Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΑΛΗ


ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΑΛΗ
Το ζαχαροπλαστείο του Κόκκαλη στη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Κούμα. Αριστερά μέρος από το ξενοδοχείο και καφενείο «Πανελλήνιον» και δεξιά το κτίριο του Γεωργίου Νικόδημου, όπου στεγαζόταν η Νομαρχία Λαρίσης. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Δημητρακόπουλου. Φωτογραφία του 1930 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές στα διάφορα κτίρια τα οποία περιτριγύριζαν την Κεντρική πλατεία της Λάρισας, το πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης ανέκαθεν. Δεν έχουμε αναφέρει όμως πολλά λόγια για το ισόγειο κτίσμα το οποίο καταλάμβανε τη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου σήμερα) και Κούμα, το οποίο ήταν από τα τελευταία που κατεδαφίσθηκε μεταπολεμικά (1977) στην περιοχή της πλατείας, για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή.
Ήταν κτιριακά ένα ταπεινό κτίσμα, το οποίο καθ' όλη τη μακροχρόνια διάρκεια της λειτουργίας του από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1977, νοικιαζόταν σε καταστηματάρχες οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν συνήθως ως ζαχαροπλαστείο. Στις αρχές του 20ού αιώνα είχε γίνει ευρύτατα γνωστό ως ζαχαροπλαστείο του Κόκκαλη. Ήταν ένα από τα παλαιότερα της Λάρισας, και ίσως το δημοφιλέστερο στη μαθητική νεολαία της εποχής.
Ο Γεώργιος Κόκκαλης προερχόταν από φτωχή οικογένεια και σε νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε αναζητώντας τη «γη της επαγγελίας», την οποία βρήκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, Αμερική και Αίγυπτος πρόσφεραν τη δυνατότητα σε πολλούς νέους της χώρας μας να βρουν την τύχη τους, εργαζόμενοι σκληρά σε ξένες χώρες. Την Αίγυπτο είναι γνωστό ότι την επέλεγαν πολλοί Πηλιορείτες και κοντά σ' αυτούς ακολούθησε και ο Κόκκαλης. Εκεί εργάσθηκε για κάποια χρόνια σκληρά σε κατάστημα ζαχαροπλαστικής και όταν πλέον διαπίστωσε ότι ήταν έτοιμος, γύρισε στην Ελλάδα για να ανοίξει δικό του κατάστημα και να κάνει οικογένεια.
Εγκαταστάθηκε στη Λάρισα και εδώ θέλησε να ασκήσει την τέχνη που έμαθε στην Αλεξάνδρεια. Μίσθωσε το μεγαλύτερο μέρος από ένα ισόγειο κατάστημα της Κεντρικής πλατείας, στη γωνία Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Κούμα, ακριβώς δίπλα και σε επαφή με το ξενοδοχείο και καφενείο "Πανελλήνιον". Το οίκημα είχε πρόσοψη επί της Κούμα και η μία πόρτα, αυτή που ήταν δίπλα από την είσοδο του διπλανού ξενοδοχείου, οδηγούσε στο Συμβολαιογραφείο του Αγαθάγγελου Ιωαννίδη[1]. Ο Κώστας Περραιβός, βαθύς γνώστης της Λάρισας του Μεσοπολέμου, αναφέρει ότι ο εν λόγω συμβολαιογράφος ήταν πεθερός του αλευροβιομήχανου Φώτη Παππά[2]. Ο εσωτερικός χώρος του ζαχαροπλαστείου του Κόκκαλη ήταν σχετικά μικρός, αλλά αρκετός για να χωρέσει την πελατεία του, η οποία κατά ένα μεγάλο ποσοστό αποτελούνταν από μαθητές του Γυμνασίου. Καθώς τελείωναν την προετοιμασία τους για τα μαθήματα της επόμενης ημέρας, αρκετοί εξ αυτών συγκεντρώνονταν εδώ τις βραδινές ώρες, καθώς ήταν το μοναδικό σημείο της πόλης στο οποίο επιτρεπόταν στους μαθητές του Γυμνασίου[3] όχι μόνο να το επισκέπτονται, αλλά και να συχνάζουν "συναινέσει και εγκρίσει του Συλλόγου των αξιοτίμων κ. κ. καθηγητών, ένεκα της ανεπιλήπτου συμπεριφοράς του ζαχαροπλάστου κ. Γεωργίου Κόκκαλη", όπως έγραφαν οι χρονογράφοι των εφημερίδων στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο καταστηματάρχης παρακολουθούσε τη συμπεριφορά τους, τις διάφορες συζητήσεις οι οποίες θα έπρεπε να περιστρέφονται σε θέματα τα οποία αφορούσαν τον σχολικό τους χώρο και να μην εκτρέπονται σε απρέπειες. Με τους περιοριστικούς αυτούς όρους τα μαθητικά τους αστεία και η κριτική στους καθηγητές τους ήταν ελεγχόμενα και μόνον σιωπηρά εξομολογούντο τις εφηβικές τους ανησυχίες.
Είναι γνωστό στους παλιούς Λαρισαίους ότι μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το σώμα των καθηγητών κάθε σχολείου παρακολουθούσε τη διαγωγή των μαθητών όχι μόνο στις αίθουσες και στον αύλειο χώρο κατά τις ώρες λειτουργίας του, αλλά και εξωσχολικά. Υπήρχαν στην αρχή οι λεγόμενοι παιδονόμοι, τους οποίους κατόπιν τους είπαν επιστάτες ή κλητήρες, οι οποίοι είχαν ως καθήκον να παρακολουθούν τους μαθητές και κατά τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας κυρίως σε πολυσύχναστους και ακατάλληλους για τους νέους χώρους (καφενεία, κέντρα, θέατρα, κινηματογράφοι, κλπ.). Τα άτομα αυτά αποτελούσαν τον φόβο και τον τρόμο των μαθητών, γιατί όταν οι τελευταίοι κατά τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες αθετούσαν τις παραινέσεις και οδηγίες των καθηγητών και παρεκτρέπονταν, αναφέρονταν στη σχολική επιτροπή και το γεγονός αυτό είχε δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στη βαθμολογία των μαθημάτων όσο και στη διαγωγή τους.
Αναφερόμαστε στους μαθητές αποκλειστικά, γιατί παρεκτροπές μαθητριών τα παλιά χρόνια ήταν αδιανόητες. Η εξωσχολική τους δραστηριότητα βρισκόταν πάντα υπό την αυστηρή εποπτεία της οικογένειας και περιοριζόταν μόνον κατά τις Κυριακές και τις εορτές, όταν η οικογενειακή έξοδος κατέληγε σε κάποια ανεπίληπτα ζαχαροπλαστεία. Σαν τέτοια λογίζονταν το "Κυβέλεια" των αδελφών Βρεττόπουλου, το οποίο βρισκόταν στην οδό Ακροπόλεως (απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο "Διβάνη Παλλάς") ή στα καφεζαχαροπλαστεία της Κεντρικής πλατείας (Ντορέ, Πανελλήνιον, Παράδεισος, Παλάκα κ.ά.), για να απολαύσουν οικογενειακώς τις καταπληκτικές "πάστες" τους.
