση. Ο Ηροδότος δεν αναφέρει κάτι σχετικό, αλλά ο θρύλος αυτός διαδόθηκε μεταγενέστερα από τον ιστορικό Πλούταρχο (ο Φειδιππίδης αναφέρεται ως Θέρσιππος) και στη συνέχεια από τον ρητοροδιδάσκαλο και συγγραφέα Λουκιανό τον Σαμοσατέα, που αναφέρει τον Φειδιππίδη ως Φιλιππίδη.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αθηναίοι έχασαν στη μάχη 192 άνδρες και οι Πλαταιείς 11, ενώ οι απώλειες των Περσών ανήλθαν σε 6.400 νεκρούς και 7 βυθισμένα πλοία. Νεώτερες εκτιμήσεις, που αναφέρει η Wikipedia στο σχετικό αγγλικό λήμμα, ανεβάζουν τους νεκρούς των ελληνικών δυνάμεων σε 1.000 - 3.000 και υποβιβάζουν αυτές των Περσών στις 4.000 - 5.000.
Οι Αθηναίοι, αφού έθαψαν τους νεκρούς τους στον Μαραθώνα, ανήγειραν μνημείο από λευκή πέτρα, πάνω στο οποίο χαράχτηκε το επίγραμμα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη του Κείου:
Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι
χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.
Μετά την ήττα τους στο Μαραθώνα, οι Πέρσες έπλευσαν με το στόλο τους προς την Αθήνα, ελπίζοντας να τη βρουν αφρούρητη και να την καταλάβουν. Ο Μιλτιάδης, όμως, πρόλαβε να οδηγήσει έγκαιρα το στρατό στην πόλη κι έτσι οι Πέρσες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ασία.
Η νίκη των Αθηναίων στο Μαραθώνα:
  • Διέλυσε τον μύθο του αήττητου των Περσών και αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων.
  • Έδειξε την ανωτερότητα της ελληνικής πολεμικής τακτικής και ανέδειξε τη στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Μιλτιάδη.
  • Ανέδειξε την πόλη τους σε δεύτερη δύναμη στην Ελλάδα, μετά τη Σπάρτη.
  • Ανέκοψε την προσπάθεια παλινόρθωσης της τυραννίας στην Αθήνα.
  • Εξασφάλισε τον αναγκαίο χρόνο, ώστε οι Έλληνες να προετοιμαστούν για τη συνέχιση του αγώνα τους κατά των Περσών.
  • Διέσωσε τον πολιτισμό τους κι έσωσε την Ευρώπη από το βάρβαρο ασιατισμό της εποχής εκείνης. Όπως είπε ο σπουδαίος βρετανός φιλόσοφος και οικονομολόγος Τζον Στιούαρτ Μιλ «η μάχη του Μαραθώνα υπήρξε, ακόμα και για τη βρετανική ιστορία, σημαντικότερη κι από τη μάχη του Χέιστινγκς».
Λαϊκές παραδόσεις ή μύθοι περιέβαλαν από πολύ νωρίς τη νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα, ενώ η πίστη πως οι θεοί παρουσιάστηκαν και βοήθησαν στη μάχη ήταν διάχυτη. Εκτός από την ιστορία με τον Φειδιππίδη, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι στρατιώτες είδαν το φάντασμα του μυθικού βασιλιά της Αθήνας Θησέα με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση να καθοδηγεί και να οδηγεί τον ελληνικό στρατό προς τη νίκη. Ο Παυσανίας αφηγείται ότι κατά τη διάρκεια της μάχης εμφανίστηκε ένας αγρότης, που κρατούσε ένα άροτρο και «θέρισε» αρκετούς Πέρσες. Μετά τη μάχη, όταν τον αναζήτησαν, δεν το βρήκαν. Ρώτησαν το μαντείο, από το οποίο έλαβαν την απάντηση ότι πρέπει να τιμήσουν τον Εχετλαίο (εχέτλη = λαβή αρότρου). Σύμφωνα με τον ρωμαίο ιστορικό Κλαύδιο Αιλιανό, στη μάχη πήρε μέρος κι ένας σκύλος, που πολέμησε γενναία στο πλευρό του αφεντικού του.

Σχετικά

  • Εμπνευσμένος από τη διαδρομή του Φειδιππίδη από τον Μαραθώνα στην Αθήνα για να μεταφέρει το άγγελμα της νίκης είναι ο Μαραθώνιος δρόμος, που ως αγώνισμα δεν υπήρχε στην αρχαιότητα. Η ιδέα γέννησης αυτού του αθλήματος και η ένταξή του στους σύγχρονουςΟλυμπιακούς Αγώνες οφείλεται στον Γάλλο γλωσσολόγο και ελληνιστή Μισέλ Μπράλ, φίλο του Πιερ ντε Κουμπερτέν, που πρότεινε κατά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στην Αθήνα «την επανάληψη του διάσημου εκείνου δρόμου που εξετέλεσε ο στρατιώτης του Μαραθώνος».
  • Το Σπάρταθλον, ο ετήσιος διεθνής αγώνας υπερμαραθωνίου δρόμου 245,3 χιλιομέτρων, που διεξάγεται από το 1983 στη διαδρομή Αθήνα – Σπάρτη, αναβιώνει την πορεία του αγγελιοφόρου Φειδιππίδη, που εστάλη από τους Αθηναίους για να ζητήσει βοήθεια από τη Σπάρτη, λίγες ημέρες πριν από τη Μάχη του Μαραθώνα.
