Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

 

ΠΛΑΤΩΝ: «Η χαμένη Ατλαντίς» (1ο μέρος)

 
ΠΛΑΤΩΝ: «Η χαμένη Ατλαντίς» (1ο μέρος)

Από τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο


* Πρόκειται για τον πιο διάσημο Πλατωνικό μύθο. Εξιστορεί την ύπαρξη τής Ατλαντίδος, τη σύγκρουση με την αρχαία Αθήνα και την καταβύθισή της στον Ατλαντικό Ωκεανό. Η διήγηση τού Πλάτωνα είναι τόσο εντυπωσιακή, λεπτομερής και αληθοφανής, ώστε εξ αρχής εξελήφθη ως είδος ιστορικού ντοκουμέντου... Τον 4ο αι. πΧ ο Πλάτωνας γράφει δύο διαλόγους: «Τίμαιος» και «Κριτιας». Τότε ακούγεται για πρώτη φορά το όνομα τής Ατλαντίδος. Η ιστορία μιας βυθισμένης ηπείρου, στα εδάφη τής οποίας άνθισε ένας εκπληκτικός πολιτισμός, είναι τρομερά εντυπωσιακή και προκλητική.
* ΟΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΣΤΟ ΣΟΛΩΝΑ : Γύρω στο 600 πΧ ο νομοθέτης Σόλων επισκέφθηκε την αιγυπτιακή πόλη Σαΐδα. Εκεί ήρθε σε επαφή με τους ιερείς και ζήτησε στοιχεία μέσα από τα αρχεία τους σχετικά με την προέλευση τού ελληνικού πολιτισμού. Τόνισε πως δεν ενδιαφερόταν για μύθους, παρά μόνο για ιστορικά γεγονότα. Οι ιερείς τον πληροφόρησαν ότι τα αρχεία τής Αιγύπτου είχαν διατηρηθεί διότι ήταν χαραγμένα σε πέτρες που φυλάσσονταν στα υπόγεια των ναών. Ένα από τα χρονικά είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα. Αναφερόταν σε γεγονότα πριν από 9.000 χρ. Τότε, αποκάλυψαν οι ιερείς στον Σόλωνα, η Αθήνα ήταν η πιο λαμπρή πόλη και υπερτερούσε απ’ όλες. Πολλά τα κατορθώματά της, με μεγαλύτερο αυτό τής απόκρουσης μιας ισχυρής δύναμης η οποία εμφανίστηκε ξαφνικά από τη Δύση και άρχισε να κατακτά Ευρώπη και Ασία.
* ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΤΛΑΝΤΙΔΟΣ : Οι εισβολείς είχαν έρθει από ένα νησί πέρα από τις «Ηράκλειες Στήλες». Ήταν μεγαλύτερο από Λιβύη, Μ. Ασία και αποτελούσε πέρασμα για άλλα νησιά στον Ατλαντικό Ωκεανό και για μια ήπειρο πιο πέρα. Το όνομά του: Ατλαντίς (Νησί του Άτλαντα). Ήταν μια χώρα με μεγάλες και πλούσιες πεδιάδες και με άφθονη χλωρίδα και πανίδα. Το υπέδαφος ήταν πλήρες από χρυσάφι και ασήμι. Είχε κυκλικό σχήμα, χτισμένη πάνω σ’ έναν λόφο που περιέβαλαν 3 κυκλικά κανάλια (δες το σχέδιο). Μπορούσε κάποιος να βρει όλα τα είδη ξυλείας. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία από ήμερα και άγρια ζώα, καθώς και ένα κοπάδι ελέφαντες. Υπήρχαν ακόμη φυτά, χορταρικά, μυρωδικά, χλωροί και ξηροί καρποί, δημητριακά, όσπρια και ό,τι άλλο μπορεί να φυτρώνει σε μία ευλογημένη γη. Χάρη στην κατασκευή μεγάλων τεχνικών έργων, κατάφερναν να έχουν δύο σοδειές το χρόνο.
* ΕΠΕΚΤΑΣΗ και ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ : Είχε αναπτυχθεί ένας μεγαλειώδης πολιτισμός. Είχαν αποικίσει τα γύρω νησιά και τμήματα των δύο ηπείρων που βρίσκονταν στις δύο πλευρές τού ωκεανού. Ο στρατός της είχε εισβάλει και κυριέψει τη Β. Αφρική φθάνοντας μέχρι τα σύνορα τής Αιγύπτου. Άλλα τμήματά του, μέσω τής Ν. Ευρώπης, έφθασαν στην Ελλάδα. Όλες οι χώρες εγκατέλειψαν κάθε προσπάθεια αντίστασης. Μόνο η Αθήνα τους αντιμετώπισε και έπειτα από τρομακτικές, ηρωικές μάχες τους νίκησε και τους απώθησε σώζοντας τον μεσογειακό κόσμο. «Μετά παρέλευσιν αρκετού χρόνου όμως, έγιναν φοβεροί σεισμοί και κατακλυσμοί και εντός ενός φρικιαστικού ημερονυκτίου, ολόκληρος ο στρατός σας ετάφη εις την γην και εξηφανίσθηκε επίσης βυθισμένη εις την θάλασσα η νήσος Ατλαντίς».
* ΜΥΘΟΣ ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ; Ο θρύλος για τη χαμένη Ατλαντίδα είναι ξακουστός σ’ όλο τον κόσμο. Ο Αριστοτέλης τον θεωρεί φανταστικό και τον απορρίπτει. Άλλοι σύγχρονοί του δέχονται την αυθεντικότητά του. Η σχετική διαμάχη διαρκεί ως τις μέρες μας. Στους αιώνες που κύλισαν από τότε, χιλιάδες έχουν προσπαθήσει να βρουν κάποιο ίχνος της. Αμέτρητα και τα βιβλία που έχουν γραφεί. Το κύρος τού ονόματος τού Πλάτωνος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην αφήγηση. Δεν αντιμετωπίστηκε ως μύθος, αλλά ως πραγματικό γεγονός. Ποιος ξέρει άραγε αν όλα αυτά είναι ένας καλοντυμένος μύθος του Πλάτωνα ή αν πράγματι υπήρξε; Σε κάθε περίπτωση, το μυστικό της χαμένης Ατλαντίδος παραμένει ένας μύθος με αμέτρητα αναπάντητα ερωτήματα, ο οποίος εξάπτει τη φαντασία. Πάντα θα συναρπάζει κι ας αφήσουμε περιθώριο στο χρόνο να δώσει απαντήσεις....

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

 

Λαογραφία

Ο Γανωτζής ή Καλαντζής


Ο Γανωτζής ή Καλαντζής

Από τον Γιάννη Γούδα

‘’ Ο Γανωτζής ! Μπακίρια γανώνωωωωωω! Ο Καλαντζής’’ !
Ελάτε σήμερα μαζί, να κάνουμε ένα ταξίδι στο συγκεκριμένο επάγγελμα και στο παρελθόν.....