Ο Γεώργιος Κόκκαλης συντηρούσε μόνος του το ζαχαροπλαστείο. Κατασκεύαζε τα γλυκά, καθάριζε το κατάστημα, έπαιρνε παραγγελίες και σερβίριζε. Ήταν μικρό το μαγαζί και τον χειμώνα δεν είχε ανάγκη βοήθειας. Το καλοκαίρι όμως, λόγω θέσεως, άπλωνε τραπεζοκαθίσματα στο πεζοδρόμιο, σε ένα τμήμα της οδού Κούμα[4] και στην πλατεία, οπότε ο ίδιος έμενε μέσα και για την εξυπηρέτηση των πελατών προσλάμβανε σερβιτόρους.
Κάποια στιγμή ο Κόκκαλης κατάλαβε ότι πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε, άρχισαν να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις και η εξυπηρέτηση των μαθητών δεν ήταν η πρέπουσα. Από την άλλη οι τελευταίοι άρχισαν να αραιώνουν, καθώς τα αυστηρά μέτρα του σχολείου ατόνησαν και έτσι είχαν την ευκαιρία να βρουν νέα και σύγχρονα "στέκια" για τις συναντήσεις τους. Αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων ο Κόκκαλης να παραδώσει τη σκυτάλη του καταστήματος στον Βασίλη Μέγα, ο οποίος συνέχισε και αυτός τη λειτουργία του ως ζαχαροπλαστείου. Ο Μέγας είχε το χάρισμα να είναι σπουδαίος στην τέχνη της ζαχαροπλαστικής και τα γλυκά του ήταν περιζήτητα σε όλη την πόλη. Το 1977 το μικρό αυτό κτίσμα κατεδαφίσθηκε και μαζί του ενταφιάσθηκαν οι αναμνήσεις περίπου ενός αιώνος που το συνόδευαν.
Κατά διαστήματα το ζαχαροπλαστείο είχε διαφορετικές ονομασίες. Όταν το είχε ο Κόκκαλης δεν μπόρεσα να εντοπίσω ποια ήταν η ονομασία του. Όμως από παλιές φωτογραφίες, από διαφημίσεις στον τοπικό Τύπο και από μεγάλους σε ηλικία Λαρισαίους μαθαίνουμε ότι το συγκεκριμένο ζαχαροπλαστείο ονομαζόταν πότε "Γαλλικόν", άλλοτε "Ελληνικόν" και άλλες ονομασίες που μπορεί οι αναγνώστες της εφημερίδας να θυμούνται και να μας το αναφέρουν στο τηλέφωνο 2410 287450.
Στη φωτογραφία που δημοσιεύεται διακρίνεται μόνον η επιγραφή "Ζαχαροπλαστείον", ενώ ο τίτλος του καλύπτεται από τα δένδρα της πλατείας και δεν μπορεί κανείς να έχει μια πλήρη εικόνα της μορφής του.
-------------------------------------------------
[1]. Ο Αγαθάγγελος Ιωαννίδης ήταν από τους πρώτους συμβολαιογράφους της Λάρισας. Εγκαταστάθηκε στην πόλη μας στις αρχές του 1882. Άλλαξε πολλές φορές συμβολαιογραφικό γραφείο και το 1891 στεγάσθηκε σε κατάστημα ιδιοκτησίας του παντοπώλη Αναστασίου Αποστολίδη, το οποίο βρισκόταν "παραπλεύρως της πλατείας Σεραγίου", δηλ. της σημερινής Κεντρικής πλατείας, η οποία ονομαζόταν Σεραγίου από την παρουσία εντός του χώρου της του τουρκικού Διοικητηρίου, το οποίο αργότερα έγινε το "Θέμιδος Μέλαθρον" δηλ. το Δικαστικό Μέγαρο. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Αγαθάγγελος Α. Ιωαννίδης (1856-1927). Δικηγόρος και συμβολαιογράφος της Λάρισας, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 2017.
[2]. Βλέπε: Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός), Η Λάρισα που χάθηκε, Το ανεπίληπτο ζαχαροπλαστείο του Κόκκαλη, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 9ης Μαΐου 1977. Την πληροφορία αυτή δεν την επιβεβαιώνει ο Αλέξανδρος Γρηγορίου στη δημοσίευση που αναφέρεται στην προηγούμενη σημείωση.
[3]. Κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ήταν το μοναδικό Γυμνάσιο της Λάρισας και ως εκ τούτου ήταν μεικτό, αν και οι άρρενες μαθητές του αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία, ενώ οι μαθήτριες ήταν στην αρχή απούσες ή ελάχιστες.
[4]. Το μισό κατάστρωμα της οδού Κούμα τις απογευματινές και βραδινές ώρες έμενε κενό από όλα στη σειρά τα καφεζαχαροπλαστεία (Κόκκαλη, Πανελλήνιον, Παλλάδιον) ώστε να επιτρέπεται η βόλτα από παρέες νεαρών κυρίως ατόμων, από αγόρια και κορίτσια. Επί ώρες ολόκληρες ανεβοκατέβαιναν με σιγανό βάδισμα τη διαδρομή από την οδό Παπαναστασίου μέχρι τη Μ. Αλεξάνδρου, ελπίζοντας να συναντήσουν τα βλέμματα μιας αδελφής ψυχής. Η διαδρομή αυτή είχε πάρει την ονομασία "νυφοπάζαρο" και είχε μείνει ιστορική ακόμα και κατά τα μεταπολεμικά χρόνια.


Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019


Κένταυροι

Η Θεσσαλία του Μύθου
Α’ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ: Οι Κένταυροι κατά μία εκδοχή εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μυθικής Θεσσαλίας, από την ένωση του Ιξίωνα και της Νεφέλης. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή γι’ αυτούς. Σύμφωνα μ’ αυτήν,όταν ο Ιξίων ήταν ακόμα βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας, ένα κοπάδι εξαγριωμένων ταύρων, που είχαν καταφύγιο στο Πήλιο, άρχισε να εξορμά και να καταστρέφει τις αγρο-
τικές καλλιέργειες των Θεσσαλών. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ιξίων, επικήρυξε τους ταύρους, υποσχόμενος μεγάλες αμοιβές. Τότε παρουσιάστηκε μια ομάδα δυνατών νέων που επέβαιναν σε άλογα. Αυτοί λοιπόν με τα ακόν-
τιά τους και τα τόξα τους εξολόθρευσαν τους ταύρους. Γίνονται λοιπόν στον μύθο οι πρώτοι που επινόησαν την «ιππικήν τέχνην» και πήραν την ονομασία Ιπποκένταυροι ή Κένταυροι (από το «κεντώ»- τρυπώ και το «ταύρος»),επειδή κέντησαν ή τρύπησαν (χτύπησαν) τους ταύρους. Εδώ βλέπουμε ότι ο μύθος ουσιαστικά καλύπτει, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι μύθοι, ένα ιστορικό γεγονός: την εξημέρωση των αλόγων. Οι Κένταυροι παρουσιάζονταν από τη μέση και πάνω σαν άνθρωποι και στο κάτω μέρος σαν άλογα (ίπποι). Αρχικός
τόπος κατοικίας τους ήταν οι νότιες υπώρειες της Όσσας και η περιοχή του Πηλίου ως το Τισσαίον όρος, λίγο πιο βόρεια από το σημερινό Τρίκερι. Αργότερα, στην τελευταία φάση της μυθικής μεταομηρικής εποχής, τους εν-
τοπίζουμε στη νότια Πελοπόννησο, όπου είχαν καταφύγει, κυνηγημένοι από τον Ηρακλή,κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας μέχρι και το όρος Πάρνωνας. Θεωρούνταν κακόψυχοι, κλέφτες και μισάνθρωποι, πλην ελαχίστων εξαι-
ρέσεων, όπως αυτή του μυθικού δασκάλου του Αχιλλέα, Κενταύρου Χείρωνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα του Κενταύρου Νέσσου, γνωστού από τον θάνατο του Ηρακλή,δόθηκε σε λίμνη της ανατολικής Θεσσαλίας (Νεσσωνίτις).