  • Ο σπουδαίος τραγικός ποιητής Αισχύλος θεωρούσε ως μεγαλύτερο επίτευγμά του τη συμμετοχή του στη Μάχη του Μαραθώνα, παρά τα θεατρικά του έργα. Γι’ αυτό στον τάφο του υπήρχε το επίγραμμα:     «Αισχύλον Εοφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει
         μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
         αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
         και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος».
  • Το 1959 ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζακ Τουρνέρ γύρισε την ταινία «Η Μάχη του Μαραθώνα» με πρωταγωνιστή τον Στιβ Ριβς στο ρόλο του Φειδιππίδη.
  • Στις 8 Δεκεμβρίου 2010, κατά την 2500η επέτειο του γεγονότος, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ με ψήφισμά της αναγνώρισε ότι η μάχη του Μαραθώνα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μάχες στην ιστορίας της ανθρωπότητας.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*

Η Νιόβη
Ο θάνατος των παιδιών της Νιόβης (Πίνακας του David)

ΝΙΟΒΗ ΚΑΙ ΝΙΟΒΙΔΕΣ: Η Νιόβη ήταν κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Ταντάλου και τηςΔιώνης, και όπως συχνά συμβαίνει στην ελληνική Μυθολογία «κληρονόμησε» τη δυστυχία του πατέρα της. Η Νιόβη νυμφεύτηκε τον Θηβαίο βασιλιά Αμφίονα και ήταν μητέρα πολλών και ωραίων τέκνων, που αποτελούσαν ζεύγη δι-
δύμων, με τη γενική ονομασία Νιοβίδες. Οι αρχαίοι μυθικοί συγγραφείς αναφέρουν αριθμό από δώδεκα έως είκοσι Νιοβιδών.
Επικρατέστερη άποψη είναι αυτή των δεκατεσσάρων παιδιών (εφτά αγοριών και εφτά κοριτσιών). Αξίζει να αναφέρουμε πως οι εφτά πύλες της Θήβας είχαν τα ονόματα των κοριτσιών της.
ΥΒΡΙΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ: Κάποτε η Νιόβη υπερηφανεύθηκε για την ευγονία και την ομορφιά των τέκνων της λέγοντας πως ακόμη και η εκλεκτή του Δία, η Λητώ, έχει να επιδείξει ένα μόνο ζεύγος διδύμων έναντι των τόσων δικών της. Όταν το έμαθε αυτό η Λητώ,αγανάκτησε και ζήτησε από τα παιδιά της να τιμωρήσουν την υπερήφανη αυτή θνητή. Γενικά, άλλωστε, κάθε σύγκριση ανθρώπου με θεό στην Αρχαιότητα θεωρείτο «ύβρις», κάτι σαν βλασφημία, που οι θεοί πάντα τιμωρούσαν παραδειγματικά. Έτσι κατά την παράδοση, οι δύο θεοί τόξευσαν με τα αλάθητα βέλη τους,η μεν Αρτεμη τις κόρες, ο δε Απόλλων τους γιους. Από την καταστροφή αυτή των τέκνων της Νιόβης, σώθηκαν μόνο δύο, ο Αμύκλας και η Μελίβοια που όμως από τη διάσωσή της κι έπειτα μετονομάσθηκε Χλωρίς. Μετά το γεγονός αυτό ο πατέρας των παιδιών, Αμφίων αυτοκτόνησε από τη θλίψη του.
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΙΜΩΡΙΑ: Τα νεκρά σώματα των Νιοβιδών έμειναν επί εννέα ημέρες άταφα κατ’ εντολή των θεών. Μάλιστα, ο Δίας μετέβαλλε σε λίθο όποιον επιχειρούσε να αποδώσει νεκρικές τιμές σ’ αυτά! Τελικά, μετά την ένατη μέρα υπέκυψαν οι θεοί, στις ικεσίες της απελπισμένης μητέρας τους. Τότε τα νεκρά σώματα των παιδιών ενταφιάστηκαν σε δύο κοινούς τάφους1.
Ακόμη, ο Δίας μεταμόρφωσε τη Νιόβη σε βράχο [Οβίδιος], που πάντοτε δακρύζει!
Η ΝΙΟΒΗ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: Οι τραγικοί ποιητές της αρχαιότητας χρησιμοποίησαν σε έργα τους το μύθο της Νιόβης.Έτσι, ο Αισχύλος εμφανίζει την ηρωίδα του παραδομένη στον πόνο πάνω στον τάφο των τέκνων της. Ο Σοφοκλής ανίθετα παρουσιάζει τη Νιόβη φυγάδα από τη Βοιωτία στη Σίπυλο της Μ. Ασίας να θρηνεί, ικετεύοντας συνεχώς τους
θεούς να σπλαχνισθούν τον πόνο της, μέχρι που ο Ζεύς την μεταμορφώνει σε βράχο
από τον οποίο μέρα και νύκτα στάλαζαν σταγόνες δακρύων.
Ο Οβίδιος [«Μεταμορφώσεις»,VI 146 – 312], την παρουσιάζει να εκσφενδονίζεται από ανε-
μοστρόβιλο, ενώ είναι ήδη απολιθωμένη, από τη Θήβα στη Σίπυλο και να σχηματίζει βράχο σε μορφή θρηνούσας γυναίκας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και στην αγγειογραφία αλλά και στη νεότερη ζωγραφική χρησιμοποιείται» συχνά ο μύθος της Νιόβης.
ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΝΙΟΒΗΣ: Σήμερα, η Νιόβη «ζει» μεταμορφωμένη σε βράχο στη Σίπυλο της Μικράς Ασίας. «Επέζησε»περισσότερα από 3.000 χρόνια, με σεισμούς και αντίξοες καιρικές συνθήκες. Σε έναν απόκρημνο γκρεμό σμιλεμένο στον βράχο υπάρχει ο θρόνος του Πέλοπα, γιου του Τάνταλου. Ο παράξενος σχηματισμός των βράχων, που απεικονίζει τη Νιόβη, έχει διαμορφωθεί από τα στοιχεία της φύσης. Μοιάζει με μια γυναίκα που θρηνεί. Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα ότι η Νιόβη στέκεται ανάμεσα στις χαράδρες, στα απάτητα βουνά της Σίπυλου [Μανισά Νταγ], εκεί που λένε ότι κοιμούνται οι νύμφες. Εκεί κι η Νιόβη θρηνεί αιωνίως και αενάως για την κατάρα που της έστειλαν οι θεοί. Ο βράχος της Νιόβης είναι ένα μνημείο που προσελκύει πολλούς τουρίστες. Η καλύτερη θέα είναι από το πλάι, όπου διακρίνεται η γυναικεία μορφή με λυμένα μαλλιά, σκυμμένη μπροστά,με μια έκφραση αβάστακτης αγωνίας και λύπης. Από διαφορετικά σημεία φαίνεται το βλέμμα και διάφορες εκφράσεις του προσώπου της. Όσο για τα δάκρυα της Νιόβης, και μάλιστα το καλοκαίρι,εξηγούνται από το ότι το χιόνι που μαζεύεται στην κορυφή του βράχου τον χειμώνα, λιώνει την άνοιξη και κυλάει σαν δάκρυα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ – ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΙΟΒΗ: Η Νιόβη αυτή ήταν κόρη του Φορωνέα και της νύμφης Τηλεδίκης. Ήταν, μάλιστα, η πρώτη θνητή που αγάπησε ο Δίας και ο οποίος ήταν πατέρας, μετά από την ένωσή του μαζί της, του Άργου και του Πελασγού. Κατά μία άλλη παραλλαγή του μύθου, ήταν αδελφή του Άπιου και μητέρα του Φορωνέα μετά την ένωσή της με τον ποταμό Ίναχο.
ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ:
1. ΣΟΦΟΚΛΗΣ: «Άκουσα όμως πως βρήκε θάνατο πικρό κι η ξένη απ' τη Φρυγία, η κόρη του Ταντάλου, επάνω στην κορυφή του Σίπυλου που φύτρωσε ο βράχος και σαν κισσός την τύλιξε, κι έτσι την απολίθωσε και ενώ λιώνει από τον πόνο της, καθώς η φήμη λέει των ανθρώπων, βροχές και χιόνια δεν της λείπουν ποτέ, και κάτω από τα μάτια της τα πολυκλαμένα, δάκρυα βρέχουν το λαιμό της όμοια κι η δική μου μοίρα στο βαθύ ύπνο του θανάτου με οδηγεί». [Αντιγόνη 822-833]
2. ΟΜΗΡΟΣ: «Ο γιος σου, Πρίαμε, πια λυτρώθηκε, το θέλημά του εγίνη, κι απά στο στρώμα τώρα κείτεται: θα τονε ιδείς κι ατός σου ευτύς ως φέξει, κουβαλώντας τον, καιρός για δείπνο τώρα. Κι η Νιόβη ακόμα η καλοπλέξουδη στερνά να φάει θυμήθη, που δώδεκα παιδιά της έχασε οτο αρχοντικό της μέσα, γιους έξι στον ανθό της νιότης τος και θυγατέρες έξι' τους γιους ο Απόλλωνας,τους σκότωσε με το αργυρό δοξάρι θυμώνοντας της Νιόβης, κι η Άρτεμη τις κόρες η δοξεύτρα, με τη Λητώ τη ροδομάγουλη καθώς συνεριζόταν, τάχα παιδιά πολλά πως γέννησε, και δυο η Λητώ μονάχα' όμως εκείνοι, δυο κι ας ήτανε, της τα σκοτώσαν όλα. Μέρες εννιά κοιτόταν στο αίμα τους, κι οϋτ' ένας δε βρισκόταν για να τα
θάψει' τι είχε γύρω τους τον κόσμο ο Δίας πετρώσει. Τέλος, στις δέκα απάνω, τα 'θαψαν οι αθάνατοι του Ολύμπου' κι αυτή να κλαίει σαν πια κουράστηκε, στερνά να φάει θυμήθη. Τώρα σε βράχια κάπου, ανάμεσα σε απάτητα φαράγγια, στη Σίπυλο, που λεν πως
διάλεξαν οι αθάνατες νεράιδες να 'χουν λημέρι, και χορεύανε στον Αχελώο τρογύρο, κλωτσάει τους πόνους τους θεόσταλτους, κι ας έχει γίνει πέτρα.» [Ιλιάδα Ω 610-618]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από το επόμενο Σάββατο θα διακόψουμε προσωρινά τους μύθους που αφορούν γυναίκες για να κάνουμε μια στάση στο λεγόμενο Θηβαϊκό Κύκλο του Ελληνικού Μύθου. Αργότερα,μετά από οκτώ άρθρα, συν Θεώ, θα επανέρθουμε στις γυναικείες
μυθικές φιγούρες.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon
*Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, είναι δάσκαλος, συγγραφέας.