Ετοίμαζε αποβραδίς τα εργαλεία της δουλειάς του {κασσίτερος, καλάι, σπίρτο (οξύ) και φύλλα χαλκού, σφυριά, τη σιδερένια μεγάλη μασιά, το κολλητήρι, το ψαλίδι, βαμβάκι μπόλικο και ένα ταψί}, βάζοντάς τα σ’ ένα τσουβάλι και την άλλη μέρα το πρωί, έπαιρνε το δρόμο αργά-αργά με τα πόδια βέβαια, και μέσα από μονοπάτια, βουνά και λαγκάδια, για να φτάσει στο χωριό που για δυό τουλάχιστον βδομάδες, θα τον φιλοξενούσε. Μεγάλο για την εποχή εκείνη το χωριό και πολλά τα μαγειρικά χάλκινα σκεύη που έπρεπε να γανώσει. Κατσαρόλες, γκιούμια, μαστραπάδες, (ν)ταβάδες, ταψιά, σινιά, καζάνια, ρακοκάζανα, κακκάβια, τεντζερέδες, τηγάνια, μπρίκια του καφέ και διάφορα άλλα σκεύη μικρά και μεγάλα.
Τα πιτσιρίκια που έπαιζαν εκείνη την ώρα στην πλατεία, τον είδαν και άρχισαν να φωνάζουν : ‘’Έρχεται ο καλαντζής, έρχεται ο καλαντζής’’, δίνοντας έτσι την πρώτη ενημέρωση στους μεγαλύτερους, για την άφιξή του. Προχώρησε και έφτασε σε ένα μικρό οίκημα, ακριβώς κάτω από την πλατεία, που το χρησιμοποιούσε σαν εργαστήρι, καθώς και για να κοιμάται τα βράδια, έχοντας στη διάθεσή του, ένα μικρό κρεβάτι που του φάνταζε βασιλικό, μετά από τις καθημερινές πολλές και δύσκολες ώρες δουλειάς. Υπήρχε ακριβώς δίπλα του το σιδηρουργείο (το οίκημα αυτό και για να σας ενημερώσω λεγόταν ‘’Σπίτι του παιδιού’’ και το είχε φτιάξει η Βασίλισσα Φρειδερίκη, για να μαθαίνουν τα μεν αγόρια σιδεράδες και τσαγκάρηδες, τα δε κορίτσια κέντημα και αργαλειό), οπότε εκμεταλλευόταν το αμόνι – φυσερό και τα κάρβουνα.
Ακουμπούσε σε μια άκρη το τσουβάλι με τα υλικά και τα εργαλεία του, έκανε κι ένα τσιγάρο και πήγαινε κατευθείαν στο καφενείο του χωριού. Όλοι τον καλοδέχονταν, γιατί τόσα χρόνια που δούλευε, τους γνώριζε όλους ‘’απέξω και ανακατωτά’’. Μάλιστα, οι πολύ καλοί φίλοι του σηκώνονταν από τα τραπέζια τους και πήγαιναν στο δικό του. Η βραδιά προβλεπόταν ενδιαφέρουσα (καινούργιος μουσαφίρης γαρ) με καλό μεζέ και άφθονο κρασάκι. Έτσι ωραία πέρναγε η πρώτη βραδιά, γιατί οι επόμενες θα ήταν δύσκολες.
Με το ξημέρωμα, άρχιζαν να πηγαίνουν οι συγχωριανοί μου, φέρνοντας ο καθένας κάποιο χάλκινο (μπακιρένιο) σκεύος, για ‘’γάνωμα’’. Τα χάλκινα σκεύη ήταν απαραίτητα σε ένα νοικοκυριό, γι’ αυτό και τα πήγαιναν και δώρα στους γάμους. Επειδή δεν υπήρχαν όμως χρήματα για καινούργια (ήταν φτωχός ο κόσμος τότε και εδικά στα μέρη μας), έπρεπε να ‘’γανωθούν’’ δυο φορές το χρόνο, γιατί με την καθημερινή τους χρήση και το πλύσιμο, με ‘’σταχτόνερο’’, έχαναν τη γυαλάδα που είχαν, οξειδώνονταν και πρασίνιζαν, με αποτέλεσμα να είναι επικίνδυνα για την υγεία μας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά λόγω φτώχειας, πολλές φορές (απ’ ότι μου είπε ο πατέρας μου) δεν του έδιναν χρήματα, αλλά διάφορα τρόφιμα (τυριά, κρέας, καλαμπόκι κ. ά), που τα έπαιρνε ο άνθρωπος ευχαρίστως, για να ταϊσει κι εκείνος τη δική του οικογένεια.
Άναβε το φυσερό, βάζοντας μπόλικα κάρβουνα και με αυτά ανέβαζε τη θερμοκρασία, στο σημείο που ήθελε. Ζέσταινε πρώτα τα σκεύη, ώστε να καούν από τις γωνιές τα μαύρα και να φύγει το παλιό καλάι. Αφού καθάριζε καλά το σκεύος, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το έτριβε με τριμμένο κεραμίδι. Ένα πράγμα πολύ βλαβερό για την υγεία του. Μετά κράταγε το σκεύος με την σιδερένια μεγάλη μασιά πάνω από τη φωτιά, και έριχνε μέσα το χλωριούχο αμμώνιο για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Τότε έβαζε το καλάι μέσα και με κυκλικές κινήσεις, έδινε ένα ομοιόμορφο λευκό χρώμα που κόλαγε επάνω και μετά από ώρα κρύωνε. Έτριβε τότε με το βαμβάκι κάτω τον πάτο του, δημιουργώντας αστράκια ασημένια. Τότε τα σκεύη έλαμπαν...
Τελείωνε από το χωριό, αλλά δεν γύριζε στο σπίτι του. Μετακινούνταν συνεχώς από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη. Η διαδικασία ήταν η ίδια (φόρτωμα στον ώμο το σακί, ποδαρόδρομος ή μαραθώνιος, εύρεση εργαστηρίου ή σκιάς και καταλύματος) και από εκεί και πέρα να τον είχε καλά ο Θεός, να δημιουργεί σκεύη απαράμιλλης ομορφιάς, σωστά κομψοτεχνήματα για την εποχή, που κάποια από αυτά στολίζουν μέχρι και σήμερα ακόμα, κάμποσα χωριατόσπιτα, πολύ λίγα αστικόσπιτα και αρκετά λαογραφικά μουσεία, φέρνοντας στο νου άλλες εποχές, που η δουλειά και ο μόχθος ήταν και τέχνη. Και ήταν τέχνη, γιατί τα φαγητά και το τσίπουρο από τα ρακοκάζανα, όλα ήταν απίστευτα νόστιμα, όταν χρησιμοποιούνταν αυτά τα σκεύη. Όσοι και όσες τα δοκίμασαν, καταλαβαίνουν τι εννοώ.
Αφού τελείωνε από όλες τις δουλειές και έφτανε το φθινόπωρο, έπαιρνε με βιασύνη τον δρόμο της επιστροφής, για τον τόπο που γεννήθηκε και που τον τραβούσε ανεξήγητα. Θα κανόνιζε το καζάντιο του να περάσει άνετα με τη φαμίλια του, μέχρι τον επόμενο χρόνο και τα νέα του ταξίδια.
Διαβάζοντας κανείς τούτο το κείμενο, ίσως να νομίζει ότι, αυτή η δουλειά ήταν απλή, κάθε άλλο όμως... Τα χέρια του ήταν μαύρα από τις καρβούνες, άσε δε που παντού είχε καψίματα και από τη φωτιά, αλλά και από τη χρήση όλων αυτών των χημικών.
Το σημερινό μου κείμενο, είναι ένα μικρό αφιέρωμα στην τέχνη του Γανωτζή – Καλαντζή, που χάθηκε (θέλω να ελπίζω όχι οριστικά ακόμα) χάρη.... της τεχνολογίας της χύτρας. Το ψήσιμο στη γάστρα της πίτας, είτε στο ταψί, είτε στο σινί και το φαγητό στη χάλκινη κατσαρόλα, που έβραζε με ξύλα στην πυροστιά, έδιναν τέτοιο γευστικό αποτέλεσμα, που ούτε οι καλύτεροι σεφ δεν το καταφέρνουν.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Τενεκετζής