Β’ ΚΕΝΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ: Επόμενος βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας είναι ο Πειρίθους.Στα χρόνια της βασιλείας του οι Κένταυροι είχαν επεκταθεί σε όλη την περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, από τη λίμνη Βοιβηίδα μέχρι τις ακτές του Αιγαίου. Στη γαμήλια εορτή του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια,
την κόρη του Άτραγα, ήρθαν ως καλεσμένοι πολλοί, ανάμεσά τους και οι Κένταυροι, καθώς και ο αδελφικός φίλος του Πειρίθου, ο γνωστός Θησέας. Όμως, αυτός ο γάμος έμελλε να γίνει η αφορμή του μακροχρόνιου πολέμου
Λαπιθών - Κενταύρων, που έμεινε γνωστός με το όνομα Κενταυρομαχία.      Στο τραπέζι αυτό του γάμου, κι ενώ οι συνδαιτημόνες είχαν έρθει σε κατάσταση ευθυμίας, ένας από τους σημαντικότερους Κενταύρους, ο Ευρυτίων,έχοντας μεθύσει, προσπάθησε να αρπάξει την ίδια τη νύφη. Όμως ο Θησέας κατάφερε με αποφασιστική γρηγοράδα να διασώσει την Ιπποδάμεια. Οι υπόλοιποι Κένταυροι, επειδή φοβήθηκαν τα αντίποινα που θα ακολουθούσαν, αποχώρησαν απ’ τη Λάρισα. Δυστυχώς ο Ευρυτίων παρέμεινε αιχμάλωτος των Λαπιθών και δέχτηκε ατιμωτική ποινή απ’ αυτούς.
Του κόψανε τη μύτη και τα αυτιά. Μετά από αυτό του επέτρεψαν να φύγει ταπεινωμένος για το Πήλιο. Αυτή ήταν η αφορμή των συγκρούσεων Θεσσαλών - Κενταύρων, που κατέληξε στην οριστική εκδίωξη των τελευταίων, με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ως τη νότια Πίνδο. Αξίζει να αναφέρουμε τα δια-
σωθέντα ονόματα των ηρώων αυτής της σύγκρουσης, όπως διασώθηκαν από αρχαίους συγγραφείς. Απ’ την πλευρά των Λαπιθών: Οιλέας, Εξάδιος, Φάληρος, Πρόλοχος, Μόψος,καθώς και ο φίλος του Πειρίθου Θησέας. Απ’
τους Κενταύρους: Πετραίος, Άσβολος, Άρκτος,Ούρειος, Περιμήδης, Μίμας, Δρύαλος και οι δυο γιοι του Πευκέα.
Γ’ Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΧΕΙΡΩΝ: Αναφερθήκαμε στην ωμότητα και βιαιότητα των Κενταύρων,σημειώνοντας παράλληλα την εξαίρεση του Χείρωνα. Ο Χείρων θεωρούνταν γιος του Κρόνου και της Φιλλύρας και λόγω ακριβώς της πατρικής του καταγωγής ανήκε στη γενιά των θεών. Γεννήθηκε στις όχθες της Βοιβηίδας
λίμνης και ζούσε στο Πήλιο, απομονωμένος απ’ τους άλλους Κενταύρους, στο Χειρώνιον άντρον, δηλαδή σε μια σπηλιά, που βρισκόταν σε μεγάλο ύψομετρο του βουνού. Παντρεύτηκε μια Ναϊάδα, τη Χαρικλώ, και γέννησε τέσσερα παιδιά. Στη σπηλιά του ανατράφηκε και ανδρώθηκε μια σειρά Ελλήνων ηρώων
όπως οι: Ακταίων, Ιππόλυτος, Κέφαλος, Αμφιάραος, Κάστορας και Πολυδεύκης, Νέστορας, Θησέας, Μελέαγρος, Τελαμώνας, Αίαντας,Διομήδης, Οδυσσέας, Πρωτεσίλαος, Ιάσονας και ο κορυφαίος Θεσσαλός ήρωας Αχιλλέας.
Ήταν σοφός, πράος, δίκαιος και αγαπούσε τους ανθρώπους, ενώ ήταν σπουδαίος στην ανακούφιση των πόνων και γενικά στην ιατρική. Βρήκε όμως τον θάνατο απρόσμενα στο ακρωτήρι του Μαλέα από τον Ηρακλή, ο οποίος τον τραυμάτισε κατά λάθος στο γόνατο με βέλος. Παρ’ όλο που ήταν αθάνατος, δεν άντεχε τους πόνους και ζήτησε απ’ τον Προμηθέα να ανταλλάξει την αθανασία του με τη δική του θνητή ζωή. Έτσι έγινε ο Προμηθέας αθάνατος, ενώ τα βάσανα του Χείρωνα πήραν τέλος με τον ηθελημένο θάνατό του.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα..

Εκεί όταν οι βροχές σταμάτησαν και τα νερά υποχώρησαν ο Δευκαλίων και η Πύρρα κατέβηκαν στην ξηρά και το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν θυσία στον Φύξιο Δία (προστάτης των φυγάδων). Ο θεός που επικαλέστηκε ο θεοσεβής Δευκαλίωνας έστειλε τον Ερμή για να τους μεταφέρει την υπόσχεση ότι ο Δίας θα πραγματοποιούσε την πρώτη ευχή τους. Και η πρώτη ευχή του Δευκαλίωνα και της Πύρρας δεν ήταν άλλη από το να δώσει και πάλι ζωή ο Δίας στο ανθρώπινο γένος.
Οι πέτρες που πετούσε ο Δευκαλίωνας μεταμορφώνονταν σε άνδρες και αυτές που πετούσε η Πύρρα μεταμορφώνονταν σε γυναίκες. Από την πρώτη δε πέτρα που πέταξε ο Δευκαλίωνας προήλθε ο Έλληνας, γενάρχης των Ελλήνων.
Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόκτησαν εκτός από τον Έλληνα, τον Αμφικτύωνα, τη Πρωτογένεια, τη Μελανθώ, τη Θυία (ή Αιθυία) και την Πανδώρα. Ο πρωτότοκος γιος τους ο Έλλην έγινε γενάρχης των Ελλήνων. Ο Αμφικτύων, κυβέρνησε την Αθήνα μετά τον Κραναό. Ο ίδιος ο Δευκαλίων, έγινε ο βασιλιάς της Φθίας και της Θεσσαλίας.
Ο γενάρχης των Ελλήνων, ο Έλλην, γέννησε με την Ορσηίδα τρεις γιους, τον Δώρο τον Ξούθο και τον Αίολο τους πρώτους αρχηγούς των Ελλήνων.
Ο Ξούθος βασίλεψε στη Πελοπόννησο και έκανε δύο γιους, τον Αχαιό και τον Ίωνα από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν τα ονόματά τους. Ο Αίολος βασίλεψε στη Θεσσαλία και οι κάτοικοι ονομάσθηκαν Αιολείς απ' αυτόν. Ο Δώρος και οι άνθρωποι του που ονομάστηκαν Δωριείς εγκαταστάθηκαν στις περιοχές ανατολικά του Παρνασσού. Ένα γένος των Δωριέων, οι Μακεδνοί ή Μακεδόνες που κατοικούσαν, κατά τον Ηρόδοτο, αρχικά στη Φθιώτιδα μετακινήθηκε προς τον βορρά, στην «Πινδική χώρα». Από το ελληνικό αυτό γένος πήρε και την ονομασία η γύρω από τον «Άνω» Αλιάκμονα και τον Αξιό περιοχή, που από τότε λέγεται Μακεδονία.