1. Παυσανίας, ΙΧ 17,2.

ελευθερία λάρισας.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*

Η Καλλιστώ

ΓΕΝΙΚΑ: Η Καλλιστώ, κατά την ελληνική Μυθολογία, ήταν κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας Λυκάονα. Το όνομά της προέρχεται από την λέξη κάλλος, που σημαίνει ωραιότητα, συνεπώς «καλλίστη» είναι η ωραιότερη. Η Καλλιστώ εμφανίζεται αργότερα ως μία από τις Νύμφες, που είχαν δώσει όρκο παρθενίας, στον κύκλο της παρθένας θεάς Αρτέμιδος. Το όνομα Καλλίστη, η “πιο όμορφη”, μπορεί να αναγνωριστεί ως επίθετο της ίδιας της θεάς Αρτέμιδος, αν και καμία από τις επιγραφές στην αρχαία Αθήνα, τουλάχιστον, δεν καταγράφει το όνομα «Άρτεμις Καλλίστη», πριν από τον τρίτο π.Χ. αιώνα. Από εκείνη την εποχή και έως την ύστερη Ρωμαϊκή Εποχή, η Άρτεμις Καλλίστη λατρευόταν στην Αθήνα σε ένα ιερό που βρισκόταν έξω από την πύλη του Διπύλου, από την πλευρά του δρόμου προς την Ακαδημία. Κάποιοι ιστο- ρικοί πιστεύουν ότι τελικά, η Άρτεμις Σωτείρα, όπως ήταν το αρχικό όνομα της θεάς, και η Άρτεμις Καλλίστη ενώθηκαν σε μια κοινή λατρεία από τον 3ο π.Χ.αι. Μάλιστα χαρακτηριστικά της αρκούδας δόθηκαν στο πρότυπο της Αρτέμιδος στην περιοχή της Βραυρωνίας στην Αττική. Ας δούμε γιατί συνέβη αυτό: Οι αρχαίοι Έλληνες ονοματοδοτώντας του αστερισμούς είδαν ότι μια σειρά απ’ αυτές τις συγκεντρώσεις άστρων εμφανίζονται κοντά μεταξύ τους στον ουρανό, μέσα και κοντά στο λεγόμενο Ζωδιακό Κύκλο. Δηλαδή, στην περίπτωσή μας, οι αστερισμοί Μεγάλη και Μικρά Άρκτος, ο Βοώτης και η Παρθένος αποτελούν ένα γειτονικό σύνολο. Όπως, μάλιστα, εντοπίστηκε σε ένα απόσπασμα σχετικού κειμένου του Ησιόδου, οι ονομασίες αυτών των αστερισμών έφεραν και τα ονόματα Αρκάς και Αρκτοφύλαξ1. 
Ο ΜΥΘΟΣ: Η Καλλιστώ, εξαπατημένη από τον Δία, που πήρε τη μορφή της Αρτέμιδος, συνδέθηκε μαζί του και γέννησε από την ένωσή της με τον πάτέρα των θεών το μεγάλο ήρωα της Αρκαδίας, τον Αρκάδα. Κατά μία εκδοχή, η Άρτεμη, εκνευρισμένη για την κατάληξη μιας παρθένας Νύμφης της, την μεταμόρφωσε σε άρκτο (αρκούδα). Αντιθέτως, ο Οβίδιος γράφει πως η εγκυμοσύνη της Καλλιστούς ανακαλύφθηκε μερικούς μήνες αργότερα, ενώ έκανε μπάνιο με την Άρτεμη και τις άλλες Νύμφες της σε ένα αρκαδικό πο- ταμό. Μετά το γεγονός αυτό η Άρτεμις έδιωξε από την ομάδα της την ερωμένη του Δία. Όταν τελικά η Καλλιστώ γέννησε τον Αρκάδα, η Ήρα, ως απατημένη σύζυγος, βρήκε την ευκαιρία να εκδικηθεί για τον πληγωμένο εγωισμό της και μεταμόρφωσε τη λεχώνα Νύμφη σε αρκούδα. Η Μαία, μητέρα του Ερμή, ανέλαβε τότε τον μικρό Αρκάδα για να τον προστατέψει. [Κατά μία άλλη εκδοχή, η Καλλιστώ, από σχέση της με τον θεό το Δία [ή τον Ερμή], γέννησε και τον «τραγοπόδαρο» θεό Πάνα.] Όταν ο Αρκάς μεγάλωσε, μια μέρα που πήγε στο δάσος για να κυνηγήσει, είδε τη μεταμορφωμένη σε αρ- κούδα μητέρα του, η οποία, σημειωτέον, διατηρούσε την ανθρώπινη σκέψη και αντίληψη, και ετοιμάστηκε να την τοξεύσει. Τότε ο Δίας για να αποτρέψει τη μητροκτονία, τον μεταμόρφωσε σε αρκουδάκι κι έτσι ο Αρκάς αναγνώρισε τη μητέρα του. Επειδή όμως ο Δίας φοβήθηκε την οργή της Ήρας, η οποία έιχε μάθει για τις νέες περιπέτειες του συζύγου της, τους μετέφερε και τους δύο στον ουρανό και τους μεταμόρφωσε σε αστερισμό, βάζοντας μάλιστα τον αστέρα Αρκτούρο να τους προστατεύει. Από τότε η Καλλιστώ είναι η Μεγάλη Άρκτος και ο Αρκάς η Μικρά Άρκτος. Όμως, συνεχίζει ο Μύθος, η Ήρα εξοργίστηκε με την, έστω, ουράνια αθανασία που θα απολάμβανε η αντίζηλός της και το παιδί της, και κατέφυγε στη βοήθεια του θεού Ωκεανού. Το μόνο που κατάφερε από την προσπάθειά της αυτή, ήταν η υπόσχεση του Ωκεανού πως δεν θα δεχθεί ποτέ στα νερά του τους δυο αυτούς αστερισμούς. Έτσι «εξηγείται» ποιητικά η αειφανής θέση των δύο αυτών αστερι- σμών! Τα αστέρια της Με- γάλης Άρκτου ήταν όλα σε κύκλο πάνω από τον ουρα- νό της Αθήνας του 400 π.