Τα τενεκετζίδικα της ΚομοτηνήςΤα τενεκετζίδικα της Κομοτηνής

Ήταν ένα από τα παλιά επαγγέλματα που χάθηκαν και πλέον αποτελεί ιστορία. Η τεχνολογία προχώρησε και πιο σύγχρονα μέσα κάλυψαν τις σημερινές μας ανάγκες. Σκοπός της αναφοράς μου αυτής στο συγκεκριμένο επάγγελμα είναι, να το μάθουν οι νέοι και να το θυμηθούν οι παλιοί....
Ο τενεκετζής έφτιαχνε και επιδιόρθωνε τα σκεύη που χρειαζόταν κάθε νοικοκυριό. Δεχόταν παραγγελίες για ειδικά σκεύη και έφτιαχνε τα αντικείμενα και σκεύη που γνώριζε ότι είχαν ζήτηση. Τα είχε όλα αραδιασμένα μπροστά στο μαγαζί του και πίσω από ένα πάγκο βρισκόταν ο ίδιος, όπου δούλευε. Και τι δεν έφτιαχνε : Κουβάδες για να βγάζουν νερό από το πηγάδι, λάντζες, γκιούμια (μεταλλικά δοχεία) για το γάλα και το νερό, σόμπες και μπουριά, ποτιστήρια, νιπτήρες, σκαφίδια, κουβάδες, χωνιά, λυχνάρια, φανάρια, λεκάνες, διάφορα δοχεία μεταφοράς νερού και γάλατος, μαγκάλια, θειαφιστήρια, καζάνια για το βράσιμο των ρούχων, κανάτες, κόσκινα διαφόρων ειδών, άλλα χρηστικά αντικείμενα όπως δοχεία αρμέγματος, διάφορα είδη μετρητών λαδιού, αλλά και πολλά είδη οικιακής χρήσης, όπως μπρίκια, μασιάδες, μαστραπάδες, σουρωτήρια, βρυσούλες, λαδοφάναρα, κλεφτοφάναρα, φανάρια ή σίτες φαγητού, γκαζοκάντηλα, φανάρια θυέλλης, μικρά ντεπόζιτα νερού με βρύση για το νίψιμο, καρδάρες και καζάνια που έβραζαν το γάλα, μαγκάλια, υδρορροές, ψεκαστήρες κ. ά. Κι όλα αυτά, γιατί δεν υπήρχε νοικοκυριό πριν από αρκετές δεκαετίες που να μην είχε τενεκεδένια αντικείμενα για την καθημερινή του χρήση. Ιδίως στην ύπαιθρο, όπου οι ασχολίες των κατοίκων ήταν δυσκολότερες.


Όλα αυτά ήταν μερικά από τα πράγματα, τα οποία δούλευε ασταμάτητα ο συγκεκριμένος μάστορας, καθότι δεν είχε ωράριο, διότι όταν τελείωνε αυτή τη δουλειά, ασχολούνταν με τις επιδιορθώσεις και αν το είχε μέσα του έφτιαχνε διάφορα σχέδια πάνω στα αντικείμενα που κατασκεύαζε. Αν βέβαια μετά από όλα αυτά είχε χρόνο, περνούσε από τις γειτονιές και τα χωριά (όποια τον καλούσαν, διότι το επάγγελμά του εξασκούνταν κυρίως στα κεφαλοχώρια, απ’ όπου εξυπηρετούνταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών), φορτωμένος με την γκαζιέρα για να λιώνει το καλάι και τα άλλα σύνεργα και επισκεύαζε όσα μεταλλικά σκεύη είχαν τρυπήσει ή σπάσει. Ήταν ένα επάγγελμα επικερδές και με μεγάλη ζήτηση, γιατί αφενός μεν ήταν πολλά τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσε ο κόσμος, αφετέρου δεν ήταν πολλοί αυτοί που να ασχολούνται με αυτά, διότι είχες να αντιμετωπίσεις και να αντέξεις τις πολλές ώρες εργασίας και διότι έπρεπε να γνωρίζεις καλά τη δουλειά και να δίνεις στα υλικά κατασκευής σου, το σχήμα που ήθελε ο κάθε πελάτης.
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ήταν διάφορα ψαλίδια, σφυριά, μέτρο, ματσόλα (ξύλινο σφυρί) και κολλητήρι. Εκεί μαζί με αυτά, βρισκόντουσαν και όλα τα υπόλοιπα εργαλεία του δηλ. το αμόνι, η φουφού, όπου έλιωνε το καλάι και τα μεγάλα κομμάτια της λαμαρίνας που χρησιμοποιούσε.
Ήταν ο άνθρωπος του λαού, του μεροκάματου, αυτό που σήμερα λέμε ‘’ο οικογενειάρχης’’, ο άνθρωπος της δουλειάς, του κόπου, πλημμυρισμένος με αγάπη που σε κερδίζει με την απλότητά του, την καλοσύνη του και την ανοικτοσύνη του, κι αυτό γιατί μιλούσαν και είχαν κάτι να πούνε οι πράξεις τους και οι καρδιές τους, κάτι αληθινό και εγκάρδιο.
Σήμερα το επάγγελμα αυτό αντικαταστάθηκε από τη βιομηχανία. Ήλθαν και έρχονται καθημερινά όλο και νέα προϊόντα της τεχνολογικής εποχή μας, ιδίως το νάιλον και το πλαστικό, τα οποία εκτόπισαν τη λαμαρίνα και την υπόλοιπη δουλειά.
Επειδή λοιπόν κινήθηκα σε αυτή την εποχή, την οποία και έζησα, άρα είχα προσωπικές μνήμες και εμπειρίες, για τον λόγο αυτό και έχω στραμμένο το βλέμμα μου στο παρελθόν και στο νου μου παίζουν οι εικόνες εκείνης της εποχής ασπρόμαυρες και γρατσουνισμένες, ζαχαρένιες και φαρμακωμένες αντάμα, τραχιές και τρυφερές, περήφανες και ταπεινές, αλλά ανυπόφορα νοσταλγικές!

 

Από τον Γιάννη Γούδα

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Οι ασβεσταριές...


Οι ασβεσταριές...