Έτσι έχει ο μύθος του Δευκαλίωνος . Ο Δευκαλίων δε, ευσεβής και συνετός, μόνος των ανθρώπων απέμεινε για (να γεννήσει) την γενιά την δεύτερη. Η δε σωτηρία έτσι έγινε. Μεγάλη λάρνακα (κιβωτό) αυτός είχε και σ' αυτήν επιβίβασε παιδιά και γυναίκες. Κατέφθασαν δε και επιβιβάσθηκαν (στην κιβωτό επίσης) και χοίροι και ίπποι και λέοντες κατά γένη και όφεις και ακόμα όλα όσα την γη μοιράζονται, πάντα κατά ζεύγη. Ο δε (Δευκαλίων) τα δέχθηκε όλα, γιατί μεταξύ τους δεν εβλάπτοντο, διότι εκ Διός φιλία έγινε μεταξύ τους και σε μια λάρνακα πάντες έπλευσαν όσο το ύδωρ επικρατούσε.
Αυτά ιστορούν οι Έλληνες περί Δευκαλίωνος.......

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις..

Ο ΛΟΦΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ (1970)


ΛΑΡΙΣΑ. Ο Λόφος της Ακρόπολης. Αεροφωτογραφία του 1970 από οίκο δημοπρασιών. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής ΙστορίαςΛΑΡΙΣΑ. Ο Λόφος της Ακρόπολης. Αεροφωτογραφία του 1970 από οίκο δημοπρασιών. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας
Ο Λόφος της Ακρόπολης της Λάρισας, το Φρούριο[1] όπως λανθασμένα έχει επικρατήσει να ονομάζεται από τους Λαρισαίους αυτός ο πανάρχαιος τεχνητός γήλοφος, αποτελεί την καρδιά της πόλης από τα πολύ παλιά χρόνια.
Σήμερα περικλείεται κυκλικά από τους δρόμους Βενιζέλου, Δήμητρας και Γεωργιάδου και η δυτική πλευρά του σχεδόν ακουμπάει στη δεξιά όχθη του Πηνειού ποταμού, από τον οποίο χωρίζεται από την προέκταση της οδού Γεωργιάδου.
Η σημερινή εικόνα απεικονίζει από ψηλά ολόκληρο τον Λόφο και ένα μέρος του ανατολικού τμήματος της πόλης, φωτογραφημένο από τη δυτική πλευρά. Πρόκειται για αεροφωτογραφία, η οποία χρονολογείται από το έτος 1970 περίπου, σύμφωνα με τα υπό κατασκευήν έργα τα οποία διακρίνεται ότι γίνονταν στο δυτικό πρανές του Λόφου. Η φωτογραφία προέρχεται από οίκο δημοπρασιών των Αθηνών και μας προσφέρει μια σπουδαία άποψη της περιοχής αυτής όπως ήταν πριν 50 περίπου χρόνια.
Αναλύοντας την εικόνα από κάτω προς τα επάνω, αρχικά διακρίνουμε αριστερά τα τσιμεντένια στηθαία τα οποία οριοθετούν τη δεξιά όχθη του ποταμού από την καμπύλη επέκταση της οδού Γεωργιάδου και μέρος της γέφυρας. Δεξιότερα με την πρόχειρη στοίχιση λίθων καθορίζεται ο χώρος, στον οποίο το 1994 τοποθετήθηκε "Το άλογο", μια σπουδαία γλυπτή σύνθεση του Μίλτου Παπαστεργίου (Λάρισα 1953- ), η οποία με το στήσιμό της δημιούργησε έναν έντονο και άδικο προβληματισμό σε μια μερίδα Λαρισαίων, οι οποίοι το χαρακτήρισαν υποτιμητικά "ψωροάλογο".
Πιο πάνω διακρίνονται οι εργασίες ανακατασκευής του δυτικού πρανούς του Λόφου. Κατεδαφίσθηκαν οι αναλληματικοί τοίχοι οι οποίοι είχαν κατασκευασθεί λίγο μετά την απελευθέρωση της Λάρισας, όπως και η μεγάλη πέτρινη σκάλα του 1894, η οποία οδηγούσε από την αυλή του ναού του Αγ. Αχιλλίου απ' ευθείας στη δεξιά όχθη του ποταμού και στη θέση τους βρίσκονται υπό κατασκευήν τα νέα έργα τα οποία ολοκληρώθηκαν επί δημαρχίας Θάνου Μεσσήνη. Είναι αυτά τα οποία υπάρχουν και σήμερα.
Ψηλότερα προέχει ο νεόδμητος μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου[2], ο οποίος δεν κτίσθηκε στη θέση όπου βρισκόταν προπολεμικά, αλλά νοτιότερα, με την παρεμβολή ευρύτατου πεζόδρομου. Στο παρκάκι όπου στεγαζόταν ο προπολεμικός ναός είναι ήδη στημένη η προτομή του μητροπολίτου Λαρίσης Πολύκαρπου Δαρδαίου (1811-1818 και 1821), ο οποίος καρατομήθηκε από τους Τούρκους τον Σεπτέμβριο του 1821. Η προτομή αυτή είναι έργο του διάσημου Έλληνα γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρα και αποτέλεσε δωρεά του Λαρισαίου εμπόρου Ηλία Κολέσκα στην πόλη. Επίσης στον ίδιο χώρο διακρίνεται και ο κίονας επάνω στον οποίο στηριζόταν η Αγία Τράπεζα του σεισμόπληκτου ναού του Αγίου Αχιλλίου, ως ενθύμιο της ύπαρξής του.
Ακριβώς πίσω από το παρκάκι αυτό προβάλλει το οικοδομικό συγκρότημα του Β΄ Δημοτικού Σχολείου. Ήταν το πρώτο από τα πολλά σχολικά κτίρια που είχε φροντίσει να ανεγείρει στη Λάρισα ο παλιός δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας. Άρχισε τη λειτουργία του το σχολικό έτος 1932-1933. Ήταν διώροφο, με ευρύτατη αυλή και πολλούς βοηθητικούς χώρους. Ο σεισμός του 1941 επέφερε καταστροφές στον όροφο, ο οποίος τέθηκε εκτός λειτουργίας και οι σχολικές τάξεις λειτούργησαν αποκλειστικά στους χώρους του ισογείου. Το 1978, μέσα στο πλαίσιο εξωραϊσμού της περιοχής του Λόφου της Ακρόπολης, κατεδαφίσθηκε και στη θέση του βρίσκεται σήμερα πάρκο με προτομές και αναμνηστικές στήλες. Πίσω ακριβώς από το Ιερό του νέου μητροπολιτικού ναού διακρίνεται η πλατεία Μητέρας, η οποία σήμερα έχει ολόκληρη παραχωρηθεί για επαγγελματική χρήση [3].