Χ., και σχεδόν το ίδιο συνέβαινε δυο-τρεις αιώνες αργότερα στη γειτονική Ρώμη. Τώρα, όμως, λόγω της μετάπτωσης των ισημε- ριών, τα πόδια του αστερισμού της Μεγάλης Άρκτου βυθίζονται κάτω από το δυτικό ορίζοντα και της Ρώ- μης και της Αθήνας, όπως μπορούμε και εμείς να παρατηρήσουμε μετά τις 12 τα μεσάνυχτα των καλοκαιρινών βραδιών. ΛΑΤΡΕΙΑ: Για τους αρχαίους Αρκάδες, η Καλλιστώ ήταν εθνική ηρωίδα, την οποία τιμούσαν δίπλα από το ναό της Αρτέμιδος, όπου πίστευαν ότι ήταν ο τάφος της. Από το όνομα του γιου της πήραν και την ονομασία οι κάτοικοι της περιοχής [Αρ- κάς> Αρκάδες]. Στην Τεγέα, οι κάτοικοί της είχαν αφιερώσει και ναό προς τιμήν της Καλλιστούς. Σύμφωνα με τον Παυσανία, οι Αρκάδες είχαν αφιε- ρώσει λατρευτικό άγαλμα της Καλλιστούς στους Δελφούς. 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Homerica, Ο Διαγωνισμός του Ομήρου και του Ησιόδου, 316 κ.ε. (μτφρ. Hugh G. Evelyn-White). Παυσανίας, VIII.35.8. Οβίδιος. Με- ταμορφώσεις II, 405-531.Απολλόδωρος. Βιβλιοθήκη III.8.2. Υγίνος, Poeticon Astronomicon, II.1 «η Μεγάλη Άρκτος». Αισχύλος, Καλλιστώ, χαμένη τρα- γωδία. konstantinosaoikonomlou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon 1 .

 Ησίοδος, Astronomia, τεμάχιο 3, ως ένα απόσπασμα σε σχόλιο σχετικά με τον Άρατο

ελευθερία λάρισας.
ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Η περιοχή των Ανακτόρων το 1897

Κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 κατέφθασαν στη Λάρισα πολλοί δημοσιογράφοι, Έλληνες και ξένοι, απεσταλμένοι του γραπτού Τύπου, ημερήσιου και περιοδικού, για να καλύψουν την διαφαινόμενη σύρραξη μεταξύ των δύο κρατών. Όλοι αυτοί, ιδιαίτερα οι ξένοι, συνοδεύονταν από ζωγράφους και φωτογράφους, οι οποίοι απαθανάτιζαν εκτός από πολεμικές στιγμές και διάφορα τοπία της Λάρισας και της περιοχής της. 
Ένα από τα τοπία αυτά παρουσιάζουμε σήμερα. Πρόκειται για ένα χαρακτικό το οποίο δημοσιεύθηκε στο γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Monde Illustrée των Παρισίων στο φύλλο της 17ης Απριλίου του 1897. Το χαρακτικό αυτό είναι αντιγραφή φωτογραφίας[1] του Γάλλου δημοσιογράφου Henri Turot και ως εκ τούτου η αξιοπιστία και η ακριβής καταγραφή των εικονιζομένων δεν αμφισβητείται. Ο γαλλικός υπότιτλος του σχεδίου είναι λιτός. Σε μετάφραση αναφέρει «Μερική άποψη της Λάρισας», χωρίς άλλα διευκρινιστικά στοιχεία. Το χαρακτικό αυτό απεικονίζει την περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία Λαού (Αγαμ. Μπλάνα) και η περιοχή του Δημοτικού Ωδείου με το τζαμί. Ο φωτογράφος στάθηκε περίπου στη συμβολή της σημερινής οδού Κύπρου με την οδό μητροπολίτου Νεοφύτου και έστρεψε τον φακό του προς βορρά. Μπροστά σε πρώτο επίπεδο διακρίνεται ένας μεγάλος ανοικτός, ανώμαλος, αδιαμόρφωτος και ακάθαρτος χώρος. Τέτοιοι χώροι υπήρχαν αρκετοί την εποχή εκείνη μέσα στην πόλη, οι οποίοι μάλιστα πολύ συχνά δημιουργούσαν προβλήματα καθαριότητος και υγιεινής.