Από τον Γιάννη Γούδα

Σήμερα θα αναφερθούμε σε ένα θέμα το οποίο για πολλές δεκαετίες είχε την τιμητική του. Αναφέρομαι φυσικά στην ασβέστη ή στον ασβέστη, όπως συνήθιζαν παλιά να τον λένε. Τον ασβέστη τον ξέρουμε όλοι ως οικοδομικό υλικό (τον είχαν για τα χτισίματα, για τα σοφατίσματα, για τα γιοφύρια, παντού ασβέστη έβαζαν. Κι ο ασβέστης, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πήζει. Άμα έσφιγγε, γινόταν σαν τσιμέντο. Βαστάει πολλά χρόνια, δεν παθαίνει τίποτα), οι παλαιότεροι όμως τον θυμούνται και λόγω των πολλών άλλων χρήσεών του: Από μέσο καλλωπισμού των σπιτιών, των τζακιών και των φούρνων, των εκκλησιών, των τενεκέδων των λουλουδιών, των πεζουλιών, των δρόμων και των αυλών, για τον καλλωπισμό και την απολύμανση στις τουαλέτες «παλάτι γίνονταν, να μη μυρίζει», για τον καθαρισμό και την απολύμανση των μαντριών, για το ασβέστωμα των οπωροφόρων δένδρων και των κηπευτικών, για να μην ανεβαίνουν οι κάμπιες, για το φυσικό συντηρητικό στις πατάτες, για το διώξιμο του πόνου των εγκαυμάτων, μέχρι το σκληρυντικό των γλυκών, για να γίνονται τραγανά τα γλυκά του κουταλιού. Έτσι φαίνονταν και η νοικοκυροσύνη.
Τι ήταν, πώς γίνονταν αυτές και ποιος ήταν ο σκοπός τους ; Ήταν ένα καμίνι, όπου με τη βοήθεια φίλων, συγγενών και γενικώς των συγχωριανών του, παράγονταν ο απαιτούμενος ασβέστης του κάθε σπιτιού. Ήταν μια πρακτική των προηγούμενων χρόνων, στην απομακρυσμένη από τα αστικά κέντρα και ξεχασμένη ελληνική επαρχία, που το συγκεκριμένο υλικό αυτά δεν το έβρισκες εύκολα, και έπρεπε από μόνοι τους να το παράγουν, για την άμεση χρήση του στην κοινωνία και στο τοπικό περιβάλλον. Πρώτα έσκαφταν μία γούρνα μεγάλη και την έχτιζαν, στον πάτο (βάση) τοίχο κι απάνω τη γιόμιζαν με ασπρολίθια, δουλειά την οποία αναλάμβαναν οι άντρες, ενώ οι γυναίκες κουβαλούσαν κατάλληλα διαλεγμένες πέτρες για το χτίσιμο του καμινιού, το οποίο γινόταν κυκλικά με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένας θόλος. Πάνω από τον θόλο έριχναν και άλλες ειδικές πέτρες (στουρνάρια) και έτσι ο σωρός έφθανε σε ύψος 1,5 μέτρου περίπου, από την επιφάνεια του εδάφους. Στο μέσο έμπαινε μια μεγάλη άσπρη πέτρα, ενώ στο κάτω μέρος άφηναν ένα κατάλληλο άνοιγμα για την τροφοδοσία του καμινιού. Ύστερα ξεκινούσε το κάψιμο της πέτρας. Οι γυναίκες κουβαλούσαν με τριχιές ξύλα και οι άνδρες κρατούσαν διαρκώς την φωτιά αναμμένη τροφοδοτώντας την με τόνους ξύλα. Καίγονταν τα ασπρολίθια, καίγονταν και αυτά τα στουρναρολίθια και γίνονταν όλα ασβέστη. Οχτώ μερόνυχτα έκαιγε η φωτιά {λαμπάδα (φλόγα) μεγάλη}, αλλά εσωτερικά. Δεν έβγαινε απάνω η φλόγα. Πύρωνε γύρα-γύρα η ασβεσταριά. Κοκκίνιζαν οι πέτρες από πάνω και άρχιζε και έβγαινε σιγά-σιγά στην κορυφή η φλόγα. Τότε το καταλάβαιναν αυτοί που είχαν την ασβεσταριά και φώναζαν: Πολύ ωραία, τώρα κάηκε η ασβεσταριά. Έκλειναν το άνοιγμα της τροφοδοσίας με τα ξύλα, τη λεγόμενη ταΐστρα με πέτρες και χώμα και άφηναν μια μέρα το καμίνι να κρυώσει. Στη συνέχεια μετέφεραν τον ασβέστη σε έναν αποθηκευτικό χώρο, συνήθως στην άκρη του κήπου και καταή στο χώμα, σε κάποιο απόμερο σημείο, όπου έφτιαναν την ασβεσταριά. Έριχναν σε έναν λάκκο τον ασβέστη κι έριχναν από μακριά το νερό για να τον σβήσουν, αλλά και για να μη «χαλάσει» από την επαφή με τον αέρα (υγρασία). Τον κράταγαν και για άλλες φορές. Στις ασβεσταριές αυτές πρόσεχαν να μη ζυγώσει κανένας. Γι’ αυτό έβαζαν πέτρες γύρω-γύρω και έριχναν και τις σκέπαζαν από πάνω με τσίγκια, για να μην πάει κανένας μες στην ασβεσταριά, ούτε άνθρωπος, ούτε ζωντανό.
Η ασβέστη που έβγαινε από την ασβεσταριά ήταν άσβεστη. Για να τη χρησιμοποιήσεις έπρεπε να τη «σβήσεις» (να μπορείς δηλ. να την εκμεταλλευτείς). Την έβαζαν λοιπόν σ’ ένα ντενεκέ μέσα, δύο οκάδες, κι έριχναν νερό για να σβηστεί. Αφού έριχναν το νερό, χόχλαζε, χόχλαζε… Σε καμιά ώρα σταμάταγε ο χόχλος… κι αυτό ήταν. Γέμιζε ο ντενεκές με δύο οκάδες ασβέστη. Για να σβηστεί όμως καλά, έπρεπε να την ανακατεύουμε, για να μη μείνουν γρουμπούλια, να γίνει δηλ. σαν αλοιφή. Κι έπρεπε εκεί να έχεις τον νου σου. Άμα πετιόνταν επάνω σου, σ’ έκαιγε. Δε μπορούσες ούτε το ντενεκέ να τον αγγίξεις. Πέταγε φουσκάλες! Χόχλαζε! Έβραζε… Ακούγονταν “Χλου χλου χλου…”. Τόσο χόχλο έκανε. «Κράτα τα παιδιά μακριά, μη ζυγώσουν και ζεματιστούν», έλεγαν. Αλλά φύλαγαν και τα ζωντανά να μη ζυγώσουν στην ασβεσταριά. Σκυλιά, γάτες, κότες, όλα αυτά κινδύνευαν. Δεν έπρεπε να ζυγώσουν. Την αφήναμε κανα-δυο μέρες στο ντενεκέ να κρυώσει και μετά έμπαινε σε ένα μικρότερο δοχείο από λίγη-λίγη ασβέστη κι χρησιμοποιούνταν αναλόγως. Τότε δεν έκαιγε. Τότε που είχαμε την ασβέστη στο δοχείο αυτό, βάζαμε και λίγο λάδι, για να μη βγαίνει ψιλά στα ρούχα σου (δηλ. σαν στερεωτικό του χρώματος, για να μη φεύγει). Αλλά επειδή και το λάδι ήταν δυσεύρετο, συνήθως βάζαμε ένα κλωνάρι από συκιά, γιατί το συκόγαλο κάνει την ίδια δουλειά με το λάδι άμα το βάλεις μέσα στον ασβέστη.
Είχε μεγάλη τράβηξη (ζήτηση) τότε ο ασβέστης. Το κάθε νοικοκυριό αγόραζε οκάδες ασβέστη. Έπαιρναν τον ασβέστη οι νοικοκυρές και έκαναν λαμπίκο τα σπίτια. Ακόμη και ο πιο φτωχός θα περιποιόνταν το σπίτι του. Την άνοιξη και το καλοκαίρι, όλα τα σπίτια έπρεπε να βαφτούν, να ασβεστωθούν και να ασπριστούν. Δεν έμενε κανένα ξασβέστωτο. Όποτε γιόρταζαν, ασβέστωναν. Το Δεκαπενταύγουστο κι όποτε είχε πανηγύρι το κάθε χωριό: του Αϊ-Λια, της Αγίας Παρασκευής, του Αϊ-Παντελεήμονα, και τις άλλες γιορτές Όλο το καλοκαίρι γιορτές… Τον χειμώνα… ασβέστωνε ο Θεούλης, με το χιόνι. «Από το καλοκαίρι που ασβεστώναμε, φεγγοβόλαγε ο τόπος όλο το χρόνο, μέχρι το άλλο καλοκαίρι, που θα ασβεστώναμε ξανά».
Σήμερα οι ασβεσταριές δεν υπάρχουν, διότι όλα άλλαξαν. Οι τοίχοι όχι απλώς δεν ασβεστώνονται αλλά καταρρέουν… Τα σπίτια φτιάχνονται με διαφορετικό τρόπο και όλα όσα ανέφερα στην αρχή, γίνονται χωρίς τη χρήση του ασβέστη, ο οποίος ασβέστης τώρα δεν υπάρχει σε κομμάτια για να τον σβήσεις. Τον έχουν έτοιμο, σβησμένο και τον πουλάνε σε σακούλες, σα γιαούρτι. Το καλό στην όλη υπόθεση είναι ότι, στα περισσότερα αν όχι σε όλα τα νησιά, η χρήση του και η κατανάλωσή του, είναι μεγάλη και βλέποντάς τα μας θυμίζουν και μας ξυπνούν μνήμες του ωραίου παρελθόντος της Πατρίδας μας!

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

 

Οι Δήμαρχοι της περιόδου 1917-1925 - Γ’

Λογαριασμός φωτισμού της οικίας του Μιχαήλ Σάπκα επί της οδού Αχιλλέως (Παναγούλη) για τον μήνα Ιούλιο 1925, από τη «Λαρισαϊκή Εταιρεία Ηλεκτροφωτισμού και Υδρεύσεως», πρόδρομο του ΟΥΗΛ και της ΔΕΥΑΛ.  Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Λογαριασμός φωτισμού της οικίας του Μιχαήλ Σάπκα επί της οδού Αχιλλέως (Παναγούλη) για τον μήνα Ιούλιο 1925, από τη «Λαρισαϊκή Εταιρεία Ηλεκτροφωτισμού και Υδρεύσεως», πρόδρομο του ΟΥΗΛ και της ΔΕΥΑΛ. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας

Με το σημερινό σημείωμά μας συνεχίζουμε και τελειώνουμε τους δημάρχους της Λάρισας οι οποίοι διορίσθηκαν κατά την ανώμαλη πολιτικά και στρατιωτικά περίοδο από το 1917, μέχρι και το 1925, όταν προκηρύχθηκαν κανονικά δημοτικές εκλογές και αναδείχθηκε για δεύτερη τετραετία (1925-1929) δήμαρχος ο Μιχαήλ Σάπκας.