Ανατολικότερα διακρίνεται στα αριστερά ο χώρος του Ηρώου, ένα σπουδαίο έργο του γλύπτη Λάζαρου Λαμέρα, καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Ο γλύπτης σμίλεψε το άγαλμα της Νίκης, το οποίο είναι τοποθετημένο σε μια μαρμάρινη στήλη ύψους 10 μέτρων και το οποίο κατασκευάσθηκε επί δημαρχίας Δημητρίου Χατζηγιάννη το 1962. Μέχρι τότε ως ηρώο χρησιμοποιείτο η αναθηματική στήλη που βρίσκεται και σήμερα στην αρχή του άλσους των Μουσών στην περιοχή του Αλκαζάρ και είχε φιλοτεχνηθεί από τον γλύπτη Γ. Ξενάκη για να τιμηθεί η μνήμη των πεσόντων αξιωματικών και οπλιτών κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Δεξιότερα εξέχει με το ύψος του το μεταπολεμικό ρολόι της Λάρισας που είχε κατασκευάσει ο δήμαρχος Δημήτριος Καραθάνος και το οποίο το 1992 κρημνίστηκε για να αποκαλυφθούν οι κερκίδες του αρχαίου Θεάτρου.
Μεταξύ Ηρώου και Ρολογιού διακρίνεται κάποιο μικρό πάρκο και πίσω τους, καλυμμένη από ψηλά δένδρα, μόλις φαίνεται η πρόχειρη εκκλησία του Αγ. Αχιλλίου η οποία είχε κτισθεί μετά τον σεισμό του 1941 για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των πιστών της πόλης ως μητροπολιτικός ναός, αφού ο προπολεμικός είχε τελείως καταστραφεί από τον σεισμό και τους βομβαρδισμούς. Δεξιότερα διακρίνεται η σιλουέτα του επισκοπικού μεγάρου, ενώ στο βάθος η εικόνα μικραίνει και μόλις μπορεί κανείς να ανιχνεύσει το κέντρο "Φρούριον", το μπεζεστένι και τις τσιμεντένιες σκεπές από τα υπαίθρια καταστήματα της εβδομαδιαίας αγοράς της Τετάρτης.
Η σημερινή φωτογραφία μάς προσφέρει τη δυνατότητα να έχουμε μια πλήρη εικόνα πως ήταν ο χώρος αυτός πριν από μισό αιώνα. Μια αντίστοιχη σημερινή φωτογραφία μπορεί να μας αποκαλύψει τις αλλαγές που έχουν επιτελεσθεί στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα. Αυτό το πλεονέκτημα μόνο η αεροφωτογράφιση μπορεί να μας το προσφέρει.
------------------------------------------------------
[1].Η αναφορά στον λόφο του Φρουρίου θεωρείται σήμερα εσφαλμένη. Ποτέ δεν υπήρξε φρούριο ή κάστρο σ’ αυτόν τον χώρο παρά μόνον η ακρόπολη της αρχαίας Λάρισας. Η ονομασία Φρούριο προήλθε προφανώς από το γεγονός ότι η τουρκική κλειστή αγορά, το λεγόμενο στην τουρκική γλώσσα μπεζεστένι, θεωρείτο παλαιότερα για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους κατοίκους της, ακόμα και από επιστήμονες και δημοσιογράφους ότι ήταν αρχαιοελληνικό ή μεσαιωνικό κάστρο. Είναι προτιμότερο να ονομάζεται απλά Λόφος και όχι Φρούριο.
[2]. Τα εγκαίνια έγιναν την Κυριακή 6 Ιουνίου 1965 από τον μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο Σχίζα (1960-1968). Το καμπαναριό δεν έχει ακόμα κατασκευασθεί.
[3]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το Β΄ Δημοτικό Σχολείο στο Φρούριο. Ιστορική διαδρομή, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 2014.


Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο Σταθμός του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου


Ο σταθμός του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου με την πλατφόρμα και τις σιδηροδρομικές γραμμές. Ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. 1950. Από το βιβλίο "ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες". Φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα, Νίκου Νάκου. Έκδοση Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας (2003) σελ. 108.Ο σταθμός του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου με την πλατφόρμα και τις σιδηροδρομικές γραμμές. Ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. 1950. Από το βιβλίο "ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες". Φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα, Νίκου Νάκου. Έκδοση Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας (2003) σελ. 108.
Παρουσιάζουμε σήμερα μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες του μεγάλου φωτογράφου της Λάρισας, του Τάκη Τλούπα. Απεικονίζει το κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων πολύ πριν ακόμα καταντήσει το σημερινό ερείπιο που αντικρίζουν οι περιπατητές όταν φθάνουν σ' αυτό το σημείο της πόλης.
Ήταν ένα αρχιτεκτονικό στολίδι το οποίο κοσμούσε τη Λάρισα από το 1883-84 μέχρι το 1957. Το αντίστοιχο του Βόλου το οποίο ήταν πανομοιότυπο διατηρείται μέχρι σήμερα συντηρημένο σε πολύ καλή κατάσταση και όσοι Λαρισαίοι πέρασαν από τον σιδηροδρομικό σταθμό της γειτονικής πόλης μας και το θαύμασαν, μπορούν να αποκτήσουν μια εικόνα της ομορφιάς που χάθηκε.
Ο Τάκης Τλούπας (1920-2003)γεννήθηκε στη Λάρισα. Γιος ξυλουργού, ασχολήθηκε αρχικά με την ξυλογλυπτική στο οικογενειακό κατάστημα. Προπολεμικά ήλθε τυχαία σε επαφή με τη φωτογραφία, με την οποία μεταπολεμικά ασχολήθηκε συστηματικά. Μεγάλη του αγάπη το ασπρόμαυρο φιλμ, η vespa και αργότερα το DCV και τα ταξίδια. Στις κόρες του Χρηστίνα και Βάνια είχε εξομολογηθεί: " Η συνεχιζόμενη φθορά που παρακολουθούσα γύρω μου, αποτέλεσε την αιτία για να φωτογραφίσω τα έργα των ανθρώπων"[1].
Ίσως δεν είναι γνωστό ότι η Λάρισα ήταν η μοναδική ίσως ελληνική πόλη με δύο κτίρια σιδηροδρομικών σταθμών. Ο πρώτος ήταν ο σταθμός της σημερινής φωτογραφίας, του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου, ο οποίος άρχισε να λειτουργεί το 1884. Βρισκόταν σε μακρινή απόσταση από την πόλη, οι κατοικίες της οποίας έφθαναν την εποχή εκείνη λίγο πιο κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Τα σημερινά απομεινάρια του μπορεί κανείς να τα αναζητήσει πίσω από το Τελωνείο και απέναντι από το κτίριο του Λαογραφικού Μουσείου. Ο δεύτερος ήταν ο Διεθνής, από τον οποίο διερχόταν η σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών – Λαρίσης – Θεσσαλονίκης - Συνόρων, και η λειτουργία του άρχισε το 1908. Όπως αντιλαμβάνεσθε είχαν μια χρονική διαφορά κατασκευής 25 περίπου χρόνων.