 Εδώ πρόκειται για τον χώρο της πλατείας Ανακτόρων όπως λεγόταν τότε, ο οποίος προπολεμικά στέγασε την κατεδαφισμένη από το 1978 Δημοτική Αγορά και αφού άλλαξε πολλές ονομασίες, ανάλογα με τις επιθυμίες της εκάστοτε δημοτικής αρχής, σήμερα ονομάζεται επίσημα πλατεία δημάρχου Αγαμέμνονα Μπλάνα. Κάτω της στεγάζεται υπόγειος χώρος στάθμευσης, ενώ στην επιφάνειά της φιλοξενεί υπολείμματα βυζαντινών μνημείων τα οποία αποκαλύφθηκαν κατά την εκσκαφή για τη δημιουργία του χώρου στάθμευσης. Πίσω, σε ένα δεύτερο επίπεδο αποτυπώνονται διάφορα κτίρια.
 Ξεκινώντας από αριστερά, το πρώτο κτίριο είναι το κονάκι του Οθωμανού Χουσνή Μπέη, στο οποίο φιλοξενήθηκε τον Οκτώβριο του 1881, όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Λάρισα, ο βασιλέας Γεώργιος Α’ και το ίδιο διάστημα το αγόρασε[2]από τον ιδιοκτήτη. Είναι ένα ογκώδες τετράγωνο οίκημα, γνωστό στους παλιούς Λαρισαίους ως ανάκτορα. Το κτίριο είναι περιφραγμένο, βρίσκεται στο κέντρο μιας δενδροφυτευμένης αυλής και η έκτασή του καλύπτει τον χώρο όπου σήμερα ορθώνεται το οικοδομικό συγκρότημα του Δημοτικού Ωδείου. 
Μάλιστα με λίγη προσοχή μπορεί να διακρίνει κανείς μπροστά από τα ανάκτορα ένα στρατιωτικό φυλάκιο, επειδή τις ημέρες εκείνες του 1897, τα ανάκτορα φιλοξενούσαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο με το επιτελείο του και στέγαζαν το στρατηγείο των πολεμικών επιχειρήσεων. Το κτίριο ανατολικά του ανακτόρου, που αντιστοιχεί στη σημερινή πλατεία του Αγίου Βησσαρίωνος, είναι η μεγάλη διώροφη κατοικία της οικογένειας του συμβολαιογράφου Ανδρέα Ροδόπουλου, γενάρχη της οικογένειας Ροδόπουλου. Εγγονοί του ήταν μεταξύ των άλλων ο πολιτικός Τάκης Ροδόπουλος που διετέλεσε και πρόεδρος της Βουλής και ο Δημήτριος Ροδόπουλος, ο οποίος όμως μας είναι περισσότερο γνωστός ως ο συγγραφέας Μ. Καραγάτσης. Το οίκημα αυτό αγοράσθηκε από τον βασιλέα και επειδή είχε υποστεί πολλαπλές φθορές κατεδαφίσθηκε, προφανώς για να αυξηθεί σε έκταση ο αύλειος χώρος των ανακτόρων.
 Η κατεδάφιση πρέπει να έγινε πριν το 1910, γιατί σε επιστολικό δελτάριο της περιόδου αυτής δεν απεικονίζεται. Πίσω του δια- γράφεται ο τρούλος του τεμένους του Ομέρ μπέη, ο μιναρές του οποίου είναι κολοβωμένος και ακόμα πιο πίσω κάποιος άλλος μιναρές μισοκατεστραμμένος και αυτός. Δεξιά απεικονίζεται το Γενή τζαμί, το μοναδικό σωζόμενο σήμερα τζαμί στη Λάρισα. Κτίσθηκε μετά την απελευθέρωση της πόλεως για να εξυπηρετήσει τις λατρευτικές ανάγκες των μουσουλμάνων κατοίκων της, επειδή όλα τα άλλα τζαμιά ήταν ερειπωμένα και ακατάλληλα.
 Όμως ο σεισμός του Μαρτίου του 1941 κατέστρεψε την κωνική απόληξη του μιναρέ του. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 μέχρι και σήμερα το τζαμί έχει πολλαπλές χρήσεις και πρόσφατα στέγαζε το αρχαιολογικό μουσείο της Λάρισας. [1].Την περίοδο εκείνη η φωτογραφική τέχνη βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα και η αναπαραγωγή φωτογραφιών σε έντυπα παρουσίαζε τεχνικές δυσκολίες. Γι’ αυτό και πολλά περιοδικά και εφημερίδες αναγκάζονταν να αναθέτουν σε ζωγράφους την αντιγραφή τους σε σχέδια, τα οποία είχαν πολύ καλή απόδοση στο χαρτί. [2]. Το κονάκι αγοράσθηκε από τον άνακτα στις 11 Οκτωβρίου 1881 έναντι του ποσού των 1.100 Οθωμανικών λιρών, που μεταφράζεται σε 27.752 δρχ. της εποχής. Επειδή ο Τούρκος ιδιοκτήτης λέγεται ότι αποποιήθηκε τη χρηματική προσφορά, ο Βασιλέας, με εισήγηση της βασίλισσας Όλγας, προσέφερε τα χρήματα για την ανέγερση του γειτονικού Γενή Τζαμί, του μοναδικού τεμένους που διατηρήθηκε στην πόλη μέχρι τις μέρες μας, ώστε να εξυπηρετούνται οι θρησκευτικές ανάγκες των Τούρκων που παρέμειναν στη Λάρισα έπειτα από την προσάρτηση. Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α’ στη Θεσσαλονίκη το 1913, το ανάκτορο της Λάρισας κληρονόμησε ο γιος του πρίγκιπας Νικόλαος, ο οποίος και πρότεινε στο Δήμο την αγορά του σε συμφέρουσα τιμή.