Είχαμε μείνει στην καταγραφή σημαντικών γεγονότων κατά την δημαρχία του Δημητρίου Παπαγεωργίου (1922-1923), χωρίς να την ολοκληρώσουμε. Είχε φθάσει το 1923 και ο ηλεκτροφωτισμός της Λάρισας παρέπαιε. Είχε δικτυωθεί μόνον το κέντρο της Λάρισας και οι κάτοικοι δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένοι. Οι διακοπές ήταν συχνό φαινόμενο και όσοι έμεναν σε συνοικίες, λίγες τότε, είχαν δικαιολογημένα παράπονα Περνούσε ο καιρός και η Εταιρεία «Όμνιουμ», η οποία είχε αναλάβει το έργο πριν από δέκα και πλέον χρόνια, δεν έδειχνε τη δέουσα προθυμία ώστε να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Επιπλέον για το θέμα της ύδρευσης δεν είχε προχωρήσει σε καμιά ενέργεια. Το γεγονός αυτό υποχρέωσε το Δημοτικό Συμβούλιο στις 31 Αυγούστου 1923, με έγγραφό του στο Υπουργείο Συγκοινωνιών, να ζητήσει την έκπτωση της Ηλεκτρικής Εταιρείας «Όμνιουμ», χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1923 για λόγους υγείας παραιτήθηκε από το αξίωμα του δημάρχου ο Δημ. Παπαγεωργίου και τον αντικατέστησε προσωρινά ως Δημαρχών ο δημοτικός σύμβουλος Βασίλειος Αρσενίδης. Κατά το διάστημα αυτό και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 1923 οι κάτοικοι της συνοικίας Πέρα Μαχαλά (Βλαχομαχαλάς), μαζί με τους πλησιόχωρους οικισμούς Κιόσκι και Γιάννουλη, υπέβαλλαν αίτημα στον Νομάρχη να εισηγηθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο, ώστε να ανακηρυχθεί ανεξάρτητη η ενορία του ναού του Αγίου Χαραλάμπους [1].
Η Λάρισα είχε αρχίσει σταδιακά να μεγαλώνει και να εποικίζεται από διάφορες περιοχές του νομού. Για τον λόγο αυτόν το Δ.Σ., έπειτα από συμφωνία με τον μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό [2], ο οποίος ήταν την περίοδο εκείνη τοποτηρητής της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης, ενέκρινε το αίτημα. Στις 14 Νοεμβρίου 1923 ο δημαρχών Βασ. Αρσενίδης προκήρυξε μειοδοτικό διαγωνισμό για την «ανύψωσιν του υπάρχοντος ωρολογοστασίου προς τοποθέτησιν του ωρολογίου της πόλεως», καθώς και για την «κατασκευήν τριών ουρητηρίων εν τη πόλει Λαρίσσης» [3].

Αρσενίδης Βασίλειος
Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι από τον Σεπτέμβριο του 1923, μετά την παραίτηση του δημάρχου Δημ. Παπαγεωργίου, ανέλαβε προσωρινά ως δημαρχών ο Βασίλειος Αρσενίδης. Έπειτα από τέσσερες μήνες, στις 11 Ιανουαρίου 1924, κατόπιν διαταγής του Νομάρχη Λαρίσης, συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση το Δημοτικό Συμβούλιο ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του Νικολάου Μανωλάκη για να προβεί στην εκλογή νέου δημάρχου δια ψηφοφορίας μεταξύ των μελών του. Η ψηφοφορία ήταν μυστική και δήμαρχος αναδείχθηκε παμψηφεί ο Βασίλειος Αρσενίδης.
Ο Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944) ήταν γιος του χρυσοχόου και γαιοκτήμονα Νικολάου Αρσενίδη και της Φανής, αδελφής του Κωνσταντίνου Σκαλιώρα. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές ανέλαβε τη διαχείριση της τεράστιας κτηματικής περιουσίας της οικογένειας και συν τω χρόνω εξελίχθηκε σε σπουδαίο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό παράγοντα της Λάρισας του μεσοπολέμου.
Στο νέο Δημοτικό Συμβούλιο παρέμεινε πρόεδρος ο Νικόλαος Μανωλάκης, ενώ τα μέλη του αποτελούσαν οι Δημήτριος Δημητριάδης, Βασίλειος Κέλλας, Θωμάς Μήτλας, Αριστείδης Μπέμπος, Δημήτριος Πουλιάδης, Ιωάννης Τσιμπούκης, Αθανάσιος Χαλκιόπουλος και Ηρακλής Χατζημέμος. Ο νέος δήμαρχος είχε κάνει την εμφάνισή του στην τοπική αυτοδιοίκηση από το 1914 όταν εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη του Μιχαήλ Σάπκα. Τώρα, με την ψήφο των συναδέλφων του στο Δημοτικό Συμβούλιο και κατά τη διάρκεια μια ταραγμένης περιόδου, καλούνταν να προσφέρει πρόοδο και ευημερία στη γενέτειρά του.
Ένα από τα πρώτα του καθήκοντα υπήρξε η φροντίδα να κατασκευάσει πρόχειρους καταυλισμούς για να στεγάσει το κύμα των Τσερκέζων (Κιρκασίων) [4] προσφύγων που είχαν καταφύγει στη Λάρισα.
Από ιστορικής απόψεως πρέπει να τονισθεί η προσπάθεια του Δημ. Συμβουλίου να συνδράμει οικονομικά στην έκδοση του βιβλίου του Επαμεινώνδα Φαρμακίδη «Η Λάρισα από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881)». Το ιστορικό αυτό πόνημα αποτελεί μια τοπογραφική και διαχρονική ιστορική μελέτη για τη Λάρισα, με 20 φωτογραφίες και δύο χάρτες της πόλης, το οποίο λόγω της σπουδαιότητάς του ανατυπώθηκε το 2001 από το βιβλιοπωλείο «Γνώση», με εισαγωγή, επιμέλεια και σχόλια του Κώστα Σπανού.
Αποτελεί μέχρι σήμερα θησαυρό γνώσεων για την ιστορία της Λάρισας γιατί είναι το μοναδικό ολοκληρωμένο που έχει μέχρι σήμερα κυκλοφορήσει και πολλοί ιστορικοί ερευνητές το συμβουλεύονται. Τελικά «η υπό το πρόσχημα της εις τους τύπους προσηλώσεως εκδηλωθείσα βραδύτερον εξ αγνώστων μοι λόγων αντίδρασις, εματαίωσε την αρχικήν αγαθήν πρόθεσιν του Δημοτικού Συμβουλίου και ούτως ηναγκάσθην να εκδώσω το έργον δι’ εγγραφής συνδρομητών» αναφέρει ο συγγραφέας τον Δεκέμβριο του 1925 [5]. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1926 από τα καλλιτεχνικά τυπογραφεία του Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου στον Βόλο.
Ο δήμαρχος Βασ. Αρσενίδης μέσω του Δημοτικού Συμβουλίου, έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα και στα θέματα παιδείας. Διατέθηκαν οι υποχρεωτικές ετήσιες πιστώσεις για τη λειτουργία του Αρσακείου και τη Νυκτερινή Σχολή απόρων που είχε ιδρύσει το Εργατικό Κέντρο. Επιπλέον ενδιαφέρθηκε για τη μελέτη και τη διαμόρφωση του χώρου της εβδομαδιαίας αγοράς, της επονομασθείσης «Τετάρτης», στην περιοχή του Λόφου της Ακρόπολης. Φρόντισε ακόμη για τον εξωραϊσμό του Άλσους των Νυμφών (Αλκαζάρ) και για την δενδροφύτευση κεντρικών δρόμων και πλατειών [6].
Τον Μάρτιο του 1924 έθεσε τις βάσεις για την δημιουργία «Πυροσβεστικού Αποσπάσματος» με τη χορήγηση σημαντικού χρηματικού ποσού για την αγορά ειδικών μηχανημάτων και συνέβαλε στην απόσπαση ειδικευμένου προς τούτο δεκανέα από την 1η Μεραρχία για την απρόσκοπτη λειτουργία του. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, υποχρέωσε τους κληρονόμους του υφαντουργού Γεωργίου Πατσάλη, ενοικιαστές του Ξενώνα των Ζαρκινών στον Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου), σε έξωση. Όπως είναι γνωστό τον επόμενο χρόνο (1925) το εργοστάσιο αποτεφρώθηκε από πυρκαγιά και παρέμεινε για πολλά χρόνια ερείπιο. Αλλά ο Βασίλειος Αρσενίδης φαίνεται ότι είχε και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Πρότεινε στο Δ.Σ. να εγκρίνει χρηματικό ποσό για την αγορά από τον Λαρισαίο ζωγράφο Αγήνορα Αστεριάδη εικαστικών έργων με προοπτική να στολίσουν το κτίριο του Δημαρχείου.
Όμως το πλέον σημαντικό γεγονός της σύντομης δημαρχιακής του θητείας ήταν όταν στις 20 Οκτωβρίου του 1924, σε συνεδρίαση του Δημ. Συμβουλίου αποφασίσθηκε να κηρυχθεί έκπτωτη η εταιρεία «Όμνιουμ», η οποία είχε αναλάβει τον ηλεκτροφωτισμό της Λάρισας.  Λίγους μήνες αργότερα πραγματοποιήθηκε ευρεία σύσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος ο δήμαρχος Βασ. Αρσενίδης, τα μέλη του Δημ. Συμβουλίου και μια ομάδα τοπικών παραγόντων με κύρος και οικονομική επιφάνεια, οι οποίοι ίδρυσαν τη «Λαρισαϊκή Εταιρεία Ηλεκτροφωτισμού και Υδρεύσεως». Μέτοχοι υπήρξαν αρκετοί πολίτες της Λάρισας και ο Δήμος, χάρη στους οποίους η πόλη μέχρι το 1930 απέκτησε ηλεκτροφωτισμό και ύδρευση όχι μόνο στο κέντρο, αλλά και στις πιο απομακρυσμένες συνοικίες. Έχει διασωθεί και δημοσιεύεται σήμερα ένας από τις πρώτους λογαριασμούς (ο αριθμ. 3) της εν λόγω Εταιρείας για φωτισμό των οικιών του μηνός Ιουλίου του 1925. Ο Βασίλειος Αρσενίδης μετά τις δημοτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου 1925 παρέδωσε τα ηνία στον νικητή των εκλογών Μιχαήλ Σάπκα. Όμως συνέχισε τη δραστηριότητα του σε πολλά επίπεδα και δεν έμεινε αδρανής. Συνέβαλλε στην ίδρυση του Συλλόγου Φιλομούσων Λαρίσης, ο οποίος με τη συμβολή και της Ιουλίας Σάπκα εξελίχθηκε στο Δημοτικό Ωδείο της πόλης, Υπήρξε εκ των ιδρυτών της Τραπέζης Λαρίσης και διετέλεσε πρόεδρος της. Ακόμα τον βρίσκουμε και αντιπρόεδρο του τμήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Το 1941 στην Κατοχή, εγκαταστάθηκε με την κόρη του στην Αθήνα όπου και απεβίωσε στις 27 Δεκεμβρίου του 1944 [7].