Η κατασκευή του Σταθμού του Θεσσαλικού άρχισε πολύ νωρίς, σχεδόν μετά την απελευθέρωση του 1881. Στις 28 Δεκεμβρίου αυτού του χρόνου πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα η επίσημη έναρξη των έργων. Η τελετή έγινε λίγο μετά την «πύλη της Φαρσάλου», κοντά στο αρχαίο τείχος της πόλης. Στο σημείο της τελετής είχε στηθεί μεγάλη σκηνή, σημαιοστολισμένη, η οποία φιλοξένησε τους εκπροσώπους των θρησκευτικών, πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, τους επικεφαλής των κατασκευαστικών έργων, εργατοτεχνίτες και πλήθος κόσμου. Ο αγιασμός τελέσθηκε από τον μητροπολίτη Λαρίσης Νεόφυτο. Ευχές για την ευοίωνη πορεία των έργων απηύθυναν μεταξύ των άλλων ο Μουφτής της Λάρισας Μεχμέτ Εμίν Εφέντης και ο Ραβίνος Σιμών Πεσάχ. Στη συνέχεια ο Βέλγος μηχανικός A. Hennebert προσκάλεσε τους επισήμους να εγκαινιάσουν το έργο, σκάβοντας συμβολικά με μια σκαπάνη το έδαφος. Τέλος προσφέρθηκαν στους παρευρισκόμενους ποτά, γλυκίσματα, φρούτα και σαμπάνια[2].
Η σιδηροδρομική γραμμή άρχισε να στρώνεται κατά τα τέλη του 1882 από τον Βόλο και ολοκληρώθηκε στη Λάρισα τον Ιούλιο του 1883. Όμως τα εγκαίνια της γραμμής έγιναν στις 22 Απριλίου 1884, καθώς η μεγάλη πλημμύρα του Οκτωβρίου του 1883 κατέστρεψε ένα μέρος της γραμμής κοντά στη Λάρισα, το οποίο χρειάσθηκε ανακατασκευή. Το πλάτος μεταξύ των σιδηροτροχιών ήταν ένα μέτρο. Η τελετή ξεκίνησε από τον Βόλο και έγινε παρουσία του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, μελών της βασιλικής οικογένειας και πολλών επισήμων τους οποίους είχε προσκαλέσει ο χρηματοδότης της κατασκευής Θεόδωρος Μαυροκορδάτος. Μετά την τελετή επιβιβάσθηκαν στην αμαξοστοιχία και σε 2 ώρες και 20 λεπτά έφθασαν στη Λάρισα. Τους επισήμους υποδέχθηκαν στον σταθμό οι τοπικές αρχές και πλήθος κόσμου και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στα βασιλικά ανάκτορα, τα οποία βρίσκονταν ως γνωστόν στην περιοχή του σημερινού Δημοτικού Ωδείου. Το μεσημέρι οι προσκεκλημένοι παρακάθισαν σε γεύμα που παρέθεσε ο Θεόδ. Μαυροκορδάτος σε αίθουσα των ανακτόρων η οποία είχε διακοσμηθεί κατάλληλα. Κατά τη διάρκεια του γεύματος έγιναν οι τυπικές προπόσεις και εκφράσθηκαν ευχές για την ομαλή πορεία του έργου. Οι εφημερίδες της εποχής όμως κατηγόρησαν τον Μαυροκορδάτο ότι παρέλειψε να προσκαλέσει στο γεύμα και ορισμένα άλλα σπουδαία πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τους αγωνιστές της Θεσσαλικής του 1878, ενώ αντίθετα είχε προσκαλέσει «ομογενείς και άλλους ανθρώπους, λείχοντας μέχρι της χθες τα κράσπεδα των Τούρκων πασάδων»[2].
Στη σημερινή φωτογραφία ο Τάκης Τλούπας στάθηκε πέρα από τις γραμμές και φωτογράφισε ολόκληρο το κτίριο, και τη στεγασμένη αποβάθρα. Αν και δεν ήταν πολύ μεγάλο σε μέγεθος, το κτίριο του σταθμού φαντάζει εντυπωσιακό, χάρη στην ιδιότυπη αρχιτεκτονική του. Ήταν επίμηκες και στο μεγαλύτερο μέρος ισόγειο και μόνον το μεσαίο τμήμα του εμφάνιζε δεύτερο όροφο, ο οποίος στη στέγη κατέληγε σε τριγωνική μετώπη.
Ο σταθμός αυτός εξυπηρέτησε για πολλά χρόνια τη συγκοινωνία και τις μεταφορές μεταξύ Λάρισας και Βόλου. Η γραμμή αυτή αποτέλεσε το κυριότερο μεταφορικό μέσον μεταξύ Λαρίσης και Βόλου. Ήταν η εποχή κατά την οποία οι μεγάλες χερσαίες συγκοινωνίες στη χώρα μας ήταν υποτυπώδεις και το λιμάνι του Βόλου αποτελούσε το κύριο εισαγωγικό και εξαγωγικό κέντρο εμπορίου το οποίο, με την επέκταση της σιδηροδρομικής γραμμής μέχρι την Καλαμπάκα, εξυπηρετούσε ολόκληρη τη Θεσσαλία. Στη θέση του σήμερα δυστυχώς κείτονται ερείπια…
------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα (2005) σελ. 11. Η προσφορά του είναι ανεκτίμητη. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν τμήθηκε από την πόλη του όσο και όπως έπρεπε.
[2]. Ανδρουλιδάκης Κώστας, Οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι (1881-1955), Μουσείο Φωτογραφίας «Χρήστου Καλεμκερή» Δήμου Καλαμαριάς, (2002) σελ. 44.
[2]. Ανδρουλιδάκης Κώστας, ό. π., σελ. 60.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Το ρολόι της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής

 
Το ρολόι της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής στη στέγη του κεντρικού κτιρίου της Σχολής με τη χρονολογία αναγραφής της κατασκευής ,ΑϞΘ΄. Σύγχρονη φωτογραφία.   Το ρολόι της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής στη στέγη του κεντρικού κτιρίου της Σχολής με τη χρονολογία αναγραφής της κατασκευής ,ΑϞΘ΄. Σύγχρονη φωτογραφία.
 Τον Φεβρουάριο του 1901 η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη αποφάσισε να προχωρήσει στην ψήφιση νόμου (Νόμος ΒΩΛΕ΄ 18/10-2-1901) σύμφωνα με τον οποίο ιδρύθηκε Γεωργική Σχολή στη Λάρισα με την επωνυμία «Αβερώφειος Γεωργική Πρακτική Σχολή Λαρίσης».
Η επιλογή της Λάρισας ως τόπου ίδρυσης γεωργικού σχολείου ήταν επιθυμία του δωρητή Γεωργίου Αβέρωφ λόγω των σχέσεών του με την πόλη. Πλην τούτου όμως η επιλογή αυτή βασίσθηκε και στη γεωγραφική θέση της, στο κέντρο της εύφορης θεσσαλικής πεδιάδας[1]. Ως χώρος εγκατάστασης της Σχολής επελέγη δημόσια έκταση 3.000 στρεμμάτων στην περιοχή Ακ Σεράι (Λευκό ανάκτορο)[2] η οποία παραχωρήθηκε από Υπουργείο Οικονομικών. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις της Σχολής αναπτύχθηκαν σε χώρο 40 στρεμμάτων, ο δε υπόλοιπος χώρος ήταν προορισμένος να χρησιμοποιηθεί για τις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών. Τελικά η Σχολή άρχισε τη λειτουργία της το σχολικό έτος 1911.
Από τα κτίρια της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής το επιβλητικότερο και το μεγαλύτερο είναι το κεντρικό. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την είσοδο στον περίβολο της Σχολής, είναι διώροφο, εξωτερικά φέρει πλούσια στοιχεία νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και προοριζόταν για διδακτήριο και οικοτροφείο. Το χαρακτηριστικό του που το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα εξίσου ωραία κτίρια της Σχολής (βιβλιοθήκη, γραφείο διευθυντού, κατοικίες καθηγητών, κλπ.) είναι ότι στο μέσον του κτιρίου και ψηλά στο ύψος της στέγης, εξέχει το ρολόι, τα ηχητικά κύματα του οποίου κάλυπταν ακουστικά ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα και καθόριζαν τις ώρες εργασίας, μαθημάτων και διαλειμμάτων. Είναι τοποθετημένο σε μια ευρεία μαρμάρινη βάση, στην οποία έχει σμιλευθεί επιγραφή τονισμένη χρωματικά, και αναφέρει με μεγαλογράμματη γραφή: ΑΒΕΡΩΦΕΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ,ΑϞΘ΄[3]. Το ρολόι βρίσκεται σε ένα κουβούκλιο σκεπασμένο με δίκλινη στέγη, πάνω στην οποία βρίσκεται πακτωμένη μικρή καμπάνα με το γλωσσίδι εξωτερικά. Οι αριθμοί στο στρόγγυλο δίσκο είναι λατινικοί.
Το ρολόι της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής και ο μηχανισμός του κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τη γερμανική εταιρεία Philipp Hörz. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1862 στο Ulm της Γερμανίας και δραστηριοποιείται μέχρι σήμερα, αναλαμβάνοντας τη συντήρηση παλιών δημόσιων μηχανικών ρολογιών. Η ταύτιση του ρολογιού της Αβερωφείου επιτεύχθηκε χάρη στον Βρετανό κ. Andy Burdon[4], ειδικό στα θέματα αυτά, έπειτα από μελέτη φωτογραφιών τις οποίες του απέστειλε από την Ελλάδα ο ιστορικός Αντώνης Γώδης. Ο τελευταίος επικοινώνησε με την εταιρεία Philipp Hörz, τεχνικός της οποίας του επιβεβαίωσε πως την εποχή εκείνη (στις αρχές του 20ού αιώνα) η εταιρία του είχε πωλήσει 14 δημόσια ρολόγια στην εταιρεία του γνωστού Έλληνα κατασκευαστή και μεταπωλητή ρολογιών δημοσίων χώρων "ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ" στον Πειραιά, ο οποίος προφανώς μεταπώλησε και εγκατέστησε στην Αβερώφειο Σχολή το ρολόι της εταιρείας Hörz που υπάρχει μέχρι σήμερα. Ο τεχνικός της Hörz, κ. Erich Mueller, επιβεβαίωσε πως το ρολόι της Αβερωφείου είναι της εταιρείας τους και πως χτυπά τις ώρες και τη μισή ώρα, ήταν δε συνδεδεμένο με καμπάνα. Μάλιστα έδωσε και επιπλέον τεχνικές πληροφορίες. Ο τύπος του ρολογιού είναι ο W250 b, της σειράς 2121. Η γερμανική εταιρεία ανέφερε ακόμα ότι αναλαμβάνει την επισκευή και συντήρηση των ρολογιών που έχουν πωλήσει ή εγκαταστήσει στο παρελθόν. Αυτή η τελευταία πληροφορία μπορεί να αποβεί σημαντική σε περίπτωση κατά την οποία η σημερινή διεύθυνση της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής θελήσει να συντηρήσει ή να επισκευάσει το όμορφο ρολόι[5], οι χτύποι του οποίου έφθαναν και στα αυτιά του Μ. Καραγάτση[6], όταν σκιαγραφούσε ως Συταγματάρχη Λιάπκιν" τον Βασίλι Νταβίντωφ, γεωπόνο και Ρώσο εμιγκρέ, ο οποίος εργαζόταν ως υπάλληλος στο ιπποφορβείο της Σχολής.
-------------------------------------------
[1]. Πλήρη και αναλυτική περιγραφή της ιστορίας της Σχολής και εν γένει της γεωργικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα μπορεί κανείς να βρει στη διδακτορική διατριβή της Λαρισαίας φιλολόγου-ιστορικού Ιουλίας Κανδήλα, με τίτλο: Η Αβερώφειος Γεωργική Σχολή Λάρισας. Συμβολή στην ιστορία της γεωργικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, Λάρισα (2001).
[2]. Η περιοχή ονομάσθηκε Ακ Σαράι από την παρουσία του ανακτόρου του Βελή πασά, το οποίο είχε κτίσει όταν βρισκόταν στη Λάρισα (1812-1822). Ο ίδιος είχε και άλλα δύο ανάκτορα, ένα μεγαλοπρεπέστατο στον Τύρναβο και ακόμη ένα στον Αετόλοφο Αγιάς με τεχνητή λίμνη, το οποίο ήθελε να του θυμίζει σε μικρογραφία το παλάτι του Αλή πασά στα Ιωάννινα. Περιέργως, από το ανάκτορο της Λάρισας δεν έχει διασωθεί καμία γραπτή ή απεικονιστική πληροφορία, ούτε κάτι από τοπική προφορική παράδοση.
[3]. Η χρονολογία, γραμμένη με το ελληνικό σύστημα αρίθμησης, είναι λανθασμένη και διαβάζεται 1099. Το ψηφίο Ϟ (κόππα) αντιστοιχεί στο 90, ενώ το ψηφίο Ϡ (σαμπί) αντιστοιχεί στο 900. Έπρεπε δηλαδή η επιγραφή να γράφει ,ΑϠΘ΄ για να αντιπροσωπεύει το 1909, έτος ανέγερσης.
[4]. Ο Andy Burdon είναι ειδικός της Βρετανικής εταιρείας The Time Workshop - Research, Restoration & Sale of Turret Clocks and Public Timekeeping Clocks και τον ευχαριστούμε θερμά.
[5]. Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον ιστορικό κ. Αντώνη Γώδη, ο οποίος πρόσφατα έγινε ηλεκτρονικός φίλος μου, χωρίς να τον γνωρίζω προσωπικά. Όλες οι πληροφορίες οι οποίες αναφέρθηκαν για το ρολόι, καθώς και μια σειρά φωτογραφιών, μου τις εμπιστεύθηκε με ανιδιοτέλεια, όπως ακριβώς πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε πραγματικό ιστορικό που σκοπός του είναι η διάδοση της ιστορικής γνώσης.
[6]. Η σύζυγος του Φιλοποίμενα Τζουλιάδη, διευθυντού επί χρόνια της Γεωργικής Σχολής, ονόματι Ροδόπη Ροδοπούλου, ήταν αδελφή του Μ. Καραγάτση, κατά κόσμον Δημητρίου Ροδοπούλου.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897


Η ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897
Τον Μάρτιο του 1897 η Λάρισα, μια πόλη 20.000 κατοίκων η οποία προσπαθούσε να αποτινάξει τον τούρκικο χαρακτήρα της, είχε αλλάξει εντελώς μορφή.
Δρόμοι γεμάτοι από στρατιωτικούς, οχήματα, ξένους. Ξενοδοχεία υπερπλήρη, απλά καταλύματα δυσεύρετα, τα εστιατόρια γεμάτα όλες τις ώρες, ο Θεσσαλικός σιδηρόδρομος συνεχώς να αδειάζει οπλίτες και πολεμοφόδια. Όλα αυτά δημιουργούσαν μια εικόνα εκρηκτική. Ήταν οι προετοιμασίες ενός προαναγγελθέντος πολέμου με την γείτονα Τουρκία και η πόλη αναστέναζε. Από την αγχώδη αυτή περίοδο έχουν διασωθεί πάμπολλες απεικονίσεις της Λάρισας. Τις δημιούργησαν ειδικοί καλλιτέχνες, εμπιστευμένοι από διάφορα ειδησεογραφικά πρακτορεία και από εφημερίδες και περιοδικά όλου του πλανήτη, με την εντολή να αποτυπώσουν στιγμιότυπα από τις προετοιμασίες και από τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Η σημερινή εικόνα είναι μία από τις πολλές οι οποίες έχουν εντοπισθεί σε ξένα έντυπα μέσα. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "San Francisco Call" των Ηνωμένων Πολιτειών στο φύλλο της 29ης Απριλίου 1897. Η εφημερίδα αυτή ήταν μία από εκείνες οι οποίες ενημέρωναν συχνά τους αναγνώστες τους για όσα συνέβαιναν τόσο μακριά τους, στην περιοχή της Θεσσαλίας, ενώ ο εμπλουτισμός των ανταποκρίσεων με εικόνες πρόσφερε ουσιαστικότερη κατανόηση των γεγονότων[1].
Ο καλλιτέχνης εδώ καταγράφει την πορεία τριών στρατιωτικών τμημάτων σε σχηματισμούς, τα οποία εισέρχονται στη Λάρισα από τη γέφυρα, στρίβουν δεξιά, στην οδό Καλλιθέας και βαδίζουν δίπλα από το τζαμί του Χασάν μπέη. Από τα τρία τμήματα το μεσαίο είναι έφιππο, ενώ τα άλλα δύο πεζά. Ο επικεφαλής έφιππος αξιωματικός του αγήματος δείχνει να είναι σταματημένος. Εκεί κοντά λίγοι κάτοικοι της πόλης παρακολουθούν το γεγονός. Η πιθανότερη εκδοχή είναι τα στρατιωτικά τμήματα να επιστρέφουν από γυμνάσια τα οποία γίνονταν την περίοδο εκείνη στην περιοχή Μεριάς, έναν εκτεταμένο γυμνό χώρο ο οποίος βρισκόταν εκεί όπου σήμερα είναι ανεπτυγμένο το "Πάρκο των Ευχών", και να κατευθύνονται στους στρατώνες, ακολουθώντας την δεξιά όχθη του ποταμού. Δεξιά πάνω σε υπερυψωμένο έδαφος προβάλλει ένα τμήμα από το τζαμί του Χασάν μπέη, το μεγαλύτερο και επισημότερο τέμενος της Λάρισας. Αριστερά διαγράφονται ορισμένα τόξα από την παλιά πέτρινη γέφυρα του Πηνειού, με τα χαρακτηριστικά ξύλινα στηθαία.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο πίσω απ' όλα αυτά ο ζωγράφος έχει απεικονίσει από αριστερά κάποια δένδρα από το Άλσος των Νυμφών (Αλκαζάρ) και ένα μικρό κτίσμα το οποίο αντιστοιχεί στο ομώνυμο εξοχικό κεντράκι που υπήρχε την εποχή εκείνη στο συγκεκριμένο σημείο. Ακολουθεί το ποτάμι, το οποίο διχαζόταν από την παρουσία μιας μικρής στενόμακρης νησίδας, η οποία σήμερα δεν υπάρχει[2]. Στη συνέχεια διακρίνεται στη δεξιά όχθη του ποταμού ένα τμήμα με πολλά ψηλά δένδρα. Είναι η περιοχή Ταμπάκικα, όπου δεν είχε ακόμα εξαπλωθεί μέχρι εκεί ο οικισμός και η περιοχή ήταν κατάφυτη από δένδρα και αμπέλια.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυτική πλαγιά του Λόφου της Ακρόπολης. Ο καλλιτέχνης έχει ζωγραφίσει μια σειρά από σπίτια το ένα δίπλα στο άλλο, όπως συνηθίζονταν κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Και ενώ το 1897 είχαν ήδη κατασκευασθεί οι ψηλοί αναλληματικοί τοίχοι στη βορειοδυτική πλευρά του Λόφου , καθώς και τα σκαλοπάτια τα οποία οδηγούσαν από το ύψος του λόφου προς τη δεξιά όχθη του Πηνειού, φαίνεται ότι ο ζωγράφος τα αγνοεί, όπως αγνοεί και την εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου, η οποία δεν απεικονίζεται. Αντιθέτως στη θέση της υπάρχει ένα κτίσμα με φρουριακή κατασκευή, το οποίο μπορεί κανείς να το παρομοιάσει με το κατεστρεμμένο Μπεζεστένι[3], αν και χωροταξικά το τελευταίο βρίσκεται πιο ανατολικότερα στον Λόφο.
Όπως θα προσέξατε από την λεπτομερή και προσεκτική ανάλυση του σχεδίου, υπάρχουν στοιχεία τα οποία ο χαράκτης τα αναπαράγει όπως ήταν στην πραγματικότητα την εποχή εκείνη, ενώ σε άλλα σημεία αυθαιρετεί και απεικονίζει εντελώς φανταστικά τοπογραφικά στοιχεία. Το γεγονός δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα. Το πιθανότερο είναι, αρχικά να σχεδίασε εκ του φυσικού ένα απλό, πρόχειρο σκαρίφημα και στη συνέχεια όταν δημιούργησε το οριστικό σχέδιο στο εργαστήριό του, πρόσθεσε στα σημεία της εικόνας που δεν είχε ολοκληρώσει, ό,τι η μνήμη του είχε εσφαλμένα συγκρατήσει, γι' αυτό και οι μορφές πολλών σπιτιών ομοιάζουν, ειδικά οι στέγες τους, με κατοικίες προηγμένων χωρών της Ευρώπης ή της Αμερικής.
---------------------------------------------------
[1]. Η βιβλιογραφία του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 είναι εκτενέστατη. Μια εικόνα του πλούτου της μπορούμε να αποκτήσουμε από το βιβλίο του κ. Χαράλαμπου Βόγια «Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Κινηματογραφικές, Υγειονομικές και άλλες πρωτοτυπίες. Ευρεία Γενική Βιβλιογραφία», έκδοση του 2017. Η Φωτοθήκη Λάρισας σκέπτεται να συγκεντρώσει όσες εικόνες έχουν σχέση με τη Λάρισα και την περιοχή της, ερευνώντας όλα τα έντυπα αυτής της περιόδου όπως καταγράφονται στην εξαντλητική βιβλιογραφία του βιβλίου που αναφέραμε, να τα κατατάξει σε ιδιαίτερο αρχείο και να εκτυπώσει ένα λεύκωμα με τις σπουδαιότερες απ' αυτές.
[2]. Κατά τις εργασίες της Αγγλικής Τεχνικής Εταιρείας "Boot" οι οποίες είχαν αρχίσει το 1935, με σκοπό να διαμορφωθεί η δεύτερη ανακουφιστική κοίτη του Πηνειού στην περιοχή του Αισθητικού Άλσους, υψώθηκαν και διευθετήθηκαν οι όχθες της παλιάς κοίτης και συγχρόνως εξαφανίσθηκε και το μικρό αυτό κομμάτι γης στη μέση του ποταμού. Η νησίδα αυτή πρωτοστατούσε τα παλιά χρόνια κατά την εορτή των Θεοφανείων, όπου συγκεντρωνόταν πλήθος κόσμου για να παρακολουθήσει την ρίψη του Σταυρού στο ποτάμι και να θαυμάσει του κολυμβητές.
[3]. Το Μπεζεστένι είχε καταστραφεί από εμπρησμό το 1799 και είχε απομείνει μόνον το κέλυφός του, όπως ακριβώς διατηρήθηκε μέχρι σήμερα..

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com