ελευθερία λάρισας.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015


ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*

Φυλλίς και Δημοφών [η αγάπη και η αμυγδαλιά]


Η ΦΥΛΛΙΣ: Η Φυλλίς ήταν μία από τις θυγατέρες του βασιλιά της Θράκης, Σίθωνα. Μητέρα της Φυλλίδος ήταν η Νύμφη Μενδιής ή Αγ χινόη. Σύμφωνα με μία άλλη αναφορά, ο πατέρας της Φυλλίδας ονο μαζόταν Λυκούργος και ήταν επίσης βασιλιάς της Θράκης.
 Ο ΔΗΜΟΦΩΝ: Ο Δημοφών [Δημοφόων < δήμος (λαός) + φόως (φως, λάμψη), "το φως του λαού, αυτός που φωτίζει το λαό του"], ήταν μυθικός βασιλιάς των Αθηνών, γιος του Θησέα και της Αίθρας ή [κατά το Διόδωρο] της Αμαζόνας Αντιόπης. Όταν, ο πολιτικός αντίπαλός του Θησέα, Μενεσθέας, απόγονος του Ερεχθέα, κατά τη διάρκεια απουσίας του Θησέα στον Άδη, κατέλαβε την εξουσία του στην πόλη, ο Θησέας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, στέλνοντας τον Δημοφώντα και τον αδελφό του Ακάμαντα στην Εύβοια, στον βασιλιά Ελεφήνορα. Αργότερα ο Δημοφών κι ο αδελφός του μαζί με το βασιλιά της Εύβοιας εξεστράτευσαν κατά της Τροίας [Τρωικός Πόλεμος]. Μάλιστα ο Δημοφών ήταν από τους λιγοστούς άνδρες που εισήλθαν στο Δούρειο Ίππο. 
Ο ΓΑΜΟΣ ΔΗΜΟΦΩΝΤΑ – ΦΥΛΛΙΔΟΣ: Επιστρέφοντας από την Τροία στην Αθήνα μετά το τέλος του πολέμου, ο Δημοφών έφτασε στους Βισάλτες στη Θράκη, ίσως εξαιτίας κάποιας θαλασσοταραχής. Στην ακρογιαλιά εκείνη έπαιζε μια παρέα κοριτσιών. Ανάμεσά τους ήταν και η πριγκιποπούλα Φυλλίδα. Ο Δημοφώντας, επικεφαλής των ναυτών, ζήτησε από τα κορίτσια να μην φοβούνται. Οι άνδρες έψαχναν απλά μια πηγή για να γεμίσουν με νερό τα άδεια τους δοχεία. Η βασιλοπούλα, γοητευμένη από τους ευγενικούς τρόπους του νεαρού Δημοφώντα και εμπιστευόμενη το ένστικτό της, κάλεσε τους στρα- τιώτες στο παλάτι όπου τους φιλοξένησαν με τιμές. Η πριγκιποπούλα γοητεύτηκε από την στάση και το παράστημα του Δημοφώντα. Μα και κείνος δεν έμεινε αδιάφορος από την χάρη και την ομορφιά της κόρης. Ο Έρωτας δεν άργησε να έλθει. Ήταν φλογερός και αμοιβαίος. Τον γάμο των δυο νέων ευλόγησε ο βασιλιάς Σίθωνας εκτιμώντας το ήθος και την ευγενική καταγωγή του γαμπρού του. Τίμησε δε την ένωση αυτή με πλούτη και γη από το βασίλειό του φροντίζοντας να μην λείψει τίποτα από τους νεόνυμφους. Μάλιστα η Φυλλίδα, σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς, απέκτησε από τον γάμο αυτό δύο αγόρια. Ο Δημοφών, ωστόσο, έπρεπε να γυρίσει στην Αθήνα για να βοηθήσει τον πατέρα του στους αγώνες κατά των πολιτικών του αντιπάλων, αλλά, πριν φύγει, ορκίστηκε στη Φυλλίδα πως θα επέστρεφε γρήγορα κοντά της. Η Φυλλίδα τον ξεπροβόδισε μέχρι τις Εννέα Οδούς (την μεταγενέστερη Αμφίπολη), όπου του έδωσε ένα ιερό κουτί, που του είπε πως ήταν της θεάς Ρέας, το οποίο αυτός δεν έπρεπε να ανοίξει παρά μόνο όταν θα έχανε την ελπίδα να ξαναγυρίσει στη γυναίκα του. Ο Δημοφών δεν μπόρεσε να επιστρέψει γρήγορα στην Αθήνα, διότι φεύγοντας από τη Θράκη, μια τρικυμία τον παρέσυρε στην Κύπρο. ΦΥΛΛΙΣ ΚΑΙ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ: Σύμφωνα με μια παραλλαγή του μύθου, η Φυλλίδα είχε απλώς αρραβωνιαστεί τον Δημοφώντα κι εκείνος έμεινε για πάντα πιστός σ’ αυτήν και δεν λησμόνησε ποτέ την υπόσχεσή του να επιστρέψει κοντά της. Όταν τελικά μπόρεσε να επιστρέψει στη Θράκη για να τη συναντήσει και να την παντρευτεί, ήταν δυστυχώς ήδη πολύ αργά. Η Φυλλίδα, απογοητευμένη από την καθυστέρηση του Δημοφώντα, είχε πεθάνει από τον καημό της και μάλιστα είχε με- ταμορφωθεί σε αμυγδαλιά, που έμενε όλο το χρόνο χωρίς φύλλα. Όμως, ο Δημοφών δεν μπορούσε μακριά από την αγαπημένη του. Αγνοώντας τις νουθεσίες φίλων και συγγενών να παραμείνει μέχρι να ανοίξει ο καιρός, εκείνος, που είχε πλέον επιστρέψει στην Αθήνα, ξεκίνησε μες στην καρδιά του χειμώνα το ταξίδι της επιστροφής. Για μέ- ρες περπατούσε μες στον βοριά, το κρύο και το χιόνι ώσπου έφτασε στη Θράκη. Αναζητώντας την αγαπημένη του έφτασε στο σημείο του αποχαιρετισμού. Εκεί ακριβώς είδε να στέκεται ένα ψηλό ξεραμένο δέντρο χωρίς καρπούς και φύλλα. Ο νέος κατάλαβε τι είχε συμβεί και βγάζοντας μια κραυγή πόνου με δάκρυα στα μάτια αγκάλιασε σφιχτά τον ξερό κορμό σαν να αγκάλιαζε το σώμα της αγαπημένης του. Και τότε σαν από θαύμα, ζωή πλημμύρισε το άψυχο ξύλο και τα γυμνά κλαδιά του δέντρου στολίστηκαν με πανέμορφα μικρά λευκά άνθη που ανέδυαν μια υπέροχη, ευωδία. 