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώορυ (nikapap@hotmail.com)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Μέχρι το 1923 οι περιοχές αυτές υπάγονταν ενοριακά στον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου.
[2]. Ο μητροπολίτης Λαρίσης Αρσένιος το 1917 εξορίσθηκε στην Αμοργό και δεν είχε ακόμη επιστρέψει.
[3]. εφ. «Εμπρός» Αθηνών, φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 1923.
[4]. Η Κιρκασία είναι μια περιοχή η οποία βρίσκεται κοντά στη βορειοανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της εκτοπίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά τον πόλεμο Ρώσων-Κιρκασίων, στη γειτονική Οθωμανική Αυτοκρατορία και μερικοί εξ αυτών έφθασαν και στην Ελλάδα.
[5]. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ότι στις 25 Οκτωβρίου 1925 διεξήχθησαν δημοτικές εκλογές, στις οποίες οι κάλπες ανέδειξαν δήμαρχο τον Μιχαήλ Σάπκα και ότι ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης ήταν κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού ενεργό στέλεχος του κόμματος των Φιλελευθέρων.
[6]. Γρηγορίου Αλέξανδρος. Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944). Ο οραματιστής δήμαρχος Λάρισας του Μεσοπολέμου, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2015.
[7]. Γρηγορίου Αλέξανδρος, ό. π.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το θερινό κέντρο «Αλκαζάρ»

 
Η υπερυψωμένη εξέδρα η οποία στέγαζε την πολυμελή ορχήστρα του θερινού εξοχικού κέντρου «Αλκαζάρ». 1952Η υπερυψωμένη εξέδρα η οποία στέγαζε την πολυμελή ορχήστρα του θερινού εξοχικού κέντρου «Αλκαζάρ». 1952

Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει την ειδική εξέδρα η οποία είχε κατασκευασθεί στη βόρεια πλευρά του οικοπεδικού χώρου του ψυχαγωγικού κέντρου Αλκαζάρ, όπου έπαιζε η ορχήστρα κατά τους θερινούς μήνες. Η φωτογραφία είναι του 1952 όταν τη διεύθυνση του κέντρου είχε ακόμα ο Μήτσος Βρεττόπουλος.


Στην περιοχή αυτή, εξοχικό κέντρο υπήρχε συνεχώς από τα χρόνια της απελευθέρωσης της Λάρισας. Μόνο κατά τη διάρκεια της κατοχής, η οποία ήταν μια περίοδος στερήσεων και υποταγής στον κατακτητή, ολόκληρη η περιοχή του Αλκαζάρ ερήμωσε στην κυριολεξία. Μια ιταλική μονάδα στρατού στρατωνίστηκε στο προπολεμικό κέντρο και το 1941-42. Επειδή τη χρονιά εκείνη ο χειμώνας ήταν αρκετά βαρύς, πριόνιζαν τα γύρω δένδρα, για να τροφοδοτούν τις θερμάστρες του κέντρου με ξύλα. Και καθώς η φτώχεια ήταν ασήκωτη, τους ακολούθησαν από κοντά και πολλοί Λαρισαίοι, οι οποίοι ξερίζωναν ότι είχε απομείνει από τα κομμένα δένδρα που είχαν αποψιλώσει οι Ιταλοί. Έτσι όταν κάποτε ο πόλεμος τελείωσε, ολόκληρος σχεδόν ο χώρος του Αλκαζάρ είχε απογυμνωθεί από πράσινο και ο τόπος ξαναέγινε έρημος όπως ήταν παλιά επί τουρκοκρατίας [1].
Το 1946, κατά τη δημαρχιακή θητεία του Στυλιανού Αστεριάδη (1934-1950), τέθηκαν οι βάσεις για την αναδημιουργία του χαμένου κήπου στον χώρο του Άλσους των Νυμφών (Αλκαζάρ). Την άνοιξη του 1947 ο Δήμος Λαρίσης, στην προσπάθειά του να τονώσει το χαμένο από τον πόλεμο ηθικό των κατοίκων της πόλης, αποφάσισε να αναβιώσει το παλιό εξοχικό κέντρο. Έπειτα από σχετική δημοπρασία, ο Δήμος παραχώρησε στον επιχειρηματία Μήτσο Βρεττόπουλο την εκμετάλλευση επί 15ετία του χώρου του προπολεμικού κέντρου «Αλκαζάρ» με συμβολική τιμή, με την προϋπόθεση ότι ο ανάδοχος θα αναλάμβανε την υποχρέωση να κατασκευάσει νέο κτίριο στη θέση του παλαιού για τη λειτουργία εξοχικού κέντρου και να εξωραΐσει τον περιβάλλοντα χώρο. Η προηγούμενη εμπειρία του επιχειρηματία Μήτσου Βρεττόπουλου σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις [2] προοιώνιζε την επιτυχία και της νέας. Έτσι τον Μάρτιο του 1947 άρχισε με εντατικούς ρυθμούς τις εργασίες κατασκευής, και χωρίς να υπολογίσει έξοδα και κόπο μεταμόρφωσε τον χέρσο αυτό τόπο σε μια πραγματική όαση ομορφιάς [3]. Μέσα σε έξι μήνες δημιούργησε παρτέρια, φύτευσε με τη βοήθεια του κηπουρού του Δήμου και φίλου του Γρηγόρη Μελίδη καλλωπιστικά φυτά και δένδρα, κατασκεύασε μικρό σιντριβάνι και μια ευρύχωρη υπαίθρια χορευτική πίστα και άρχισε την κατασκευή του κτιρίου.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, το νέο κέντρο «Αλκαζάρ» υποδέχθηκε τους πρώτους θαμώνες. Αρχικά λειτούργησε σαν χώρος αναψυχής για τους περιπατητές και σταδιακά συμπληρώνονταν οι απαραίτητες κατασκευές και ολοκληρωνόταν το κτίριο.
Αρχιτεκτονικά το νέο κτίσμα ήταν μια ευρύχωρη και υπερυψωμένη τετράγωνη κατασκευή από ενισχυμένο ξύλο, με μεγάλα ανοίγματα στις τρεις από τις τέσσερες πλευρές του, τα οποία από τη μια διέχεαν το φως της ημέρας στο εσωτερικό του κτιρίου και από την άλλη έδινε τη δυνατότητα στον επισκέπτη να θαυμάσει την εξωτερική φυσική ομορφιά του κήπου και των δένδρων. Στον τεράστιο εξωτερικό χώρο βόρεια του κτιρίου αναπτύχθηκαν τραπέζια με καθίσματα, χωρητικότητας μέχρι 3.000 ατόμων και στο βάθος είχε κατασκευασθεί υπερυψωμένη σκεπαστή εξέδρα για την ορχήστρα. Ολόκληρος αυτός ο χώρος φωτίζονταν με επιμέλεια και γούστο.
Το επόμενο καλοκαίρι (1948) οι κατασκευές που έκανε ο Βρεττόπουλος του έδωσαν τη μορφή κοσμικού κέντρου με ορχήστρα, τραγουδιστές και διάφορα θεάματα. Από το κέντρο αυτό παρέλασαν όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού εκείνης της περιόδου και οι Λαρισαίοι είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν από κοντά σπουδαία ονόματα καλλιτεχνών που γνώριζαν μόνο από τους δίσκους και το ραδιόφωνο. Αξέχαστες έμειναν στους παλαιότερους οι βραδιές με τον Νίκο Γούναρη και το Τρίο Κιτάρα. Όχι μόνον είχαν γεμίσει όλα τα τραπεζοκαθίσματα, αλλά και πλήθος κόσμου είχε κατακλύσει όρθιο την περιοχή για να παρακολουθήσει τους πασίγνωστους καλλιτέχνες. Εκτός αυτών οι θαμώνες του εξοχικού κέντρου εκστασιάζονταν και με τα διάφορα νούμερα που προσκαλούσαν οι διαχειριστές του κέντρου. Ζογκλέρ, αρτίστες και χορευτικά ζεύγη ενθουσίαζαν το κοινό.
Κοσμοπλημμύρα επικρατούσε στο κέντρο και τις ηλιόλουστες Κυριακές και γιορτές. Μετά την εκκλησία οικογένειες και φιλικές συντροφιές έκαναν τη βόλτα τους στο Αλκαζάρ. Περνούσαν τη γέφυρα και κατηφόριζαν στον ευθύ δρόμο μέχρι το στάδιο, για να καταλήξουν για καφέ ή τσίπουρο στο κέντρο [4].
Το 1952 ο Μήτσος Βρεττόπουλος αρρώστησε και εκχώρησε την επιχείρηση σε άλλους επιχειρηματίες, ένας εκ των οποίων ήταν και ο κομφερασιέ Κώστας Μπάμπαλης. Το κέντρο Αλκαζάρ σταμάτησε τη λειτουργία του το 1972 και στη συνέχεια το κτίριο κατεδαφίστηκε. Μετά τη μεταπολίτευση δημιουργήθηκε στη θέση του το Κηποθέατρο.


[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα Α’ (2014). Το Κέντρο «Αλκαζάρ». Λάρισα (2018) σελ. 33-40.
[2]. Είχε λειτουργήσει με μεγάλη επιτυχία το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια» στην οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς», το Καφενείο «Πανελλήνιον» στη νότια πλευρά της πλατείας Θέμιδος (Κεντρική) και το ζαχαροπλαστείο «Αίγλη» στη δυτική πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου.
[3]. Περραιβός Κώστας, Το Αλκαζάρ τον παλιό καιρό, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 6ης Αυγούστου 1979.
[4]. Βλαχάκη Χαρίκλεια, Κοσμικόν Κέντρον Αλκαζάρ. Αναμνήσεις από τη Λάρισα της μεταπολεμικής περιόδου, περ. «In and Out» της εφημερίδας «Ελευθερία» φύλλο της 31ης Ιανουαρίου 2008.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022

 

Το Πήλιο στη Μυθολογία


Η Αργώ (Βολανάκης)Η Αργώ (Βολανάκης)

Το Πήλιο, το βουνό των Κενταύρων, είναι ένα καταπράσινο φυσικό φρούριο. Ολόκληρη η περιοχή είναι ένας ανεξάντλητος θησαυρός μύθων, θρύλων, ιστορίας και πολιτιστικής παράδοσης.

Για χιλιετίες το έχουν περπατήσει θεοί, ημίθεοι, Κένταυροι, Τιτάνες, Γίγαντες, νύμφες και δρυάδες, βασιλιάδες, ήρωες και πολεμιστές. Για τους θεούς δε του Ολύμπου, υπήρξε αγαπημένο θέρετρο. Πιθανολογείται ότι η ετυμολογία της ονομασίας του προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη «Πηλούσιο» και δόθηκε από τους Προέλληνες που ήρθαν από τη Ν.Α. μεσογειακή λεκάνη. Ίσως ανάγει την προέλευσή της στην Ιλλυρική λέξη pil, που σημαίνει δάσος, ή να πήρε το όνομά του από τον Πηλέα, τον πατέρα τού Αχιλλέως.
Το πανέμορφο Πήλιο δεν μπορούσε να μην προσελκύσει τους αρχαίους Έλληνες, που το επέλεξαν ως τόπο όπου διαδραματίστηκαν μυθικά γεγονότα. Αρχικά σ’ αυτό εγκαταστάθηκε ο γενάρχης της περιοχής, ο Μάγνης, γιος τού Αιόλου (ή του Δία). Οι αρχαίοι Μάγνητες ήταν οι πρώτοι κάτοικοι που διέμειναν μόνιμα στην έκτασή του. Αναφορές στο Πήλιο γίνονται ήδη από τον Όμηρο, ο οποίος το αποκαλεί «εινοσίφυλλον» (με φύλλα που σείονται), ενώ ο Ησίοδος το ονομάζει «υλήειν» (δασωμένο).

* ΤΟ ΠΗΛΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ:
Οι Κένταυροι ήταν πλάσματα της μυθολογίας που απεικονίζονταν με ανθρώπινο το άνω τμήμα τού σώματος και αλογίσιο το κάτω. Προήλθαν από την ποιητική ένωση του Ιξίωνος και της Νεφέλης. Είχαν χαρακτήρα άγριο και πρωτόγονο, βίαιο, παρορμητικό και φιλήδονο. Ζούσαν σε σπηλιές και κυνηγούσαν άγρια ζώα οπλισμένοι με πέτρες και ξύλα. Στο Πήλιο υπάρχουν πολλές σπηλιές που διαθέτουν διαμερίσματα μεγάλα σε χώρο και που αποτελούν ιδανικό καταφύγιο. Βασιλιάς των Κενταύρων ήταν ο Ευρυτίων, ο οποίος καλεσμένος στον γάμο τού βασιλιά των Λαπιθών επιχείρησε να απαγάγει την ίδια τη νύφη, την Ιπποδάμεια. Τον συνέλαβαν και του έκοψαν τα αυτιά και τη μύτη. Ακολούθησε η σφοδρότατη Κενταυρομαχία, όπου νικητές αναδείχτηκαν οι Λαπίθες.
Δεν ήταν όλοι τους ίδιοι, ούτε κατάγονταν από όμοια γενιά. Ο γνωστός π.χ. Κένταυρος Χείρων ήταν γιος του Κρόνου και της νύμφης Φιλύρας. Η Φιλύρα όμως αισθανόταν απέχθεια για το τέρας που έπρεπε να θηλάζει. Παρακάλεσε τους θεούς να τη μεταμορφώσουν σε οτιδήποτε άλλο κι έτσι έγινε φλαμουριά. Ο Χείρων υπήρξε ειρηνικός, σοφός, δάσκαλος και μύστης. Γνώριζε τα μυστικά της φύσης και των τεχνών, της ιατρικής και των βοτάνων, της μουσικής, αστρολογίας και της μαντικής. Με τα άνθη τής φιλύρας (φλαμουριάς) θεράπευε ασθενείς, ενώ κόβοντας σε μικρές λωρίδες τον εσωτερικό της φλοιό, τον χρησιμοποιούσε για να μαντεύει. Στη σπηλιά όπου ζούσε στο Πήλιο έγινε παιδαγωγός - δάσκαλος πολλών ηρώων.

* Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ:
Ο πατέρας τού Ιάσονος, ο Αίσων, εμπιστεύτηκε στον Χείρωνα τον ανήλικο γιο του, για να τον προστατέψει και να τον διδάξει. Όταν ενηλικιώθηκε ο Ιάσων γύρισε στην Ιωλκό για να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή τού θρόνου της Πελία, ο οποίος του ζήτησε να φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας.

* Η ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ:
Μετά τη βάπτιση του Αχιλλέως από τη Θέτιδα στον ποταμό της Στυγός, ο πατέρας του, ο Πηλεύς, τον παρέδωσε στον Χείρωνα. Έμεινε αρκετά χρόνια μαζί του. Διδάχτηκε να κυνηγά με ταχύτητα τα ελάφια τού Πηλίου και τα σκότωνε δίχως σκυλιά και δόλιες παγίδες. Ο Χείρων έθρεψε το πνεύμα του με όλα τα ευγενή και τα πρέποντα, αλλά και με θεραπευτικές ικανότητες. Ο Όμηρος αναφέρει για πληγωμένο ήρωα: «Σώσε με τουλάχιστον τώρα, κόψε το βέλος από τον μηρό μου, ξέπλυνε το μαύρο αίμα με ζεστό νερό και βάλε πάνω του καλά γιατρικά, από αυτά που λένε ότι σού είπε ο Αχιλλέας, αφού ο Χείρων τού μίλησε γι’ αυτά»... Ο Χείρων έτρεφε τον Αχιλλέα με εντόσθια λιονταριών και αγριοκάπρων και με μεδούλι άρκτων και ελαφιού για να γίνει γενναίος και ταχύς. Ο νεαρός ήρωας ήταν τόσο επιδεκτικός σε όσα του δίδασκε ο Κένταυρος, ώστε σε ηλικία 6 μόλις ετών έσυρε το πρώτο του αγριογούρουνο στη σπηλιά τού Χείρωνος.

* Ο ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ, Ο ΑΚΤΑΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ:
Ο θεός Απόλλων μετέφερε τον γιο του, το βρέφος τότε Ασκληπιό, στον Χείρωνα (τότε που θανατώθηκε η μητέρα του, η Κορωνίς). Ο Χείρων τον ανέθρεψε και του μετέδωσε τις θεραπευτικές του γνώσεις. Επίσης στο Πήλιο ο περίφημος κυνηγός Ακταίων έμαθε από τον Κένταυρο την τέχνη τού κυνηγιού. Αλλά και ο ήρωας Ηρακλής θήτευσε κοντά του προάγοντας τις αρετές και τις ικανότητές του. Δυστυχώς σε μια μάχη ο Ηρακλής προκειμένου να υπερασπιστεί τον φίλο του Κένταυρο Φόλο, πλήγωσε κατά λάθος με δηλητηριασμένο βέλος στο πόδι τον σοφό δάσκαλό του. Ο Χείρων υπέφερε για μεγάλο διάστημα και τελικά ζήτησε από τον Δία απαλλαγή από την αθανασία, προσφέροντάς την στον Προμηθέα....

* Ο ΠΗΛΕΑΣ ΚΑΙ Η ΘΕΤΙΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ:
Σε σπηλιές τού βουνού κρυβόταν η θεά Θέτις, τότε που ο Δίας ήθελε να την παντρέψει με τον Πηλέα. Η Θέτις ήταν μία από τις 50 Νηρηίδες, η πιο ωραία απ’ όλες και μάλιστα η αρχηγός τους. Δεν επιθυμούσε να νυμφευτεί έναν θνητό και για να τον αποφύγει μεταμορφωνόταν σε διάφορα θαλάσσια πλάσματα, κυρίως σε σουπιά και του τίναζε το μελάνι της. Απελπίστηκε ο Πηλεύς και ζήτησε να τον βοηθήσει ο Χείρων. Αυτός του υπέδειξε τη σπηλιά που κοιμόταν η Θέτις. Έτσι την έπιασε κυριολεκτικά «στον ύπνο» και την αγκάλιασε σφιχτά με τη «μαιάνδριο λαβή» που του υπέδειξε ο Χείρων («κλειδώνεται» ο αντίπαλος με τα δάκτυλα και των δύο χεριών σφιγμένα, δημιουργώντας μαίανδρο μπροστά στο στήθος του). Παρά το δέσιμο η θεά πάλευε για να ξεφύγει αλλάζοντας μορφές... Αλλά ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί. Ο Πηλεύς, πρωταθλητής στο Παγκράτιο ήδη από την Αίγινα, απ’ όπου καταγόταν, την ακινητοποιούσε μέχρι τελικά η Θέτις τον αποδέχτηκε, αφού κατάλαβε πως δεν μπορεί να διαφύγει...
* Το Πήλιο πρόσφερε και την ξυλεία του για την κατασκευή τής Αργούς. Από τα άφθονα πεύκα του ναυπηγήθηκε «το μακροτάξιδο καράβι, η Αργώ η κοσμοτραγουδημένη» (πασιμέλουσα, Όμηρος).

* ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ:
Στο Πήλιο αφιερώθηκαν μερικές από τις σπουδαιότερες σελίδες τής μυθολογίας μας. Οι θρύλοι, οι μύθοι και οι παραδόσεις του εξάπτουν τη φαντασία και προσθέτουν στο φυσικό κάλος τη δική τους πινελιά. Μας προκαλούν να μυηθούμε στον αρχαίο κόσμο τής χώρας των Κενταύρων. Εξάλλου και σήμερα τα περισσότερα μέρη στο Πήλιο και την ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, διατηρούν τα ίδια τοπωνύμια που είχαν επί δεκαετίες, συντηρώντας έτσι τη μακρόχρονη ελληνική τους ταυτότητα. Το Πήλιο είναι γεμάτο μαγεία και πανέμορφα τοπία, όλες τις εποχές τού χρόνου....
* «Η φύσις μηδέν ατελές ποιεί μήτε μάτην» (Αριστοτέλης).

Από τον Ευάγγελο Μπαλντούνη,
φιλόλογο