Η ΑΡΑ [ΚΑΤΑΡΑ]: Μια άλλη παραλλαγή, λέει ότι μετά από αρκετό καιρό η Φυλλίδα, απελπισμένη από το γεγονός ότι ο σύντροφός της δεν επέστρεφε, πήγε στο σημείο όπου τον είχε αποχαιρετήσει, στους Εννέα Δρόμους, κι εκεί καταράστηκε τον άπιστο, όπως πίστευε, άνδρα της και στη συνέχεια κρεμάστηκε σε ένα δέντρο. Από τότε, το δέντρο στο οποίο κρεμάστηκε ή ίσως και όλα τα δέντρα της περιοχής, από τη θλίψη τους για το φριχτό τέλος της Φυλλίδας, δεν κρατούσαν ποτέ τα φύλλα τους. Το ίδιο συνέβαινε και με τα δένδρα που οι γονείς της φύτεψαν στον τάφο της. Στο μέρος που θάφτηκε, λέει μια άλλη πα- ραλλαγή, φύτρωσε μια αμυγδαλιά, που άνθισε μόνο, στα τέλη κάποιου χειμώνα, όταν ο Δημοφώντας, ξαναπέρασε από εκεί. Στο μεταξύ, σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, ο Δημοφών, μετά από καιρό, βέβαιος πια ότι δεν επρόκειτο να γυρίσει στη Φυλλίδα, άνοιξε το κουτί που αυτή του είχε δώσει και τότε είδε ένα όραμα που τον συνεπήρε κάνοντάς τον να ιππεύσει το άλογό του και, καλπάζοντας ορμητικά, να πέσει, κατά λάθος, επάνω στο σπαθί του που φορούσε και να σκοτωθεί, ενώ οι δικοί του άνθρωποι εγκαταστάθηκαν, πλέον, οριστικά στην Κύπρο.
 Η ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΚΑΜΑ: Σε πολλές παραλλαγές του μύθου αντί για τον Δημοφώντα πρωταγωνιστεί ο αδελφός του, Ακάμας. Στην Κύπρο, μάλιστα, υπάρχει ακρωτήριο με το όνομα Ακάμας, ενώ πόλη με το όνομα Ακαμάντιον υπήρχε στη Φρυγία. ΠΗΓΕΣ – ΣΧΟΛΙΑ: Η ιστορία αυτή εμφανίζεται στο δεύτερο βιβλίο του έπους «Ηρωίδες» του Ρωμαίου ποιητή Οβίδιου, αλλά και σε έργο του ποιητή Καλλιμάχου. Αξίζει να σημειωθεί πως η αρχαία ονομασία «Εννέα Οδοί» για την Αμφίπολη, προέρχεται από τον μύθο της Φυλλίδας, η οποία λέγεται ότι είχε πάει εννέα φορές στην ακτή, περιμένοντας την επιστροφή του Δημοφώντα. 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ: Είναι πολύ πιθανό η ιστορία να πλάστηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα από τους Αθηναίους, για λόγους πολιτικούς. Συγκεκριμένα, το 437 π.Χ., οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Ηδωνούς που κατοικούσαν τότε στις Εννέα Οδούς, αποίκησαν την πόλη και την μετονόμασαν σε Αμφίπολη, οπότε και επινόησαν ένα μύθο που να απο- δεικνύει ότι η χώρα αυτή συνδεόταν με την Αθήνα ήδη από τους μυθικούς χρόνους. Λίγο αργότερα, ο ρήτορας Αισχίνης χρησιμοποίησε τον ίδιο μύθο για να αντικρούσει το βασιλιά της Μακεδονίας, Φίλιππο, που διεκδικούσε την Αμφίπολη. Ενώ η κατάρα της Φυλλίδας προς τον Αθηναίο Δημοφώντα, στο συγκεκριμένο σημείο, τις Εννέα Οδούς, απο- τυπώνει πιθανώς σε ενός είδους “κατάρα” που βάραινε τους Αθηναίους γιατί στα μέρη αυτά ηττήθηκαν πολλές φορές!
 * Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, είναι δάσκαλος, συγγραφέας Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon